Μάθηση χωρίς σκέψη είναι χαμένος κόπος. Σκέψη χωρίς μάθηση είναι κίνδυνος. Κομφούκιος*
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
- Αρχική σελίδα
- Ταινίες
- Ντοκιμαντέρ
- Καλλιτεχνικά / Εκπαιδευτικά
- Οικολογία
- Φωτογραφία
- Δικαιώματα των Ζώων
- Περιβαλλοντική Εκπαίδευση
- Η ελληνική ως ξένη γλώσσα
- Δραματοθεραπεία
- Online Περιοδικά
- Διαδικτυακές διαλέξεις
- Εκπαιδευτικά Project
- Ψηφιακές Βιβλιοθήκες
- Μουσεία / Γκαλερί
- Street Art
- Εκθέσεις-Εκδηλώσεις
- Visual Research
- Απόψεις
- Κριτικοί Εκπαιδευτικοί Αναστοχασμοί
- BLOG 2
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απαγγελλόμενη ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απαγγελλόμενη ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
18 Σεπτεμβρίου 2012
Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΣΕΦΕΡΗ: ΕΛΕΝΗ
ΕΛΕΝΗ
ΤΕΥΚΡΟΣ : ... ἐς γῆν ἐναλίαν Κύπρον, οὗ μ᾿ ἐθέσπισεν
οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικὸν
Σαλαμίνα θέμενον τῆς ἐκεῖ χάριν πάτρας.
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
ΕΛΕΝΗ : Οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρωάδ᾿, ἀλλ᾿ εἴδωλον ἣν
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
ΑΓΓΕΛΟΣ : Τί φῆς;
Νεφέλης ἀρ᾿ ἄλλως εἴχομεν πόνους πέρι;
«Τ᾿ ἀηδόνια δὲ σ᾿ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες.»
Ἀηδόνι ντροπαλό, μὲς στὸν ἀνασασμὸ τῶν φύλλων,
σὺ ποὺ δωρίζεις τὴ μουσικὴ δροσιὰ τοῦ δάσους
στὰ χωρισμένα σώματα καὶ στὶς ψυχὲς
αὐτῶν ποὺ ξέρουν πὼς δὲ θὰ γυρίσουν.
Τυφλὴ φωνὴ ποὺ ψηλαφεῖς μέσα στὴ νυχτωμένη μνήμη
βήματα καὶ χειρονομίες. Δὲ θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ φιλήματα,
καὶ τὸ πικρὸ τρικύμισμα τῆς ξαγριεμένης σκλάβας.
«Τ᾿ ἀηδόνια δὲ σ᾿ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες».
Ποιὲς εἶναι οἱ Πλάτρες; Ποιὸς τὸ γνωρίζει τοῦτο τὸ νησί;
Ἔζησα τὴ ζωή μου ἀκούγοντας ὀνόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες τῶν ἀνθρώπων
ἢ τῶν θεῶν.
Ἡ μοίρα μου ποὺ κυματίζει
ἀνάμεσα στὸ στερνὸ σπαθὶ ἑνὸς Αἴαντα
καὶ μίαν ἄλλη Σαλαμίνα
μ᾿ ἔφερε ἐδῶ σ᾿ αὐτὸ τὸ γυρογιάλι.
Τὸ φεγγάρι
βγῆκε ἀπ᾿ τὸ πέλαγο σὰν Ἀφροδίτη,
σκέπασε τὴν καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ, κι ὅλα τ᾿ ἀλλάζει.
Ποῦ εἶν᾿ ἡ ἀλήθεια;
Ἤμουν κι ἐγὼ στὸν πόλεμο τοξότης.
τὸ ριζικό μου ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ξαστόχησε.
Ἀηδόνι ποιητάρη,
σὰν καὶ μία τέτοια νύχτα στ᾿ ἀκροθαλλάσι τοῦ Πρωτέα
σ᾿ ἄκουσαν σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι ἔσυραν τὸ θρῆνο,
κι ἀνάμεσό τους - ποιὸς θὰ τὄ᾿ λέγε; - ἡ Ἑλένη!
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
Δακρυσμένο πουλί, στὴν Κύπρο τὴ θαλασσοφίλητη
ποὺ ἔταξαν γιὰ νὰ μοῦ θυμίζει τὴν πατρίδα,
ἄραξα μοναχὸς μ᾿ αὐτὸ τὸ παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς αὐτὸ εἶναι παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲ θὰ ξαναπιάσουν
τὸν παλιὸ δόλο τῶν θεῶν.
ἂν εἶναι ἀλήθεια
πὼς κάποιος ἄλλος Τεῦκρος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια,
ἢ κάποιος Αἴαντας ἢ Πρίαμος ἢ Ἑκάβη
ἢ κάποιος ἄγνωστος, ἀνώνυμος, ποὺ ὡστόσο
εἶδε ἕνα Σκάμαντρο νὰ ξεχειλάει κουφάρια,
δὲν τὄχει μὲς στὴ μοίρα του ν᾿ ἀκούσει
μαντατοφόρους ποὺ ἔρχονται νὰ ποῦνε
πὼς τόσος πόνος τόση ζωὴ
πῆγαν στὴν ἄβυσσο
γιὰ ἕνα πουκάμισο ἀδειανὸ γιὰ μίαν Ἑλένη.
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ, Γ'
Στὸν Κόσμο τῆς Κύπρου,
Μνήμη καὶ Ἀγάπη
....Κύπρον, οὗ μ' ἐθέσπισεν...
11 Απριλίου 2012
22 Φεβρουαρίου 2012
13 Φεβρουαρίου 2012
9 Φεβρουαρίου 2012
Κώστας Βάρναλης - Πρόλογος (Σκλάβοι Πολιορκημένοι)
Ο Γιάννης Ρίτσος απαγγέλει Κώστα Βάρναλη
Είχα γυναίκα, είχα και ζα,
είχα μια Βάσω με βυζά,
μα προκοπή δεν είχα.
Σε ποιο χαρέμι να παχαίνη
στα μαξιλάρια ξαπλωμένη
μασώντας τη μαστίχα!
Μ' αν κυλήση μια ο τροχός
και στην Πόλη μπούμε,
σκλάβες, χανουμόπουλα,
πόχει να τραβούμε!
Άι! με το γύφτικο ζουρνά,
με νταγερέ, που κουδουνά,
σύρε σκοπόν αντάμικο!
Εστράβωσα τη φέσα μου -
έρωτας που 'ναι μέσα μου,
για να χορέψω τσάμικο!
Κάνε θάμα, πλόσκα μου,
ξύλο τσιμισίρι,
γίνε βρύση γάργαρη
με χιλιάδες πείροι!
Νάστε γεροί, νάστε καλά,
με τα τσαπράζια τα πολλά
και τα μεγάλα ονόματα
κοτζαμπασήδες όλοι πρώτης,
και με τους διάκους ο δεσπότης
τζιλβέδες και καμώματα!
Χίλια χέρια κι άρματα
νάχα να σας φράξω,
νάχα και δυο κέρατα
τον οχτρό να σκιάξω!
Για να βαστάξη όσο μπορεί
το μακελλειό, νάστε γεροί
της Πέννας αντρειωμένοι!
Κανοναρχάτε τ' όνομά μας,
σίντας η Δόξα μελετά μας
στα σκελετά γερμένη!..
Νάχαμ' ένα βασιλιά,
για να μας θαμπώνη,
με λειρί στο κούτελο,
με φωνή τρομπόνι!
Σου φτάνουν σένα τα χωριά
της Ρούμελης και του Μωριά -
και ναν' πολλά σου τα έτη!
Μα η Έγριπο με το μπουγάζι,
που άμετρο ψάρι κατεβάζει,
δικό μου βιλαέτι!
Έχω τρύπα το βρακί,
λίγδα στην καπότα μου,
έχω ψείρα σαν κουκκί
και βρωμούν τα χνώτα μου!..
Έχω νοήματα σοφά!
Σ' αγιονορίτικο σοφά,
στα λάδια και στα πάχη
κολύμπησα, μα πάντα μένει
άδεια η κοιλιά και τουρλωμένη -
ανεμογκάστρι θάχη!
Τι λαμπρός πουν' ο καιρός -
πόσο εγώ 'μαι ωραίος!
Έφαγα έναν πόντικα -
δόξα νάχη ο Θέος!
Η σάρκα και τα κόκκαλα,
λάσπη πολλή και φρόκαλα,
πατρίδα μου χαλάλι σου!
Σαν είν' οι αφέντες σου δικοί,
θάναι κ' η ζήση σου γλυκή
κι ανέγνοιο το κεφάλι σου!
Το χαράτσι, τα παιδιά -
μοναχός να κρίνης! -
άλλο να στα παίρνουνε
κι άλλο ναν τα δίνης!
Όλα εδώ χάμου ψεύτικα -
Δε σ' έζησα, ωνειρεύτηκα,
μαύρη ζωή, όλη πίκρα! -
μα θα χαρώ σε Λευτεριά,
αιώνια Αλήθεια κι Ομορφιά,
σαν θα περάσω Αντίκρα.
Νάχαμ' ένα βασιλιά,
δράκο με χοντρόλαιμο,
σέρτικο κι αράθυμο,
για να κάνη πόλεμο!
...Άμποτε λίγο να δυνόμουν,
για μια στιγμή να τρελλαινόμουν -
ο σαλεμένος νους
και τα κλεισμένα τσίνορα
να μην ξαμώνουν σύνορα
και χώριους ουρανούς,
να ιδώ τον κόσμο ανάποδα,
τον αδερφό μου ξένο
και τον οχτρόν αδέρφι μου
αδικοσκοτωμένο!
Κώστας Βάρναλης - Θάλασσα (πρόλογος στο "φως που καίει") (απαγγέλει ο ποιητής)
Να σ' αγναντεύω θάλασσα, να μη χορταίνω
Απ' το βουνό ψηλά.
Στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
Απ' τα μαλάματά σου τα πολλά.
Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο, όντας
μετ' άξαφνη νεροποντή
χυμάει μες απ' τα σύνεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.
Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι,
τ' ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ' ένα καράβι
ν' ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.
Ξανανιωμένα απ' το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά
τα πεύκα, τα χρυσόπευκα, κι' ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.
Κι' αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
ως μέσα στο νερό
τα ερημικά χιονόσπιτα-κι' αυτά μες στ' όνειρό τους
να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.
Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι' αλάργα βάσανα πολλά.
Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακρυά απ' τη μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυά πολύ κι' από τους μαύρους κολασμένους ....
Κώστας Βάρναλης - Οι Μοιραίοι (απαγγέλει ο ποιητής)
΄
΄
ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ
Μες στην υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές,
(απάνου εστρίγγλιζε η λατέρνα)
όλη η παραία πίναμε εψές,
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.
Σφιγγόταν ο ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής,
ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Οσο κι ο νους αν τυραννιέται
άσπρην ημέρα δε θυμιέται!
(Ηλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος του άσωτου ουρανού,
ω! της αυγής κροκάτη γάζα
γαρούφαλλα του δειλινού,
λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!)
Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος - ίδιο στοιχιό
του άλλου κοντόμερη η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό,
στο Παλαμίδι ο γυιός του Μάζη
κ' η κόρη του γιαβή στο Γκάζι.
-Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
-Φταίει ο θεός που μας μισεί!
-Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
-Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
"ποιος φταίει; Ποιος φταίει;... κανένα στόμα
δεν τόβρε και δεν τόπε ακόμα.
Ετσι, στην σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σαν τα σκουλήκια κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει, μας πατεί:
δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα!
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
Ο Κώστας Βάρναλης (1883-1974) απαγγέλει το τελευταίο του Ποίημα
Με πάθος την αλήθεια φανερώνω,
μα ποιος μ ακούει; Κάτι άγουρα παιδιά.
Γυροκοιτάω, κανένας δε με ξέρει,
όπως κι εγώ δεν ξέρω τον εαυτό μου.
Πλήθος μεγάλοι στο Μουσειο της Τέχνης,
αθάνατοι όλοι, λίγοι μόνο ζούνε.
Οκτώβρης 1974
Το ποίημα αυτό είναι γραμμενο αμέσως μετά την πτώση της χούντας και βρίσκεται στη συλλογή Οργή λαού που εκδόθηκε μετά τον θανατό του.
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης - Ατένιση θησαυρού, Σκόρπια φύλλα, Άσκηση μεταφορών (απαγγέλει ο ποιητής)
Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993) γεννήθηκε, έζησε και πέθανε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Παρίσι Φαρμακολογία και διατηρούσε για πολλά χρόνια ένα πασίγνωστο φαρμακείο στη Θεσσαλονίκη, που υπήρξε κέντρο λογοτεχνικών συνερεύσεων. " Φοιτητής στο Παρίσι ", αυτοβιογραφείται, " η Νορβηγική και γενικότερα η Σκανδιναβική Συμβολιστική λογοτεχνία μ' επηρέασε και άρχισα να κινούμαι σε άλλο επίπεδο. Τότε ήταν που διάβασα και το θεατρικό έργο του Λουίτζι Πιραντέλο Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα. Στο Στρασβούργο, συνεχίζοντας τις σπουδές μου, μου επεβλήθη ο Γάλλος Κλωντέλ. Από το 1936 και μετά, πέρασα σε άλλον κόσμο με τους βυζαντινούς χρονογράφους. Από τους αρχαίους Έλληνες, επειδή ποτέ δεν υπήρξα ευφυής και έξυπνος, εκτός από τον Πίνδαρο και προπαντός τον Όμηρο, σε κανέναν άλλον απάνω δεν στηρίχτηκα. Μιας εξαρχής η τάση μου ήταν μυθικής και παραμυθικής ερμηνείας των εγκοσμίων. Τα βιβλία που εξέδωσα, ορίζουν σειρά συναισθηματικών απογοητεύσεων. Αυτό άλλωστε μ' έκανε ολοένα και φανατικότερο υπηρέτη και μιμητή των βυζαντινών συγγραφέων. " Ο Πεντζίκης αποτελεί μια ιδιάζουσα και ξεχωριστή μορφή των ελληνικών γραμμάτων που με την πάροδο των χρόνων παίρνει τη θέση που η σύγχρονή του κριτική του είχε στερήσει. Το όλως ιδιότυπο ύφος του διακρίνει επίσης και τα ζωγραφικά του έργα. Έργα του : Ανδρέας Δημακούδης, Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση, Εικόνες (ποιητική συλλογή), Πραγματογνωσία, Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής, Το Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, Προς εκκλησιασμόν, Αρχείον. Από τις εκδόσεις ?γρα κυκλοφορούν και η μετάφρασή του του ποιητικού έργου του Stephane Mallarme Ίγκιτουρ ή Η τρέλα του Ελβενόν.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)




.jpg)
.jpg)