Μάθηση χωρίς σκέψη είναι χαμένος κόπος. Σκέψη χωρίς μάθηση είναι κίνδυνος. Κομφούκιος*
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
- Αρχική σελίδα
- Ταινίες
- Ντοκιμαντέρ
- Καλλιτεχνικά / Εκπαιδευτικά
- Οικολογία
- Φωτογραφία
- Δικαιώματα των Ζώων
- Περιβαλλοντική Εκπαίδευση
- Η ελληνική ως ξένη γλώσσα
- Δραματοθεραπεία
- Online Περιοδικά
- Διαδικτυακές διαλέξεις
- Εκπαιδευτικά Project
- Ψηφιακές Βιβλιοθήκες
- Μουσεία / Γκαλερί
- Street Art
- Εκθέσεις-Εκδηλώσεις
- Visual Research
- Απόψεις
- Κριτικοί Εκπαιδευτικοί Αναστοχασμοί
- BLOG 2
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαία ελληνική γραμματολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαία ελληνική γραμματολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
20 Οκτωβρίου 2012
ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ (2) [η-βιβλίο]
Φιλοσοφία
Περιεχόμενα:
1. Προσωκρατικοι (θαλης, αναξιμανδρος, αναξιμενης, ξενοφανης, ηρακλειτος, εμπεδοκλης, παρμενιδης, ζηνων, αναξαγορας, πυθαγορας, λευκιππος, δημοκριτος)
2. Σοφιστες (πρωταγορας, γοργιας, προδικος, θρασυμαχος, ιππιας, αντιφων, κριτιας)
3. Σωκρατης-πλατωνας
4. Αριστοτελης
5. Χρονολογιο
6. Χαρτες
7. Βιβλιογραφια
Περιεχόμενα:
1. Προσωκρατικοι (θαλης, αναξιμανδρος, αναξιμενης, ξενοφανης, ηρακλειτος, εμπεδοκλης, παρμενιδης, ζηνων, αναξαγορας, πυθαγορας, λευκιππος, δημοκριτος)
2. Σοφιστες (πρωταγορας, γοργιας, προδικος, θρασυμαχος, ιππιας, αντιφων, κριτιας)
3. Σωκρατης-πλατωνας
4. Αριστοτελης
5. Χρονολογιο
6. Χαρτες
7. Βιβλιογραφια
ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ (3) [η-βιβλίο]
Ιστορία-Ρητορική-Αρχαίο δράμα
Περιεχόμενα:
1. Ιστορια (οι απαρχές της ιστοριογραφίας, εκαταίος ο μιλήσιος, σκύλαξ ο καρυανδεύς, ευθυμένης ο μασαλιώτης, χάρων ο πυθοκλέους λαμψακηνός, ξάνθος ο λυδός, ακουσίλαος ο αργείος, φερεκύδης ο αθηναίος, ηρόδοτος, θουκυδίδης, ξενοφώντας)
2. Ρητορικη (εισαγωγή, αντιφών, ανδοκίδης, λυσίας, ισοκράτης, λυκούργος ισαίος, αισχίνης, δημοσθένης, υπερείδης, δείναρχος)
3. Αρχαιο δραμα
• εισαγωγη
Το δράμα και τα είδη του, τραγωδία, ο διόνυσος και η διονυσιακή λατρεία, οι πρόδρομοι των μεγάλων τραγικών
• τραγωδια
Αισχύλος (η ζωή του, η τέχνη του, το έργο του, ικέτιδες, πέρσαι, επτά επί θήβας, προμηθεύς δεσμώτης, ορέστεια, αγαμέμνων, χοηφόροι, ευμενίδες)
Σοφοκλής (η ζωή του, οι καινοτομίες του, το έργο του, αίας, αντιγόνη, τραχίνιαι, οιδίπους τύραννος, ηλέκτρα, φιλοκτήτης, οιδίπους επί κολωνώ, ιχνευταί)
Ευριπίδης (η ζωή του, η τέχνη του, το έργο του, άλκηστις, μήδεια, ηρακλείδαι, ιππόλυτος, ανδρομάχη, εκάβη, ικέτιδες, ηρακλής μαινόμενος, ίων, τρωάδες, ηλέκτρα, ιφιγένεια εν ταύροις, ελένη, φοίνισσαι, ορέστης, ιφιγένεια εν αυλίδι, βάκχαι, κύκλωψ, ρήσος)
• κωμωδια (εισαγωγή, δωρική κωμωδία: επίχαρμος, σώφρων ο συρακόσιος, αττική κωμωδία, αρχαία κωμωδία: κρατίνος, εύπολις, αριστοφάνης, μέση κωμωδία, νέα κωμωδία)
4. Χαρτες
5. Χρονολογιο
6. Βιβλιογραφια
Περιεχόμενα:
1. Ιστορια (οι απαρχές της ιστοριογραφίας, εκαταίος ο μιλήσιος, σκύλαξ ο καρυανδεύς, ευθυμένης ο μασαλιώτης, χάρων ο πυθοκλέους λαμψακηνός, ξάνθος ο λυδός, ακουσίλαος ο αργείος, φερεκύδης ο αθηναίος, ηρόδοτος, θουκυδίδης, ξενοφώντας)
2. Ρητορικη (εισαγωγή, αντιφών, ανδοκίδης, λυσίας, ισοκράτης, λυκούργος ισαίος, αισχίνης, δημοσθένης, υπερείδης, δείναρχος)
3. Αρχαιο δραμα
• εισαγωγη
Το δράμα και τα είδη του, τραγωδία, ο διόνυσος και η διονυσιακή λατρεία, οι πρόδρομοι των μεγάλων τραγικών
• τραγωδια
Αισχύλος (η ζωή του, η τέχνη του, το έργο του, ικέτιδες, πέρσαι, επτά επί θήβας, προμηθεύς δεσμώτης, ορέστεια, αγαμέμνων, χοηφόροι, ευμενίδες)
Σοφοκλής (η ζωή του, οι καινοτομίες του, το έργο του, αίας, αντιγόνη, τραχίνιαι, οιδίπους τύραννος, ηλέκτρα, φιλοκτήτης, οιδίπους επί κολωνώ, ιχνευταί)
Ευριπίδης (η ζωή του, η τέχνη του, το έργο του, άλκηστις, μήδεια, ηρακλείδαι, ιππόλυτος, ανδρομάχη, εκάβη, ικέτιδες, ηρακλής μαινόμενος, ίων, τρωάδες, ηλέκτρα, ιφιγένεια εν ταύροις, ελένη, φοίνισσαι, ορέστης, ιφιγένεια εν αυλίδι, βάκχαι, κύκλωψ, ρήσος)
• κωμωδια (εισαγωγή, δωρική κωμωδία: επίχαρμος, σώφρων ο συρακόσιος, αττική κωμωδία, αρχαία κωμωδία: κρατίνος, εύπολις, αριστοφάνης, μέση κωμωδία, νέα κωμωδία)
4. Χαρτες
5. Χρονολογιο
6. Βιβλιογραφια
ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ (1) [η-βιβλίο]
Έπος - Λυρική ποίηση
Περιεχόμενα:
1. Επος (όμηρος, ησίοδος)
2. Λυρικη ποιηση (αρχίλοχος, θέογνις, ιππώναξ, καλλίνος, μίμνερμος, σημωνίδης ο αμοργινός, σόλων, τυρταίος, αλκαίος, αλκμάν, ανακρέων, αρίων, βακχυλίδης, ίβυκος, κόριννα, πίνδαρος, σαπφώ, σιμωνίδης ο κείος, στησίχορος, τέρπανδρος)
3. Χρονολογιο
4. Χαρτες
5. Βιβλιογραφια
Περιεχόμενα:
1. Επος (όμηρος, ησίοδος)
2. Λυρικη ποιηση (αρχίλοχος, θέογνις, ιππώναξ, καλλίνος, μίμνερμος, σημωνίδης ο αμοργινός, σόλων, τυρταίος, αλκαίος, αλκμάν, ανακρέων, αρίων, βακχυλίδης, ίβυκος, κόριννα, πίνδαρος, σαπφώ, σιμωνίδης ο κείος, στησίχορος, τέρπανδρος)
3. Χρονολογιο
4. Χαρτες
5. Βιβλιογραφια
29 Φεβρουαρίου 2012
19 Φεβρουαρίου 2012
Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία - Λυρική Ποίηση (Heinz-Günter Nesselrath, Εισαγωγή στην Αρχαιογνωσία, τ. Α', σσ.183-195)
[Heinz-Günter Nesselrath, Εισαγωγή στην Αρχαιογνωσία, τ.Α' "Αρχαία Ελλάδα", επιμ. Δ.Ι. Ιακώβ και Α. Ρεγκάκος, Αθήνα: Παπαδήμας, 2001, http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/education/lyric/support/grammatologika/04.html]
ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
(σελ. 183-195)
1.3.1 Αρχές και είδη
Ως "λυρική ποίηση" οι αλεξανδρινοί φιλόλογοι χαρακτήριζαν μόνο την ποίηση που συνοδευόταν από τη μουσική λύρας (ή ενός παρόμοιου έγχορδου οργάνου), δηλ. το είδος που συνήθως ονομάζεται "μελική" ποίηση (από το μέλος, τραγούδι) και διακρίνεται σε "μονωδική" (που έχει έναν εκτελεστή) και σε "χορική" λυρική ποίηση (που εκτελείται από έναν χορό). Από τη ρωμαϊκή εποχή όμως στη λυρική συμπεριλαμβάνονταν επίσης η ελεγειακή και η ιαμβική ποίηση που συνοδεύονταν από τη μουσική αυλού ή απαγγέλλονταν σε ρετσιτατίβο (παρακαταλογή).
Κοινά στα λυρικά είδη είναι τα νέα θέματα που σχετίζονται στενά με τη ζωή του ατόμου (καθημερινά βιώματα, φιλία, αγάπη, πολιτική, ηθική, θρησκεία), η προφορική μετάδοση (γεγονός που εξηγεί την προτίμηση για την αλληγορία, τη μεταφορά, την παράταξη) και, εξίσου σημαντικό, το ομιλούν (αλλά όχι απαραίτητα "αυτοβιογραφικό") εγώ, που αναλαμβάνει συχνά έναν παραδειγματικό ρόλο∙ ο αρχαϊκός ποιητής εκφράζει έτσι συναισθήματα και ιδέες που μοιράζεται ο κύκλος του ή ολόκληρη η κοινότητα (βλ. S. Slings (εκδ.). The Poet's I in Archaic Greece , Amsterdam 1990, Maria Grazia Bonanno, στο: I. Gallo-L. Nicastri [εκδ.], Biografia ed autobiografia degli antichi e dei modemi,Napoli 1995, 23-39).
Ο ίαμβος, η ελεγεία και η μονωδία περιορίζονταν κυρίως στο συμπόσιο (το γυναικείο αντίστοιχο του οποίου ήταν ο θίασος της Σαπφούς). Η χορική λυρική ποίηση απευθυνόταν σε ένα πλατύτερο κοινό, κυρίως στους επισκέπτες των ιερών. Διάφορα είδη μελών αντιστοιχούσαν σε διαφορετικές περιστάσεις: οι διθύραμβοι προορίζονταν για τον Διόνυσο, ενώ οι ύμνοι και τα υπορχήματα ("τραγούδια με χορό") απευθύνονταν αρχικά στον Απόλλωνα όπως επίσης οι νόμοι και οι παιάνες· υπήρχαν και επινίκια (για νίκες σε αθλητικούς αγώνες), υμέναιοι και επιθαλάμια (για γάμους), παρθένεια (που τα τραγουδούσαν ανύπαντρα κορίτσια), προσόδια (τραγούδια για πομπές) και σκόλια (ποικίλα άσματα για συμπόσια).
BLG 261-268.
1.3.2 Ο ίαμβος
Ο ίαμβος (η λέξη είναι προελληνική και προφανώς συγγενική με το διθύραμβος, θρίαμβος κ.ά.) αρχικά μάλλον σχετιζόταν με αγροτικές τελετές για τη Δήμητρα και τον Διόνυσο, οι οποίες περιείχαν σκώμματα και κάθε είδους πειράγματα (ίαμβοι)· έτσι εξηγείται και η εμμονή της ιαμβικής ποίησης στηλοιδορίαν, την αἰσχρολογίαν και το γελοῖον. Η κύρια λειτουργία του ιάμβου είναι ο ψόγος και η στηλίτευση των ελαττωμάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχει όμως και σοβαρούς, διδακτικούς-ηθικολογικούς τόνους. Η γλώσσα του ιάμβου ήταν η ιωνική διάλεκτος, τα μέτρα του ο αντιηρωικός ιαμβικός τρίμετρος, ο ορχηστικός και επιθετικός τροχαϊκός τετράμετρος και η επωδός, συχνά με ιαμβικούς-τροχαϊκούς ρυθμούς (βλ. IV 6.3.3.3.5.4 ).
Ίαμβοι μπορούσαν να ονομαστούν και άλλα μέτρα με παιγνιώδες περιεχόμενο, βλ. DSGL 1005-1006.
Ο Αρχίλοχος ο Πάριος (μέσα του 7ου αι.· βλ. απ. 122, που αναμφίβολα αναφέρεται στην έκλειψη ηλίου της 6ης Απριλίου 648) πήρε μέρος στις αποικιστικές αποστολές της πατρίδας του, έζησε κατόπιν στη Θάσο και σκοτώθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, στον πόλεμο. Τα περίπου 300 σωζόμενα αποσπάσματα (17 ελεγειακά, βλ. 1.3.3) δικαιώνουν απόλυτα τη μεγάλη ποιητική φήμη του στην αρχαιότητα (χαρακτηρίστηκε ὁμηρικώτατος αλλά επίσης ψογερός και βαρύγλωσσος).
Οι τρίμετροι (απ. 18-87) διακρίνονται για το σκωπτικό ύφος, τον σαρκασμό, τη χυδαία και βίαιη γλώσσα τους. Περισσότερο ήρεμοι τόνοι επικρατούν στους τετράμετρους (απ. 88-167), όπου ο ποιητής απευθύνεται στους συμπολίτες του (απ. 109) και στον ίδιο του τον θυμόν(απ. 128) και στοχάζεται γύρω από τους ανθρώπους και τις αδικίες τους (απ. 130-134). Στις επωδούς (απ. 168-204), που χαρακτηρίζονται από εκπληκτική μετρική ποικιλία, υπάρχουν "σοβαροί" και περίφημοι στίχοι (απ. 191 και 193), αλλά γενικά κυριαρχεί το σκώμμα. Στην περίφημη "επωδό της Κολωνίας" (απ. 196a) η παλιά αγαπημένη του ποιητή Νεοβούλη (πρβ. απ. 118) παρουσιάζεται ως ανήθικο πλάσμα, ανάξιο πλέον για κατάκτηση (πρβ. απ. 184 και 188;). Όσον αφορά τη γλώσσα αξιοπρόσεκτες είναι οι επινοήσεις ονομάτων με ετυμολογικά λογοπαίγνια (βλ. απ. 115) και τα ηχηρά πατρωνυμικά της επικής παράδοσης, τα οποία προσδίδουν σε εξαθλιωμένες υπάρξεις έναν απροσδόκητο τίτλο ευγένειας (βλ. απ. 250).
Έκδ.: IEG I. BLG 269-274· αγ. 23-27.
Ο Σημωνίδης από τη Σάμο (πρβ. απ. 7,69-70 W.) ήταν σύγχρονος του Αρχίλοχου και ονομάστηκε "Αμοργίνος", επειδή ήταν ο οικιστής στον αποικισμό της Αμοργού. Από τις ελεγείες του (2 βιβλία) δεν σώζεται τίποτε, και από την Αρχαιολογία των Σαμίων παραδίδεται μόνο ο τίτλος. Στα περίπου 40 ιαμβικά αποσπάσματά του δεν εμφανίζεται ο κύριος στόχος του, ο Οροδοκίδης (πρβ. Λουκ. Ψενδ.2). Περίφημη είναι η σάτιρά του κατά των γυναικών (απ. 7), η οποία χωρίζει τις γυναίκες με γκροτέσκο τρόπο σε 10 κατηγορίες εμπνευσμένες είτε από ζώα (γουρούνα, αλεπού κλπ.) είτε από φυσικά στοιχεία (γη, θάλασσα). Όλες, με εξαίρεση την εργατική "γυναίκα-μέλισσα", είναι το χειρότερο δώρο που ο Δίας θα μπορούσε να κάνει στον άνθρωπο.
Έκδ.: IEG II, σχολ. έκδ.: Ε. Pellizer-G. Tedeschi (Roma 1990). BLG 274-275- Ar. 27-28.
Τα περίπου 180 αποσπάσματα του Ιππώνακτα (τέλος του 6ου αι.), κυρίως χωλίαμβοι (IV 6.3.4), δείχνουν έναν ποιητή με μεγάλες εκφραστικές ικανότητες που τον έκαναν πρόδρομο τόσο των κωμικών όσο και των αλεξανδρινών ποιητών (βλ. Aevum Ant. 8, 1995, 105-136).
Οι αρχαίοι θεωρούσαν τον Ιππώνακτα δεξιοτέχνη της λοιδορίας και της αισχρολογίας. Στους στίχους του παριστάνονται μορφές-θύματα του ανελέητου σκώμματός του (π.χ. ο Βούπαλος), οι οποίες διαγράφονται με εξαιρετική ζωντάνια ως ανυπόληπτα άτομα σε ένα περιβάλλον, όπου κυριαρχούν οι κλοπές, οι έριδες, οι απειλές, οι δίκες, η βία και κυρίως οι ερωτικές περιπέτειες που ανήκουν στις πιο τολμηρές της αρχαιότητας. Υπάρχουν επίσης χονδροειδείς συγκρίσεις ανάμεσα σε ανθρώπους και ζώα, μαγικές πρακτικές, παροιμίες, μισογυνισμός, καθαρά ιδιωματικές εκφράσεις, συχνά ακόμη και ακατανόητες λέξεις ξένων γλωσσών, τις οποίες ο λόγιος ποιητής αποδίδει με ζήλο στα Ελληνικά. Αυτή η έντονη προτίμηση για το εξωτικό και το ασυνήθιστο θα βρει αργότερα θαυμαστές στον Καλλίμαχο, τον Ηρώνδα, τον Λυκόφρονα, τον Νίκανδρο κ.ά. Με περίπου 70 άπαξ λεγόμενα η γλώσσα του Ιππώνακτα είναι γεμάτη γραφικές βρισιές και σπινθηροβόλα διφορούμενα αστεία, κωμικές μεταφορές και υπερβολές αντάξιες ενός Αριστοφάνη. Μια πανταχού παρούσα παρωδιακή φλέβα εκτείνεται από μεμονωμένες λέξεις έως ολόκληρες φράσεις. Δίκαια ο Πολέμων (απ. 45 Preller) ανακήρυξε τον Ιππώνακτα ευρετή της παρωδίας παραθέτοντας τέσσερις εξάμετρους (απ. 128 W. = 126 Dg.) που σε επικό μέτρο, γλώσσα και ύφος παρουσιάζουν πλέον όχι τα κατορθώματα ενός ήρωα αλλά τις αμαρτίες ενός καλοφαγά.
Έκδ.: IEG Ι, Ε. Degani (Stuttgart-Leipzig 21991)· πρβ. Chr. Theodoridis, "Neue Zeugnisse zu Hipponax aus dem Lexikon des Photios", Eikasmos 2 (1991) 33-35 (βλ. επίσης Gnomon 65, 1993, 482-483). BLG 276-277· Ar. 28-36.
Από τον Ανάνιο (σύγχρονο του Ιππώνακτα ή λίγο μεταγενέστερο) σώζονται 6 αποσπάσματα (ιαμβικοί τρίμετροι και τροχαϊκοί τετράμετροι, και οι δυο ενίοτε "χωλοί") που αποφεύγουν τον ψόγονκαι την αἰσχρολογίαν περιέχουν αντίθετα ηθικολογίες, χαριτωμένη μυθολογική παρωδία και ένα γαστρονομικό ημερολόγιο (απ. 5), το πρώτο δείγμα ηδυφαγικής ποίησης στην ελληνική λογοτεχνία.
Έκδ.: IEG II. Ar. 19 - 21.
Στην Αττική ο ίαμβος υιοθετεί με τον Σόλωνα τους αυστηρούς τόνους της διδακτικής ποίησης. Με τους τρίμετρους και τους τετράμετρούς του (οι επωδοί έχουν χαθεί τελείως) ο μεγάλος νομοθέτης προειδοποιούσε τους συμπολίτες του για τον κίνδυνο της δημαγωγίας και υπερασπιζόταν το πολιτικό του έργο (απ. 32-40, βλ. 1.3.3).
Ιαμβογράφος ήταν ίσως και ο Σουσαρίων από τα Μέγαρα, ο υποτιθέμενος "ευρετής" της αττικής κωμωδίας (βλ. 1.8.3· [ECU 167-168).
Έκδ.: IEG II. BLG 275-276. DSGL 1021-1023.
1.3.3 Η ελεγεία
Η ελεγεία χαρακτηρίζεται μετρικά από το ελεγειακό δίστιχο (IV 6.3.2) και γλωσσικά από την ιωνική διάλεκτο. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι η ελεγεία ήταν αρχικά θρήνος (δηλ. νεκρικός θρήνος) και παρήγαγαν το ἔλεγος (μάλλον φρυγική λέξη, πρβ. Αρμ. degn "αυλός") από το ἔ ἔ λέγειν.
Θρηνωδικοί ήταν οι χαμένοι έλεγοι του Κλονά από την Τεγέα ή τη Θήβα (7ος αι.), του Σακάδα από το Άργος και του Εχέμβροτου από την Αρκαδία (και οι δυο α΄ μισό του 6ου αι.). Το πρώτο σωζόμενο δείγμα είναι η περίφημη "ελεγεία προς τον Περικλή" του Αρχίλοχου (απ. 13 W.).
Ωστόσο οι σωζόμενες ελεγείες παρουσιάζουν από την αρχή θεματική ποικιλία και αντλούν τα θέματά τους από τον πόλεμο, την πολιτική και το συμπόσιο.
Η πολεμική προτροπή εκπροσωπείται κυρίως από τον Καλλίνο τον Εφέσιο (25 σωζόμενοι στίχοι) και τον σπαρτιάτη Τυρταίο (και οι δυο στα μέσα του 7ου αι.). Ο Τυρταίος, που συνέθεσε και χαμένα εμβατήρια στη λακωνική διάλεκτο, απέκτησε φήμη στον ελληνικό κόσμο χάρη στις ελεγείες του (περίπου 150 στίχοι και περίπου άλλοι 100 αποσπασματικά σωζόμενοι) και αναδείχθηκε ο κατεξοχήν ποιητής ενός συλλογικού ηρωικού ιδανικού σύμφωνου με τις απαιτήσεις της οπλιτικής φάλαγγας που είχε στο μεταξύ επικρατήσει (βλ. V 1.2.7). Ο Τυρταίος ήταν ο πρώτος ένθερμος υμνητής της Σπάρτης. Στην Ευνομία του (απ. 1-4 W.) επαίνεσε το σπαρτιατικό πολίτευμα και υποστήριξε ότι καθιερώθηκε από τον ίδιο τον Απόλλωνα.
Έκδ.: ΙEG II· ΡΕ Ι∙ Τυρταίος: σχολ. έκδ. C. Prato (Roma 1968). BLG 268-269.
Στα περίπου 40 σωζόμενα δίστιχα του Μίμνερμου από τη Σμύρνη (7ος/6ος αι.· απ. 20 W.: η έκλειψη ηλίου της 28ης Μαΐου 585) εμφανίζεται για πρώτη φορά το θέμα του έρωτα, με μελαγχολικούς και απαισιόδοξους τόνους (βλ. απ. 2). Η αγαπημένη του αυλητρίδα Ναννώ έδωσε το όνομα της στη συλλογή που περιείχε μυθικές (απ. 12) και ιστορικές (απ. 9) παρεκβάσεις. Στη Σμυρνηίδα του ο Μίμνερμος τραγούδησε τους αγώνες των συμπολιτών του εναντίον του βασιλιά των Λυδών Γύγη (βλ. απ. 13-13a και ίσως 14).
Έκδ.: IEG II ΡΕ Ι∙ σχολ. έκδ.: A. Alien (Stuttgart 1993). BLG 275.
Ο Μίμνερμος δεν επιθυμούσε να ζήσει πάνω από 60 χρόνια (απ. 6), ο Σόλων όμως (640-560) του πρότεινε να αυξήσει το όριο στα 80 (απ. 20,4 W.· πρβ. απ. 18). Ο περίφημος νομοθέτης είναι ο αρχαιότερος γνωστός σε μας Αθηναίος ποιητής. Για τους ιάμβους του βλ. 7.3.2∙ οι ελεγείες του (πάνω από 100 δίστιχα) περιέχουν πολιτικές παραινέσεις και εξυμνούν την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη. Η Ευνομία (απ. 4) και η Ελεγεία προς τις Μούσες (απ. 13, πιθανόν παραδίδεται ολόκληρη) είναι εντυπωσιακές μαρτυρίες για την πολιτική και την κοσμοθεωρία του Σόλωνα.
Έκδ.: IEG II· ΡΕ I. BLG 275-276.
Με το όνομα του Θέογνη από τα Μέγαρα σώζεται μια συλλογή 1389 στίχων σε δύο βιβλία (αφιερωμένη στον αγαπημένο του Κύρνο), μια γνωμολογική συλλογή προορισμένη για το συμπόσιο, της οποίας ο αρχικός πυρήνας επεκτάθηκε με διαδοχικές προσθήκες στίχων άλλων ποιητών (του Τυρταίου, του Μίμνερμου, του Σόλωνα, ίσως και του Εύηνου από την Πάρο). Ο διαχωρισμός του αυθεντικού από το νόθο υπήρξε πάντα το κύριο μέλημα της έρευνας για τον Θέογνη (στο οποίο συχνά είναι αδύνατο να ανταποκριθεί κανείς).
Ο Πλάτων (Νόμοι 630a) αναφέρει ότι ο Θέογνης ήταν πολίτης των Υβλαίων Μεγάρων, πληροφορία που αμφισβήτησαν ήδη ο Δίδυμος και ο Αρποκρατίων. Στους στίχους 783-788 μνημονεύεται εξορία του ποιητή στην Εύβοια, τη Σπάρτη και τη Σικελία. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη η ακμή του Θέογνη τοποθετείται στις τελευταίες δεκαετίες του 7ου αι. Οι στίχοι 773-782 που αναφέρονται στην απειλή περσικής επίθεσης (πρβ. και 757-764) ανήκουν σε άλλον ποιητή από τα Μέγαρα (ίσως στον Φιλιάδα σύμφωνα με τον West, ΙEG 1211, πρβ. FGE 78-79).
Ένα αξιόπιστο (αλλά όχι αποκλειστικό) κριτήριο γνησιότητας είναι η αποστροφή στον Κύρνο (που κάποτε αποκαλείται και με το πατρωνυμικό του Πολυπαΐδης) στην αρχή πολλών ποιημάτων (συνολικά σε 306 στίχους). Ότι αυτή η αποστροφή είναι η σφρηγίς που σύμφωνα με τα λεγόμενά του ενσωματώνει ο ποιητής στο έργο του για να αποτρέψει πλαστογραφίες και νοθεύσεις παραμένει ακόμη η πιθανότερη υπόθεση (F. Jacoby) ανάμεσα σε πολλές άλλες (βλ. πρόσφατα G. Cerri, QS 17/33, 1991, 21-40· ΤΙ 377-391).
Από άποψη περιεχομένου, υπερτερούν οι ηθικές-πολιτικές νουθεσίες· το αριστοκρατικό ιδανικό ανατροφής και εκπαίδευσης διαποτίζει και το ερωτικό τμήμα (2° βιβλίο). Οι αριστοκρατικές αξίες που διαπερνούν το έργο υποστηρίζονται χωρίς κανέναν συμβιβασμό (συνεχής κριτική του δήμου, φόβος της τυραννίδας, νοσταλγία για τις παλιές καλές εποχές).
Συχνά με τον Θέογνη συνεξετάζεται και ο Φωκυλίδης από τη Μίλητο (6ος αι.), γνωστός για τα πολλά γνωμικά του. Από τις ελεγείες του έχουμε ένα μοναδικό και μάλιστα αμφισβητούμενο δίστιχο (ΡΕ 135, πρβ. IEG II 95).
Θέογνης: Έκδ. IEG Ι· σχολ. έκδ. (μαζί με τον Φωκυλίδη) M.L. West (Oxford 1978). BLG 277-278.
Σημαντική μορφή υπήρξε ο ποιητής και φιλόσοφος Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (περ. 565-470· βλ.1.6.2). Συνέθεσε κυρίως Σίλλους (τουλάχιστον 5 βιβλία), παρωδίες σατιρικού χαρακτήρα σε εξάμετρο με ένθετους ιαμβικούς τρίμετρους (όπως ο Μαργίτης· βλ. 1.2.3)· αυτό το ποιητικό είδος αναβίωσε στην αρχή της ελληνιστικής εποχής με τον Τίμωνα τον Φλειάσιο (IV 2.3). Για την κριτική του Ξενοφάνη εναντίον θεών και ποιητών βλ. VII 1.2.1. Δηκτική διάθεση χαρακτηρίζει και τα αποσπάσματα των ελεγειών του Ξενοφάνη: το απ. 2 W. ειρωνεύεται τον αθλητισμό (πρβ. αργότερα Ευριπίδη, απ. 282 Ν.2) και το απ. 7a W. χλευάζει το πυθαγόρειο δόγμα της μετεμψύχωσης.
Έκδ.: IEG II∙ ΡΕ Ι (με τους Σίλλους)· σχολ. έκδ. J.H. Lesher (Toronto κ.α. 1992), BLG 588-589.
1.3.4 Η μελική ποίηση
Η σύγχρονη διάκριση ανάμεσα στη μονωδική και τη χορική λυρική ποίηση ήταν άγνωστη στην αρχαιότητα. Μια σαφής διάκριση δεν ανταποκρινόταν εξάλλου στην ποιητική πρακτική της αρχαϊκής λυρικής ποίησης που περιλάμβανε πλήθος διαφορετικών ευκαιριών για ποιητικές εκτελέσεις: ο ίδιος ποιητής μπορούσε να συνθέτει και μονωδικά και χορικά λυρικά μέλη· έτσι η Σαπφώ, ο Αλκαίος και ο Ανακρέων μπορούν να χαρακτηριστούν κυρίως ως μονωδικοί, ενώ ο Σιμωνίδης, ο Πίνδαρος και ο Βακχυλίδης κυρίως ως χορικοί λυρικοί ποιητές. Ο αλεξανδρινός κανόνας των μελικών ποιητών περιλάμβανε τον Πίνδαρο, τον Βακχυλίδη, τη Σαπφώ, τον Ανακρέοντα, τον Στησίχορο, τον Ίβυκο, τον Αλκαίο και τον Αλκμάνα, στους οποίους προστέθηκε αργότερα η Κόριννα (PMGFT Α-Β).
Η μονωδική λυρική ποίηση συνοδευόταν από τη μουσική έγχορδου οργάνου και είχε μάλλον απλή μετρική δομή (στροφές σε λογαοιδικό, γλυκώνειο, αλκαϊκό, σαπφικό κ.ά. μέτρα· βλ. IV 6.5.2),ποικίλο περιεχόμενο και όχι παγιωμένη διάλεκτο (αιολική στον Αλκαίο και στη Σαπφώ, ιωνική στον Ανακρέοντα).
Η Σαπφώ και ο Αλκαίος έζησαν στη Λέσβο, νησί που ως πατρίδα του Τέρπανδρου (βλ. 1.3.5) φημιζόταν για την εξαιρετική ποιητική και μουσική του παράδοση, αλλά στο τέλος του 7ου και στις αρχές του 6ου αι. έγινε θέατρο λυσσαλέων αγώνων μεταξύ αριστοκρατικών φρατριών. Ο Αλκαίος συμμετείχε στους αγώνες αυτούς σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Αρχικά πολέμησε με την παράταξη του Πιττακού για το Σίγειο (όπου εγκατέλειψε την ασπίδα του, απ. 401 Β) και εναντίον του νέου τυράννου Μυρσίλου. Ο Πιττακός όμως συμφιλιώθηκε με τον εχθρό του, και ο Αλκαίος τον καταριέται από την εξορία του (απ. 129).
Το έργο του Αλκαίου (σώζονται περίπου 400, συχνά πολύ μικρά αποσπάσματα) περιλάμβανε κυρίως "τραγούδια του αγώνα" (στασιωτικά). Αυτή η ρωμαλέα, εντυπωσιακή ποίηση υμνεί τις αριστοκρατικές αρετές, πανηγυρίζει τον θάνατο του τυράννου, παρακινεί τους συντρόφους σε δράση και καταδιώκει με ιαμβογραφικό ζήλο τους αντιπάλους. Πολλές από τις εικόνες του Αλκαίου, με πρώτη την αλληγορική εικόνα της πόλης ως πλοίου σε καταιγίδα (απ. 208 a ), έγιναν γρήγορα κοινό κτήμα. Τα μέλη του βρήκαν σημαντικούς μιμητές στη Ρώμη (Οράτιος).
Η Σαπφώ ήταν σύγχρονη του Αλκαίου. Από το 604 ως το 596 ήταν εξόριστη στη Σικελία. Μετά την επιστροφή της ίδρυσε έναν γυναικείο θίασο (για τη λατρεία της Αφροδίτης και των Μουσών), στο πλαίσιο του οποίου προετοιμάζονταν για τον γάμο νεαρά κορίτσια αριστοκρατικής καταγωγής. Η ποίησή της χωρίστηκε από τους Αλεξανδρινούς σε 9 βιβλία και ήταν συνδεδεμένη με τις λατρευτικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες του θιάσου, με εξαίρεση τα προορισμένα για τη δημοσιότητα επιθαλάμια.
Τα περίπου 200 σωζόμενα αποσπάσματα της Σαπφούς έχουν ως θέμα κυρίως τον έρωτα για τις κοπέλες του θιάσου. Εκτός από την προσευχή στην Αφροδίτη (απ. 1 V.) αξιόλογα είναι το ποίημα για την ξενιτεμένη φίλη Ανακτορία (απ. 16), η περιγραφή των συμπτωμάτων του ερωτικού πάθους (απ. 31, μεταξύ άλλων το μιμήθηκαν ο Θεόκριτος, ο Λουκρήτιος, ο Κάτουλλος και ο Οράτιος), τα ποιήματα για τον αποχαιρετισμό των φίλων (απ. 94 κ.ά.), ο ύμνος της ομορφιάς της Ατθίδας που παντρεύτηκε στη Λυδία (απ. 96) και τα επιθαλάμια που συχνά δανείζονται λαϊκά στοιχεία και κάποτε μαρτυρούν ισχυρές ομηρικές επιδράσεις, όπως το επιθαλάμιο για τον Έκτορα και την Ανδρομάχη (απ. 44).
Έκδ.: Eva Μ. Voigt (Amsterdam 1971)· SLG 259-312. BLG 278-285.
Ο Ανακρέων από την Τέω (β΄ μισό του 6ου αι., πέθανε γύρω στο 485) συνέθεσε κυρίως ψυχαγωγική ποίηση ως αυλικός ποιητής.
Ανήκε στην αυλή του Πολυκράτη της Σάμου, μετά τον θάνατο του οποίου (522) πήγε στον Ίππαρχο, τον τύραννο της Αθήνας. Όταν δολοφονήθηκε ο Ίππαρχος (514) πήγε, όπως φαίνεται, στον Εχεκρατίδα, ηγεμόνα των Φαρσάλων. Το έργο του χωρίστηκε από τους Αλεξανδρινούς σε 3 βιβλία μελών, 1 βιβλίο ιάμβων (βλ. 1.3.2) και 1 ελεγειών (ΙEG II 30-31)· τα 18 επιγράμματα που παραδίδονται με το όνομά του ίσως είναι ψευδεπίγραφα (FGE 133-146).
Ως κατεξοχήν ποιητής του συμποσίου ο Ανακρέων βεβαιώνει ότι αγαπά όποιον "συνδυάζει τα λαμπερά δώρα των Μουσών και της Αφροδίτης και απολαμβάνει τις χαρές της ζωής" (απ. ελεγ. 2 W.). Την επιρροή του δείχνουν κυρίως τα Ανακρεόντεια, μια συλλογή 60 σύντομων ποιημάτων διαφόρων εποχών (IV 3.6.2· έκδ. M.L. West, Stuttgart-Leipzig 21993).
Τα περίπου 160 μελικά αποσπάσματα είναι αφιερωμένα κυρίως στο κρασί και τον έρωτα, τόσο τον ετεροφυλοφιλικό όσο και τον ομοφυλοφιλικό. Η ιδιότυπη πυγμαχία του ποιητή με τον Έρωτα (PMG396) και η παρομοίωση μιας κοπέλας με φοβισμένο ελαφάκι ή με αδάμαστο πουλάρι (PMG 408 και 417) είναι ορισμένα από τα περιφημότερα μοτίβα αυτής της κομψής και εκλεπτυσμένης ποίησης που όμως διαθέτει και λάγνους (βλ. PMG 407 και 439) και σατιρικούς τόνους: στην περιγραφή του νεόπλουτου Αρτέμωνα (PMG 372 και 388) και στα περιπαικτικά επίθετα για το ωραίο φύλο (PMG350, 446, 480 κλπ.) ο Ανακρέων πλησιάζει τους ιαμβογράφους· ενίοτε χρησιμοποιεί ομηρικές εκφράσεις με σκοπό την παρωδία (PMG 347, 11-18).
Έκδ.: PMG∙ SLG 313-315. BLG 285-287.
Η χορική λυρική ποίηση εκτελούνταν στις μεγάλες τοπικές ή πανελλήνιες γιορτές και διακρίνεται για τις περίτεχνες μετρικές δομές της (σε τριάδες στροφής, αντιστροφής και επωδού· IV 6.5.2) και το ποικίλο περιεχόμενό της. Υμνούσε τις αξίες της κοινότητας και συνέβαλλε στη διατήρηση της συνοχής της τόσο σε πανελλήνιο επίπεδο όσο και στο πλαίσιο της πόλης. Το χορικό άσμα διαδόθηκε αρχικά κυρίως στον δωρικό κόσμο (με αποτέλεσμα τον δωρικό χαρακτήρα της χορικής γλώσσας). Τον 7° αι. η Σπάρτη ήταν το κύριο κέντρο αυτής της ακμαίας ποιητικής-μουσικής παράδοσης.
Ο πρώτος νικητής στον κιθαρωδικό αγώνα προς τιμή του Καρνείου Απόλλωνα στη Σπάρτη (θεσπίστηκε ανάμεσα στο 676 και το 673) ήταν ο Τέρπανδρος από την Άντισσα, ο ιδρυτής μιας σχολής (κατάστασις) που επέφερε σημαντικούς νεωτερισμούς, όπως την αντικατάσταση της τετράχορδης δωρικής λύρας από τη λυδική-λεσβιακή επτάχορδη. Η παράδοση αποδίδει επίσης στον Τέρπανδρο (από τον οποίο σώζονται 6 γνήσια αποσπάσματα· σχολ. έκδ. Antonietta Gostoli, Roma 1990) την εύρεση της βαρβίτου (ενός άλλου έγχορδου οργάνου) και του σκόλιου όπως και την αναμόρφωση του κιθαρωδικού νόμου· συνέθεσε επίσης κιθαρωδικά προοίμια παρόμοια με τουςΟμηρικούς Ύμνους. Σε μια άλλη σχολή, στην οποία κυριαρχούσε η αυλωδία, ανήκαν μεταξύ άλλων ο Θάλητας από τη Γόρτυνα (ο "ευρετής" του υπορχήματος) και ο Σακάδας από το Αργός (ποιητής ενός περίφημου αυλητικού νόμου που περιέγραφε την πάλη του Απόλλωνα με τον Πύθωνα). Σημαντικός ανανεωτής του διθυράμβου ήταν ο Αρίων από τη Μήθυμνα που έδρασε στην αυλή του Περίανδρου της Κορίνθου (επομένως στην περίοδο 625-585· βλ. 1.8.1).
Θεματοφύλακας των θρησκευτικών, πολιτικών και ηθικών αξιών της Σπάρτης ήταν ο Λάκωνας (ή Λυδός;) Αλκμάν (β΄ μισό του 7ου αι.) που απέκτησε φήμη κυρίως ως ποιητής παρθενείων (2 βιβλία από σύνολο 6). Συνέθεσε επίσης παιάνες, ύμνους και ποιήματα για συσσίτια και γυμνοπαιδιές.
Το εκτενέστερο ανάμεσα στα περίπου 180 αποσπάσματά του, το λεγόμενο "παρθένειο του Λούβρου" (PMGF 1), που είναι το σημαντικότερο δείγμα χορικής λυρικής ποίησης, είναι αφιερωμένο σε μια κατά τα άλλα άγνωστη θεά (Αώτις) και περιγράφει μια νυχτερινή γιορτή. Διακρίνεται για τον έντονο ομοφυλοφιλικό ερωτισμό (τυπικό ίσως στη Σπάρτη, βλ. Πλούτ. Λνκ. 18,9) ανάμεσα στα δέκα μέλη του γυναικείου χορού. Ο πυθαγόρειος Αρχύτας απέδωσε (βλ. Αθηναίο XIII 600 κ.ε., test. PMGF59a-b) στον ίδιο τον ποιητή τα λόγια των μελών του χορού κάνοντας έτσι τον Αλκμάνα "ευρετή" της ηδυπαθούς-ερωτικής λυρικής ποίησης (βλ. Calame 558-559 και 561).
Τα θέματα του Αλκμάνα περιλάμβαναν από κοσμολογικούς στοχασμούς (PMGF 5) έως παιγνιώδεις αστεϊσμούς (PMGF 17, 107 κ.ά.)· συχνές είναι οι αυτοβιογραφικές πληροφορίες (με το όνομά του στο τρίτο πρόσωπο). Ανάμεσα στα άτιτλα αποσπάσματα υπάρχει η περίφημη επιθυμία του να πετάξει σαν κηρύλος μαζί με τις αλκυόνες πάνω από τα σύννεφα (PMGF 26) και η ακόμη γνωστότερη νυκτερινή ωδή (PMGF 89).
Έκδ.: PMGF∙ σχολ. έκδ.: C. Calame (Roma 1983). BLG 287-289.
Ο μεγάλος ανανεωτής Στησίχορος από τη Μάταυρο (γύρω στο 630-μέσα του 6ου αι.) συγχώνευσε την επική διήγηση και τη λυρική μορφή (βλ. Κοϊντιλ. 10,1,62) αντικαθιστώντας τον εξάμετρο με τα μέτρα και τις περίτεχνες δομές της λυρικής ποίησης.
Το πραγματικό του όνομα ήταν Τεισίας. Η χαρακτηριστική προσωνυμία τού δόθηκε στην Ιμέρα όπου έδρασε ως "ιδρυτής των χορών". Από το έργο του, που οι Αλεξανδρινοί είχαν κατατάξει σε 26 βιβλία, σώζονταν έως το 1967 περίπου 100 μικροσκοπικά αποσπάσματα. Από τότε διάφορα παπυρικά ευρήματα (με περίπου 150 σχεδόν ακέραιους στίχους) διεύρυναν σημαντικά τις γνώσεις μας. Το σημαντικότερο ανάμεσά τους είναι ο "πάπυρος της Λίλλης" (σχολ. έκδ. P. Parsons, ZPE 26, 1977, 7-36· J.M. Bremer, στο: J.M. Bremer κ.ά. (έκδ.). Some Recently Found Greek Poems, Leiden 1987, 128-174), όπου η Ιοκάστη προσπαθεί να αποτρέψει τη σύγκρουση μεταξύ Ετεοκλή και Πολυνείκη.
Σχεδόν όλοι οι τίτλοι των πολυάριθμων ποιημάτων του Στησιχόρου παραπέμπουν στα κύκλια έπη. Η πραγμάτευση του υλικού (σε δακτυλοαναπαιστικά και δακτυλεπιτριτικά μέτρα, IV 6.5.2) ήταν εκτενής∙ η Ορέστεια είχε τουλάχιστον δύο βιβλία, ενώ η Γηρυονίδα πάνω από 1300 στίχους.
Υποστηρίχτηκε ότι η εκτέλεση αυτών των ποιημάτων ήταν μονωδική και όχι χορική (βλ. όμως ΤΙ 347-361· Francesca D'Alfonso, Stesicoro e la performance, Roma 1994), πράγμα που θα ανέτρεπε τελείως τα δεδομένα της παράδοσης. Σύμφωνα με την παράδοση ο Στησίχορος συνέθεσε επίσης παιδεραστικά ποιήματα (PMGF ΤΒ 23) και μικρότερα ερωτικά ποιήματα με θλιβερό τέλος (PMGF277-280), τα οποία ίσως ανήκουν σε έναν ομώνυμο διθυραμβοποιό του 4ου αι. (PMG 841· βλ. L. Lehnus, SCO 24, 1975, 191-196· D'Alfonso 89-103).
Αυτά τα έργα (που αξιοποιήθηκαν ευρέως από τους τραγικούς) βρίσκονται πολύ κοντά στο έπος, όπως φαίνεται από τη γλώσσα, το ύφος και τα εκτενή αφηγηματικά τμήματα (σημαντικές είναι οι ομιλίες των προσώπων). Νεωτερισμούς σε σχέση με το έπος αποτελούν η ψυχολογική εμβάθυνση (Καλλιρόη, Ιοκάστη· ο τερατικός Γηρυόνης παρουσιάζεται με ηρωικούς τόνους) και οι πολυάριθμες μυθολογικές καινοτομίες (που συχνά οφείλονται στις ανάγκες της εκτέλεσης).
Ένα παράδειγμα είναι η ιστορία της Ελένης, για την οποία ο Στησίχορος συνέθεσε τουλάχιστον τρεις εκδοχές (βλ. Ε. Cingano, QUCC 41, 1982, 21-33): αρχικά η Ελένη ήταν υπεύθυνη για τον πόλεμο ως μοιχαλίδα (PMGF 190, πρβ. 223), κατόπιν η φήμη της αποκαταστάθηκε ως έναν βαθμό (PMGF193), και τελικά η ηρωίδα απαλλάχτηκε από κάθε κατηγορία (PMGF 192). Οι παλινωδίες ίσως έγιναν για να ανταποκριθεί ο ποιητής στις απαιτήσεις του δωρικού κοινού που απέδιδε λατρευτικές τιμές στη θεοποιημένη σπαρτιάτισσα ηρωίδα.
Έκδ.: PMGF. BLG 289-292.
Στις αρχαίες πηγές ο Ίβυκος από το Ρήγιο συσχετίζεται συχνά με τον Στησίχορο, κυρίως γιατί και αυτός ασχολήθηκε με μυθικά θέματα σε μεγάλη κλίμακα (Κύκλια, Ηρακλής, Αργοναύτες, Μελέαγρος).
Έτσι του αποδίδονται τα Ἆθλα ἐπὶ Πελίᾳ του Στησίχορου (βλ. Αθήν. 4,172d) ή ακόμη και οι ίδιες εκφράσεις ή τα ίδια μοτίβα (βλ. E.Cingano, AΙON (filol.) 12, 1990, 189-208). Το έργο του Ιβύκου χωριζόταν σε 7 βιβλία· σώθηκαν κάπου 170 αποσπάσματα (με 130 περισσότερο ή λιγότερο ακέραιους στίχους).
Ωστόσο, ο Ίβυκος πραγματεύτηκε τον μύθο διαφορετικά από τον Στησίχορο με πιο υπαινικτικό τρόπο τοποθετώντας τον σε ένα εγκωμιαστικό πλαίσιο· στην ωδή στον Πολυκράτη π.χ. (πιθανόν τον γιο του τυράννου) ο ποιητής με μια έντεχνη αποσιώπηση περνά από τον τρωικό πόλεμο στον ύμνο της ομορφιάς του νεαρού (PMGF 5 151). Ο Ίβυκος ήταν περίφημος κυρίως ως υμνητής του εφηβικού έρωτα· ορισμένα από τα πολλά αποσπάσματα των παιδικῶν του προβάλλουν με πρωτότυπο τρόπο τη βασανιστική δύναμη του έρωτα (PMGF 286-287).
Τα πρώτα επινίκια πιθανόν εμφανίζονται με τον Ίβυκο (βλ. PMGF S 166 και 220-221· J.P. Barren, BΙCS 31, 1984, 13-24, Ε.Α.Β. Jenner, BICS 33, 1986, 59-66).
Έκδ.: PMGF. BLG 292-293.
Πολύπλευρος και νεωτεριστής λυρικός ποιητής, ο Σιμωνίδης ο Κείος (περ. 556-468) ήταν περιζήτητος από πλούσιους και ισχυρούς πάτρωνες λόγω της φήμης του.
Έζησε μεταξύ άλλων στην αυλή του Ίππαρχου στην Αθήνα, κοντά στους Σκοπάδες και τους Αλευάδες της Θεσσαλίας και στην αυλή του Ιέρωνα, του τυράννου των Συρακουσών. Στους προστάτες του συγκαταλεγόταν και ο Θεμιστοκλής (βλ. PMG 627, ΡΤ Ι 41-47). Ο Σιμωνίδης ήταν παροιμιώδης για τη φιλοχρηματία του (βλ. ήδη Ξενοφάνη, απ. ελεγ. 21 W.), αλλά είχε τη φήμη του σοφού λόγω των πλούσιων σε γνωμικά στίχων του (περίφημος ήταν ο ορισμός της ποίησης ως "ομιλούσας ζωγραφικής", Πλούτ. Ηθ. 346-347). Οι αρχαίοι του απέδιδαν 56 νίκες σε διονυσιακούς αγώνες, την εύρεση της μνημοτεχνικής και ορισμένων στοιχείων του αλφαβήτου, πολλά επιγράμματα (βλ. 1.4.1), ακόμη και τραγωδίες. Συνεχή τμήματα ελεγειών του ανακαλύφθηκαν πρόσφατα σε πάπυρο (IEG II 114-137)· από τη μελική παραγωγή του σώζονται περίπου 150 (συχνά μικρά) αποσπάσματα (κυρίως επινικίων, θρήνων και εγκωμίων).
Ο ρόλος του Σιμωνίδη ήταν σημαντικός στην εξέλιξη του επινικίου και του θρήνου όπως και του επιγράμματος και της ελεγείας.
Πιθανόν ο Σιμωνίδης, αν όχι ήδη ο Ίβυκος (βλ. παραπάνω), μετέτρεψε το επινίκιο από μια τυποποιημένη ωδή (όπως ο γνωστός από το απ. 324 W. του Αρχίλοχου καλλίνικος) σε ένα εξατομικευμένο ποίημα για συγκεκριμένους παραγγελιοδότες. Ορισμένοι αρχαίοι κριτικοί θεωρούσαν άφθαστη τη δεξιοτεχνία του Σιμωνίδη στην πρόκληση ελέους με τους θρήνους του (Κοϊντιλ. 10,1,64).
Η πελατεία του Σιμωνίδη δεν περιοριζόταν σε ευγενείς και εύπορους ιδιώτες. Με κρατική ανάθεση ύμνησε τις μεγάλες μάχες των Περσικών Πολέμων και έγινε έτσι ο πρώτος εκφραστής του πανελλήνιου αισθήματος που αφυπνίστηκε στους πολέμους αυτούς.
Αυτό δείχνουν τα αποσπάσματα της ελεγείας για τη μάχη των Πλαταιών (απ. ελεγ. 10-17 W.). Τη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο την πραγματεύτηκε σε λυρικά (PMG 532-535) και ελεγειακά μέτρα (απ. ελεγ. 1-4), της Σαλαμίνας σε λυρικά (PMG 536). Η ελεγεία για τους νεκρούς του Μαραθώνα (βλ. Vita Aesch. 8) έχει χαθεί, ενώ από το ποίημα για τους νεκρούς των Θερμοπυλών σώζεται ένα αξιοπρόσεκτο απόσπασμα (PMG 531).
Ως διανοούμενος της εποχής του (ο Lessing τον ονόμασε "Έλληνα Βολταίρο") ο Σιμωνίδης αντιπαραθέτει ανοιχτά στις παραδοσιακές αριστοκρατικές αξίες αντιηρωικές και περισσότερο ανθρώπινες αρχές: το εγκώμιό του στον Σκόπα (PMG 542) προδίδει καθαρά έναν ηθικό σχετικισμό (πρβ. 541). Αυτή η νηφάλια κοσμοθεωρία εξηγεί τους απόμακρους και ειρωνικούς τόνους (αδιανόητους στον Πίνδαρο και τον Βακχυλίδη) που εμφανίζονται συχνά στα επινίκιά του.
Βλ. PMG 507, 509, 514 (ο ηνίοχος Ορίλλας, νικητής στην Πελλήνη, παρομοιάζεται με ψαρά που από την πείνα ρίχνεται στην παγωμένη θάλασσα, βλ. Η. Fraenkel, Dichtung und Philosophic des frühen Griechentums, München 31969, 495), 515 (τα μουλάρια χαρακτηρίζονται "κόρες των γοργόποδων αλόγων", πρβ. Αριστοτ. Ρητ. 1405b 24-28).
Με τον "θρήνο της Δανάης" (PMG 543), το πάθος του οποίου ο Σιμωνίδης το εκφράζει αξιοθαύμαστα σε πρώτο πρόσωπο, εμφανίζεται για πρώτη φορά η μητρική αγάπη στην ελληνική λογοτεχνία.
Έκδ.: PMG. BLG 293-294.
Ο Βακχυλίδης ο Κείος (τέλος του 6ου-μέσα του 5ου αι.) ήταν ένας ποιητής με ξεχωριστό ταλέντο. Ωστόσο, η σύγκριση με τον Πίνδαρο συσκότισε τη φήμη του ήδη στην αρχαιότητα.
Έδρασε σε πολλά μέρη. Το Επιν. 13 για τον Αιγινήτη Πυθέα χρονολογείται γύρω στο 480· το 468 ο Ιέρων των Συρακουσών προτίμησε τον Βακχυλίδη από τον Πίνδαρο για να υμνήσει τη νίκη του στην Ολυμπία (Επιν. 3). Από το έργο του έχουμε 14 επινίκια (4 Ολυμπιόνικους, 2 Πυθιόνικους, 3 Ισθμιόνικους και 3 Νεμεόνικους) και 6 διθυράμβους, καθώς και αποσπάσματα από επινίκια, διθυράμβους και ποιήματα που ανήκουν σε άλλα είδη (ύμνους, παιάνες, παρθένεια, προσόδια, υπορχήματα, εγκώμια και ερωτικά-συμποτικά).
Τα επινίκια διαιρούνται, όπως και στον Πίνδαρο, σε καιρόν (νίκη και έπαινος του νικητή, της οικογένειας και της πατρίδας του), μῦθον (διήγηση θεϊκών ή ανθρώπινων πράξεων), και γνώμην(γνωμικό τέλος). Χαρακτηριστική για τον Βακχυλίδη είναι η εκτεταμένη και λεπτομερειακή, σχεδόν επική, διήγηση του μύθου με λυρικές προσθήκες πάθους (βλ. τις τραγικές ιστορίες του Κροίσου,Επιν. 3, και του Μελέαγρου, Επιν. 5).
Μεγάλη έκταση στον μύθο δίνουν και οι διθύραμβοι. Οι Ἠίθεοι ἢ Θησεὺς (17) υμνούν την αθηναϊκή θαλασσοκρατία που αντιπαρατίθεται στη μυθική ναυτική κυριαρχία του Μίνωα. Ο Θησεὺς (18), ένας διάλογος ανάμεσα σε χορό Αθηναίων και στον βασιλιά Αιγέα, αντανακλά τη μετάβαση από τον διθύραμβο στην τραγωδία (βλ. 1.8.1/).
Στην πραγματικότητα εδώ είναι φανερή η επίδραση του ώριμου δράματος του Αισχύλου (βλ. πρόσφατα V. Di Benedetto-E. Medda, La tragedia sulla scena. La tragedia greca in quanto spettacolo teatrale, Torino 1997, 398-399). Από τα συμποτικά εγκώμια του Βακχυλίδη προέρχεται το έξοχο απ. 20Β Sn.-M. που θυμίζει πολύ τον Ανακρέοντα.
Έκδ.: Β. Snell-H. Maehler (Leipzig 101970)· J. Irigoin (Paris 1993). BLG 294-297.
Διαφορετικός από τον παλιότερο αλλά προοδευτικό Σιμωνίδη είναι ο Πίνδαρος (518-περ. 438), σκληροπυρηνικός οπαδός μιας κοσμοθεωρίας που είχε στο μεταξύ παρακμάσει. Ωστόσο οι Αλεξανδρινοί του έδωσαν την πρώτη θέση ανάμεσα στους λυρικούς, και ο Οράτιος τον θεωρούσε άφθαστο πρότυπο (Carm. 4,2,1-8). Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από τον πλούτο και τη μεγαλοπρέπεια των εικόνων του, την εκφραστική του δεινότητα, καθώς και από την επιβλητική και περίπλοκη αυστηρότητα του ύφους του.
Το πρώτο χρονολογήσιμο έργο του τοποθετείται στο 498 (Πυθ. 10), το τελευταίο του το 446 (Πυθ.8). Η πελατεία του περιλάμβανε βασιλείς και τυράννους, πόλεις (κυρίως Θήβα και Αίγινα), ιερατεία (κυρίως των Δελφών) και ιδιώτες. Η φιλοπερσική στάση της πατρίδας του Θήβας εξηγεί την αποσιώπηση του Μαραθώνα (490) στο επινίκιο που συνέθεσε το 486 για τον Αλκμεωνίδη Μεγακλή (Π. 7). Όταν αργότερα ύμνησε την Αθήνα ως "προμαχώνα της Ελλάδας" και τη νίκη της στο Αρτεμίσιο (απ. 76-77), η Αθήνα τον αντάμειψε πλουσιοπάροχα και η Θήβα τον τιμώρησε σκληρά. Το εκτεταμένο έργο του χωριζόταν σε 17 βιβλία: τα πρώτα 11 περιλάμβαναν τα θρησκευτικά ποιήματα (ύμνοι, παιάνες, 2 βιβλία διθυράμβων, 2 βιβλία προσοδίων, 3 βιβλία παρθενείων, 2 βιβλίαυπορχημάτων) και τα υπόλοιπα έξι τα κοσμικά (εγκώμια, θρήνοι, 4 βιβλία επινικίων). Από το σύνολο αυτό σώθηκαν μόνο τα βιβλία των επινικίων, καθένα από τα οποία είναι αφιερωμένο σε μια από τις κύριες πανελλήνιες γιορτές. Έτσι έχουμε 14 Ολυμπιόνικονς, 12 Πυθιόνικους, 11Νεμεόνικους και 9 Ισθμιόνικους. Από τα υπόλοιπα 13 βιβλία έχουν σωθεί περίπου 350 αποσπάσματα (τα περισσότερα σε πάπυρο).
Οι επινίκιοι (με τριμερή δομή, όπως στον Βακχυλίδη) υμνούν τους αθλητικούς αγώνες ως κάτι ηρωικό και ιερό: με τη νίκη ο θεός-ο Δίας στην Ολυμπία και στη Νεμέα, ο Απόλλωνας στους Δελφούς, ο Ποσειδώνας στον Ισθμό-επιτρέπει στον αριστοκράτη αθλητή να ενεργοποιήσει τα χαρίσματα (δύναμη, θάρρος, επιδεξιότητα) που οι θεοί έδωσαν στον ίδιο, συχνά και στα άλλα μέλη της οικογένειάς του και στους συμπολίτες του. Η φήμη που χαρίζει η νίκη καθαυτή είναι πρόσκαιρη, αλλά ο ποιητής είναι σε θέση να την μεταδώσει πέρα από χρονικά και τοπικά όρια. Ο έπαινος του νικητή, το κέντρο του επινίκιου, συνδέεται με μια ηθική-θρησκευτική αξιολόγηση (γνώμη), ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της οποίας παρατίθεται ένας μύθος. Ο μύθος προβάλλει ένα ηρωικό πρότυπο συμπεριφοράς και εξιστορείται σε συντομευμένη, υπαινικτική μορφή (οι μακροσκελείς διηγήσεις αποφεύγονται ρητά: Πυθ. 4, 247-248, 8, 28-32 κλπ.). Παρά τις παραλείψεις το κοινό ήταν σε θέση να αντιληφθεί το μήνυμα, γιατί γνώριζε τον "κώδικα" και την κλίμακα αξιών.
Όσον αφορά την τέχνη του, στον Ολ. 2, 83-88 ο Πίνδαρος ισχυρίζεται ότι στη φαρέτρα του έχει "πολλά γρήγορα βέλη που μιλούν στους συνετούς (σννετοῖσιν), αλλά για τον πολύ κόσμο χρειάζονται ερμηνευτές" και ότι ο πραγματικός σοφός είναι αυτός "που γνωρίζει πολλά από τη φύση του (φυᾷ)", ενώ οι μαθόντες είναι απλά κοράκια που κρώζουν απέναντι στον θεϊκό αετό (πρβ. Νεμ.3, 80-83). Δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα ότι στόχοι αυτών των επιθέσεων είναι οι αντίπαλοί του Σιμωνίδης και Βακχυλίδης (αυτή είναι η άποψη των αρχαίων ερμηνευτών). Επομένως, παρά τον δημόσιο χαρακτήρα των αγώνων, η ποίηση του Πίνδαρου απευθυνόταν σε ένα επιλεγμένο κοινό που ήταν ικανό να παρακολουθήσει τις περίπλοκες ωδές του.
Στα αποσπάσματα υπάρχουν αξιοπρόσεκτα κατάλοιπα θρήνων, ύμνων, παιάνων και διθυράμβων.Παρά την έντονη ποικιλία τους που οφείλεται στους διαφορετικούς σκοπούς και το διαφορετικό κάθε φορά περιεχόμενο των ποιημάτων (το απ. 128c Sn.-M. δίνει τον αρχαιότερο ορισμό λογοτεχνικών ειδών), όλα τα αποσπάσματα διακρίνονται για το καθαρά ιδιότυπο ύφος τους και μαρτυρούν την κυρίαρχη σημασία των θεών στον πινδαρικό κόσμο.
Βασική για τη θρησκευτικότητα του Πίνδαρου είναι η σχέση του με το μαντείο των Δελφών. Ωστόσο ο ποιητής αποδεχόταν και δόγματα που σχετίζονταν με μυστηριακές λατρείες, όπως ο ορφισμός (βλ. το απ. 129-131b των θρήνων και το μεγάλο πανόραμα των Ηλυσίων στον Ολ. 2), καθώς και πυθαγόρειες αντιλήψεις (Σικελοί παραγγελιοδότες!). Σημαντικά αποσπάσματα έχουν σωθεί και από τα εγκώμια, αλεξανδρινός χαρακτηρισμός των συμποτικών ποιημάτων που όμως ο ίδιος ο Πίνδαρος ονόμαζε σχόλια (απ. 122,11).
Η γλώσσα του Πίνδαρου έχει έντονο δωρικό χρωματισμό, αλλά περιέχει επίσης επικά, αιολικά και ορισμένα βοιωτικά στοιχεία. Το πανηγυρικό του ύφος είναι εξαιρετικά δύσκολο λόγω της χρήσης συμβολικών εννοιών, τολμηρών νεολογισμών, μεταφορών και εκτεταμένων υπερβατών.
Έκδ.: Β. Snell-H. Maehler (Stuttgart-Leipzig Ι, 81987, II, 1989)· Θρήνοι: σχολ. έκδ. Maria Cannata Fera (Roma 1990)· Παιάνες: σχολ. έκδ. G. Bona (Cuneo 1988). BLG 297-310.
Η ποιήτρια Κόριννα από την Τανάγρα απέκτησε μεγάλη φήμη κυρίως στον ρωμαϊκό κόσμο (όπου τα ποιήματ της διαβάζονταν στο σχολείο).
Σύμφωνα με την παράδοση ήταν ανταγωνίστρια του Πίνδαρου και μαθήτρια της Μυρτίδας (βλ. παρακάτω). Από το έργο της (5 βιβλία) σώζονται σύντομα παραθέματα και εκτενέστερα παπυρικά αποσπάσματα (PMG 654-689).
Τα ποιήματα της Κόριννας είχαν αφηγηματικό χαρακτήρα και, όπως δείχνουν οι τίτλοι, πραγματεύονταν ιστορίες της Βοιωτίας. Στην αρχή ενός ποιήματος δηλώνει ότι θέλει να τραγουδήσει "ωραίες ιστορίες (Fεροῖα) για τις λευκόπεπλες Ταναγραίες", οι οποίες θα φέρουν μεγάλη χαρά στην πόλη (PMG 655 απ. 1.1-5).
Το ποίημά της για τον αγώνα του Ελικώνα με τον Κιθαιρώνα, τους επώνυμους ήρωες των αντίστοιχων βουνών (PMG 654 απ. 1 στήλ. Ι), τελειώνει-αντίθετα με την παράδοση-με τη νίκη του δεύτερου (πιθανόν για να γίνει αρεστή στο κοινό των Πλαταιών που ήταν χτισμένες στην πλαγιά του Κιθαιρώνα).
Η γλώσσα της Κόριννας διατηρεί εμφανή ίχνη της τοπικής βοιωτικής διαλέκτου. Το ύφος της είναι διαυγές και απέριττο (κοσμητικά επίθετα και μεταφορές σπανίζουν). Η μετρική δομή των μεγαλύτερων αποσπασμάτων βασίζεται σε μικρές ομαλές στροφές.
Έκδ.: PMG, σχολ. έκδ. D. Page (London 1953). BLG 310-311. G . Burzacchini, Eikasmos 1 (1990) 31-35, 2 (1991) 39-90, 3(1992) 47-65· TΙ 403-412.
Από άλλους μελικούς ποιητές σώθηκαν μόνο λίγα αποσπάσματα. Η Μυρτίς καταγόταν από την Ανθηδόνα της Βοιωτίας και πραγματεύτηκε σε ένα ποίημά της τον μύθο του Ταναγραίου ήρωα Εύνοστου (PMG 716, βλ. ΤΙ 395-401). Αλλες φημισμένες ποιήτριες ήταν η Τελέσιλλα από το Άργος(PMG 717-726) και η Πράξιλλα από τη Σικυώνα (PMG 747-754), οι οποίες έζησαν στο α΄ μισό του 5ου αι. Από την Τελέσιλλα πήρε το όνομά του ο τελεσίλλειος στίχος (IV 6.5.2), που ήταν ήδη γνωστός στον Αλκμάνα, αλλά χρησιμοποιήθηκε από την ποιήτρια για ολόκληρα ποιήματα. Η Πράξιλλα συνέθεσε ύμνους και διθυράμβους, αλλά φαίνεται αδύνατο να της ανήκουν τα συμποτικά ποιήματα που ονομάζονταν παροίνια (βλ. PMG 749-750). Σημαντικός καινοτόμος στη θεωρία της μουσικής και οργανωτής διθυραμβικών αγώνων ήταν ο Λάσος από την Ερμιόνη, που αποκάλυψε τον πλαστογράφο χρησμών Ονομάκριτο (βλ. 1.2.6) στην αυλή του Ίππαρχου. Εκτός από την πρώτη πραγματεία Περὶ μουσικῆς συνέθεσε επίσης μελικά ποιήματα (PMG 702-706, σχολ. έκδ. G. Brussich, QLCG 3, 1975/76, 85-134)· βλ. G.A. Privitera, Laso di Ermione nella cultura ateniese e nella tradizione storiografica (Roma 1965).
Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία - Αρχαϊκή και κλασική Εποχή (Heinz-Günter Nesselrath, Εισαγωγή στην Αρχαιογνωσία, τ. Α', σσ. 373-398)
[Heinz-Günter Nesselrath, Εισαγωγή στην Αρχαιογνωσία, τ.Α': "Αρχαία Ελλάδα", επιμ. Δ.Ι. Ιακώβ και Α. Ρεγκάκος, Αθήνα: Παπαδήμας, 2001, σσ. 373-398, http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/education/lyric/support/grammatologika/04.html]
1. Αρχαϊκή και Κλασική Εποχή
Gustav Adolf Lehmann
1.1. Η μυκηναϊκή (προ-)ιστορία
Είναι απαραίτητες μερικές εισαγωγικές παρατηρήσεις ως κατευθυντήριες γραμμές. Αρχή της αρχαίας ελληνικής ιστορίας θεωρείται ορθά η μετανάστευση ινδοευρωπαϊκών φύλων στην βαλκανική χερσόνησο γύρω στο 2000, τα οποία έφεραν μαζί τους τα βασικά στοιχεία της ελληνικής γλώσσας από τις περιοχές της ανατολικής Ευρώπης-Ευρασίας. Οι επήλυδες συνάντησαν τον ανώτερο πολιτισμό ενός και αριθμητικά ισχυρότερου αιγαιακού πληθυσμού (τον λεγόμενο ελλαδικό πολιτισμό). Στα τέλη της τρίτης χιλιετίας εμφανίζονται μεγάλοι, οχυρωμένοι οικισμοί -ιδιαίτερα εντυπωσιακοί στην Αργολίδα (Λέρνα)- και οι απαρχές ενός διαφοροποιημένου ανακτορικού πολιτισμού (σχεδόν ταυτόχρονα με την ανάπτυξη του πολιτισμού της πρώιμης μινωικής Κρήτης στο νότιο Αιγαίο).
1.1.1. Μετά την εισβολή γύρω στο 2000 χρειάστηκε μια μακρά περίοδος πολιτιστικής προσαρμογής και φυλετικής ανάμιξης με το αιγαιακό πληθυσμιακό υπόστρωμα έως ότου αναπτυχθούν στην ηπειρωτική Ελλάδα, και μάλιστα πάλι στην Αργολίδα, κέντρα εξουσίας, παράλληλα με τη δεύτερη περίοδο άνθησης της "νεοανακτορικής" μινωικής Κρήτης. Από τις αρχές του 16ου αι. (υστεροελλαδική/μυκηναϊκή Ι εποχή) το ανάκτορο των Μυκηνών βρίσκεται στο επίκεντρο ενός μυκηναϊκού-πρώιμου ελληνικού πολιτισμού που αναπτύχθηκε με πρότυπο τον ανακτορικό πολιτισμό της Κρήτης. Σύντομα εμφανίστηκαν και άλλα ανακτορικά κέντρα εξουσίας στη Λακωνία (Σπάρτη/Μενελάϊον, Αμύκλαι), Μεσσηνία (Πύλος), Βοιωτία (Θήβα, Ορχομενός, Γλα), Αττική (Ελευσίνα, Αθήνα), Αιτωλία (Καλυδώνα) και Θεσσαλία (Ιωλκός), που υιοθέτησαν και τη νεότερη μορφή της κρητικής γραμμικής γραφής (Γραμμική Β, βλ. ΙΙΙ 1.1.1) στο πλαίσιο ενός συστήματος διοίκησης ιδιαίτερα συγκεντρωτικού και γραφειοκρατικού. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτές οι πρώιμες ελληνικές ανακτορικές πόλεις απαντούν ως κέντρα των μυθικών κύκλων της μεταγενέστερης "κλασικής" παράδοσης. Η δυναστεία και η κυρίαρχη τάξη που επικράτησαν στην Κρήτη και στο ανακτορικό κέντρο της Κνωσσού από τα μέσα του 15ου αι. προφανώς προέρχονταν από την ηπειρωτική Ελλάδα, ενώ παράλληλα εντάθηκαν οι επαφές με τις μεγάλες δυνάμεις και τα κράτη στην περιοχή της Μικράς Ασίας και της ανατολικής Μεσογείου (βλ. H.G. Buchholz, Ägäische Bronzezeit,Darmstadt 1987).
Οι πληροφορίες από τα αιγυπτιακά και χιττιτικά γραπτά μνημεία της εποχής αυτής επιτρέπουν σαφείς απαντήσεις στο σημαντικό, και από ιστορική άποψη αλλά και από την άποψη της ομηρικής μυθικής παράδοσης, ερώτημα αν έστω και προσωρινά υπήρξε μια αυτοκρατορία των Μυκηνών όπως αυτή του Αγαμέμνονα: εκτός από το κρητικό-αιγαιακό βασίλειο της Κνωσσού (Kapram/Kaphthor/*Kafta = Κρήτη) αναφέρεται το βασίλειο των *Danaja (Δαναοί-εθνικό όνομα/μύθος του Δαναού!) με κέντρο τη Mukana (Μυκήναι) που εκτός από την Πελοπόννησο και τα Κύθηρα περιλάμβανε προφανώς και την περιοχή των Θηβών. Στα κρατικά αρχεία των Χιττιτών (στο Boghazkoy-Hattuscha) από τον 14ο και 13ο αι. απαντούν επίσης πολυάριθμες (συνήθως όμως πολύ αποσπασματικές) αναφορές στην αιγαιακή δύναμη των Achijawa (Αχαιοί-εθνικό όνομα!) που αναδείχθηκε σε ανταγωνιστή και ανεξάρτητο σύμμαχο της χιττιτικής αυτοκρατορίας στα δυτικά σύνορα της Μικρός Ασίας και στο νοτιανατολικό Αιγαίο (βλ. G.A. Lehmann, Die mykenisch-frühgriechische Welt und der östliche Mittelmeerraum in der Zeit der 'Seevölker'-Invasionen urn 1200 v. Chr., Opiaden 1985, 8-12, και του ίδιου, HZ, 262, 1996, 1-38).
1.1.2. Στις αναταραχές που οφείλονταν στη μετακίνηση των "λαών της θάλασσας", οι οποίοι άρχισαν να διεισδύουν από τις βόρειες ή βορειοδυτικές περιοχές του μυκηναϊκού κόσμου στον χώρο του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσόγειου αρκετά πριν από το 1200, τα μεγάλα κέντρα εξουσίας στην ηπειρωτική Ελλάδα και στην Κρήτη καταστράφηκαν παράλληλα με την ξαφνική κατάρρευση των ανατολικών κέντρων της χιττιτικής αυτοκρατορίας. Αυτή η βαθιά ιστορική τομή χαρακτηρίζεται από την απότομη εξαφάνιση του πολιτισμού της Γραμμικής Β, αν και στα τέλη του 12ου αι. ο πολιτισμός των μυκηναϊκών πόλεων άνθισε ξανά σε μερικά παλιά ανακτορικά κέντρα, σε περιοχές όμως οι οποίες κατά το παρελθόν θεωρούνταν περιφερειακές (στην υστεροελλαδική III Γ εποχή: χωρίς ανακτορική διοίκηση και γραφή, βλ. Sigrid Jalkotzy, στο: J. Latacz [εκδ.], Zweihundert Jahre Homer-Forschung,Stuttgart-Leipzig 1991, 127-154).
1.2. Οι "σκοτεινοί αιώνες" και η διαμόρφωση της πόλης-κράτους
1.2.1. Μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτορικών κέντρων, του πολιτισμού και των πολιτικοκοινωνικών δομών τους, ακολούθησαν στην Ελλάδα σχεδόν τέσσερις "σκοτεινοί αιώνες", για τα γεγονότα των οποίων δεν διαθέτουμε καμιά πληροφορία. Ιστορικές παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν εδώ μόνο για μερικές θεμελιώδεις εξελίξεις, καθώς και για τις στοιχειώδεις πολιτιστικές και πολιτικοκοινωνικές σχέσεις. Στην ύστερη μυκηναϊκή εποχή (12ος/11ος αι.) εξελληνίστηκε η Κύπρος με μαζική μετανάστευση από την Πελοπόννησο. Στη διάρκεια του 11ου/10ου αι. η μετακίνηση αυτή συνδέεται με τη μετανάστευση στα παράλια της Πελοποννήσου των ελληνικών ή "δωρικών" φύλων, που αποτέλεσαν τη βάση του δωρικού πληθυσμού της Πελοποννήσου με τη χαρακτηριστική διαίρεση σε φυλές, που έφεραν το όνομα ιστορικών γεναρχών.
Πρέπει πράγματι να φανταστούμε την οργάνωση των Δωριέων της Πελοποννήσου ως μια "ομοσπονδία φυλών", η οποία ενσωμάτωσε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο παλαιότερα αυτόχθονα φύλα (τη φυλή των "Παμφύλων"), βορειοδυτικούς μετανάστες (τη φυλή των Δυμάνων) και, ως κυρίαρχο στοιχείο, μια ήδη οργανωμένη τάξη πολεμιστών (τη φυλή των "Ηρακλειδών" Υλλέων, έναν από τους "λαούς της θάλασσας", που κατάγονταν προφανώς από την περιοχή της Αδριατικής, βλ. N.F. Jones, "The Order of the Dorian Phylai", CPh 75, 1980, 197-205, A . Heubeck-G. Neumann, "Die Namen Hyllos u. Hylleis", Glotta 63, 1985, 4-7). Μετά τη διαμόρφωση του δωρικού πληθυσμού της Πελοποννήσου γύρω στο 1000 π.Χ. οι Δωριέες τριχάικες ("οι Δωριείς που διαιρούνται σε τρία μέρη", Όμ. Οδ. 19,177) επεκτάθηκαν στην Κρήτη και στα Δωδεκάνησα (μέχρι τη μικρασιατική ακτή). Η ανατολική ελληνική διάλεκτος της Πελοποννήσου (ΙΙΙ 1.2.3), που παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με τη γραφειοκρατική γλώσσα της Γραμμικής Β στην εποχή των μυκηναϊκών ανακτόρων, διατηρήθηκε μόνο στην απομονωμένη ορεινή Αρκαδία - και στην Κύπρο!
1.2.2. Τη θέση του μυκηναϊκού "αυτοκρατορικού πολιτισμού" πήρε μια πληθώρα μικρότερων "πολιτιστικών δομών", αυτόνομων περιοχών και κοινοτήτων.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό για τις βαθιές αλλαγές στην οργάνωση της εξουσίας είναι το γεγονός ότι η ομηρική κοινή ελληνική έννοια της "βασιλείας" (βασιλεύς) προέρχεται από τον επίσημο τίτλο (στη γραμμική Β) qa-si-re-u (*gwasileus) ενός τοπικού αξιωματούχου που απείχε πολύ και γεωγραφικά και διοικητικά από την κορυφή της ανακτορικής ιεραρχίας (ΙΙΙ 1.1.2)· οι "βασιλίσκοι" των "σκοτεινών αιώνων" διατήρησαν όμως την αξίωση όχι μόνο στην προσφώνηση με τον τίτλο *wanaks/ἄναξ των Μυκηναίων βασιλέων αλλά και γενικά σε μια ιερή εξουσία.
Στη θέση των κοινωνικών τάξεων που κατά την εποχή των αρχείων της γραμμικής Β ελέγχονταν κεντρικά μέσω της γραφειοκρατίας εμφανίζονται μικρότερες δομές κοινωνικής ζωής (και επιβίωσης): εκτός από την τοπική κοινότητα (δήμος), κάνουν την εμφάνισή τους αριστοκρατικές οργανώσεις υπό την ηγεσία ευγενών με βάση την καταγωγή (γένος) ή την συγγένεια (φρατρίες), οι οποίες με τη σειρά τους οργανώθηκαν σε μεγάλες φυλές (βλ. παραπάνω· βλ. επίσης Ρ. Funke, "Stamm und Polis" στο: J. Bleicken [εκδ.], Colloquium aus Anlass d. 80 Geburtstages von A. Heuss, Kallmünz Opf. 1993, 29-48).
1.2.3. Ήδη στον 11ο/10ο αι. ξεκίνησε από την κεντρική Ελλάδα, και κυρίως από την περιοχή της Αττικής (που είχε ελάχιστα πληγεί στην περίοδο των καταστροφών) μια αποικιστική κίνηση, ο λεγόμενος ιωνικός αποικισμός, που εξαπλώθηκε στην περιοχή του κεντρικού Αιγαίου και στις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας (σημαντικότερες αποικίες: Μίλητος, Έφεσος, Κολοφών, Τέως, Κύμη, Σμύρνη και Φώκαια).
Οι αμοιβαίοι δεσμοί με την Ανατολή δεν διακόπηκαν ποτέ, όπως έδειξαν τα ευρήματα από την πρωτογεωμετρική εποχή (10ος αι.) στο Λευκαντί της Εύβοιας, έναν ισχυρό οικισμό που υπήρξε ταυτόχρονα και κέντρο εξουσίας, βλ. P. Blome, "Lefkandi u. Homer", Wjbb 10 (1984) 9-22. Έτσι η επινόηση ενός εύκολου φωνητικού αλφάβητου (προφανώς στα τέλη του 9ου αι.), με πρότυπο το χαναναϊκό-φοινικικό συμφωνικό αλφάβητο, το οποίο με διάφορες παραλλαγές εξαπλώθηκε γρήγορα στον ελληνικό κόσμο ήταν δυνατή μόνο μέσω ανταλλαγών ή σε μια περιοχή στενών ελληνοσημιτικών επαφών (στην Κύπρο ή στην ΑΙ Mina της βόρειας Συρίας;). Η χρήση και ο πολιτισμός του αλφάβητου έγιναν στη συνέχεια εντελώς αυτονόητα κοινό κτήμα ευρύτερων στρωμάτων του ελληνικού πληθυσμού (βλ. A. Heubeck, "Schrift", στο: H.-G. Buchholz [εκδ.], Archaeologia Homerica, Göttingen 1979, τόμ. 3 κεφ. Χ, 75-80, και Chr. Marek,"Euboia und die Entstehung der Alphabetschrift", Klio75, 1993, 27-44).
1.2.4. Όπως έδειξαν μεταξύ άλλων οι ανασκαφές στην αρχαία Σμύρνη, το είδος του αυτόνομου οικισμού (πόλις: αρχική σημασία "οχυρό", "φρούριο") με την τοπικά περιορισμένη και, ακριβώς για τον λόγο αυτόν, έντονη πολιτική ζωή και την ισχυρή συλλογικότητα αλλά και με θεσμούς που ανάγονται φανερά στην παραδοσιακή βασιλεία αναπτύχθηκε για πρώτη φορά στον χώρο των ιωνικών αποικιών, στους απομονωμένους οικισμούς ανάμεσα στα ξένα φύλα της μικρασιατικής ενδοχώρας.
Η απομόνωση των πόλεων αντισταθμιζόταν ικανοποιητικά από τη ζωντανή συμμετοχή των ηγετικών αριστοκρατικών γενών στις μεγάλες συλλογικές γιορτές των ιερών που υπερέβαιναν τα τοπικά και περιφερειακά όρια (μεταξύ άλλων του ιερού του Απόλλωνα στη Δήλο, του πανιώνιου ιερού του Ποσειδώνα στο ακρωτήριο της Μυκάλης, του μιλήσιου μαντείου των Βραγχιδών στα Δίδυμα).Πληροφορίες για την πνευματική και κοινωνική ζωή αλλά και την πολιτική και κοινωνική οργάνωση του αριστοκρατικού πολιτισμού της πρώιμης αρχαϊκής εποχής προσφέρουν κυρίως τα ομηρικά έπη, εφόσον βέβαια συνεκτιμηθούν προσεκτικά ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της ηρωικής ποίησης, τα διάφορα στρώματα της ζωντανής παράδοσης και οι συνειδητές αρχαϊστικές αναφορές (εναντίον των θεωριών που επηρεάστηκαν κυρίως από τον Μ. Finley, Die Welt des Odysseus, München 1979 [αγγλικό πρωτότυπο 1954] βλ. την επισκόπηση της έρευνας από τον F. Gschnitzer, "Zur homerischen Staats- und Gesellschaftsordnung: Grundcharakter und geschichtliche Stellung", στοZweihundert Jahre Homer-Forschung [παραπάνω 1.1.2] 182-204: δεν μπορεί πάντως να γίνει λόγος για μια "πολυστρωματική" κοινωνία, πριν από την εμφάνιση της πόλης-κράτους, όπου η άτυπη εξουσία βρισκόταν στα χέρια των λεγόμενων αρχηγών του οίκου ("big men").
1.2.5. Ο νέος τύπος οργάνωσης της πόλης-κράτους, που διέθετε εντυπωσιακό δυναμισμό ακόμη και σε τοπική βάση εξαπλώθηκε τελικά από την Ιωνία μέσω των νησιών του Αιγαίου όλο και περισσότερο στην ηπειρωτική Ελλάδα όπου όμως συνέχισε να κυριαρχεί η οργάνωση σε κώμες. Μάλιστα στις κεντρικές και βορειοδυτικές περιοχές οι παλαιότερες κρατικές δομές φυλετικού χαρακτήρα αντέδρασαν σθεναρά και εν τέλει αποτελεσματικά -αφού μετεξελίχθηκαν σε ομοσπονδιακές κρατικές οργανώσεις- στην προσπάθεια των τοπικών πόλεων-κρατών για αυτοδυναμία. Γενικά η μικρή σε έκταση πόλη-κράτος επικράτησε στον ελληνικό χώρο το αργότερο την εποχή του αποικισμού (8ος -6ος αι., βλ. παρακάτω 1.3.1-2).
Με την εμφάνιση της πόλης-κράτους και τα επακόλουθα κοινωνικά-οικονομικά προβλήματα ήδη στην αρχή του αποικισμού συνδέεται προφανώς μια ριζική πολιτική αλλαγή, την αποδυνάμωση και την πολιτειακή μεταρρύθμιση της παραδοσιακής κληρονομικής βασιλείας -εν μέρει διαφαίνονται ήδη στα τέλη του 8ου αι.- που σε πολλές περιπτώσεις υποβιβάστηκε σε ένα ετήσιο αξίωμα θρησκευτικού χαρακτήρα. Η τομή αυτή αρχικά ωφέλησε τα αριστοκρατικά γένη που αποκτούσαν ολοένα και μεγαλύτερη κοινωνικοπολιτική και οικονομική δύναμη. Η εξέλιξη όμως πολλών ελληνικών πολιτευμάτων δεν οδήγησε στην αυθαίρετη κυριαρχία των ευγενών ή σε μια κατάσταση "προκρατικής αναρχίας" αλλά σε μια περίοδο δημιουργικών νεωτερισμών -κυρίως στην διαμόρφωση των κρατικών αξιωμάτων- και στην περαιτέρω ανάπτυξη των ήδη υπαρχόντων θεσμών. Αντίθετα στις ελληνικές κοινότητες της Κύπρου, που από το 708 π.Χ. βρισκόταν κάτω από την επικυριαρχία του νεοασσυριακού κράτους, διατηρήθηκε η παραδοσιακή βασιλεία με τα καθαρά δεσποτικά χαρακτηριστικά της.
1.2.6. Ο θρίαμβος των ευγενών γαιοκτημόνων εναντίον της βασιλικής δύναμης αποδείχθηκε σύντομα μη αναστρέψιμος, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις ο αποκλειστικός έλεγχος των θεσμών από τους ευγενείς δεν διατηρήθηκε για πολύ. Η πολιτική δραστηριότητα που τεκμηριώνεται με ποικίλους τρόπους από τις αρχές του 7ου αι. στις ελληνικές πόλεις, όπου είχε ήδη αρχίσει η κωδικοποίηση της νομοθεσίας, υποκινήθηκε μάλλον από μια ριζική αλλαγή στη στρατιωτική πρακτική εκείνης της εποχής (βλ. K.-J. Hölkeskamp, "Tempel, Agora u. Alphabet. Die Entstehungsbedingungen von Gesetzgebung in der archaischen Polis" στο: H.-J. Gehrke [εκδ.],Rechtskodifizierung u. soziale Normen, Tübingen 1994, 135-157). Στις αρχές του 7ου αι. η παλαιότερη ιπποτική μονομαχία μεταξύ ευγενών επαγγελματιών πολεμιστών, που έχει ιδιαίτερα σημαντική θέση και στα ομηρικά έπη, αντικαταστάθηκε σε όλο τον ελληνικό κόσμο (σημαντική εξαίρεση αποτελούν η Θεσσαλία, χώρα ιππέων, και οι δυτικές και βορειοδυτικές γειτονικές περιοχές) από τη μάχη μεταξύ βαριά οπλισμένων πολιτών, οι οποίοι στρατολογούνταν κυρίως από τα μη αριστοκρατικά στρώματα και παρατάσσονταν σε πυκνές σειρές (φάλαγξ = "κύλινδρος").
Ήδη τα μεγάλα πατριωτικά ποιήματα του Καλλίνου από την Έφεσο και του Τυρταίου από τη Σπάρτη (μέσα του 7ου αι., IV 1.3.3) δείχνουν την αντικατάσταση της παλιάς αριστοκρατικής ηθικής ενός εντελώς προσωπικού ανταγωνιστικού ηρωισμού από έναν νέο κώδικα αξιών του πολίτη, στην κορυφή του οποίου βρίσκονται η συντροφικότητα και η αλληλεγγύη στην εκτέλεση του καθήκοντος για την κοινή πόλη-πατρίδα.
1.2.7. Με την αλλαγή στην στρατιωτική πρακτική συντελέστηκε και μια θεμελιώδης αλλαγή στον χώρο του δικαίου και των πολιτικών θεσμών της πρώιμης αρχαϊκής πόλης-κράτους. Παρά την επιμονή των αριστοκρατικών γενών στην παραδοσιακή ηγετική τους θέση, επικράτησε τελικά η τάση να παρέχονται πολιτικά δικαιώματα ανεξάρτητα από την καταγωγή σε όλους τους ελεύθερους κατοίκους της πόλης που με κίνδυνο της ζωής τους συμμετείχαν στη φάλαγγα ως οπλίτες (δηλ. ως στρατιώτες που με δικά τους έξοδα έπρεπε να εξασφαλίσουν, εκτός από το ξίφος και τη μεγάλη επιθετική λόγχη, και τον ακριβό αμυντικό οπλισμό - μεταλλική περικεφαλαία, στρογγυλή ασπίδα, περικνημίδες και θώρακα).
Τα δικαιώματα πολιτικής συμμετοχής των οπλιτών-πολιτών μπορούσαν να διαφοροποιηθούν σε σχέση με την αποστολή του κάθε πολίτη στην οπλιτική φάλαγγα. Στην πρώτη γραμμή της φάλαγγας, η (σχετικά απλή) τακτική της οποίας αποσκοπούσε στην συντριβή του εχθρού με ένα μαζικό πειθαρχημένο χτύπημα, παρατάσσονταν κυρίως οι πλουσιότεροι οπλίτες· μόνο αυτοί μπορούσαν να αναλάβουν το κόστος της ακριβής πανοπλίας, ταυτόχρονα όμως επωμίζονταν και την πιο επικίνδυνη αποστολή στη μάχη.
Στη θέση επομένως της καταγωγής από τα παλιά αριστοκρατικά γένη επικράτησε το οικονομικό επίπεδο του οπλίτη της φάλαγγας ως αποφασιστικό κριτήριο για τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή και στη λήψη αποφάσεων (βλ. U. Walter, An der Pοlis teilhaben. Bürgerstaat und Zugehörigkeit im archaischen Griechenland, Stuttgart 1993). Στο κέντρο όμως των τιμοκρατικών τάξεων με βάση την περιουσιακή κατάσταση (τιμή), όπως αυτές στη συνέχεια χαρακτηρίζουν το πολίτευμα της πλήρως διαμορφωμένης αρχαϊκής πόλης, δεν βρίσκεται το μέγεθος των εισφορών που έπρεπε να καταβληθούν σε κάθε περίπτωση αλλά οι διαβαθμίσεις στην εσωτερική οργάνωση της οπλιτικής φάλαγγας, του συνόλου των "συντρόφων πολεμιστών" που έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές και στη λήψη αποφάσεων.
Περαιτέρω βιβλιογραφία: βασική επισκόπηση της έρευνας στον W. Schuller, Griech. Geschichte(München 31990)· βλ. επίσης τη γενική παρουσίαση από τον D. Musti, Storia Greca (Roma-Bari 1989), K.-W. Welwei, Die griech. Polis (Stuttgart 1983)· F. Gschnitzer, Griech. Sozialgeschichte von der mykenischen bis zum Ausgang der klassischen Zeit (Wiesbaden 1981)· Sigrid Seger-Jalkotzy [εκδ.], Griechenland, die Ägäis u. die Levante während der 'Dark Ages' (Wien 1983)· J. Latacz,Kampfparänese, Kampfdarstellung u. Kampfwirklichkeit in der Ilias, bei Kallinos u. Tyrtaios(München 1977)· V.D. Hanson [εκδ.], Hoplites. The Classical Greek Battle Experience (London-New York 1991).
1.3. Η εποχή του ελληνικού αποικισμού και οι κοινωνικές συγκρούσεις
1.3.1. Οι ευγενείς του κράτους των Αβάντων της Εύβοιας (Ομ. Ιλ. 2,536 κ.ε.) έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αρχική φάση των μεγάλων αποικιστικών κινήσεων που από τα μέσα του 8ου αι. επεκτάθηκαν τελικά σε όλες τις παράλιες περιοχές της Μεσογείου και της Μαύρης θάλασσας. Όπως δείχνουν τα ευρήματα από το Λευκαντί (1.2.3), ήδη από τον 10ο/9ο αι. υπήρχαν σταθερές σχέσεις με τα παράλια της Εγγύς Ανατολής, όπου στις τοποθεσίες Tell Sukas και ΑΙ Mina (κοντά στις εκβολές του Ορόντη) είχαν ιδρυθεί περίπου 800 εμπορικοί σταθμοί. Τα ευρήματα (που περιλαμβάνουν πολλά δείγματα ευβοϊκής γεωμετρικής κεραμικής) μαρτυρούν ότι λίγο αργότερα ακολούθησε στη Δύση η μακρόχρονη εγκατάσταση στο ἐμπόριον του νησιού Πιθηκούσσαι (Ischia) στον κόλπο της Νεάπολης, με κύριο στόχο προφανώς την προμήθεια πρώτων υλών, όπως πολύτιμο μετάλλευμα σιδήρου, χαλκός, μόλυβδος κ.λ.π. Από τα μέσα του 8ου αι. αρχίζει με την ίδρυση της Κύμης -της μητρόπολης της Νεάπολης- η συστηματική δημιουργία μιας αλυσίδας ευβοϊκών αποικιών που συνέδεσε μεταξύ τους και με τα δυτικά παράλια της Ελλάδας την παραλιακή Κομπανία, τα στενά ανάμεσα στην Κάτω Ιταλία και Σικελία (Ρήγιο και Ζάγκλη/αργότερα Μεσσήνη) και την ανατολική Σικελία (Νάξος, Κατάνη και Λεοντίνοι) - η Κέρκυρα ήταν αρχικά ευβοϊκή αποικία πριν γίνει θυγατρική πόλη της Κορίνθου. Μια άλλη περιοχή που αποικίστηκε από την ευβοϊκή αριστοκρατία ήταν η χερσόνησος της Χαλκιδικής και τα βόρεια παράλια του Αιγαίου που κατοικούνταν από θρακικά φύλα (βλ. D. Knoepfler, "The Calendar of Olynthus and the Origin of the Chalkidians in Thrace", στο: J.-P. Descoeudres [εκδ.], Greek Colonists and Native Populations, Oxford 1990, 99-115).
Αυτή η εξέλιξη είναι αδιανόητη χωρίς το συγκεκριμένο πρότυπο του παράλληλου αποικισμού της Δύσης στα τέλη του 9ου αι. από τις χαναναϊκές-φοινικικές μητροπόλεις Σιδώνα και Τύρο (Βύβλο και Άραδο), οι οποίες στην αρχή της 1ης χιλιετίας είχαν επεκταθεί μόνο μέχρι την Κύπρο (Κίτιο), ενώ στη δυτική Μεσόγειο περιορίζονταν σε εποχιακές αποστολές για την εξασφάλιση πρώτων υλών. Η μαζική μετανάστευση από τις χαναναϊκές πόλεις των παραλίων της Μέσης Ανατολής στη δυτική Μεσόγειο (μέχρι τις ιβηρικές και μαροκινές ακτές του Ατλαντικού) ήταν αρχικά συνέπεια του βίαιου επεκτατισμού της νεοασσυριακής αυτοκρατορίας σε βάρος των πόλεων και των φυλών της Συρίας (βλ. W. Mayer, Politik und Kriegskunst der Assyrer, Münster 1995, κυρίως 259-267). Η ευβοϊκή αριστοκρατία αντίθετα συγκέντρωσε τους πληθυσμούς των αποίκων για τις βάσεις της στην Κάτω Ιταλία και Σικελία από εντελώς διαφορετικές περιοχές -από γειτονικές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας αλλά και από νησιά- δορυφόρους της Εύβοιας και από τα παράλια του Αιγαίου. Οι άποικοι αυτοί μετέφεραν στη μακρινή Δύση (εκτός από τοπωνύμια όπως Κύμη και Νάξος) τα εθνικά ονόματα των Ελλήνων της νότιας Θεσσαλίας (Μεγάλη Ἑλλάς/Magna Graecia, Πανέλληνες) και τωνΓραῶν/Γραιχῶν (Graeci/Έλληνες) της Βοιωτίας-Αττικής στην περιοχή της Τανάγρας και του Ωρωπού. Στη Δύση τα ονόματα αυτά εξελίχθηκαν πολύ γρήγορα σε γενικό χαρακτηρισμό που χρησιμοποιούσαν τόσο οι ίδιοι οι Έλληνες όσο και οι ξένοι για το σύνολο των ελληνικών πόλεων και τον ελληνικό πολιτισμό· στην ομηρική εποχή τα ονόματα αυτά ήταν εντελώς άγνωστα (βλ. Η.Ε. Stier,Die geschichtliche Bedeutung des Hellenennamens, Opladen 1970). Η έννοια που από νωρίς αντιδιαστελλόταν με τους Παν-Έλληνες (όρος που γρήγορα εξελίχτηκε σε Έλληνες), δηλ. οιβάρβαροι, υποδηλώνει έντονα το όριο που χώριζε τους Έλληνες από το ξένο, ακατανόητο περιβάλλον. Το αργότερο όμως με την έναρξη των περσικών πολέμων (1.6) οι πολιτικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές-εθνικές διαφορές αποδείχθηκαν ιδιαίτερα σημαντικές για τη δεσμευτική σημασιοδότηση αυτού του αντιθετικού ζεύγους που ήταν εξαιρετικής σημασίας για τον αυτοπροσδιορισμό των ελληνικών κρατών. Έτσι ακόμα και οι ελληνόφωνες φυλές των Μακεδόνων, που κάτω από την παραδοσιακή βασιλεία έμειναν στις πρώιμες αρχαϊκές συνθήκες της "ομηρικής" εποχής, δεν θεωρούνταν από ορισμένους ελληνικός λαός. Αντίθετα η συμμετοχή του κράτους των Μολοσσών στον ελληνικό κόσμο δεν αμφισβητήθηκε ποτέ, παρόλο που και αυτοί διατήρησαν την μοναρχία, και αυτό μόνο εξαιτίας της καταγωγής της βασιλικής δυναστείας τους από τους Αιακίδες (που θεωρούνταν οι μόνοι απόγονοι του μεγάλου Αχιλλέα).
1.3.2. Οι ευβοϊκές αποικίες στη Δύση έχασαν τη συνοχή τους εξαιτίας της διάλυσης της ομοσπονδίας των ευβοϊκών πόλεων και του δεκαετούς πολέμου ανάμεσα στα μεγάλα κέντρα της Χαλκίδας και της Ερέτριας στο λεγόμενο Ληλάντιο πεδίο (για τον έλεγχο της εύφορης πεδιάδας του Λήλαντου ανάμεσα στις δύο πόλεις, α΄ μισό του 7ου αι.). Τα κενά που δημιουργήθηκαν κάλυψαν άλλες μεγάλες παραλιακές πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας (Κόρινθος, Μέγαρα και η παραλιακή περιοχή της Αχαΐας στη βόρεια Πελοπόννησο) και του Αιγαίου (οι πόλεις της Ρόδου, η Θήρα, η Φώκαια κ.ά.). Στο εξής η πορεία του ελληνικού αποικισμού της Δύσης έως τον 6ο αι. χαρακτηρίζεται από μια μεγάλη ποικιλία επιμέρους αποστολών που διαφέρουν έντονα στη σύνθεση των αποίκων, τα κίνητρα και τους στόχους τους.
Σύντομα οι ελληνικές αποικίες εξαπλώθηκαν γύρω από τη Μεσόγειο, με εξαίρεση ορισμένες παραλιακές περιοχές (τη φοινικική-καρχηδονιακή επικράτεια στη βόρεια Αφρική και στη νότια Ισπανία, τη σφαίρα επιρροής των Ετρούσκων στην Ιταλία και του ασσυριακού κράτους στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου). Έχοντας ιδρυθεί ως αυτόνομες πόλεις, οι αποικίες αυτές διατήρησαν τις κρατικές λατρείες, καθώς και όλους τους σημαντικούς θεσμούς της μητρόπολης (από τα ετήσια αξιώματα μέχρι το ημερολόγιο, τη μορφή του αλφάβητου και τον διαλεκτικό χαρακτήρα της επίσημης γλώσσας), ήταν όμως και πολιτικά και οικονομικά ανεξάρτητες από αυτή. Οι προκλήσεις και τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν στην εξαρχής ίδρυση μιας νέας πόλης-κράτους πρόσφεραν επιπλέον αφορμές για τη δημιουργία εκτενών κωδίκων του κεντρικής σημασίας αστικού και δημοσίου δικαίου από εξουσιοδοτημένους νομοθέτες· μόνο λίγοι από αυτούς είναι αμυδρά γνωστοί, όπως ο Ζάλευκος από τους Λοκρούς και ο Χαρώνδας από την Κατάνη.
Η Κάτω Ιταλία και η Σικελία αποτέλεσαν σταθερό τμήμα του ελληνικού κόσμου με πόλεις όπως οι Συρακούσες, ο Ακράγαντας, ο Σελινούντας, ο Τάραντας, η Σύβαρις, ο Κρότων, οι Λοκροί και ηΠοσειδωνία/Paeslum. Οι Έλληνες άποικοι έφθασαν έως την Ισπανία. Η Μασσαλία/Marseille που ιδρύθηκε από την ιωνική Φώκαια έγινε κέντρο διάδοσης των ελληνικών πολιτιστικών επιρροών που έφθασαν έως και την κεντρική Ευρώπη. Στη Λιβύη της βόρειας Αφρικής η Κυρηναϊκή, που οφείλει το όνομά της στην ιδιαίτερα σημαντική αποικία Κυρήνη (μητρόπολη: Θήρα), αναδείχθηκε σε σημαντικό χώρο ελληνικής εγκατάστασης και συνδέθηκε νωρίς με το λιβυκό-αιγυπτιακό ιερό του Άμμωνα "Δία" στην όαση Siwa συμβάλλοντας στην άνοδο του κύρους του μαντείου αυτού στην Ελλάδα.
Εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα ήταν η αποικιακή δραστηριότητα της Μιλήτου (έως το 700) που για μεγάλη περίοδο κυριάρχησε στον χώρο της Προποντίδας και της Μαύρης θάλασσας ιδρύοντας σε καίριες τοποθεσίες περισσότερες από 80 αποικίες (μαζί με τις δευτερεύουσες αποικίες): από τηΣινώπη και την Τραπεζούντα στα παράλια του Εύξεινου Πόντου, πέρα από τον ποταμό Φάση (κοντά στο Poti της Γεωργίας) έως τις εκβολές των ποταμών της νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ρωσίας (μεταξύ άλλων Ίστρος, Τόμις/Konstanza, Ολβία στον ποταμό Ύπανη/Bug, Τυράς στον Δνείστερο και ο οικισμός του Berezan στις εκβολές του Δνείστερου), καθώς και την Κριμαία που είχε ήπιο κλίμα (μεταξύ άλλων Θεοδοσία, Παντικάπαιον/Kenscri· βλ. Ν. Ehrhardt, Milet und seine Kolonien, Frankfurt a.M. 1983). Με τη δωρική πόλη Μέγαρα, η οποία ίδρυσε στον Βόσπορο τηΧαλκηδόνα και αργότερα το Βυζάντιο, καθώς και μεταξύ άλλων την Ηράκλεια/Eregli στον Εύξεινο Πόντο, τη Μεσαμβρία/Nessebar και τη Χερσόνησο/SewastopoI, πρέπει να είχε υπάρξει ομόνοια και συνεργασία. Το εμπόριο, και ιδιαίτερα η εξαγωγή σιτηρών από τις εύφορες περιοχές της νότιας Ρωσίας έφεραν μεγάλο πλούτο στις αποικίες της Μιλήτου στη Μαύρη θάλασσα και εξασφάλισαν στην ίδια τη Μίλητο τέτοια υποστήριξη ώστε στις αρχές του 6ου αι. κατόρθωσε να ανταγωνιστεί την αυξανόμενη ισχύ του λυδικού κράτους των Σάρδεων, αντίθετα με τις περισσότερες ιωνικές πόλεις-κράτη της ηπειρωτικής Ελλάδας. Το 546 η περήφανη πόλη περιήλθε στην περσική κατοχή μετά τη νικηφόρα εκστρατεία του Κύρου Β΄, ιδρυτή του κράτους των Αχαιμενιδών (1.4.3).
Στις βόρειες ακτές της Μαύρης θάλασσας οι λαοί των Σκυθών ιππέων εξελληνίστηκαν ως έναν βαθμό, και τελικά έγινε δυνατή η συμβίωσή τους με τις αποικίες στο ανερχόμενο κράτος του Βοσπόρου. Στις περισσότερες περιοχές, κυρίως στη Σικελία και Κάτω Ιταλία, τα γηγενή φύλα περιήλθαν υπό την κυριαρχία των ακμαίων αποικιών. Άλλοι λαοί, κυρίως οι ηγεμόνες και οι πόλεις των Ετρούσκων, δέχτηκαν τον ελληνικό πολιτισμό της πόλης-κράτους που εξαπλωνόταν παντού.
1.3.3. Οι αιτίες της αποικιστικής κίνησης που συνεχίστηκε χωρίς διακοπή έως τον 6ο αι. ήταν αφενός το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας -που επιβεβαιώνεται και αρχαιολογικά- και αφετέρου η αγάπη της περιπέτειας, οι προσδοκίες μεγάλου κέρδους και η φιλοδοξία των διψασμένων για δύναμη ευγενών. Εξάλλου ο υπεύθυνος ιδρυτής μιας πόλης (οἰκιστής) και το γένος του εξασφάλιζαν προνόμια και μεγάλες τιμές (καθώς και μεταθανάτιο αφηρωισμό), ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις οι πρώτοι άποικοι αποκτούσαν ίσα τεμάχια γης (κλῆροι) (W. Leschhorn,"Gründer der Stadt". Studien zu einem politisch-religiösen Phänomen der griechischen Geschichte,Stuttgart 1984). Ουσιαστικό ρόλο πρέπει όμως να έπαιξαν και οι πολιτικοκοινωνικές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στην τάξη των ευγενών, που σε πολλές περιοχές περνούσε μια φάση έντονης παρακμής, και τα ανερχόμενα στρώματα των οπλιτών ή τον δήμο (καθώς και ανάμεσα στις αντίπαλες παρατάξεις των ευγενών)· οι γενικά πενιχρές πηγές που διαθέτουμε μαρτυρούν τέτοια κίνητρα για την ίδρυση αποικιών όπως ο Τάρας (η μοναδική "αποικία" της Σπάρτης) ή οι Επιζεφύριοι Λοκροί.
Στην εποχή του αποικισμού το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς απέκτησε θρησκευτικό και πολιτικό κύρος πέρα από τα όρια της κυρίως Ελλάδας (βλ. P. Londey, "Greek Colonists and Delphi", στο: Greek Colonists and Native Populations [παραπάνω 1.3.1] 117-127). Μέσω των χρησμών που δίνονταν για ιδιωτικές και κρατικές υποθέσεις το δελφικό ιερατείο μπορούσε να ασκεί μεγάλη επιρροή στα ελληνικά κράτη και στις γειτονικές δυνάμεις. Στους φίλους και ευεργέτες των Δελφών ανήκαν και οι ισχυροί μονάρχες του λυδικού κράτους (από τον Γύγη έως τον Κροίσο). Στον 1ο "ιερό πόλεμο" (στη δεκαετία του 690) μια συμμαχία με επικεφαλής τη θεσσαλική ομοσπονδία απελευθέρωσε τους Δελφούς από τον έλεγχο της Κρίσας, μιας πόλης στη Φωκίδα - τον έλεγχο του ιερού ανέλαβε ένα συμβούλιο απεσταλμένων και αντιπροσώπων της ομοσπονδίας των "γειτονικών" κρατών ή "φύλων" (ἀμφικτνονία, βλ. Κ.Ι. Tausend, Amphiktyonie und Symmachie. Formen zwischenstaatlicher Beziehungen im archaischen Griechenland, Stuttgart 1992). Από το 582 οι Πυθικοί αγώνες που θεσπίστηκαν με το τέλος του πολέμου απέκτησαν την ίδια πανελλήνια αίγλη με τη γιορτή που γινόταν στο ιερό του Δία στην Ολυμπία κάθε πέντε χρόνια.
Η εξάπλωση των θαλάσσιων συγκοινωνιών και του εμπορίου οδήγησε σε γόνιμες επαφές με τον ανατολικό κόσμο στον χώρο της μαζικής παραγωγής έργων τέχνης, στις εικαστικές τέχνες και την αρχιτεκτονική. Γύρω στο 700 ο Ησίοδος συστηματοποίησε τη θρησκευτική και μυθολογική παράδοση των Ελλήνων στη Θεογονία του -άμεσα επηρεασμένη από ανατολικά κοσμοείδωλα και παραδόσεις χιττιτικού-χουριτικού χαρακτήρα (πιθανώς μέσω των υστεροχιττιτικών κρατών που διατηρήθηκαν στην Κιλικία και τη βόρεια Συρία- και έδωσε οριστική μορφή στην παράδοση αυτή (ΙV 1.2.5).
1.3.4. Γύρω στα μέσα του 7ου αι. οι Έλληνες γνώρισαν από τα κράτη και τις αυτοκρατορίες της Ανατολής μορφές απόλυτης μοναρχικής εξουσίας πάνω σε αυστηρά υποταγμένους υπηκόους. Τις εντυπώσεις αυτές αντανακλά ο (μεθομηρικός και μη ελληνικός) όρος "τύραννος" που προφανώς προέρχεται από τον βασιλικό τίτλο tarwanis στα υστεροχιττιτικά κράτη της νοτιοανατολικής Ανατολίας και βόρειας Συρίας. Ο όρος αυτός πιθανώς υιοθετήθηκε και από τη δυναστεία των Μερμναδών του λυδικού βασιλείου που από τα τέλη του 7ου αι. εξουσίαζε σχεδόν όλη τη δυτική Μικρά Ασία (1.3.3).
Στον ελληνικό κόσμο όμως η λέξη "τύραννος" δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ ως επίσημος τίτλος ή ως "ουδέτερος" χαρακτηρισμός ενός είδους εξουσίας ή πολιτεύματος (!): αυτή η συναισθηματικά φορτισμένη λέξη δήλωνε τους σφετεριστές που από τα μέσα του 7ου αι. (συχνά μέσω της άσκησης ενός ηγετικού αξιώματος, πάντα όμως αυθαίρετα και στις περισσότερες περιπτώσεις με τη χρήση βίας) εκμεταλλεύτηκαν τα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα των πόλεών τους για να ενισχύσουν την ηγετική τους θέση - υποσχόμενοι να αντιμετωπίσουν με ριζικά μέτρα τόσο την πολιτική όσο και την εντεινόμενη οικονομική και κοινωνική κρίση. Οι περισσότεροι τύραννοι οπωσδήποτε προσπάθησαν ιδιαίτερα να εντάξουν ομαλά, όσο ήταν δυνατό, την εκ των πραγμάτων ηγετική θέση τους στο πλαίσιο των ήδη υπαρχόντων θεσμών, χωρίς δηλ. τη μεταρρύθμιση ή ανατροπή του πολιτεύματος.
1.3.5. Στην εποχή της λεγόμενης παλαιότερης τυραννίδας του 7ου και 6ου αι. μαρτυρούνται τουλάχιστον περιστασιακές τυραννίδες σε περισσότερα από τριάντα κράτη της ηπειρωτικής Ελλάδας και του Αιγαίου (αναντικατάστατη συλλογή υλικού: Η. Berve, Die Tyrannis bei den Griechen, 2 τόμοι, München 1967). Στις μεγάλες πόλεις της περιοχής του Ισθμού (Κόρινθο, Μέγαρα, Αργός και Σικυώνα, αργότερα και στην Αθήνα), που συχνά ήταν σημαντικά κέντρα θαλάσσιου εμπορίου, καθώς και στην Ιωνία (Μίλητο, Σάμο, Έφεσο) επικράτησαν τυραννικά καθεστώτα ισχυρών ηγετικών μορφών (όπως ο Κύψελος και ο Περίανδρος στην Κόρινθο, ο Ορθαγόρας και ο Κλεισθένης στη Σικυώνα, ο Θεαγένης στα Μέγαρα, ο Θρασύβουλος στη Μίλητο κ.ά.). Η σύγχρονη όμως εικόνα της ελληνικής τυραννίδας προσδιορίζεται κυρίως από την τυραννίδα του Πεισίστρατου και των γιων του στην Αθήνα (1.5.4), η οποία, αν και μεταγενέστερη, είναι η καλύτερα τεκμηριωμένη. Η άποψη του Αριστοτέλη (Πολ. 5, 10-11, 1310b-1315b) ότι οι τύραννοι πρέπει να θεωρηθούν ηγέτες του δήμου που επαναστατούσε εναντίον των ευγενών οπωσδήποτε απλοποιεί και παραβλέπει σε μεγάλο βαθμό την ιστορική πραγματικότητα. Όπως δείχνουν οι σύγχρονες αναφορές στα ποιητικά αποσπάσματα του Σόλωνα (1.5.3) και του Αλκαίου (IV 1.3.4) και στο Corpus Theognideum, οι τύραννοι, που συνήθως κατάγονταν από αριστοκρατικές οικογένειες και ως ηγέτες υιοθετούσαν τον τρόπο ζωής των πλούσιων ευγενών, μπορούσαν επίσης να καταλάβουν την εξουσία συμμαχώντας με τους εξασθενημένους ευγενείς που έχαναν τα προνόμια τους και στη συνέχεια να υποστηριχτούν από συνεργαζόμενα αριστοκρατικά γένη. Μακροπρόθεσμα όμως οι ισοπεδωτικές συνέπειες κάθε τυραννίδας πρέπει να αλλοίωναν και τελικά να διέλυαν τις δομές της παλαιότερης άρχουσας τάξης.
Η ελληνική τυραννίδα αποδεικνύεται επομένως ως ένα εντελώς αμφίσημο φαινόμενο μιας περιόδου κρίσης και δεν μπορεί ούτε να θεωρηθεί ιστορικά ως ένα πολιτικά αναγκαίο "μεταβατικό στάδιο" στην πορεία προς το συνταγματικά κατοχυρωμένο πολίτευμα αλλά ούτε και απλά να παραμεριστεί ως ιδιαίτερη έκφανση της κυριαρχίας των ευγενών στην αρχαϊκή εποχή. Η απόλυτη συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας και της οικονομικής δύναμης της πόλης στα χέρια του τύραννου, ο οποίος συνήθως ήλεγχε ένα αξιόμαχο σώμα μισθοφόρων, έδωσε νέες διαστάσεις στην προβολή του κράτους και των ηγετικών προσωπικοτήτων, καθώς και στην "πολιτική δημόσιων έργων" -από την ανέγερση εντυπωσιακών ναών και τη λαμπρή διοργάνωση γιορτών στα ιερά έως την εκτέλεση μεγάλων έργων κοινής ωφέλειας όπως η σήραγγα του Ευπαλίνου στη Σάμο και η περίφημηΕννεάκρουνος πηγή στην Αθήνα- έργων που ξεπέρασαν τα παραδοσιακά πλαίσια της ανταγωνιστικής συμπεριφοράς των αριστοκρατών. Πολλοί τύραννοι εκμεταλλεύτηκαν επίσης τις δυνατότητες που προσφέρονταν για μια συνεπή επεκτατική εξωτερική πολιτική. Συγκεκριμένα οι τύραννοι της Κορίνθου Κύψελος και Περίανδρος και στον 6ο αι. ο Πολυκράτης της Σάμου -αλλά και ο Πεισίστρατος της Αθήνας, σε μικρότερη κλίμακα- δημιούργησαν για ένα διάστημα εκτεταμένες θαλάσσιες ηγεμονίες καλλιεργώντας διεθνείς σχέσεις, κυρίως με τους Φαραώ της δυναστείας των Σαϊτών, αλλά και ιδρύοντας συστηματικά βάσεις και αποικίες (οι οποίες στην περίπτωση αυτήν όμως παρέμεναν εξαρτημένες από τη μητρόπολη!).
Στο β΄ μισό του 7ου αι. επικράτησε σταδιακά στην Ελλάδα η ελεγχόμενη από το κράτος κοπή νομισμάτων, γεγονός που οδήγησε στην εγκατάλειψη των παλαιότερων μορφών οικονομίας και του ανταλλακτικού εμπορίου (βλ. L. Weidauer, Probleme der frühen Elektronprägung, Freibourg 1975, και A. Furtwängler, AA 1995, 441-463). Ενώ η μετάβαση στην οικονομία του χρήματος προώθησε την ανάπτυξη του εμπορίου και της βιοτεχνίας, η τάξη των μικρομεσαίων αγροτών δέχτηκε μεγάλο πλήγμα εξαιτίας των υψηλών επιτοκίων -ενώ η κυκλοφορία του χρήματος ήταν περιορισμένη- και της υπερβολικά σκληρής νομοθεσίας για τα χρέη. Αμέτρητοι οφειλέτες εγγυήθηκαν με τους εαυτούς τους και τις οικογένειες τους την επιστροφή των χρεών τους και για αυτό τον λόγο κατέληγαν συχνά να πουληθούν σκλάβοι. Στις αρχές του 6ου αι. η κρίση των χρεών οξύνθηκε όχι μόνο στην Αττική, η πολιτικοκοινωνική εξέλιξη της οποίας από τα μέσα του 7ου αι. είναι κάπως καλύτερα γνωστή (1.5), με αποτέλεσμα η απαίτηση για επαναστατικές μεταρρυθμίσεις, διαγραφή των χρεών και αναδασμό της γης να γίνεται συνεχώς εντονότερη. Έτσι οι πρώτες δεκαετίες του 6ου αι. είναι η "χρυσή εποχή" των τυραννίδων και των πραξικοπηματικών προσπαθειών, αν και κατά κανόνα ακόμα και οι πιο επιτυχημένες ηγετικές μορφές δεν κατάφεραν να ιδρύσουν μια δυναστεία με διάρκεια μεγαλύτερη της μίας ή των δύο γενεών.
Στις ελληνικές πόλεις-κράτη της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας, συγκεκριμένα στον Ακράγαντα, τις Συρακούσες και την Κύμη, οι τυραννίδες του 6ου αι. είχαν κυρίως πολιτικό-στρατιωτικό χαρακτήρα: εδώ προείχε ολοένα και περισσότερο η εξασφάλιση της άμυνας, εναντίον όχι μόνο των ιθαγενών της ενδοχώρας αλλά και των όλο και πιο επικίνδυνων ανταγωνιστών, των Καρχηδόνιων και των Ετρούσκων, που είχαν συνάψει μόνιμη συμμαχία εναντίον της περαιτέρω εξάπλωσης του ελληνισμού της Δύσης (1.3.6). Στα τέλη του 6ου και στις αρχές του 5ου αι. δυναμικοί τύραννοι της Σικελίας κατάφεραν να ελέγχουν απόλυτα οι ίδιοι και οι οικογένειες τους, εκτός από τις πόλεις τους, και μεγάλες εδαφικές εκτάσεις. Για τον σκοπό αυτόν δεν δίστασαν ακόμη και να καταστρέψουν ακμαίες πόλεις-κράτη και να μετακινήσουν τους πληθυσμούς τους - κυρίως στη μητρόπολη των Συρακουσών (1.6.3).
1.3.6. Έως τα μέσα του 6ου αι. η πορεία του ελληνικού αποικισμού είχε γενικά διαταραχτεί ελάχιστα από εξωτερικούς παράγοντες: από τις αρχές του 6ου αι. ακμάζει στο δέλτα του Νείλου η "κοινή ελληνική" αποικία Ναύκρατις με την ενίσχυση των Φαραώ της σαϊτικής δυναστείας που επιδίωκαν μια σταθερή σχέση της χώρας τους με τα ελληνικά κράτη (Ηρόδ. 2,178 κ.ε.). Το 546/5 όμως με τη συντριβή του βασιλιά των Λυδών Κροίσου, οι ιωνικές πόλεις της Μικράς Ασίας και η Μίλητος (1.3.2)πέρασαν στην κατοχή των Περσών. Η νικηφόρα εκστρατεία του Κύρου προκάλεσε το τελευταίο μεγάλο κύμα ιωνικού αποικισμού από τη Φώκαια -τη μητρόπολη της Μασσαλίας (1.3.2)- και τις πολυάριθμες αποικίες της προς τη δυτική Μεσόγειο. Στην περιοχή αυτήν όμως ο συσχετισμός δυνάμεων είχε μεταβληθεί ριζικά: οι εν μέρει παλαιότερες φοινικικές εγκαταστάσεις στα παράλια της δυτικής Σικελίας, της Σαρδηνίας, της νότιας Ισπανίας και της βορειοδυτικής Αφρικής είχαν πλέον βρει ένα πολιτικό κέντρο και μια φιλική προστάτιδα δύναμη στη μεγάλη αποικία της Τύρου Καρχηδόνα ("νέα πόλη" στα χαναναϊκά-φοινικικά). Το 540, καθώς οι Ίωνες μετανάστες εγκαταστάθηκαν μαζικά στην Κορσική (στην αποικία Αλαλία/AIeria), οι ετρουσκικές πόλεις των παραλίων συμμάχησαν με την Καρχηδόνα. Ύστερα από σκληρό αγώνα οι Φωκαείς αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν μπροστά στην υπεροχή του καρχηδονιακού-ετρουσκικού στόλου εγκαταλείποντας την Κορσική - στο εξής ο ελληνισμός της δυτικής Μεσογείου αναγκάστηκε για μεγάλο διάστημα να κρατήσει αμυντική στάση. Όσοι άποικοι της Αλαλίας διασώθηκαν εγκαταστάθηκαν στην Ελέα/Velia της Κάτω Ιταλίας, όπου στη συνέχεια υπερασπίστηκαν την ανεξαρτησία τους και απέκτησαν ιδιαίτερη φήμη χάρη στη σχολή ιωνικής φιλοσοφίας που ιδρύθηκε εκεί (οι "Ελεάτες": VII 1.2.4).
Περαιτέρω βιβλιογραφικές αναφορές: H.G. Niemeyer (εκδ.), Phönizier im Westen (Mainz 1982)· J. Boardman, Kolonien u. Handeln der Griechen (München 1981)· G. Pugliese Carratelli (εκδ.), Il Mediterraneo, le metropoleis e la fondazione delle colonie (Milano 1985), V.F. Gajdukevic, Das Bosporanische Reich (Berlin-Amsterdam 1971)· J. Vinogradov, Olbia (Konstanz 1981)· V. Parker,Untersuch. zum Lelantischen Krieg u. verwandten Problemen der frühgriech. Geschichte (Stuttgart 1997). Για τον κλονισμό της κυριαρχίας των ευγενών βλ. επίσης P. Carlier, La royauté en Grèce avant Alexandre (Strasbourg 1984)· F. Gschnitzer (εκδ.), Zur griechischen Staatskunde (Darmstadt 1969)· Elke Stein-Hölkeskamp, Adelskultur u. Polis-Gesellschaft (Stuttgart 1989)· K. Raaflaub (εκδ.), Anfänge politischen Denkens in der Antike. Die nahöstlichen Kulturen und die Griechen(Miinchen 1993).
1.4. Ο "κόσμος" της Σπάρτης στον 7ο και 6ο αι.
1.4.1. Λίγο μετά το τέλος του 1ου Ιερού Πολέμου (3.3) η προσπάθεια της ομοσπονδίας των θεσσαλικών πόλεων (με έναν αιρετό μονάρχη-ταγό επικεφαλής των κυρίαρχων ευγενών ιππέων) να επεκτείνει την κυριαρχία της στην κεντρική Ελλάδα απέτυχε εξαιτίας της αντίδρασης των Φωκαέων και των Βοιωτών. Αντίθετα οι πολεμιστές-πολίτες της Σπάρτης, του μεγάλου κέντρου στην πεδιάδα του Ευρώτα στη Λακωνία, κατάφεραν να θέσουν τα θεμέλια μιας σταθερής ηγετικής θέσης ήδη στις αρχές του 7ου αι. Το ιδιόρρυθμο πολίτευμα (κόσμος) αυτής της πόλης πολεμιστών που υπερήφανα αυτοαποκαλούνταν ὅμοιοι επικράτησε σύμφωνα με τις πηγές (Ηροδ. 1,65,2 κ.ε., θουκ. 1,18,1 κ.ε.) ύστερα από μια περίοδο ιδιαίτερα έντονων εσωτερικών αντιπαραθέσεων και συνδέθηκε στην παράδοση, που έχει φανερά μυθικό χαρακτήρα, με τον νομοθέτη Λυκούργο και το μαντείο των Δελφών. Αν και η "μεγάλη ρήτρα" (Πλούτ. Λνκ. 6, ήδη παραφρασμένη στο ποίημα Ευνομία του Τυρταίου) είναι η παλαιότερη πηγή της ελληνικής πολιτειακής ιστορίας που διαθέτουμε ουσιαστικά στην πρωτότυπη μορφή, οι άμεσες συνθήκες της διαμόρφωσης του πολιτεύματος δεν μπορούν πλέον να ανασυγκροτηθούν: η παραδοσιακή βασιλεία των Ηρακλείδων Υλλέων (1.2.1) ανήκε σε δύο κληρονομικούς μονάρχες που κατάγονταν από δύο διακριτούς βασιλικούς οίκους (τους Αγιάδες και τους Ευρυποντίδες - με χωριστές παραδόσεις και όχι ακριβώς την ίδια κοινωνική θέση!)· η λήψη όμως των αποφάσεων προϋπέθετε τη συμφωνία της συνέλευσης του δάμου που συνερχόταν τακτικά (περίπου 9000 στρατεύσιμοι πολίτες στα τέλη του 6ου αι.), ενώ η Γερουσία (28 μέλη ενός συμβουλίου γερόντων και κρατικού δικαστηρίου που εκλέγονταν διά βίου) διέθετε σημαντικά δικαιώματα πρωτοβουλίας και ελέγχου. Σύντομα (το αργότερο στις αρχές του 6ου αι.) προστέθηκε η επιτροπή των πέντε ἐφόρων που εκλέγονταν κάθε χρόνο από τον δᾶμον και διέθεταν γενικές αρμοδιότητες ελέγχου τόσο των βασιλέων όσο κυρίως των πολυάριθμων περιοίκων και ειλώτων που στερούνταν πολιτικών δικαιωμάτων (1.4.2).
1.4.2. Με την εσωτερική διαμόρφωση του "κόσμου" (και την αναγκαστική ενσωμάτωση της αρχαίας μυκηναϊκής πόλης των Αμυκλών) προφανώς συνδέεται στενά η επέκταση της σπαρτιατικής κυριαρχίας σε ολόκληρη την περιοχή που έφερε το προελληνικό όνομα Λακεδαίμων - μια διαδικασία που ακόμα και σήμερα συχνά συσχετίζεται εσφαλμένα (βλ. π.χ. Β.Μ. Clauss, Sparta. Eine Einführung in seine Geschichte u. Zivilisation, München 1983, 12 κ.ε.) με τον εκδωρισμό της Λακωνίας στις αρχές των "σκοτεινών αιώνων" (1.2.1).
Ως αντάλλαγμα της προσωπικής ελευθερίας και της εσωτερικής αυτονομίας τους, οι Λακεδαιμόνιοι των παλαιότερων δωρικών εγκαταστάσεων της Λακωνίας (οι περίοικοι) ήταν υποχρεωμένοι να προσφέρουν στρατό στους σπαρτιάτες βασιλείς και γενικά δεσμεύονταν από τις αποφάσεις της Σπάρτης που ίσχυαν για όλο το κράτος των "Λακεδαιμονίων". Ένα άλλο τμήμα του πληθυσμού της Λακωνίας, που δεν μπορεί να προσδιοριστεί εθνικά, υποτάχτηκε βίαια και συμπεριλήφθηκε με ωμότητα στην κτηματική περιουσία (κλᾶρος) των Σπαρτιατών με την ονομασία είλωτες (κρατικοί δούλοι της κυρίαρχης κοινότητας χωρίς δικαιώματα). Ενώ το εμπόριο, η βιοτεχνία και η εξόρυξη μετάλλων βρίσκονταν σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια των περιοίκων, τα μέλη της κυρίαρχης τάξης των οπλιτών-πολιτών που εκμεταλλεύονταν την αναγκαστική γεωργική εργασία των ειλώτων ήταν υποχρεωμένα να ζουν ως επαγγελματίες στρατιώτες κάτω από καθολικό κοινωνικό έλεγχο (δηλ. σε συνεχή πολεμική ετοιμότητα, "στρατοπεδευμένοι" στο κέντρο της Σπάρτης). Το γενικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα του κράτους εξασφάλιζε την απόλυτη αποποίηση της ιδιωτικής ζωής και των δυνατοτήτων προσωπικής ανάπτυξης.
Μια πλευρά αυτού του εκπαιδευτικού συστήματος που αποσκοπούσε στην ανάπτυξη του ανδρισμού αποτελούσε η θεσμοθετημένη παιδεραστία ανάμεσα σε αγόρια (μεγαλύτερα των 12 ετών) και ενήλικες άνδρες. Με την καλλιέργεια ομοφυλοφιλικών σχέσεων οι Σπαρτιάτες θεωρούσαν ότι ενισχύονται η γενναιότητα και οι συναισθηματικοί δεσμοί στον πόλεμο. Ταυτόχρονα η απόλυτη απομάκρυνση των οπλιτών-πολιτών από τους οἴκους προσέφερε συγκριτικά μεγάλες κοινωνικές αλλά και οικονομικές ελευθερίες στις γυναίκες της Σπάρτης που ζούσαν στους κλάρους και ωςδέσποιναι απολάμβαναν δημόσια μεγάλη εκτίμηση.
Στη Σπάρτη η αρχικά αναμφισβήτητα ισχυρή τάξη των ευγενών πρέπει να προσαρμόστηκε νωρίς στο νέο πολίτευμα των αυστηρά πειθαρχημένων οπλιτών και στο σύστημα της καθολικής εκπαίδευσης τους (αγωγή): οι αντιδραστικές ομάδες προφανώς αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν (γύρω στο 700 σπαρτιατικά γένη ευγενών ίδρυσαν τον Τάραντα).
Προς τα τέλη του 8ου αι. η Σπάρτη κατάφερε να υποτάξει και την ιδιαίτερα εύφορη Μεσσηνία, η κύρια καλλιεργήσιμη περιοχή της οποίας μοιράστηκε ανάμεσα σε όσους πολεμιστές δεν είχαν κλά-ρους και έπρεπε να καλλιεργείται από τους υποδουλωμένους Μεσσήνιους. Στο β΄ μισό του 7ου αι. όμως μια μακρόχρονη επανάσταση των Μεσσηνίων, με την υποστήριξη των Αρκάδων και της ισχυρής πόλης του Άργους (που έως τότε ήλεγχε όλη την ανατολική Πελοπόννησο) προκάλεσε έντονη κρίση του "κόσμου" της Σπάρτης που ξεπεράστηκε νικηφόρα μόνο με τη συσπείρωση όλων των δυνάμεών της (ο λεγόμενος 2ος μεσσηνιακός πόλεμος).
Μετά τον μεγάλο αυτό κίνδυνο το σπαρτιατικό κράτος, που κατά τον 8ο αι. συμμετείχε ενεργά στην ελληνική πολιτιστική ζωή (όπως φαίνεται μεταξύ άλλων από τα γλαφυρά ποιήματα του Αλκμάνα [IV 1.3.4], τις ελεγείες του Τυρταίου αλλά και την άνθιση της λακωνικής τέχνης του 7ου/6ου αι.), προσέλαβε όλο και περισσότερο τον χαρακτήρα ενός άκαμπτου, καχύποπτου συστήματος που προσπαθούσε να θωρακιστεί από ξένες επιδράσεις και νεωτερισμούς, απορρίπτοντας ακόμα και την οικονομία του χρήματος! Η ταυτόσημη εικόνα της Σπάρτης στον Ηρόδοτο και στον Θουκυδίδη δείχνει ότι αυτή η εξέλιξη δεν μπορεί να χρονολογηθεί στον 5° αι. - ή στην περίοδο μετά τους περσικούς πολέμους (!) (αντίθετα L. Thommen, Lakedaimonion Politeia, Stuttgart 1996).
Η ιδιαίτερη μουσική παράδοση της Λακεδαίμονος με τους μεγαλειώδεις χορούς και τις εκτελέσεις χορικής ποίησης διατήρησε τη μεγάλη φήμη της σε ολόκληρη την Ελλάδα. Το θεσμικό πλαίσιο του σπαρτιατικού "κόσμου" δεν παρουσίασε όμως περαιτέρω εξέλιξη στη διάρκεια του 6ου αι. Κανείς επίσης δεν ήταν διατεθειμένος να παραχωρήσει στους περιοίκους δυνατότητες ανόδου στην τάξη των πολιτών της Σπάρτης. Αντίθετα όσοι "όμοιοι" αποτύγχαναν στη στρατιωτική υπηρεσία ή για οικονομικούς λόγους δεν μπορούσαν πλέον να συνεισφέρουν το μερίδιο τους στα συσσίτιααναγκάζονταν να υποβιβαστούν σε μια τάξη "κατωτέρων" (ὑπομείονες)· επομένως ήδη το ζήτημα της διατήρησης του κοινωνικοπολιτικού καθεστώτος οδηγούσε στον αυστηρό έλεγχο των γεννήσεων και τη σταθερή μείωση του αριθμού των πολιτών από γενιά σε γενιά.
1.4.3. Την πολεμική επέκταση της Σπάρτης στην Πελοπόννησο διαδέχτηκε γύρω στο 560 η πολιτική της σύναψης συμμαχιών με τα γειτονικά κράτη που δεν είχαν κατακτηθεί έως τότε. Έτσι στο β΄ μισό του 6ου αι. δημιουργήθηκε στη νότια Ελλάδα μια ισχυρή συμμαχία υπό τον έλεγχο της Σπάρτης, από την οποία για μεγάλο διάστημα κατάφερε να κρατήσει αποστάσεις μόνο το φιλόδοξο Άργος, ο παλιός αντίπαλος της Σπάρτης.
Συνάπτοντας στενότερες σχέσεις τόσο με τον ηγεμόνα των Λυδών (Κροίσο, 1.3.3) όσο και με τον αιγύπτιο Φαραώ Άμαση, η Σπάρτη εντάχθηκε ως η αναγνωρισμένη ηγετική δύναμη της Ελλάδας (Ηρόδ. 1,69 και 3,47) στο σύστημα των ισχυρών κρατών της Εγγύς Ανατολής, τα οποία αναπτύσσονταν μετά την κατάρρευση της Ασσυρίας (612), στο οποίο επίσης ανήκαν το μηδικό κράτος των Εκβατάνων και το νεοβαβυλωνιακό κράτος του Ναβουχοδονώσορα Β' (605-562). Τη νικηφόρα επανάσταση του υποτελούς βασιλιά των Περσών Κύρου Β' (περίπου 560-529· 1.3.6)εναντίον του ανώτερού του Αστυάγη των Μήδων (γύρω στο 550) και την πλήρη καταστροφή του Κροίσου (546 π.Χ.) ακολούθησε το 539 η υποταγή της Βαβυλώνας στους Πέρσες και τελικά το 525/4 η κατάληψη της Αιγύπτου από τον διάδοχο του Κύρου Καμβύση (529-522). Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν μια ριζική μεταβολή της διεθνούς πολιτικής κατάστασης που η Σπάρτη και τα ελληνικά κράτη στο σύνολο τους αδυνατούσαν να επηρεάσουν. Στη συνέχεια όμως οι πολυέξοδες επεμβάσεις της Σπάρτης εναντίον της θαλάσσιας ηγεμονίας του τυράννου της Σάμου Πολυκράτη (1.3.5) το 524 και -με εναλλασσόμενα μέτωπα- στην Αττική (511-506· 1.5.4-5) αφήνουν να διαφανεί ότι στα τέλη του 6ου αι. η δύναμη της "Πελοποννησιακής Συμμαχίας" ήταν όλο και περισσότερο έτοιμη να αναλάβει έναν πραγματικά ηγετικό ρόλο στο Αιγαίο.
Βιβλιογραφικές αναφορές: Για την γρήγορη κατάρρευση της θεσσαλικής ηγεμονίας στην κεντρική Ελλάδα γύρω στο 570 βλ. G.A. Lehmann, "Thessaliens Hegemonic über Mittelgriechenland im 6. Jh. v. Chr.", Boreas 6 (1983) 35-43. Για την αρχαία παράδοση της Σπάρτης "του Λυκούργου" βλ. Ε.Ν. Tigerstedt, The Legend of Sparta in Classical Antiquity, 2 τόμοι (Uppsala 1974)· για την ιστορία της έρευνας βλ. την έξοχη εισαγωγή του Κ. Christ (εκδ.), Sparta (Darmstadt 1986) 1-72· για την ερμηνεία της "μεγάλης ρήτρας" βλ. ΚΙ. Bringmann, "Die Grosse Rhetra u. die Entstehung des spartanischen Kosmos", ό.π. 351-386· P. Oliva, Sparta and her Social Problems (Amsterdam 1971)· A. Powell (εκδ.), Classical Sparta: Techniques behind her Success (London 1989)· A.Powell-St. Hodkinson (εκδ.). The Shadow of Sparta (London-New York 1994).
1.5. Από τον Σόλωνα στον Κλεισθένη: η πορεία της Αθήνας προς το δημοκρατικό πολίτευμα
1.5.1. Την ίδια εποχή και κάτω από παρόμοιες συνθήκες η πόλη της Αθήνας εξελίχθηκε με τρόπο ριζικά διαφορετικό από τη Σπάρτη: αποφασιστικής σημασίας γεγονός στην αρχαϊκή ιστορία της Αθήνας αποτελεί αναμφισβήτητα η συνένωση των κύριων περιοχών της αττικής χερσονήσου (τηςἀκτῆς μέχρι το Σούνιο, που περιλάμβανε σημαντικούς οικισμούς) υπό την εξουσία του κράτους "των Αθηναίων" που ελεγχόταν από την Αθήνα και το φρούριο της Ακρόπολης. Η μυθική παράδοση απέδωσε το επίτευγμα αυτό, το οποίο αποτελεί μέρος της ιστορικής εξέλιξης από την εποχή των μυκηναϊκών οικισμών, στον γενικό συνοικισμό που πραγματοποίησε ο ιδρυτής-βασιλιάς Θησέας. Μόνο η Ελευσίνα με το μεγάλο ιερό της Δήμητρας και ορισμένες συνοριακές περιοχές της βόρειας και βορειοανατολικής Αττικής ενσωματώθηκαν στην αθηναϊκή ένωση πόλεων μόλις στην αρχαϊκή περίοδο.
Η Αθήνα, όπως και η Σπάρτη, δεν συμμετείχε στην αποικιστική κίνηση του 8ου και 7ου αι., γεγονός που εξηγείται ικανοποιητικά από τον δυναμισμό αλλά και την πλεονεκτικότερη γεωγραφική θέση και εμπειρία των γειτονικών παραλιακών πόλεων της Εύβοιας στον 8ο αι. και αργότερα των πόλεων του Ισθμού, των Μεγάρων και της Κορίνθου (1.3.1, 1.3.2). Σημαντικό ρόλο έπαιξε επίσης το τεράστιο μέγεθος της επικράτειας της πόλης (περισσότερο από 2500 τ.χλμ.), που αποτέλεσε βασική προϋπόθεση για τη μεγάλη ανάπτυξη της γεωργίας.
Λίγα είναι γνωστά σχετικά με την ιστορία και το πολίτευμα της Αθήνας πριν από τον Σόλωνα· ήδη οι ατθιδογράφοι που αρχίζουν να γράφουν γύρω στο 400 αναφέρουν απλές εικασίες, χωρίς να στηρίζονται στην παράδοση ή την ιστορική μνήμη. Τα τελευταία θεσμικά κατάλοιπα της παραδοσιακής βασιλείας παραμερίστηκαν στις αρχές του 7ου αι. - ο σωζόμενος κατάλογος των εκλεγμένων στο νέο ετήσιο αξίωμα του επώνυμου ἄρχοντα της πόλης αρχίζει το έτος 683. Παράλληλα με τους άρχοντες που ήταν επιφορτισμένοι με τα σημαντικότερα διοικητικά καθήκοντα δρουν στο εξής, επίσης ως αιρετοί αξιωματούχοι με ετήσια θητεία, ο (θρησκευτικών αρμοδιοτήτων)βασιλεύς, ο πολέμαρχος και η δικαστική επιτροπή των δέκα θεσμοθετών. Τα λίγα ονόματα αξιωματούχων που μαρτυρούνται από την εποχή αυτήν ανήκουν αποκλειστικά στα μεγάλα αριστοκρατικά γένη της Αττικής.
1.5.2. Μετά τα μέσα του 7ου αι. η κρίση της άρχουσας τάξης των αριστοκρατών έγινε φανερή και στην Αττική· το πρώτο σύμπτωμα παρουσιάστηκε στη δεκαετία του 630 με την πραξικοπηματική απόπειρα του αριστοκράτη Κύλωνα (ολυμπιονίκη στον δίαυλο το 640) που κατέλαβε την Ακρόπολη με τους οπαδούς του και με στρατεύματα του πεθερού του, του τυράννου των Μεγάρων Θεαγένη(1.3.5) (Ηρόδ. 5,71 και Θουκ. 1,126,3 κ.ε.). Η βίαιη καταστολή του πραξικοπήματος του Κύλωνα από τον άρχοντα Μεγακλή της οικογένειας των Αλκμεωνιδών παραβίασε απροκάλυπτα το ιερό δικαίωμα του ασύλου (κυλώνειο άγος) οδηγώντας σε άσβεστο μίσος και νέες διαμάχες μεταξύ των αθηναίων αριστοκρατών.
Η πρώτη (σχετικά εκτενής) κωδικοποίηση του δικαίου της Αθήνας που ανατέθηκε στον νομοθέτη Δράκοντα θα πρέπει επομένως να θεωρηθεί κυρίως προσπάθεια πολιτικής σταθεροποίησης με τη βοήθεια της αυστηρής εφαρμογής των νόμων και των διαδικασιών (γύρω στο 624).
1.5.3. Περίπου μια γενιά αργότερα η κρίση στην Αττική παρουσίασε νέα δραματική όξυνση. Χάρη στα εκτενή αποσπάσματα από τα πολιτικά ποιήματα του Σόλωνα (IV 1.3.3) είναι αρκετά γνωστά τα πολιτικοκοινωνικά προβλήματα του τέλους του 7ου αι., κυρίως οι μοιραίες συνέπειες της αυστηρής νομοθεσίας για τα χρέη και των αυξανόμενων οικονομικών δυσχερειών των μικρομεσαίων γεωργών της Αττικής που οφείλονταν στους υψηλούς φόρους (1.3.5) και τα ενοίκια. Στην όξυνση της κρίσης συνέβαλαν και οι αποτυχίες των Αθηναίων στη μακρόχρονη διένεξη με τα γειτονικά Μέγαρα για την κατοχή της Σαλαμίνας.
Παρά το βαθύ χάσμα ανάμεσα στους ισχυρούς κύκλους των αριστοκρατών και τον δήμο, το 594/3 εκλέχθηκε άρχων και διαλλακτής με έκτακτες εξουσίες ο Σόλων (από τον αριστοκρατικό οίκο των Μεδοντιδών), ο οποίος στα ποιήματά του είχε υποστηρίξει δημόσια την ανάγκη ριζικών μεταρρυθμίσεων και συμφιλίωσης των τάξεων με σκοπό την αποκατάσταση της εὐνομίης.
Τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα, ο οποίος απέρριψε απερίφραστα τις προτάσεις και των δύο στρατοπέδων να τον στηρίξουν στην περίπτωση που σφετεριστεί την εξουσία ως τύραννος, αρχικά συνιστούσαν συγκεκριμένα αποφασιστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της οξείας κρίσης, κυρίως η απροσδόκητη διαγραφή των χρεών (σεισάχθεια) και η απαγόρευση της πώλησης χρεοκοπημένων οφειλετών ως δούλων (καθώς και η γενναιόδωρη εξαγορά πολλών Αθηναίων που είχαν ήδη γίνει δούλοι με έξοδα της πολιτείας). Έθεσε επίσης ένα ανώτατο όριο στην κληρονομιά ακίνητης περιουσίας και απαγόρευσε την εξαγωγή όλων των γεωργικών προϊόντων από την Αττική (με εξαίρεση το αθηναϊκό ελαιόλαδο που ήταν περιζήτητο σε όλη τη Μεσόγειο).
Ο Σόλων αρνήθηκε επίσης αποφασιστικά να επιβάλει τον αναδασμό της γης που θα οδηγούσε αναγκαστικά σε αιματοχυσία και νέες αδικίες. Όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες πολιτικοκοινωνικές συνέπειες, πολύ μεγαλύτερη σημασία είχε το νομοθετικό έργο του (οι θεσμοί) που παρενέβαινε εκσυγχρονιστικά σε όλους σχεδόν τους τομείς της ζωής και δημοσιεύθηκε σε ξύλινες πινακίδες (συλλογή υλικού στο Ε. Ruschenbusch, Σόλωνος Νόμοι, Wiesbaden 1966). Η νομοθεσία του Σόλωνα άλλαξε ριζικά τους θεσμούς και την πολιτειακή δομή του αθηναϊκού κράτους με τη θέσπιση νέων διατάξεων, οδηγιών προς τους αξιωματούχους και συγκεκριμένων δικονομικών ρυθμίσεων. Όσον αφορά εξάλλου τις πληροφορίες στην Ἀθηναίων πολιτεία του Αριστοτέλη και στη βιογραφία του Σόλωνα από τον Πλούταρχο πρέπει να θεωρήσουμε ότι και οι δύο αυτές πηγές (καθώς και η παράδοση των Ατθίδων που υπόκειται σ' αυτές) γνώριζαν σε γενικές γραμμές όχι μόνο την ποίηση αλλά και το ίδιο το νομοθετικό έργο του Σόλωνα. Αντίθετα τα αποδεδειγμένα ψευδή στοιχεία που συναντούμε συχνά στους αττικούς δικανικούς λόγους του 4ου αι. πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον μεγαλύτερο δυνατό σκεπτικισμό.
Με τη νέα διαίρεση του συνόλου των πολιτών σε τέσσερις εισοδηματικές τάξεις (ανάλογα με τη γεωργική παραγωγή που όμως μπορούσε εύκολα να υπολογιστεί σε χρήμα) τα πολιτικά δικαιώματα του καθενός προσδιορίζονται με βάση τις στρατιωτικές υποχρεώσεις. Από τους ευγενείς ἱππεῖς(αποτελούν τη δεύτερη τάξη με ελάχιστο εισόδημα 300 μεδίμνων) προήλθε η πρώτη τάξη τωνπεντακοσιομεδίμνων, τα μέλη της οποίας είχαν το αποκλειστικό δικαίωμα εκλογής στα ανώτατα πολιτικά αξιώματα με ετήσια θητεία. Προϋπόθεση για την εκλογή στη νέα βουλή (την οποία αποτελούσαν 400 Αθηναίοι από τις τέσσερις παραδοσιακές αττικές φυλές εκλεγμένοι για έναν χρόνο) ήταν το ελάχιστο εισόδημα της τρίτης τάξης των ζευγιτῶν, οι οποίοι αποτελούσαν τον κύριο κορμό της οπλιτικής φάλαγγας· μια "βουλή του δήμου" δομημένη με ταυτόσημο τρόπο κατά φυλές μαρτυρείται την ίδια εποχή και στην πόλη της Χίου. Αλλά και στην κατώτερη τάξη των θητῶν ο Σόλων παραχώρησε τη συμμετοχή στη συνέλευση του δήμου ἐκκλησία) και στο λαϊκό δικαστήριο(ἡλιαία) προσφέροντας έτσι εντελώς συνειδητά τη βάση για την ενεργό συμμετοχή τους στην πολιτική (βλ. π.χ. Σόλων απ. 5 West). Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η θέσπιση της λεγόμενης λαϊκής αγωγής, δηλ. του δικαιώματος μήνυσης όχι μόνο για όποιον βλάπτεται άμεσα αλλά και για κάθε Αθηναίο, σε περιπτώσεις κοινού συμφέροντος.
Η ρήξη με τις αξιώσεις και τις συνήθειες των αριστοκρατών, των οποίων η κυριαρχία περιορίστηκε, δεν θα μπορούσε να γίνει σαφέστερη τόσο στο δημόσιο δίκαιο όσο και στην πολιτική ορολογία. Ακόμα και το ισχυρό (αριστοκρατικό) συμβούλιο του Αρείου Πάγου αναμορφώθηκε ως προς τη σύνθεση και εν μέρει ως προς τις αρμοδιότητές του: η διά βίου συμμετοχή μπορούσε να αποκτηθεί μόνο ύστερα από θητεία σε ένα από τα ανώτατα αιρετά διοικητικά αξιώματα (συμπεριλαμβανομένης και της συμμετοχής στο συμβούλιο των έξι θεσμοθετῶν που αναλάμβανε την προεδρία του λαϊκού δικαστηρίου). Ο Άρειος Πάγος όμως διατήρησε σημαντικό πολιτικό βάρος και με τον νέο του ρόλο ως "συμβουλευτικό όργανο" που διαρκώς συνεδρίαζε κεκλεισμένων των θυρών (όπως η Σύγκλητος της κλασικής ρωμαϊκής δημοκρατίας), κυρίως μέσω των αρμοδιοτήτων που είχε σχετικά με τη λογοδοσία των απερχόμενων αξιωματούχων.
1.5.4. Για περισσότερο από μια δεκαετία μετά τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα, ξεσπούσαν στην Αθήνα συνεχώς διαμάχες, στο επίκεντρο των οποίων βρισκόταν ο αγώνας για την κατάκτηση του πανίσχυρου αξιώματος του επώνυμου άρχοντα: έγκυρη εκλογή άρχοντα δεν πραγματοποιήθηκε επανειλημμένα, με αποτέλεσμα να αναγραφεί ἀναρχία στους επίσημους καταλόγους των επωνύμων αρχόντων (Αριστ. Αθ. πολ. 13). Το 582/1 ο άρχων Δαμασίας επέβαλε μια σύντομη τυραννίδα υπερβαίνοντας την ετήσια θητεία του αξιώματός του. Μετά την πτώση του το 580/79 η Αθήνα κυβερνήθηκε για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα από μια ομάδα ισότιμων αρχόντων, πέντε αριστοκρατών και εκπροσώπων του δήμου που προφανώς έθεσαν τέλος στη διαμάχη των δύο μεγάλων κοινωνικοπολιτικών "τάξεων" -με τη σολώνεια έννοια- για τα ανώτατα αξιώματα, η επανεκλογή στα οποία απαγορεύτηκε στο εξής αυστηρά.
Η αξία των μεταρρυθμίσεων του Σόλωνα αποδείχθηκε και σε άλλους τομείς· όπως δείχνει η τεράστια εξάπλωση των αττικών αγγείων από το 580 σε όλον τον χώρο της Μεσογείου, η βιοτεχνία και το. εμπόριο γνώρισαν εντυπωσιακή ανάπτυξη. Η κοπή των αθηναϊκών νομισμάτων που αρχίζει στη διάρκεια του 6ου αι. (VIII 6.2.6) στηρίχτηκε στην παραγωγή των ορυχείων αργύρου του Λαυρείου (στη νοτιοανατολική Αττική). Η πόλωση μεταξύ των πλούσιων αριστοκρατών από τη μία πλευρά, και των εξαθλιωμένων μικροκαλλιεργητών και των ανερχόμενων μεσαίων τάξεων από την άλλη, είχε προφανώς εκτονωθεί σημαντικά. Στη δεκαετία του 560 παρουσιάστηκε το νέο πρόβλημα αν η δύναμη συνοχής της πόλης θα μπορούσε να ελέγξει μακροπρόθεσμα τις εντάσεις ανάμεσα στις διαφορετικές περιοχές της Αττικής με τα αποκλίνοντα συμφέροντά τους και τους εξαιρετικά φιλόδοξους τοπικούς ηγέτες τους. Η θεσμοθέτηση της μεγάλης "εθνικής εορτής" των Παναθηναίων, που γιορταζόταν με λαμπρότητα στο ἄστυ, το 566/5, όταν επώνυμος άρχων ήταν ο Φιλαΐδης Ιπποκλείδης, πρέπει να θεωρηθεί σύμπτωμα του προβλήματος αυτού, τη στιγμή που η πολιτική ζωή προσδιοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από την αντιπαράθεση τριών ομάδων που είχαν τον χαρακτήρα "τοπικών κομμάτων" (με επικεφαλής μέλη αριστοκρατικών οικογενειών). Οι Πεδιεῖς/Πεδιακοίανήκαν στο κόμμα του Ετεοβουτάδη Λυκούργου, που υποστηριζόταν κυρίως από τους κατοίκους της πλούσιας πεδιάδας του Κηφισού γύρω από το άστυ, ενώ ο Μεγακλής, εγγονός του Αλκμεωνίδη που ευθυνόταν για το "κυλώνειο άγος", ήταν επικεφαλής των Παραλίων (δηλ. της δυτικής-νοτιοδυτικής Αττικής). Ηγέτης της ισχυρής ομάδας των Διακρίων (των κατοίκων της βόρειας και ανατολικής Αττικής) ήταν ο Πεισίστρατος από τη Βραυρώνα, ένας ευγενής με μεγάλες στρατιωτικές διακρίσεις, του οποίου η οικογένεια καταγόταν από τον αρχαίο βασιλικό οίκο των Νηλειδών. Οι τοπικιστικές εντάσεις μεταξύ των Αθηναίων πολιτών, οι οποίες αντικατοπτρίζονταν στο φάσμα αυτών των "κομμάτων", ξεπεράστηκαν αργότερα για πρώτη φορά χάρη στον μηχανισμό συγχώνευσης που εφάρμοσε η κλεισθένεια μεταρρύθμιση της βουλής και των φυλών (1.5.5).
Οι πρώτες προσπάθειες του Πεισίστρατου για την εγκαθίδρυση τυραννίδας (561/0 και 557/6) -η δεύτερη αρχικά σε συνεργασία με τον Μεγακλή- απέτυχαν. Ύστερα από μια μακρά εξορία ο Πεισίστρατος συγκέντρωσε τεράστια κέρδη από ορυχεία στη Μακεδονία και τη Θράκη, εισέβαλε στην Αττική και κατέλαβε την Ακρόπολη με μισθοφορικά στρατεύματα και ξένη βοήθεια. Οι θεσμοί και οι πολιτειακές δομές της Αθήνας υπέστησαν λίγες μόνο αλλαγές· για την άσκηση της εξουσίας αρκούσε ο συνεχής (έμμεσος) έλεγχος του αξιώματος του επώνυμου άρχοντα. Σημαντικές για την εξασφάλιση της εξουσίας αποδείχθηκαν οι εξωτερικές διασυνδέσεις του καθεστώτος, κυρίως με τους τυράννους της Νάξου (Λύγδαμη) και της Σάμου (Πολυκράτη, 1.3.5). Κάτω όμως από την εξουσία του Πεισίστρατου, και κυρίως των γιων του (από το 528/7), επικερδείς προτάσεις συνεργασίας έγιναν και προς τους αντιπάλους τους από τους μεγάλους αριστοκρατικούς οίκους της Αττικής: έτσι ο Κλεισθένης, γιος του Μεγακλή και αργότερα μεταρρυθμιστής, κατέλαβε το αξίωμα του επώνυμου άρχοντα το 525/4 (δηλ. στην περίοδο της τυραννίδας), ενώ ο πρεσβύτερος Μιλτιάδης των Φιλαϊδών δημιούργησε στη Λήμνο και τη θρακική Χερσόνησο μια δική του ηγεμονία με την υποστήριξη της Αθήνας. Στην απέναντι ακτή του Ελλήσποντου μια άλλη τυραννίδα-δορυφόρος της Αθήνας επικράτησε στο Σίγειο πάνω στον θαλάσσιο εμπορικό δρόμο του Πόντου, που αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη σημασία για τον εφοδιασμό της Αττικής με σιτηρά. Στην εποχή του μεγάλου βασιλιά Δαρείου Α' (522/1-486) αυτές οι προκεχωρημένες βάσεις περιήλθαν γρήγορα στην τόσο διοικητικά όσο και οικονομικο-πολιτικά εντονότερη κυριαρχία των Περσών.
Παρά τη σχετικά υψηλή φορολογία, η τυραννίδα της Αθήνας εξασφάλισε με έξυπνες μεταρρυθμίσεις και την υποστήριξη του λαού. Το τέλος μιας μακράς περιόδου πολιτικής σταθερότητας, οικονομικής ανάπτυξης, γενναιόδωρης πατρωνίας στην αυλή των τυράννων, καθώς και της μεγαλοπρεπούς οικοδομικής πολιτικής στην Αθήνα (μεταξύ άλλων της οικοδόμησης του Ολυμπιείου και ενός νέου ναού της Αθηνάς στην Ακρόπολη) σήμανε η δολοφονική απόπειρα των τυραννοκτόνων Αρμόδιου και Αριστογείτονα το 514 με σκοπό την προσωπική εκδίκηση (αργότερα παρουσιάστηκαν ως ήρωες της δημοκρατίας), θύμα της οποίας έπεσε ο Πεισιστρατίδης Ίππαρχος. Παρά τα σκληρά καταπιεστικά μέτρα του Ιππία, του γιου του Πεισίστρατου που επέζησε, εκδηλώθηκε αντίσταση τόσο στο εσωτερικό όσο και από την πλευρά των εξόριστων αντιπάλων. Ο Ιππίας όμως αναγκάστηκε να παραδοθεί το 510 μόνο μετά την επέμβαση του φιλόδοξου βασιλιά της Σπάρτης Κλεομένη Α' και αποσύρθηκε στο Σίγειο κάτω από την επικυριαρχία των Περσών.
1.5.5. Στους κομματικούς αγώνες που ακολούθησαν, ο Αλκμεωνίδης Κλεισθένης κατάφερε ύστερα από μακρόχρονες ταραχές να επιβληθεί με ένα πολύπλοκο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα (από το 507) που συμπλήρωσε τη σολώνεια πολιτειακή τάξη με τη νέα πολιτική έννοια της ἰσονομίας. Στην Αθήνα η ἰσονομία διατηρήθηκε ως χαρακτηρισμός του πολιτεύματος παράλληλα με τη μεταγενέστερη έννοια "δημοκρατία" (1.7.1).
Σε αντίθεση με τον Σόλωνα, δεν διαθέτουμε καμιά προσωπική μαρτυρία του Κλεισθένη που να διαφωτίζει τα κίνητρα και τις απόψεις του μεταρρυθμιστή· οι Αθηναίοι πολίτες είχαν αποδεχθεί ανεπιφύλακτα αυτή τη νέα τάξη ήδη στο κρίσιμο έτος 507 και την υπερασπίστηκαν με επιτυχία εναντίον πραξικοπηματικών αποπειρών στο εσωτερικό και των επεμβάσεων του σπαρτιάτη βασιλιά Κλεομένη Α'. Ο δήμος απέρριψε επίσης το αίτημα του Πέρση αντιβασιλέα στις Σάρδεις (μετά το 505) να επιτραπεί στον έκπτωτο τύραννο Ιππία η επιστροφή στην Αθήνα, θεωρώντας αναπόφευκτους τους κινδύνους που συνεπαγόταν η εχθρότητα της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών.
Πυρήνας της κλεισθένειας μεταρρύθμισης της βουλής και των φυλών ήταν η αναδιάρθρωση του συλλογικού σώματος των πολιτών (εκτός των τεσσάρων αριστοκρατικών, δημιουργήθηκαν αττικές-ιωνικές φυλές που ήταν ανοικτές και σε νέες κοινωνικές ομάδες). Για να αποφευχθεί ο σχηματισμός κομματικών ομάδων τοπικού χαρακτήρα, η Αττική διαιρέθηκε σε τρεις νέες περιοχές: την "πόλη" (που περιλάμβανε την πεδιάδα του Κηφισού και τα ενδότερα της παραλιακής ζώνης), τα "παράλια" (από την Ελευσίνα μέχρι την ανατολική Αττική) και την "ενδοχώρα". Οι κοινότητες (δῆμοι) που υπήρχαν από παλιά στις περιοχές αυτές (συμπεριλαμβανομένων και των δήμων που πλέον αποτελούσαν την πόλη) χωρίστηκαν σε δέκα ομάδες ανάλογα με τον αριθμό των πολιτών τους, και κάθε μια αποτελούσε ως τριττύς μαζί με άλλες δύο ομάδες δήμων παρόμοιου μεγέθους από τις άλλες δύο περιοχές μια νέα φυλή. Κάθε μια από αυτές τις δέκα νέες φυλές συμμετείχε με πενήντα βουλευτές στη "βουλή του δήμου", τη βουλή των "πεντακοσίων", και έπρεπε να συμμετάσχει στον σημαντικά ενισχυμένο στρατό οπλιτών της Αθήνας με ένα στρατιωτικό σώμα (τάξις, περίπου 900-1000 άντρες) με έναν στρατηγό - κάτω από τις διαταγές του πολεμάρχου που εκλεγόταν με ετήσια θητεία. Η βάση όμως της νέας οργάνωσης της πόλης ήταν οι δήμοι, η αυτοδιοίκηση των οποίων ενισχύθηκε σημαντικά και όπου κάθε χρόνο καθορίζονταν οι βουλευτές ανάλογα με τον αριθμό των πολιτών. Οι αντιπρόσωποι κάθε μιας από τις δέκα φυλές στη βουλή, οι οποίοι εκπροσωπούσαν αναλογικά όλη την Αττική, κατείχαν ως πρυτάνεις για ένα δέκατο του έτους την προεδρία τόσο της βουλής όσο και της εκκλησίας που συνεδρίαζε τακτικά και προετοίμαζαν την ημερήσια διάταξη (συμπεριλαμβανομένων και των ψηφισμάτων/προβουλευμάτων που η βουλή εισήγαγε στην εκκλησία του δήμου) ανεξάρτητα από τους ανώτατους αξιωματούχους. Την ίδια εποχή η βουλή των "πεντακοσίων" απέκτησε μόνιμη έδρα σε μεγάλο κτίριο της νέας αγοράς.
Στην εποχή του Κλεισθένη εγκαινιάστηκε επίσης ο θεσμός του ὀστρακισμοῦ ("ψηφοφορία με θραύσματα αγγείων") που αποσκοπούσε στην αποφυγή της επιστροφής της τυραννίδας και αρχικά προέβλεπε μια μυστική ψηφοφορία κάθε έτος στη βουλή για να διαπιστωθεί ποιος Αθηναίος έπρεπε να θεωρηθεί "επικίνδυνος". Στην περίπτωση που μια (σχετική) πλειοψηφία τουλάχιστον 200 βουλευτών ψήφιζε εναντίον ενός συγκεκριμένου πολιτικού, ο πολιτικός αυτός έπρεπε να εγκαταλείψει για δέκα χρόνια την Αττική χωρίς συνέπειες για την υπόληψη και την περιουσία του. Ο θεσμός αυτός εφαρμόστηκε όμως για πρώτη φορά στην εποχή του Θεμιστοκλή -δηλ. κάτω από την απειλή της περσικής εισβολής- και μόνο με τη μορφή ενός καθολικού δημοψηφίσματος, όπου απαιτούνταν μια σχετική πλειοψηφία περισσότερων από 6000 ψήφων εναντίον ενός συγκεκριμένου πολιτικού (βλ. G.A. Lehmann, "Der Ostrakismos-Entscheid in Athen: von Kleisthenes zur Ära des Themistokles",ZPE 41, 1981, 85-99). Βασικός στόχος αυτής της "αρνητικής" κρίσης εναντίον ενός πολίτη ήταν η μακροπρόθεσμη εξασφάλιση της λήψης καίριων αποφάσεων για την εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια της Αθήνας (και ταυτόχρονα της θέσης των υπεύθυνων πολιτικών) στο πλαίσιο μιας άμεσης δημοκρατίας.
Ένα φανερό πλήγμα εναντίον της τοπικής επιρροής των αριστοκρατικών γενών ήταν η απαγόρευση των πολυτελών τάφων, η οποία πρέπει επίσης να αποδοθεί στη μεταρρυθμιστική νομοθεσία του Κλεισθένη και η οποία εφαρμόστηκε αυστηρά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το 500. Αυτή η νέα ρύθμιση συμπληρώθηκε πατριωτικά με την ανέγερση στον Κεραμεικό, μπροστά στην πύλη του Διπύλου, ενός μεγαλοπρεπούς δημόσιου μνημείου για όλους τους Αθηναίους που έπεσαν στον πόλεμο.
Βιβλιογραφικές αναφορές. J. Bleicken, Die athenische Demokratie (Paderborn 21994)· Chr. Meier,Die Entstehung des Politischen bei den Griechen (Frankfurt a.M. 21983)· K.-W. Welwei, Athen. Vom neolithischen Siedlungsplatz zur archaischen Großpolis (Darmstadt 1992)· R. Develin, Athenian Officials 684-321 B.C. (Cambridge 1989)· P. Oliva, Solon. Legende und Wirklichkeit (Konstanz 1988), M. Stahl, Aristokraten und Tyrannen im archaischen Athen (Stuttgart 1987)· P. Siewert, Die Trittyen Attikas und die Heeresreform des Kleisthenes (München 1982)· S.D. Lambert, The Phratries of Attika (Ann Arbor 1993).
1.6. Η εποχή των Περσικών Πολέμων
1.6.1. Για μεγάλο διάστημα τα ελληνικά κράτη δέχονταν την πίεση της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών που με τον Δαρείο Α΄ είχε εξαπλωθεί μέχρι την Ευρώπη, στη Θράκη και τη Μακεδονία, όταν το 500 οι ιωνικές πόλεις που βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο του σατράπη των Σάρδεων επαναστάτησαν εναντίον της περσικής κυριαρχίας και των τυραννικών καθεστώτων που υποστηρίζονταν από την αυτοκρατορία. Ενώ η Σπάρτη αρνήθηκε την υποστήριξή της, η Αθήνα που ούτως ή άλλως περίμενε περσικά αντίποινα (1.5.5) και η Ερέτρια βοήθησαν τους επαναστατημένους συγγενείς τους με πλοία. Παρά τις σημαντικές αρχικές επιτυχίες (όπως η βραχύβια κατάληψη των Σάρδεων και η προσχώρηση στην εξέγερση των ελληνικών πόλεων της Καρίας, του Ελλησπόντου και της Κύπρου) οι Ίωνες υποτάχτηκαν στους Πέρσες ύστερα από αγώνα έξι ετών. Η ανθηρή μητρόπολη Μίλητος καταστράφηκε με ωμότητα το 494, και ο πληθυσμός της μεταφέρθηκε στον κάτω Τίγρη. Εκτός από τις ποινές που επιβλήθηκαν στις υπόλοιπες ιωνικές πόλεις, η νέα τάξη ικανοποίησε την ανάγκη τους για πολιτική αυτονομία (βλ. Ηρόδ. 6,43,3), με αποτέλεσμα να αποφευχθεί η επιστροφή των τυραννικών καθεστώτων (με την αποστολή του Μαρδόνιου το 493/2, γαμπρού του μεγάλου βασιλιά). Η περσική ηγεσία ήταν όμως αποφασισμένη να τιμωρήσει και τις πόλεις της Ελλάδας που είχαν υποστηρίξει την επανάσταση. Έτσι διακυβευόταν η ανεξαρτησία όλης της Ελλάδας, και η σύγκρουση με τα ελληνικά κράτη που είχαν αποφασίσει να αντισταθούν -αυτή τη φορά κάτω από την δραστήρια ηγεσία της Σπάρτης- ήταν αναπόφευκτη.
Η πρώτη άριστα προετοιμασμένη εκστρατεία αντιποίνων κατευθύνθηκε με στρατό και στόλο δυτικά προς τα θρακικά παράλια με επικεφαλής τον Μαρδόνιο και απέτυχε το καλοκαίρι του 492 να φτάσει στην Ελλάδα, μόνο επειδή μεγάλο μέρος του στόλου καταστράφηκε στο ακρωτήριο της χερσονήσου του Άθω εξαιτίας των μελτεμιών (ἐτησίαι), πολύ συνηθισμένων στο Αιγαίο αυτήν την εποχή του έτους. Δύο χρόνια αργότερα, οι Πέρσες ακολούθησαν ένα νέο σχέδιο: μεταφέροντας ένα ισχυρό εκστρατευτικό σώμα ο στόλος παρέκαμψε τις Κυκλάδες, κατέλαβε και κατέστρεψε την Ερέτρια στην Εύβοια και κατέληξε στην ανατολική ακτή της Αττικής, ύστερα από συμβουλή του πρώην τυράννου Ιππία. Στην πεδιάδα του Μαραθώνα όμως οι Αθηναίοι οπλίτες, έχοντας ως μόνους συμμάχους τους Πλαταιείς, κατατρόπωσαν απροσδόκητα τα επίλεκτα στρατεύματα της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών.
1.6.2. Τώρα πλέον διακυβευόταν το στρατιωτικό γόητρο της περσικής αυτοκρατορίας. Έτσι ο Δαρείος, και από το 486 ο γιος και διάδοχός του Ξέρξης, ετοίμασαν μια νέα εκστρατεία αντιποίνων, η οποία με ένα μεγάλο εκστρατευτικό σώμα -συνοδευμένο από τον στόλο στον οποίο υπερτερούσαν αριθμητικά οι Φοίνικες- θα κατευθυνόταν προς την Ελλάδα ακολουθώντας τα θρακικά παράλια. Με πολυετή εργασία ανοίχτηκε μια πλατειά διώρυγα στη χερσόνησο του Άθω για να αποφευχθεί το επικίνδυνο πέρασμα του ακρωτηρίου (1.6.1) και κατασκευάστηκαν δυο θαλάσσιες γέφυρες στα στενά του Ελλήσποντου. Παράλληλα έγινε προφανώς μια συμφωνία με την Καρχηδόνα (Διόδωρος-Έφορος 11,1,4 και 11,20,1 κ.ε., ασαφώς Ηρόδ. 7,157-167), η οποία πάντα διατηρούσε στενές σχέσεις με τη μητρόπολή της Σιδώνα-Τύρο (1.3.6), και το καλοκαίρι του 480, ταυτόχρονα με την περσική εισβολή στην Ελλάδα, η Καρχηδόνα εξαπέλυσε μια ισχυρή επίθεση εναντίον των Συρακουσών, της Γελάς και του Ακράγαντα στη Σικελία. Έτσι ο γεωγραφικά περιορισμένος ελληνικός κόσμος, του οποίου η διάθεση για άμυνα δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη -η πλειοψηφία στα ομοσπονδιακά κράτη των Θεσσαλών και Βοιωτών ήταν έτοιμη να προσχωρήσει στους Πέρσες- βρέθηκε σχεδόν εντελώς περικυκλωμένος από Ανατολή και Δύση.
Αποφασιστικής ιστορικής σημασίας ήταν το γεγονός ότι στην Αθήνα της δεκαετίας του 480 ο πολιτικός Θεμιστοκλής, επώνυμος άρχοντας (1.5.1) ήδη το 493/2, κατόρθωσε να επιβληθεί με ένα φιλόδοξο αλλά επικίνδυνο στρατηγικό σχέδιο και να εξασφαλίσει διαρκώς την ηγετική του θέση στο αξίωμα του στρατηγού: στην περίοδο 487- 482 σχεδόν κάθε χρόνο οι ουσιαστικές πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονταν μέσω του οστρακισμού (1.5.5). Το σχέδιο του Θεμιστοκλή βασιζόταν στη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η θαλάσσια άμυνα προσέφερε τη μόνη πραγματική ευκαιρία αντιμετώπισης της επικείμενης περσικής εισβολής: στα επικίνδυνα ύδατα των ελληνικών παραλίων η αριθμητική υπεροχή των Περσών δεν θα είχε τόσο μεγάλη βαρύτητα όσο σε μια σύγκρουση στην ξηρά.
Παρά τη νίκη της οπλιτικής φάλαγγας στον Μαραθώνα λίγα μόνο χρόνια πριν, η αθηναϊκή εκκλησία του δήμου αποφάσισε να κατασκευάσει με τις δικές της δυνάμεις -με κρατικές δαπάνες και με μεγάλες έκτακτες εισφορές των πλουσιότερων πολιτών (λειτουργίαι)- έναν στόλο 200 πολεμικών πλοίων (τριήρων, η κάθε μια με 170 κωπηλάτες και με ένα ισχυρό απόσπασμα πεζοναυτών στο κατάστρωμα) μετατρέποντας έτσι την Αθήνα σε ηγετική ναυτική δύναμη της Ελλάδας. Τη δύσκολη και επικίνδυνη υπηρεσία των κωπηλατών στις τριήρεις ανέλαβαν κυρίως οι φτωχότεροι πολίτες(θῆτες, 1.5.3), που έως τότε ήταν αποκλεισμένοι από τη στρατιωτική υπηρεσία, με αποτέλεσμα η στρατιωτική δύναμη της Αθήνας αυτόματα να υπερδιπλασιαστεί· ταυτόχρονα όμως τέθηκε η αποφασιστική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της "ριζοσπαστικής" δημοκρατίας στην Αθήνα.
1.6.3. Το 481 τα ελληνικά κράτη που είχαν αποφασίσει να αντισταθούν σχηματίζοντας την "ομοσπονδία των Ελλήνων" παρέδωσαν την αρχηγία στη Σπάρτη, αλλά υιοθετώντας το πολεμικό σχέδιο του Θεμιστοκλή αποφάσισαν να επιδιώξουν την κρίσιμη στρατιωτική αναμέτρηση στη θάλασσα, και στην ξηρά να καθυστερήσουν απλώς σε στενά περάσματα τον στρατό που διοικούσε ο ίδιος ο Μεγάλος Βασιλιάς. Το καλοκαίρι του 480 ο ενωμένος ελληνικός στόλος (τα αθηναϊκά πλοία αποτελούσαν περισσότερο από τον μισό) κατάφερε να αντιμετωπίσει στο Αρτεμίσιο (στο βόρειο άκρο της Εύβοιας) τον περσικό στόλο που ήταν ήδη εξασθενημένος από ισχυρές θύελλες, ενώ το πέρασμα των Θερμοπυλών καταλήφθηκε με προδοσία παρ' όλη τη γενναία αντίσταση του σπαρτιάτη βασιλιά Λεωνίδα. Ο Λεωνίδας και οι λίγοι άντρες που παρέμειναν οικειοθελώς μαζί του θυσιάστηκαν σε έναν απεγνωσμένο αγώνα για να μπορέσει ο ελληνικός στόλος να υποχωρήσει νότια την κατάλληλη στιγμή, μέσω του στενού κόλπου της Χαλκίδας.
Ο Ξέρξης προέλασε μέσω της κεντρικής Ελλάδας μέχρι την Αθήνα και κατέστρεψε εντελώς την πόλη και την Ακρόπολη. Η πόλη είχε εκκενωθεί, η εξέλιξη όμως των γεγονότων που προϋποτίθεται στο υποτιθέμενο ψήφισμα του Θεμιστοκλή (εμφανίζεται για πρώτη φορά σε μια επιγραφή από την Τροιζήνα του 4ου/3ου αι.) είναι πλασματική και βασίζεται -σε αντίθεση με τη χρονικά πλησιέστερη περιγραφή του Ηρόδοτου- σε μια πατριωτική λαϊκή παράδοση της Αθήνας. Για να δώσει ένα γρήγορο τέλος στον πόλεμο ο Ξέρξης επιχείρησε μια εσπευσμένη επίθεση εναντίον των ελληνικών πλοίων που είχαν συγκεντρωθεί στον κόλπο μπροστά από τη Σαλαμίνα. Ο ελληνικός στόλος ήταν όμως ακόμη ακέραιος και κατάφερε αποφασιστική νίκη εναντίον των Περσών στα στενά (τέλη Σεπτεμβρίου του 480). Μπροστά στην απειλή της ελληνικής αντεπίθεσης ο Μεγάλος Βασιλιάς και τα επίλεκτα στρατεύματά του αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν βιαστικά στην Ασία· ο σχετικά ισχυρός στρατός που άφησε στην κεντρική Ελλάδα κατατροπώθηκε τον επόμενο χρόνο από τον ανώτερο οπλισμό και την τακτική του ελληνικού στρατού. Ταυτόχρονα η ναυτική δύναμη των Περσών που ήταν σταθμευμένη στην Ιωνία καταστράφηκε ολοσχερώς στο ακρωτήριο Μυκάλη.
Στη Σικελία οι σύμμαχοι τύραννοι Γέλων των Συρακουσών και της Γέλας και Θήρων του Ακράγαντα κατατρόπωσαν τους Καρχηδόνιους κοντά στην Ιμέρα το καλοκαίρι του 480. Ύστερα από την ήττα αυτή, η Καρχηδόνα κατάφερε να διατηρήσει μόνο λίγες βάσεις στη Σικελία και δεν επιχείρησε νέα επιθετική κίνηση για περισσότερο από 70 χρόνια. Με τον Ιέρωνα (478-466), τον αδελφό και διάδοχο του Γέλωνα, η τυραννίδα των Συρακουσών έφτασε στο απόγειο της δύναμής της και αποτέλεσε τη βάση για την άνθηση του ελληνισμού της Σικελίας. Το 474 ο Ιέρων με τον στόλο των Συρακουσών κατάφερε να κλονίσει στην Κύμη και τη θαλάσσια κυριαρχία των Ετρούσκων στο Τυρρηνικό πέλαγος. Σε διάστημα λίγων ετών το κέντρο των πολιτικών αποφάσεων για την οικουμένη της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής σε Ανατολή και Δύση είχε μετατοπιστεί στον χώρο των ελληνικών πόλεων-κρατών.
1.6.4. Σε αντίθεση με τη Σπάρτη που αντιμετώπιζε μια επικίνδυνη κατάσταση στο εσωτερικό, η Αθήνα ήταν έτοιμη για μια μακρόχρονη ανάμιξη στον διεθνή χώρο και μετά την απελευθέρωση των ελληνικών κρατών της δυτικής Μικράς Ασίας προχώρησε στην αντεπίθεση εναντίον των περσικών βάσεων στο Αιγαίο. Για την εξασφάλιση μόνιμης προστασίας από νέες περσικές επιθέσεις, πόλεις-κράτη του Αιγαίου, της δυτικής Μικράς Ασίας και της Θράκης σχημάτισαν μια μόνιμη συμμαχία (τη λεγόμενη πρώτη Αθηναϊκή Συμμαχία) -αρχικά στο πλαίσιο της "ομοσπονδίας" του 481- δημιουργώντας με αναλογικές και τακτικά αναθεωρούμενες εισφορές των μελών-κρατών ένα κοινό πολεμικό ταμείο που όμως βρισκόταν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο της Αθήνας. Με το ταμείο αυτό καλύπτονταν τα έξοδα του πολέμου και η συντήρηση του αθηναϊκού στόλου. Οι περισσότερες ιωνικές πόλεις των ηπειρωτικών περιοχών, που προσήλθαν μαζικά στη συμμαχία, δεν προσέφεραν πλοία και στρατεύματα, αλλά κάλυψαν τη συμμετοχή τους στη διεξαγωγή του πολέμου με (αρχικά εξαιρετικά μεγάλες) χρηματικές εισφορές που απέδιδαν έναν συνολικό ετήσιο φόρο 460 ταλάντων. Σύντομα διαφάνηκαν σημαντικές μετατοπίσεις στον συσχετισμό δυνάμεων της Αθήνας με τους πολυάριθμους συμμάχους της αλλά και με τη Σπάρτη.
Στις αρχές της δεκαετίας του 460 ο στρατός και ο στόλος της Αθήνας με αρχηγό τον Φιλαΐδη Κίμωνα, που ήταν φιλικά διακείμενος προς τη Σπάρτη, κατάφερε στη διπλή μάχη στον Ευρυμέδοντα της Παμφυλίας (στα νότια παράλια της Μικράς Ασίας) να συντρίψει την αντεπίθεση που οι Πέρσες προετοίμαζαν με μεγάλες προσπάθειες. Η σειρά των καταστροφικών αποτυχιών έβλαψε ανεπανόρθωτα το κύρος του κράτους των Αχαιμενιδών. Οι αδύναμοι διάδοχοι του Ξέρξη αδυνατούσαν πλέον να καταστείλουν τις εξεγέρσεις στη Βαβυλώνα, Συρία, Κύπρο, κυρίως όμως στην Αίγυπτο. Από το 460 η Αθήνα συμμετείχε με ένα ισχυρό εκστρατευτικό σώμα στον απελευθερωτικό αγώνα της Κάτω Αιγύπτου, ενώ ταυτόχρονα ο αθηναϊκός στόλος απέκτησε στις ελληνικές πόλεις της Κύπρου μια βάση επιχειρήσεων εναντίον των φοινικικών μητροπόλεων που αποτελούσαν τον πυρήνα της περσικής ναυτικής δύναμης.
Βιβλιογραφικές αναφορές: P. Siewert, Der Eid vοn Plataiai (München 1972)· A.R. Burn-D.M. Lewis,Persia and the Greeks (London 21984)· J.M. Balcer, "The Persian Wars against Greece: A Reassessment", Historia 38 (1989) 127-143- M.A. Dandamayev, Persien unter der ersten Achämeniden (Wiesbaden 1976)· R. N. Frye, The History of Ancient Iran (München 1984)· W. Huss, Geschichte der Karthager (München 1985)· P. Briant, Histoire de l'Empire perse (Paris 1996).
1.7. Η ναυτική ηγεμονία της Αθήνας και η ολοκλήρωση της "ριζοσπαστικής" δημοκρατίας
1.7.1. Η Αθήνα εξελίχθηκε σε μια "ριζοσπαστική" ή κλασική δημοκρατία, δηλ. σε ένα δημοκρατικό κράτος του οποίου η διακυβέρνηση ήταν άμεσα εξαρτημένη από την εκκλησία του δήμου, κυρίως στις δεκαετίες της ραγδαίας ανάπτυξης μετά τη συντριβή του Ξέρξη. Ήδη από το 486 το αξίωμα του επώνυμου άρχοντα, που τόσο συχνά είχε προκαλέσει διαμάχες, και τα υπόλοιπα ανώτατα αξιώματα έγιναν κληρωτά -προφανώς με πρωτοβουλία του Θεμιστοκλή- και επομένως αποδυναμώθηκαν πολιτικά (Αριστ. Αθ. πολ. 22,5: κλήρωση όλων των εννέα αξιωματούχων από 500 προεπιλεγμένους υποψήφιους από την πρώτη και δεύτερη φορολογική τάξη). Τη θέση του επώνυμου άρχοντα και του πολέμαρχου, ο οποίος στη μάχη του Μαραθώνα ήταν ακόμη ο αρχηγός του στρατού, καταλαμβάνει το συμβούλιο των στρατηγών (που μπορούσαν να επανεκλέγονται απεριόριστα), ένας μη ιεραρχικά δομημένος κύκλος αιρετών αξιωματούχων, των οποίων τα καθήκοντα δεν ήταν αυστηρά προκαθορισμένα και προσδιορίζονταν μόνο από την εκκλησία του δήμου· έτσι η συνέλευση του λαού διεύρυνε σημαντικά τις δυνατότητές της για λήψη αποφάσεων. Με την ελεύθερη συνεργασία της εκκλησίας και του δημαγωγοῦ ("ηγέτη του δήμου") Θεμιστοκλή -ο οποίος κυβερνούσε κυρίως χάρη στα εντυπωσιακά πνευματικά του προσόντα αλλά και που ως στρατηγός ήταν συνυπεύθυνος για την εκτέλεση των αποφάσεων- διαμορφώθηκε στην κρίσιμη δεκαετία του 480 το χαρακτηριστικό σύστημα διακυβέρνησης της κλασικής αθηναϊκής δημοκρατίας που εδραιώθηκε με τη μεγάλη πολεμική επιτυχία του 480/479.
Μακροπρόθεσμα αυτή η πολιτειακή μεταρρύθμιση οπωσδήποτε έβλαψε το κύρος του Αρείου Πάγου, της μόνης αρχής που διατηρούσε την ανεξαρτησία της απέναντι στην εκκλησία του δήμου και όπου κάθε χρόνο γίνονταν δεκτοί ως μέλη εφ" όρου ζωής όσοι είχαν διατελέσει άρχοντες. Το 462 επικράτησαν στην Αθήνα οι αντίπαλοι της πολιτικής των στενών σχέσεων με τη Σπάρτη που υποστήριζε ο Κίμων, και ο νεαρός Περικλής (συγγενής των Αλκμεωνιδών) σύντομα βρέθηκε επικεφαλής αυτής της κίνησης που οδήγησε στην ολοκλήρωση της "ριζοσπαστικής" δημοκρατίας. Ο Άρειος Πάγος, ο οποίος στην αντιπαράθεση αυτή υποστήριξε τον Κίμωνα, έχασε όλες τις αρμοδιότητές του εκτός από την εκδίκαση των υποθέσεων ανθρωποκτονίας, καθώς και τα δικαιώματα ελέγχου της βουλής των "πεντακοσίων" και του λαϊκού δικαστηρίου της Ἡλιαίας (που συνήθως χωριζόταν σε περισσότερα δικαστήρια με αρκετές εκατοντάδες μέλη το καθένα). Στην περίοδο αυτή της εμπαθούς κομματικής διαμάχης χρονολογούνται οι πρωιμότερες αναφορές στην έννοια δημοκρατία (= "εξουσία/κυριαρχία του δήμου") που οπωσδήποτε δεν είχε μόνο θετικό χαρακτήρα.
Το 457/6 απέκτησε πρόσβαση στο κληρωτό αξίωμα του επώνυμου άρχοντα και η τρίτη φορολογική τάξη, ενώ σύντομα η διάκρισή της από την τάξη των θητῶν έχασε οποιαδήποτε σημασία. Για το σύνολο του αντρικού πληθυσμού, με εξαίρεση τους δούλους και τους μετοίκους (επαγγελματίες από άλλες πόλεις ή απελεύθερους που ζούσαν στην Αθήνα), ίσχυε η αρχή της πλήρους πολιτικής ισότητας, δηλ. η υπεύθυνη συμμετοχή στους θεσμούς της πόλης, όχι μόνο με το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι και τη συμμετοχή στις ψηφοφορίες στην εκκλησία του δήμου, αλλά και με την ανάληψη καθηκόντων του δικαστή (ή του κατήγορου), του κληρωτού αξιωματούχου ή του βουλευτή. Τα περιουσιακά στοιχεία και η προσωπική ικανότητα συνέχιζαν να είναι απαραίτητες προϋποθέσεις μόνο για λίγα αξιώματα - του ταμία της πόλης και φυσικά του στρατηγού. Ενθαρρυμένος από τις επιτυχίες του, ο αττικός δήμος υιοθέτησε τις παραδεδομένες αριστοκρατικές αξίες τόσο στο επίπεδο της προσωπικής αυτοσυνειδησίας όσο και στο επίπεδο του κρατικού-συλλογικού συμβολισμού.
Για να συμμετέχουν όσο το δυνατό περισσότεροι πολίτες στις συνεδριάσεις της βουλής και των δικαστηρίων αλλά και στις διοργανώσεις των μεγάλων κρατικών γιορτών, θεσπίστηκε η καταβολή (μικρών) αποζημιώσεων που αντιστοιχούσαν τουλάχιστον σε ένα ημερομίσθιο. Σύμφωνα με την αντίληψη της πόλης ως ενός "μεγάλου οίκου", η αττική δημοκρατία είχε επίσης αναλάβει υποχρεώσεις "κράτους πρόνοιας" ακόμη και σε περιόδους μεγάλων οικονομικών δυσχερειών, φροντίζοντας τους συγγενείς των θυμάτων πολέμου, ενισχύοντας τους ανάπηρους πολίτες ή καταβάλλοντος επιδόματα σε όσους ήταν ανίκανοι να εργαστούν.
Μια ενοχλητική ιδιαιτερότητα αυτής της τόσο φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι οπωσδήποτε ο πλήρης -ακόμη και σε σχέση με άλλες ελληνικές κοινωνίες- παραμερισμός των γυναικών στο περιθώριο της πόλης. Ακόμη και οι περιορισμένες δυνατότητες συμμετοχής στην επαγγελματική και οικονομική ζωή, που οπωσδήποτε υπήρχαν για γυναίκες των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων (πωλήτριες, μαίες), ελέγχονταν από τους άντρες. Η αυστηρή απομόνωση και ο περιορισμός στον οίκο του πατέρα ή του συζύγου ήταν για την Αθηναία ο μόνος αξιοπρεπής τρόπος ζωής, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες κοινωνικής ηθικής. Στις κοινωνικές συναναστροφές των ανδρών τη θέση των συζύγων έπαιρναν οι ἑταῖρες (που συχνά είχαν εξαιρετική μόρφωση και μουσική παιδεία) από την τάξη των δούλων ή των απελεύθερων.
1.7.2. Εξαιτίας της απουσίας κεντρικής κυβερνητικής εξουσίας όλες οι πολιτικές υποθέσεις και αποφάσεις (συμπεριλαμβανομένων και των ιδιαίτερων προβλημάτων της δημοσιονομικής πολιτικής) ανήκαν στην αρμοδιότητα της εκκλησίας του δήμου μετά τη συνηθισμένη προετοιμασία στη βουλή, ενώ στη συνέλευση οι ηγετικές πολιτικές μορφές έπρεπε να αγωνίζονται διαρκώς για να κερδίσουν την υποστήριξη της πλειοψηφίας των πολιτών. Για να εξασφαλιστεί όμως μια συνεπής πορεία κυρίως στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας (μιας πραγματικής υπερδύναμης!) εφαρμοζόταν με περίσκεψη και φειδώ το μέτρο του οστρακισμού (1.5.5), όταν πλέον κρινόταν αναπόφευκτη η αποφασιστική επιλογή μεταξύ των προγραμμάτων και των ηγετών αντίπαλων ομάδων. Θεμέλιο αυτής της ριζοσπαστικής υλοποίησης της "ενότητας των κυβερνώντων και των κυβερνωμένων" στο δημοκρατικό καθεστώς αποτελούσε η ιδέα ενός θρησκευτικά θεμελιωμένου κράτους δικαίου που περιλαμβάνει όλους τους πολίτες και όπου η αρχή της "δημοκρατίας" ως κυριαρχίας της πλειοψηφίας παραμένει σταθερά συνδεδεμένη με την παλιά έννοια της ἰσονομίας (1.5.5), η οποία πλέον σημαίνει "ισότητα απέναντι στον νόμο" και το "κράτος δικαίου" (βλ. μεταξύ άλλων τον Επιτάφιο του Περικλή, Θουκ. 2,37,1). Με αυτήν την πολιτειακή αντίληψη συμφωνούν οι διατάξεις σχετικά με τον "έλεγχο νομιμότητας" (ήδη από το 462/1) σύμφωνα με τις οποίες σε περίπτωση καταγγελίας για "παραβίαση των νόμων" (παρανόμων) οι αποφάσεις της εκκλησίας του δήμου μπορούσαν να ανασταλούν έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης.
Η αποτελεσματική διακυβέρνηση μέσω της εκκλησίας αλλά και το δικαστικό σύστημα της Αθήνας μπορούσαν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, μόνο αν ο πληθυσμός των πολιτών της Αττικής δεν ξεπερνούσε ουσιαστικά τον αριθμό των περίπου 40.000 της εποχής του Περικλή. Με πρόταση του Περικλή το 451/0 θεσπίστηκε ένας νόμος για τα πολιτικά δικαιώματα, σύμφωνα με τον οποίο πολίτες θεωρούνταν μόνο όσοι είχαν αθηναϊκή καταγωγή από την πλευρά και του πατέρα και της μητέρας τους. Με τον νόμο αυτόν δέχτηκαν πλήγμα οι "διεθνείς" οικογενειακές διασυνδέσεις των αριστοκρατικών οίκων της Αττικής, αλλά και αποκλείστηκε από το σώμα των πολιτών ο πληθυσμός των ξένων μετοίκων που αυξανόταν διαρκώς στην Αθήνα, η οποία αποτελούσε ένα εμπορικό και οικονομικό κέντρο. Στην ακμή της εποχής του Περικλή από τον συνολικό πληθυσμό των περίπου 120-140.000 κατοίκων της Αττικής περίπου οι 30.000 ήταν μέτοικοι (μαζί με τα μέλη των οικογενειών τους) και περίπου 60-80.000 αποτελούσαν έναν εθνικά ετερόκλητο πληθυσμό δούλων που ανανεωνόταν σχεδόν αποκλειστικά μέσω ιδιωτικών αγορών. Αυτές οι αριθμητικές αναλογίες παρέμειναν σχετικά σταθερές. Η εργασία των δούλων, κυρίως στα μεταλλεία, ήταν οπωσδήποτε ένας σημαντικός παράγοντας στην οικονομική ζωή της κλασικής Αθήνας, αλλά δεν αποτελούσε σε καμιά περίπτωση το θεμέλιο του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος, όπως συνέβαινε με την κρατική δουλεία των ειλώτων της Σπάρτης (1.4.2). Σύγχρονες πηγές μαρτυρούν σχετικά ανθρώπινες και για την Ελλάδα ασυνήθιστα καλές συνθήκες ζωής για τους περισσότερους δούλους στη δημοκρατική κοινωνία της Αθήνας. Ως τεχνίτες και εξειδικευμένοι εργάτες, συνήθως δικαιούνταν μισθό και είχαν επομένως πραγματική δυνατότητα να εξαγοράσουν την ελευθερία τους από τον ιδιοκτήτη τους και να γίνουν μέτοικοι (βλ. Ψευδο-Ξενοφών, Αθ. πολ. 1,10 κ.ε.).
Με την ανάδειξη της Αθήνας σε ναυτική δύναμη, το αττικό πρότυπο του δημοκρατικού πολιτεύματος εξαπλωνόταν όλο και περισσότερο όχι μόνο στις πόλεις-κράτη της ναυτικής συμμαχίας αλλά ακόμη και στην Πελοπόννησο (Ήλιδα, Μαντίνεια), όπου το Άργος είχε αναπτύξει ανεξάρτητα δημοκρατικό πολίτευμα ήδη από τις αρχές του 5ου αι. Στη δεκαετία του 460 ανατράπηκαν οι τυραννίδες στα δυτικά ελληνικά κράτη, και επικράτησαν δημοκρατικά καθεστώτα που φαινομενικά τουλάχιστον προσανατολίζονταν προς το αθηναϊκό "παράδειγμα". Το εκτεταμένο κράτος των Συρακουσών διασπάστηκε, και επανιδρύθηκαν οι πόλεις που είχαν καταστραφεί από τους τυράννους. Στις δημοκρατικές Συρακούσες, που συνέχισαν να ακολουθούν μια πολιτική ηγεμονικών φιλοδοξιών, η ανάμνηση των τυράννων Γέλωνα και Ιέρωνα παρέμεινε συνδεδεμένη με τη δόξα των νικηφόρων μαχών εναντίον των Καρχηδονίων και των Ετρούσκων, τα λαμπρά οικοδομήματα της πόλης, τους ναούς και την πολιτιστική ζωή της.
1.7.3. Όσο υποχωρούσε η απειλή μιας περσικής εισβολής στην Ελλάδα μετά την αθηναϊκή νίκη στον Ευρυμέδοντα (1.6.4), τόσο αυξανόταν η καχυποψία εναντίον της νέας μεγάλης θαλάσσιας δύναμης στους κόλπους της συμμαχίας των Σπαρτιατών, κυρίως από την πλευρά της Κορίνθου. Η ταχεία ολοκλήρωση της αττικής δημοκρατίας με τις μεταρρυθμίσεις του 462/1 όξυνε ακόμη περισσότερο τις αντιθέσεις ανάμεσα στην αθηναϊκή και τη σπαρτιατική-πελοποννησιακή σφαίρα επιρροής, αυξάνοντας την πόλωση μεταξύ του "ολιγαρχικού-συντηρητικού" πολιτεύματος των οπλιτών και της "ριζοσπαστικής" δημοκρατίας. Ήδη από το 460/59 άρχισαν οι εμπόλεμες συγκρούσεις που από τη μια πλευρά απέδειξαν την τεράστια στρατιωτική ισχύ της Αθήνας και στην ξηρά, ενώ από την άλλη απέδειξαν μετά τη μεγάλη αποτυχία στην Αίγυπτο (την καταστροφή του στόλου και του αθηναϊκού εκστρατευτικού σώματος το 454, βλ. 1.6.4) ότι η διεξαγωγή πολέμου σε δύο μέτωπα εναντίον των Αχαιμενιδών και των Ελλήνων αντιπάλων ξεπερνούσε τις δυνάμεις της πόλης. Ύστερα από μια νέα άκαρπη προσπάθεια να απωθήσει τους Πέρσες (και τους Φοίνικες) από την Κύπρο (450/49), η αθηναϊκή ηγεσία σύναψε οριστικά με την Περσία μια συναινετική ειρήνη το 448 (τη λεγόμενη ειρήνη του Κάλλια): με αντάλλαγμα τη διακοπή των ναυτικών επιθέσεων στην ανατολική Μεσόγειο και την επιστροφή της Κύπρου, ο Μεγάλος Βασιλιάς δεσμεύτηκε να μην επιχειρήσει πλέον καμία επίθεση στον χώρο του Αιγαίου και των πόλεων στα παράλια της δυτικής Μικράς Ασίας, χωρίς όμως να αποποιηθεί επίσημα την κυριαρχία του στην Ιωνία. Το 446 ο Περικλής κατάφερε να συνάψει μια συμφωνία ειρήνης με τη Σπάρτη (για τριάντα χρόνια!) σύμφωνα με την οποία η Αθήνα εξασφάλισε την αναγνώριση της θαλάσσιας ηγεμονίας της και της ηγετικής της θέσης στη ναυτική συμμαχία, με αντάλλαγμα την εγκατάλειψη των θέσεων που είχε καταλάβει στην ηπειρωτική Ελλάδα· ενδεχόμενες αντιδικίες θα διευθετούνταν από ένα διαιτητικό δικαστήριο.
Στη Βοιωτία η υποχώρηση της Αθήνας από την κεντρική Ελλάδα οδήγησε στην ανάπτυξη ενός νέου αποτελεσματικού ομοσπονδιακού συστήματος βασισμένου στο πολίτευμα των οπλιτών: ενώ η διακυβέρνηση των κρατών-μελών ανήκε σε ομάδες του συνόλου των πολιτών, η ομοσπονδία χωριζόταν σε έντεκα περιφέρειες, έτσι ώστε οι μεγαλύτερες πόλεις περιλάμβαναν περισσότερες περιφέρειες (η μεγάλη πόλη της Θήβας τελικά περιέλαβε τέσσερις), ενώ οι μικρότερες κοινότητες συναποτελούσαν μια περιφέρεια. Τα μέλη-κράτη της ομοσπονδίας (κοινόν) μπορούσαν να στέλνουν για κάθε περιφέρεια (μέρος) 60 αντιπροσώπους στην ομοσπονδιακή βουλή, που ήταν επιφορτισμένη με τη λήψη αποφάσεων, και έναν κυβερνητικό αξιωματούχο στο συμβούλιο τωνΒοιωταρχῶν (με ετήσια θητεία). Ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός απαιτούσε ανάλογες εισφορές, και κάθε περιφέρεια έπρεπε να προσφέρει 1.000 οπλίτες και 100 ιππείς στον ομοσπονδιακό στρατό. Έτσι στην εποχή του Περικλή, η Βοιωτία είχε αναπτύξει ένα συγκροτημένο "ολιγαρχικό"αντιπροσωπευτικό πολίτευμα, στο πλαίσιο του οποίου κατάφερε να δημιουργηθεί μια ισχυρή φιλοαθηναϊκή-δημοκρατική αντιπολίτευση (κυρίως στις Θεσπιές). Στην περίοδο της κρίσης της αθηναϊκής δημοκρατίας στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου (1.8.3) έμελλε να αποδειχτεί ότι ανάμεσα στους αθηναίους οπλίτες εκτός από ένθερμους θαυμαστές της Σπάρτης υπήρχαν και πολλοί οπαδοί του πολιτεύματος και της κοινωνικής οργάνωσης των Βοιωτών.
1.7.4. Αμέσως μετά την ειρήνη του Κάλλια η Αθήνα αποπειράθηκε να εδραιώσει μια καθολική ειρήνη στην Ελλάδα (πιθανώς το 447) στο πλαίσιο της παλιάς "ελληνικής ομοσπονδίας", με παράλληλη εξασφάλιση και της οικονομικής υποστήριξης του μεγάλου αθηναϊκού στόλου· η πρωτοβουλία αυτή όμως απέτυχε εξαιτίας της σπαρτιατικής αντίδρασης (Πλουτ. Περ. 17). Η Αθήνα αντέδρασε ενισχύοντας την οργάνωση της ναυτικής συμμαχίας -αν και ο Περσικός Πόλεμος είχε τελειώσει- αφού ήδη το 453 μετά τη συντριπτική ήττα στην Αίγυπτο (1.7.3) το συμμαχικό ταμείο μεταφέρθηκε από τη Δήλο στην Ακρόπολη της Αθήνας. Έτσι η κρατική θεότητα Αθηνά αναδείχθηκε οριστικά σε "θεά της ηγεμονίας", στην οποία προσφερόταν τιμητικά ένα ποσοστό (1/60) από κάθε εισφορά. Ταυτόχρονα, με τα μεγάλα κλασικά οικοδομικά προγράμματα του Παρθενώνα και των Προπυλαίων (VIII 2.5.1-2) άρχισε επιτέλους η ανοικοδόμηση της Ακρόπολης που είχε καταστραφεί από τους Πέρσες.
Όπως αποδεικνύεται από τις πολυάριθμες επιγραφές με καταλόγους συμμαχικών φόρων, στην εποχή του Περικλή οι ετήσιες εισφορές των μελών της συμμαχίας δεν ξεπέρασαν ποτέ το συνολικό ποσό των 460 ταλάντων που είχε καθοριστεί το 478/7, με αποτέλεσμα το σύνολο των υπόλοιπων ετήσιων εσόδων της Αθήνας (από έμμεσους φόρους, δασμούς, τέλη κ.λ.π.) να υπερβαίνει πάντα το συνολικό ποσό του φόρου. Οι εξαρτώμενες πόλεις-κράτη όμως αντιλαμβάνονταν ως αυξανόμενη απειλή της αυτονομίας τους την έντονη παρουσία της Αθήνας στις περιοχές της συμμαχίας, καθώς και την ενεργητική ενασχόληση της αττικής εκκλησίας με τη θέσπιση "νόμων της ηγεμονίας" που ίσχυαν υποχρεωτικά για όλα τα μέλη της συμμαχίας. Από την άλλη πλευρά ο αθηναϊκός στόλος, ο οποίος στην πραγματικότητα απορροφούσε το μεγαλύτερο μέρος των συμμαχικών εισφορών, εξασφάλιζε την αποτελεσματική προστασία του Αιγαίου από την πειρατεία αλλά και από νέες περσικές επιθέσεις ή επεκτατικές προσπάθειες.
Ως ιδιαίτερα επαχθή επέμβαση, αντιμετώπιζαν οι συμμαχικές πόλεις την εκδίκαση όλων των σημαντικών υποθέσεων στα λαϊκά δικαστήρια της Αθήνας, μέτρο που κυρίως εξυπηρετούσε την προστασία των φιλοαθηναίων πολιτικών στις συμμαχικές πόλεις (βλ. Ψευδο-Ξενοφών, Αθ. πολ.1,16 κ.ε.). Αντίθετα, ο νόμος περί νομίσματος (ψήφισμα του Κλέαρχου) που επέβαλε σε όλα τα εξαρτώμενα κράτη την αποκλειστική χρήση του αθηναϊκού νομίσματος, καθώς και η υπερβολική αύξηση των εισφορών στο διπλάσιο ή και τετραπλάσιο (ψήφισμα του Θούδιππου) ανήκουν προφανώς στην εποχή του δημαγωγού Κλέωνα, στη διάρκεια του Αρχιδάμειου Πολέμου (1.8.1).Ήδη από τη δεκαετία του 460 αγέρωχα συμμαχικά κράτη επαναστάτησαν επανειλημμένα εναντίον της υποταγής στην ολοένα αυξανόμενη κυριαρχία της Αθήνας. Μετά τη νικηφόρα καταστολή της επανάστασης της Σάμου (441-439), που εξελίχτηκε σε πραγματικό πόλεμο της συμμαχίας εναντίον της επαναστατημένης πόλης-νησιού, όσα κράτη της ναυτικής συμμαχίας διέθεταν ακόμη δικούς τους στόλους (Χίος, Μυτιλήνη κ.ά.) δεν είχαν πλέον καμιά δυνατότητα να αναμετρηθούν με την αττική ηγεμονία με τις δικές τους δυνάμεις.
Βιβλιογραφικές αναφορές: Α.Η.Μ. Jones, Athenian Democracy (Oxford 1957)· R.K. Sinclair,Democracy and Participation in Athens (Cambridge 1988)· Chr. Meier - P. Veyne, Kannten die Griechen die Demokratie? Zwei Studien (Berlin 1988)· P.J. Rhodes, A Commentary on the Aristotelian Athenaion Politeia (Oxford 1981)· R.W. Wallace, The Areopagus Council, to 307 B.C.(Baltimore-London 1985)· M. Ostwald, From Popular Sovereignty to Sovereignty of Law (Berkeley-Los Angeles 1986)· B.D. Meritt - H.T. Wade-Gery - M.F. McGregor, The Athenian Tribute Lists, 4 τόμοι (Princeton 1939-1953)· W. Schuller, Die Herrschaft der Athener im Ersten Attischen Seebund(Berlin-New York 1974)· B. Smarczyk, Untersuch. z. Religionspolitik u. polit. Propaganda Athens im Delisch-Attischen Seebund (München 1990)· E. Badian, "The Peace of Kallias", JHS 107 (1987), 1-39· R. Sealey, Women and Law in Classical Greece (Chapel Hill-London 1990)· Carola Reinsberg,Ehe, Hetärentum und Knabenliebe im antiken Griechenland (München 1989).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)