Μάθηση χωρίς σκέψη είναι χαμένος κόπος. Σκέψη χωρίς μάθηση είναι κίνδυνος. Κομφούκιος*
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
- Αρχική σελίδα
- Ταινίες
- Ντοκιμαντέρ
- Καλλιτεχνικά / Εκπαιδευτικά
- Οικολογία
- Φωτογραφία
- Δικαιώματα των Ζώων
- Περιβαλλοντική Εκπαίδευση
- Η ελληνική ως ξένη γλώσσα
- Δραματοθεραπεία
- Online Περιοδικά
- Διαδικτυακές διαλέξεις
- Εκπαιδευτικά Project
- Ψηφιακές Βιβλιοθήκες
- Μουσεία / Γκαλερί
- Street Art
- Εκθέσεις-Εκδηλώσεις
- Visual Research
- Απόψεις
- Κριτικοί Εκπαιδευτικοί Αναστοχασμοί
- BLOG 2
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκπαιδευτική πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκπαιδευτική πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
28 Οκτωβρίου 2011
Η ποιότητα των ελληνικών πανεπιστημίων
Του Χρήστου Κουρουνιώτη*
Είναι αναμφισβήτητα ευχάριστο ότι ένα ελληνικό πανεπιστήμιο, το Πανεπιστήμιο Κρήτης, περιλαμβάνεται στα 300 καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, σύμφωνα με την κατάταξη των Times.
Κατά τη διάρκεια του δημοσίου διαλόγου για το θεσμικό πλαίσιο της ανώτατης εκπαίδευσης, η απουσία ελληνικών πανεπιστημίων από την κατάταξη, είχε χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα που "αποδείκνυε" την χαμηλή τους ποιότητα και τις ευθύνες της "βολεμένης" ακαδημαϊκής κοινότητας για αυτήν. Τώρα που ένα ελληνικό πανεπιστήμιο περιλαμβάνεται στην κατάταξη, είναι χρήσιμο να δούμε πιo αναλυτικά τη θέση του ως προς τους επί μέρους δείκτες.
Το Πανεπιστήμιο Κρήτης κατέλαβε θέση στην ομάδα 276 – 300 στην παγκόσμια κατάταξη, με κύριους δείκτες 13,1 (στα 100) για τη διδασκαλία, 12,5 για την έρευνα (ποσότητα, χρηματοδότηση και φήμη) και 66,7 για τις αναφορές στις δημοσιεύσεις ερευνητών του. Από τους κύριους δείκτες φαίνεται οτι ο παράγων που εξασφάλισε τη θέση του Πανεπιστημίου Κρήτης στην κατάταξη είναι η ποιότητα της έρευνας των μελών του, όπως μετριέται από τις αναφορές που άλλοι ερευνητές κάνουν σε αυτήν. Αντιθέτως, οι δείκτες στους οποίους το Πανεπιστήμιο Κρήτης μειονεκτεί, βασίζονται σε παράγοντες για τους οποίους την κύρια ευθύνη έχει η πολιτεία και όχι η ακαδημαϊκή κοινότητα, όπως η χρηματοδότηση της έρευνας και η αναλογία φοιτητών προς διδάσκοντες. Στην περίοδο 2005 – 2010 που εξετάζει η κατάταξη, δεν είχε προκηρυχθεί κανένα πρόγραμμα χρηματοδότησης της έρευνας στην Ελλάδα. Το Πανεπιστήμιο Κρήτης έχει 700 μέλη ΔΕΠ, που διδάσκουν περίπου 23500 φοιτητές και φοιτήτριες (14000 προπτυχιακούς και 9500 μεταπτυχιακούς). Στην ίδια ομάδα της κατάταξης βρίσκονται ιδρύματα όπως το φημισμένο Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας, με 6000 καθηγητές για 40000 φοιτητές (δείκτη 47,9 για διδασκαλία και 11 για αναφορές) και το πολυτεχνείο METU της Άγκυρας, με 2000 χιλιάδες καθηγητές για 23000 φοιτητές (δείκτη 37 για τη διδασκαλία και 35,1 για τις αναφορές).1
Οι αλλαγές στη διοίκηση των ιδρυμάτων, τις οποίες παρουσίασε ως πανάκεια η κυβέρνηση και στήριξε η αξιωματική αντιπολίτευση, καθόλου δεν βελτιώνουν αυτά τα κρίσιμα μεγέθη. Αντιθέτως, οι καθυστερήσεις στους διορισμούς καθηγητών και στη χρηματοδότηση της έρευνας ακόμη και από ευρωπαϊκά κονδύλια, υποβαθμίζουν τη θέση των ελληνικών πανεπιστημίων στοn διεθνή ανταγωνισμό.
1 Περισσότερα στοιχεία για τη μεθοδολογία της κατάταξης των Times βρίσκονται στην ιστοσελίδα http://www.timeshighereducation.co.uk/world-university-rankings/2011-2012/analysis.html
*Τμήμα Μαθηματικών Πανεπιστήμιο Κρήτης
Είναι αναμφισβήτητα ευχάριστο ότι ένα ελληνικό πανεπιστήμιο, το Πανεπιστήμιο Κρήτης, περιλαμβάνεται στα 300 καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, σύμφωνα με την κατάταξη των Times.
Κατά τη διάρκεια του δημοσίου διαλόγου για το θεσμικό πλαίσιο της ανώτατης εκπαίδευσης, η απουσία ελληνικών πανεπιστημίων από την κατάταξη, είχε χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα που "αποδείκνυε" την χαμηλή τους ποιότητα και τις ευθύνες της "βολεμένης" ακαδημαϊκής κοινότητας για αυτήν. Τώρα που ένα ελληνικό πανεπιστήμιο περιλαμβάνεται στην κατάταξη, είναι χρήσιμο να δούμε πιo αναλυτικά τη θέση του ως προς τους επί μέρους δείκτες.
Το Πανεπιστήμιο Κρήτης κατέλαβε θέση στην ομάδα 276 – 300 στην παγκόσμια κατάταξη, με κύριους δείκτες 13,1 (στα 100) για τη διδασκαλία, 12,5 για την έρευνα (ποσότητα, χρηματοδότηση και φήμη) και 66,7 για τις αναφορές στις δημοσιεύσεις ερευνητών του. Από τους κύριους δείκτες φαίνεται οτι ο παράγων που εξασφάλισε τη θέση του Πανεπιστημίου Κρήτης στην κατάταξη είναι η ποιότητα της έρευνας των μελών του, όπως μετριέται από τις αναφορές που άλλοι ερευνητές κάνουν σε αυτήν. Αντιθέτως, οι δείκτες στους οποίους το Πανεπιστήμιο Κρήτης μειονεκτεί, βασίζονται σε παράγοντες για τους οποίους την κύρια ευθύνη έχει η πολιτεία και όχι η ακαδημαϊκή κοινότητα, όπως η χρηματοδότηση της έρευνας και η αναλογία φοιτητών προς διδάσκοντες. Στην περίοδο 2005 – 2010 που εξετάζει η κατάταξη, δεν είχε προκηρυχθεί κανένα πρόγραμμα χρηματοδότησης της έρευνας στην Ελλάδα. Το Πανεπιστήμιο Κρήτης έχει 700 μέλη ΔΕΠ, που διδάσκουν περίπου 23500 φοιτητές και φοιτήτριες (14000 προπτυχιακούς και 9500 μεταπτυχιακούς). Στην ίδια ομάδα της κατάταξης βρίσκονται ιδρύματα όπως το φημισμένο Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας, με 6000 καθηγητές για 40000 φοιτητές (δείκτη 47,9 για διδασκαλία και 11 για αναφορές) και το πολυτεχνείο METU της Άγκυρας, με 2000 χιλιάδες καθηγητές για 23000 φοιτητές (δείκτη 37 για τη διδασκαλία και 35,1 για τις αναφορές).1
Οι αλλαγές στη διοίκηση των ιδρυμάτων, τις οποίες παρουσίασε ως πανάκεια η κυβέρνηση και στήριξε η αξιωματική αντιπολίτευση, καθόλου δεν βελτιώνουν αυτά τα κρίσιμα μεγέθη. Αντιθέτως, οι καθυστερήσεις στους διορισμούς καθηγητών και στη χρηματοδότηση της έρευνας ακόμη και από ευρωπαϊκά κονδύλια, υποβαθμίζουν τη θέση των ελληνικών πανεπιστημίων στοn διεθνή ανταγωνισμό.
1 Περισσότερα στοιχεία για τη μεθοδολογία της κατάταξης των Times βρίσκονται στην ιστοσελίδα http://www.timeshighereducation.co.uk/world-university-rankings/2011-2012/analysis.html
*Τμήμα Μαθηματικών Πανεπιστήμιο Κρήτης
24 Οκτωβρίου 2011
Πώς παρουσιάζονται οι Βαλκανικοί Πόλεμοι στα σχολικά βιβλία των Σκοπίων
Θ. Κατσουλάκος, Κ. Τσατίνης
Το παρακάτω απόσπασμα είναι μετάφραση των σελίδων 169-175 από το σχολικό εγχειρίδιο της FYROM, Ιστορία της 3ης τάξεως Γυμνασίου των συγγραφέων: Vrado kartov. Ilija Kuzmunovski. Dimitar Mickoski, Damjan Lepceski. H μετάφραση και τα σχόλια αποθησαυρίστηκαν από το “Προβλήματα Ιστοριογραφίας στα σχολικά εγχειρίδια των Βαλκανικών κρατών”, Θ. Κατσουλάκος, Κ. Τσατίνης, εκδ. εκκρεμές.
Ας δούμε λοιπόν πως διδάσκονται την Ιστορία οι γείτονες Σκοπιανοί:
γ. Ο Β΄ Βαλκανικός πόλεμος του 1913
Ένα μήνα μετά τη Συνθήκη ειρήνης του Λονδίνου1 άρχισε ένας νέος Βαλκανικός πόλεμος ανάμεσα στη Βουλγαρία από τη μια και τη Σερβία και την Ελλάδα από την άλλη. Τα αίτια αυτού του πολέμου βρίσκονταν στις διαφορές των τριών χωρών πάνω στον τρόπο που διαμοιράστηκε η Μακεδονία2. Μετά από σκληρές μάχες ανάμεσα στους αντιπάλους και αφού οι δυνάμεις της Σερβίας και της Ελλάδας επέφεραν ισχυρά πλήγματα στα βουλγαρικά στρατεύματα, η Βουλγαρία αναγκάστηκε να ζητήσει ειρήνη. Σύμφωνα με τη συνθήκη που υπογράφηκε τον Αύγουστο του 1913 στο Βουκουρέστι, η Σερβία έλαβε το τμήμα της Μακεδονίας που διασχίζει ο Αξιός, εκτός από την περιοχή της Στρώμνιτσας, και η Ελλάδα τη Μακεδονία του Αιγαίου μαζί με τη Θεσσαλονίκη. Η Βουλγαρία διατήρησε την περιοχή του Πιρίν.
δ. Τα αποτελέσματα και ο χαρακτήρας των Βαλκανικών πολέμων
Οι Βαλκανικοί πόλεμοι επέφεραν νέα αναστάτωση και ταλαιπωρίες στον μακεδονικό λαό. Εκτός από τις καταστροφές των πόλεων και των χωριών, το τραγικό αποτέλεσμα των πολέμων ήταν ότι ο μακεδονικός λαός έχασε την οικονομική και εθνική του ενότητα3. Πάρ’ όλ’ αυτά όμως, οι Βαλκανικοί πόλεμοι έχουν ιστορική σημασία για ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αφού έθεσαν τέλος στην τουρκική φεουδαρχία στα Βαλκάνια.
Θέση των Σκοπίων απέναντι στα βαλκανικά κράτη
α. Στάση απέναντι στην Αλβανία
Ιδιαίτερα ευνοϊκή χαρακτηρίζεται η στάση της επίσημης σχολικής ιστορίας απέναντι στην Αλβανία. Το πράγμα ερμηνεύεται από το γεγονός ότι ανάμεσα στα Σκόπια και την Αλβανία δεν υπήρχαν τότε διαφορές, όπως υπήρχαν ανάμεσα στην Αλβανία και τις γειτονικές της χώρες Σερβία και Ελλάδα. Απόδειξη της ευνοϊκής μεταχείρισης είναι η παράθεση στο σκοπιανό εγχειρίδιο (Ιστορία της 7ης τάξης του δημοτικού, Σκόπια 1978, 3η έκδ. σσ. 149-152) των παρακάτω: «Στις αρχές του 20ού αι. πολλές ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές χώρες είχαν εκφράσει μεγάλο ενδιαφέρον για την Αλβανία. Εκτός από την Αυστροουγγαρία και την Ιταλία, στο διαμελισμό της αλβανικής γης απέβλεπαν και η Ελλάδα, η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Βουλγαρία. Έτσι, το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα των Αλβανών έλαβε και αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα. Το κίνημα αυτό απέκτησε ιδιαίτερη σημασία κατά την επανάσταση των Νεότουρκων, τους οποίους βοήθησε ουσιαστικά στην επικράτηση στο χώρο της Αλβανίας. Μετά την έλευση των Νεότουρκων στην εξουσία, στην Αλβανία ανοίχτηκαν αλβανικά σχολεία και ιδρύθηκαν αλβανικοί εκπολιτιστικοί όμιλοι.
Μετά την επικράτησή τους, οι Νεότουρκοι δεν παραχώρησαν στους Αλβανούς αυτονομία, γι’ αυτό οι τελευταίοι, μεταξύ των ετών 1909-1912, πραγματοποίησαν τρεις διαδοχικές ένοπλες εξεγέρσεις εναντίον των Τούρκων, χωρίς αποτέλεσμα όμως.
Στις αρχές του Α΄ Βαλκανικού πολέμου τα εδάφη της Αλβανίας κατακτήθηκαν από τα στρατεύματα του Μαυροβουνίου, της Σερβίας και της Ελλάδας. Η ήττα της Τουρκίας και ο διαμελισμός της Αλβανίας από τις νικήτριες χώρες προκάλεσε την έντονη αντίδραση του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος της Αλβανίας. Το Νοέμβριο του 1912 αντιπρόσωποι από όλες τις περιοχές της Αλβανίας ανακήρυξαν στην πόλη Vlore την ανεξαρτησία της Αλβανίας. Στη Συνθήκη ειρήνης του Λονδίνου η Αυστροουγγαρία και η Ιταλία, κινούμενες από δικά τους συμφέροντα, συντέλεσαν στο να αναγνωριστεί η αυτονομία της Αλβανίας (1912)· το 1913 η Τουρκία αναγνώρισε την ανεξαρτησία τους».
β. Στάση απέναντι στη Βουλγαρία
Η προσάρτηση της Μακεδονίας του Πιρίν στη Βουλγαρία ονομάζεται βουλγαρική κατοχή. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από την Ιστορία για το δεύτερο έτος των επαγγελματικών σχολών, Σκόπια 1978, έκδ. 5η, σσ. 105-109: «Οι Βούλγαροι κατακτητές από την πρώτη στιγμή επιδόθηκαν σε φοβερούς διωγμούς εναντίον των Μακεδόνων, που είχαν χαρακτηριστεί σερβόφιλοι και ελληνόφιλοι, ενώ παράλληλα συμπεριφέρθηκαν κατακτητικά απέναντι σ’ ολόκληρο τον πληθυσμό». Για τη βουλγαρική κατοχή σημειώνονται τα ακόλουθα: Οι Βούλγαροι «ασκούσαν απεθνικοποιητική πολιτική, εισήγαγαν τη βουλγαρική γλώσσα στα σχολεία και τη δημόσια διοίκηση», Ιστορία 4ης τάξης Μ.Ε. σ. 10.
γ. Στάση απέναντι στην Ελλάδα
Η απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον Ελληνικό στρατό και ο ελεύθερος βίος που ακολούθησε ονομάζεται «ελληνική κατοχή». Έτσι τιτλοφορείται ενότητα σε κεφάλαιο: Η Μακεδονία κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, Ιστορία για το δεύτερο έτος των επαγγελματικών σχολών, Σκόπια 1978, έκδ. 5η, σ. 105.
Σημειώσεις/ σχόλια (των συγγραφέων : Θ. Κατσουλάκου, Κ. Τσατίνη)
1. 30 Μαΐου 1913 υπογράφεται η Συνθήκη του Λονδίνου και τον Ιούνιο εκδηλώνεται η βουλγαρική επίθεση εναντίον Σερβίας και Ελλάδας στις θέσεις Γευγελή και Νιγρίτα αντίστοιχα.
2. Διττή παραποίηση της ιστορικής αλήθειας. Ο Β΄ Βαλκανικός πόλεμος δεν είχε ως αίτια τη διανομή των εδαφών της Μακεδονίας, κατά τη σκοπιανή εκδοχή φυσικά, αλλά προκλήθηκε από την ακόρεστη διάθεση της Βουλγαρίας, η οποία και υπήρξε η επιτεθείσα δύναμη.
3. Στο εγχειρίδιο Ιστορίας 8ης τάξης, (σ. 71), σχετικά αναφέρεται επί λέξει: «Η Μακεδονία συνέχισε να βρίσκεται κάτω από δουλεία, μόνο τώρα διαιρεμένη μεταξύ των βαλκανικών κρατών». Επίσης στο βιβλίο της 7ης τάξης (σ. 134) σημειώνεται: «Ο μακεδονικός λαός έμεινε εκτεθειμένος σε εθνική καταπίεση και εκμετάλλευση από την πλευρά των αστικών τάξεων των γειτονικών μοναρχιών».
24γράμματα – Ηλεκτρονικό Περιοδικό: Γλώσσα – Ιστορία – Πολιτισμός » Πώς παρουσιάζονται οι Βαλκανικοί Πόλεμοι στα σχολικά βιβλία των Σκοπίων
Το παρακάτω απόσπασμα είναι μετάφραση των σελίδων 169-175 από το σχολικό εγχειρίδιο της FYROM, Ιστορία της 3ης τάξεως Γυμνασίου των συγγραφέων: Vrado kartov. Ilija Kuzmunovski. Dimitar Mickoski, Damjan Lepceski. H μετάφραση και τα σχόλια αποθησαυρίστηκαν από το “Προβλήματα Ιστοριογραφίας στα σχολικά εγχειρίδια των Βαλκανικών κρατών”, Θ. Κατσουλάκος, Κ. Τσατίνης, εκδ. εκκρεμές.
Ας δούμε λοιπόν πως διδάσκονται την Ιστορία οι γείτονες Σκοπιανοί:
γ. Ο Β΄ Βαλκανικός πόλεμος του 1913
Ένα μήνα μετά τη Συνθήκη ειρήνης του Λονδίνου1 άρχισε ένας νέος Βαλκανικός πόλεμος ανάμεσα στη Βουλγαρία από τη μια και τη Σερβία και την Ελλάδα από την άλλη. Τα αίτια αυτού του πολέμου βρίσκονταν στις διαφορές των τριών χωρών πάνω στον τρόπο που διαμοιράστηκε η Μακεδονία2. Μετά από σκληρές μάχες ανάμεσα στους αντιπάλους και αφού οι δυνάμεις της Σερβίας και της Ελλάδας επέφεραν ισχυρά πλήγματα στα βουλγαρικά στρατεύματα, η Βουλγαρία αναγκάστηκε να ζητήσει ειρήνη. Σύμφωνα με τη συνθήκη που υπογράφηκε τον Αύγουστο του 1913 στο Βουκουρέστι, η Σερβία έλαβε το τμήμα της Μακεδονίας που διασχίζει ο Αξιός, εκτός από την περιοχή της Στρώμνιτσας, και η Ελλάδα τη Μακεδονία του Αιγαίου μαζί με τη Θεσσαλονίκη. Η Βουλγαρία διατήρησε την περιοχή του Πιρίν.
δ. Τα αποτελέσματα και ο χαρακτήρας των Βαλκανικών πολέμων
Οι Βαλκανικοί πόλεμοι επέφεραν νέα αναστάτωση και ταλαιπωρίες στον μακεδονικό λαό. Εκτός από τις καταστροφές των πόλεων και των χωριών, το τραγικό αποτέλεσμα των πολέμων ήταν ότι ο μακεδονικός λαός έχασε την οικονομική και εθνική του ενότητα3. Πάρ’ όλ’ αυτά όμως, οι Βαλκανικοί πόλεμοι έχουν ιστορική σημασία για ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αφού έθεσαν τέλος στην τουρκική φεουδαρχία στα Βαλκάνια.
Θέση των Σκοπίων απέναντι στα βαλκανικά κράτη
α. Στάση απέναντι στην Αλβανία
Ιδιαίτερα ευνοϊκή χαρακτηρίζεται η στάση της επίσημης σχολικής ιστορίας απέναντι στην Αλβανία. Το πράγμα ερμηνεύεται από το γεγονός ότι ανάμεσα στα Σκόπια και την Αλβανία δεν υπήρχαν τότε διαφορές, όπως υπήρχαν ανάμεσα στην Αλβανία και τις γειτονικές της χώρες Σερβία και Ελλάδα. Απόδειξη της ευνοϊκής μεταχείρισης είναι η παράθεση στο σκοπιανό εγχειρίδιο (Ιστορία της 7ης τάξης του δημοτικού, Σκόπια 1978, 3η έκδ. σσ. 149-152) των παρακάτω: «Στις αρχές του 20ού αι. πολλές ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές χώρες είχαν εκφράσει μεγάλο ενδιαφέρον για την Αλβανία. Εκτός από την Αυστροουγγαρία και την Ιταλία, στο διαμελισμό της αλβανικής γης απέβλεπαν και η Ελλάδα, η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Βουλγαρία. Έτσι, το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα των Αλβανών έλαβε και αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα. Το κίνημα αυτό απέκτησε ιδιαίτερη σημασία κατά την επανάσταση των Νεότουρκων, τους οποίους βοήθησε ουσιαστικά στην επικράτηση στο χώρο της Αλβανίας. Μετά την έλευση των Νεότουρκων στην εξουσία, στην Αλβανία ανοίχτηκαν αλβανικά σχολεία και ιδρύθηκαν αλβανικοί εκπολιτιστικοί όμιλοι.
Μετά την επικράτησή τους, οι Νεότουρκοι δεν παραχώρησαν στους Αλβανούς αυτονομία, γι’ αυτό οι τελευταίοι, μεταξύ των ετών 1909-1912, πραγματοποίησαν τρεις διαδοχικές ένοπλες εξεγέρσεις εναντίον των Τούρκων, χωρίς αποτέλεσμα όμως.
Στις αρχές του Α΄ Βαλκανικού πολέμου τα εδάφη της Αλβανίας κατακτήθηκαν από τα στρατεύματα του Μαυροβουνίου, της Σερβίας και της Ελλάδας. Η ήττα της Τουρκίας και ο διαμελισμός της Αλβανίας από τις νικήτριες χώρες προκάλεσε την έντονη αντίδραση του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος της Αλβανίας. Το Νοέμβριο του 1912 αντιπρόσωποι από όλες τις περιοχές της Αλβανίας ανακήρυξαν στην πόλη Vlore την ανεξαρτησία της Αλβανίας. Στη Συνθήκη ειρήνης του Λονδίνου η Αυστροουγγαρία και η Ιταλία, κινούμενες από δικά τους συμφέροντα, συντέλεσαν στο να αναγνωριστεί η αυτονομία της Αλβανίας (1912)· το 1913 η Τουρκία αναγνώρισε την ανεξαρτησία τους».
β. Στάση απέναντι στη Βουλγαρία
Η προσάρτηση της Μακεδονίας του Πιρίν στη Βουλγαρία ονομάζεται βουλγαρική κατοχή. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από την Ιστορία για το δεύτερο έτος των επαγγελματικών σχολών, Σκόπια 1978, έκδ. 5η, σσ. 105-109: «Οι Βούλγαροι κατακτητές από την πρώτη στιγμή επιδόθηκαν σε φοβερούς διωγμούς εναντίον των Μακεδόνων, που είχαν χαρακτηριστεί σερβόφιλοι και ελληνόφιλοι, ενώ παράλληλα συμπεριφέρθηκαν κατακτητικά απέναντι σ’ ολόκληρο τον πληθυσμό». Για τη βουλγαρική κατοχή σημειώνονται τα ακόλουθα: Οι Βούλγαροι «ασκούσαν απεθνικοποιητική πολιτική, εισήγαγαν τη βουλγαρική γλώσσα στα σχολεία και τη δημόσια διοίκηση», Ιστορία 4ης τάξης Μ.Ε. σ. 10.
γ. Στάση απέναντι στην Ελλάδα
Η απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον Ελληνικό στρατό και ο ελεύθερος βίος που ακολούθησε ονομάζεται «ελληνική κατοχή». Έτσι τιτλοφορείται ενότητα σε κεφάλαιο: Η Μακεδονία κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, Ιστορία για το δεύτερο έτος των επαγγελματικών σχολών, Σκόπια 1978, έκδ. 5η, σ. 105.
Σημειώσεις/ σχόλια (των συγγραφέων : Θ. Κατσουλάκου, Κ. Τσατίνη)
1. 30 Μαΐου 1913 υπογράφεται η Συνθήκη του Λονδίνου και τον Ιούνιο εκδηλώνεται η βουλγαρική επίθεση εναντίον Σερβίας και Ελλάδας στις θέσεις Γευγελή και Νιγρίτα αντίστοιχα.
2. Διττή παραποίηση της ιστορικής αλήθειας. Ο Β΄ Βαλκανικός πόλεμος δεν είχε ως αίτια τη διανομή των εδαφών της Μακεδονίας, κατά τη σκοπιανή εκδοχή φυσικά, αλλά προκλήθηκε από την ακόρεστη διάθεση της Βουλγαρίας, η οποία και υπήρξε η επιτεθείσα δύναμη.
3. Στο εγχειρίδιο Ιστορίας 8ης τάξης, (σ. 71), σχετικά αναφέρεται επί λέξει: «Η Μακεδονία συνέχισε να βρίσκεται κάτω από δουλεία, μόνο τώρα διαιρεμένη μεταξύ των βαλκανικών κρατών». Επίσης στο βιβλίο της 7ης τάξης (σ. 134) σημειώνεται: «Ο μακεδονικός λαός έμεινε εκτεθειμένος σε εθνική καταπίεση και εκμετάλλευση από την πλευρά των αστικών τάξεων των γειτονικών μοναρχιών».
24γράμματα – Ηλεκτρονικό Περιοδικό: Γλώσσα – Ιστορία – Πολιτισμός » Πώς παρουσιάζονται οι Βαλκανικοί Πόλεμοι στα σχολικά βιβλία των Σκοπίων
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)