Πρόσφατα σχετικά και μετά από τις ανασκαφές στον τύμβο της Αμφίπολης, έχει υποστηριχθεί ότι η Ολυμπιάς έχει ταφεί εκεί.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Ήπειρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Ήπειρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017
Ολυμπιάς, η μητέρα του Μ. Αλεξάνδρου
Μετάλλιο με απεικόνιση της Ολυμπιάδος, που κόπηκε προς τιμήν της
από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Καρακάλλα (188-217 μΧ)
Ολυμπιάς,
η μητέρα του Μ. Αλεξάνδρου
Δημήτρης
Ε. Ευαγγελίδης
Με
αφορμή σχετική συζήτηση στο πρόσφατο Δημοτικό Συμβούλιο για την ανέγερση
τιμητικού μνημείου σε κεντρικό σημείο της Έδεσσας για την Ολυμπιάδα, την μητέρα του μεγάλου στρατηλάτη, ίσως ενδιαφέρουν
κάποια ιστορικά στοιχεία για τον βίο και την προσωπικότητά της.
Πατέρας της Ολυμπιάδος ήταν ο συμβασιλεύς των Μολοσσών, ο Νεοπτόλεμος Α΄ (370-357 π.Χ.) που κυβερνούσε ένα μεγάλο τμήμα της
αρχαίας Ηπείρου μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Αρρύβα (373-343/342 και 330-319 π.Χ.). Οι Μολοσσοί αποτελούσαν μια
από τις τρείς μεγάλες ομοσπονδίες φύλων της Ηπείρου (οι άλλες δύο ήσαν οι Θεσπρωτοί και οι Χάονες), που μιλούσαν την λεγόμενη Βορειοδυτική διάλεκτο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, όπως εξ άλλου
και οι αρχαίοι Μακεδόνες.
Η Ολυμπιάς ήταν η δεύτερη από τα παιδιά του Νεοπτόλεμου Α΄. Πρωτότοκη ήταν η Τρωάς και μικρότερος ήταν ο γιος του και μετέπειτα διάδοχός του Αλέξανδρος Α΄ ο Μολοσσός (342-331 π.Χ.). Γεννήθηκε το 373 π.Χ. στην Πασσαρώνα (περίπου 10 χλμ ΒΔ των Ιωαννίνων), την πρωτεύουσα του βασιλείου των Μολοσσών. Το αρχικό όνομα της, σύμφωνα με τον ιστορικό Waldemar Heckel (Who’s Who In The Age Of Alexander The Great: Prosopography Of Alexander’s Empire, σελ. 181, Wiley-Blackwell, 2006) ήταν Πολυξένη όταν ήταν παιδί, Μυρτάλη όταν παντρεύτηκε, και αργότερα μετονομάστηκε σε Ολυμπιάδα και Στρατονίκη [βλ. Brown, Virginia- Giovanni Boccaccio: Famous Women, Harvard University Press, σελ. 125 (2001)]. Το όνομα Ολυμπιάδα της δόθηκε, σύμφωνα με την παράδοση (Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Αλέξανδρος) ύστερα από την νίκη του Φίλιππου στους Ολυμπιακούς αγώνες του 356 π.Χ.
Η Μυρτάλη - Ολυμπιάδα από τα παιδικά της χρόνια έτυχε
ιδιαίτερης μόρφωσης. Νωρίς διακρίθηκε για το ανήσυχο και ανικανοποίητο πνεύμα
της, τις μεταφυσικές της ενασχολήσεις
και τη δίψα να μάθει περισσότερα για τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου.
Έμαθε τα ιερατικά μυστήρια στο ξακουστό Μαντείο της Δωδώνης, το οποίο και υπηρέτησε για χρόνια, ενώ ήταν μυημένη και
στα Βακχικά Μυστήρια. Ήταν ιέρεια
των Καβειρίων Μυστηρίων της Σαμοθράκης, όπου και γνώρισε και ερωτεύτηκε τον Φίλιππο Β' της
Μακεδονίας. Ο Φίλιππος έκανε, ως γνωστόν, οκτώ γάμους από
πολιτική σκοπιμότητα. Η πρώτη του γυναίκα ήταν η Φίλα από τον ηγεμονικό οίκο της Ελιμείας, η οποία πέθανε νωρίς.
Αμέσως ξαναπαντρεύτηκε με την Αυδάτα
κι έκανε μια κόρη, την Κυννάνη.
Χήρεψε και πάλι γρήγορα. Επόμενη ήταν η Φιλίννα
από τον ηγεμονικό οίκο των Αλευάδων της Λάρισας. Μαζί της απέκτησε έναν γιο τον
Αρριδαίο, ο οποίος παντρεύτηκε την Κυνάνη, την ετεροθαλή του αδερφή από τον
προηγούμενο γάμο του πατέρα του. Λίγους μήνες αργότερα όμως, ο Φίλιππος
γοητεύτηκε από την πριγκίπισσα του βασιλικού οίκου των Μολοσσών, την Ολυμπιάδα. Μαζί της απέκτησε τον
Αλέξανδρο και την Κλεοπάτρα. Η Ολυμπιάδα ήταν η πιο σημαντική του σχέση
κρίνοντας από το γεγονός ότι ήταν η μόνη
σύζυγος που πήρε τον τίτλο της βασίλισσας. Ο έρωτάς του με αρκετά
διαλείμματα, κράτησε πέντε χρόνια. Τότε ο Φίλιππος ξαναπαντρεύτηκε. Αυτή τη
φορά η τυχερή ήταν η Νικησίπολις των
Φερρών της Θεσσαλίας με την οποία απέκτησε μια κόρη, τη Θεσσαλονίκη, που την ονόμασε έτσι με αφορμή τη νίκη του στην
Θεσσαλία.
Είκοσι μέρες μετά
τη γέννηση της κόρης τους, η Νικησίπολη πέθανε από επιλόχειο πυρετό. Ο Φίλιππος
έκανε δύο ακόμα γάμους, καθαρά σκοπιμότητας, με τη Μήδα, κόρη του βασιλιά των Γετών και την Αρσινόη, που έκανε μαζί της τον Πτολεμαίο. Τελευταία του σύζυγος
ήταν η 17χρονη Κλεοπάτρα, από
αριστοκρατικό γένος της Μακεδονίας.
Ο ιστορικός Πλούταρχος (45-120 μ.Χ.), ο οποίος
έζησε μερικούς αιώνες αργότερα, διαβόητος φιλορωμαίος, στα όρια του
γραικυλισμού, την χαρακτήριζε κακότροπη και ζηλιάρα. Επίσης, αναφέρει ότι
εμφανιζόταν με εξημερωμένα φίδια. Ωστόσο, είχε πολλές
αρετές, αρκετές από τις οποίες μετέδωσε στον γιο της, τον Μ. Αλέξανδρο. Στην
πολυκύμαντη και ταραχώδη ζωή της συναντώνται μεγάλα προτερήματα και μεγάλα
ελαττώματα. Ως αφοσιωμένη μητέρα, είχε τάξει την ζωή της σε ένα μόνο σκοπό και
τον υπηρετούσε με πάθος: Την διασφάλιση
για τον γιο της την διαδοχή του θρόνου της Μακεδονίας μέσα στην δίνη των
μηχανορραφιών και δολοπλοκιών της αυλής της Πέλλας.
Και αυτό το ανυποχώρητο πάθος της υπονοούσε ο Φίλιππος, όταν, απαντώντας στον
γιο του Αλέξανδρο, που χαρακτήριζε την μητέρα του ως την γενναιότερη απ' όλες
τις Νηρηίδες, του είπε γελώντας:
«όχι μόνο γενναιότερη, αλλά και πολεμικότερη, γιατί δεν σταματάει να καυγαδίζει
μαζί μου». Οι σχέσεις των δύο συζύγων έως τo 337 π.Χ. (όταν η Κλεοπάτρα, ανεψιά
του στρατηγού Άτταλου, ανυψώθηκε
ως ισότιμη βασίλισσα), υπήρξαν κατά βάση αρμονικές, χωρίς να λείπουν κάποιες
εκρήξεις. Ο Φίλιππος της εμπιστευόταν την διακυβέρνηση του κράτους, όταν
απουσίαζε στις συχνές και μακρόχρονες εκστρατείες του. Η Ολυμπιάδα είχε
δημιουργήσει στην αυλή δικό της κύκλο ευνοουμένων, που τους προστάτευε.
Ο Μέγας Αλέξανδρος διακρινόταν για την αφοσίωση στη μητέρα
του, παρά τον δύστροπο και αυταρχικό χαρακτήρα της. Όταν ο Αντίπατρος, που είχε μείνει
τοποτηρητής στην Μακεδονία,
έγραψε στον Αλέξανδρο, που βρισκόταν στην Ασία,
ένα εκτενές γράμμα, γεμάτο παράπονα για την Ολυμπιάδα, ο Μέγας Αλέξανδρος είπε,
αφού το διάβασε: «Δεν ξέρει ο Αντίπατρος ότι ένα μόνο δάκρυ της μητέρας μου
αρκεί, για να σβήσει χίλιες τέτοιες επιστολές;».
Η Ολυμπιάδα ήταν προικισμένη με χαρίσματα
μεγάλα, πράγματι ηγεμονικά. Μετά το θάνατο του αδελφού της, Αλέξανδρου Α΄ της Ηπείρου, στην εκστρατεία του στην Ιταλία, εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο και έγινε Αντιβασίλισσα και επίτροπος του ανήλικου
εγγονού της, Νεοπτόλεμου
Γ'. Στην Ήπειρο, ανέπτυξε πολιτική δράση
ιστορικής σημασίας. Διεύρυνε το «Κοινό
των Μολοσσών» με την εισδοχή νέων Ηπειρωτικών φύλων και το μετονόμασε σε «Σύμμαχοι των Απειρωτάν», ζωντανεύοντας
έτσι το κλονισμένο γόητρο της δυναστείας των Αιακιδών. Η Συμμαχία αυτή διήρκεσε
από το 336 π.Χ.-328 π.Χ. στη συνέχεια δε, κυβέρνησε μόνη της το Βασίλειο των
Μολοσσών της Ηπείρου για άλλα έντεκα (11) ή κατ’ άλλους συγγραφείς δεκατρία
(13) χρόνια έως το 317
π.Χ. οπότε επέστρεψε στη Μακεδονία.
Η απροσδόκητη και θλιβερή αγγελία του
θανάτου του γιου της Αλέξανδρου Γ΄ το 323 π.Χ. στη Βαβυλώνα, τη συνέτριψε. Δεν θέλησε ποτέ να
δεχτεί πως ο Μέγας Αλέξανδρος πέθανε από φυσιολογικό θάνατο και θρηνούσε μαθαίνοντας
ότι έμενε άταφος στη Βαβυλώνα επί μήνες, εξαιτίας των άγριων αγώνων διαδοχής
των στρατηγών του. Η οργή της μεγάλωσε, όταν ο Μακεδονικός στρατός της Ασίας αναγόρευσε βασιλιά τον διανοητικά καθυστερημένο γιο του
Φιλίππου – από τη Φίλιννα – Φίλιππο Γ΄ Αρριδαίο, τον οποίο παντρεύτηκε η
φιλόδοξη κόρη της Κυνάνης, Αδαία-Ευρυδίκη,
για να εξυπηρετήσει τους φιλόδοξους σκοπούς της.
Ο νεογέννητος γιος του Μεγάλου Αλέξανδρου και της Ρωξάνης, Αλέξανδρος Δ΄, αναγορεύτηκε συμβασιλεύς. Η αχαλίνωτη φιλοδοξία της
Ευρυδίκης ανησυχούσε την Ολυμπιάδα, που φοβόταν για την ζωή του εγγονού της.
Έπεισε την Ρωξάνη να καταφύγει στην Ήπειρο. Εκεί βρήκε προστασία και η κόρη του Φιλίππου
Β´ και της Νικησίπολης, η Θεσσαλονίκη, για την οποία η Ολυμπιάδα
έτρεφε αγάπη και στοργή, αφού την ανάθρεψε σαν δικό της παιδί, διότι είχε
μείνει ορφανή είκοσι μόλις μέρες μετά την γέννηση της.
Μετά τους καταστροφικούς πολέμους των επιγόνων, ο Κάσσανδρος,
υπ' αριθμόν ένα εχθρός της Ολυμπιάδας, έγινε κυρίαρχος στην Μακεδονία και ο Φίλιππος Γ΄ Αρριδαίος με την Ευρυδίκη συμμάχησαν μαζί του
και τον στήριξαν όταν το 317 π.Χ. αναγορεύθηκε επιμελητής (αντιβασιλέας) του
Μακεδονικού θρόνου. Η Ολυμπιάδα, βλέποντας να κινδυνεύουν τα συμφέροντα του
εγγονού της, Αλεξάνδρου Δ',
εγκαταλείπει την Ήπειρο και εκστρατεύει στη Μακεδονία. Σε σύγκρουση με τα
στρατεύματα της Ευρυδίκης και του Αρριδαίου, οι τελευταίοι αιχμαλωτίζονται από
τη γηραιά βασίλισσα και εκτελούνται (Σεπτέμβριος 317 π.Χ.). Ο Κάσσανδρος,
απασχολημένος την εποχή εκείνη στην Αθήνα, κατευθύνεται εναντίον της Ολυμπιάδος, η οποία καταφεύγει στην
οχυρωμένη παραθαλάσσια πόλη του Θερμαϊκού κόλπου Πύδνα, έχοντας μαζί της τον μικρό Αλέξανδρο Δ´, την Ρωξάνη, την Θεσσαλονίκη και πολλούς πιστούς της. Μετά από επτάμηνη στενή
πολιορκία και αφού η κατάσταση των πολιορκημένων έγινε αφόρητη (οι
εγκλωβισμένοι αναγκάσθηκαν να σφάξουν και να φάνε έναν ελέφαντα δώρο του Μ. Αλεξάνδρου),
η Ολυμπιάδα συνθηκολόγησε για να σώσει τον εγγονό της. Ο Κάσσανδρος, αθετώντας
την υπόσχεσή του, διέταξε τους στρατιώτες του να την εκτελέσουν και όταν αυτοί
αρνήθηκαν, κάλεσε όλους τους εξαγριωμένους συγγενείς των εκτελεσθέντων από την
Ολυμπιάδα, να την λιθοβολήσουν (316 π.Χ.) «αφήνοντας
άταφο το πτώμα της να σαπίσει» (Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη,
Βιβλίο 17ο, κεφ. 118.2).
Σήμερα πιθανολογείται ότι ο τάφος της βρίσκεται στον τύμβο "Τούμπα" του Μακρύγιαλο της Πιερίας (κοντά στην Πύδνα), αλλά
δεν έχει ακόμα ανασκαφεί.
Πρόσφατα σχετικά και μετά από τις ανασκαφές στον τύμβο της Αμφίπολης, έχει υποστηριχθεί ότι η Ολυμπιάς έχει ταφεί εκεί.
Πρόσφατα σχετικά και μετά από τις ανασκαφές στον τύμβο της Αμφίπολης, έχει υποστηριχθεί ότι η Ολυμπιάς έχει ταφεί εκεί.
Δ.Ε.Ε.
Έδεσσα,
20 Ιουνίου 2017
Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα ΕΔΕΣΣΑΪΚΗ στις 24-6-2017
Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016
Η Ιλλυρική γλώσσα
Ιλλυρική πόρπη
Από την εθνολογική μελέτη του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη:
Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΛΒΑΝΩΝ ΚΑΙ
ΟΙ ΑΡΒΑΝΙΤΟΦΩΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ
(ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΘΝΟΓΕΝΕΣΗΣ
ΤΟΥ ΑΛΒΑΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ)
Η Ιλλυρική γλώσσα
Από την γλώσσα
των Ιλλυριών (η οποία σημειωτέον δεν
απέκτησε ποτέ γραπτή μορφή), ελάχιστα στοιχεία έχουν διασωθεί στις
αρχαιοελληνικές και ρωμαϊκές πηγές, καθώς και σε νεώτερα αρχαιολογικά ευρήματα
(κυρίως ανθρωπωνύμια, υδρωνύμια και τοπωνύμια ή μεμονωμένες λέξεις), με
αποτέλεσμα να είμαστε βέβαιοι μόνον για το γεγονός ότι η Ιλλυρική ανήκε σαφώς στις Αριοευρωπαϊκές (Ινδοευρωπαϊκές) γλώσσες.
Θα πρέπει να σημειώσουμε
ότι υπήρχε και η παλαιότερη άποψη που αναφερόταν όχι σε μια ενιαία Ιλλυρική γλώσσα,
αλλά σε μια ομάδα «ιλλυρικών γλωσσών» (Illyrian languages), οι οποίες ομιλούνταν στο δυτικό τμήμα της χερσονήσου του Αίμου, καθώς
και στην νότια Ιταλία (μεσσαπικές γλώσσες). Σήμερα η άποψη αυτή δεν
υποστηρίζεται πλέον, διότι αποδείχθηκε ότι η Μεσσαπική (μία βασική
γλώσσα με διαλέκτους ή περισσότερες, στενά συγγενείς μεταξύ τους μεσσαπικές
γλώσσες), προήλθε από μια προγονική μορφή της Ιλλυρικής (pre-Illyrian) που διαφοροποιήθηκε έντονα από την Ιλλυρική στην διάρκεια των ιστορικών
χρόνων με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται σήμερα ως ξεχωριστή γλωσσική οντότητα
μεταξύ των πρωίμων γλωσσών της ιταλικής χερσονήσου. Είναι γνωστή από
περισσότερες από 300 επιγραφές, γραμμένες σε μια μορφή του ελληνικού αλφαβήτου,
το λεγόμενο μεσσαπικό αλφάβητο, που
υιοθετήθηκε γύρω στο 510 π.Χ. Οι επιγραφές χρονολογούνται από τα τέλη του 6ου
αιώνα π.Χ./αρχές 5ου αιώνα π.Χ. μέχρι τα τέλη του 1ου
αιώνα π.Χ. Το μεσσαπικό αλφάβητο προέκυψε από το ελληνικό αλφάβητο που
χρησιμοποιείτο στην αρχαιοελληνική αποικία του Τάραντος και είναι
χαρακτηριστικό ότι κάθε μεταβολή στο σχήμα και την μορφή των γραμμάτων του
τελευταίου είχε και τις αντίστοιχες μετατροπές και στο μεσσαπικό, με αποτέλεσμα
οι μεταβολές αυτές να χρησιμοποιούνται στην χρονολόγηση των μεσσαπικών
επιγραφών.424
Τέλος, έχει
διευκρινισθεί προ πολλού, ότι η Ιλλυρική ουδεμία σχέση έχει με την Ενετική γλώσσα (Venetian language), η οποία μας είναι
γνωστή από 350 επιγραφές, που χρονολογούνται από το τελευταίο τέταρτο του 6ου
αιώνα π.Χ. μέχρι τα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ. και ήταν η γλώσσα των Ενετών, των Λιβουρνών, των Κάρνων
και των Ιστρίων που κατοικούσαν στις
ΒΑ περιοχές της ιταλικής χερσονήσου και στην χερσόνησο της Ιστρίας (βλ. Χάρτη
31α). Για την καταγραφή της χρησιμοποιήθηκε ένα αλφάβητο (Ενετικό αλφάβητο) που εισήχθη αρχικά στις νότιες ενετικές περιοχές
από την Ετρουρία (την χώρα των
Ετρούσκων), το πρώτο μισό του 6ου αιώνα π.Χ. Πρότυπό του υπήρξε ένα
βόρειο ετρουσκικό αλφάβητο, του λεγομένου «μεταρρυθμισμένου τύπου».425
Υπενθυμίζουμε ότι το ετρουσκικό αλφάβητο προήλθε από ένα ελληνικό αλφάβητο δυτικού τύπου, το οποίο μεταδόθηκε στους
Ετρούσκους από τις ελληνικές αποικίες της Μεγάλης Ελλάδος.
Κρίσιμο σημείο
παραμένει η θέση τις Ιλλυρικής σε σχέση με τις δύο βασικές ομάδες των
Αριοευρωπαϊκών γλωσσών: Την Ανατολική ή ομάδα satem, που
περιλαμβάνει την Θρακική, τις Σλαβικές, Ιρανικές (Περσική, Κουρδική, Αφγανική)
και Ινδικές γλώσσες (την προγονική Σανσκριτική και τις σύγχρονες Hindi,
Bengali, Punjabi, Urdu κ.λ.π.) και την Δυτική ή ομάδα centum
στην οποία ανήκουν η Ελληνική και η Φρυγική καθώς και οι Κελτικές, οι Ιταλικές
(αρχαίες: Λατινο-Φαλισκική, Οσκο-Ουμβρική, Πικεντική και οι σύγχρονες
Ρωμανικές-Λατινογενείς: Ιταλική, Ισπανική, Γαλλική κ.λ.π.) και Τευτονικές
(Γερμανική, Αγγλική, Ολλανδική, Σκανδιναβικές) γλώσσες.
Η κρισιμότητα
του ζητήματος προκύπτει από το γεγονός ότι η σημερινή Αλβανική γλώσσα (που
είναι γνωστή από γραπτές πηγές μόλις από τον 15ο αιώνα μ.Χ. και μετά) και η
οποία ανήκει στην ομάδα satem (Ανατολική ομάδα), διεκδικεί την καταγωγή της από
την Ιλλυρική, η οποία, όπως τείνει να αποδείξει η σύγχρονη έρευνα,426
ανήκει πιθανότατα στην Δυτική ομάδα centum και επομένως αποκλείεται να είναι προγονική γλώσσα της Αλβανικής, άρα και
οι Ιλλυριοί πρόγονοι των Αλβανών.
Η πλειονότητα
πάντως των αξιόπιστων βιβλιογραφικών πηγών τοποθετεί την Ιλλυρική γλώσσα μόνη
της σε έναν ξεχωριστό κλάδο στην οικογένεια των Αριοευρωπαϊκών (Ινδοευρωπαϊκών)
γλωσσών, δεδομένου ότι με το σημερινό επίπεδο των γνώσεών μας οι συγγένειές της
με άλλες γλώσσες, αρχαίες και σύγχρονες, αποτελεί ακόμη αντικείμενο
γλωσσολογικών ερευνών και διαφωνιών.
Παλαιότερα,
στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, ταξινομούσαν την Ιλλυρική μαζί με την
Θρακική και την Δακική (νεκρές γλώσσες σήμερα και οι δύο) στην «Θρακο-Ιλλυρική» ομάδα ή κλάδο, μια
κατάταξη που πλέον ουδείς γλωσσολόγος υποστηρίζει, δεδομένου ότι, όπως
αποδείχθηκε, η Θρακική και η Δακική ανήκαν στην ομάδα satem, ενώ η Ιλλυρική στην ομάδα centum.
Αρκετές
γλωσσικές επιρροές στην Ιλλυρική προήλθαν από την αρχαία Ελληνική, από την οποία επηρεάστηκαν σημαντικά, γλωσσικά και
πολιτιστικά, τα νότια ιλλυρικά φύλα, που είχαν άμεση επαφή με τα ελληνικά φύλα
της περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα ονόματα Ιλλυριών ηγεμόνων
και άλλων σημαντικών προσώπων, όπως Γλαυκίας, Κλείτος, Άγρων, Επίκαδος κ.λπ.
Καθώς αυξανόταν η ελληνική πολιτιστική κυριαρχία ιλλυριόφωνες ομάδες πληθυσμού
έγιναν αρχικά δίγλωσσες και στην συνέχεια εγκατέλειψαν την Ιλλυρική υιοθετώντας
την αποκλειστική χρήση της ελληνικής γλώσσας. Ο Στράβων αναφέρει ότι οι Ταυλάντιοι
και οι Βυλλίονες, δύο σημαντικά
ιλλυρικά φύλα εγκατεστημένα στην περιοχή της σημερινής κεντρικής Αλβανίας, ήσαν
ήδη δίγλωσσοι στην εποχή του.427
Οι
μεταναστεύσεις, επιδρομές και εγκαταστάσεις των Γαλατών (Κέλτες) στην χερσόνησο του Αίμου, στην διάρκεια του 4ου
και 3ου αιώνα π.Χ., τους έφεραν σε
επαφή με τα ιλλυρικά φύλα και όπως ήταν επόμενο η Ιλλυρική ήρθε σε επαφή με τις
κελτικές διαλέκτους των γαλατικών φύλων που εγκαταστάθηκαν στις περιοχές της
σημερινής Κροατίας, Σερβίας και Βοσνίας. Η επαφή αυτή μεταξύ των δύο γλωσσών
υπήρξε σε ορισμένες περιπτώσεις ιδιαίτερα παραγωγική με αποτέλεσμα όχι μόνον
την ανταλλαγή γλωσσικού υλικού μεταξύ τους, αλλά και την αλλοφωνία ομάδων
πληθυσμού, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τους
Ιάποδες, έναν κελτο-ιλλυρικό λαό
εγκατεστημένο αρχικά στο εσωτερικό των ΒΑ παραλίων της Αδριατικής.
Μνημονεύονται από τον Στράβωνα ως ένας
πολεμοχαρής λαός «...Κελτικού τε άμα και
Ιλλυρικού έθνους...».428
Η Ιλλυρική παρέλαβε
γλωσσικά στοιχεία τόσο από την Θρακική
γλώσσα, όσο και από την ελάχιστα γνωστή Παιονική
γλώσσα (η οποία σύμφωνα με άλλους γλωσσολόγους αποτελεί απλώς διάλεκτο της
Θρακικής), λόγω των επαφών με τα θρακικά και παιονικά φύλα που γειτόνευαν με τα
αντίστοιχα ιλλυρικά φύλα της περιοχής των κεντρικών Βαλκανίων.
Ασφαλώς, η Λατινική υπήρξε η γλώσσα από την οποία
επηρεάστηκε βαθύτερα η Ιλλυρική, λόγω της ρωμαϊκής κατάκτησης, η οποία
συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό στην εξαφάνιση των Ιλλυριών και της γλώσσας τους, πριν από τις σλαβικές εισβολές. Η
Λατινική εκτόπισε πλήρως την Ιλλυρική πάνω από την Γραμμή Γίρετσεκ (Jireček line), στην οποία έχουμε ήδη
αναφερθεί και παραπάνω (βλ. Κεφάλαιο 3-Μέρος δ΄ «Η Βυζαντινή περίοδος», σελ. 114).
Όπως
προαναφέρθηκε, δεν διαθέτουμε κείμενα στην Ιλλυρική γλώσσα. Ο Γερμανός
γλωσσολόγος Χανς Κράε (Hans Krahe)429 κατέταξε το όποιο υπάρχον υλικό σε
τέσσερεις κατηγορίες:
α. Επιγραφικό υλικό
β. Σχόλια για ιλλυρικές λέξεις στο περιθώριο
κειμένων σε έργα κλασσικών συγγραφέων της αρχαιότητας
γ. Κύρια ονόματα (ανθρωπωνύμια) που συλλέχθηκαν
κατά βάση από ταφόπλακες και ταφικά μνημεία, τοπωνύμια (ονομασίες οικισμών και
τοποθεσιών) και υδρωνύμια (ονομασίες ποταμών, λιμνών, χειμάρρων)
δ. Ιλλυρικές δάνειες λέξεις από άλλες γλώσσες
Θα
πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Hans Krahe επικρίθηκε για τις πανιλλυρικές αντιλήψεις του, οι οποίες τον οδήγησαν συχνά σε
αμφιλεγόμενα και ανυπόστατα συμπεράσματα. Έτσι, υποστήριζε ότι οι μεσσαπικές
διάλεκτοι στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω ανήκαν στην Ιλλυρική γλώσσα, ενώ
αποδείχθηκε ότι πολλές από τις λέξεις που κατέγραψε ως ιλλυρικές ήσαν λατινικές,
κελτικές ή ελληνικές.
Από τις
θεωρούμενες ως πλήρως επιβεβαιωμένες ιλλυρικές λέξεις είναι μόνον το εθνωνύμιο Ιλλυριός και οι ακόλουθες τέσσερεις:
Δευάδαι, οι σατ[υρ]οι υπ’ Ιλλυριών (Ησύχιος)
Ρινός = ομίχλη – «οι δε λέγουσιν Ιλλυριούς ρινόν λέγειν την αχλύν» (Σχολιαστής στον
Όμηρο)
sabaia (σαβαία=είδος ζύθου) Αμμιανός Μαρκελλίνος 26.8.2
sybina (σιβύνη=είδος κυνηγετικής λόγχης) Έννιος (Ρωμαίος συγγραφεύς του 3ου/2ου αιώνα
π.Χ.
Οι υπόλοιπες
επιβεβαιώθηκαν έμμεσα από γλωσσολογικές έρευνες, από τις οποίες αναφέρουμε
ορισμένες:
abeis φίδια
brisa φλούδα
σταφυλιών
mantía βατομουριά
oseriates λίμνες
Κλείνοντας το θέμα της γλώσσας των Ιλλυριών
παραθέτουμε ένα σχετικό κείμενο από τον εγκυρότατο επιστημονικά και διεθνώς
αποδεκτό κατάλογο γλωσσών του Πανεπιστημίου του Ανατολικού Μίτσιγκαν (Eastern Michigan University), ο οποίος αναφέρει τα εξής
για την Ιλλυρική:
«Μια αρχαία γλώσσα των Βαλκανίων. Στηριγμένοι στην γεωγραφική γειτνίαση,
ορισμένοι την θεωρούν πρόγονο της σύγχρονης Αλβανικής. Εν τούτοις, είναι πολύ πιο
πιθανό η Θρακική γλώσσα να είναι πρόγονος της Αλβανικής, δεδομένου ότι η
Αλβανική και η Θρακική ανήκουν στην ομάδα satem της Ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών, ενώ η Ιλλυρική ανήκει στην
ομάδα centum.
(Σε χρήση από το) 2ο μισό της 1ης
χιλιετίας μέχρι το 1ο μισό της 1ης χιλιετίας μ.Χ.».429α
Οι γλωσσικές ομάδες της Βαλκανικής
στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ.
(Πηγή: www.euroatlas.com)
424 Βλ. Για λεπτομέρειες στο Cambridge Ancient History (C.A.H.) - Vol. IV σελ. 737 καθώς και στο Δημητρίου
Ε. Ευαγγελίδη: «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων»
- «ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ», Β΄ Έκδοση συμπληρωμένη, Θεσσαλονίκη 2004 λήμμα Μεσσάπιοι
425.
Για την
Ενετική γλώσσα βλ. Roger D. Woodard
(ed.): The ancient languages of Europe
– “Cambridge University Press” 2008 σελ. 124-140. Για τους Ενετούς,
Λιβουρνούς, Ιστρίους και Κάρνους βλ. τα αντίστοιχα λήμματα στο Δημητρίου
Ε. Ευαγγελίδη: «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων»
ό. π.
426.
Βλ. James Clackson: Indo-European linguistics - An Introduction “Cambridge University Press” 2007 σελ. 52: “Albanian and Armenian are both
satem languages”, Hans Henrich Hock, Brian D. Joseph: Language
History, Language Change, and Language Relationship - An Introduction to Historical
and Comparative Linguistics “Mouton Textbook” 2009 (2nd Edition) σελ. 54: “Albanian is a satem language. Illyrian, on the other hand, is a centum
language”, Andrew L. Sihler: Language history – An introduction “John Benjamins Publishing Company” Amsterdam 2000 σελ. 238 “Albanian: an IE branch belonging to the satem group”,
καθώς και πολυάριθμες αναφορές ερευνητών, ειδικών γλωσσολόγων κλπ σε εργασίες, πανεπιστημιακά εγχειρίδια κ.ά.
427. Στράβων:
Γεωγραφικά – Βιβλίον Ζ΄ VII.8
428. Στράβων: Γεωγραφικά – Βιβλία Δ΄ VI.10
και Ζ΄ V.2,4. Λεπτομέρειες για τους Ιάποδες στο Δημητρίου
Ε. Ευαγγελίδη: «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων»
ό. π. στο σχετικό
λήμμα
429. Hans Krahe: Die Sprache der Illyrier τόμος Α΄ Die Quellen (Πηγές) Wiesbaden 1955 – Hans Krahe: Die Sprache der Illyrier τόμος
Β΄ Carlo de Simone: Die messapischen
Inschriften und ihre Chronologie (Οι μεσσαπικές επιγραφές και οι
χρονολογίες τους) – Jürgen Untermann: Die messapischen Personennamen (Τα μεσσαπικά ανθρωπωνύμια) Wiesbaden 1964.
429α. Charles Frederick Voegelin & Florence
Marie Robinett Voegelin: Classification
and Index of the World's Languages – “Elsevier” New York,
1977).
Ετικέτες
Αρχαία Ήπειρος,
Γλωσσολογία,
Εθνολογία
Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012
Προϊστορία της Χερσονήσου του Αίμου (4)
Αναπαράσταση του νεολιθικού οικισμού στο Σέσκλο
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από το βιβλίο του Δ. Ε. Ευαγγελίδη:
Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΛΒΑΝΩΝ
(ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΘΝΟΓΕΝΕΣΗΣ
ΤΟΥ ΑΛΒΑΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ)
Ἐθνολογική Μελέτη
1. Προϊστορία της Χερσονήσου του Αίμου
α. Η Παλαιολιθική και η Μεσολιθική Εποχή
βλ. http://ethnologic.blogspot.gr/2009/09/blog-post_29.html
β. Η Νεολιθική Εποχή
βλ. http://ethnologic.blogspot.gr/2012/09/2.html
γ. Οι εξελίξεις στην διάρκεια της Νεολιθικής και της Χαλκολιθικής Εποχής στο δυτικό τμήμα της χερσονήσου του Αίμου
βλ. http://ethnologic.blogspot.gr/2012/09/3.html
(Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)
Πριν όμως προχωρήσουμε στην περιγραφή της Χαλκολιθικής στην περιοχή της σημερινής Αλβανίας, θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε στις αναστατώσεις και στις σημαντικές πολιτιστικές αλλαγές που σημειώθηκαν στον ελλαδικό χώρο προς το τέλος της Μέσης Νεολιθικής και με την έναρξη της Νεώτερης Νεολιθικής, οι οποίες προκλήθηκαν, σύμφωνα με ορισμένες ερμηνείες, λόγω εισβολής και εγκατάστασης νέων πληθυσμιακών στοιχείων.
Πριν όμως προχωρήσουμε στην περιγραφή της Χαλκολιθικής στην περιοχή της σημερινής Αλβανίας, θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε στις αναστατώσεις και στις σημαντικές πολιτιστικές αλλαγές που σημειώθηκαν στον ελλαδικό χώρο προς το τέλος της Μέσης Νεολιθικής και με την έναρξη της Νεώτερης Νεολιθικής, οι οποίες προκλήθηκαν, σύμφωνα με ορισμένες ερμηνείες, λόγω εισβολής και εγκατάστασης νέων πληθυσμιακών στοιχείων.
Αυτή η υπόθεση της «εισβολής» υποστηρίζει ότι οι νεοφερμένοι υπήρξαν οι δημιουργοί του πολιτισμού Διμήνι και κατακτητές του πολιτισμού Σέσκλου74, γύρω στο 5000 π.Χ. Πραγματικά, όπως έχει διαπιστωθεί από την αρχαιολογική έρευνα, προς το τέλος της Μέσης Νεολιθικής υπήρξε ταυτόχρονη καταστροφή πολλών οικισμών της Θεσσαλίας. Στο Σέσκλο ο οικισμός ερημώνεται. Επί πλέον οι υποστηρικτές αυτής της υπόθεσης ισχυρίζονται ότι η διαφορετική φυλετική προέλευση των κατοίκων του Σέσκλου και του Διμηνιού αντικατοπτρίζεται και στις πολιτισμικές διαφορές που χαρακτηρίζουν αυτές τις δύο νεολιθικές κοινωνίες. Η απουσία όμως ανθρωπολογικών λειψάνων κάνει την οποιαδήποτε υπόθεση για τα γεγονότα της εποχής αδύναμη, ασαφή και μη πειστική.
Θεσσαλικά αγγεία της Νεώτερης Νεολιθικής
Νεολιθικά αγγεία (κύπελλα) από το Διμήνι
Εξ άλλου, οι έρευνες του Ι. Λυριτζή, καθηγητή Αρχαιομετρίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, αποκάλυψαν ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες. Ο καθηγητής Λυριτζής σε συνεργασία με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου (Σκωτία) R. Β. Galloway, συνέκριναν κεραμικά κατάλοιπα από το Σέσκλο και το Διμήνι, χρησιμοποιώντας για τις χρονολογήσεις τους την σχετικά νέα τεχνική της θερμοφωταύγειας (thermoluminescence).75 Αποδείχθηκε ότι οι κάτοικοι του οικισμού στο Διμήνι εμφανίσθηκαν γύρω στο 4800 π.Χ., επομένως 4 ολόκληρους αιώνες πριν από την ερήμωση του οικισμού στο Σέσκλο και την εξαφάνιση του τοπικού «πολιτισμού», γεγονότα που τοποθετούνται πλέον γύρω στο 4400 π.Χ.
Εγχάρακτο αγγείο από το Σέσκλο
Το συμπέρασμα λοιπόν που προκύπτει, σύμφωνα με τον καθηγητή Λυριτζή, είναι ότι οι νεολιθικοί κάτοικοι στο Σέσκλο και στο Διμήνι συνυπήρχαν τουλάχιστον για 400 χρόνια και επομένως δεν προκύπτει κάποια κατάκτηση ή εισβολή.
Η Νεώτερη Νεολιθική ΙΙ είναι γνωστή και ως πολιτισμός Διμηνίου, αφού στα αρχαιολογικά κατάλοιπα του Διμηνίου Βόλου καταγράφηκαν πλήρως όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την πολιτιστική φυσιογνωμία της Θεσσαλίας κατά την χρονική αυτή περίοδο. Η κεραμική παραγωγή των κυρίως διμηνιακών φάσεων στην Θεσσαλία, γνωστών ως Αγία Σοφία, Οτζάκι και Κλασσικό Διμήνι, πιστοποιεί την συνέχεια από τις προηγούμενες φάσεις. Η γραπτή (μαύρο σε υπόλευκο) και εγχάρακτη κεραμική του Κλασσικού Διμηνίου αποτελεί το αποκορύφωμα της νεολιθικής κεραμικής τέχνης. Στα διακοσμητικά θέματα κυριαρχούν η σπείρα και το αβακωτό, ενώ η εγχάρακτη κεραμική αντλεί διακοσμητικά θέματα και από την υφαντική και την ψαθοπλεκτική.
Όπως έχει τονισθεί: «…το “Διμήνι” δεν έχει καμμιά σχέση με την Ανατολή, ούτε με το Νότο (Κυκλάδες). Τα ρεύματα που συνετέλεσαν στη διαμόρφωσή του είναι πιθανώς βορειοανατολικά. Ακριβώς το ίδιο ισχύει και για τον “Πολιτισμό του Ραχμανίου” (τη Χαλκολιθική της Θεσσαλίας), που θα μπορούσε να χαρακτηρισθή θρακικός ή πρωτοθρακικός…»76.
Έτσι, αναγκαστικά περιοριζόμαστε στο σπουδαιότερο διαγνωστικό στοιχείο που διαθέτουμε, την Κεραμική, όπου εντοπίζεται η εισαγωγή του μελανού (μαύρου) και γενικά σκοτεινού χρώματος στην διακόσμηση των αγγείων, κάτι που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της Νεώτερης Νεολιθικής.
Στην πρώιμη Νεώτερη Νεολιθική (Νεώτερη Νεολιθική Ι, περίπου 5300-4800 π.Χ.) κυριαρχεί η γκρίζα, μονόχρωμη ή διακοσμημένη (Τσαγγλί) και η μαύρη στιλπνή κεραμική (Λάρισα). Η ανεύρεση των δύο αυτών κεραμικών ρυθμών στον ίδιο στρωματογραφικό ορίζοντα σε πρόσφατες ανασκαφές στην Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου και το Μακρυχώρι 2 τοποθετεί την φάση Λάρισα στην αρχή της Νεώτερης Νεολιθικής και όχι στο τέλος της, όπως πιστευόταν παλαιότερα.
Στις αρχές της Νεώτερης Νεολιθικής απαντά επίσης η μαύρη γραπτή διακόσμηση πάνω στην ερυθρή επιφάνεια του αγγείου, η πολύχρωμη και η αμαυρόχρωμη (θαμπή) κεραμική (matt painted), που είναι ευρύτατα διαδεδομένη σε ολόκληρο τον αιγαιακό χώρο. Στην επόμενη φάση Αράπη χαρακτηριστική είναι η γραπτή διακόσμηση με μαύρο ή λευκό χρώμα σε ερυθρό βάθος, καθώς και η εμφάνιση για πρώτη φορά της σπείρας ως διακοσμητικό θέμα, που μέλλει να κυριαρχήσει κατά την Νεώτερη Νεολιθική ΙΙ, περίπου 4800-4500 π.Χ. (βλ. Εικόνα παρακάτω).
Nεολιθικό αγγείο από το Διμήνι
Η Νεώτερη Νεολιθική ΙΙ είναι γνωστή και ως πολιτισμός Διμηνίου, αφού στα αρχαιολογικά κατάλοιπα του Διμηνίου Βόλου καταγράφηκαν πλήρως όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την πολιτιστική φυσιογνωμία της Θεσσαλίας κατά την χρονική αυτή περίοδο. Η κεραμική παραγωγή των κυρίως διμηνιακών φάσεων στην Θεσσαλία, γνωστών ως Αγία Σοφία, Οτζάκι και Κλασσικό Διμήνι, πιστοποιεί την συνέχεια από τις προηγούμενες φάσεις. Η γραπτή (μαύρο σε υπόλευκο) και εγχάρακτη κεραμική του Κλασσικού Διμηνίου αποτελεί το αποκορύφωμα της νεολιθικής κεραμικής τέχνης. Στα διακοσμητικά θέματα κυριαρχούν η σπείρα και το αβακωτό, ενώ η εγχάρακτη κεραμική αντλεί διακοσμητικά θέματα και από την υφαντική και την ψαθοπλεκτική.
Μια εντελώς νέα τεχνική, που εντοπίζεται κυρίως στην αιγαιακή Θράκη και στην ανατολική Μακεδονία κατά την Νεώτερη Νεολιθική, είναι η διακόσμηση με γραφίτη. Αυτή η τεχνική κυριαρχεί στις βορειότερες περιοχές (σημερινή Βουλγαρία και ανατολική Ρουμανία), τις οποίες καλύπτει ο λεγόμενος πολιτισμός της Γκουμέλνιτσα (Gumelnitşa, μια τοποθεσία στην βόρεια όχθη του Δούναβη, περίπου 50 χλμ. ΝΑ από το Βουκουρέστι), που έφθασε σποραδικά μέχρι την Θεσσαλία.
Ο νεολιθικός οικισμός στο Διμήνι
Όπως έχει τονισθεί: «…το “Διμήνι” δεν έχει καμμιά σχέση με την Ανατολή, ούτε με το Νότο (Κυκλάδες). Τα ρεύματα που συνετέλεσαν στη διαμόρφωσή του είναι πιθανώς βορειοανατολικά. Ακριβώς το ίδιο ισχύει και για τον “Πολιτισμό του Ραχμανίου” (τη Χαλκολιθική της Θεσσαλίας), που θα μπορούσε να χαρακτηρισθή θρακικός ή πρωτοθρακικός…»76.
Στο σημείο αυτό κρίνουμε χρήσιμη την παράθεση αποσπάσματος από την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», ένα εγκυρότατο συλλογικό έργο κορυφαίων Ελλήνων και ξένων ιστορικών, το οποίο αναφέρεται στην Νεολιθική στις ΒΔ περιοχές του ελλαδικού χώρου77:
«…Σε αντίθεση με την Παλαιολιθική περίοδο, τα ίχνη του Νεολιθικού πολιτισμού στην Ήπειρο είναι ελάχιστα, γεγονός που αποδίδεται σε έντονες κλιματολογικές μεταβολές και πληθυσμιακές μετακινήσεις στα τέλη της Νεώτερης Παλαιολιθικής. Οπωσδήποτε, οι αρχαιολογικές ενδείξεις επιβεβαιώνουν την αδιάκοπη κατοίκηση από την Παλαιολιθική μέχρι την Νεώτερη Νεολιθική περίοδο. Η πλειονότητα αυτών των θέσεων έχει αποδώσει λιθοτεχνία και κεραμεική, ενώ ελάχιστοι είναι οι διαπιστωμένοι οικισμοί, όπως στον λόφο Μπαρλέτα του Ωρωπού78, όπου ήλθαν στο φως θεμέλια καλυβών, κεραμεική, μικρολιθικά εργαλεία και αξίνες.
Είναι φανερό ότι οι νεολιθικοί κάτοικοι της Ηπείρου εξακολούθησαν να ζουν σε σπήλαια (Σίδερη Φιλιατών, Μελιγγοί, Καστρίτσα), ενώ παράλληλα αναπτύχθηκαν στις παρυφές των ελωδών πεδιάδων και των λιμνών, καθώς και στις κοιλάδες των ποταμών (Αμμότοπος, Παληορόφορο, Λούρος, Ωρωπός, Γεωργάνοι, Έλαφος, Παραμυθιά, Ασφάκα, Παλιόπυργος Πωγωνίου), έχοντας ως κύριες ασχολίες την κτηνοτροφία, την γεωργία, την αλιεία και το κυνήγι. Παρόμοια είναι η χωροταξική κατανομή των νεολιθικών θέσεων και στην Βόρεια Ήπειρο, με την μεγαλύτερη συγκέντρωση οικισμών στην περιοχή της λίμνης Λυχνίτιδος (Αχρίδος) και των Πρεσπών (Ποτγόρια, Δουναβέκι, Μαλίκη, Μπάρτσι, Τρένι, Μπουρίμα), καθώς και στις κοιλάδες των ποταμών Αώου και Άψου (Τσοκράνι, Βλούση, Καμενίκι). Οι νεολιθικές θέσεις της Βορείου Ηπείρου, όπως άλλωστε και αυτές της νότιας, ανήκουν πολιτιστικά στον Αιγαιακό χώρο καθ’ όλη την διάρκεια αυτής της περιόδου, όπως καταδεικνύουν οι έντονες τυπολογικές ομοιότητες της κεραμεικής τους με αυτήν της Νέας Νικομήδειας στην Μακεδονία, του Σέσκλου και του Διμηνίου στην Θεσσαλία και της Ελάτειας στην Βοιωτία. Αντιθέτως, διαφοροποιημένη εμφανίζεται η κεραμεική των νεολιθικών θέσεων Β του ποταμού Γενούσου και των Πρεσπών (Γκραδέτς, Σετούς, Μπουρίμ, Κλος), η οποία προσομοιάζει σε αυτήν των βορειοκεντρικών Βαλκανίων και των Δαλματικών ακτών…».79
Ολοκληρώνουμε αυτό το κεφάλαιο με τα υπάρχοντα στοιχεία για την Ενεολιθική (Χαλκολιθική) περίοδο στον χώρο της σημερινής Αλβανίας. Τα περισσότερα ευρήματα προέρχονται από την σπουδαία προϊστορική θέση του Μαλίκη (Maliq), στην οποία έχουμε αναφερθεί και παραπάνω. Ειδικότερα, η φάση Maliq ΙΙ απέδωσε πλούσια ευρήματα από τα οποία συλλέχθηκαν πολύτιμες πληροφορίες για την περίοδο αυτήν. Τα υλικά κατασκευής των εργαλείων που εντοπίσθηκαν στα ενεολιθικά στρώματα στο Maliq ΙΙ είναι λίθοι, οστά, κέρατα, ψημένος πηλός, ξύλο, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις και χαλκός. Χαρακτηριστική είναι και η κεραμική αυτής της περιόδου: Γκρίζα ή γκρίζα–μαύρη σε διάφορα σχήματα και ποικιλία διακοσμήσεων, όπως γραπτή, εγχάρακτη, κάλυψη με επίστρωση (encrusted) και ανάγλυφη.
Τα πήλινα ειδώλια αποτελούν ένα ακόμη χαρακτηριστικό του Maliq ΙΙ, τα οποία ποικίλλουν στην μορφή και στο σχήμα. Κάποιες ιδιαιτερότητες αυτών των ειδωλίων (όπως π.χ. η οπή ανάμεσα στους ώμους, όπου στην συνέχεια στερέωναν το κεφάλι, που κατασκευαζόταν ξεχωριστά) έχουν εντοπισθεί και σε γειτονικούς αρχαιολογικούς πολιτισμούς, κυρίως στην Πελαγονία, αλλά και στον επίσης χαλκολιθικό πολιτισμό του Ραχμανίου της Θεσσαλίας, στον οποίο είχαμε αναφερθεί προηγουμένως.
Διακρίνονται δύο φάσεις, η αρχαιότερη Maliq ΙΙa και η νεώτερη Maliq IIb.
Στην πρώτη και αρχαιότερη φάση τα πλέον χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κεραμικής της είναι τα εξογκώματα, είτε με μορφή θηλής (nipple), οι οποίες είναι διευθετημένες πιο συχνά καθέτως, κάτω από το χείλος του αγγείου, είτε με μορφή κυρτού κομβίου (convex button), σε κάποιες περιπτώσεις χρωματισμένα με μια σκόνη ερυθρά, κάτι που υπενθυμίζει τον τρόπο χρωματισμού των αγγείων τύπου ρυτού του πολιτισμού Τσοκράνι (Cakran) της Μέσης Νεολιθικής, στον οποίο έχουμε αναφερθεί προηγουμένως.
Στην κεραμική της επόμενης φάσης Maliq IIb, η έντονη τάση για μείωση αυτών των πρόσθετων στοιχείων στην επιφάνεια των αγγείων, εξισορροπείται από μια γενικευμένη χρήση αυλακώσεων (βλ. Εικόνα, τελευταία σειρά) σε μια μεγάλη ποικιλία τύπων και τεχνικής επιδεξιότητας στην εκτέλεση.80
Τύποι αγγείων από ανασκαφικά στρώματα της Χαλκολιθικής
στο Μαλίκη (Maliq II)
Εξετάζοντας τα ευρήματα της περιόδου Maliq ΙΙ διαπιστώνεται ότι συνδέονται με τις εξελίξεις των τελικών φάσεων του πολιτισμού Βίντσα (Vinča) των κεντρικών περιοχών της χερσονήσου του Αίμου (βλ. υποσημ. 66), ενώ τα χρησιμοποιούμενα υλικά (ιδίως ο χαλκός) παρουσιάζουν αναλογίες με αυτά που χρησιμοποιούσαν σε οικισμούς της Τελικής Νεολιθικής στην Μακεδονία, αλλά και στην Θεσσαλία, ιδιαιτέρως στον χαλκολιθικό πολιτισμό Ραχμάνι.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
75. Y. Liritzis and R. Galloway: Thermoluminiscence dating of Neolithic Sesklo and Dimini, Thessaly, Greece. PACT 6, 450–459, 1982
76. Βλ. σχετικά Ι.Ε.Ε. τομ. Α΄ σελ. 73
77. «ΗΠΕΙΡΟΣ» - «Εκδοτική Αθηνών», Αθήνα 1997
78. Αναφέρεται στον οικισμό του Νέου Ωρωπού, περίπου 40 χλμ. βορείως της Πρεβέζης
79. «ΗΠΕΙΡΟΣ», ό.π. σελ. 45 (υποσημείωση 31)
80. Βλ. λεπτομέρειες στην C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 201-203
81. C.A.H. ό.π. σελ. 204
Όπως υποστηρίζει ο αρχαιολόγος Φράνο Πρέντι (Frano Prendi):
«…με το σημερινό επίπεδο των γνώσεών μας είναι αδύνατον να καθορίσουμε με βεβαιότητα τον φυσικό τύπο των λαών που ζούσαν στην Αλβανία κατά την Νεολιθική και την Ενεολιθική περίοδο. Επίσης αδυνατούμε να διατυπώσουμε οποιαδήποτε αδιαμφισβήτητη άποψη για τις εθνικές συνάψεις και διασυνδέσεις των πολιτιστικών ομάδων που περιγράψαμε παραπάνω, παρά τις αντιτιθέμενες και αποκλίνουσες γνώμες των γλωσσολόγων και των αρχαιολόγων για τον Ινδο-Ευρωπαϊκό ή μη Ινδο-Ευρωπαϊκό χαρακτήρα των νεολιθικών πληθυσμών των Βαλκανίων…».81
Σήμερα, μετά από τρεις περίπου δεκαετίες από την εποχή που γράφτηκαν οι απόψεις αυτές του Dr. F. Prendi, τα στοιχεία που έχουν έλθει στο φως και οι νεώτερες έρευνες των ειδικών μας επιτρέπουν να έχουμε μια περισσότερο ξεκαθαρισμένη αντίληψη για τα παραπάνω, όπως θα εκθέσουμε στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
74. Ο νεολιθικός οικισμός στο Σέσκλο είναι η πληρέστερα ανασκαμμένη νεολιθική θέση στην Ελλάδα (Χρ. Τσούντας, Δ. Θεοχάρης). Αρχικά είχαν ανασκαφεί στρώματα της Μέσης και Νεώτερης Νεολιθικής σε νεώτερες όμως έρευνες αποκαλύφθηκαν στρώματα και αρχαιότερης Νεολιθικής. Έτσι σήμερα δεχόμαστε ότι ο οικισμός κατοικήθηκε μεν από την Πρώιμη (αρχαιότερη) Νεολιθική, αλλά η ακμή του σημειώθηκε στην διάρκεια της Μέσης Νεολιθικής, την οποία χαρακτηρίζει (πολιτισμός Σέσκλου). Πρόκειται για μια οχυρωμένη ακρόπολη επάνω σε λόφο με σπίτια συγκεντρωμένα γύρω από ένα κεντρικό κτίσμα με δύο χώρους, στον τύπο του μεγάρου. Η ακριβής χρήση αυτού του κτίσματος παραμένει άγνωστη, με πιθανότερες εκδοχές την χρησιμοποίησή του είτε ως αποθήκης τροφίμων είτε ως χώρου «συνεδριάσεων» των κατοίκων, αλλά σε κάθε περίπτωση υποδεικνύει ένα εξελιγμένο στάδιο κοινωνικής οργάνωσης. Τα σπίτια έχουν λιθόκτιστη κρηπίδα και το επάνω τμήμα τους είναι με άψητους πλίνθους. Η ανάπτυξη του πολιτισμού στο Σέσκλο διακόπηκε βίαια με την πυρπόληση του οικισμού γύρω στο 4400 π.Χ.
75. Y. Liritzis and R. Galloway: Thermoluminiscence dating of Neolithic Sesklo and Dimini, Thessaly, Greece. PACT 6, 450–459, 1982
76. Βλ. σχετικά Ι.Ε.Ε. τομ. Α΄ σελ. 73
77. «ΗΠΕΙΡΟΣ» - «Εκδοτική Αθηνών», Αθήνα 1997
78. Αναφέρεται στον οικισμό του Νέου Ωρωπού, περίπου 40 χλμ. βορείως της Πρεβέζης
79. «ΗΠΕΙΡΟΣ», ό.π. σελ. 45 (υποσημείωση 31)
80. Βλ. λεπτομέρειες στην C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 201-203
81. C.A.H. ό.π. σελ. 204
Ετικέτες
Αρχαία Ήπειρος,
Αρχαιολογία,
Προϊστορία
Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012
Προϊστορία της Χερσονήσου του Αίμου (3)
Nεολιθικό αγγείο από το Διμήνι
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από το βιβλίο του Δ. Ε. Ευαγγελίδη:
Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΛΒΑΝΩΝ
(ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΘΝΟΓΕΝΕΣΗΣ
ΤΟΥ ΑΛΒΑΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ)
Ἐθνολογική Μελέτη
1. Προϊστορία της Χερσονήσου του Αίμου
α. Η Παλαιολιθική και η Μεσολιθική Εποχή
βλ. http://ethnologic.blogspot.gr/2009/09/blog-post_29.html
β. Η Νεολιθική Εποχή
βλ. http://ethnologic.blogspot.gr/2012/09/2.html
γ. Οι εξελίξεις στην διάρκεια της Νεολιθικής και της Χαλκολιθικής Εποχής στο δυτικό τμήμα της χερσονήσου του Αίμου
Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της έρευνας56, η Νεολιθική, στο δυτικό τμήμα της χερσονήσου του Αίμου και ειδικότερα στον χώρο της σημερινής Αλβανίας, χαρακτηρίζεται από την εισδοχή πολιτιστικών στοιχείων διαφόρων προελεύσεων, τα οποία επηρέασαν την εξέλιξη του νεολιθικού πολιτισμού στην περιοχή. Στην διάρκεια αυτής της εξέλιξης και καθώς οι νεολιθικές ομάδες αναπτύσσονταν, παρατηρείται ένας προσανατολισμός τους είτε προς το Αιγαίο (Θεσσαλία) και την κεντρική χερσόνησο του Αίμου, είτε προς την ζώνη της Αδριατικής, με αποτέλεσμα η περιοχή της σημερινής Αλβανίας να αποτελέσει ένα από τα πρωτεύοντα σημεία επαφών μεταξύ των δύο βασικών πολιτιστικών περιοχών (γραπτή – εμπίεστη Κεραμική).
Στην περιοχή της σημερινής ΝΑ Αλβανίας, ο χαρακτηριστικός «πολιτισμός» της Πρώϊμης Νεολιθικής (Early Neolithic), αντιπροσωπεύεται από τον λεγόμενο «πολιτισμό Βασστέμι» (Vashtëmi culture), από μια τοποθεσία περίπου 11 χλμ. ΒΔ της Κορυτσάς. Από την μελέτη της κεραμικής διαπιστώθηκε ότι κυριαρχούσαν τα μονόχρωμα αγγεία, ενώ υπήρχαν και πολύχρωμα αγγεία με λευκή διακόσμηση σε ερυθρό υπόστρωμα., καθώς και μερικά σπάνια αγγεία με ερυθρή διακόσμηση σε λευκό, χρώματος ώχρας ή ανοιχτόχρωμο υπόστρωμα. Ανακαλύφθηκαν τέλος και αγγεία με εμπίεστη διακόσμηση, η οποία είχε γίνει με το νύχι ή με μυτερό εργαλείο. Τα κυρίαρχα σχήματα των αγγείων ήταν το σφαιρικό ή ημισφαιρικό και σπάνια είχαν χειρολαβές.
Όλοι αυτοί οι τύποι των αγγείων με τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε παραπάνω ανακαλύφθηκαν επίσης σε μια γειτονική περιοχή, σε τεράστιες ποσότητες, κοντά στο χωριό Ποτγόρια (Podgorie, Ποντγκόριε), γύρω στα 8 χλμ. βορειότερα, μεταξύ των δύο νοτιότερων άκρων των λιμνών Αχρίδας και Μεγάλης Πρέσπας. Ανακαλύφθηκε όμως και ένας ιδιαίτερος τύπος αγγείων με λευκές ή ροδόχροες διακοσμήσεις σε ερυθρό υπόστρωμα, τα οποία συχνά εμφάνιζαν μια γυαλιστερή επίστρωση (slip) στην επιφάνειά τους.
Υποστηρίχθηκε57 ότι η Κεραμική του «πολιτισμού» Ποντγκόριε αποτελεί μια όψιμη φάση ανάπτυξης του «πολιτισμού» Βασστέμι και για αυτόν τον λόγο αναφέρονται από κοινού ως ομάδα Βασστέμι–Ποντγκόριε (Vashtëmi–Podgorie group). Αυτή η ομάδα τοπικών πολιτισμών συσχετίζεται όχι μόνον με τους πολιτισμούς Vršnik και Anzabegovo στα ΒΑ, στην περιοχή των Σκοπίων, ανατολικά του Βέλες (Veles), αλλά και με τον πολιτισμό της Νέας Νικομήδειας, στον οποίο ανακαλύφθηκε επίσης μονόχρωμη Κεραμική, γραπτή Κεραμική με λευκή διακόσμηση σε ερυθρό υπόστρωμα, εμπίεστη Κεραμική και παρόμοια σχήματα αγγείων.
Πιθανότατα, αρχική προέλευση αυτών των τοπικών πολιτισμών ήταν ο περίφημος πολιτισμός του Σέσκλου της Θεσσαλίας. Ειδικότερα, τα σπάνια αγγεία με τα συγκεκριμένα σχήματα που περιγράψαμε παραπάνω, με την ερυθρή διακόσμηση γεωμετρικών σχεδίων σε ανοιχτόχρωμο υπόστρωμα συσχετίζονται στενά με τα αντίστοιχα ευρήματα της περιόδου Πρωτο–Σέσκλο (=Πρώϊμη Νεολιθική με την σύγχρονη ορολογία).
Όπως τονίσθηκε58:
«…Το γεγονός ότι στοιχεία της Αδριατικής περιοχής με την “εμπίεστη” (Impresso) κεραμική αποτελούσαν μέρος του πολιτισμού Βασστέμι, σε ουδεμία περίπτωση πρέπει να επηρεάζουν την τοποθέτηση αυτής της ομάδας στο σύμπλεγμα πολιτισμών της Πρώϊμης Νεολιθικής των Κεντρικών και Ανατολικών Βαλκανίων. Διεισδύσεις από την Αδριατική περιοχή (Adriatic complex) είναι εντελώς φυσικές, ειδικότερα σε μια περιφερειακή ζώνη όπως η περιοχή της Αλβανίας…».
Αξίζει να σχολιασθούν στο σημείο αυτό οι ερμηνείες του Αλβανού αρχαιολόγου και συγγραφέα του σχετικού κειμένου (The Prehistory of Albania) στον 3ο τόμο (μέρος 1ο) της «Αρχαίας Ιστορίας» του Πανεπιστημίου Κέιμπριτζ, Dr. Frano Prendi, στον οποίο έχουμε αναφερθεί και προηγουμένως.
Ο Prendi αγνοεί χαρακτηριστικά τις προφανείς σχέσεις και διασυνδέσεις της ομάδας των τοπικών πολιτισμών Βασστέμι–Ποντγκόριε με το Σέσκλο, που και ο ίδιος διαπιστώνει και επισημαίνει (βλ. παραπάνω). Αντί λοιπόν να δεχθεί τις γενετικές σχέσεις αυτών των βορειότερων πολιτισμών με την Θεσσαλία, αντίθετα εντάσσει αυτήν την ομάδα «…στο σύμπλεγμα πολιτισμών της Πρώϊμης Νεολιθικής των Κεντρικών και Ανατολικών Βαλκανίων…», μια θεωρία που έχει καταπέσει προ πολλού.
Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η πλειονότητα των αρχαιολόγων, μεταξύ των οποίων και κορυφαία ονόματα, όπως του Κόλιν Ρένφριου (Colin Renfrew), υποστηρίζουν την άποψη ότι υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για την προέλευση των βορειότερων «Βαλκανικών» πολιτισμών από την Ελλάδα.59
Ειδικότερα, όπως αναφέρει ο Γερμανοσλοβάκος αρχαιολόγος Γιαν Λιχάρντους (Jan Lichardus, 1939–2004), ο οποίος έχει πραγματοποιήσει σπουδαίο ανασκαφικό έργο στην περιοχή της σημερινής νότιας Βουλγαρίας:
«…Το αρχαιολογικό υλικό από αυτήν την περιοχή (Βόρεια Ελλάδα) εμφανίζει προφανείς σχέσεις με αυτό των άλλων βαλκανικών περιοχών και ιδιαίτερα η Βόρεια Ελλάδα θεωρείται ως το πρωταρχικό κέντρο της διάδοσης της Νεολιθικής προς τα Βαλκάνια και από εκεί στην κεντρική Ευρώπη…».60
Περιέργως, η Κατρίν Περλέ, στην οποία αναφερθήκαμε αναλυτικά παραπάνω, δεν δέχεται αυτήν την άποψη, υποστηρίζοντας ότι ο πολιτισμός Στάρτσεβο (Starčevo) ξεκίνησε από αποίκους προερχόμενους απ’ ευθείας από την Μ. Ασία και ότι η Νεολιθική στον βορειοελλαδικό χώρο διαδόθηκε από τον Βορρά και όχι από τον Νότο61.
Κλείνουμε το θέμα με τα όσα αναφέρει σχετικά πρόσφατα ο Αμερικανός καθηγητής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Wisconsin, T. Douglas Price, επιμελητής του εξαιρετικού συλλογικού έργου “Europe’s First Farmers” («Οι πρώτοι γεωργοί της Ευρώπης») 62:
«…Η παραδοσιακή άποψη (για την αρχή) της Νεολιθικής στην Βαλκανική χερσόνησο περιελάμβανε την επέκταση των γεωργών από τις πεδιάδες της Θεσσαλίας και την βόρεια Ελλάδα, κινούμενοι από φυσικούς διαδρόμους των μεγάλων ποτάμιων κοιλάδων προς την νοτιοανατολική Ευρώπη…».
Βεβαίως, στις βορειότερες περιοχές της σημερινής Αλβανίας, η κατάσταση ήταν διαφορετική, όπως προκύπτει από τα σχετικά ευρήματα. Έτσι, στην τοποθεσία Κλόσι (Kolsh I, Κολςς), της πόλης Κούκες (Kukës) στην συμβολή του Λευκού με τον Μέλανα Δρίνο (Drin), στην ΒΑ Αλβανία, οι ανασκαφές αποκάλυψαν έναν τοπικό πολιτισμό με διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα του Βασστέμι. Η Μονόχρωμη ερυθρή Κεραμική είναι πολύ σπάνια, ενώ είναι πολύ κοινή η Κεραμική με σκούρα χρώματα σε ερυθρό υπόστρωμα, με διακοσμήσεις από ευθείες γραμμές ή ομάδες γραμμών, που αποτελούν τυπικά μοτίβα του πολιτισμού Στάρτσεβο (Starčevo) και ειδικότερα της φάσης Στάρτσεβο ΙΙb63.
Η επόμενη περίοδος, η Μέση Νεολιθική (Middle Neolithic) μας είναι γνωστή από την μελέτη των ευρημάτων στην αρχαιολογική θέση Τσοκράνι (Cakran, Τσακράν), περίπου 30 χλμ. νοτίως της πόλης του Φίερι (Fier) στην νοτιοδυτική Αλβανία, του Δουναβέκι (Dunavec), κοντά στην Κορυτσά και της θέσης Kolsh II.
Αξιόλογα θεωρούνται τα ανθρωπόμορφα ειδώλια του Τσοκράνι, παρά τον μικρό αριθμό τους, λόγω του γεγονότος ότι μας υποδεικνύουν χρονολογικές και πολιτιστικές σχέσεις με άλλες περιοχές.
Προϊστορικές θέσεις στην Αλβανία
Ειδικότερα, ο τύπος των ειδωλίων της καθιστής σταυροπόδι γυναίκας με τα χέρια να σφίγγουν το στήθος, χρονολογούμενος πριν από το τέλος της Μέσης Νεολιθικής, είναι αντίστοιχος με τα μαρμάρινα ή πήλινα ειδώλια της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας. Η Κεραμική του Τσοκράνι συσχετίζεται με τεχνικές των κεντρικών περιοχών της Χερσονήσου του Αίμου (συνεχίζοντας την παλαιότερη τεχνική του τύπου barbotine64 του πολιτισμού Στάρτσεβο), με τεχνικές της ζώνης Ιονίου –Αδριατικής (Danilo–Kakanj), που διαδέχθηκαν αυτές της εμπίεστης Κεραμικής (Impresso), αλλά και με την Μέση Νεολιθική της Ελάτειας (Ελάτεια II), στην Φωκίδα, στην Στερεά Ελλάδα.
Όπως υποστηρίζεται σχετικά65: «…Είναι ξεκάθαρο ότι αυτή η ομάδα (του Τσοκράνι) κατείχε μια κεντρική θέση και αποτελούσε συνδετικό κρίκο μεταξύ των (βορειότερων πολιτισμών) της ομάδας Danilo–Kakanj και της Ελάτειας …».
Το χρονικό πλαίσιο του πολιτισμού Τσοκράνι φαίνεται να συμπίπτει με αντίστοιχες χρονολογίες των τοπικών πολιτισμών Ντανίλο (Danilo I) στις Δαλματικές ακτές, Βίντσα66 (Vinča I, ο διάδοχος πολιτισμός του Στάρτσεβο, με ευρύτατη διάδοση στις κεντρικές περιοχές της Χερσονήσου του Αίμου) και Ελάτειας. Σε σχέση με τις πολιτιστικές ακολουθίες της Θεσσαλίας, ο πολιτισμός Τσακράν αντιστοιχεί χρονολογικά με τον εκπληκτικό πολιτισμό του Διμηνίου, της Νεώτερης Νεολιθικής, όπως υποδεικνύουν τμήματα αγγείων γραπτής κεραμικής, τα οποία προφανώς είχαν εισαχθεί από την Θεσσαλία67.
Η Μέση Νεολιθική στην Ευρώπη
Τα ευρήματα που ήλθαν στο φως μετά τις ανασκαφές του 1971 και 1973 στο Δουναβέκι (Dunavec, Ντούναβετς), κοντά στην Κορυτσά, έδωσαν την δυνατότητα να τοποθετηθεί ο πολιτισμός Τσοκράνι σε ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο, τόσο γεωγραφικό, όσο και χρονολογικό. Διαπιστώθηκε ότι η παλαιότερη φάση Dunavec I, με χαρακτηριστική μονόχρωμη μελανή (μαύρη) ή τεφρή (γκρίζα) Κεραμική με στιλβωμένη επιφάνεια, ήταν αρχαιότερη από τον πολιτισμό Τσοκράνι, ενώ σε αυτόν αντιστοιχούσε χρονικά στην πραγματικότητα η μεταγενέστερη φάση Dunavec IΙ. Οι δύο φάσεις συνδέονταν γενετικά μεταξύ τους, δηλ. η φάση Dunavec I εξελίχθηκε στην φάση Dunavec IΙ. Επί πλέον, αποδείχθηκε ότι το ξεκίνημα αυτού του τοπικού πολιτισμού (Dunavec I), όπως προκύπτει από τα άφθονα δείγματα Κεραμικής τύπου barbotine, οφείλεται εν μέρει σε στοιχεία του πολιτισμού Στάρτσεβο και ειδικότερα με την τελευταία φάση του και την αρχή της επόμενης φάσης Βίντσα.
Πρέπει πάντως να επισημανθεί η γεωγραφική ιδιαιτερότητα των δύο αυτών τοπικών πολιτισμών. Έτσι, σε αντίθεση με τον πολιτισμό Δουναβέκι, μια τοποθεσία του εσωτερικού, ο πολιτισμός Τσοκράνι, πολύ κοντά στις ακτές του Ιονίου, εμφανίζει στοιχεία της ευρύτερης πολιτιστικής περιοχής Ιονίου–Αδριατικής με την χαρακτηριστική εμπίεστη (Impresso) Κεραμική, ενώ παράλληλα συνυπάρχει και η Κεραμική Barbotine του Στάρτσεβο68.
Τα πρώτα δείγματα της Νεώτερης Νεολιθικής (Late Neolithic) στην Αλβανία, προήλθαν από ανασκαφές του 1936 σε ένα από τα σπήλαια της τοποθεσίας Βέλτσι (Velcë) κοντά στην Αυλώνα. Η συστηματική όμως μελέτη αυτής της περιόδου έγινε δυνατή μόνον μετά το 1961 και τα σημαντικά ευρήματα της τοποθεσίας Μαλίκη (Maliq), λίγα μόνο χλμ. ΒΔ από το Δουναβέκι, στην περιοχή της Κορυτσάς. Η αρχαιολογική αυτή τοποθεσία αποτελεί θέση-οδηγό για την ευρύτερη περιοχή, λόγω της αρίστης στρωματογραφίας της, που μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε τις πολιτιστικές εξελίξεις της περιοχής μέχρι τέλους της Εποχής του Ορειχάλκου, δηλ. για περισσότερα από 2.000 χρόνια! Ίχνη της πρώτης φάσης του «πολιτισμού Μαλίκη» (Maliq I) ανακαλύφθηκαν αργότερα και στην τοποθεσία Καμενίκι (Kamnik), περίπου 50 χλμ. νοτιότερα, κοντά στην κωμόπολη Κολώνια (Kolonjë). Όπως αποδείχθηκε, ο τοπικός αυτός πολιτισμός ήταν από πολλές απόψεις συμπληρωματικός του Maliq I και ως εκ τούτου αναφερόμαστε πλέον στον πολιτισμό Maliq I–Kamnik69.
Η μελέτη της στρωματογραφίας επέτρεψε να διακρίνουμε δύο φάσεις, την αρχαιότερη Maliq Ia και την επόμενη Maliq Ib. Η Κεραμική της φάσης Ia ποικίλλει τόσο ως προς το σχήμα των αγγείων, όσο και ως προς την διακόσμησή τους. Εκείνο όμως που αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της φάσης και την διακρίνει από τους παλαιότερους νεολιθικούς πολιτισμούς, είναι ένας εξαιρετικός τύπος γκρίζων–μαύρων αγγείων με στιλβωμένη επιφάνεια. Στα ωραιότατα αυτά αγγεία κυριαρχεί ο τύπος των μονόχρωμων διακοσμητικών σχεδίων, τα οποία αποτυπώνονταν απ’ ευθείας στον φυσικό πηλό. Τα σχέδια κυμαίνονται μεταξύ γραμμικών–γεωμετρικών και ελικοειδών μαιάνδρων, τα οποία υπενθυμίζουν από πολλές πλευρές την εξελιγμένη διακοσμητική τυπολογία της τελευταίας περιόδου του πολιτισμού στο Διμήνι της Θεσσαλίας.
Ορισμένα στοιχεία της γραπτής Κεραμικής του πολιτισμού Maliq I–Kamnik είναι ταυτόσημα με την Κεραμική που ανακαλύφθηκε στο σπήλαιο του Βέλτσι (Velcë), αλλά υπάρχουν και διαφοροποιήσεις που υποδεικνύουν τοπικές αποκλίσεις στον πολιτισμό Βέλτσι, ο οποίος σχετίζεται σαφέστατα με τον νεολιθικό πολιτισμό της ΒΔ Ελλάδος και ειδικότερα με τον τοπικό πολιτισμό που επισημάνθηκε στην τοποθεσία Άγιος Νικόλαος, κοντά στον Αστακό της Ακαρνανίας70.
Στην φάση όμως Maliq Ib, παρ’ όλο ότι τα βασικά χαρακτηριστικά της προηγούμενης φάσης διατηρούνται, διαπιστώνεται μια ποσοτική αλλαγή στις αναλογίες, με αποτέλεσμα η γραπτή κεραμική να είναι σπανιότερη, ενώ η γκρίζα – μαύρη εφυαλωμένη Κεραμική αποτελεί πλέον την χαρακτηριστική ποικιλία. Στον τύπο αυτόν μάλιστα υπάρχει μια συνεχώς αυξανόμενη χρήση εγχάρακτων (incised) διακοσμητικών στοιχείων με γραμμικά–γεωμετρικά σχέδια, που σχετίζεται με την λεγόμενη Ταινιωτή Κεραμική (Bandkeramik) του πολιτισμού Βίντσα (Vinča).
Πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι η φάση Maliq Ib εμφανίζει για πρώτη φορά και στην συνέχεια με αυξανόμενη συχνότητα, όλα τα στοιχεία τα οποία χαρακτηρίζουν αργότερα την Χαλκολιθική Εποχή του πολιτισμού Μαλίκη και ως εκ τούτου θεωρείται μεταβατική προς την επόμενη φάση Maliq IΙ.
Όπως γίνεται σήμερα αποδεκτό, ο πολιτισμός Maliq I – Kamnik είναι ο πλέον στενά συνδεδεμένος με την ομάδα του νεολιθικού πολιτισμού Διμήνι–Οτζάκι71 και ειδικότερα με εκείνον του κλασσικού Διμήνι72.
Οι δεσμοί αυτοί δεν εντοπίζονται μόνον στις ομοιότητες που διαπιστώνονται στην τεχνική της διακόσμησης και στην χρήση συχνά ταυτόσημων διακοσμητικών στοιχείων, αλλά και στο σχηματολόγιο των αγγείων.
Νεολιθικό γραπτό αγγείο από την θέση Οτζάκι
Όπως έχει τονισθεί: «…Η μέθοδος κατασκευής, τα σχήματα των αγγείων και τα γραμμικά–γεωμετρικά και σπειροειδή–μαιανδρικά σχέδια, σκούρα σε ανοιχτόχρωμο υπόβαθρο, υπενθυμίζουν τόσο έντονα τα εξαιρετικά κύπελλα του ρυθμού Β3 από το κλασσικό Διμήνι, ώστε είναι δυνατόν κάποιος να συμπεράνει ότι στην πραγματικότητα έχουν εισαχθεί από την Θεσσαλία…».
«…Τα προαναφερθέντα αντικείμενα και τα άλλα ίχνη της επίδρασης του πολιτισμού Διμήνι στον πολιτισμό Maliq I–Kamnik αποδεικνύουν ότι την περίοδο του πολιτισμού Διμήνι υπήρχαν απ’ ευθείας και άμεσες επαφές μεταξύ Αλβανίας και Θεσσαλίας, επαφές που ήδη έχουν διαπιστωθεί με την ύπαρξη Κεραμικής της φάσης Διμήνι–Τσαγκλί στον πολιτισμό Τσοκράνι (Cakran). Όλα τα παραπάνω αποτελούν μαρτυρίες για την εξάπλωση του πολιτισμού Διμήνι σε τόσο απομακρυσμένες περιοχές όπως η ΝΑ Αλβανία…».73
Η επόμενη περίοδος που ακολουθεί το τέλος της Νεολιθικής Εποχής ονομάζεται Χαλκολιθική ή Ενεολιθική (Eneolithic από την λατιν. λέξη aeneus = χαλκός και την ελλην. λίθος = πέτρα).
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
56. C.A.H. Vol. III part 1, σελ. 190–201
57. Βλ. λεπτομέρειες C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 191-192
58. C.A.H. ό.π. σελ. 193
59. Βλ. σχετικά Colin Renfrew: Excavations at Sitagroi. A Prehistoric Village in Northeast Greece – Los Angeles 1986 σελ. 480, P. Halstead: The Beginnings of Agriculture – Oxford 1989 σελ. 26, P. M. Dolukhanov: 14C and Archaeology – Groningen 1983 σελ. 476
60. Jan Lichardus: Le protohistoire de l’ Europe–P.U.F. Paris 1985, σελ. 228-9
61. Κ. Περλέ, ό.π. σελ. 304
62. Βλ. T. Douglas Price (ed.): Europe’s First Farmers–“Cambridge University Press” 2000 σελ. 9
63. Βλ. λεπτομέρειες C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 193-194
64. Η τεχνική barbotine (μπαρμποτίν=έξεργος) συνίσταται στην επίστρωση (πριν από την τοποθέτηση στο καμίνι) ενός πρόσθετου παχύρρευστου στρώματος πηλού (slip), το οποίο συνήθως διαμορφώνεται κατάλληλα για διακοσμητικούς λόγους, στην επιφάνεια ενός κεραμικού αγγείου. Η μάλλον πρωτόγονη αυτή τεχνική χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στην ρωμαϊκή Γαλατία και Βρεταννία.
65. C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 196
66. Ο πολύ γνωστός και ευρύτατα διαδεδομένος πολιτισμός Βίντσα της Μέσης και Νεώτερης Νεολιθικής, πήρε το όνομά του από την ομώνυμη ανασκαφική θέση, σε έναν λόφο περίπου 15 χλμ. ανατολικά από το Βελιγράδι. Οι πρώτες ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν διακεκομμένα από το 1908 μέχρι το 1932 από τον καθηγητή Μ. Βάσιτς (M. Vasić), ο οποίος περιέγραψε την αρχαιολογική τοποθεσία της Βίντσα ως «…ένα κέντρο της 2ης χιλιετίας π.Χ. του πολιτισμού του Αιγαίου…», λόγω των εξαιρετικών καλλιτεχνικών ευρημάτων που θεωρήθηκαν πολύ προχωρημένα ώστε να έχουν κατασκευασθεί στην διάρκεια της Νεολιθικής. Λίγο πριν από τον θάνατό του υποστήριξε ότι επρόκειτο μάλλον για μια αποικία Ελλήνων. Σύγχρονες τεχνικές χρονολόγησης τοποθετούν τον πολιτισμό Βίντσα μεταξύ 5300-4500 π.Χ.
67. Βλ. C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 196-197
68. Βλ. λεπτομέρειες C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 197-198
69. Βλ. λεπτομέρειες C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 198
70. Βλ. λεπτομέρειες C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 199-200
71. Στην θέση Οτζάκι μαγούλα (=τούμπα, τύμβος), σε έναν (τεχνητό) λόφο στην ευρύτερη περιοχή του Τυρνάβου στην Θεσσαλία, εντοπίσθηκε ένας σημαντικότατος νεολιθικός οικισμός, που ξεκινώντας από την Πρώιμη συνεχίζεται μέχρι την Νεώτερη Νεολιθική. Οι πρώτες ανασκαφές έγιναν το 1953–55 από τον αείμνηστο αρχαιολόγο Vladimir Milojčić, καθηγητή του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης (Γερμανία). Τα αγγεία με την χαρακτηριστική διακόσμηση, το λεγόμενο «στυλ Οτζάκι», αποτελούν την αρχαϊκότερη μορφή της διακοσμητικής του Διμηνίου.
72. C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 200. Υπενθυμίζουμε ότι η Νεώτερη Νεολιθική στην Θεσσαλία υποδιαιρείται σε δύο φάσεις:
α. «Τσαγκλί-Λάρισα» και «Αράπη», από τις αντίστοιχες αρχαιολογικές τοποθεσίες, που αποτελούν την λεγόμενη «Προ-Διμηνιακή» αρχαιότερη φάση ή Νεώτερη Νεολιθική Ι (5300–4800 π.Χ.),
β. Την φάση του κλασσικού πολιτισμού Διμήνι (Νεώτερη Νεολιθική ΙΙ, 4800–4500 π.Χ.).
Ακολουθεί η επόμενη και τελευταία φάση της Νεολιθικής, η λεγόμενη Τελική Νεολιθική (4500–3200 π.Χ.), που αντιπροσωπεύεται στον Χαλκολιθικό πολιτισμό «Ραχμάνι».
73. C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 200
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
56. C.A.H. Vol. III part 1, σελ. 190–201
57. Βλ. λεπτομέρειες C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 191-192
58. C.A.H. ό.π. σελ. 193
59. Βλ. σχετικά Colin Renfrew: Excavations at Sitagroi. A Prehistoric Village in Northeast Greece – Los Angeles 1986 σελ. 480, P. Halstead: The Beginnings of Agriculture – Oxford 1989 σελ. 26, P. M. Dolukhanov: 14C and Archaeology – Groningen 1983 σελ. 476
60. Jan Lichardus: Le protohistoire de l’ Europe–P.U.F. Paris 1985, σελ. 228-9
61. Κ. Περλέ, ό.π. σελ. 304
62. Βλ. T. Douglas Price (ed.): Europe’s First Farmers–“Cambridge University Press” 2000 σελ. 9
63. Βλ. λεπτομέρειες C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 193-194
64. Η τεχνική barbotine (μπαρμποτίν=έξεργος) συνίσταται στην επίστρωση (πριν από την τοποθέτηση στο καμίνι) ενός πρόσθετου παχύρρευστου στρώματος πηλού (slip), το οποίο συνήθως διαμορφώνεται κατάλληλα για διακοσμητικούς λόγους, στην επιφάνεια ενός κεραμικού αγγείου. Η μάλλον πρωτόγονη αυτή τεχνική χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στην ρωμαϊκή Γαλατία και Βρεταννία.
65. C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 196
66. Ο πολύ γνωστός και ευρύτατα διαδεδομένος πολιτισμός Βίντσα της Μέσης και Νεώτερης Νεολιθικής, πήρε το όνομά του από την ομώνυμη ανασκαφική θέση, σε έναν λόφο περίπου 15 χλμ. ανατολικά από το Βελιγράδι. Οι πρώτες ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν διακεκομμένα από το 1908 μέχρι το 1932 από τον καθηγητή Μ. Βάσιτς (M. Vasić), ο οποίος περιέγραψε την αρχαιολογική τοποθεσία της Βίντσα ως «…ένα κέντρο της 2ης χιλιετίας π.Χ. του πολιτισμού του Αιγαίου…», λόγω των εξαιρετικών καλλιτεχνικών ευρημάτων που θεωρήθηκαν πολύ προχωρημένα ώστε να έχουν κατασκευασθεί στην διάρκεια της Νεολιθικής. Λίγο πριν από τον θάνατό του υποστήριξε ότι επρόκειτο μάλλον για μια αποικία Ελλήνων. Σύγχρονες τεχνικές χρονολόγησης τοποθετούν τον πολιτισμό Βίντσα μεταξύ 5300-4500 π.Χ.
67. Βλ. C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 196-197
68. Βλ. λεπτομέρειες C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 197-198
69. Βλ. λεπτομέρειες C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 198
70. Βλ. λεπτομέρειες C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 199-200
71. Στην θέση Οτζάκι μαγούλα (=τούμπα, τύμβος), σε έναν (τεχνητό) λόφο στην ευρύτερη περιοχή του Τυρνάβου στην Θεσσαλία, εντοπίσθηκε ένας σημαντικότατος νεολιθικός οικισμός, που ξεκινώντας από την Πρώιμη συνεχίζεται μέχρι την Νεώτερη Νεολιθική. Οι πρώτες ανασκαφές έγιναν το 1953–55 από τον αείμνηστο αρχαιολόγο Vladimir Milojčić, καθηγητή του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης (Γερμανία). Τα αγγεία με την χαρακτηριστική διακόσμηση, το λεγόμενο «στυλ Οτζάκι», αποτελούν την αρχαϊκότερη μορφή της διακοσμητικής του Διμηνίου.
72. C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 200. Υπενθυμίζουμε ότι η Νεώτερη Νεολιθική στην Θεσσαλία υποδιαιρείται σε δύο φάσεις:
α. «Τσαγκλί-Λάρισα» και «Αράπη», από τις αντίστοιχες αρχαιολογικές τοποθεσίες, που αποτελούν την λεγόμενη «Προ-Διμηνιακή» αρχαιότερη φάση ή Νεώτερη Νεολιθική Ι (5300–4800 π.Χ.),
β. Την φάση του κλασσικού πολιτισμού Διμήνι (Νεώτερη Νεολιθική ΙΙ, 4800–4500 π.Χ.).
Ακολουθεί η επόμενη και τελευταία φάση της Νεολιθικής, η λεγόμενη Τελική Νεολιθική (4500–3200 π.Χ.), που αντιπροσωπεύεται στον Χαλκολιθικό πολιτισμό «Ραχμάνι».
73. C.A.H. Vol. III part 1, ό.π. σελ. 200
(Συνεχίζεται)
Ετικέτες
Αρχαία Ήπειρος,
Αρχαιολογία,
Βαλκάνια,
Προϊστορία
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












