Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νεωτερικότητα-μετανεωτερικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νεωτερικότητα-μετανεωτερικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5 Φεβρουαρίου 2012

Η ουτοπία της σκηνοθεσίας αρχαίου δράματος. Προοπτικές και αδιέξοδα μετά τον μοντερνισμό


Απαντώντας στην πρόκληση-πρόσκληση γνωστού θεατρικού κριτικού για διάλογο γύρω από τη σκηνοθεσία του αρχαίου δράματος και κριτική των τάσεων που διαπιστώνονται στο ελληνικό και παγκόσμιο θέατρο, απέστειλα προς την εφημερίδα Τα Νέα το ακόλουθο κείμενο. Επειδή ουδέποτε μέχρι σήμερα το κείμενο αυτό είδε το φως της δημοσιότητας, το καταθέτω προς ενημέρωση παντός ενδιαφερομένου, μαζί με το διαβιβαστικό έγγραφο προς τη διεύθυνση της εφημερίδας.
Αθήνα 8/ 3/2007
Κύριε Διευθυντά Επειδή θεωρώ ότι ο ρόλος και η αποστολή του επιστήμονα – πανεπιστημιακού δασκάλου δεν περιορίζεται μόνο στο επίπεδο της ακαδημαϊκής διδασκαλίας, της έρευνας και της συγγραφής, αλλά επεκτείνεται και στον ευρύτερα κοινωνικό χώρο,επειδή το θέατρο και ιδιαίτερα οι παραστάσεις αρχαίου δράματος μου έχουν προκαλέσει ποικιλότροπα και κατ’ επανάληψη την ανάγκη μιας γενικότερης τοποθέτησης, εξαιτίας του ύφους και ήθους, κάποιων απ’ αυτές,επειδή το άρθρο του κ. Κ. Γεωργουσόπουλου με τίτλο «Παραχαράξεις», που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της εφημερίδας σας το Σαββατοκύριακο 7-8 Οκτωβρίου 2006 δίνει το έναυσμα για την ανάπτυξη ενός επιστημονικού διαλόγου, με αυστηρά κριτήρια και προϋποθέσεις,σας αποστέλλω ένα άρθρο σχετικού περιεχομένου που ετοίμασα, με τίτλο «Προοπτικές και αδιέξοδα μετά τον μοντερνισμό», στο οποίο παρουσιάζω τη σύγχρονη πραγματικότητα στη σκηνοθεσία αρχαίου δράματος ιδιαίτερα, με τα θετικά και τα αρνητικά της στοιχεία, επιτρέποντας στον αναγνώστη να προβεί σε μια σφαιρική αντιμετώπιση του θέματος.Με την πεποίθηση ότι το δημοκρατικό σας ήθος και η εγνωσμένη ευαισθησία του εντύπου που διευθύνετε θα εγγυηθούν την αποδοχή της πρότασής μουΔιατελώΜε εκτίμησηΘόδωρος Γραμματάς
Υ.Γ. Σε περίπτωση που υπάρξει ανταπόκριση, το συγκεκριμένο άρθρο θα μπορούσε να πλαισιωθεί και με δύο ακόμα που αναλύουν τη διαμόρφωση της κλασικής παράδοσης αλλά και τη δημιουργία του μοντερνισμού στη σκηνοθεσία.
Η ουτοπία της σκηνοθεσίας αρχαίου δράματος Προοπτικές και αδιέξοδα μετά τον μοντερνισμό
Αν το αρχαίο δράμα είναι «κλασικό», αυτό σημαίνει υποχρεωτικά τη διαχρονικότητα και παγκοσμιότητα της αναφοράς του, ως προς τις «ανθρώπινες συνθήκες» αλλά και την αντίστοιχη πρόσληψη, υποδοχή και αποδοχή του από το κοινό, όπου γης. Πώς όμως είναι δυνατό σε μια ανομοιογενή και πληθυσμιακά κατακερματισμένη πλατεία, με κάθε λογής και προέλευσης θεατών, που διαθέτουν διαφορετικές προσληπτικές ικανότητες, κοινωνική συνείδηση, μορφοπαιδευτικό επίπεδο, εθνο-φυλετικά χαρακτηριστικά, αισθητική εμπειρία, νοοτροπία και ψυχολογία, όπως είναι το κοινό σε μια σημερινή παράσταση σ’ ένα μεγάλο διεθνές φεστιβάλ θεάτρου (στην Επίδαυρο ή στις Συρακούσες), ή έστω σ’ ένα μεγάλο καλλιτεχνικό γεγονός, όπως αποτελεί η διεθνής πρεμιέρα μιας παράστασης αρχαίας τραγωδίας ή κωμωδίας, πώς είναι δυνατό να λειτουργήσουν ομοιότροπα τα βασικά ειδοποιά συστατικά της τραγωδίας και να επέλθει ως τελικό ζητούμενο η «κάθαρση» των θεατών μέσα από τον «φόβο» και τον «έλεο»; Γιατί, η αποστολή της τραγωδίας, η ψυχαναλυτική, ηθική, μεταφυσική και κοινωνιολογική λειτουργία της «κάθαρσης», προϋποθέτουν ένα ομοιογενές κοινό, το οποίο προσλαμβάνει τα σκηνικά μηνύματα και αντιδρά, λίγο-πολύ με παρόμοια συμπεριφορά, προκαλώντας την ανταπόκριση των προσδοκιών του, στις προκλήσεις και τα ερεθίσματα του παραστατικά εκφερόμενου λόγου των ηθοποιών. Αυτή η νέα πραγματικότητα, που διαμορφώνεται σε διεθνές επίπεδο, μέσα από ιστορικο-κοινωνικές καταστάσεις από φιλοσοφικο-ιδεολογικά σχήματα και από οικονομικο-πολιτισμικά δεδομένα και αντιστοιχεί σε έννοιες όπως «πολυπολιτισμικότητα» και «παγκοσμιοποίηση», «ταυτότητα» και «ετερότητα», «διακειμενικότητα» και «αποδομισμός», συγκροτεί μια καινοφανή κατάσταση που αντιπροσωπεύεται περιγραφικά από τον όρο «μεταμοντερνισμός», όσο ατελέσφορος και αφηρημένος κι αν θεωρηθεί.
Η κατάργηση του ενός και μοναδικού «μητροπολιτικού» κέντρου, από το οποίο εκπορεύεται η πολιτισμική και πολιτιστική «αξία» και η αυτονόμηση της επιμέρους καλλιτεχνικής δημιουργίας, με την ταυτόχρονη αποκατάσταση και ανάδειξη των «εθνικών» πολιτιστικών παραδόσεων, των εθνο-φυλετικών, μειονοτικών και όποιων άλλων ιδιαιτεροτήτων, έβαλε οριστικά τέλος στην παντοδυναμία και μονοκρατορία του ενός και μοναδικού κέντρου. Η θραυσματική, κατ’ αυτό τον τρόπο, δημιουργία, αναδείχνεται(τηρουμένων βέβαια των αναλογιών) σε αυτοδύναμη και ισότιμη έκφραση αξιών και μηνυμάτων, που αντιπροσωπεύουν το ίδιο νόημα, αλλά, τηρουμένων των αναλογιών, σε διαφορετικό πλαίσιο αναφοράς.
Απαραίτητος διαμεσολαβητικός παράγοντας στην επικοινωνία του θεατή με το θέαμα είναι ο σκηνοθέτης, ως γεφυροποιός που επιτρέπει την απρόσκοπτη μεταβίβαση των σκέψεων του συγγραφέα, στον τελικό αποδέκτη τους, το θεατή στη θεατρική αίθουσα. Με τη σημασία αυτή, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η σκηνοθεσία δεν είναι παρά μια διαδικασία μορφοποίησης του τύπου «εικονική πραγματικότητα», μια απόπειρα δηλαδή ανασυγκρότησης ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια, ενώ η γνώση μας γι’ αυτόν είναι θραυσματική, υποκειμενική και περιορισμένη. Ο σκηνοθέτης καλείται να γίνει μεσολαβητής, ώστε μέσα από τη συγκεκριμένη σκηνική εικονοποίηση του έργου, να επιτρέψει την απρόσκοπτη επικοινωνία του κοινού με τα μηνύματα που εκπορεύονται σκηνικά, καταλήγοντας, κάποτε, να γίνει συνδημιουργός του έργου και υποκαθιστώντας ακόμα και τον ίδιο το συγγραφέα. Όποια λοιπόν απόπειρα ερμηνείας του έργου κι αν επιχειρείται (ιδιαίτερα για ένα «κλασικό» κείμενο παλιότερης εποχής, για την οποία ελάχιστα θεατρικά «realia» διαθέτουμε), σε κάποιο βαθμό χαρακτηρίζεται από «ουτοπικά» συστατικά, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ακόμα και «αυθαίρετα», με τη βοήθεια των οποίων όμως ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης επιχειρεί να καταστήσει «οικείο» στο θεατή το «φύσει ανοικείο» της αναπαριστώμενης δράσης. Αυτή η υποκειμενική (ούτως ή άλλως) αντιμετώπιση του δραματικού έργου διευρύνεται, όσο μεγεθύνεται η απόσταση μεταξύ του «χρόνου παραγωγής» και του «χρόνου πρόσληψης» του δραματικού κειμένου, η οποία καθιστά δυσπρόσιτη και δυσνόητη για τις δυνατότητες του σύγχρονου κοινού την πραγματικότητα εκείνης της απόμακρης εποχής. Στην προσπάθειά του να μειώσει την χρονική απόσταση και να συμβάλει στην επικοινωνία του θεατή με το θέαμα, ο σκηνοθέτης αξιοποιεί τον πλούτο των ιστορικών στοιχείων, των φιλολογικών ευρημάτων, των θεωρητικών δεδομένων, τη συσσωρευμένη γνώση και εμπειρία που η μακρόχρονη αρχαιολογία της γνώσης έχει προσκομίσει στη σύγχρονη (γι’ αυτόν αλλά και για το θεατή) έρευνα. Παράλληλα όμως, στηρίζεται στο προσωπικό του ταλέντο, στον ψυχισμό και την ιδεολογία του, που ως φίλτρα διηθούν το πρωτογενές υλικό του αρχαίου κειμένου και καθιστούν προσληπτή και αποδεκτή τη ζωντανή εκφορά του λόγου, τη σκηνική αναπαράσταση της δράσης και ευνοούν τη συμμετοχικότητα των θεατών, ως απαράβατη συνθήκη επικοινωνίας της αμφίδρομης σχέσης μεταξύ σκηνής και πλατείας.
Έχοντας υπόψη αυτές τις σκέψεις και τα δεδομένα, μπορούμε να αντιληφθούμε πώς συγκροτείται η αρχική «παράδοση» στη σκηνοθεσία του αρχαίου δράματος, μέσα από τη φιλοσοφία του γερμανικού ιδεαλισμού και τις απόψεις του Φρ. Νίτσε για τη γένεση της τραγωδίας, από τη φιλολογική ερμηνεία των δραματικών κειμένων που έκανε ο Βιλαμόβιτς, και από την παρουσία σκηνοθετών όπως ο Μax Reinhardt. Με τέτοια δεδομένα δομείται η έννοια του «κλασικού» στην παράσταση αρχαίου δράματος και επιβάλλεται ένας τρόπος υποκριτικής, σκηνογραφίας, ενδυματολογίας και γενικότερα σκηνικής απόδοσης της αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας, που όμως δεν αντιπροσωπεύουν παρά τα ιδεολογικά, φιλοσοφικά, αισθητικά και κοινωνικά δεδομένα της «εποχής πρόσληψης». Επειδή λοιπόν τα «μεγέθη» της τραγωδίας είναι μεγάλα, κατά πολύ έξω και πέρα από τα συνηθισμένα της οικείας ιστορικής πραγματικότητας, γι’ αυτό και η υποκριτική των ηθοποιών οφείλει να είναι ανάλογη, τονίζοντας τον όγκο και την υπερβολή των καταστάσεων και της αναπαριστώμενης δράσης, με χειρονομίες με κινήσεις, με εκφορά του λόγου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υποβάλλεται η «θεώσα συνείδηση» των θεατών στην πλατεία και να συμπαρασύρρεται ομοιοπαθητικά στη διάσταση του αλλού / άλλοτε που διαδραματίζεται η υπόθεση του δραματικού κειμένου, καθιστώντας εφικτή την «κάθαρση» για το σύγχρονο θεατή, εξίσου όπως συνέβαινε και κατά την αρχαιότητα. Τον ίδιον στόχο επιδιώκουν και πραγματοποιούν η σκηνογραφία, ο σκηνικός διάκοσμος, η ενδυματολογία και γενικότερα όλοι οι δευτερογενείς κώδικες της παράστασης που πλαισιώνουν οπτικο-ακουστικά τη σκηνική δράση.
Αν στα προηγούμενα συνυπολογίσουμε τη γενικότερη αισθητική της εποχής, μια θεατρική αισθητική που βρισκόταν ανάμεσα στην κλασικιστική λιτότητα και τη ρομαντική υπερβολή, την υπάρχουσα εξοικείωση των θεατών με αντίστοιχα θεάματα έργων του νεότερου ευρωπαϊκού θεάτρου που σ’ ένα βαθμό αντλούσαν πρότυπα, θεματική και σημασιοδότηση από αντίστοιχα αρχαιοελληνικά αρχέτυπα ή θεατρικές φόρμες που καθιερώθηκαν από την Αναγέννηση και το Μπαρόκ και μετά (Alfieri, Racine, Shakespeare, Goethe, Hugo, Voltaire κ.α.), τότε μπορεί να γίνει αντιληπτό το πώς και το γιατί ο νεότερος κόσμος, με «ουτοπικό» σχεδόν τρόπο, συλλαμβάνει και μορφοποιεί σκηνικά το αρχαίο δράμα, δημιουργώντας την αρχική «άποψη» και την «κλασική» παράδοση πάνω στην οποία θα προβληθούν αντιθετικά, συνδυαστικά ή ανατρεπτικά όλες οι μεταγενέστερες σκηνοθετικές τάσεις. Αυτά είναι τα δεδομένα και οι συνθήκες, που συναπαρτίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ενταχθεί, θα κατανοηθεί και τελικά θα αξιολογηθεί η «ελληνική» παράδοση στη σκηνοθεσία αρχαίου δράματος, αρχής γενομένης από τον Φώτο Πολίτη και το Δημήτρη Ροντήρη, το ζεύγος Σικελιανού και τον Λίνο Καρζή, μέχρι τον Αλέξη Μινωτή και τον Αλέξη Σολομό, που συνιστούν τον άξονα της «σχολής του Εθνικού». Με αυτά τα δεδομένα και τις προδιαγραφές διαμορφώνεται η αρχική «άποψη» για την ερμηνεία της αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας, που, ακόμα και με τον τρόπο που συγκροτείται, έχει κενά και ελλείψεις που μόνο με φαντασιακά, εικοτολογικά και υποκειμενικά στοιχεία, συμπληρώνονται από τους σκηνοθέτες, προβάλλοντας το «όραμα» ενός κόσμου που διατείνονται ότι είναι πραγματικός, ενώ στην ουσία δεν είναι παρά ουτοπικός.
Η ανάπτυξη της πολυπολιτισμικότητας στη σύγχρονη κοινωνία και η ουσιαστική και πολυδιάστατη επαφή της Δύσης με την Ανατολή, που ξεπέρασε τις στατικές και παραδοσιακές σχέσεις του τύπου «δάνειο» ή «επίδραση» του ενός κόσμου στον άλλο, δημιούργησε μια ολιστική και καθολική αντιμετώπιση του πολιτισμού ως ενιαίας δημιουργίας, ικανής να ανταποκριθεί στις προσδοκίες, τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του σύγχρονου ανθρώπου, ανεξάρτητα από εθνο-φυλετική καταγωγή και ταξική προέλευση. Παράλληλα, η σύγχρονη θεωρία του πολιτισμού, της ερμηνείας των κειμένων, της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της ψυχολογίας, δημιούργησαν καινούρια δεδομένα που επιτρέπουν την υποκειμενικότητα και τη διαφορετικότητα, ευνοούν την απομυθοποίηση και τον κριτικό διάλογο του παρόντος προς το παρελθόν, αμφισβητούν τα μέχρι σήμερα θεωρούμενα ως θέσφατα της ανθρώπινης διανόησης και του πολιτισμού και νομιμοποιούν κάθε «άλλο» λόγο, που συχνά έχει την αίσθηση του «αιρετικού» και του «ανατρεπτικού» για τις μέχρι τώρα καθιερωμένες αξίες.
Η έννοια του «κλασικού» παύει πια να έχει την προγενέστερη αδιαπραγμάτευτη και αδιαμφισβήτητη αξία και νοηματοδοτείται με διαφορετικό τρόπο. Η δημιουργός συνείδηση του συγγραφέα, ως της μοναδικής πηγής εκπόρευσης του νοήματος του έργου και του αποκλειστικά υπεύθυνου για το αποτέλεσμα της παράστασης αμφισβητείται, ενώ το ίδιο το δραματικό κείμενο, ως αυτοδύναμη πηγή σημασίας, επιδέχεται τον κριτικό λόγο και τη δυνατότητα πολλαπλής ανάγνωσης, που νομιμοποιεί τη διαφορετική ερμηνεία. Το κέντρο βάρος μετατοπίζεται από το δημιουργό και το έργο του, στην προσλαμβάνουσα συνείδηση του θεατή. Αυτός, με τη δική του υποκειμενικότητα, αναδείχνεται ως το σημείο αναγωγής και αναφοράς του έργου, ως συγκεκριμένης πια σκηνικής παράστασης, προϊόν σύνθετης δημιουργικής επενέργειας περισσότερων παραγόντων κειμενικά και εξωκειμενικά εγγεγραμμένων σ’ αυτήν.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, για πρώτη φορά στην ιστορία της σκηνοθεσίας και ιδιαίτερα της σκηνοθεσίας αρχαίου δράματος, δημιουργείται μια νέα πραγματικότητα, που διαφοροποιείται ποιοτικά από κάθε άλλη προγενέστερη. Σύμφωνα μ’ αυτήν, το κείμενο και ο λόγος του συγγραφέα, αποτελεούν μία, όχι πάντα, ούτε υποχρεωτικά την πιο σπουδαία, από τις παραμέτρους που οριοθετούν την παράσταση, όπως η σκηνοθεσία, η υποκριτική και οι άλλοι δευτερογενείς της κώδικες. Αυτή η «μεταμοντέρνα» συνθήκη, ανοίγει νέες διαστάσεις στη θεατρική έρευνα και δίνει καταπληκτικές προοπτικές στην τέχνη του θεάματος, επιτρέποντας στους σκηνοθέτες να υλοποιήσουν σκέψεις και οραματισμούς, που κατά το παρελθόν ήταν αδιανόητοι, αφού προσέκρουαν στα αδιάρρηκτα όρια του «θεμιτού» και του «δέοντος», διατηρώντας όμως θεωρητικά ανέπαφη την έννοια του «τραγικού» ως ποιοτικού και όχι ποσοτικού μεγέθους που (ως τέτοιο) ξεπερνά τα όρια του χώρου και του χρόνου και αποκτά διατάσεις παγκοσμιότητας, που βρίσκουν την αναφορικότητά τους ακόμα και σήμερα, κάτω από διαφορετικές συνθήκες και μέσα σε διαφορετικό πλαίσιο.
Αν, κατ’ επέκταση, σύμφωνα με τη γνώμη των υποστηρικτών αυτής της άποψης, το αρχαίο δράμα εξακολουθεί να είναι «κλασικό», «διαχρονικό» και «παγκόσμιο», οφείλει να ανταποκριθεί στις προσλαμβάνουσες του νέου ανομοιογενούς κοινού του. Γι αυτό, νομιμοποιείται η σύζευξη διαφορετικών ή ακόμα και αντιθετικών φορμαλιστικών στοιχείων, η μίξη ετερογενών πολιτιστικών παραδόσεων και η αξιοποίηση σύγχρονων θεωρητικών δεδομένων, με προέλευση τον αποδομισμό και την ψυχανάλυση, την «ταυτότητα» και την «ετερότητα» στην καλλιτεχνική δημιουργία.
Μια τέτοια αντιμετώπιση του αρχαίου δράματος οδηγεί με τη σειρά της σε μια «μετα-ιστορική» θεώρηση, που αποδεσμεύεται από την εξάρτησή της από κάθε ιστορική/πραγματολογική διάσταση του κειμένου προς την εποχή δημιουργίας του και ανάγεται σε επίπεδο καθολικής προσλαμβάνουσας συνείδησης. Επομένως η τραγωδία, μπορεί εξίσου να λειτουργήσει και για το σημερινό άνθρωπο σε οποιοδήποτε σημείο της γης, με οποιαδήποτε προσωπική ή συλλογική μορφοπαιδευτική εμπειρία, ανεξάρτητα από ειδικούς όρους και συνθήκες «υποδοχής», ενώ η κωμωδία να διασκεδάσει το σύγχρονο θεατή ερήμην των ιστορικά προσδιορισμένων γεγονότων και των προσώπων που ρητά αναφέρονται, ή υπαινίσσονται σ’ αυτά. Αυτή η «απο-ιστορικοποίηση», συνιστά συνθήκη του θεάτρου μετά τον «μοντερνισμό» στη σκηνοθεσία του αρχαίου δράματος, η οποία έχει πια αποδεσμευτεί από τη δημιουργική συνείδηση του συγγραφέα ως του μοναδικού παραγωγού μηνύματος, έχει εγκαταλείψει την ενδοκειμενική ανάλυση των συστατικών του περιεχομένου και έχει στραφεί προς το θεατή, ως τον απαραίτητο συνδημιουργό του μηνύματος, μέσα από τη διαδικασία σκηνικής μορφοποίησης του κειμένου, ως σύνθετου παραστατικού προϊόντος και όχι πια ως λογοτεχνικού αναγνώσματος.
Η αρχή έχει γίνει με την αμφισβήτηση της μονοκρατορίας του κειμένου, που οδηγεί σταδιακά στο «θάνατο του συγγραφέα». Οποιοδήποτε δραματικό έργο δεν είναι παρά μόνο το πρόσχημα, ο καμβάς, το έναυσμα, προκειμένου ο σκηνοθέτης να προβάλει τις δικές του απόψεις και (κατά την κρίση του) να φέρει σε επαφή το σύγχρονο θεατή με το «κλασικό» έργο μιας κατά πολύ ξεπερασμένης εποχής. Η αναγνώριση της αξίας του κειμένου, η διαπίστωση της «κλασικότητάς» του παραμένουν, αν και σχετικοποιούνται.. Αλλάζει όμως ο τρόπος αντιμετώπισης η προσέγγιση και η ερμηνεία τους. Ενώ κάποτε έννοιες όπως «σεβασμός» και «δέος», «υψηλά μηνύματα» και «πανανθρώπινο περιεχόμενο», αποτελούσαν τις δεσπόζουσες αρχές με βάση τις οποίες οι σκηνοθέτες προσέγγιζαν το αρχαίο ελληνικό δράμα, σήμερα πια κάτι τέτοιο δεν υφίσταται.Είχε βέβαια προηγηθεί η φάση του «μοντερνισμού», κατά την οποία οι σκηνοθέτες αρχαίου δράματος έλληνες και ξένοι, αναγνωρίζουν την έννοια του «κλασικού», ως ειδοποιού γνωρίσματος του αρχαίου δράματος και αποδέχονται το περιεχόμενό του.
Ενώ όμως διαπιστώνουν την αναγκαιότητα προσαρμογής στις νέες συνθήκες, παραμένουν πιστοί θιασώτες της αποκλειστικότητας στην ερμηνεία του κειμένου, στο αδιαμφισβήτητο της αξίας και της αναφορικότητας του στο σύγχρονο κόσμο, στην αναγκαιότητα τήρησης κάποιων αρχών και συνθηκών, προκειμένου ο λόγος των αρχαίων δραματικών συγγραφέων, να γίνει προσληπτός από το θεατή της μοντέρνας εποχής. Το λογοτεχνικό έργο παραμένει το αναντίρρητο σημείο αναφοράς της παράστασης, η μοναδική πηγή εκπόρευσης του νοήματος. Ο λόγος του συγγραφέα υπηρετείται πιστά και «αναδεικνύεται» ποικιλότροπα, ανάλογα με τις συγκεκριμένες επιλογές του σκηνοθέτη. Το αρχαίο δράμα αντιμετωπίζεται με σεβασμό, αλλά όχι πια με «δέος», ως ιστορικό-πολιτισμικό δημιούργημα που, για να διατηρήσει τη διαχρονικότητά του, οφείλει να ανανεωθεί μορφολογικά, προκειμένου να ανταποκριθεί στα σύγχρονα δεδομένα και τις συνθήκες πρόσληψής του από τους θεατές.
Σκηνοθέτες όπως ο Κ. Κουν, που βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτής της «μοντέρνας» σκηνικής ερμηνείας της αρχαιοελληνικής τραγωδίας και κωμωδίας, καταργούν την τυποποιημένη υποκριτική των ηθοποιών και το «βέκιο» παίξιμο στην κινησιολογία, αξιοποιούν με διαφορετικό τρόπο την παρουσία του χορού, και ανανεώνουν την εικαστική και μουσική πλαισίωση της παράστασης, εισάγοντας νέα, σύγχρονα αισθητικά στοιχεία, πολύ πιο οικεία στο θεατή, από ότι τα υποτιθέμενα πιστά αρχαιοελληνικά ενδυματολογικά αντίγραφα. Προβαίνουν σε αναθεωρήσεις, των υποκριτικών κωδίκων, σε δομικές αναπροσαρμογές της δράσης, σε ανανέωση της εικαστικής πλαισίωσης και σε γενικότερο εκσυγχρονισμό του σκηνικού θεάματος, που όμως παραμένει μέσα στα πλαίσια μιας «αναπαλαίωσης» του αρχαιολογικής φύσης πολιτιστικού προϊόντος, μιας αναπροσαρμογής του στις απαιτήσεις, τις προσδοκίες και τα ενδιαφέροντα του σύγχρονου, «μοντέρνου» θεατή, χωρίς καμιά διάθεση ανατροπής και αμφισβήτησης των βασικών δομικών συστατικών που συνιστούν την ουσία και την αξία του αρχαίου δράματος. Το λογοτεχνικό κείμενο γίνεται ένα από τα πολλά επιμέρους συστατικά της παράστασης (χωρίς όμως ακόμα να χάνει την πρωτοκαθεδρία του σε σχέση με το σκηνικό αποτέλεσμα), που ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί κατά την κρίση του, στο όνομα πάντα του «εκσυγχρονισμού» και της «αναγνωστικής ανταπόκρισης» του κοινού στην πλατεία.
Σταδιακά όμως τα πράγματα εξελίσσονται και διαφοροποιούνται αισθητά. Το επίκεντρο του ενδιαφέροντος μετατοπίζεται από τη δημιουργική συνείδηση του συγγραφέα, στην προσλαμβάνουσα συνείδηση του θεατή. Και επειδή το κοινό είναι αυτό που καλά γνωρίζουμε, με το συγκεκριμένο μορφοπαιδευτικό του υπόβαθρο, με τις εποπτικές του προσλαμβάνουσες που έχουν διαμορφωθεί από την τηλεόραση και τη δυναμική της εικόνας μέσα στην κοινωνία του θεάματος, γι αυτό και η «μεταμοντέρνα» εκδοχή οδηγείται συχνά σε σκόπιμες εκζητήσεις και υπερβολές που καταλήγουν σε τηλεοπτικοποίηση ή και εκχυδαϊσμό του σκηνικού θεάματος, που τελικά υποβαθμίζει την έννοια «θέατρο» και την μετατρέπει σε «θέαμα» ευρείας κατανάλωσης. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια η έννοια «τραγωδία» υφίσταται τις συνέπειες της αποδομητικής και εικονοκλαστικής νοοτροπίας που έχει καθιερωθεί γενικότερα. Η όποια «ανατροπή», ή «διαφορετικότητα» δε στοιχειοθετείται (ως όφειλε), με μια αντίστοιχη ανάγνωση του κειμένου, δηλαδή μια πρωτότυπη, ακόμα και ανατρεπτική ερμηνευτική συμβολή στην ανάλυση και κατανόηση κάποιων από τις βασικές παραμέτρους του (χαρακτήρες, συγκρούσεις, σχέσεις, δραματικές καταστάσεις, ιδεολογία).
Μια τέτοια ενέργεια θα τεκμηρίωνε (στη συνέχεια) την όποια πρωτότυπη, ευρηματική, ευφάνταστη, καινοτόμο, ακόμα και εικονοκλαστική απάντηση στα προκύπτοντα σκηνικά προβλήματα και κατά συνέπεια θα «απαιτούσε» την προέκταση της κλασικής «χωροταξικής ένταξης» («mise en scène») στη διάσταση της «άποψης», προς υλοποίηση του θεωρητικού πλαισίου και της κατ’ αυτό τον τρόπο δημιουργημένης «διαφορετικής» ερμηνείας του κειμένου. Αντίθετα καταφεύγει, συχνά, στην εύκολη λύση του εντυπωσιασμού και του εικαστικού εκμαυλισμού, μέσα στους οποίους η «τραγωδία» μοιραία χάνει το περιεχόμενό της, το λόγο ύπαρξης και την αιτιώδη σχέση της (ως σημαίνον) με το σημαινόμενό της (τις αξίες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού), υπονομεύοντας και αλλοιώνοντας τελικά την αξία που (υποτίθεται) ότι αντιπροσωπεύει.
Το ίδιο όμως (τηρουμένων των αναλογιών) παρατηρείται και με τα έργα της αριστοφανικής κωμωδίας, η οποία στο όνομα του εύπεπτου, διασκεδαστικού, λαϊκού θεάματος, μετατρέπεται συχνά σε χυδαίο επιθεωρησιακό νούμερο, με αντίστοιχη γλωσσική, νοηματική και πολιτισμική καταβαράθρωση του περιεχομένου της.Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Όταν στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και λίγο αργότερα στη δεκαετία του ’80 άνθρωποι του θεάτρου όπως ο Richard Schechner και ο Eugenio Barba, o Peter Brook και η Arianne Mnouschhkine, ο Tadashi Souzouki και ο Bob Wilson, ο Peter Stein και ο Lee Brouer, θεατρικά σχήματα όπως το La mama, το Bred and Papper και το Leaving Theatre κάτω από τις επιδράσεις της σημειολογίας και κοινωνιολογίας του θεάτρου, της θεατρικής ανθρωπολογίας και της ψυχανάλυσης, των πολιτισμικών σπουδών και της επικοινωνιολογίας, άρχισαν να αναπροσδιορίζουν το νόημα και το περιεχόμενο της θεατρικής παράστασης, να ξεφεύγουν από τα περιοριστικά όρια του «κλασικού» ακόμα και του «μοντέρνου» διεκδικώντας και προβάλλοντας νέα πρότυπα σκηνικής έκφρασης όπως ο πολλαπλασιασμός και αποπολλαπλασιασμός του θεατρικού ρόλου, η αποδόμηση του χώρου και του προσώπου, η σωματικότητα της υποκριτικής, η πολυεθνική παράσταση, η μίξη των υποκριτικών κωδίκων και η αξιοποίηση «διαφορετικών» θεατρικών χώρων, μια καινούρια προοπτική διαγράφηκε για το θέατρο και μια νέα αντιμετώπιση της αρχαίας τραγωδίας καθιερώθηκε διεθνώς. Το ανανεωτικό αυτό πνεύμα ήρθε σαρωτικά να διαγράψει κάθε μέχρι τότε νομιζόμενη «αξία» στη σκηνοθεσία και να προτείνει κάτι το διαφορετικό και το καινούριο, που έβρισκε ανταπόκριση στη συνείδηση του θεατρόφιλου κοινού. Υποκριτικοί κώδικες του θεάτρου Noh συνδέονται με τεχνικές του Stanislavsky και μπρεχικά στοιχεία εμπλουτίζουν τις καθιερωμένες τεχνικές του σωματικού θεάτρου. Μορφές έκφρασης όπως η performance και το χοροθέατρο, γίνονται εξίσου αποδεκτά όπως κλασικοί και παραδοσιακοί τρόποι σκηνικής ερμηνείας του έργου, είτε πρόκειται για αρχαίο δράμα, είτε για θέατρο του παραλόγου.
Εικαστικά στοιχεία, μουσική πλαισίωση, παραστατικά δεδομένα δια και πολυπολιτισμικής προέλευσης συνυπάρχουν άλλοτε παρατακτικά και άλλοτε συνδυαστικά, σ’ ένα διάλογο των πολιτισμών που παρ’ όλες τις όποιες επιφυλάξεις έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί, ενοποιεί το χώρο και το χρόνο μέσα από την καλλιτεχνική έμπνευση και δημιουργία. Στην Ελλάδα, με αρκετή όπως πάντα καθυστέρηση και με τις σχετικές, κάποτε, στρεβλώσεις και παρανοήσεις που προκαλεί συχνά η ημιμάθεια και η απουσία κατάλληλης πνευματικής και καλλιτεχνικής υποδομής, οι «μεταμοντέρνες» αυτές απόψεις έγιναν δεκτές με αλαλαγμούς ανακούφισης, αφού θεωρήθηκε ότι ξεπερνιέται οριστικά η καταδυνάστευση της ισχυρής «κλασικής», έστω και «μοντέρνας» παράδοσης (στην οποία άλλωστε ελάχιστοι και για μικρό χρονικό διάστημα θήτευσαν), που «καταπίεζε» την ελεύθερη έκφραση των νέων δημιουργών, ενώ (κατ’ αυτό τον τρόπο) η χώρα προχωρούσε (όπως διατεινόταν οι φανατικοί θιασώτες αυτής της τάσης) στη φάση του εκσυγχρονισμού, του εξευρωπαϊσμού και της απαλλαγής της από τα ιδεολογικά κατάλοιπα του παρελθόντος.
Είναι γεγονός, ότι αρκετοί «νέοι» σκηνοθέτες, γνωρίζοντας άμεσα ή έμμεσα τις καινούριες αυτές τάσεις, θητεύοντας φανερά ή κρυφά σε ξένους δασκάλους από τη Δύση ή / και την Ανατολή, κατόρθωσαν να παρουσιάσουν θεάματα αξιόλογα, που προωθούν τη σχετική θεατρική έρευνα και προσθέτουν πολύτιμα στοιχεία στην, ούτως ή άλλως, πλούσια γηγενή εμπειρία της σκηνοθεσίας αρχαίου δράματος. Με παραστάσεις που είχαν την ευκαιρία να παρουσιάσουν σε επίσημους θεατρικούς χώρους, μπροστά σε πολυπληθή κοινά, έδωσαν εξαιρετικά δείγματα σύγχρονης ερμηνείας του αρχαίου δράματος και συνέβαλαν στον εμπλουτισμό και την προώθηση της πλούσιας και μακρόχρονης γηγενούς παράδοσης. Άλλοι όμως, άλλοτε από υπερβολική κρυψίνοια και τάση αυτοπροβολής, που γίνονται αποδεκτά μόνο από το κοινό των ημιμαθών ή αμαθών θεατών, άλλοτε από διάθεση πλειοδοσίας, προκειμένου να δηλωθεί κατηγορηματικά η προσωπική τους παρουσία στο χώρο και να σφραγιστεί με τη δική τους υπογραφή η κατατεθειμένη ερμηνευτική πρόταση και άλλοτε από προχειρότητα και σπουδή για τη συμμετοχή τους σε θεατρικά δρώμενα μιας τουριστικής κυρίως ατραξιόν και όχι πραγματικής καλλιτεχνικής αναζήτησης, υποβαθμίζουν το αποτέλεσμα και υπονομεύουν την αξία αυτού, που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν.
Γινόμαστε λοιπόν μάρτυρες μιας αδίστακτης κακοποίησης των κλασικών κειμένων, μιας παρανοημένης αντιμετώπισης του αρχαίου δράματος και ενός πολιτισμικού εκμαυλισμού, οι αρνητικές συνέπειες των οποίων δεν έχουν ακόμα γίνει αντιληπτές από τους υπεύθυνους, οι οποίοι ανενδοίαστα παρέχουν κάθε είδους υποστήριξη (οικονομική ενίσχυση, επίσημους θεατρικούς χώρους, προβολή) σε άτομα καλλιτεχνικά «επικίνδυνα» για τη διαχείριση της πολιτιστικής / θεατρικής παράδοσης αλλά και για τη δημιουργία οποιασδήποτε καινούριας.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, το «μεταμοντέρνο» και ό,τι αυτό ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει, από μια τάση ανανέωσης και ουσιαστικού εκσυγχρονισμού του θεάτρου, από μια απόπειρα αναπροσαρμογής του «κλασικού» στη σύγχρονη πραγματικότητα, καταλήγει να γίνει τέλμα που όχι μόνο σε ελληνικό αλλά και σε ευρύτερα παγκόσμιο επίπεδο, οδηγεί το θέατρο σε αδιέξοδο, υπονομεύοντας τελικά την αξία και την ειδοποιό διαφορά του από άλλες μορφές τέχνης και θεάματος: το λόγο, ως εικονοποίηση μιας κατάστασης που δραματοποιείται σκηνικά, προκειμένου να προσληφθεί από τους θεατές. Χωρίς καμιά a priori αρνητική συνυποδήλωση, η έννοια εξαιτίας της κακοποίησης που υφίσταται αφενός από την κακή χρήση και αφετέρου από τις ενδογενείς αδυναμίες και τα περιορισμένα της όρια (γιατί, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, όταν οι βασικές ανατροπές έχουν πραγματοποιηθεί, κάθε περαιτέρω δυνατότητα πρωτοτυπίας περιορίζεται ή εξοβελίζεται και η όποια «άποψη» μετατρέπεται σε «μανιέρα») καταλήγει να γίνει συνώνυμη του «κιτς» δαιμονοποιημένη από μια μερίδα θεατών, ή της «πανάκειας», θεσφατοποιημένη από κάποια άλλη. Για μια όμως ακόμα φορά, διαπιστώνεται ότι ενώ οι σκηνοθέτες του συγκεκριμένου ρεύματος αν και διατείνονται άμεσα ή έμμεσα ότι, για πρώτη φορά διέφυγαν από το δίλημμα της παράστασης ή αναπαράστασης του αρχαίου κόσμου, μέσα από τη σκηνική ερμηνεία του δράματος που επιχειρούν, εγκαταλείποντας κάθε συνειδητή πρόθεση (και τη συνεπαγόμενη απόπειρά τους) για «προσομοίωση» των συνθηκών της αρχαιότητας στα δεδομένα του σύγχρονου κόσμου, αφήνοντας επομένως κατά μέρος κάθε απόπειρα «κλασικής», ή ακόμα και «μοντέρνας» σκηνικής ερμηνείας του αρχαίου δράματος, τελικά οδηγούνται στο ίδιο αποτέλεσμα από διαφορετική οδό.
Για μια ακόμα φορά, η σκηνοθεσία αποκαλύπτει τον ουτοπικό χαρακτήρα της αφού και πάλι, μ’ αυτή την «μεταμοντέρνα» (ή όπως αλλιώς ονομαστεί) εκδοχή της, δεν αποτελεί παρά αποκύημα της φαντασίας του συγκεκριμένου καλλιτέχνη, προϊόν μιας αυθαίρετης και υποκειμενικής άποψης για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να υπάρξει και να λειτουργήσει το «κλασικό» κείμενο σε μια εποχή που αρνείται την αξία της ίδιας της έννοιας. Ως τέτοια, η σύλληψη του αρχαιοελληνικού δράματος μέσα στις συνθήκες του σύγχρονου κόσμου μπορεί, ενδεχομένως, να διατηρεί την «κλασικότητά» της αφού μπορεί να αναγνωσθεί και να αποκωδικοποιηθεί ποικιλότροπα από την ατομική συνείδηση του επιμέρους θεατή. Αυτό όμως δεν έχει πια τίποτα να κάνει με τη μέχρι τώρα εικόνα που η ιστορία της σκηνοθεσίας είχε καθιερώσει για τα αρχετυπικά κείμενα και τις εμβληματικές παραστάσεις του αρχαίου δράματος. Πολύ περισσότερο, δεν έχει (συχνά) καμιά αναφορά στον πλούτο και το μεγαλείο του δραματικού κειμένου, τα οποία βάναυσα και ανενδοίαστα κακοποιεί σκηνικά, προς χάριν (δήθεν) της προσληψιμότητάς τους από το σύγχρονο θεατή.
Παρ’ όλη όμως την απαισιόδοξη αντιμετώπιση του θέματος, μια νότα αισιοδοξίας μπορεί να διαλάθει και μια νέα προοπτική ενός «μετα-μεταμοντερνισμού» μπορεί να στοιχειοθετηθεί, διαγράφοντας αινιγματικά το μυστικό της διαχρονικότητας και της παγκοσμιότητας του αρχαίου δράματος. Όπως συμβαίνει πάντα στην ταραγμένη εξελικτική πορεία του πολιτισμού, είτε με διαλεκτικό, είτε με άλλο υπερβατικό τρόπο, στο τέλος εγγράφεται πάντα μια νέα αρχή. Ας ελπίσουμε ότι αυτό συμβαίνει και στη σύγχρονη σκηνοθεσία του αρχαίου δράματος.

23 Ιανουαρίου 2012

Η Νεωτερικότητα και εμείς. Ηλίας Παπαγιαννόπουλος


Ηλίας Παπαγιαννόπουλος Επίκουρος Καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς

«Η Νεωτερικότητα και εμείς»


Ηλίας Παπαγιαννόπουλος: «Η Νεωτερικότητα και εμείς» from Αντίφωνο (antifono.gr) on Vimeo.

H Nεωτερικότητα και οι αμφισημίες της (Κουτσουρέλης, Παπαγιαννόπουλος)

Οι Εκδόσεις Ευρασία διοργάνωσαν στα πλαίσια του «Εργοτάξιου Ιδεών», στο Floral την πρώτη συνάντηση το θέμα: H Nεωτερικότητα και οι αμφισημίες της.

Μίλησαν οι: Κώστας Κουτσουρέλης "Το τέλος της Νεωτερικότητας" και ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος "Η Νεωτερικότητα και εμείς" και συντόνισε ο Μίλτος N. Θεοδοσίου.


H Nεωτερικότητα και οι αμφισημίες της (Κουτσουρέλης, Παπαγιαννόπουλος) from Αντίφωνο (antifono.gr) on Vimeo.

28 Δεκεμβρίου 2011

Σύντομες παρατηρήσεις για τον έρωτα στη νεωτερικότητα -Γεράσιμος Βώκος


Με εκκίνηση μια σύντομη αναφορά στον Φρόιντ και μια εκτενέστερη στον Πλάτωνα, θα επιχειρήσω να θέσω τον έρωτα ως πρόβλημα στην προοπτική της διάκρισης και της ένωσης του σώματος με την ψυχή. Η μέθοδος αυτή θα οδηγήσει, στον 17ο αιώνα και στην εξέταση των αντιλήψεων του Καρτέσιου, κυρίως σε σχέση με τα πάθη της ψυχής . Ταυτοχρόνως, την ίδια εποχή, μια σειρά στοχαστών που ονομάζουμε μοραλιστές, ασχολήθηκαν με τις διάφορες μορφές που παίρνει ο έρωτας σε σχέση όχι τόσο με το σώμα όσο με το εγώ. Καίριο ως προς το σημείο αυτό είναι το έργο του Λαροσφουκό, στο οποίο μια στάση, έστω μικρή, είναι σχεδόν υποχρεωτική.
Στη συνέχεια, είναι απαραίτητο το πέρασμα από τον Καντ, στο πλαίσιο της ηθικής του οποίου ο έρωτας αποτελεί πρόβλημα που πρέπει, πάση θυσία, να αντιμετωπισθεί.

Έρωτας και (μετα)νεωτερικότητα: μια επανεξέταση των φροϊδικών θέσεων της Βασιλική-Πηγή Χριστοπούλου


Στο άρθρο αυτό επιχειρείται μία σύντομη επανεξέταση της φροϋδικής θεωρίας του πολιτισμού, όπως αυτή εντάσεται μέσα στη γενικότερη θεωρία των ενορμήσεων, και της εγκυρότητάς της μέσα στα πλαίσια της (μετα)νεωτερικότητας. Η συμβολή του Lacan, όπως και οι ενδιαφέρουσες προεκτάσεις του Θάνου Λίποβατς, δίνουν μια ευκαιρία σύζευξης του φιλοσοφικού, ψυχαναλυτικού και θεολογικού λόγου ως προς τον έρωτα, αλλά και την γενικότερη ανάλυση των διαπροσωπικών και κοινωνικών σχέσεων της εποχής μας.

8 Δεκεμβρίου 2011

Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία Εισαγωγή στο Σκεπτικισμό

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

- Στην Αρχαία Ελλάδα αναπτύχθηκαν με θαυμαστή πληρότητα οι ανθρώπινες διασκεπτικές, φιλοσοφικές δυνατότητες. Οι αυθεντικές, φιλοσοφικές ενοράσεις όπως και τα εμπνευσμένα έργα τέχνης παραμένουν αξεπέραστα. Νεώτεροι φιλόσοφοι όπως: Nietzsche, Σοπενχάουερ, Heidegger, Wittgenstein, Quine, Kuhn, Winch, Goodman, Rorty, Gadamer, Foucault, Derrida, Huxley αντλούν τα βασικά υλικά της σκέψης τους από τη φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων. Μπορούμε να πούμε ότι η μεταμοντέρνα σκέψη επιστρέφει στους προσωκρατικούς και ιδιαίτερα στούς σοφιστές και τους σκεπτικούς. Θα προσπαθήσουμε με συνοπτικό τρόπο να πλησιάσουμε τη σκέψη των αρχαίων και ιδιαίτερα των σκεπτικών για να διευρύνουμε τους γνωσιολογικούς μας ορίζοντες.

Ηράκλειτος ο Εφέσιος, 540 π.χ.

Ο Ηράκλειτος υποστηρίζει ότι όλα όσα υπάρχουν βρίσκονται σε μια δυναμική σχέση αλληλεξάρτησης."Πάντα ρεί είναι δε παγίως ουδέν"(Β 1) (Τα πάντα ρέουν και τίποτα δεν μένει σταθερό). Ο διαχωρισμός των αντιθέτων όπως για παράδειγμα ζωή-θάνατος, καλό-κακό, ημέρα-νύχτα δεν είναι ουσιαστικός αλλά φαινομενικός. "Όλα τα πράγματα είναι ένα" (Β 53). Η πραγματικότητα δημιουργείται από την πάλη των αντιθέτων. "Ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων" (Β 53). Η αρμονία που παρατηρούμαι σε όλα τα επίπεδα, φυσικό, βιολογικό, κοινωνικό, δημιουργείται από την συνύπαρξη αντιθετικών δυνάμεων που αλληλεπιδρούν δυναμικά μεταξύ τους. "Αυτό που είναι αντίθεση είναι συμφωνία και από τα διαφορετικά πράγματα αναδύεται ωραιότατη αρμονία" (Β8).
"Τα πράγματα έρχονται σε αρμονία μέσα από την σύγκρουση των αντίθετων ρευμάτων (DL 9.7).

Πρωταγόρας ο Αβδηρίτης, 480-411 π.χ.

Η αλήθεια δεν είναι καθολική αλλά προσωπική. Υπάρχουν τόσες αλήθειες όσοι είναι οι άνθρωποι που τις πιστεύουν. Οι αισθητικές εμπειρίες και οι πεποιθήσεις είναι αληθινές εφόσον ο άνθρωπος νομίζει ή πιστεύει ότι είναι αληθινές. Κάθε άνθρωπος είναι από μόνος του κριτήριο της αλήθειας. "Ο άνθρωπος είναι το μέτρο για όλα τα πράγματα, για όσα είναι για το πως είναι, και για όσα δεν είναι, για το πως δεν είναι". Δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια εξίσου έγκυρη για όλους. Κριτήριο αληθινότητας είναι η υποκειμενική αντίληψη και εμπειρία. Η γνώμη κανενός ανθρώπου δεν είναι περισσότερο έγκυρη από την γνώμη κάποιου άλλου.

Γοργίας ο Λεοντίνος, 485-380 π.χ.

Οι απόψεις του Γοργία συνοψίζονται σε τρεις θεμελιώδεις προτάσεις:
α) Τίποτε δεν υπάρχει.
β) Αν υπήρχε κάτι δεν θα μπορούσαμε να το γνωρίζουμε.
γ) Αν το γνωρίζαμε δεν θα μπορούσαμε να ανακοινώσουμε την ύπαρξή του.

Πλάτωνας ο Αθηναίος, 427-347 π.χ.

Ο Πλάτωνας σε αντίθεση με τους σοφιστές πιστεύει ότι ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να φτάσει στην έγκυρη και απόλυτη γνώση η οποία είναι προϋπόθεση της αρετής και στόχος της ανθρώπινης ζωής. Διακρίνει όμως δύο είδη επιγνώσεων: την απλή άποψη και τη αληθινή γνώση. Οι απόψεις που διαμορφώνονται με βάση τα δεδομένα των αισθήσεων, τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα της κοινής λογικής όσο προσεκτικές και αν είναι, είναι απλά απόψεις χωρίς ιδιαίτερη εγκυρότητα.
Η αυθεντική γνώση δεν θεμελιώνεται στα δεδομένα των αισθήσεων αλλά στις ενορατικές διοδεύσεις της έλλογης σκέψης. Αντικείμενο αυτής της ανώτερης γνώσης δεν είναι ο υλικός, χωρο-χρονικός κόσμος αλλά ο κόσμος των ιδεών, των νοημάτων, των αιωνίων, αμετάβλητων, αόρατων, "μαθηματικών" μορφών. Ο κόσμος των αντικειμένων είναι απλή αντανάκλαση του κόσμου των ιδεών. Το αλήθινο δεν ανήκει στη σφαίρα των αντικειμένων του υλικού κόσμου αλλά στη σφαίρα μιας ανώτερης διάστασης που είναι ο κόσμος των ιδεών. Τα φθαρτά, μεταβλητά αντικείμενα που μας περιβάλλουν είναι ατελή αντίγραφα των αμετάβλητων καθαρών μορφών του ιδεατού κόσμου. Η μαθηματική ιδέα ενός κύκλου για παράδειγμα είναι αιώνια, τέλεια και αμετάβλητη. Ενώ οι κύκλοι που υποπίπτουν στην καθημερινή μας αντίληψή έχουν πάντοτε ατελή μορφή. Ο κύκλος όπως αυτός φανερώνεται στο άνοιγμα ενός ποτηριού δεν είναι ποτέ τόσο τέλειος όσο ο μαθηματικός κύκλος. Στόχος και τέλος της ανθρώπινης γνώσης είναι η φιλοσοφική θεωρία-ενατένιση του αόρατου, τέλειου κόσμου των ιδεών.

Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης 384-322 π.χ.

Για τον Αριστοτέλη η αλήθεια δεν κρύβεται στον κόσμο των ιδεών αλλά στην εμπεριστατωμένη έρευνα της αντικειμενικής πραγματικότητας.
Η Γνώση κατά κύριο λόγο προέρχεται από την εμπειρία. Η μέθοδος που οδηγεί στη γνώση είναι η προσεκτική παρατήρηση, η ταξινόμηση και η η λογική ανάλυση. Διαφορετικές και αντικρουόμενες απόψεις δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθινές "μη είναι αληθείς άμα τας αντικειμένας φάσεις". Μετά τα Φυσικά (Γ' 6) Η επιστημονική έρευνα οδηγεί στην έγκυρη γνώση. Ο Αριστοτέλης έθεσε τις θεωρητικές βάσεις του ορθολογισμού και του εμπειρισμού και αναδεικνύεται πρόδρομος του Διαφωτισμού και της μοντέρνας επιστημονικής μεθοδολογίας.
Ο βαθμός εγκυρότητας της γνώσης προσδιορίζεται από τη φύση των αντικειμένων. Δεν είναι δυνατόν να καταλήγουμε πάντοτε σε ακριβή συμπεράσματα. Σε θεωρητικούς τομείς όπως η λογική και τα μαθηματικά μπορούμε να διαμορφώσουμε ακριβείς, σταθερές και απόλυτες ερμηνευτικές διατυπώσεις ενώ σε εφαρμοσμένους, πρακτικούς τομείς όπως για παράδειγμα η ηθική, η ψυχολογία και η πολιτική δεν επιτρέπονται διαπιστώσεις υψηλού βαθμού ακρίβειας και βεβαιότητας. "τον αυτόν δη τρόπον και αποδέχεσθαι χρεών έκαστα των λεγομένων, πεπαιδευμένου γαρ εστιν επί τοσούτον τακριβές επιζητείν καθ' έκαστον γένος, εφ' όσον η του πράγματος φύσις επιδέχεται, παραπλήσιον γαρ φαίνεται μαθηματικού τε πιθανολογούντος αποδέχεσθαι και ρητορικόν αποδείξεις απαιτείν". Ηθικά Νικομάχεια 1, 3 . (σημ 1)

Πύρρων ο Ηλείος 341-270 π.χ.

Οι Σκεπτικιστές είναι πιο κοντά στην στάση αμφισβήτησης των σοφιστών παρά στην μεταφυσική του Πλάτωνα και τη λογική του Αριστοτέλη. Οι εννοιολογικές κατηγορίες του αληθινού και του ψεύτικου, του καλού και του κακού δεν έχουν οντολογική αληθινότητα αλλά υποκειμενική, και πολιτισμική σημασία.
Ο Πύρρων εκφράζει την πεποίθηση ότι δεν μπορούμε να φτάσουμε στην αληθινή γνώση διότι τα αντιληπτικά δεδομένα δεν μας πληροφορούν για το πως πραγματικά είναι ο κόσμος (τα όντα) αλλά μόνο για το πως φαίνεται (φαινόμενα). Όλες οι απόψεις είναι υποκειμενικές, πρόσκαιρες, και μπορούν να αλλάξουν με τα κατάλληλα επιχειρήματα. Μια πρόταση είναι τόσο αληθινή όσο και ψεύτικη. Διαμετρικά αντίθετες ερμηνείες είναι εξίσου έγκυρες. Οι αντικρουόμενες απόψεις είναι ισοσθενείς. Η πιο συνετή γνωσιολογική στάση είναι η αποδοχή της αγνωσίας, η άρση της βεβαιότητας, η αποφυγή των συμπερασμάτων και των οριστικών τοποθετήσεων. Η εποχή (παύση της κρίσης) και το ουδέν μάλλον (τίποτε περισσότερο, ούτε αυτό ούτε το άλλο).
Με αυτό τον τρόπο οι σκεπτικοί δεν αμφισβητούν την οπτική των απλών ανθρώπων αλλά τους ισχυρισμούς των φιλοσόφων ότι μπορούνα να πετύχουν την βέβαιη, αντικειμενική γνώση.
Η μαχητική, μεθοδική αναζήτηση της αλήθειας συνοδεύεται από ταραχή ενώ η έντιμη αποδοχή της αγνωσίας συνοδεύεται από ψυχική ηρεμία, εσωτερικό ησυχασμό και αταραξία.
Σύμφωνα με τον Πύρρωνα ''είναι αδύνατον να διακρίνουμε, να μετρήσουμε και να κρίνουμε τα πράγματα (τα μεν ουν πράγματα αποφαίνειν επ' ίσης αδιάφορα και αστάθμητα και ανεπίκριτα) διότι ούτε τα δεδομένα των αισθήσεών μας ούτε οι απόψεις μας μπορούν να είναι αληθινές ή ψεύτικες. Δεν πρέπει λοιπόν να εμπιστευόμαστε τις κρίσεις μας αλλά να αποφεύγουμε να διατυπώνουμε άποψη ούτε να κλίνουμε προς τη μια ή την άλλη πλευρά αλλά να είμαστε κατηγορηματικοί, λέγοντας για το κάθε επιμέρους πράγμα, θεωρώντας ότι είναι όχι περισσότερο απ' ότι δεν είναι ή ότι ούτε είναι ούτε δεν είναι. Το αποτέλεσμα για όσους υιοθετήσουν αυτή τη στάση θα είναι να φτάσουν πρώτα στην αφασία ( άρνηση να διατυπώσουν άποψη) και μετά αταραξία (εσωτερική ηρεμία)''. Ευσεβίου επισκόπου Καισαρείας, Praeparatio evangelica XIV, 18, 1-5.

Η δομή της γνωσιολογικής προσέγγισης του Πύρρωνα θα μπορούσαμε να πούμε είναι η εξής:
α) Διαφωνία: Διαπίστωση και συνειδητοποίηση των φαινομενικών αντιθέσεων.
β) Ισοσθένεια: Παραδοχή της ισοδύναμης εγκυρότητας των διαφορετικών απόψεων.
γ) Εποχή: Παύση της διανοητικής αναζήτησης, αποδοχή ότι δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε την αλήθεια μέσα από την σκέψη.
δ)Αταραξία: Η εμπειρία της ψυχικής ανάπαυσης, της εσωτερικής γαλήνης και πλήρότητας που προκύπτει ως φυσική συνέπεια της "Εποχής".

Βλ. για τον Πύρρωνα Διογένης Λαέρτιος Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων http://www.mikrosapoplous.gr/dl/dl09.html#pyrron


Καρνεάδης ο Κυρηναίος 214-129 π. χ.

Ο Καρνεάδης άσκησε κριτική στις αξιώσεις των Στωικών φιλοσόφων για βεβαιότητα. Συνήθιζε να προβάλλει επιχειρήματα και για να υποστηρίξει αλλά και για να αμφισβητήσει οποιαδήποτε άποψη. Το 155 π.χ. πήγε μαζί με άλλους δύο φιλοσόφους στην Ρώμη ως πρεσβευτής των Αθηνών. Εκεί τη μία ημέρα παρουσίασε επιχειρήματα υπέρ της δικαιοσύνης και την επόμενη ημέρα παρουσίασε επιχειρήματα εναντίον της δικαιοσύνης. Με αυτή την τακτική δεν αποσκοπούσε μάλλον στην αμφισβήτηση της αξίας της δικαιοσύνης αλλά με τρόπο ανάλογο του Σωκράτη επεδίωκε να απαλλάξει τους συνομιλητές του από την ψευδή αίσθηση ότι μπορούν να κατέχουν τη βέβαιη γνώση. Για τον Καρνεάδη δεν μπορεί να υπάρχει απόλυτη γνωσιολογική βεβαιότητα ή απόλυτο κριτήριο της αλήθειας αλλά οποιαδήποτε πιθανή φαντασία (αξιόπιστη εντύπωση) είναι από μόνη της κριτήριο της αλήθειας.

Δεν αποδέχτηκε ούτε την εποχή των σκεπτικών (άρση της κρίσης) , ούτε και την καταληπτική φαντασία (βέβαιη γνωσιακή εντύπωση) των στωικών. Οι γνωσιακές εντυπώσεις άλλοτε απεικονίζουν την πραγματικότητα και άλλοτε όχι. Δεν είναι όμως ανθρωπίνως δυνατόν να βεβαιωθούμε απόλυτα για την αληθινότητα ή το ψεύδος τους. Αυτό που γνωρίζουμε αφορά πάντοτε στα φαινόμενα και όχι στην όντως πραγματικότητα
Στα καθημερινά ζητήματα της πρακτικής ζωής το πιθανόν (η αξιοπιστία ή πιθανότητα αληθινότητας μιας εντύπωσης) δεν χρειάζεται να αξιολογείται με αυστηρά κριτήρια. Αληθινό είναι αυτό που φαίνεται να είναι αληθινό, ενώ σε σημαντικά θέματα ο έλεγχος του πιθανού θα πρέπει να γίνεται με αυστηρά κριτήρια. ( Σεξ. Εμπειρ., Προς μαθ., VII, 166-175).

Διακρίνει τέσσερα διαφορετικά επίπεδα του πιθανού - βαθμού αξιοπιστίας των εντυπώσεων:
α) Απίθανες Φαντασίες: Ολοφάνερα λαθεμένες - αβάσιμες εντυπώσεις.
β) Πιθανές Φαντασίες: (Εύλογες - αξιόπιστες) Φαινομενικά εύλογες εντυπώσεις που δεν αναιρούνται φανερά από άλλα αντιληπτικά δεδομένα. Φαινομενικά αυταπόδεικτες.
γ) Απερίσπαστες Φαντασίες: (Αμετάκλητες): Φαινομενικά εύλογες εντυπώσεις που επιβεβαιώνονται και από άλλα αντιληπτικά δεδομένα.
δ) Περιωδευμένες Φαντασίες: (Καθυποταγμένες - Επαληθευμένες): Απερίσπαστες εντυπώσεις που έχουν υποβληθεί σε εξεταστικές διαδικασίες και έχει δοκιμασθεί η εγκυρότητά τους σε διάφορες περιστάσεις. ( Σεξ. Εμπειρ., Προς μαθ., VII, 167-182).

Αινεσήδιμος

Αποδίδονται σε αυτόν τα δέκα επιχειρήματα "οι δέκα τρόποι" του σκεπτικισμού. "Συνοπτικά οι δέκα τρόποι είναι οι παρακάτω: (1) Τα αισθήματα και οι αντιλήψεις όλων των ζωντανών οργανισμών διαφέρουν μεταξύ τους. (2) Οι άνθρωποι έχουν φυσικές και νοητικές διαφορές που κάνουν τα πράγματα να τους φαίνονται διαφορετικά. (3) οι διαφορετικές αισθήσεις δίνουν διαφορετικές εντυπώσεις για τη φύση των πραγμάτων. (4) Τα αντιληπτικά μας δεδομένα εξαρτώνται από την φυσική και νοητική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε τη στιγμή της αντίληψης. (5) Τα πράγματα φαίνονται διαφορετικά σε διαφορετικές θέσεις και από διαφορετικές αποστάσεις. (6) Η αντίληψη δεν είναι ποτέ άμεση αλλά περνά πάντοτε μέσα από κάποιο ενδιάμεσο. Για παράδειγμα, βλέπουμε τα πράγματα μέσα από τον αέρα. (7) Τα πράγματα φαίνονται διαφορετικά ανάλογα με τις αλλαγές που συμβαίνουν στην ποσότητα, το χρώμα, την κίνηση και τη θερμοκρασία τους. (8) Ένα πράγμα μας δίνει διαφορετική εντύπωση όταν είναι γνωστό από ότι όταν είναι άγνωστο. (9) Όλες οι υποτιθέμενες λέξεις είναι δηλώσεις. (predication). Όλες οι δηλώσεις μας δίνουν μόνο τη σχέση των πραγμάτων με άλλα πράγματα ή με τον εαυτό μας. Ποτέ δεν μας λένε τι είναι το πράγμα καθ' εαυτό. (10) Οι απόψεις και οι συνήθειες των ανθρώπων είναι διαφορετικές σε διαφορετικές χώρες". Aenesidemus Internet Encyclopedia of Philosophy Ανάκτηση 20/02/03, από http://www.utm.edu/research/iep/a/aeneside.htm

Ξενιάδης της Κορίνθου.

O Ξενιάδης εκφράζει την άποψη ότι "Όλα είναι ψεύτικα, οποιαδήποτε εντύπωση ή γνώμη είναι ψευδής" (Sextus, Adv. Math. 7.53).
Όπως και άλλοι σκεπτικοί με μια τέτοια διατύπωση δεν αποσκοπεί στο γκρέμισμα οποιασδήποτε βεβαιότητας ώστε να μείνει ο άνθρωπος χωρίς οντολογικό έρεισμα. Πρόκειται περισσότερο για την καλλιέργεια της δυνατότητας για αμφισβήτηση και εμβάθυνση στη μυστηριακότητα του υπάρχοντος αλλά και για προτροπή διεύρυνσης της συνειδητότητας και γνωσιολογικής ταπείνωσης.


Σημειώσεις

Σημ. 1: Ηθικά Νικομάχεια 1, 3. Σε ελεύθερη απόδοση "Διότι είναι ιδιότητα του εκπαιδευμένου ανθρώπου να απαιτεί τόση ακρίβεια από κάθε αντικείμενο έρευνας όση μπορεί να επιτρέψει η φύση του, είναι πάλι εξίσου κουτό να αποδεχόμαστε να πιθανολογεί ένας μαθηματικός και να απαιτούμαι επιστημονικές αποδείξεις από ένα ρήτορα" Λάβαμε υπόψη μας και την αγγλική μετάφραση του W. D. Ross Aristotle: NICOMACHEAN ETHICS, 1, 3, "for it is the
mark of an educated man to look for precision in each class of
things just so far as the nature of the subject admits; is evidently equally foolish to accept probable reasoning from a mathematician and to demand from a rhetorician scientific proofs".

Βιβλιογραφία

Μικρός Απόπλους: http://www.mikrosapoplous.gr/texts1.htm
Αρχαία Ελληνικά Κείμενα σε ηλεκτρονική μορφή


A. A. Long. Hellenistic Philosophy. 1987. μτφρ. Η Ελληνιστική Φιλοσοφία. Μορφ. Ιδρ. Εθν. Τράπεζας.
Γιάννη Κορδάτου. (Α' εκδ 1946) Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας. Μπουκουμάνης. Ε' εκδ. 1972.
Κάδμου Γ. Στεφανόπουλου. 1978. Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι. Αθήνα.
Jean- Paul Dumont. 1963. Η Αρχαία Φιλοσοφία. Ζαχαρόπουλος.

---------

Ευάγγελου Παπανούτσου. Γνωσιολογία. Ίκαρος, Αθήνα. 1954

Η θεωρία της γνώσης στην εποχή της μετανεωτερικότητας. Εισαγωγή στην ταπείνωση των γνωσιολογικών προσεγγίσεων. Το διακριτικό πλαίσιο αναφοράς.



ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ- ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑ ΚΑΥΚΙΟΥ
http://psyche.gr/epist1.htm

Η αληθινότητα των θεωρητικών υποθέσεων.


"Το παράδοξο
είναι η πηγή του πάθους για τον διανοούμενο,
και ο διανοούμενος χωρίς το παράδοξο
είναι σαν ένας εραστής χωρίς αισθήματα,
μια ταλαίπωρη μετριότητα". Kierkegaard.

H Αλήθεια είναι το Είναι έτσι όπως είναι, αυτό καθ' εαυτό. Αληθινό είναι αυτό που όντως Είναι. Αυτό που όντως Είναι, δεν προσεγγίζεται απόλυτα από καμιά γνωσιολογική προσέγγιση. Είναι υπεράγνωστο. Υπερβαίνει το βεληνεκές των ανθρώπινων γνωστικών δυνατοτήτων."Τα όντα ως φαινόμενα φανερώνουν μόνο τον εαυτό τους, ενώ το Είναι μένει απέξω, λανθάνει, η αλήθεια του Είναι εκπίπτει. Δεν γνωρίζουμε το Είναι καθεαυτό, γνωρίζουμε μόνο τον τρόπο με τον οποίο είναι ό,τι είναι". (Χρήστος Γιανναράς (1988) α)
Δεν συλλαμβάνουμε νοητικά ή εμπειρικά το ίδιο το Είναι στην ολότητά του, ούτε μπορούμε να γνωρίσουμε κάποιο αντικείμενο ανεξάρτητα από την γνωρίζουσα συνειδητότητά μας, ζούμε απλά ένα είδος σχέσης με αυτό που φαίνεται, με τα φαινόμενα. Η γνώση είναι σχέση, δεσμός, επαφή με την αλήθεια και όχι κατοχή της Αλήθειας. "η ύπαρξή μου και η γνώση που κατορθώνω (ο τρόπος που υπάρχω και ο τρόπος που γνωρίζω) είναι γεγονότα συντελούμενων σχέσεων". (Χρήστος Γιανναράς (1988) β)
Ο άνθρωπος παραμένει πάντοτε εραστής της αλήθειας, φίλος της σοφίας, φιλόσοφος. Μπορεί να φλερτάρει την αλήθεια αλλά δεν μπορεί να την κάνει δική του.
Η αναγκαιότητα ισορροπίας και εναρμόνισης που διέπει τις σχέσεις των φυσικών πραγμάτων του υλικού κόσμου ενυπάρχει στον άνθρωπο ως έμφυτη δυνατότητα, συγκρότησης και συμφιλίωσης των ετερογενών στοιχείων. Οι ψυχικές λειτουργίες της αντίληψης και της σκέψης εντάσουν τις έννοιες και τις εμπειρίες σε έλλογες συγκροτημένες μορφές. Διαμορφώνονται έτσι ομοιογενή ερμηνευτικά φίλτρα και πλαίσια αναφοράς σύμφωνα με τα οποία κατανοείται και αξιολογείται η πραγματικότητα.
Η αντίληψη, ως προσωπική εμπειρία θέασης του κόσμου έχει μόνο αναλογική και όχι ουσιαστική σχέση με τα αντικείμενα. Οι πληροφορίες τις οποίες επεξεργάζεται ο εγκέφαλος δεν έχουν σχέση με τις ιδιότητες των αντικειμένων που λειτουργούν ως ερεθίσματα. Η αληθινή φύση του υλικού κόσμου είναι ξένη από την φαινομενική του εκδοχή. Τα χρώματα, οι ήχοι και οι μυρωδιές δεν είναι ιδιότητες των αντικειμένων αλλά νοητικά κατασκευάσματα. Μπορούμε να πούμε ότι οι αισθήσεις περισσότερο ερμηνεύουν παρά αντανακλούν τη φυσική πραγματικότητα. Με αυτή την έννοια οποιαδήποτε αίσθηση είναι κατά κάποιο τρόπο παρ-αίσθηση. Η αξία των εντυπώσεων δεν έγκειται τόσο στο ότι αναπαριστούν με ακρίβεια την πραγματικότητα όσο στο ότι μας βοηθούν να προσαρμοζόμαστε σε αυτήν. Οι αντιληπτικές εντυπώσεις είναι αξιόπιστες επειδή είναι λειτουργικές όχι επειδή είναι αληθινές.
Δεν μπορούμε να έχουμε ποτέ μια αντικειμενική εικόνα του κόσμου ανεξάρτητη από τους περιορισμούς και τις αλλοιώσεις των νοητικών και αντιληπτικών μας δυνατοτήτων. "Δεν υπάρχει μία και ορισμένη και οριστική όψη του κόσμου. Η όψη του κόσμου που έχουμε δεν είναι παρά το δημιούργημα, το "φιλοσόφημα", της κοινής και καθημερινής μας συνείδησης". (Χρήστος Μαλεβίτσης, 1985)

Τα αντιληπτικά, ερμηνευτικά εργαλεία παραμένουν συνήθως ασυνείδητα, αυτονόητα και αναμφισβήτητα. Ο κόσμος που βλέπουμε γύρω μας είναι η συνισταμένη των αντιληπτικών μας ιδιοτήτων και των ερμηνευτικών φίλτρων που μας κληροδοτεί το πολισμικό μας περιβάλλον. "Η εικόνα του κόσμου είναι προϊόν επικοινωνίας ... ένα κατασκεύασμα φτιαγμένο από κατασκευάσματα, μια ερμηνεία σχηματισμένη από ερμηνείες, αποτέλεσμα από αδιάκοπες επιλογές για το τι θα συμπεριληφθεί και τι όχι σε τούτες τις μεθερμηνείες, που προέρχονται και αυτές από προηγούμενες επιλογές". (Paul Watzlawick, 1981)
Η θέαση του κόσμου δεν είναι τόσο μια αντικειμενική αντανάκλαση της πραγματικότητας όσο μια ψυχολογική, φιλοσοφική ή και πνευματική ερμηνεία. Η επιστημονική υπόθεση της αντικειμενικής γνώσης παρ' ότι απολαμβάνει το προνόμιο της ευρείας αποδοχής από το σύγχρονο κόσμο δεν διαθέτει περισσότερη γνωσιολογική εγκυρότητα από τους αρχαίους μύθους. Η υπόθεση ότι η αντικειμενική διάσταση του κόσμου είναι η μόνη αληθινή πραγματικότητα δεν αποδεικνύεται με την επιστημονική μεθοδολογία. Η επιστημονική κοινότητα συνήθως δεν συνειδητοποιεί την σχετικότητα και την υποκειμενικότητα των γνωσιολογικών προϋποθέσεων που υποκρύπτουν οι επιστημονικές θεωρίες και μέθοδοι. Αυτή η μετα-φυσική αμέλεια οδηγεί συχνά σε λανθασμένα συμπεράσματα. "Τίποτα δεν είναι πιο υποκειμενικό από την αντικειμενικότητα που δεν μπορεί να δει την υποκειμενικότητά της". (Laing, R. D., 1982)

Οι επιστημονικές θεωρίες δεν προσεγγίζουν απροϋπόθετα και αντικειμενικά την πραγματικότητα αλλά, εξαρτώνται αναπόφευκτα από μετα-επιστημονικές, μετα-φυσικές, κοσμοθεωρητικές υποθέσεις. (Βλ. Popper, Feyerabend, Agassi, Kuhn) Αυτές οι λανθάνουσες μετα-επιστημονικές κοσμοθεωρητικές αρχές οδηγούν στη διαμόρφωση αποτελεσματικών μεθόδων. Τις περισσότερες φορές όμως οι επιστήμονες δεν λαμβάνουν αρκετά υπόψη τους τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις των επιστημονικών τους θεωριών και μεθόδων.
Ενώ η ίδια η δυνατότητα επιστημονικής προσέγγισης του κόσμου αναδύεται μέσα από το πρίσμα συγκεκριμένων μεταφυσικών αντιλήψεων. "Στη βάση και στο βάθος κάθε επιστημονικής έρευνας υπήρξε μια γενική θεώρηση των πραγμάτων που θα μπορούσε δίχως άλλο να χαρακτηρισθεί ως μεταφυσική". (Joseph Agassi)
Η επιστημονική γνώση δεν αποτελείται από ένα συγκροτημένο σύνολο αδιαμφισβήτητων, αντικειμενικά θεμελιωμένων βεβαιοτήτων. Είναι μια προοδευτική διαδικασία διαμόρφωσης και αναδιαμόρφωσης υποθέσεων οι οποίες επαληθεύονται ή διαψεύδονται από τα εμπειρικά δεδομένα.

Με την είσοδο στην τρίτη χιλιετία εγκαταλείπεται ως ουτοπική η φιλοδοξία της απόλυτης θεωρητικής γνώσης. Για πρώτη φορά μάλιστα αμφισβητούνται οι παραδοσιακά αυτονόητες αρχές και αξίες από το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού των δυτικών κοινωνιών. σημ 1 Είμαστε υποχρεωμένοι να συμβιβαστούμε με τη συνειδητή αποδοχή λειτουργικών, χρήσιμων, συμβατικών διατυπώσεων.
Ακόμη και τα θεωρητικά μοντέλα των θετικών επιστημών υποχρεώνουν τον ερευνητή να ταπεινωθεί γνωσιολογικά αναγνωρίζοντας ότι αυτό που γνωρίζει είναι καρπός μιας πράξης πίστης, εμπιστευτικής αποδοχής διαψεύσιμων, θεωρητικών υποθέσεων, αναπόσπαστα συνυφασμένων με την υποκειμενικότητα του. (Βλ. Heisenberg)
Η δογματική προσκόλληση στην έλλογη,γνωστική, ορθολογιστική, αντικειμενική προοπτική ισοδυναμεί με μια νέα μυθολογική κοσμοθεώρηση. "Συνεπώς η επιστήμη είναι πιο κοντά στο μύθο απ' ότι μια επιστημονική φιλοσοφία είναι έτοιμη να αποδεχτεί. Είναι μια από τις πολλές μορφές σκέψης που αναπτύχθηκαν από τον άνθρωπο κι όχι αναγκαστικά η καλύτερη. Είναι κραυγαλέα, θορυβώδης και αυθάδης και η υπεροχή της δεν είναι αυτονόητη παρά μόνο για όσους έχουν ήδη αποφασίσει υπέρ κάποιας ιδεολογίας ή την έχουν αποδεχτεί χωρίς να εξετάσουν τα προτερήματα και τα όριά της". (Paul Feyerabend, 1975)
Η μετανεωτερική επιστημολογία επιστρέφει στον αρχαίο Πρωταγόρα υιοθετώντας ως κριτήριο εγκυρότητας της αλήθειας την ανθρώπινη υποκειμενικότητα. "μέτρο πάντων χρημάτων άνθρωπος". Η αντίληψη για την αλήθεια και το ψέμμα είναι πιο κοντά στους σοφιστές και τους σκεπτικούς παρά στον Αριστοτέλη και τους Στωϊκούς. Η υποκειμενικότητα δεν θεωρείται πια πηγή ψεύδους.
Το να πρέπει να διαλέξει κανείς ανάμεσα σε δύο μόνο εναλλακτικές, θεωρητικές προτάσεις από τις οποίες η μία μόνο είναι αληθινή και η άλλη ψεύτικη είναι υπεραπλουστευτικός, ερμηνευτικός βιασμός της πραγματικότητας. Είναι δυνατόν να ισχύουν ταυτόχρονα διαφορετικές παράληλες, ερμηνευτικές, υποθετικές, θεωρητικές προτάσεις για την ερμηνεία ενός φαινομένου. Οι θεωρητικές αυτές προτάσεις μπορεί να είναι αντικειμενικές και να έχουν καθολική ισχύ ή υποκειμενικές και να ισχύουν μόνο γι' αυτόν που τις εκφράζει ή να είναι ταυτόχρονα και αντικειμενικές και υποκειμενικές.

Η φύση της πραγματικότητας δεν προσαρμόζεται στις ανθρώπινες γνωσιολογικές δυνατότητες. Η εξακρίβωση των κανόνων που διέπουν τα φαινόμενα δεν είναι πάντοτε εφικτή. Ο προσδιοριστικός εστιασμός περιορίζει την ευρύτητα του αντιληπτικού πεδίου. Η ερμηνεία μεταστοιχειώνει τη φύση της πραγματικότητας. Η μετάθεση των φαινομένων στη διάσταση της αντίληψης και η προβολή τους στο επίπεδο της λογικής φτωχαίνει το σύνθετο βάθος τους. Αμφισβητώντας τα όρια ασφαλείας της Αριστοτέλειας λογικής μπορούμε να υποθέσουμε ότι το Α δεν είναι πάντοτε Α. Το Β μπορεί να είναι ταυτόχρονα και Β και Α. Α + Β μπορεί άλλοτε να είναι ίσον με Α, άλλοτε με Β, άλλοτε με ΑΒ ή κάτι άλλο. Η θετικιστική, γνωσιολογική μεθοδολογία αποδεικνύεται ανεπαρκής για την βαθύτερη, ολοκληρωμένη διερεύνηση των σύνθετων φαινομένων.
Για να προσεγγίσουμε ένα πολυσύνθετο, πολύμορφο, πολυδιάστατο ερευνητικό αντικείμενο χρειάζεται να υιοθετήσουμε μια εξίσου διευρυμένη, πλουραλιστική οντολογία, επιστημολογία και μεθοδολογία.
"Το πρόβλημα είναι πως θ' ανοίξουμε την οπτική μας για ν' αγκαλιάσει ένα ευρύτερο μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας, πως θ΄ αναπτύξουμε και θ΄ απελευθερώσουμε τις μεθόδους μας για να εκτιμήσουν κατά το δυνατόν δίκαια τον πλούτο και το εύρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν αναπτύξουμε τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις".
(Rollo May. 1961)
Το ότι δεν μπορούμε να προσδώσουμε ποτέ απόλυτη ισχύ σε κανένα υποκειμενικό, αντικειμενικό ή οντολογικό κριτήριο δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε κάθε δυνατότητα διατύπωσης της αλήθειας. Μπορούμε να αποδεχθούμε συμβατικά ως αληθινό αυτό που σε ιστορικό, κοινωνικό, πολιτισμικό ή προσωπικό επίπεδο φαίνεται ως αληθινό. Ο προσανατολισμός της ζωής μας σύμφωνα με το φαινόμενο (με αυτό που φαίνεται αληθινό) είναι απαραίτητος όρος επιβίωσης και προόδου. Η σχετική, υποκειμενική αλήθεια (εσχατολογικά αβέβαιη) αν και δεν διαθέτει απόλυτη οντολογική εγκυρότητα είναι χρήσιμη και λειτουργική. Αν και δεν μπορώ με απόλυτη, γνωσιολογικά έγκυρη βεβαιότητα να υποστηρίξω ότι "το χ είναι ψ", μπορώ με υποκειμενική, βιωματική βεβαιότητα να υποστηρίξω ότι τι "το χ μου φαίνεται ότι είναι ψ" και η εντύπωσή μου αυτή μερικές φορές είναι τόσο έντονη ώστε να μπορώ να πώ ότι "για μένα το χ είναι ψ" ή και εν τέλει ότι "το χ είναι ψ". Μπορώ δηλαδή να εξακολουθώ να υποστηρίζω μια διατύπωση παρά το γεγονός ότι δεν είμαι απόλυτα βέβαιος για την ορθότητα αυτής της διατύπωσης. (Βλ. Καρνεάδη, www.psyche.gr/epist3.htm#Karneade)
Το γεγονός ότι δεν μπορούμε να φτάσουμε την απόλυτη αλήθεια ή την απόλυτη βεβαιότητα δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να αποδεχόμαστε αλήθειες οι οποίες υποστηρίζονται από την λογική, την εμπειρία ή τα αντικειμενικά δεδομένα. Σύμφωνα με την επιστημολογική τοποθέτηση του semantic contextualism η αλλαγή των κριτηρίων γνωσιολογικής εγκυρότητας έχει ως αποτέλεσμα μία άποψη να θεωρείται έγκυρη στα πλαίσια της καθημερινής ζωής και επικοινωνίας αλλά να θεωρείται λανθασμένη στα πλαίσια πιο αυστηρών κριτηρίων γνωσιολογικής εγκυρότητας. "και ο σκεπτικισμός και ο αντι-σκεπτικισμός θα μπορούσαν κατά κάποιο τρόπο να είναι αληθινοί. Σε ένα σκεπτικιστικό επικοινωνιακό πλαίσιο όπου τα κριτήρια είναι υψηλά, το σκεπτικιστικό συμπέρασμα ότι γνωρίζουμε πολύ λίγα θα είναι αληθινό. Αντίθετα, σε ένα μη-σκεπτικιστικό επικοινωνιακό πλαίσιο όπου τα κριτήρια θα είναι σχετικά χαμηλά, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πολλά από αυτά που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε, παρά το ότι αυτό ισχύει μόνο σε σχέση με αυτό το χαμηλό επιστημολογικό κριτήριο". (Duncan Pritchard)

Μια υπόθεση μπορεί να επαληθευθεί ή να διαψευσθεί μόνο σε σχέση με κάποιο συγκεκριμένο εννοιολογικό πλαίσιο αναφοράς. Δεν υπάρχει αλήθεια ανεξάρτητα από ένα συγκεκριμένο πλαίσιο θεωρητικών, μη αποδεδειγμένων υποθέσεων. Μπορούμε να διαμορφώσουμε πολλαπλά, θεωρητικά ερμηνευτικά σχήματα για να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε τα αντικειμενικά δεδομένα. Αν αλλάξει το δίκτυο των θεωρητικών - επιστημολογικών προϋποθέσεων τότε αλλάζει αναγκαστικά αυτό που θεωρούμε αληθινό ή ψεύτικο. (σημ.2) Η αλήθεια εξαρτάται πάντοτε από τις φιλοσοφικές της προϋποθέσεις. "Αυτό που μαθαίνουμε από την εμπειρία εξαρτάται από το είδος της φιλοσοφίας που φέρνουμε στην εμπειρία." C. Lewis (1947) Καμμιά επιστημονική θεωρία δεν μπορεί να διεκδικήσει απόλυτη εγκυρότητα. Οι θεωρίες συνοδεύονται πάντοτε από αβεβαιότητα. Ιδιαίτερα όταν προσεγγίζουν ερμηνευτικά, πολυσύνθετα φαινόμενα οφείλουν να επιτρέπουν ένα σημαντικό ποσοστό άγνοιας και αβεβαιότητας ώστε να μην παραθεωρούν άγνωστες ή ακατάληπτες διαστάσεις του αντικειμένου έρευνας.

Η γνώση δεν είναι συνώνυμη με την απόλυτη βεβαιότητα. Δεν αναιρεί την αμφιβολία, απλά διεισδύει με μεγαλύτερη ακρίβεια σε περισσότερες και βαθύτερες πτυχές των φαινομένων. Μια υπόθεση θεωρείται περισσότερο σωστή από μία άλλη στο βαθμό που υποστηρίζεται από περισσότερα εμπειρικά-πειραματικά δεδομένα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πιο "σωστή" θεωρία έχει απόλυτο κύρος ή ότι την εμπιστευόμαστε απόλυτα. Ούτε ότι η λιγότερο σωστή είναι απόλυτα λανθασμένη. Σε πρακτικό επίπεδο είμαστε συχνά υποχρεωμένοι να παίρνουμε αποφάσεις και να ενεργούμε με βάση αβέβαιες, αμφισβητούμενες ή ακόμη και αντιφατικές υποθέσεις. Όσο πιο διευρυμένη είναι η αντιληπτική μας συνειδητότητα και πιο σύνθετα είναι τα δεδομένα τα οποία επεξεργαζόμαστε τόσο δυσκολότερο είναι να καταλήξουμε σε βέβαια γνωστικά συμπεράσματα. (το μόνο που γνωρίζω είναι ότι τίποτε δεν γνωρίζω) Οι βεβαιότητές μας θα συνοδεύονται πάντοτε από κάποιο βαθμό άγνοιας και αμφιβολίας. Το μέτρο της γνώσης αυξάνεται παράλληλα με το μέτρο της αγνωσίας. Η γνώση και η αγνωσία είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. (Βλ. Σκεπτικούς, www.psyche.gr/epist3)

Κοσμοθεωρητικές Προσεγγίσεις

Δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να βεβαιωθώ ότι
αυτό που πιστεύω είναι όντως αληθινό.
Καμιά ερευνητική μεθοδολογία δεν μπορεί να προσδώσει
απόλυτο κύρος στις πεποιθήσεις μου.

Με τον όρο κοσμοθεωρία εννοούμε την ευρύτερη αντιληπτική προοπτική, το νοητικό, βιωματικό, πολιτισμικό και πνευματικό φίλτρο, μέσα από το οποίο κατανοούμε, ερμηνεύουμε και νοηματοδοτούμε τον εαυτό μας, τους άλλους και το σύμπαν.
Η κοσμοθεωρία προτείνει ερμηνείες σχετικά με την προέλευση και τη φύση του υλικού κόμου, του ανθρώπου και των ηθικών κριτηρίων και τοποθετείται απέναντι στα ζητήματα της ύπαρξης ή όχι έσχατου νοήματος και μετά θάνατον ζωής.
Η κοσμοθεωρία αντέχει στη δοκιμασία του χρόνου στο βαθμό που:
α. Χαρακτηρίζεται από συγκρότηση, συνέπεια, εσωτερική συνοχή, ακρίβεια, σαφήνεια, πιστότητα σε σχέση με τα δεδομένα που υποπίπτουν στην αντίληψή μας.
β. Δεν αντιφάσκει με υψηλού βαθμού εμπειρικές ή επιστημονικές βεβαιότητες οι οποίες θεμελιώνονται σε πολύ πιθανά στοιχεία της πραγματικότητας.

Δεν συνειδητοποιούμε τις κοσμοθεωρητικές μας προϋποθέσεις όπως δεν βλέπουμε τα μάτια μας όταν κοιτάζουμε γύρω μας. Οι κοσμοθεωρητικές προοπτικές διανοίγουν αντιληπτικές και νοηματικές δυνατότητες προσεγγίζοντας, αποσπασματικά και με αμφισβητούμενο τρόπο, αυτό που φαίνεται αληθινό και όχι αυτό που είναι όντως αληθινό.
O άνθρωπος ανακαλύπτει τον εαυτό του, συνειδητοποιεί την ιδιαιτερότητά του ως πρόσωπο μέσα σε ένα συγκεκριμένο γεω-πολιτισμικό περιβάλλον. Παλαιότερα οι νοηματικές συντεταγμένες οι οποίες μόρφωναν την προσωπικότητα και την κοσμοθεωρία του ήταν κυρίως μυθολογικές. Οι προσωπικές του ενδογενείς, γνωσιο-συναισθηματικές δυνατότητες έβρισκαν νόημα και προσανατολισμό μέσα στα πλαίσια των ιδιαίτερων μυθολογικών, κοινωνικο-πολιτιστικών συντεταγμένων της κοινωνίας στην οποία ανήκε.
Στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές, καταναλωτικές, δυτικές κοινωνίες οι παραδοσιακές, γεωγραφικά οριοθετημένες, κοσμοθεωρητικές προτάσεις ζωής έχασαν την δύναμή και τη λειτουργικότητά τους.
Ο άνθρωπος της πληροφορικής και της παγκοσμιοποίησης χωρίς να συνδέεται με ζωηφόρα νήματα παραδοσιακού πολιτισμού, βομβαρδίζεται από μια πληθώρα ετερογενών και αντιφατικών μηνυμάτων. Καλείται να διαμορφώσει μια κοσμοθεωρητική προοπτική όχι πια μονοσήμαντη και απλουστευτική αλλά σύνθετη και πλουραλιστική η οποία συμπεριλαμβάνει συγκροτημένες και ευσταθείς ερμηνευτικές εκδοχές για όλα τα ετερογενή στοιχεία που υποπίπτουν στην αντίληψή του. Η αρμονική σύνθεση αντιθετικών απόψεων, θεωριών και εμπειριών καθίσταται αναπόφευκτη αναγκαιότητα.
Ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται να διαμορφώσει μια προσωπική κοσμοθεωρητική προσέγγιση που συνθέτει την πολυεπίπεδη ετερότητα σε αλληλοεξαρτόμενες, αισθητικές, ενοιολογικές, υπαρξιακές και πνευματικές αντιληπτικές, δομές οι οποίες αλληλεπιδρώντας μεταλλάσονται και εξελίσσονται επιδιώκοντας όλο και υψηλότερα επίπεδα ευστάθειας και δια-γνωστικής πληρότητας.
Η γνώση που προκύπτει από αυτή την πολυεπίπεδη προσέγγιση της πραγματικότητας δεν είναι η απλή, συγκεκριμένη, ξεκάθαρη, βέβαιη, λογική γνώση του απλού ανθρώπου ή της κλασσικής επιστήμης αλλά η πολυδιάστατη, πλουραλιστική, αμφισβητήσιμη γνώση η οποία συγκροτεί αρμονικές συνθέσεις αλληλοεξαρτώμενων και αδιαχώριστων, ετερογενών δεδομένων. Μια γνώση που δεν διεκδικεί τη στωική αλλά τη σκεπτική εγκυρότητα. (Βλ. Αινεδήσιμο, www.psyche.gr/epist3#Ainesid), Feyerabend Paul.)
Ανεξάρτητα από τη λογική συγκρότηση ή τη μεταφυσική ευστάθεια μιας κοσμοθεωρητικής αντίληψης και ανεξάρτητα από το βαθμό αφοσίωσης, λατρείας, πίστης ή δέους που μας συνδέουν μαζί της δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ απόλυτη γνωσιολογική εγγύηση ότι μια κοσμοθεωρητική στάση είναι πιο κοντά στην αλήθεια από μια άλλη. Μπορούμε να πιστεύουμε με απόλυτο τρόπο αυτό που πιστεύουμε αλλά δεν υπάρχει κανένα απόλυτο αντικειμενικό ή υπερ-υποκειμενικό κριτήριο που να μπορεί να εγγυηθεί την αληθινότητα αυτού που πιστεύουμε. Η σχετικότητα είναι ανυπέρβλητο όριο των ανθρώπινων γνωσιολογικών δυνατοτήτων.

Η επιστημονική γνώση

Ο επιστήμονας δεν συμμετέχει υπαρξιακά στη διαδικασία της γνώσης. Δεν αποζητά μέσα από την έρευνα να αναμορφώσει την εσωτερικότητα του. Η γνώση δεν είναι εμπειρία ζωτικής σημασίας για την προσωπική του ζωή. Θέλει να περιγράψει, να ερμηνεύσει λογικά και να ανακαλύψει τους κανόνες που διέπουν τα φαινόμενα. " Σκοπός της επιστήμης είναι η περιγραφή και η ερμηνεία των φαινομένων. Η ερμηνεία προϋποθέτει τον καθορισμό του είδους και του βαθμού της αλληλεξαρτήσεως που υπάρχει μεταξύ των διαφόρων παραγόντων του φαινομένου και αποβλέπει στην πρόβλεψη και στον σκόπιμο έλεγχο των φαινομένων. ... Η επιστημονική έρευνα δηλαδή ενδιαφέρεται τόσο για την περιγραφή των εμπειρικών δεδομένων, για τα δεδομένα αυτά καθ' εαυτά, όσο και για την γενίκευση, την αναγωγή σε όσο το δυνατό ανώτερα επίπεδα γενικότητας". Ιωάννου Ν. Παρασκευόπουλου (1980)
Η επιστημονική μέθοδος είναι η διαδικασία εξακρίβωσης της εγκυρότητας μιας θεωρητικής πρότασης. Χαρακτηρίζεται από τον έλεγχο των ερευνητικών υποθέσεων μέσα από τα εμπειρικά δεδομένα για να δοκιμαστεί η πιστότητά τους. Η επιστημονική θεωρία δοκιμάζεται στην πράξη για να επαληθευτεί ή να διαψευσθεί.
Η επιστήμη από τη φύση της δεν διεκδικεί την απόλυτη αλήθεια. Δεν είναι αυτός ο στόχος της. Οι επιστήμονες διαμορφώνουν θεωρίες οι οποίες θεμελιώνονται σε εμπειρικά δεδομένα και μας βοηθούν να κατανοήσουμε τους κανόνες που διέπουν την λειτουργία των φαινομένων.

Οι επιστήμονες ακολουθούν συνήθως τα παρακάτω βήματα:
- Παρατήρηση: Συλλογή στοιχείων και επεξεργασία πληροφοριών.
- Υπόθεση: Διαμόρφωση μιας προσωρινής, ερμηνευτικής προσέγγισης η οποία κατά κάποιο τρόπο προσπαθεί να προβλέψει την απάντηση στο πρόβλημα. ( Κάτω από κάποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις είναι πιθανόν συμβούν κάποια συγκεκριμένα φαινόμενα).
- Εξέταση: Εμπεριστατωμένες παρατηρήσεις ή πειραματικές διαδικασίες με στόχο την επιβεβαίωση ή την απόρριψη της υπόθεσης.
(Στην ψυχοθεραπεία σημ.3 η αληθινότητα των υποθέσεων, εκτός από τα πειράματα εξακριβώνεται με ερωτηματολόγια, ψυχοδιαγνωστικά τεστ, στατιστικές συσχετίσεις και την εμπειρία που προκύπτει μέσα από τις θεραπευτικές σχέσεις).
- Συμπέρασμα: Ανάλυση των αποτελεσμάτων της εξεταστικής διαδικασίας, επεξηγηματικά σχόλια. Σκιαγράφηση της δυνατότητας μελλοντικών ερευνών για την περαιτέρω ενίσχυση, επιβεβαίωση ή διεύρυνση του πεδίου ισχύς των ερευνητικών αποτελεσμάτων.

Οι σύγχρονες επιστήμες και ιδιαίτερα οι ανθρωπιστικές χρειάζονται επιστημολογικά μοντέλα που παρέχουν τη δυνατότητα διαμόρφωσης θεωριών οι οποίες:
- Διασαφηνίζουν τις φιλοσοφικές, πολιτιστικές, κοινωνικές και ιστορικές τους προϋποθέσεις.
- Θεμελιώνονται σε εμπειρικά δεδομένα χωρίς να δεσμεύονται από τα αυστηρά θετικιστικά κριτήρια εγκυρότητας.
- Δεν υποστηρίζονται φανατικά ώστε να αναθεωρούνται και να αναμορφώνονται συνεχώς μέσα από την άντληση νέων δεδομένων.
-Ανταποκρίνονται στη φύση του ερευνητικού αντικειμένου χωρίς να απλουστεύουν τις πολύπλευρες δια-στάσεις των εμπλεκόμενων φαινομένων. σημ. 4
- Αναφέρονται ξεκάθαρα στις δυνατότητες διαφορετικής αντίληψης, κατανόησης και ερμηνείας των φαινομένων.
- Διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε να επιδέχονται αμφισβήτηση. (Βλ. Popper)
- Αποδέχονται με σεβασμό την αυτόνομη αξία και σημασία των φιλοσοφικών, αισθητικών και θρησκευτικών δεδομένων χωρίς να προσπαθούν να ανάγουν την σύνθετη ιδιοτυπία τους στο οριζόντιο επίπεδο της επιστημονικής ερμηνευτικής.

Τα όρια εγκυρότητας της επιστήμης

"Και η επιστήμη φωτίζει
αλλά τους διαδρόμους ενός λαβυρίνθου,
όχι τους συμπαγείς τοίχους της".
Μαλεβίτσης Χρήστος

Ένας από τους μεγάλους επιστημολόγους του 20ου αιώνα ο Karl Popper συνέβαλλε ουσιαστικά στην αλλαγή του τρόπου με τον οποίο η σύγρονη επιστημονική κοινότητα αντιλαμβάνετε την εγκυρότητα της επιστημονικής γνώσης. Σύμφωνα με τον Popper μια άποψη δεν μπορεί ποτέ να επιβεβαιωθεί με απόλυτη βεβαιότητα διότι όσο και αν υποστηρίζεται από τα ερευνητικά δεδομένα μπορεί να παραμένει εσφαλμένη. Υπάρχουν πάντα κάποια περιθώρια λάθους. Κάποια δεδομένα που θα προκύψουν στο μέλλον μέσα από την παρατήρηση ή το πείραμα μπορεί να την διαψεύσουν. Σύμφωνα με τον Popper οι θεωρίες δεν μπορούν ποτέ να ξεπεράσουν το επίπεδο της εικασίας και της πίστης. Μια θεωρία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί επιστημονική επειδή επιβεβαιώνεται από τα εμπειρικά δεδομένα της έρευνας αλλά επειδή ο τρόπος με τον οποίο είναι διατυπωμένη επιτρέπει τη δυνατότητα της διάψευσής της μέσα από εμπειρική έρευνα. "Μια θεωρία που δεν μπορεί να αφισβητηθεί από οποιοδήποτε δυνατό τέχνασμα ή γεγονός είναι μη επιστημονική. Το αναμφισβήτητο δεν είναι αρετή μιας θεωρίας (όπως συχνά νομίζουν οι άνθρωποι) αλλά ελλάτωμα". (Karl Popper, 1992) Επιστημονικά έγκυρη είναι η διαψεύσιμη θεωρία η οποία δεν έχει ακόμη διαψευσθεί από τα αντικειμενικά δεδομένα και αντέχει στις δοκιμασίες διάψευσης ή επαλήθευσής της.

Η θεωρία της σχετικότητας του Einstein ή η θεωρία της εξέλιξης των ειδών του Darwin θεωρούνται από την επιστημονική κοινότητα έγκυρες στο βαθμό που μας βοηθούν περισσότερο άπο άλλες θεωρίες στην κατανόηση και την πρόβλεψη της λειτουργίας των φαινομένων. "Για να γίνει αποδεκτή ως επιστημονικό μοντέλο (paradigm) μια θεωρία θα πρέπει να φαίνεται καλύτερη από αυτές που την ανταγωνίζονται, αλλά δεν θα πρέπει, και στην πραγματικότητα ποτέ δεν το κάνει , να εξηγεί όλα τα γεγονότα με τα οποία έρχεται σε αντιπαράθεση". (Thomas S. Kuhn, 1962) Αν οι έρευνες προσκομίσουν στοιχεία που ανατρέπουν τις θεωρίες, τότε αυτές καταρρίπτονται ή αναθεωρούνται. Δεν υπάρχει κανένας επιστημονικός λόγος για να μείνει ο ερευνητής προσκολλημένος σε μια θεωρία εφόσον αυτή αναιρείται από τα δεδομένα της παρατήρησης και των πειραμάτων.

Οι επιστήμονες ερευνούν φαινόμενα, έννοιες και σχέσεις που μπορούν να μελετηθούν εμπειρικά - πειραματικά και αφήνουν στη δικαιοδοσία της φιλοσοφίας και της θρησκείας ερωτήματα που αφορούν στην πραγματικότητα αυτή καθ' εαυτή, στην ουσία και στη φύση των πραγμάτων, στο γιατί γίνεται αυτό που γίνεται και στο τι είναι αυτό που μπορεί να γνωρισθεί και να εκφραστεί και τι παραμένει άγνωστο και άρρητο.

Ο ερευνητής επιστήμονας εξετάζει τις δυνατότητες αναίρεσής των θεωρητικών μοντέλων που επικρατούν στην επιστημονική κοινότητα. Δεν έχει κανένα προσωπικό λόγο να πιστεύει στις θεωρίες και τις υποθέσεις. Όταν προσκολλάται και εμμένει στις θεωρητικές του τοποθετήσεις ενώ αυτές διαψεύδονται από τα γεγονότα προδίδει την ερευνητική, επιστημονική δεοντολογία. Μεταφέρεται από το επίπεδο της επιστήμης στη σφαίρα της ιδεολογίας. Οι θεωρητικές του τοποθετήσεις μετατρέπονται σε ιδεολογικές βεβαιότητες. Και συμβαίνει συχνά οι επιστήμονες να ιδεολογικοποιούν τις θεωρίες τους, να δεσμεύονται από αυτές και να τις υπερασπίζονται φανατικά.

Η ερευνητική μεθοδολογία

Υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα πραγματικότητας όπως για παράδειγμα το φυσικό, το βιολογικό, το ψυχολογικό, το κοινωνικό και το πνευματικό. Το ένα δεν μπορεί να εξαντληθεί ερμηνευτικά μέσα από τις κατηγορίες του άλλου. Η κατανόηση των βιοχημικών λειτουργιών του εγκεφάλου δεν εξαντλεί το νόημα της εμπειρίας που αντιστοιχεί σε αυτές τις βιοχημικές λειτουργίες.
Μιά μέθοδος μπορεί να είναι λειτουργική στο επίπεδο του μετρήσιμου, αντικειμενικού κόσμου, αλλά ακατάλληλη στο επίπεδο του υποκειμενικού κόσμου της εμπειρίας και του νοήματος.

Η επιστημονική μέθοδος εξαρτάται:
- Από το αντικείμενο που θέλουμε να ερευνήσουμε.
- Από τις κοσμοθεωρητικές, θεωρητικές, πνευματικές και ψυχολογικές προϋποθέσεις του ερευνητή.

Είναι αδύνατον να περιορισθούμε αποδίδοντας εγκυρότητα σε μια μόνο γνωστική μεθοδολογία και θεωρία της γνώσης. ( Όπως άλλωστε δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ως αληθινή μια μόνο οντολογική διάσταση της πραγματικότητας).
Με διαφορετικό τρόπο μπορώ να διερευνήσουμε για παράδειγμα:
- Τις βιολογικές λειτουργίες του σώματος.
- Τη σχέση ανάμεσα στις ψυχικές συγκινήσεις και τη βιο-φυσιολογία του σώματος.
- Τον τρόπο επέμβασης της πρόνοιας του Θεού στην καθημερινή ζωή των πιστών.

[...]

Κάποιες αρχές και μέθοδοι που ισχύουν στη φυσική πραγματικότητα που αντιλαμβανόμαστε γύρω μας, μπορεί να μην ισχύουν σε υπο-ατομικό ή μακρο-κοσμικό ή ψυχολογικό ή πνευματικό επίπεδο.
Τα γνωσιολογικά-επιστημολογικά κριτήρια που απαιτούνται για την πιστοποίηση της έγκυρης γνώσης αλλάζουν ανάλογα με το αντικείμενο της έρευνας. Άλλοτε χρησιμοποιούμε υψηλής ακρίβειας και άλλοτε χαμηλής ακρίβειας γνωσιολογικά-επιστημολογικά κριτήρια.
Δεν είναι όλα τα επίπεδα της πραγματικότητας απτά και μετρήσιμα. Σε πολλούς τομείς της έρευνας δεν μπορούμε να αποδεχθούμε μια μόνο ερμηνευτική προσέγγιση. Πολλαπλές ερμηνευτικές προσεγγίσεις μπορούν να ευσταθούν παράλληλα χωρίς κάποια απ' αυτές να διεκδικεί την απόλυτη αλήθεια. Σε μερικές περιπτώσεις μπορούμε να σχηματίσουμε μια περισσότερο ρεαλιστική εκόνα της πραγματικότητας και να καταλήξουμε σε συμπεράσματα ενός υψηλού επιπέδου βεβαιότητας, ενώ σε άλλες περιπτώσεις το ίδιο το αντικείμενο έρευνας (π.χ. κβαντική φυσική, ψυχοθεραπεία) μας εξαναγκάζει σε μια υποθετική- κονστρουκτιβιστική ερμηνευτική, θεωρητική προσέγγιση. (Βλ. Καρνεάδη, www.psyche.gr/epist3.htm#Karneade)

Η γνωσιολογική εγκυρότητα στην ψυχοθεραπευτική έρευνα

Η ψυχοθεραπευτική έρευνα δεν είναι δυνατόν να υποταχθεί στις μεθόδους των θετικών επιστημών. Αυτό δεν σημαίνει ότι η γνώση που προσκομίζει είναι εκ προοιμίου ελατωματικά ασαφής αλλά ότι η ιδιαίτερη φύση του αντικειμένου της έρευνας είναι από τη φύση του απροσδιόριστο και ασταθές. Μιά ξεκάθαρη, συγκεκριμένη απάντηση μπορεί να είναι παραπλανητική, εφόσον (και στο βαθμό που) βιάζει το ανεξάντλητο βάθος του ερωτήματος. "Πρέπει να ξεπεράσουμε την ψυδαίσθησή μας ότι τα πράγματα πρέπει να είναι συγκεκριμένα για να είναι αληθινά, και ότι μόνο αυτό που είναι ποσοτικά μετρήσιμο είναι αληθινό, αν θέλουμε να κάνουμε κάποια πρόοδο στην κατανόηση του ανθρώπου και των προβλημάτων του". (Rollo May, 1967)

Η αποδοχή της αβεβαιότητας συχνά επιβάλλεται από την αστάθμητη πολυπλοκότητα κάποιων φαινομένων. Η κβαντική φυσική επανεισάγει τον σκεπτικισμό. Η αρχή της απροσδιοριστίας του Heisenberg υποστηρίζει ότι η αβεβαιότητα ως προς τον προσδιορισμό των κβαντικών φαινομένων δεν οφείλεται σε σφάλματα των μετρήσεων, αλλά στις κυματικές ιδιότητες των στοιχειωδών σωματιδίων. Για τον παρατηρητή λοιπόν καταργείται η δυνατότητα ακριβούς προσδιορισμού της θέσης και της ταχύτητας ενός υποατομικού σωματιδίου. Ο προσδιορισμός της αιτιότητας και της αντικειμενικότητας αμφισβητείται χάριν της απροσδιοριστίας και της αλληλεξάρτησης παρατηρητή και φαινομένου. Αυτό που γνωρίζουμε δεν είναι η αντικειμενική πραγματικότητα αυτή καθεαυτή αλλά η πραγματικότητα έτσι όπως αυτή προσδιορίζεται από τις διαγνωστικές μεθόδους που κάθε φορά εφαρμόζουμε. "περιγράφουν τη φύση όπως αυτή φανερώνεται στη μέθοδο των ερωτήσεών μας". (Heisenberg, 1928)

Το ίδιο ισχύει και για την εσωτερική ζωή του ανθρώπου. Για να κατανοήσουμε την ψυχολογική και την πνευματική ζωή του ανθρώπου οφείλουμε να διευρύνουμε τους ορίζοντες της μεθοδολογίας μας αλλά και να υιοθετήσουμε ελαστικότερα κριτήρια αξιολόγησης της εγκυρότητας των θεωρητικών μας διατυπώσεων. H ορθή κατανόηση της εσωτερικής, ψυχικής πραγματικότητας αλλοιώνεται από υποσυνείδητες, συγκινησιακές εντάσεις. Στο επίπεδο των πεποιθήσεων, των κρίσεων, των κινήτρων ή των συναισθημάτων οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι η ακρίβεια και η αξιοπιστία των αντιλήψεων είναι περισσότερο μειωμένη."Δεν πιστεύω ούτε στιγμή πως έχω απόλυτο δίκιο. Κανένας δεν έχει απόλυτο δίκιο όταν πρόκειται για ψυχολογικά πράγματα. Δεν πρέπει να ξεχνάτε πως στην ψυχολογία το μέσο, με το οποίο παρατηρεί κανείς και κρίνει την ψυχή είναι η ίδια η ψυχή. …Υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη ψυχολογίας. Ένα ολοκληρωτικό χάος κυριαρχεί στην ψυχολογία. Συνεπώς μην παίρνετε και πολύ στα σοβαρά τις ψυχολογικές θεωρίες. Η ψυχολογία δεν είναι θρησκευτική πίστη, δεν είναι παρά μια άποψη… Ο κόσμος είναι τεράστιος και δεν υπάρχει μόνο μια θεωρία που να εξηγεί τα πάντα."
(C. G. Jung, 1935)
Είναι αναγκαία και αναπόφευκτη η υιοθέτηση μιας πλουραλιστικής επιστημολογίας η οποία θα επιτρέπει την επιλογή της κατάλληλης δια-γνωστικής, μεθοδολογικής, στρατηγικής για κάθε αντικείμενο της έρευνας. Μια διεύρυνση της γνωσιολογικής προοπτικής ώστε οι αρχές, οι προϋποθέσεις και οι μεθοδολογίες να εξαρτώνται από μια ποικιλία υποκειμενικών και αντικειμενικών παραγόντων και η οποία θα επικυρώνεται από την λειτουργικότητα και την ευρυστική της δεινότητα. Μόνο έτσι μπορούμε να αποφύγουμε τις παρενέργειες των διάφορων μορφών περιορισμού της γνώσης. "Ο ψυχολόγος δεν μπορεί να προσεγγίσει γνωστικά την προσωπικότητα με ένα τρόπο ολοκληρωμένο, πράγματι κάθε θεωρία μας επιτρέπει να εστιάσουμε μόνο κάποια πτυχή της. Η ερμηνευτική γονιμότητα, η εσωτερική συνάφεια, η δυνατότητα επαλήθευσης και κλινικο-διαγνωστικής λειτουργικότητας, συνιστούν τα κριτήρια που προσδιορίζουν την επιλογή ενός δεδομένου θεωρητικού μοντέλου από ένα άλλο". (Alessandro Salvini - Marco Guicciardi, 1983)

Σημειώσεις

Σημ. 1: Γεγονός που είχε προβλέψει ο Nietzsche στο τέλος του 19ου αιώνα.

Σημ. 2: Βλ. σχετικά το ενδιαφέρον και εύληπτο κείμενο του Piero Scaruffi. Thinking About Thought Ανάκτηση 30/0103, από http://www.thymos.com/tat/meaning.html.

Σημ. 3: "Στις πειραματικές έρευνες γίνεται σκόπιμη επανάληψη ενός φαινομένου, συνήθως στο πειραματικό εργαστήριο, και προραμματισμένος έλεγχος των παραγόντων του φαινομένου". Ιωάννου Παρακευόπουλου. 1980. Μεθοδολογία Επιστημονικής Έρευνας. (Πανεπιστημιακές Παραδόσεις). Αθήνα. σελ. 42.
" Πείραμα είναι η αναπαραγωγή μιας συμπεριφοράς κάτω από τεχνητούς όρους με στόχο τη μελέτη, την ανάλυση και τη σύλληψη των παραγόντων που καθορίζουν την εμφάνισή τους."Θρασύβουλου Μπέλλα. 1977. Η Έρευνα στις επιστήμες της συμπεριφοράς. Μεθοδολογία και όργανα. Α' τόμος. Αθήνα. σελ. 57.

Σημ. 4: ¨μια πολυεπίπεδη άντίληψη της πραγματικότητας όπου διαφορετικά (επιστημολογικά) επίπεδα ανάλυσης αναφέρονται σε διαφορετικά (οντολογικά) επίπεδα γεγονότων και διαδικασιών του κόσμου" Ian G. Barbour. 2000. When Science Meets Religion: Enemies Strangers or Partners. HarperCollins, New York. σελ. 109.
- Ανάλογες τοποθετήσεις διαπιστώνουμε στο έργο του Karl Jaspers. 1919. Psychologie der Weltanschauungen. Springer, Berlin. και του Χρήστου Μαλεβίτση. 1975. Εσωτερική Διάσταση. Εκδ. Δωδώνη, Αθήνα.

Βιβλιογραφία

Joseph Agassi
- Le radici metafisiche delle teorie scientifiche; Italian translation of "The Nature of Scientific Problems and Their Roots in Metaphysics", "What is a Natural Law?", "Unity and Diversity in Science", and "The Logic of Science and Metaphysics", Borla, Roma, 1983. σελ. 30
Βλ. επίσης: - On Line Papers (http://www.tau.ac.il/~agass/onlinep.html) ,από την ιστοσελίδα του Joseph Agassi και της συζύγου του Judy Buber Agassi.

Ζαν Βαλ. Εισαγωγή στις φιλοφοφίες του Υπαρξισμού. μφρ, εισαγ., σχόλια. Χρήστου Μαλεβίτση. σελ. 5

Χρήστου Γιανναρά (α). Χάϊντεγγερ και Αρεοπαγίτης. 1988. Β΄αναθεωρημένη έκδοση, Δόμος, Αθήνα. σελ. 61. Βλ. το βιβλίο του Heidegger: "What Is Metaphysics?" on line στην ηλεκτρον. διευθ. http://www.msu.org/e&r/content_e&r/texts/index.htm ως διδακτική ύλη του EXISTENCE AND REALITY COURSE HOME PAGE: Virtual Office Tom Bridges, Philosophy and Religion Departement.

Χρήστου Γιανναρά (β). οπ. αν. σελ. 31.

Paul Feyerabend: Για τον Feyerabend το να θεωρήσουμε την επιστήμη ως ανώτερη μορφή γνώσης από άλλες γνωσιολογικές προσεγγίσεις όπως η θρησκεία, η φιλοσοφία ή η μυθολογία είναι καθαρά θέμα προσωπικής-υποκειμενικής εκτίμησης και επιλογής. Η επιστήμη είναι απλά μια σύγχρονη μυθολογική προσέγγιση της αντικειμενικής πραγματικότητας.

Feyerabend Paul.1975. Against Method: Outline of an Anarchistic Theory of Knowledge, London: New Left Books. μτφρ. Ενάντια στη Μέθοδο. 1983. Για μια αναρχική θεωρία της γνώσης. Εκδ. Σύγχρονα θέματα, Θεσσαλονίκη. σελ. 353.

Heisenberg 1928. Physics and Philosophy: The Revolution in Modern Science (Ελλην. μετ. Κ. Κωνσταντινίδου) Φυσική και φιλοσοφία Αθήνα 1971. σελ. 105.
Στα αγγλικά Βλ. επίσης α) http://www.synaptic.bc.ca/ejournal/uncertin.htm , β) http://www.pbs.org/wgbh/aso/databank/entries/dp27un.html

C. G. Jung. 1935. «Uber Grundlangen der analytischen Psychologie». Die Tavistock Lectures 1935. μτφρ. Οι βάσεις της αναλυτικής ψυχολογίας. Εκδ. Αναγνωστίδη, Αθήνα. σελ. 163-164

Kierkegaard Soren, Howard V. Hong (Edited by): 1967 Philosophical Fragments, or a Fragment of Philosophy, (http://www.amazon.com/exec/obidos/tg/detail/-/0691020361/t/103-2818894-3941469), - Johannes Climacus, or De Omnibus Dubitandum Est. Princeton University Press. (http://www.amazon.com/exec/obidos/tg/detail/-/0691020361/t/103-2818894-3941469). Βλ. επίσης κείμενο για τον Kierkegaard - Willed Faith and Belief an essay on Kierkegaard ,(http://www.lib.uwaterloo.ca/~cjewell/paper.html#6)

Michael Krausz: 2000. Limits of Rightness. Rowman & Littlefield (http://www.uwo.ca/modlang/ailc/old35/ReviewsDeciu.htm)
Βλ. κριτική του βιβλίου από τον Andrea Deciu , (http://www.uwo.ca/modlang/ailc/old35/ReviewsDeciu.htm)

Thomas Kuhn: Οι ισχύουσες στον επιστημονικό χώρο θεωρητικές αρχές και υποθέσεις καθώς και η ερευνητική μεθοδολογία συνιστούν το παράδειγμα-μοντέλο (paradigm). Όταν προκύψουν νέα, σημαντικά ερευνητικά δεδομένα που αμφισβητούν την αξιοπιστία και την εγκυρότητα ενός παραδείγματος-μοντέλου τότε αυτό καταρίπτεται και δίνει τη θέση του σε ενα νέο μοντέλο. Για παράδειγμα το επιστημονικό παράδειγμα-μοντέλο των επιστημονικών υποθέσεων του Νεύτωνα αναιρέθηκε με την εμφάνιση του παραδείγματος-μοντέλου του Einstein. Οι επιστημονικές θεωρίες δεν είναι λοιπόν τίποτε άλλο παρά εύλογες εικασίες που γίνονται αποδεκτές ως αληθινές για πρακτικούς λόγους για κάποια χρονική περίοδο.
"Οι επιστημονικές θεωρήσεις εξαρτώνται από ενοιολογικές, μεθοδολογικές και μεταφυσικές προϋποθέσεις οι οποίες δεν διαθέτουν επιστημονική αξιοπιστία, επικρατούν για κάποιο χρονικό διάστημα στην επιστημονική κοινότητα αλλά μπορούν να ανατραπούν από τα ίδια τα ερευνητικά δεδομένα". Thomas Kuhn. 1970. The structure of scientific Revolutions. Chicago U.P.

Thomas S. Kuhn. (1962). The Structure of Scientific Revolutions. University of Chicago Press, 1962. p. 17-18. One chapter plus one postscript reproduced here , (http://www.marxists.org/reference/subject/philosophy/works/us/kuhn.htm)

Laing, R. D. (1982). The voice of experience. μτφρ. Η φωνή της εμπειρίας.(1984). Εκδ. Ελεύθερος Τύπος. Αθήνα. σελ. 13.

C. Lewis. 1947. Miracles. Macmillan, New York. pp. 11

Μαλεβίτση Χρήστου. 1985. Φιλοσοφία και Θρησκεία. Εκδ. Ίδρυμα Γουλανδρή -Χορν, Αθήνα. σελ 24

Ιωάννου Ν. Παρασκευόπουλου. 1980. Μεθοδολογία Επιστημονικής Έρευνας (Πανεπιστημιακές Παραδόσεις). Αθήνα. σελ. 9

Rollo May. 1961. Existential psychology. Μτφρ. Υπαρξιακή ψυχολογία. 1980. Εκδ. Επίκουρος.

Rollo May. 1967. Psychology and the Human Dilemma. trad ital. La psicologia e il Dilemma Umano. ed. Astrolabio, 1970. p 191.

Karl Popper. (1992 Reprint edition). Scientific Theory and Falsifiability. Routledge, σελ. 10 Βλ. κείμενα του Popper στα Ιταλικά (http://www.swif.uniba.it/lei/rassegna/popper.htm)

Duncan Pritchard. Contemporary Skepticism. The Internet Encyclopedia of philosophy. Ανάκτηση 30/01/03, από http://www.utm.edu/research/iep/s/skepcont.htm.

Alessandro Salvini - Marco Guicciardi. 1983. Interpesonalita: Strumenti per l' indagine clinica dei processi interpersonali. Ed. Unicolpi, Milano. pp 8

Paul Watzlawick. (1981). Η γλώσσα της αλλαγής. Στοιχεία θεραπευτικής επικοινωνίας. Εκδ. Κέδρος. ( Α' έκδοση στα Αγγλικά 1978), σελ. 66.

24 Οκτωβρίου 2011

Το σκάνδαλο της Δημοκρατίας

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ





Jacques Rancière



Ο ΓΑΛΛΟΣ φιλόσοφος Ζακ Ρανσιέρ επεξεργάζεται και προτείνει μια φιλοσοφία της χειραφέτησης, η οποία αμφισβητεί ριζικά την παραδοσιακή διάκριση ανάμεσα σε διανοητικές πρωτοπορίες που κατέχουν την αλήθεια και σε αμαθή λαό που χρειάζεται πνευματική καθοδήγηση.





Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν τα βιβλία του «Ο αδαής δάσκαλος» («Νήσος», 2008) και «Το μίσος για τη δημοκρατία» («Πεδίο», 2010). Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο Ρανσιέρ στο γαλλικό περιοδικό «Philosophie Magazine».

Στην Ecole Normale Superieure συναντήσατε το πρόσωπο, τα μαθήματα και τη σκέψη του Λουί Αλτουσέρ. Τι απομένει σε σας από το «μάθημα του Αλτουσέρ»;

Η συνάντηση με τον Αλτουσέρ είχε μια διπλή όψη. Η μαρξιστική αυστηρότητα που ήθελε να αποκαταστήσει ερχόταν σε ρήξη με την ουμανιστική και σαρτρική ερμηνεία του Μαρξ, η οποία με είχε επηρεάσει προηγούμενα. Αλλά η ρήξη στην οποία μας υποχρέωνε αντισταθμιζόταν από το γεγονός ότι μας ενέπλεκε σε μια μεγάλη συλλογική πνευματική περιπέτεια: έπρεπε να αφομοιώσουμε τα νέα στοιχεία που κόμιζε ο στρουκτουραλισμός, για να επινοήσουμε εκ νέου τη μαρξιστική θεωρία και πολιτική.

- Πώς τα γεγονότα του Μάη του 1968 κλόνισαν την πίστη σας στις βεβαιότητες του επιστημονικού μαρξισμού;

Στον αλτουσεριανισμό υπήρχε το άνοιγμα, η ενσωμάτωση ανακαλύψεων που έγιναν σε άλλα επιστημονικά πεδία, όπως η εθνολογία, η ιστορία ή η ψυχανάλυση, και ταυτόχρονα υπήρχε μια αφελής πίστη στην αναγκαιότητα της επιστήμης, προκειμένου να δοθεί ώθηση στην πράξη και να διαφωτιστούν οι άνθρωποι οι οποίοι ζούσαν, θα λέγαμε, μέσα στην αυταπάτη. Ο Αλτουσέρ είχε γράψει ένα πολύ σκληρό κείμενο εναντίον του φοιτητικού κινήματος, για να εξηγήσει ότι αυτοί οι νέοι ακτιβιστές δεν γνώριζαν τίποτα από την επιστήμη και ήταν βυθισμένοι μέσα στην ιδεολογία. Μόνον η επιστήμη, την οποία διαδίδουν οι φιλόσοφοι και οι κομμουνιστές ηγέτες, μπορούσε να εξοπλίσει τις μάζες απέναντι στην αστική τάξη. Ο Μάης του '68 ήταν μια απότομη αφύπνιση: αυτός ο επιστημονικός λόγος της υποτιθέμενης απελευθέρωσης μου φάνηκε παρόμοιος με εκείνον της κυρίαρχης τάξης.

- Συναισθανθήκατε ήδη ότι η εκμετάλλευση δεν είχε και μεγάλη σχέση με την υποτιθέμενη «άγνοια» των καταπιεζόμενων;

Η μαρξιστική αντίληψη της ιδεολογίας υποστήριζε ότι οι κυριαρχούμενοι και αντικείμενα εκμετάλλευσης υποτάσσονται εξαιτίας της έλλειψης γνώσεων, επειδή δηλαδή αγνοούν την κατάστασή τους μέσα στο σύστημα. Ταυτόχρονα όμως προϋπέθετε ότι η ίδια η κατάστασή τους μέσα στο σύστημα παρήγαγε υποχρεωτικά την άγνοια αυτής της κατάστασης. Με δυο λόγια, ήταν κυριαρχούμενοι επειδή ήταν αδαείς και ήταν αδαείς επειδή ήταν κυριαρχούμενοι. Ο Πιέρ Μπουρντιέ τελειοποίησε αυτόν τον κύκλο με τη θεωρία του περί αναπαραγωγής. Αυτή η «προοδευτική» αντίληψη μου φάνηκε ως η απλή επανάληψη της πλατωνικής θεωρίας του σπηλαίου: ένας τρόπος για να μπαίνει ο καθένας στη θέση του και να θεμελιώνεται η εξουσία των σοφών. Όμως αυτό που μου έγινε ολοφάνερο όταν άρχισα να εργάζομαι πάνω στην ιστορία της εργατικής σκέψης είναι το ότι ποτέ δεν χρειάστηκε να εξηγήσει κανείς σε έναν εργάτη τι είναι η υπεραξία ή η εκμετάλλευση. Το πρόβλημα γι' αυτούς δεν ήταν το να «συνειδητοποιήσουν» την εκμετάλλευση, αλλά ήταν αντίθετα το να μπορέσουν να την «αγνοήσουν», δηλαδή να μπορέσουν να απαλλαγούν από την ταυτότητα που αυτή η κατάσταση τους προσέδιδε και να θεωρήσουν τους εαυτούς τους ικανούς να ζήσουν σε έναν κόσμο χωρίς εκμετάλλευση. Αυτό σημαίνει η λέξη χειραφέτηση (...).

- Γιατί η δημοκρατία είναι ένα σκάνδαλο;

Το δημοκρατικό σκάνδαλο είναι ήδη αντιληπτό στον Πλάτωνα. Για έναν αθηναίο αριστοκράτη η ιδέα ότι όλοι, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους, έχουν την ικανότητα να κυβερνούν είναι απαράδεκτη. Η δημοκρατία εμφανίζεται όμως και ως ένα θεωρητικό σκάνδαλο: είναι η κυβέρνηση του τυχαίου, η άρνηση κάθε νομιμότητας που θα υποστηρίζει την άσκηση της διακυβέρνησης. Αυτό το σκάνδαλο της απουσίας νομιμότητας της εξουσίας το μεταθέτουν κατά έναν κοινωνιολογικό τρόπο, αναπαριστώντας τη δημοκρατία σαν ένα γιγάντιο μπορντέλο, όπου όλος ο κόσμος κάνει ό,τι θέλει, τα παιδιά δίνουν εντολές στους γονείς, οι μαθητές κάνουν μάθημα στους δασκάλους κ.ο.κ. Ολη η φλυαρία που ακούμε σήμερα για τον καταναλωτικό ατομικισμό δεν είναι παρά η σύγχρονη μεταμφίεση της πρωταρχικής κριτικής στη δημοκρατία.

- Γιατί αυτό το μίσος για τη δημοκρατία επανέρχεται σήμερα;

Το τέλος του σοβιετισμού υπήρξε αποφασιστικό. Οσο μπορούσαν να εντοπίζουν τον εχθρό στον ολοκληρωτισμό, μπορούσαν να διατηρούν μια συναινετική αντίληψη της δημοκρατίας ως της ενότητας ενός συνταγματικού συστήματος, της ελεύθερης αγοράς και των αξιών της ατομικής ελευθερίας. Οι κρατικές και οικονομικές ολιγαρχίες μπορούσαν να ταυτίζουν την εξουσία τους με τη διαχείριση αυτής της ενότητας. Μετά τη σοβιετική κατάρρευση, αποκαλύφθηκε γρήγορα το χάσμα ανάμεσα στις επιταγές μιας παγκοσμιοποιημένης ολιγαρχικής εξουσίας και στην ιδέα της εξουσίας του καθένα. Ταυτόχρονα όμως η άεργη μαρξιστική κριτική ανακυκλώθηκε μετατρεπόμενη σε κριτική της δημοκρατίας. Συγγραφείς προερχόμενοι από τον μαρξισμό μετέτρεψαν την κριτική του εμπορεύματος, της καταναλωτικής κοινωνίας και του θεάματος σε κριτική του δημοκρατικού ατόμου ως αχόρταγου καταναλωτή. Αυτό που προηγούμενα γινόταν αντιληπτό ως η λογική της καπιταλιστικής κυριαρχίας έγινε το ελάττωμα ατόμων και, σε τελική ανάλυση, το δημοκρατικό άτομο θεωρήθηκε υπεύθυνο για τον ολοκληρωτισμό(...).

ΠΗΓΗ: εφημ.ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 21-8-2011
back to top