Μάθηση χωρίς σκέψη είναι χαμένος κόπος. Σκέψη χωρίς μάθηση είναι κίνδυνος. Κομφούκιος*
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
- Αρχική σελίδα
- Ταινίες
- Ντοκιμαντέρ
- Καλλιτεχνικά / Εκπαιδευτικά
- Οικολογία
- Φωτογραφία
- Δικαιώματα των Ζώων
- Περιβαλλοντική Εκπαίδευση
- Η ελληνική ως ξένη γλώσσα
- Δραματοθεραπεία
- Online Περιοδικά
- Διαδικτυακές διαλέξεις
- Εκπαιδευτικά Project
- Ψηφιακές Βιβλιοθήκες
- Μουσεία / Γκαλερί
- Street Art
- Εκθέσεις-Εκδηλώσεις
- Visual Research
- Απόψεις
- Κριτικοί Εκπαιδευτικοί Αναστοχασμοί
- BLOG 2
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορικά μνημεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορικά μνημεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
21 Ιουλίου 2012
14 Ιουνίου 2012
19 Απριλίου 2012
Εγκαταστάσεις Α.Σ.Ο. Επιταλίου, Ηλεία
Κατασκευάστηκε το 1928 και λειτούργησε για περίπου 60 χρόνια ως εργοστάσιο επεξεργασίας της τοπικής σταφίδας. Περιλαμβάνουν κτήρια διαφόρων αρχικών χρήσεων: δεξαμενές, οινοποιείο, γραφεία, υδατόπυργος, αποθήκες κλπ. Σήμερα ανήκουν στον Δήμο Βώλακος, ο οποίος και έχει καταρτίσει προμελέτη για την ανάπλαση του χώρου και τη χρήση του για πολιτιστικούς σκοπούς.
ΠΗΓΗ
Στρατώνες Καποδίστρια, Άργος
Οι στρατώνες κτίστηκαν αρχικά τη δεκαετία 1690 από τους Ενετούς και χρησίμευσαν ως νοσοκομείο, το οποίο διηύθυναν οι Αδελφοί του Ελέους. Οι Τούρκοι μετέτρεψαν το κτίσμα σε αγορά (μπεζεστένι) και κάθε Κυριακή γινόταν μεγάλο παζάρι από όλη την επαρχία. Επίσης, εκεί στεγάστηκε και το ταχυδρομείο (Μεντζή Χανέ). Γι’ αυτό και σε έγγραφα της επαναστατικής περιόδου (1828 ) το κτίριο αναφέρεται ως μπεζεστένιο ή μεντζίλιο. Κατά την επανάσταση το κτίριο υπέστη μεγάλη καταστροφή και σύμφωνα με μαρτυρίες ξένων περιηγητών είχε μεταβληθεί σε ερείπια. Ξανακτίστηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια (1828-1829 ) και λειτούργησε για πρώτη φορά ως στρατώνας ιππικού. Τότε προστέθηκε και τέταρτη πτέρυγα στη βόρεια πλευρά της μεγάλης αυλής (1830), η οποία σήμερα δεν υπάρχει. Την ανοικοδόμηση του κτιρίου είχε αναλάβει ο Ιθακήσιος αρχιτέκτονας Λάμπρος Ζαβός και την επιστασία στις εργασίες ασκούσε ο αξιωματικός μηχανικού Κ. Φωτάκης. Στο ισόγειο σταβλίζονταν τα άλογα, στον πρώτο όροφο ήταν οι θάλαμοι των στρατιωτών, ενώ στη βόρεια πτέρυγα στεγαζόταν το διοικητήριο και οι κοιτώνες των αξιωματικών. Φαίνεται όμως πως αυτή η πλευρά, που ήταν αξιολογότερη από αρχιτεκτονικής απόψεως, ανακατασκευάστηκε από τους Βαυαρούς (1833) λόγω πυρκαγιάς.
Η θλιβερή ιστορία των στρατώνων, που λίγο ακόμα και θα κατεδαφίζονταν πριν από λίγα χρόνια, αρχίζει από το 1845, όταν κάποιος «γεωμέτρης» θέλησε να οικοπεδοποιήσει τη μεγάλη αυλή και να πουλήσει τα οικόπεδα στους Αργείους. Παρά το γεγονός, πάλι, ότι κτίστηκαν για το στρατό, για μεγάλα χρονικά διαστήματα δεν υπήρχε στρατός στο Άργος. Υπάρχουν πολλά δημοσιεύματα στις τοπικές εφημερίδες, με τα οποία εκφράζονται παράπονα προς τις κυβερνήσεις και διατυπώνεται η άποψη ότι «οι Αξιωματικοί μας δεν θέλουν να μετασταθμεύσουν εις το Άργος, διά να μη χάσουν τα γλυκίσματα του ζαχαροπλαστείου Γιαννάκη, να μη χάσουν την μπύραν και την εκλεκτήν μαγειρικήν της Ήβης, διά να μη χάσουν τας λοιπάς απολαύσεις των ντελικάτων της πρωτευούσης».
Πράγματι, γύρω στο 1850 ο στρατός εγκαταλείπει το Άργος για πολλά χρόνια και μόλις το 1889 επανέρχεται κάποια μονάδα ιππικού για λίγο (1889-1890 και 1891-1892). Την επόμενη χρονιά (1893-94) οι στρατώνες μετατρέπονται σε σχολείο, επειδή η στέγη του καποδιστριακού σχολείου είχε καταρρεύσει. Το Μάιο 1899 έγιναν στους χώρους των στρατώνων τα εγκαίνια της πρώτης Πανελλήνιας Γεωργοκτηνοτροφικής έκθεσης παρουσία του βασιλιά Γεωργίου Α΄, γεγονός με πανελλήνια σημασία. Την περίοδο 1905- 1912 στέγασαν μονάδα πεζικού και στη συνέχεια Τούρκους αιχμαλώ τους των βαλκανικών πολέμων.
Το 1915 εγκαταστάθηκε και πάλι ιππικό μέχρι το 1920 περίπου και στη συνέχεια φιλοξενήθηκαν Μικρασιάτες πρόσφυγες. Την πενταετία 1927-1932 χρησιμοποιήθηκαν από τη Σχολή Έφιππης Χωροφυλακής. Τα επόμενα χρόνια (1932-1936) ο στρατός τους επισκευάζει και τότε ήταν που αντικαταστάθηκαν τα ξύλινα πατώματα του πρώτου ορόφου με τσιμέντo. Αλλά τότε κατεδαφίστηκε, δυστυχώς, η βορινή πτέρυγα, ύστερα από έκθεση κάποιου αξιωματικού του Μηχανικού και γι’ αυτό νοίκιασε ο στρατός το σπίτι του Γόρδωνος (1936).
Την ίδια χρονιά εγκαθίσταται μόνιμα το 6ο Σύνταγμα Πυροβολικού, το οποίο έλαβε μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο μαζί με πολλούς Αργείους. Κατά τη διάρκεια της κατοχής οι στρατώνες μετατράπηκαν σε άντρο ανακρίσεων και βασανισμών και ύστερα από πολλά χρόνια και για τελευταία φορά φιλοξενείται στρατός την περίοδο 1955-1968.
Το 1971 ο Δήμος Άργους τους αγόρασε από το Ταμείο Εθνικής Άμυνας σε πολύ προσιτή τιμή και η ιδέα της κατεδάφισης δεν άργησε να φανεί. Αυτό το θέμα απασχόλησε το Δήμο, τα Υπουργεία, διάφορους φορείς και το λαό του Άργους μέχρι το 1978, εξαιτίας της εμμονής του Δήμου κυρίως να κατεδαφίσει το μνημείο. Η κρισιμότερη στιγμή ήταν η 5η Μαρτίου 1977, όταν το Δημοτικό Συμβούλιο αποφασίζει την κατεδάφιση (απόφαση 48/1977). Ύστερα από δημοσιεύματα για τη διάσωση του μνημείου και τη δυναμική παρέμβαση της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ναυπλίου και του υπό ίδρυση τότε Πολιτιστικού Ομίλου Άργους και ύστερα από την επίσκεψη του τότε Υπουργού Πολιτισμού Γ. Πλυτά, οι στρατώνες κηρύσσονται διατηρητέοι.
Βιβλιογραφία
Χαρίκλεια Γ. Δημακοπούλου, « Οι Ιστορικοί Στρατώνες του Άργους», Εν Αθήναις 1980. (Ανάτυπον εκ του περιοδικού ¨ ΒΩΜΟΙ¨ , τεύχος 54 – Μάρτιος – Απρίλιος 1980).
Βασίλη Κ. Δωροβίνη, « Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος. Ιστορία και μια πολιτιστική Μάχη». Ανάτυπο από τα ¨Αρχιτεκτονικά Θέματα¨, τεύχος 13 – 1979.
Οδυσσέας Κουμαδωράκης. «Άργος τό πολυδίψιον». Εκδόσεις “Εκ Προοιμίου”. Άργος 2007.
ΠΗΓΗ
Σαπωνοποιείο Χαριλάου, Ελευσίνα
ΠΗΓΗ
Ρωσικός Ναύσταθμος, Πόρος
Στα δυτικά του λιμανιού του Πόρου, μέσα σε ένα πανέμορφο όρμο όπου καταλήγει μια πευκόφυτη κοιλάδα, είναι αμφιθεατρικά κτισμένος ο Ρωσικός Ναύσταθμος. Το σμαραγδένιο νησάκι Δασκαλιό στολίζει την είσοδο του γραφικού όρμου.Το ερειπωμένο σήμερα συγκρότημα των κτιρίων του κρύβει ιστορίες με έντονο ενδιαφέρον. Με τη συνθήκη Κιουτσούκ – Καϊναρτζή το 1774 μεταξύ της τσαρίνας Μεγάλης Αικατερίνης και του Σουλτάνου των Οθωμανών, με την οποία έληξε και ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1770 (Ορλωφικά), οι νικητές Ρώσοι επέτυχαν μεταξύ άλλων και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα του στόλου τους στις θάλασσες της Οθωμανικής επικράτειας και έκτοτε έπλεαν ελεύθερα στις ελληνικές θάλασσες και ναυλοχούσαν στα λιμάνια.
Η δραστηριότητα αυτή αυξήθηκε μετά τον νικηφόρο για τη Ρωσία πόλεμο του 1788-1792. Περίοδο κατά την οποία επέλεξαν και το απήνεμο λιμάνι του Πόρου για την δημιουργία σταθμού τροφοδοσίας του ρωσικού στόλου. Έτσι, από τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα οι Ρώσοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Στενό του Πόρου, στη θέση που σήμερα είναι το Κ.Ε..ΠΟΡΟΣ, και έκτισαν τα πρώτα κτίσματα για αποθήκες υλικού υποστήριξης των πλοίων τους και φούρνους για να ψήνουν διπυρίτη άρτο (γαλέτα) για τα πληρώματα των πλοίων τους.

Στις εγκαταστάσεις αυτές παρέμειναν μέχρι το 1830, οπότε ο Καποδίστριας ζήτησε από τους Ρώσους να αποσυρθούν από αυτές τις εγκαταστάσεις γιατί τις χρειαζόταν για την μεταφορά του Ελληνικού Ναυστάθμου, ο οποίος μέχρι τότε βρισκόταν στην περιοχή του σημερινού Γυμνασίου Πόρου και τους παραχώρησε τον βορειοδυτικό όρμο του νησιού για την ανέγερση νέων εγκαταστάσεων.
Το νέο συγκρότημα που χτίστηκε ήταν μεγαλόπρεπο και περιείχε σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό κτισμάτων για την παρασκευή γαλέτας και για την αποθήκευση υλικών, τροφίμων και γαιανθράκων που χρησίμευαν για τον ανεφοδιασμό του ρωσικού στόλου.
Ο Ρωσικός Ναύσταθμος έμελλε να παίξει τον δικό ιστορικό ρόλο σε μία αποφράδα περίοδο για το νησί του Πόρου και τους κατοίκους του, που μέσα σε έντονο εμφυλιοπολεμικό κλίμα, σύρθηκαν στον όλεθρο, τη λεηλασία των περιουσιών τους και την καταστροφή.
Τα ξημερώματα της 27ης Ιουλίου του 1831 τα Κυβερνητικά στρατεύματα του Καλλέργη και οι άτακτοι του Νικηταρά πέρασαν κρυφά με πλοιάρια των ρωσικών πλοίων που, σπεύδοντας σε βοήθεια του Κυβερνήτου, είχαν καταλάβει και ήλεγχαν το βορειοδυτικό στενό (μπογάζι) του λιμένα του Πόρου. Τα στρατεύματα αποβιβάστηκαν στον όρμο του Ρωσικού Ναυστάθμου, προωθήθηκαν αθέατα μέσα απ’ το πευκοδάσος του Νεωρίου και επιτέθηκαν αιφνίδια το πρωί στο οδόφραγμα των Ποριωτών και του οπλαρχηγού του Χριστόδουλου Μέξη στο Στενό κοντά στη σημερινή διώρυγα του νησιού, με σκοπό να καταστείλουν την ανταρσία του Μιαούλη στα πολεμικά πλοία του Εθνικού Στόλου. Το εγχείρημα δεν πέτυχε και έτσι την 1η Αυγούστου ακολούθησε η ανατίναξη των εθνικών πλοίων από τον ίδιο τον ένδοξο ναύαρχο του ’21 Μιαούλη, και η λεηλασία και πυρπόληση των Ποριώτικων σπιτιών από τους Κυβερνητικούς.Οι εγκαταστάσεις διατηρήθηκαν για αρκετό διάστημα, γεγονός που μαρτυρά η έντονη παρουσία Ρώσων που διέμεναν σε σπίτια του νησιού και προχώρησαν σε ίδρυση σχολείου. Με το πέρασμα του χρόνου όμως οι εγκαταστάσεις παρακμάζουν ταυτόχρονα με την φθίνουσα πορεία που παρουσιάζει το Ρωσικό Ναυτικό λόγω της εξασθένισης του τσαρικού καθεστώτος.
Έτσι, στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν στις άδειες από πολλών ετών αποθήκες της εγκατάστασης υπήρχε μόνο ένας Ρώσος φύλακας, ο τότε πρέσβης της Ελλάδας στη Ρωσία Αλέξανδρος Τομπάζης – Ποριώτης στην καταγωγή- εισηγήθηκε στον Τσάρο την παραχώρηση της κυριότητας του χώρου στο Ελληνικό Δημόσιο προς όφελος του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Ο Τσάρος συμφώνησε και ο Ρωσικός Ναύσταθμος περιήλθε στη δικαιοδοσία της Ναυτικής Υπηρεσίας που έδρευε τότε στον Πόρο.
Τα επόμενα χρόνια η εγκατάσταση έμεινε σε αχρηστία και έτσι ασυντήρητη άρχισε να ερειπώνεται. Κάποια στιγμή μάλιστα μέρος από το πλούσιο σε πελεκημένες πέτρες, πλάκες και ξυλεία δομικό υλικό του αφαιρέθηκε για να χρησιμοποιηθεί σε κατασκευές νέων κτιρίων στο Προγυμναστήριο.
Το τέλος έδωσε το ίδιο το ελληνικό δημόσιο με το υπ΄ αριθμ. 33410/25.2.1935 πωλητήριο συμβόλαιο που συνετάχθη στο Συμβολαιογραφείο Τροιζηνίας, εκποιώντας μια ανεκτίμητη περιοχή και πωλώντας την σε ιδιώτη. Αργότερα ακολούθησαν και άλλες αγοραπωλησίες μεταξύ ιδιωτών που οδήγησαν σε ακόμα μεγαλύτερη εγκατάλειψη του μνημείου. Το 1989 το Υπουργείο Πολιτισμού με την υπ΄αριθμ. ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/ /1482/25880/5.6.1989 απόφασή του χαρακτηρίζει τα κτίρια του Ρωσικού Ναυστάθμου ιστορικά και διατηρητέα μνημεία, ορίζοντας ζώνη προστασίας 100 μέτρων γύρω από το περίγραμμα των κτιρίων.

Έκτοτε, έγιναν πολλές απόπειρες για την τουριστική αξιοποίηση της περιοχής από τους ιδιοκτήτες του, χωρίς αποτέλεσμα, αφού το νεότερο αυτό μνημείο προστατεύεται από το ΥΠΠΟ.
Σήμερα, το όλο συγκρότημα αποτελείται από το κυρίως κτίριο και τα παρακείμενα κτίσματα, όλα ερειπωμένα. Το κυρίως κτίριο που δεσπόζει πάνω στην παραλία και θυμίζει κάτι από την παλιά μεγαλοπρέπεια της Ρωσικής αυτοκρατορίας, αποτελείται από τρεις στενομέτωπους, ορθογωνικής κάτοψης χώρους τοποθετημένους στη σειρά, που στεγάζονται με ισάριθμους μεγάλους θόλους. Η όψη τους προς την παραλία είναι σχεδόν διώροφη και χωρίζεται σε δύο ζώνες με μια οριζόντια διακοσμητική ταινία από λείο σοβά, υπογραμμιζόμενη στη βάση της με ελαφρά εξέχουσες σχιστόπλακες. Οι θόλοι κρύβονται με ψηλό στηθαίο που κοσμείται με οριζόντια μαρμάρινη ταινία με γραμμικές κάθετες ραβδώσεις. Τα ανοίγματα τοποθετούνται αξονικά και επαναλαμβάνονται ρυθμικά, ίδια για κάθε θόλο και έχουν γραμμικό πέτρινο υπέρθυρο με διακοσμητικό κλειδί. Στο εσωτερικό οι θόλοι έχουν κατεδαφιστεί και διακρίνονται τα ίχνη τους πάνω στους τοίχους.

Η διατήρηση της φυσιογνωμίας του τοπίου και των μνημείων του αποτελεί κύρια επιδίωξη όλων στο νησί, ως ένδειξη σεβασμού στη Φύση, στην Παράδοση, στην Ιστορία. Ο Δήμος Πόρου, θέλοντας να αναδείξει έναν χώρο που υπέχει φύσει και θέσει χώρο θεάτρου από το 1992 τον αναδεικνύει ως χώρο πραγματοποίησης πολιτιστικών εκδηλώσεων, τις οποίες ανοίγει το χοροθέατρο της Σοφίας Σμαΐλου με την παράσταση “Η επιστροφή του Οδυσσέα”.
Έκτοτε, με την άδεια της Εφορείας Νεοτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και την ευγενή παραχώρηση των ιδιοκτητών του πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις: συναυλίες, θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις.
To 2008 ο Δήμος Πόρου ανταποκρίθηκε στην πρόταση του ΕΚΕΘΕΧ για την ανάδειξη δημόσιων χώρων που μπορεί να λειτουργήσουν ως χώροι θεάτρου και κατόπιν αυτοψίας που πραγματοποίησαν στο νησί του Πόρου, επέλεξαν το μνημείο του Ρωσικού Ναυστάθμου ως τον ιδανικό χώρο για την πραγματοποίηση των παραστάσεων του artlocus. Η επανασήμανση του χώρου με δημιουργικούς τρόπους, ενδυναμώνει τη σχέση των κατοίκων με το μνημείο, προσδίδοντάς του μια δυναμική και κατά τη σύγχρονη εποχή, αφήνοντας παράλληλα ελπίδες για τις δυνατότητες πολιτισμικής αξιοποίησής του και για το μέλλον.
ΠΗΓΗ
2 Μαρτίου 2012
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ "ΑΤΤΙΚΟΝ" (1881-2012)
Ένα από τα ομορφότερα νεοκλασσικά του κέντρου της Αθήνας φλέγεται, καταστρέφεται ολοσχερώς. Είναι το κτίριο στο 19-21 της οδού Σταδίου, αυτό που στεγάζει τον κινηματογράφο Αττικόν, το κατάστημα Costa Boda, το ΑΒ Βασιλόπουλος Delicatessen, τον κινηματογράφο Απόλλων και άλλα καταστήματα. Είναι κτίριο του 1881, σχεδιασμένο από τον Έρνστ Τσίλερ. Πληροφορίες για το κτήριο από το eie.gr
.
Το διόροφο κτίριο που βρίσκεται επί της Σταδίου 19-21, στη διασταύρωση με τη Χρήστου Λαδά (τότε Αγίου Γεωργίου), είναι προϊόν πολλών διαδοχικών φάσεων.
Το αρχικό εκλεκτικιστικό κτίριο οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1870-1881, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Ernst Ziller (1837-1923), για λογαριασμό του Χιώτη τραπεζίτη Σταμάτιου Δεκόζη Βούρου (1792-1881). Κατά το 1900 στεγάζονταν εκεί το φαρμακείο του Σ. Βαλτή (αναφέρεται ήδη από το 1891), το κουρείο του Λ. Μουσίου και το εμπορικό κατάστημα «ειδών Κίνας» του Π. Γεωργιάδη, ενώ το 1914 φιλοξενήθηκε για ένα διάστημα το νεοπαγές Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Μεταξύ των ετών 1914-1920 πραγματοποιήθηκε μια σημαντική επέμβαση σε ρυθμό «Νεομπαρόκ», όταν οικοδομήθηκε σε τμήμα του κτιρίου το κινηματοθέατρο «Αττικόν», επάνω σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αλέξανδρου Νικολούδη (1874-1944), με μια από τις πρώτες χρήσεις οπλισμένου σκυροδέματος.
Το διόροφο κτίριο που βρίσκεται επί της Σταδίου 19-21, στη διασταύρωση με τη Χρήστου Λαδά (τότε Αγίου Γεωργίου), είναι προϊόν πολλών διαδοχικών φάσεων.
Το αρχικό εκλεκτικιστικό κτίριο οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1870-1881, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Ernst Ziller (1837-1923), για λογαριασμό του Χιώτη τραπεζίτη Σταμάτιου Δεκόζη Βούρου (1792-1881). Κατά το 1900 στεγάζονταν εκεί το φαρμακείο του Σ. Βαλτή (αναφέρεται ήδη από το 1891), το κουρείο του Λ. Μουσίου και το εμπορικό κατάστημα «ειδών Κίνας» του Π. Γεωργιάδη, ενώ το 1914 φιλοξενήθηκε για ένα διάστημα το νεοπαγές Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Μεταξύ των ετών 1914-1920 πραγματοποιήθηκε μια σημαντική επέμβαση σε ρυθμό «Νεομπαρόκ», όταν οικοδομήθηκε σε τμήμα του κτιρίου το κινηματοθέατρο «Αττικόν», επάνω σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αλέξανδρου Νικολούδη (1874-1944), με μια από τις πρώτες χρήσεις οπλισμένου σκυροδέματος.
Το 1930, στο ανανεωμένο πλέον κτίριο, καταγράφονται (πλην του «Αττικόν»), τα παντοπωλεία των Ι. Ζαχαρίου και Σ. Αλεξάνδρου, το ανθοπωλείο του Άγγελου Αγαλιώτη, το κατάστημα κρυστάλλων & πορσελανών του Ν. Λεμοντζόγλου, η αντιπροσωπεία γραφομηχανών Παπασπύρου, τα γραφεία της οικοδομικής επιχείρησης «Πρώτης», των «Τοπικών Σιδηροδρόμων Μακεδονίας» και της «Εταιρείας Οίνων και Οινοπνευμάτων». Αργότερα δημιουργήθηκε και η δεύτερη κινηματογραφική αίθουσα «Απόλλων» στο υπόγειο του κτιρίου, ενώ εγκαταστάθηκαν τα γραφεία της «Σκούρας Φιλμς» και τα καταστήματα Ε. Ζολώτα, Γερ. Βασιλόπουλου και «Studio Costa Boda» (1982). Κατά καιρούς το κτίριο υπέστη ποικίλες επεμβάσεις και φθορές. Το 1960 οι αδελφοί Γρηγοριάδου και ο Άγγελος Αγαλιώτης πήραν άδεια ορισμένων επισκευών από την Πολεοδομία Αθηνών, ενώ το 1982 πραγματοποιήθηκαν γενικές εργασίες συντήρησης και αναπαλαίωσης (βάσει μελέτης του αρχιτέκτονα Ι. Χριστακόπουλου).
Πηγή
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)




.jpg)
