Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία της βιβλιοθήκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία της βιβλιοθήκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Φεβρουαρίου 2012

Temples of knowledge - Historical Libraries of the Western World / Ναοί της Γνώσης - Ιστορικές Βιβλιοθήκες του Δυτικού Κόσμου (e-book)

Η Ιστορία της βιβλιοθήκης στην Ελλάδα


Η πρώτη ελληνική βιβλιοθήκη ιδρύθηκε από τον Πεισίστρατο τον 6ο π.Χ. αιώνα, ήταν δημόσια και περιλάμβανε μεταξύ άλλων τα ομηρικά έπη Ιλιάδα και Οδύσσεια, των οποίων η καταγραφή είχε τελειώσει το 560 π.Χ. Τη βιβλιοθήκη αυτή άρπαξε ο Ξέρξης και τη μετέφερε στην Περσία, όπου και παρέμεινε μέχρι την επιστροφή της στους Αθηναίους από το Σέλευκο το Νικάτορα. Κατά το Στράβωνα, ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος ιδιώτης που συστηματικά συγκέντρωσε βιβλία με σκοπό το σχηματισμό βιβλιοθήκης. 'Άλλη μεγάλη ελληνική βιβλιοθήκη της αρχαιότητας ήταν εκείνη της Περγάμου, που ιδρύθηκε τον 2ο π.Χ. αιώνα από τον Ατταλο Α' ή το γιο του Ευμένη B'. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, η βιβλιοθήκη περιείχε ήδη 200.000 τόμους όταν ο Αντώνιος τη μετέφερε στην Αλεξάνδρεια και την πρόσφερε στην Κλεοπάτρα.



Οι βυζαντινές βιβλιοθήκες διακρίνονται σε αυτοκρατορικές, μοναστηριακές, ιδιωτικές και πατριαρχικές. Ο Μέγας Κωνσταντίνος ίδρυσε μια σπουδαία βιβλιοθήκη στο Βυζάντιο, η οποία εμπλουτιζόταν συνέχεια από τους διαδόχους του. Το 1204, με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους, σημειώθηκαν σημαντικές καταστροφές και αρπαγές στις βιβλιοθήκες, που ολοκληρώθηκαν το 1453, κατά την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους. Οι λόγιοι της διασποράς έσωσαν πολλά χειρόγραφα, που τυπώθηκαν αργότερα στην Ευρώπη, ενώ σημαντικά ελληνικά, εκκλησιαστικά και κλασικά βιβλία διασώθηκαν στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.



Η πρώτη βιβλιοθήκη του νέου ελληνικού κράτους ιδρύθηκε από τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια το 1828 στην Αίγινα (πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας), όπου στεγάστηκε στο Ορφανοτροφείο του νησιού και η λειτουργία της ανατέθηκε στον Ανδρέα Μουστοξύδη, πρόεδρο της επιτροπής του Ορφανοτροφείου. Το 1832, με διάταγμα η βιβλιοθήκη ονομάστηκε Δημόσια και ορίστηκε διευθυντής της ο Γεώργιος Γεννάδιος. Το 1834 μεταφέρθηκε στην καινούργια πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, την Αθήνα, έχοντας περίπου 8 χιλιάδες τόμους. Αρχικά τοποθετήθηκε στο Λουτρό της Αγοράς και αργότερα στην εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου, στην πλατεία Μητροπόλεως. Το 1842 η βιβλιοθήκη, που είχε ήδη 15 χιλιάδες τόμους, ενώθηκε τοπικά και διοικητικά με τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Αθηνών, που είχε ιδρυθεί το 1838, και μεταφέρθηκε στο κτήριο του Πανεπιστημίου. Με βασιλικό διάταγμα του 1867 οι δύο βιβλιοθήκες συγχωνεύτηκαν σε μία, την Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας, η οποία το 1903 μεταφέρθηκε στο κτήριο που βρίσκεται σήμερα, στην οδό Πανεπιστημίου, το οποίο κατασκευάστηκε το 1888 με δωρεά των αδελφών Βαλλιάνου από την Κεφαλλονιά, σε σχέδια του Δανού αρχιτέκτονα Χάνσεν και με εκτελεστή του σχεδίου το Γερμανό Τσίλερ.

Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας έχει σήμερα περισσότερους από 2,5 εκατομμύρια τόμους βιβλίων ελληνικών και ξένων, ανάμεσα στους οποίους υπάρχουν πολλές σπάνιες εκδόσεις. Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο εισέρχονται σ' αυτή 25 χιλιάδες τόμοι εντύπων, συνολικού όγκου 150 κυβικών μέτρων. Εκτός από τις αγορές, συχνά και από δημοπρασίες και φυσικά με τις νέες ελληνικές εκδόσεις, που σύμφωνα με το νόμο κατατίθενται στην Εθνική Βιβλιοθήκη, σημαντικός τρόπος εμπλουτισμού της ΕΒΕ είναι οι δωρεές ιδιωτικών βιβλιοθηκών και αρχείων από κάποιες παλιές ελληνικές οικογένειες. Η βιβλιοθήκη διαθέτει μόνο ένα αναγνωστήριο και χρησιμοποιεί τρεις δελτιοκαταλόγους (γενικό αλφαβητικό κατά συγγραφείς, θεματικό και τοπογραφικό), που, όπως συνηθίζεται στις δημόσιες βιβλιοθήκες, δεν είναι στη άμεση διάθεση του κοινού, το οποίο φτάνει καθημερινά τα 200 άτομα. Διοικητικά η βιβλιοθήκη αποτελεί δημόσια υπηρεσία με προϊστάμενη αρχή το Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών.

Αρνητική είναι σίγουρα η γενική εικόνα της κατάστασης των ελληνικών βιβλιοθηκών, μια κατάσταση στασιμότητας και έλλειψης οργάνωσης, που σώζουν μόνο μερικές εξαιρέσεις, όπως αυτή της Γεννάδειου Βιβλιοθήκης, στην οποία υπάρχουν ήδη από το 1970 σύστημα κλιματισμού καθώς και συστήματα συναγερμού και πυρανίχνευσης. Μικρή αλλά σημαντικότατη λεπτομέρεια είναι η ακόλουθη: η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη είναι ιδιωτική και υπάγεται στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, από την οποία και χρηματοδοτείται. Μικρότερες βιβλιοθήκες υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα, είναι κυρίως δημοτικές ή κοινοτικές και ανήκουν στο Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών ή στο Υπουργείο Εσωτερικών. Βιβλιοθήκες υπάρχουν επίσης στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (ΑΕΙ), στα τεχνολογικά εκπαιδευτικά ιδρύματα (ΤΕΙ) και σε αρκετά σχολεία. H λειτουργία όλων αυτών των βιβλιοθηκών δεν είναι ικανοποιητική εξαιτίας πολλών παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους είναι η έλλειψη χρηματικών πόρων αλλά και η έλλειψη ικανού και εκπαιδευμένου προσωπικού από βιβλιοθηκάριους.


Πρέπει να σημειωθεί, πάντως, πως τα Τμήματα Βιβλιοθηκονομίας, που ιδρύθηκαν πριν από λίγα χρόνια έχουν αρχίσει ήδη να τροφοδοτούν με βιβλιοθηκονόμους αρκετές βιβλιοθήκες, στοιχείο ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για την οργάνωση των ελληνικών βιβλιοθηκών. Φυσικά, σε μια βιβλιοθήκη το μεγαλύτερο ρόλο παίζουν οι επισκέπτες της. Στον τομέα αυτό βρισκόμαστε, όπως και σε πολλά άλλα θέματα, στις τελευταίες θέσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων δεν έχει δανειστεί ποτέ ένα βιβλίο από κάποια βιβλιοθήκη, και η κατάσταση αυτή θα πρέπει οπωσδήποτε να βελτιωθεί στα επόμενα χρόνια.

Οι μεγαλύτερες βιβλιοθήκες στην Ελλάδα (κατά χρονολογική σειρά ίδρυσής τους) είναι οι ακόλουθες:

* Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας 1828
* Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αθήνας 1836
* Δημοτική Βιβλιοθήκη του Πειραιά 1836
* Βιβλιοθήκη της Βουλής 1845
* Βιβλιοθήκη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής 1846
* Βιβλιοθήκη του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός 1865
* Βιβλιοθήκη της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας 1882
* Βιβλιοθήκη της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών 1914
* Βιβλιοθήκη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας 1919
* Γεννάδειος Βιβλιοθήκη 1921
* Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Αθηνών 1926
* Βιβλιοθήκη του Εθνικού Θεάτρου 1939
* Βιβλιοθήκη του Βρετανικού Συμβουλίου 1945
* Αμερικανική Βιβλιοθήκη της Aμερικανικής Ένωσης 1947
* Βιβλιοθήκη της Εθνικής Πινακοθήκης 1954
* Βιβλιοθήκη του Γερμανικού Ινστιτούτου Γκέτε 1959
* Δημοτική Βιβλιοθήκη Αγίου Θωμά 1978

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΣΤΟΝ ΔΥΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ


Από τον 6ο μ.Χ. αιώνα, οπότε ο Κασσιόδωρος ίδρυσε το πρότυπο μοναστικό κέντρο στο Βιβάριο της Σικελίας με την ονομαστή βιβλιοθήκη προκειμένου να διασφαλίσει το εκπαιδευτικό του όραμα για τη σύνδεση της ελληνολατινικής παράδοσης με τη χριστιανική γραμματεία, μέχρι τον 13ο αιώνα, κατά τον οποίο ο Furnival, συλλέκτης, φιλόλογος κατά τα πρότυπα της Αλεξανδρινής εποχής και συγγραφέας της "Βιβλιονομίας", του πρώτου σαβουάρ βιβρ για το βιβλίο, στους αιώνες που παρεμβάλλονται, παρ' ότι το τρίπτυχο βιβλίο-γνώση-εκπαίδευση βρίσκεται σε στενό εναγκαλισμό με την εκκλησία, ουσιαστικά μπαίνουν οι βάσεις για το εκπαιδευτικό μοντέλο και τις πνευματικές κατευθύνσεις του Δυτικού κόσμου όπως τα γνωρίζουμε σήμερα.

Αυτή τη διαδρομή παρακολουθεί ο τέταρτος τόμος της Ιστορίας της Βιβλιοθήκης, “Από τον Κασσιόδωρο στον Furnival”, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Κότινος”, με τον οποίο ο ιστορικός του βιβλίου Κωνσταντίνος Σπ. Στάικος φτάνει ένα μόλις βήμα πριν την ολοκλήρωση του τιτάνιου έργου του. Η πρωτότυπη αυτή ιστορία, που ξεκίνησε πριν δέκα χρόνια και αναμένεται να ολοκληρωθεί με την κυκλοφορία του πέμπτου τόμου στις αρχές του 2011, αφηγείται ουσιαστικά την πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού από την προϊστορία μέχρι τον Μεσαίωνα, ιδωμένη μέσα από την περιπέτεια της βιβλιοθήκης και του βιβλίου. “Είναι η ιστορία του πνεύματος υπό το πρίσμα του βιβλίου και της βιβλιοθήκης σε κάθε εποχή, ανάλογα με τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις” λέει ο Κ. Στάικος εξηγώντας ότι “μια ιστορία της βιβλιοθήκης δεν μπορεί ιδωθεί αποκομμένα από την Ιστορία. Διαφορετικά τι ιστορία θα ήταν; Θα ήταν μια βιβλιογραφική καταγραφή, το χρονικό μιας εποχής ή το χρονικό συγκεκριμένων βιβλιοθηκών”.

Ο τέταρτος τόμος παρακολουθεί την περιπέτεια του βιβλίου και της Βιβλιοθήκης στον δυτικό Μεσαίωνα, από την ύστερη ρωμαϊκή εποχή ώς τις παρυφές της Αναγέννησης. “Είναι μια συγκριτική εξιστόρηση του βιβλίου στην εκπαίδευση, από τη συγγραφή απλοϊκού τύπου βιβλίων ώς την απαγόρευση της διδασκαλίας του Αριστοτέλη, την επανεκτίμησή του στο πανεπιστημιακό περιβάλλον του Παρισιού και την “ενθρόνισή” του και πάλι, μαζί με τον Πλάτωνα, στην καθέδρα της φιλοσοφικής παράδοσης στη Δύση” λέει ο κ. Στάικος, επισημαίνοντας ότι παρακολουθεί αυτή τη διαδρομή μέσα από δύο κομβικές συνθήκες, την καθιέρωση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας και την Καρλομάγνεια μεταρρύθμιση.

Η καθιέρωση του χριστιανισμού αναδεικνύεται σε υψίστης σημασίας γεγονός, καθώς η πνευματική παράδοση που έχει διαμορφωθεί ώς τον 4ο αιώνα με βάση την ελληνολατινική γραμματεία παραμερίζεται. Ο ρόλος της περιορίζεται στην ανάδειξη της χριστιανικής γραμματείας και περιχαρακώνεται στα στενά όρια που προσφέρουν η Βίβλος, οι ψαλμοί και τα πατερικά κείμενα. “Χαρακτηριστικό της στάσης αυτής είναι το γεγονός ότι η Ρώμη μόνο διέθετε στα τέλη του 4ου αιώνα 24 δημόσιες βιβλιοθήκες, οι οποίες έμειναν 'τάφοι' γιατί δε χρησιμοποιήθηκαν καθόλου από το χριστιανικό περιβάλλον. Όλη η γνώση πλέον περνάει στους κόλπους της εκκλησίας και όλα τα βιβλία καταλήγουν στα μοναστηριακά κέντρα.

Οι συνθήκες αυτές αρχίζουν να ανατρέπονται στις αρχές του 9ου αιώνα, την εποχή του Καρλομάγνου. Η εκπαιδευτική του μεταρρύθμιση επαναφέρει τα ρωμαϊκά πρότυπα στην εκπαίδευση, υιοθετεί τις λεγόμενες επτά ελευθέριες τέχνες και θεσπίζει τη δημιουργία σημαντικών συλλογών βιβλίων στις ηγεμονικές αυλές. Κυρίως εκκινεί την εκκοσμίκευση της εκπαίδευσης. Η παραγωγή και αναπαραγωγή κωδίκων εξακολουθεί να βρίσκεται στα χέρια της εκκλησίας, στα περίφημα σκριπτόρια, ωστόσο η ελληνολατινική γραμματεία δεν βρίσκεται πλέον υπό διωγμό στη Δύση, γίνεται συστηματική φιλολογική επανεκτίμηση της λατινικής κυρίως λογοτεχνίας και προετοιμάζεται το έδαφος για μια ουσιαστικότερη τομή στον πνευματικό κόσμο, που θα επέλθει με τη διαμόρφωση των γλωσσικών ιδιωμάτων τα οποία θα οδηγήσουν στις εθνικές γλώσσες της Ευρώπης.

Ώς τον 10ο αιώνα έχουμε μοναστηριακές βιβλιοθήκες και πυρήνες συλλογών βιβλίων στις αυλές των ηγεμόνων. “Με το άνοιγμα της εκπαίδευσης έξω από μοναστηριακά κέντρα αρχίζουν να δημιουργούνται σχολές, οι πυρήνες δηλαδή που θα οδηγήσουν στα πρώτα πανεπιστήμια” λέει ο κ. Στάικος εξηγώντας ότι “αυτές οι μεγάλες, κοσμικές πλέον, σχολές τελούν υπό την σκέπη πάντα της Εκκλησίας, που διαθέτει και τα οικονομικά μέσα, και υπό την υψηλή επιστασία της Αγίας Έδρας. Δημιουργούνται τα τέσσερα πρώτα πανεπιστήμια στο Παρίσι, την Μπολόνια, το Σαλέρνο και την Οξφόρδη κι εκεί πλέον απαραίτητο εργαλείο της πανεπιστημιακής ζωής είναι οι πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες και τα συστήματα διαμόρφωσης σχολικών βιβλίων, τα οποία να είναι προσιτά σε κάθε φοιτητή, ακόμα και σ' αυτούς που δεν είχαν την οικονομική ευχέρεια να τα αποκτήσουν, τα λεγόμενα 'αποτμήματα' του βιβλίου”.

Εκτός απ' αυτήν την περιπετειώδη διαδρομή, ο τόμος παρακολουθεί όλη τη διαδικασία της εξέλιξης του πανεπιστημικού βιβλίου και της οργάνωσης και λειτουργίας των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών “με βιβλιοθηκονομικούς όρους αντίστοιχους με τους σημερινούς”. Στον τόμο τη δική τους θέση κατέχουν οι συλλογές βιβλίων που δημιουργούν εξωεκκλησιαστικοί λόγιοι, η συγκρότηση των πρώτων βασιλικών βιβλιοθηκών όπως αυτή του Καρόλου Ε' της Γαλλίας, το χρονικό και η τύχη της παπικής βιβλιοθήκης κατά τη μεταφορά της παπικής έδρας από τη Ρώμη στην Αβινιόν, ενώ γίνεται συστηματική αναφορά στον διαχρονικό ρόλο του βιβλιοφύλακα. Διαβάζουμε μάλιστα σ' αυτό το σημείο πως αρκετοί βιβλιοφύλακες, προκειμένου να εξασφαλίσουν την επιστροφή των δανεικών βιβλίων, τα χαρακτηρίζουν κώδικες με αναθέματα και κατάρες προκειμένου να εκφοβίζουν τους διαπνεόμενους από το σκεπτικό ότι “η κλοπή του βιβλίου δεν είναι κλοπή!” αλλά συμμετοχή σε μια πνευματική διαδικασία που δεν μπορεί να έχει υλική υπόσταση. Διαβάζουμε επίσης στο περίφημο “Philobiblon”, το “ευαγγέλιο” του βιβλίου, που έγραψε ο λάτρης του βιβλίου και παθιασμένος συλλέκτη Richard de Bury το 1344, ότι “τα βιβλία είναι οι δάσκαλοι που μας διδάσκουν χωρίς σκληρά λόγια, χωρίς ενδύματα ή χρήματα. Αν τα πλησιάσεις, δεν κοιμούνται, αν ερευνώντας τα ρωτήσεις, δεν αποκρύπτουν τίποτα”.

Παρακολουθούμε όμως και μια άλλη ιστορία άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Βιβλιοθήκη. Ο Κωνσταντίνος Σπ. Στάικος, υπό την άλλη του ιδιότητα, του αρχιτέκτονα, επιλέγει να κλείσει τον τόμο με την ιστορία της αρχιτεκτονικής των βιβλιοθηκών της περιόδου. “Οι πρώτες χριστιανικές βιβλιοθήκες σε όλη τη διάρκεια της μεσαιωνικής περιόδου δεν είναι τίποτα άλλο από χώροι φύλαξης. Τα απρόσωπα αυτά δωμάτια θα αρχίσουν σιγά-σιγά να διαφοροποιούνται και να μετατρέπονται σε βιβλιοθήκες-αναγνωστήρια με στοιχειώδη αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά, με τη θεμελίωση των πανεπιστημίων και των κολεγίων”.

Μετά την ολοκλήρωση και του πέμπτου τόμου, ο οποίος θα πραγματεύεται την Ιστορία της βιβλιοθήκης στην περίοδο της Αναγέννησης, από τον Πετράρχη στον Μιχαήλ Άγγελο, (15ος-16ος αι.), το έργο μέσα στο 2012 θα κυκλοφορήσει επίσης σε πιο οικονομική έκδοση, επίσης πεντάτομη, με περιορισμένη εικονογράφηση.

Κρημνιώτη Π. - Η ΑΥΓΗ: 25/04/2010
πηγή
back to top