Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τοπωνύμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τοπωνύμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

Σλαβικές εγκαταστάσεις στην Βαλκανική

Σλαβικές εγκαταστάσεις
στην Βαλκανική χερσόνησο
της Βυζαντινής περιόδου
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός

Η κατ’ αρχήν παραδοχή της πληροφορίας του Πορφυρογέννητου ότι περί τα μέσα της 8ης εκατονταετηρίδας μ.Χ. έλαβε χώρα η μεγάλη Σλαβική αποίκηση της Πελοποννήσου, δεν αποκλείει, ενδεχομένως, την ύπαρξη και προγενέστερων ληστρικών, σλαβικών κατ’ αυτής επιδρομών, όπως σωστά παρατηρεί ο Α. Διομήδης, ίσως δε και μεμονωμένων, κατά συνέπεια εγκαταστάσεων, ιδίως απ’ το πρώτο τέταρτο του 7ου αιώνα, οπότε αρχίζουν οι Σλαβικές προσπάθειες προς αποικισμό της Βαλκανικής. Ενδιαφέρουσα γι’ αυτό είναι η άποψη του καθηγητού Ν. Βέη σε άρθρο του στο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, όπου υποστηρίζει ότι όντως έλαβε χώρα αραβική και σλαβική επιδρομή στην Πελοπόννησο κατά το 589, χωρίς όμως εγκατάσταση των επιδρομέων, όπως υποστηρίχτηκε. Είναι εύλογο ότι τέτοιες ασήμαντες επιδρομές με απλό ληστρικό χαρακτήρα, οι οποίες άλλωστε ήταν άπειρες στον αριθμό, απέφευγαν να τις αναφέρουν πολλές φορές οι βυζαντινοί (Ρωμιοί)ιστορικοί και χρονογράφοι ή δεν είχαν καν λάβει γνώση τους. Μερικές φορές, όμως, αυτές οι επιδρομές άφηναν πίσω τους σε απομονωμένες περιοχές μερικά βαρβαρικά κατάλοιπα, τα οποία με την πάροδο του χρόνου αφομοιώνονταν απ’ τους γύρω πληθυσμούς. Έτσι, άλλες φορές πάλι και οι Βυζαντινοί από μόνοι τους προέβαιναν είτε σε μεμονωμένες εγκαταστάσεις βαρβάρων αιχμαλώτων πολέμου ως δουλοπάροικων σε ελληνικά κτήματα, είτε και σε ομαδικές μεταφορές και εγκαταστάσεις βαρβαρικών πληθυσμών. Πολλές φορές ακόμη, λάμβαναν χώρα, ειρηνικά, σποραδικές μετακινήσεις βαρβαρικών κτηνοτροφικών πληθυσμών προς αναζήτηση βοσκών στις αραιοκατοικημένες περιοχές της αυτοκρατορίας.
Με όλους αυτούς τους τρόπους ή μόνο με ορισμένους από αυτούς, είναι πιθανό ότι έλαβαν χώρα και στην Πελοπόννησο σλαβικές εγκαταστάσεις και πριν ακόμη τη μεγάλη σλαβική κάθοδο των μέσων του 8ου αιώνα. Οι εγκαταστάσεις αυτές στις οποίες, προφανώς, οφείλεται η μνεία της Πελοποννήσου απ’ τον Άγιο Βιλλιβάρδο ως sclavinia terra (728), μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι κατά το μεγαλύτερό τους μέρος είχαν αρχίσει ήδη να εξελληνίζονται κατά την εποχή της λοιμικής νόσου (746), οπότε άλλωστε είναι πιθανό ότι εκμηδενίστηκαν από το λοιμό όπως και μεγάλο μέρος των υπολοίπων αγροτικών συνοικισμών της Χερσονήσου.
Οι σλαβικές επιδρομές αρχίζουν κυρίως στα νότια του Δούναβη και στις κυρίως ελληνικές χώρες απ’ το β΄ τέταρτο του 6ου αιώνα επί Ιουστινιανού και συνεχίζονται επί των διαδόχων του μέχρι το Φωκά και τον Ηράκλειο, μόνο όμως επί του τελευταίου μπορεί να γίνει λόγος για έναρξη συστηματικής εγκατάστασης εντεύθεν του Δουνάβεως. Είναι πιθανό ότι επί Ιουστινιανού, Τιβερίου και Μαυρικίου παρέμειναν σποραδικά, εδώ κι εκεί, σλαβικοί πληθυσμοί, όπως διαφαίνεται απ’ τα λεγόμενα του Προκοπίου, του Μενάνδρου και του Ιωάννη Εφέσου, στους οποίους, όμως, στη συνέχεια της αφήγησής τους επίσης διαφαίνεται ότι πρόκειται, κατ’ ουσία, για πρόσκαιρες κι όχι μόνιμες εγκαταστάσεις.
Απ’ το α΄ τέταρτο του 7ου αιώνα αρχίζει κυρίως η εγκατάσταση των Σλάβων στη Βαλκανική, συνεχίζεται καθ’ όλο τον 7ο αιώνα και κατά τα μέσα του 8ου αιώνα λαμβάνει χώρα η μεγάλη Σλαβική αποίκιση της Πελοποννήσου, η οποία άλλωστε δεν είναι και η τελευταία, σε σχέση μ’ αυτήν σλαβική επιχείρηση. Κατά το α΄ μισό του 10ου αιώνα επακολουθεί, επί Ρωμανού Λεκαπηνού, και άλλη σλαβική επιδρομή στην Πελοπόννησο του Τσάρου Σαμουήλ, κατά τα τέλη του ίδιου αιώνα επί του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου.
Η αφομοίωση και ο εκβυζαντινισμός των Σλάβων της Βαλκανικής πρέπει να ιδωθεί και να μελετηθεί σε σχέση με την επίσημη αυτοκρατορική πολιτική απέναντί τους. Το σύστημα της ενισχύσεως του φθίνοντος πληθυσμού κάποιας περιφέρειας με εποικισμούς, εκούσιους ή ακούσιους και βίαιους, αποτέλεσε στο Βυζάντιο πρόχειρο μέσο δημογραφικής πολιτικής. Είναι πιθανό ότι οι Βυζαντινοί (Ρωμιοί) ενθάρρυναν επιτόπιες κινήσεις των σλαβικών φύλων και διευκόλυναν, ίσως, σε μερικές περιπτώσεις την μονιμότερη εγκατάστασή τους. Όμως όσοι υποστηρίζουν, μονόπλευρα και αποκλειστικά, ότι οι σλαβικές εγκαταστάσεις γίνονταν ειρηνικά και μάλιστα ευνοήθηκαν εξαρχής απ’ το κράτος, βρίσκονται μακριά απ’ την ιστορική αλήθεια. Οι μακροί αγώνες που προηγήθηκαν των εποικισμών, η ηρωική άμυνα της Θεσσαλονίκης, τα σαφή δείγματα των καταστροφών, των δηώσεων και των ανατροπών μαρτυρούν εύγλωττα για το αντίθετο.
Εναντίον των σλαβικών φύλων της Μακεδονίας, εκστράτευσε για πρώτη φορά ο Κώνστας Β΄, το 656-657: «επεστράτευσεν πολλούς και υπέταξεν», εγκαινιάζοντας έτσι την πολιτική της επέμβασης του βυζαντινού -Ρωμέϊκου- κράτους στις σκλαβηνίες, που θα συνεχιστεί τα κατοπινά χρόνια. Όμως η πολιτική της βυζαντινής αυτοκρατορίας απέναντι στους Σλάβους ενεργοποιείται σημαντικά μετά το 681. Μετά την εμφάνιση της βουλγαρικής απειλής, το κράτος απέβλεψε στην αφομοίωση του ξένου στοιχείου, κυρίως με ανταλλαγές πληθυσμών, με παραχωρήσεις κλήρου έναντι στρατιωτικών υπηρεσιών, αλλά και με βίαια μέτρα, όταν παρουσιαζόταν ανάγκη.
Η εκστρατεία που έκανε ο Κωνσταντίνος Δ΄ εναντίον των Στρυμονιτών και των Ρυγχίνων, προκλήθηκε απ’ το γεγονός ότι αυτοί διενεργούσαν πειρατείες έξω απ’ τον Ελλήσποντο, ζωτική εμπορική και στρατηγική περιοχή της αυτοκρατορίας. Αυτή η εκστρατεία στάθηκε δυνατή, γιατί μόλις είχε λήξει ένας επτάχρονος πόλεμος των Βυζαντινών-Ρωμιών- με τους Άραβες, στα πρόθυρα της πρωτεύουσας. Αργότερα θα γίνουν κι άλλες αυτοκρατορικές εκστρατείες εναντίον των Σκλαβηνιτών της Μακεδονίας, καθώς παίρνονται και διάφορα μέτρα με στόχους την αριθμητική μείωση του σλαβικού στοιχείου και την αύξηση του ελληνικού. Αυτή η συνεχής στροφή της προσοχής του Βυζαντίου προς τη Βαλκανική και ειδικότερα προς τη Μακεδονία, οφειλόταν όχι τόσο σε κάποιες κατά διαστήματα εξεγέρσεις της μιας ή της άλλης σκλαβηνίας -άλλες φορές το κέντρο δεν επενέβαινε ούτε όταν οι Σλάβοι χτυπούσαν τη Θεσσαλονίκη- όσο στο νέο παράγοντα, που ήταν η γειτνίαση των Βουλγάρων.
Λίγα χρόνια μετά τον Κωνσταντίνο Δ΄, εκστράτευσε εναντίον των σκλαβηνιών της Μακεδονίας ο Ιουστινιανός Β΄ το 688, αφού προηγουμένως απώθησε τους Βουλγάρους στη Θράκη. Ήδη το 687/88 μετέφερε δυνάμεις ιππικού απ’ τη Μικρά Ασία στη Θράκη, με σκοπό, όπως λέει ο Θεοφάνης «τους τε Βουλγάρους και τας Σκλαυϊνίας αιχμαλωτίσαι». Επικεφαλής του στρατού αυτού, άρχισε το έτος 688/89 μεγάλη εκστρατεία εναντίον των Σλάβων. Μετά τη σύγκρουση με τους Βουλγάρους κινήθηκε προς τη Θεσσαλονίκη «πολλά πλήθη των Σκλάβων ...παραλαβών».
Η πορεία της εκστρατείας αυτής διαφωτίζει στο έπακρο την κατάσταση που επικρατούσε τότε στα Βαλκάνια. Για να φθάσει δηλαδή ο αυτοκράτορας απ’ την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη χρειάστηκε να συγκροτήσει ένα στρατό ειδικά για το σκοπό αυτό και να διασχίσει μια περιοχή όπου υπήρχαν αρκετοί Σλάβοι. Η προέλασή του στη Θεσσαλονίκη θεωρήθηκε μεγάλη πολεμική επιτυχία. Αντίσταση συνάντησε εκ μέρους ορισμένων Σκλαβηνιών μεταξύ Έβρου και Στρυμόνα, ενώ άλλες παραδόθηκαν ειρηνικά στον αυτοκράτορα. Κατά την παραμονή του στη Θεσσαλονίκη ο Ιουστινιανός Β΄ δώρισε μια αλυκή στο ναό του Αγίου Δημητρίου. Οι αιχμάλωτοι και μερικοί απ’ εκείνους τους Σλάβους, που συνθηκολόγησαν, μεταφέρθηκαν στο θέμα Οψικίου, στη Βιθυνία, με την ιδιότητα των γεωργών - στρατιωτών. Ο Ιουστινιανός έδειξε εύνοια στους Σλάβους αυτούς κι αποκάλεσε μάλιστα το στρατιωτικό σώμα που σχημάτισε απ’ αυτούς «λαόν περιούσιον». Η μεταφορά Σλαβικών πληθυσμών της Βαλκανικής στη Μικρά Ασία απέβλεπε στην ελάττωση του σλαβικού στοιχείου της Μακεδονίας, Θράκης και των ομόρων περιοχών, και ταυτόχρονα στην ενίσχυση του αγροτικού πληθυσμού του μικρασιατικού χώρου. Το κράτος καινοτόμησε στον τρόπο που οργάνωσε το μετοικισμό. Επέτρεψε να διατηρήσουν οι έποικοι την εθνική ομοιογένεια, για να μην αισθάνονται ξένοι στο νέο κοινωνικό και θρησκευτικό τους περιβάλλον, αλλά διασκόρπισε τις εγκαταστάσεις τους σε μεγάλη έκταση για ν’ αποτρέψει τις δυνατότητες συντονισμένης επαναστατικής εξέγερσης εκ μέρους τους. Στα πλαίσια της προσπάθειας για την ένταξη των Σλάβων στην πολιτική ζωή του Βυζαντίου, ο Ιουστινιανός Β΄ εμπιστεύθηκε σε Σλάβους τις κλεισούρες του Στρυμόνα για να τις προστατεύουν εναντίον των Βουλγάρων. Πρόκειται για τους Σμολένους ή Σμολεάνους, που ως τότε κατοικούσαν ανατολικά απ’ το Νέστο. Το γεγονός αυτό αποτελεί ένδειξη ότι οι Σλάβοι της Μακεδονίας είδαν τους Βουλγάρους ως εχθρούς. Έτσι δέχονται ν’ αναλάβουν απ’ τη βυζαντινή διοίκηση αποστολές συναφείς με την άμυνα της Μακεδονίας εναντίον των Βουλγάρων.
Στους επόμενους χρόνους η βυζαντινή εξουσία δεν ανέχθηκε από μέρους των Σλάβων επαναστατικές κινήσεις. Αντιμετώπιζε τέτοιου είδους κινήματα στέλνοντας στρατιωτικά σώματα για την καταστολή τους (Κωνσταντίνος Ε΄- 759, λογοθέτης του οξέως δρόμου Σταυράκιος - 782-83). Οι Σλάβοι της Μακεδονίας και της Πελοποννήσου, και στις δύο περιπτώσεις νικήθηκαν και υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν νέο ετήσιο φόρο.
Νέα φάση εποικιστικής πολιτικής εγκαινιάζεται στις αρχές του 9ου αιώνα απ’ τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Α΄ και φαίνεται ότι συνδέεται με την ανανέωση των βουλγαρικών επιθέσεων. Αναφέρεται, πράγματι ότι ο αυτοκράτωρ διέταξε να μεταφερθούν στις σκλαβηνίες του βυζαντινού κράτους βυζαντινοί υπήκοοι απ’ όλα τα θέματα. Η διαταγή, (που ο ιστορικός Θεοφάνης εντάσσει στις λεγόμενες «κακώσεις» του Νικηφόρου Α΄, δηλαδή σε διάφορα δραστικά και γι’ αυτό επαχθή εποικιστικά, οικονομικά και δημοσιονομικά μέτρα που απέβλεπαν στην εξυγίανση της αυτοκρατορικής οικονομίας), όριζε μικρή προθεσμία, από τον Σεπτέμβριο του 809 ως το Πάσχα του 810, και επέβαλλε την αναγκαστική εκποίηση της ακίνητης περιουσίας εκείνων που ήταν υποχρεωμένοι να μεταναστεύσουν. Η διαταγή εκτελέστηκε, παρά τους κλαυθμούς και οδυρμούς των θιγομένων. Στις σκλαβηνίες, όπου εγκαταστάθηκαν οι έποικοι, έλαβαν γαίες με αντάλλαγμα την παροχή στρατιωτικής υπηρεσίας. Σοβαρές ενδείξεις πείθουν ότι το μέτρο αυτό αφορούσε κυρίως το μακεδονικό και θρακικό χώρο και απέβλεπε στην πύκνωση του χριστιανικού πληθυσμού της περιοχής, με στόχο την αποτελεσματική ενίσχυση της άμυνας εναντίον των Βουλγάρων. Πράγματι, λίγο αργότερα, κατά την τρίτη δεκαετία του 9ου αιώνα και οπωσδήποτε πριν απ’ το 836, μαρτυρείται η ύπαρξη θέματος Θεσσαλονίκης. Το γεγονός είναι χαρακτηριστικό της προόδου της αφομοίωσης των σλαβικών φύλων στη Μακεδονία. Η ίδρυση του θέματος προϋποθέτει εσωτερική γαλήνη και ειρήνευση. Πράγματι, η προσοχή του θεματικού στρατού αναμένεται ότι θα είναι αποκλειστικά στραμμένη στους εξωτερικούς εχθρούς, απερίσπαστη από εσωτερικές ταραχές ανυπότακτων στοιχείων. Οι στρατιώτες του θέματος που είχαν λάβει κλήρο απ’ τον αυτοκράτορα ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών τους, θα ήταν ασφαλώς αυτοί που εποικίστηκαν απ’ τον Νικηφόρο Α΄ στις μακεδονικές σκλαβηνίες. Όμως, σύμφωνα με τις Βυζαντινές συνήθειες, είναι σχεδόν βέβαιο ότι χρησιμοποιήθηκαν και νομιμόφρονες Σλάβοι.
Ο P. Lemerle δίνει, εδώ ακριβώς, τη μεγαλύτερη προσοχή του, σ’ αυτή την άλλη όψη της αντίστασης του Βυζαντίου που λαμβάνει χώρα πίσω απ’ τα σύνορά του και στο εσωτερικό των εδαφών του: την οργάνωση των θεμάτων για την αντιμετώπιση δύσκολων ή επικίνδυνων καταστάσεων. Αυτή η βαθιά μεταρρύθμιση στην επαρχιακή διοίκηση δεν έγινε την ίδια χρονική στιγμή σ’ όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας. Ακολούθησε μια πορεία ανάλογη με την εμφάνιση του κινδύνου. Και μπορεί να πει κανείς ότι η δημιουργία των θεμάτων της Βαλκανικής σημειώνει σημαντικά βήματα προς τον «επανελληνισμό» της Χερσονήσου.
Το πρώτο θέμα που δημιουργείται στην Ευρώπη είναι το θέμα της Θράκης. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, αφού πρώτα αναφέρεται στην εποχή κατά την οποία δεν είχε δημιουργηθεί ακόμη, συνεχίζει γράφοντας: «Αλλά, αφού ο απαίσιος λαός των Βουλγάρων έφτασε και εγκαταστάθηκε στο Δούναβη, ο βασιλιάς εγκατέστησε σ’ αυτή την περιοχή θέμα με στρατηγό λόγω των επιδρομών των Σκυθών και των Βουλγάρων». Το θέμα της Θράκης, του οποίου μια πρώτη αναφορά βρίσκεται σ’ ένα γράμμα του Ιουστινιανού Β΄ της 17ης Φεβρουαρίου 687, δημιουργήθηκε στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Κωνσταντίνου ΙV Πωγωνάτου, ανάμεσα στο 680 - 685 και η δημιουργία του ανταποκρινόταν στο βουλγαρικό κίνδυνο.
Στο Σλαβικό κίνδυνο ανταποκρίθηκε, λίγο αργότερα, η δημιουργία απ’ τον Ιουστινιανό Β΄ του θέματος της Ελλάδος (πριν το 695). Είναι αλήθεια πως δεν ξέρουμε ποια ήταν τα όρια του θέματος Θράκης προς Δυσμάς, ούτε τα όρια του θέματος της Ελλάδος προς Βορρά.
Για την μεταβατική εποχή του 7ου – 8ου αιώνα δεν μπορεί να ορίσει κανείς με ακρίβεια τα όρια της αρμοδιότητας της αρχαίας praefectura του Ιλλυρικού (Praefectura per Illyricum). Αυτό που είναι σχεδόν σίγουρο, είναι ότι η ύπαρξή της ως διοικητικής ενότητας ήταν απλά θεωρητική, και με την εξαίρεση της Θεσσαλονίκης και ίσως μιας στενής λωρίδας απ’ την ακτή της, η υπόλοιπη περιοχή στερούνταν σταθερής διοίκησης. Η προοδευτική επαναφορά της περιοχής σ’ ένα σταθερό διοικητικό καθεστώς θα σημειωθεί με τη δημιουργία καινούριων θεμάτων που θα καλύψουν σιγά-σιγά το έδαφος του παλιού Ιλλυρικού. (Θέμα της Μακεδονίας -πιθανόν ανάμεσα στο 789-802, θέμα της Θεσσαλονίκης - αρχές 9ου αιώνα, Θέμα Στρυμόνα - αρχές 9ου αιώνα, τούρμα και μετέπειτα θέμα Βολερού). Με τη δημιουργία τους μια καινούρια περίοδος αρχίζει στην ιστορία των Βαλκανίων.
Μπορεί συνεπώς να λεχθεί ότι απ’ τις αρχές του 9ου αιώνα είχε σχεδόν πραγματοποιηθεί η στρατιωτικοπολιτική και διοικητική ένταξη στα πλαίσια της αυτοκρατορίας των αποδυναμωμένων πια σλαβικών πληθυσμών της Μακεδονίας και επιπλέον, ότι είχαν τεθεί, χάρη στα δημογραφικά μέτρα που ενίσχυσαν το ελληνοβυζαντινό στοιχείο τα θεμέλια της πολιτιστικής αφομοίωσης των Σλάβων: η τελευταία θα ολοκληρωθεί σχεδόν πριν απ’ το τέλος του 9ου αιώνα χάρη στον εξελληνισμό (την επικράτηση δηλαδή της ελληνικής γλώσσας) και χάρη στον εκχριστιανισμό όλου του σλαβικού στοιχείου της αυτοκρατορίας κι όχι μόνον των αρχόντων τους, που νωρίς είχαν υιοθετήσει τη γλώσσα, την ενδυμασία, τους τρόπους ζωής, και όπως μας δείχνει η επίκληση προς το Θεό ή τη Θεοτόκο πολλών μολυβδοβούλλων τους, τη θρησκεία των Βυζαντινών. Είναι φανερό ότι η σύσταση επισκοπών στα κέντρα των σλαβικών εγκαταστάσεων (π.χ. επισκοπή Σμολένων το 864), δηλώνει την ευρεία διάδοση του Χριστιανισμού μεταξύ των Σλάβων: η εκκλησιαστική οργάνωση συνδυασμένη με τη θεματική οργάνωση του συνόλου της περιοχής που απ’ τα ανατολικά της Θεσσαλονίκης εκτείνεται ως τον Έβρο, αποτελούν αδιάψευστη απόδειξη της ολοκληρωτικής ένταξης των σλαβογενών πληθυσμών στο Βυζάντιο, παρά τις σποραδικές τάσεις για ανταρσία που ποτέ δεν έπαψαν να εκδηλώνουν τα ατίθασα αυτά φύλα προς κάθε οργανωμένη αρχή.
Είναι αυτονόητο, ότι η ένταξη των Σλάβων στη βυζαντινή κοινωνία (η οποία ακολούθησε την αφομοίωσή τους μέσω της διασπάσεως και της τεχνητής αραιώσεως των σλαβικών φυλετικών ομάδων, μέσω της πνευματικής επιδράσεως της εκκλησίας και μέσω της πολιτικοστρατιωτικής και διοικητικής τους απορρόφησης στο κρατικό μηχανισμό - «η κολυμβήθρα του θείου βαπτίσματος τους Σλάβους τω χριστεπώνυμω λαώ συνεμόρφωσε»), αν και συνάντησε κάποιες δυσκολίες λόγω των επαναστατικών τους κινημάτων, επιτεύχθηκε πλήρως και για το λόγο ότι η αντίδραση αυτή ήταν αδύναμη και σποραδική: τους Σλάβους της Ελλάδας χαρακτήριζε πλήρης έλλειψη και των στοιχειωδών ακόμη προϋποθέσεων για τη δημιουργία εθνικής και πολιτικής ενότητας και επομένως οργανωμένης αντιδράσεως κατά της βυζαντινής –ρωμέϊκης - πολιτικής και του προηγμένου τοπικού στοιχείου. Την εργασία της αφομοίωσης και του εκβυζαντινισμού, που επιτελέστηκε, αναφέρει χωρίο των Τακτικών του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού:
«Τοιαύτα δε (τα σλαβικά φύλα)», λέει ο συγγραφέας, «ο ημέτερος εν θεία τη λήξει γενόμενος πατήρ και αυτοκράτωρ Βασίλειος των αρχαίων ηθών έπεισε μεταστήναι και γραικώσας και άρχουσι κατά τον ρωμαϊκόν τύπον υποτάξας και βαπτίσματι τιμήσας, της τε δουλείας ηλευθέρωσε των εαυτών αρχόντων και στρατεύεσθαι κατά των Ρωμαίοις πολεμούντων εθνών εξεπαίσευσεν, ούτω πως επιμελώς περί τα τοιαύτα διακείμενος».
Με την ένταξη των Σλάβων στη βυζαντινή κοινωνία, δημιουργήθηκαν συνθήκες ειρήνης και ευμάρειας για την περιοχή της Μακεδονίας, απ’ τις οποίες επωφελήθηκε, κατά κύριο λόγο, η Θεσσαλονίκη. Η μακεδονική μεγαλούπολη γνωρίζει, έτσι, μια νέα περίοδο ακμής, που αρχίζει απ’ τα μέσα του 9ου αιώνα και συνεχίζεται αδιάλειπτα, σχεδόν, μέχρι τη φραγκική κατάκτηση.

Στο ζήτημα της αφομοίωσης και του εκβυζαντινισμού των Σλάβων, μεγάλο χώρο καταλαμβάνει η εξέταση των γλωσσικών καταλοίπων των Σλάβων στην Ελλάδα, που ήδη απ’ το 19ο αιώνα τα χρησιμοποίησε ο Fallmerayer για να αποδείξει τον πλήρη «εκσλαβισμό» του ελληνικού χώρου.
Τις γλωσσικές επιδράσεις των Σλάβων διακρίνουμε σε τρεις κατηγορίες:
α) στη γραφομένη λόγια ελληνική γλώσσα,
β) στη λεξιλογική επίδραση επί της ομιλουμένης ελληνικής
γ) στα τοπωνύμια.
Όσον αφορά στην πρώτη κατηγορία, ο Fallmerayer είχε υποστηρίξει ότι η απώλεια και η ανάλυση του απαρεμφάτου οφείλονταν στην επίδραση των σλαβικών γλωσσών, ενώ άλλοι ερευνητές, ο Miklosich και ο W. Meyer απέδωσαν το φαινόμενο, ο πρώτος σε αλβανική και ο δεύτερος σε ιλλυρική επιρροή. Οι παλιές αυτές πλάνες ανατράπηκαν με τη δημοσίευση εργασιών, όπως της πραγματείας του D. Hesseling. Αποδείχτηκε έτσι, ότι «η απώλεια του απαρεμφάτου στην ελληνική εξηγείται δια των γλωσσικών φαινομένων, τα οποία μας αποκαλύπτει η μελέτη της γλώσσας αυτής καθ’ εαυτήν» και ότι «το φαινόμενο της αποβολής του απαρεμφάτου έχει τις ρίζες του στη γλώσσα των πρωτοχριστιανικών χρόνων κι ότι επομένως λανθασμένα αποδίδεται σε σλαβική επίδραση».
Όμως μεγαλύτερη προσοχή αξίζουν τα σλαβικά δάνεια της νεότερης ελληνικής, δάνεια αποκλειστικά λεξιλογικά. Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι σημαντικός, γιατί ο απλός δανεισμός μερικών λέξεων που διαμορφώνονται στα φωνητικά και γραμματικά πλαίσια της γλώσσας, είναι αναπόφευκτος σε λαούς που άσκησαν πνευματική επιρροή και ήρθαν σε επικοινωνία με αλλόγλωσσες εθνικές ομάδες.
Η κατά κατηγορίες ταξινόμηση των λεξιλογικών δανείων, κατά τον Meyer, δείχνει ότι οι σλαβικές λέξεις που εισαχθήκανε στη νέα ελληνική αναφέρονται στο μεγαλύτερο μέρος τους στον καθημερινό βίο αγροτικών και ποιμενικών πληθυσμών. Σπάνια, επίθετα δηλώνουν ψυχικές ιδιότητες του ανθρώπου και καμιά σλαβική λέξη δεν δηλώνει αφηρημένες έννοιες. Η παρατήρηση αυτή είναι ενδεικτική της πνευματικής στάθμης των σλαβικών πληθυσμών και του βαθμού της επίδρασής τους. Αν, απ’ την άλλη μεριά, κατανείμουμε τα σλαβικά λεξιλογικά δάνεια κατά γεωγραφικές ενότητες, θα έχουμε, κατά τον G. Meyer πάντα, την ακόλουθη στατιστική εικόνα: Ήπειρος 95, Θεσσαλία 36, Μακεδονία 43, Θράκη 31, Στερεά, Πελοπόννησος και νησιά 31. Αυτή η κατανομή οδηγεί σε σπουδαία μεθοδολογικά και ιστορικά συμπεράσματα. Θα ήταν φυσικό να περιμένουμε περισσότερες γλωσσικές επιδράσεις σε ορισμένες περιοχές της Μακεδονίας και στη Θράκη, κυρίως στη Ροδόπη. Αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος των λεξιλογικών δανείων εντοπίζεται στην Ήπειρο, όπου, κατά τους πρώιμους τουλάχιστον χρόνους, οι σλαβικές εγκαταστάσεις δεν ήταν πυκνές. Όπως σωστά παρατήρησε ο Gaster πολλές σλαβικές λέξεις μεταδόθηκαν στη νέα ελληνική έμμεσα μέσω τρίτων, μη σλαβικών φορέων, όπως οι Αλβανοί και οι Έλληνες Βλάχοι. Επομένως η στιγμή κατά την οποία κάθε δανεισμένη λέξη μπήκε στην ελληνική γλώσσα, είναι ανάγκη να καθορίζεται είτε μέσα απ’ τα ελάχιστα γραπτά μνημεία που έχουν σωθεί, είτε με τη φωνητική μελέτη των λέξεων και τη βοήθεια της συγκριτικής γλωσσολογίας. Δηλαδή για να εκτιμηθούν σωστά τα γλωσσικά κατάλοιπα των Σλάβων πρέπει το γλωσσικό υλικό να γίνει πλήρως γνωστό και να εξεταστεί συγκριτικά προς τις άλλες, σλαβικές και μη γλώσσες της Χερσονήσου του Αίμου. Πάντως, κατά τον Vasmer, «αντίθετα προς τις δοξασίες του Fallmerayer, η νεοελληνική γλώσσα ελάχιστα υπέστη την σλαβική επίδραση».
Την τρίτη κατηγορία γλωσσικών καταλοίπων, τα τοπωνύμια, χρησιμοποίησε κυρίως ο Fallmerayer για να στηρίξει τη θεωρία του περί διασπάσεως της ελληνικής παραδόσεως. Όμως αν εξετάσουμε το Βόρειο τμήμα της Βαλκανικής, το οποίο αποτέλεσε τον κατεξοχήν χώρο δράσεως των σλαβικών φύλων, θα παρατηρήσουμε ότι τα φύλα αυτά, ιδίως όσον αφορά στα προσλαβικά αστικά κέντρα, επέδειξαν πρωτοφανή δυσχέρεια στη γεωγραφική μετονομασία τους. Γι’ αυτό, σειρά ολόκληρη μεγάλων αστικών κέντρων φέρει ακόμη και σήμερα παλαιά ελληνικά, ρωμαϊκά, Θρακοϊλλυρικά ή και κελτικά ονόματα (π.χ. Ναϊσσός - Nisch, Αυγούσται - Οgost, Βονωνία - Vidin, Ulpiana - Lipljan, Dorostolum - Δορόστολον, Δρίστρα - Silistria, κ.τ.λ.).
Όσον αφορά τις νοτιότερες ελληνικές περιοχές, το θέμα των τοπωνυμιακών καταλοίπων είναι περισσότερο πολύπλοκο. Εδώ πρέπει να γίνει διάκριση των σλαβικών τοπωνυμίων σε δύο κατηγορίες: στα τοπωνύμια, των οποίων φορείς ήταν οι Σλάβοι έποικοι, «τα οποία αυτοί επέβαλλαν και τα οποία, μόνα αντιπροσωπεύουν την πραγματικήν, την ιστορικώς απηκριβωμένην και ουσιαστικήν επίδρασιν του σλαβικού στοιχείου εις την ονοματολογίαν της ελληνικής χώρας» (π.χ. Αράχωβα, Ζαγορά, Χελμός, Νεζερός κ.τ.λ.), και τα τοπωνύμια, τα οποία αποτελούν δευτερογενείς σχηματισμούς και δεν έχουν καμιά σχέση με το αρχικό εποικιστικό στοιχείο. Αυτά πλάσθηκαν απ’ τους Έλληνες σύμφωνα με τους φωνητικούς και μορφολογικούς κανόνες της ελληνικής γλώσσας (π.χ. Βάλιος, Ασπρόβαλτος, Μεσολόγγι, Παραλογγοί, Στάνη, Παλιοστάνη κ.τ.λ.). Αυτά τα τελευταία, μολονότι, προέρχονται από λέξεις σλαβικής προελεύσεως, δεν έχουν καμιά αποδεικτική σημασία, και καταχρηστικά και αντεπιστημονικά χαρακτηρίζονται σαν σλαβικές.
Ο ιστορικός πρέπει να κάνει πολύ προσεκτική χρήση των στατιστικών δεδομένων προκειμένου να προβεί στη διατύπωση γενικότερων συμπερασμάτων, γιατί οι απόλυτες στατιστικές παρατηρήσεις παρουσιάζουν μονομέρεια και απλοϊκή ενατένιση των προβλημάτων με κίνδυνο παρερμηνείας των ιστορικών φαινομένων. Η στατιστική στην ιστορία τότε μόνο μπορεί να δώσει σαφείς εικόνες και να ερμηνεύσει ικανοποιητικά ιστορικές καταστάσεις, όταν λαμβάνονται ανά πάσαν στιγμήν υπ’ όψιν οι ιδιότητες του εξεταζομένου αντικειμένου. Πιο συγκεκριμένα, ο ιστορικός που εξετάζει από στατιστική άποψη το τοπωνυμικό υλικό, οφείλει πριν προβεί στη διατύπωση γενικότερων σκέψεων, να εξετάσει: α)αν το υλικό αυτό κατανέμεται κατά προτίμηση στις ορεινές, στις πεδινές ή στις παράλιες περιοχές. β) την σπουδαιότητα των συνοικισμών που δηλώνονται με τα ξενικά ονόματα, κι αυτό όχι μόνο στη βάση των σημερινών δεδομένων, αλλά ιστορικά, γιατί συνοικισμοί, οι οποίοι κατά τον Μεσαίωνα ήταν ασήμαντοι, εξελίχθηκαν συν τω χρόνω, σε αστικά κέντρα, και γ) εάν τα ξενικά ονόματα δόθηκαν απ’ τους εποίκους σε τόπους ακατοίκητους πριν, ή αντίθετα εξετόπισαν παλιότερα ελληνικά ονόματα.
Έχοντας κατά νου όλες τις παραπάνω επιφυλάξεις για τις στατιστικές μεθόδους και μετά από βαθιά μελέτη του τοπωνυμιακού υλικού, μπορεί κανείς να πεισθεί ότι οι συνοικισμοί της Ν. Ελλάδας, που δηλώνονται με σλαβικά ονόματα ήταν κατά κανόνα και εξακολουθούν να είναι ασήμαντοι αγροτικοί και ποιμενικοί σταθμοί. Υπάρχουν βέβαια ελάχιστες εξαιρέσεις σ’ αυτόν τον κανόνα: τα Βοδενά, η Βοστίτσα, τα Γρεβενά, το Ζητούνι (Λαμία). Επιπροσθέτως, ο Vasmer υποστηρίζει, με βάση στατιστικά δεδομένα, ότι η ανατολική Ελλάδα, υπέστη μικρότερη σλαβική επίδραση απ’ τη δυτική. Στην Πελοπόννησο η Κόρινθος και ιδιαίτερα η Αργολίδα πλήγησαν ελάχιστα απ’ τις σλαβικές επιδρομές, στην Στερεά Ελλάδα η Αττική και η Βοιωτία. Όπου οι ακτές ήταν προσφορότερες για απόβαση, όπως στην Ανατ. Θεσσαλία, εκεί κατά πάσα πιθανότητα, οι Σλάβοι απωθήθηκαν ευκολότερα. Επίσης διέμειναν περισσότερο στους απομακρυσμένους απ’ τη θάλασσα ορεινούς όγκους, εφ’ όσον κατόρθωσαν να εισχωρήσουν σ’ αυτές τις περιοχές. Σ’ αυτό το γεγονός οφείλεται η ασθενής σλαβική επίδραση στην ονοματολογία της Εύβοιας, της Μαγνησίας, της Λάρισας, η οποία εξαίρεται ιδιαίτερα συγκρινόμενη με την ονοματολογία των Τρικάλων - Καρδίτσας, καθώς και τα πολλά σλαβικά ονόματα της Αρκαδίας και του Ταϋγέτου.
Το πρόβλημα των σλαβικών γλωσσικών καταλοίπων συνδέεται και εγείρει ένα άλλο πρόβλημα: το ποιοί ήταν οι Σλάβοι που κατέβηκαν στην Ελλάδα και σε ποια απ’ τις μεγαλύτερες σλαβικές ομάδες ανήκαν. Για τα σλαβικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στις ελληνικές χώρες, γνωρίζουμε δυστυχώς μόνο μερικά σποραδικά ονόματα. Έτσι δεν μπορούμε, μέσα απ’ αυτά, να οδηγηθούμε σε γενικότερα συμπεράσματα όσον αφορά στην ένταξη των σλαβικών αυτών φύλων σε κάποιο μεγαλύτερο κλάδο της σλαβικής οικογένειας. Τα ονόματα αυτά είναι ελληνικής ή άγνωστης, μη σλαβικής πάντως, προελεύσεως (Στρυμονίται, Ρήχιοι, Σαγουδάτοι) ή συνδέονται με λέξεις που αναφέρονται στο φυσικό περιβάλλον (Εζερίται απ’ το ezero λίμνη), και σε φαινόμενα κοινωνικά (Δρογουβίται απ’ το drugavati), ή τέλος είναι αμφισβητούμενης ετυμολογίας και καταγωγής.
Λόγω της έλλειψης συγκεκριμένων ιστορικών τεκμηρίων ή αρχαιολογικών ευρημάτων, μόνο η φωνητική και μορφολογική έρευνα των τοπωνυμίων που διασώθηκαν, είναι δυνατόν να συμβάλλει στην επίλυση των προβλημάτων. Σύμφωνα μ’ αυτή, οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στις ελληνικές περιοχές υπάγονται στη νότια ομάδα που περιλαμβάνει τους Σλοβένους, τους Κροάτες, τους Σέρβους και τους εκσλαβισθέντες γλωσσικά Βουλγάρους. Σε αντίθεση με την παλιότερη θεωρία του Kopitar, που δεχόταν ότι οι πρώιμοι Σλάβοι που κατέβηκαν προς τον Δούναβη αποτελούσαν αρχικά ενιαία φυλετικά ομάδα που διασπάστηκε εκ των υστέρων, η νεότερη φιλολογική σχολή υποστηρίζει ότι τα σλαβικά αυτά φύλα έφεραν εξ αρχής τα στοιχεία της διαφοροποίησης. Έτσι, πολύ νωρίς, στην οικογένεια των Νοτίων Σλάβων διαμορφώθηκαν τρεις κλάδοι που τους χαρακτήριζε γλωσσική ιδιορρυθμία: οι Σλοβένοι, οι Σερβο-Κροάτες και οι Σλάβοι του Αίμου, που είναι γνωστοί με το άσχετο προς τη Σλαβική οικογένεια όνομα των Βουλγάρων.
Ο έβδομος βυζαντινός αιώνας υπήρξε αιώνας μεγάλων αλλαγών, μεταρρυθμίσεων και αγώνων. Πανίσχυρες αυτοκρατορίες εξαφανίζονται (Περσία) ή παύουν ν’ απειλούν το Βυζάντιο (Αβαρική Αυτοκρατορία). Όμως νέοι κίνδυνοι εμφανίζονται. Νέες εθνότητες, νέοι λαοί (Σλάβοι) απειλούν τώρα το Βυζάντιο. Κατορθώνοντας την αφομοίωση και τον εκβυζαντινισμό τους, το Βυζάντιο ανανεώνεται σημαντικά και βγαίνει μέσα απ’ τις προσπάθειές του ενδυναμωμένο.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Σλάβοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανανέωση του βυζαντινού κράτους, κατά τον έβδομο αιώνα. Η συμβολή τους όμως δεν συνίσταται στην ειρηνική τους διείσδυση και στην εισαγωγή εκ μέρους τους μιας δήθεν ειδικής σλαβικής κοινοτικής οργανώσεως στο Βυζάντιο, όπως πολλές φορές υποστηρίχθηκε με βάση μια σειρά από λαθεμένα συμπεράσματα, αλλά στην ανανέωση της αποδυναμωμένης αυτοκρατορίας με νέες δυνάμεις, αφού οι έποικοι «στρατιώτες» και οι ανεξάρτητοι γεωργοί των βυζαντινών θεμάτων περιλαμβάνουν τώρα και Σλάβους. Ο Lemerle τονίζει τη σημασία της δημογραφικής ζυμώσεως (bouleversement demographique), η οποία άρχισε στο Βυζάντιο τον 7ο αιώνα με την εμφάνιση των Σλάβων. Κι αυτή η δημογραφική ζύμωση και στη συνέχεια η πλήρης ένταξη των Σλάβων της Ελλάδας στο διοικητικό, πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αποδεικνύουν, με τον καλύτερο τρόπο, τον δυναμισμό της λειτουργίας της, αλλά και της πολιτιστική της ανωτερότητα.
Για τη νεότερη ιστορική έρευνα και επιστήμη, η οποία προ πολλού υπερέβη τα όρια της στενής ερμηνείας των κειμένων με τη βοήθεια άλλων επιστημών (στην προκειμένη περίπτωση, της Εθνολογίας και της Ανθρωπολογίας), το «Σλαβικό ζήτημα» δεν υφίσταται πλέον. Η Ελλάδα υπέστη επανειλημμένα επιδρομές και δηώσεις από επήλυδες λαούς, γι’ αυτό είναι βέβαιο ότι λείψανά τους (στην προκειμένη περίπτωση γλωσσικά και κυρίως λεξιλογικά) συνεχίζουν να υπάρχουν, καθώς και, λόγω της επιμιξίας, ελαφρές κρανιολογικές αλλοιώσεις. Όμως η εθνική υπόσταση των λαών δεν έγκειται στις κρανιολογικές μετρήσεις, αλλά στην ενότητα της συνειδήσεως. Άλλωστε, ο βαθμός της αγνότητας μιας ανθρώπινης φυλής είναι, κατά πρώτιστο λόγο, απόρροια της γεωγραφικής της απομόνωσης, γεγονός το οποίο δεν προσιδιάζει στην πολυκύμαντη ελληνική ιστορία. Η βαθμιαία μετατροπή των ανθρωπολογικών φυλών σε εθνικές ομάδες, δηλαδή σε λαούς και έθνη, σημαίνει ότι η φυσική ενότητα της ανθρωπότητας, εάν ποτέ υπήρξε, αντικαθίσταται απ’ την ψυχική και πνευματική ενότητα μεταξύ των λαών. Στους ψυχικούς και πνευματικούς αυτούς παράγοντες στήριξε και το Βυζάντιο την εκπολιτιστική του δράση και την αφομοιωτική του δραστηριότητα έναντι των Σλάβων. Με την κοινή παιδεία και την κοινή πίστη παρασκεύασε τα πλαίσια για την επιρροή του, για την ακτινοβολία του ελληνικού του πολιτισμού.
«Μεταξύ δυο ηπείρων», λέει ο A. Rambaud, «η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται σαν ζωντανός βλαστός ανάμεσα σε δυο κοτυληδόνες: αφομοιώνει, κατεργάζεται και μεταπλάσσει τα ετερόκλητα στοιχεία των επαρχιών της Ασίας και της Ευρώπης. Στους κόλπους της προσφεύγουν τυχοδιώκτες και από τη Δύση και απ’ Ανατολή. Σε μικρό χρονικό διάστημα τους μεταβάλλει σε Έλληνες: Λησμονούν τα βάρβαρα ιδιώματά τους και αποδέχονται τη γλώσσα του Βυζαντίου, οι ειδωλολατρικές τους προλήψεις υποχωρούν μπροστά στην Ορθοδοξία του. Το Βυζάντιο τους δέχεται άξεστους, βάρβαρους και τους αποδίδει στους δρόμους της τεράστιας αυτοκρατορίας του, εγγράμματους, σοφούς, θεολόγους, ικανούς διοικητές και εύστροφους κρατικούς λειτουργούς».
Σύμφωνα μ’ αυτό το πνεύμα, η σύγχρονη επιστημονική έρευνα λύνει το «Σλαβικό ζήτημα», βάσει της αφομοίωσης και του εκβυζαντινισμού των Σλάβων της Ελλάδας, συγκαταριθμώντας το γεγονός αυτό στα επιτεύγματα του Μεσαιωνικού Ελληνισμού.

Βιβλιογραφία:
1) Ν. Βέης, Εγκ. Λεξ. Ελευθερ. άρθρο περί Βυζαντινής αυτοκρατορίας, τ. 3ος, σελ.604, στήλη 6.
2) N. Jorga, Epoque et caracture de l’ etablissement des Slaves dans la Pιninsule des Balkans, Revue Historique du Sud - Est europιen, τ. 7(1930), σελ.17.
3) Προκόπιος, Ανέκδοτα, έκδ. Βόννης, Γ΄, σ. 108.
4) Μένανδρος ο Προτήκτωρ, Historici Graeci Minores II, σελ. 98,99.
5) Tafrali, Thessalonique des origines au XIV siucle, σελ. 98-99.
6) Schonfelder, Joannes von Ephesus, Kirchengeschichte, μτφρ. I.Schonfelder, Munchen 1862.
7) Payne Smith, Oxford, 1860.
8) W. J. von Douven και J. P. N. Land (Joannis Episcopi Ephesi Commentarii de beatis Orientatibus, Amsterdam 1889).
9) Charanis, Studies on the Demography of the Byzantine Empire, London 1972.
10) A. Bon, Le Pιloponnuse byzantin jusqu’ en 1204, Paris 1951.
11) Θεοφάνης (έκδ. de Boor) 347, 6, 348. 18.
12) Μichael Graebler, The Slavs in Byzantine Population Transfers of the Seventh and Eighth centuries. Etudes Balkaniques 11 (1975) 45, 50.
13) Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Μακεδονία, 4.000 χρόνια, ό.π., σ. 257.
14) G. Ostrogorsky, Ιστορία (ελλην. μτφρ.) τ. 1ος σ. 262.
15) Μάρθα Γρηγορίου - Ιωαννίδου, Η εκστρατεία του Ιουστινιανού Β΄ κατά των Βουλγάρων και Σλάβων.
16) A. A. Vasiliev, An Edict of Justinian II. September 688, Speculum 18 (1943).
17) Henri Grιgoire, Un ιdit de l’empereur Justinien II, date de Septembre 688, Byzantion 12 (1944-1945) 119-124.
18) Στ. Κυριακίδου, Τρεις διαλέξεις (Α: Ιστορική τοιχογραφία της Εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου), Θεσσαλονίκη 1953, 9 - 11 (Μακεδονική Λαϊκή Βιβλιοθήκη,13. Δημοσιεύματα της εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών).
19) A. A. Vasiliev, L’ entrιe triomphale de l’ empereur Justinien II a Thessalonique en 688, Orientalia Christiana Periodica XIII, nr, I-II, Roma 1947, 355-368 (Απόσπασμα απ’ τα Miscellanea Guiliaume de Jerphanion I).
20) P. Charanis, The Slavic Element in Byzantine Asia Minor, Byzantion 18 (1948) 70.
21) Πορφυρογέν., Περί Θεμάτων (έκδ. Α. Pertusi, Studi e testi, αρ. 160, Citta del Vaticano 1952), σ. 88-89.
22) Ahrweiler H., Μακεδονία 4.000 χρόνια, ό.π., σ. 274.
23) Στ. Κυριακίδου, Βυζαντιναί Μελέται II-V, 392 και 394/5.
24) F. Dvornik, La vie de Saint Grιgoire le Decapolite et les Slaves macidoniens au IXe siucle, Paris 1926, 36, 62, 63.
25) E. W. Brooks, Arabic Lists of the Byzantine Themes, Journall of Hellenic studies 21 (1901) 66-67.
26) Johannes Irmscher, Die Begrόndung des Themas Thrake, Studia Balkanica, 10, Sofia 1975, 101-103.
27) J. B. Bury, Imperial Administrative System in the Ninth Century, London 1911, 41 κ.ε. (The British Academy Supplemental Papers, I).
28) Κ. Αμάντου, Βολερόν, Ελληνικά 2 (1929) 124-126.- του ίδιου, Βόλος -Βολερόν, Ελληνικά 7 (1934) 267-270. Η λέξη σημαίνει ιχθυώδη τόπο.
29) Ιωάν. Καμενιάτης, (έκδ. Βόννης) 499.
30) V. Tapkova-Zaimova, Sur les rapports entre la population indigune des rιgions Balkaniques et les “barbares” au VIe-VIIe siucle, Byzantinobulgarica I (1962), σ.117 και υποσημ. 26.
31) Migne, Patrologia Graeca, τ. 107, στ. 909.
32) Fr. Miklosich, Die Slavischen Elemente im Neugriechischen, Sitzungs berichte der Phil-hist. Classe der Kais. Akademie der Wissenschaften, Βιέννη, 1870, σ. 534-535.
33) Portius S., Grammatica linguae grecae vulgaris, έκδ. W. Meyer, Paris 1889, σ. 185.
34) D. Hesseling, Essai historique sur l’infinitif grec, εν J. Psicharis, itudes de Philologie nio-grecque, Paris 1892, σ. 1-44.
35) G. Weigand, Die Wiedergabe der slavischen Laute in der Ortsnamen des Peloponnes, Balkan - Archiv, τ.4 (1928) σ.1 κ.ε.
36) Lampsides, Georges Chrysococcis, le Mιdecin et son oeuvre, Byzantinische Zeitschrift, τ.38 (1938), σ. 320-322.
37) Chr. Gerard, Les Bulgares de la Volga et les Slaves du Danube, Παρίσι 1939, σελ. 91.
38) H. Berr, En marge de l’ Histoire Universelle, Paris 1934, σ. 95-96.
39) Φ. Μαλιγκούδης, Οι Σλάβοι στη Μεσαιωνική Ελλάδα ό.π., σ. 101.
40) Αμάντου Κωνσταντίνου, Μακεδονικά. Συμβολή εις την μεσαιωνικήν ιστορίαν και εθνολογίαν της Μακεδονίας, Αθήναι 1920.
41) Αμάντου Κων., Σκλάβοι, Σκλαβησιάνοι και βάρβαροι.
42) Διομήδη Αλεξάνδρου Ν., Βυζαντιναί Μελέται Β΄. Αι Σλαβικαί επιδρομαί εις την Ελλάδα και η πολιτική του Βυζαντίου, Αθήναι 1946.
43) Ζακυθηνού Διονυσίου Α., Οι Σλάβοι εν Ελλάδι, Αθήναι 1945.
44) Θεοχαρίδου Γ. Ι., Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους μέσους χρόνους (285-1354), Μακεδ. Βιβλιοθήκη 55, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1980.
45) Νυσταζοπούλου - Πελεκίδου Μαρία, Συμβολή εις την χρονολόγησιν των Αβαρικών και σλαβικών επιδρομών επί Μαυρικίου (582-602), εν Αθήναις 1970 (Εθνικόν Ίδρυμα Ερευνών, Κέντρον Βυζαντινών Ερευνών. Σύμμεικτα, τόμ. Β΄).
46) Χρυσανθοπούλου Επαμεινώνδα, Τα βιβλία θαυμάτων του Αγ. Δημητρίου, το Χρονικό της Μονεμβασιάς και αι σλαβικαί επιδρομαί εις την Ελλάδα. Ιστορική μονογραφία, Αθήναι 1958 (ανάτυπον ΚΔ΄-ΚΗ΄, 1953-1957).
47) Στράτος Α. Ν., Το Βυζάντιον στον Ζ΄ αιώνα, τ. Α΄602-626, Β΄626-634, Γ΄634-641, Αθήνα 1965, 1966, 1969.
48) Charanis Peter, On the question of the Slavonic Settlements in Greece during the Middle Ages, Byzantinoslavica 10, 1, Prague 1949, 254-258.
49) Charanis P., On the Slavic Settlement in the Peloponnesus, BZ 46 (1953) 91-103.
50) Charanis P., Ethnic Changes in the Byzantine Empire in the seventh Century, DOP 13 (1959) 25-44.
51) Charanis P., Observations on the History of Greece during the Early Middle Ages, Balkan Studies 11,1 (1970) 1-34.
52) Charanis P., Kouver, the Chronologie of his Activities and their Ethnic Effects on the regions around Thessalonica, Balkan Studies 11, (1970) 229-247.
53) Dvornik F., The Slavs, their Early History and Civilisation, Boston 1956 (American Academy of Arts and Sciences).
54) Lemerle P., La composition et la chronologie des deux premiers livres des Miracula S. Demetrii, BZ 46 (1953) 349-361.
55) Lemerle P., Saint-Demetrius de Thessalonique et les problumes du martyrion et du transept, BCH 77 (1953) 660-694.
56) Lemerle P., Invasions et migrations dans les Balkans depuis la fin de l’ιpoque romaine jusqu’ au VIIIe siucle, Revue Historique 211 (1954) 265-308 (Presse Universitaires de France).
57) Lemerle P., Esquisse pour une histoire agraire de Byzance: Les sources et les problumes, Revue Historique 2/9 (1958), τευχ. Ιαν.-Μαρτίου, 32 - 74, Απριλ.-Ιούν., 254 - 284, Ιούλ.- Σεπτ. 43 - 94.
58) Lemerle P., La chronique improprement dite de Monemvasie: Le contexte historique et ligendaire, Revue des Etudes Byzantines 21 (1963) 5 - 49.
59) Niederle Lubor., Manuel de l’antiquiti Slave, I - II, Paris 1923-1926.
60) Ostrogorsky Georg., The Byzantine Empire in the World of the seventh Century, D.O.P. 13 (1959) 3-21.
61) Rambaud A., L’empire grec au Xe siucle. Constantin Porhyrogenete. Paris 1870.
62) Vasmer Max., Die Slawen in Griechenland, Abh.der Preus. Akad.der Wissenschaften, Phil-Hist, Klasse, 12, Berlin 1941.

Πηγή: http://hellinon.net/NeesSelides/Slavoi.htm

Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις είναι δικές μου και δεν υπάρχουν στο αρχικό κείμενο.

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

Λαοί και φύλα της αρχαίας Μακεδονίας (5)

Ο κόσμος κατά τον Ηρόδοτον
Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Ὀρέσται: Σύμφωνα με το "Λεξικόν Ελληνικής Αρχαιολογίας": «…Λαός Ηπειρωτικός εν Μολοσσίδι, εν τη μεταξύ των ποταμών Αώου και Αλιάκμονος χώρα, ήτις κατ’ αυτήν εκαλείτο Ορεστίς ή Ορεστιάς. Ανεξάρτητοι το πριν, υπετάγησαν έπειτα εις τους Μακεδόνας, αλλ’ οι Ρωμαίοι τοις απέδωκαν την ελευθερίαν. Ελέγοντο δε την επωνυμίαν λαβόντες εκ του Ορέστου, καταφυγόντος παρ’ αυτοίς αφ’ ου εφόνευσε την μητέραν του…».
Οι πληροφορίες που διαθέτουμε σήμερα για τους Ορέστες, δυστυχώς δεν είναι σημαντικά περισσότερες από όσες αναφέρονται στο παραπάνω λήμμα, παρ’ όλο που έχει περάσει παραπάνω από ένας αιώνας από την συγγραφή του. Έτσι, αυτά που είναι γνωστά με βεβαιότητα είναι ότι οι Ορέστες αποτελούσαν ένα ορεσίβιο φύλο, όπως υποδηλώνει και η ονομασία τους, αλλά και το όνομα της χώρας τους, που σημαίνει «ορεινή περιοχή/ χώρα». Επιβεβαιώθηκε επίσης ότι ανήκαν στα φύλα των Μολοσσών της Ηπείρου, κάτι που ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. είχε επισημάνει ο περίφημος Γεωγράφος της αρχαιότητος, Εκαταίος ο Μιλήσιος (απόσπασμα 107).
Οι Ορέστες ήσαν εγκατεστημένοι στις περιοχές της λίμνης Ορεστιάδος (Καστοριάς), των πηγών και του άνω ρου του Αλιάκμονα, ενώ στα δυτικά μοιράζονταν τις εκτάσεις μέχρι τον ποταμό Αώο με τους Παραυαίους βόρεια και τους Τυμφαίους νότια, επίσης ορεσίβια ποιμενικά φύλα.
Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ορέστης, μετά τον φόνο της μητέρας του Κλυταιμνήστρας και του εραστή της Αίγισθου, που είχαν δολοφονήσει τον πατέρα του Αγαμέμνονα μετά την επιστροφή του από την Τροία, καταδιωκόμενος από τις Ερινύες, εγκατέλειψε τις Μυκήνες και μετά από περιπλάνηση θα καταλήξει στην άνω Μακεδονία όπου θα ιδρύσει την πόλη Άργος Ορεστικόν και θα ονομάσει την περιοχή Ορεστίδα (Στράβων, Ζ΄ VII. 8).
Όπως προαναφέραμε όμως, Ορεστίς σημαίνει ορεινή χώρα, μάλλον αρχική ονομασία της περιοχής, παρά τον προαναφερθέντα μύθο.
Οι Ορέστες, αποσπάσθηκαν από τους Μολοσσούς και πέρασαν στην επικυριαρχία των Μακεδόνων, στην διάρκεια της βασιλείας του Αλεξάνδρου Α΄ (498/497-454 π.Χ.). Οι διάδοχοί του όμως δεν θα μπορέσουν να επιβάλουν την πλήρη εξουσία τους και οι Ορέστες, όπως και τα άλλα φύλα της άνω Μακεδονίας, θα αποτελέσουν ημιανεξάρτητες ηγεμονίες με ιθαγενείς δυναστείες.
Σε μια επιγραφή του 415 π.Χ. (βλ. Hammond: Macedonian State, σελ. 85) η οποία αναφέρεται σε μια συνθήκη μεταξύ των Αθηναίων, του βασιλιά της Μακεδονίας Περδίκκα Β΄ και των συμμάχων του και του ηγεμόνα των Λυγκηστών Αρραβαίου και των συμμάχων του, μνημονεύονται ως σύμμαχοι του Περδίκκα Β΄, εκτός από τον ηγεμόνα των Ελιμιωτών, Δέρδα και ο ηγεμών των Ορεστών Αντίοχος.
Το όνομα του ηγεμόνα των Ορεστών Αντιόχου αναφέρεται και από τον Θουκυδίδη (Β΄ 80), σε σχέση με τα γεγονότα του έτους 429 π.Χ. στην Ακαρνανία, στις αρχές του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Μεταξύ των ετών 370 και 365 π.Χ. οι Ορέστες θα αποχωρήσουν επισήμως από την (σκιώδη ούτως ή άλλως) επικυριαρχία του βασιλέα της Μακεδονίας και θα αποτελέσουν τμήμα του Μολοσσικού κράτους (=φυλετικής ομοσπονδίας) και από Ορέστες Μακεδόνες θα ξαναγίνουν Ορέστες Μολοσσοί.
Το 350 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄, μετά την νίκη του επί του βασιλέως των Μολοσσών Αρύββα, θα προσαρτήσει οριστικά στην Μακεδονία την Παραυαία, την Τυμφαία και την Ορεστίδα. Κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, υπήρχε στην περιοχή η Ορεστία: «…πόλις εν Ορέσταις, εν όρει υπερκειμένω της Μακεδονικής γης, εξ ης Πτολεμαίος ο Λάγου πρώτος βασιλεύσας Αιγύπτου…».
Άλλη πόλη της περιοχής ήταν και το Κέλετρον [Celetrum, κατά τον Τίτο Λίβιο: oppidum (ΧΧΧΙ. 40.1)] ή Κήλητρον (σημερινή Καστοριά), αιολική αποικία και πρωτεύουσα της Ορεστίδος, η οποία πολιορκήθηκε το 200 π.Χ. και παραδόθηκε στους Ρωμαίους, στην διάρκεια του Β΄ Μακεδονικού πολέμου (200-197 π.Χ.). Στην συνέχεια ο Ρωμαίος στρατηγός και Ύπατος Π. Σουλπίκιος Γάλβας προσπαθεί να διεισδύσει στην άνω Μακεδονία και παραβιάζοντας μια ορεινή δίοδο διατρέχει στη Λυγκηστίδα και φτάνει στην Εορδαία όπου επιδίδεται σε καταστροφές και λεηλασίες. Τον προλαβαίνει όμως ο Φίλιππος ο Ε΄ και μετά από σφοδρότατη σύγκρουση τον εξαναγκάζει να εκκενώσει την περιοχή. Αργότερα ο Φίλιππος Ε' αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να αφήσει την περιοχή του ποταμού Εριγώνος και κατέλαβε τα στενά μεταξύ Λυγκηστίδος και Εορδαίας, Στο μέρος εκείνο των στενών μετά από πολλές αψιμαχίες συνήφθη μάχη, κατά την οποία οι Μακεδόνες έπαθαν φοβερή καταστροφή, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν χρήση όλων των δυνάμεων που είχαν λόγω της στενότητας και του δασώδους του τόπου.
Μετά την μάχη της Πύδνας το 168 π.Χ. και την διάλυση του Μακεδονικού Βασιλείου από τους Ρωμαίους, οι Ορέστες θα αποσπασθούν και πάλι από την Μακεδονία σκόπιμα, με στόχο την εξασθένιση των Μακεδόνων. Ήδη όμως οι Ορέστες είχαν συγχωνευθεί με τους Μακεδόνες σε μεγάλο ποσοστό και τους επόμενους αιώνες θα παύσουν να εμφανίζονται ως ξεχωριστά φύλα.

Σίθωνες ἤ Σιθωνοί: Αρχαίο φύλο, εγκατεστημένο στην Χαλκιδική και ειδικότερα στην χερσόνησο της Σιθωνίας που πήρε το όνομά της από αυτούς.
Κατά μία μυθολογική παράδοση (Τζέτζης, εις Λυκόφρονα, 583), η Σιθωνία ονομάσθηκε έτσι από τον βασιλέα του θρακικού φύλου των Οδομάντων, Σίθωνα, γιο του θεού Ποσειδώνα και της Όσσας. Ο Σίθων, απέκτησε από την νύμφη Μενδηΐδα δύο κόρες, την Παλλήνη και την Ροιτεία. Την Παλλήνη, θα κερδίσει ως σύζυγο σε μονομαχία με έναν από τους μνηστήρες, ο Κλείτος, ο οποίος θα διαδεχθεί τον Σίθωνα στον θρόνο. Από την Παλλήνη ονομάσθηκε αργότερα η ομώνυμη χερσόνησος της Χαλκιδικής (σημερινή χερσόνησος Κασσάνδρας).
Οι Σίθωνες μνημονεύονται και από τον Στράβωνα (αποσπ. 11, εκ του Ζ΄): «…Οι Ηδωνοί και οι Βισάλτες κατείχαν την υπόλοιπη Μακεδονία έως τον Στρυμόνα. Από τους λαούς αυτούς, οι Βισάλτες ονομάζονταν έτσι, Βισάλτες, ενώ από τους Ηδωνούς, άλλοι λέγονταν Μύγδονες, άλλοι Ήδωνες κι άλλοι Σίθωνες…».
Σύμφωνα με τα πορίσματα νεωτέρων ερευνών, υποστηρίζεται σήμερα ότι οι Σίθωνες υπήρξαν αρχικά ένα φρυγικό φύλο (βλ. τόμο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ «Εκδοτικής Αθηνών» σελ. 48-49), το οποίο στην συνέχεια συγχωνεύθηκε με τους Θράκες (ίσως με ένα συγκεκριμένο θρακικό φύλο, τους Δέρρωνες), που είτε ήσαν εγκατεστημένοι ήδη στην περιοχή είτε εγκαταστάθηκαν αργότερα εκεί, πιθανότατα τον 8ο αιώνα π.Χ. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Σίθωνες παλαιότερα αναφέρονταν ως θρακικό φύλο.
Πελαγόνες: Αρχαίο Ηπειρωτικό φύλο της ομάδας των Μολοσσών, σύμφωνα με τον Γεωγράφο του 6ου π.Χ. αιώνα Εκαταίο (Μολοσσικά έθνη), τις απόψεις του οποίου ενστερνίζεται και ο Στράβων στα Γεωγραφικά του (C.A.H. Vol. III part 3 - σελ. 266). Ο Λατίνος Ιστορικός Τίτος Λίβιος, αναφέρει ότι υπήρχε η Πελαγονική Τρίπολις που την αποτελούσαν οι πόλεις Άζωρον, Πύθιον και Δολίχη (XLII 53), κάτι που επαναλαμβάνει και ο Στράβων (Ζ΄ VII. 9), αλλά μάλλον λανθασμένα αφού οι πόλεις αυτές ανήκαν στην Περραιβική Τρίπολι (βλ. "An Inventory of Archaic and Classical Poleis"-Oxford University Press, 2004 σελ. 1402).
Κατά τον N. G. L. Hammond (Macedonian State, σελ. 38-39) οι Πελαγόνες, αποτελούσαν ένα ορεσίβιο ποιμενικό φύλο, το οποίο μαζί με τους Ελιμιώτες, τους Τυμφαίους, τους Ορέστες και τους Λυγκηστές, ανήκε στην ομοσπονδία (=φυλετική ομάδα) των Ηπειρωτικών φύλων, κάτω από την ηγεσία των Μολοσσών. Όλα τα παραπάνω φύλα είχαν τους δικούς τους ηγεμόνες και μιλούσαν την βορειοδυτική διάλεκτο της Ελληνικής.
Την περίοδο των Περσικών πολέμων, ο Αλέξανδρος Α΄ της Μακεδονίας θα θέσει αυτά τα φύλα κάτω από την επικυριαρχία του, κάτι που θα διεκδικήσουν στην συνέχεια και οι διάδοχοί του.
Πάντως, μεταξύ των ετών 454 π.Χ. (θάνατος Αλεξάνδρου Α΄) και 359 π.Χ. (άνοδος στον θρόνο της Μακεδονίας του Φιλίππου Β΄), οι Πελαγόνες ήσαν ουσιαστικά ανεξάρτητοι και συχνά συμμαχούσαν με τους εχθρούς των Μακεδόνων.
Οι Πελαγόνες αποτελούσαν το βορειότερα εγκατεστημένο αρχαιοελληνικό φύλο, γεγονός που οδήγησε παλαιότερους ερευνητές να τους θεωρούν ως ένα παιονικό ή ιλλυρικό φύλο.
Στα νότια των Πελαγόνων ήταν εγκατεστημένο το μικρό φύλο των Δευριόπων ή Δουριόπων, το οποίο συμμαχούσε άλλοτε με τους Πελαγόνες και άλλοτε με τους Λυγκηστές (Hammond - Macedonian State, σελ. 89).
Οι Πελαγόνες θα ενσωματωθούν οριστικά το 359 π.Χ. στο Βασίλειο της Μακεδονίας και στην διάρκεια των χρόνων του Φιλίππου Β΄ και του Μ. Αλεξάνδρου θα αφομοιωθούν από τους Μακεδόνες.

Πίερες: Θρακικό φύλο, που πήρε το όνομά του από την Πιερία, μια περιοχή της Μακεδονίας, στους πρόποδες του Ολύμπου.
Σύμφωνα με το Λεξ. Ελλ. Αρχ. οι Πίερες ήσαν «…αρχαίος λαός Θρακικός, οικών εν τη Πιερία, είτα δε επί του Παγγαίου, πλησίον των Αβδήρων. Οι Πίερες εξώσθησαν υπό των Μακεδόνων, τη ζ΄ εκατονταετηρίδι, μετέβησαν προς ανατολάς και κατέλαβον τα παρά το όρος Πάγγαιον, πέραν του Στρυμόνος ποταμού ένθα ίδρυσαν πόλεις…».
Υπενθυμίζουμε, ότι γύρω στο 1200 π.Χ. σημειώθηκε στον χώρο της Μακεδονίας, η Φρυγική εισβολή και η εγκατάσταση φρυγικών φύλων σε διάφορες περιοχές της. Λίγο νωρίτερα, καταγράφονται και εισβολές Θρακικών και Πελασγικών ομάδων από τα ανατολικά, οι οποίες θα προχωρήσουν μέχρι την Ανατολική Στερεά και την Ανατολική Πελοπόννησο.
Στην Μακεδονία, ένα τουλάχιστον θρακικό φύλο θα εγκατασταθεί στην Πιερία όπως συνάγεται από παραδόσεις, διαφόρους μύθους αλλά και αρχαιολογικές ενδείξεις. Το όνομα όμως της περιοχής (Πιερία=πλούσια γη) είναι αναμφισβήτητα Ελληνικό, γεγονός που δηλώνει ότι η περιοχή είχε κατοικηθεί προηγουμένως (περίπου 1400-1200 π.Χ.) από κάποιο ελληνικό φύλο, πιθανότατα τους Μάγνητες, τους οποίους ο Ησίοδος τοποθετούσε στην Πιερία.
Αξίζει να επιμείνουμε λίγο περισσότερο στο σημείο αυτό. Το όνομα Πιερία προέρχεται από την ίδια ρίζα με το πίαρ=πάχος, είναι δε ιδιαίτερα εύστοχο σε σχέση με την παχειά, εύφορη γη, την σχεδόν λιπαρή πεδιάδα της Πιερίας, αλλά και την πλούσια γη των ορεινών της περιοχών με τα πυκνά δάση. Στον Όμηρο εξ άλλου συναντούμε το επίθετο πίων-πίειρα-πίον=παχύς, εύφορος πλούσιος [(Ιλιάς) Α40, Β549, Ε 710, Ι 577, Μ 283, Μ 319, Σ 342, Σ 541, Τα 180, Ψ 750, Ψ 832 (Οδύσσεια) δ 757, δ 764, μ 346, ν 322, ρ 180, τ 173, ω 66].
Ανάλογα είναι τα αναφερόμενα στις μυκηναϊκές πινακίδες: pi-we-ri-di και pi-we-ri-ja-ta. Το τελευταίο υπενθυμίζει το «Πιεριώτας», μακεδονικό εθνικό της Πιερίας, που αναφέρεται στα λεξικά του Στεφάνου Βυζαντίου (Πιερία=πόλις εν ομωνύμω χωρίω. Ο πολίτης Πιεριώτης και Πιερίτης και Πιεριεύς) και Σούδα (Σουΐδα), καθώς και από τον Στράβωνα (Γεωγραφικά, Θ΄ V.22), ο οποίος, αναφερόμενος στους Μάγνητες της Ιλιάδος, μνημονεύει ότι ήσαν γείτονες με τους Μακεδόνες Πίερες, που τους ονομάζει Πιεριώτας, διαφοροποιώντας τους από τους ακόμα παλαιότερους κατοίκους της περιοχής, τους ΠίερεςΘράκες»], εκείνους που απώθησαν και εξεδίωξαν οι Μακεδόνες. Εκτός από την χώρα «Πιερία» παραδίδεται μια ομώνυμη πόλη και χώρα [Πιερία και Πιερίς] και συχνότερα ένα όρος με το ίδιο ακριβώς όνομα, από το οποίο προφανώς πήραν το όνομά τους στα νεώτερα χρόνια και τα Πιέρια.
Οι ερευνητές δέχονται ότι αυτό το θρακικό φύλο θα παραμείνει στην Πιερία μέχρι τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. (βλ. Macedonian State, σελ. 8) και στην συνέχεια θα εκδιωχθεί από τους Μακεδόνες, οι οποίοι κατέλαβαν την περιοχή, ενώ οι επιζήσαντες Πίερες κατέφυγαν «…πέραν του Στρυμόνος εις την πόλιν Φάγρητα και άλλους τόπους εις τους πρόποδας του Παγγαίου…» (Θουκυδίδης Β΄ 99), όπου μνημονεύεται η ύπαρξή τους τον 5ο π.Χ. αιώνα και από τον Ηρόδοτο (Ζ΄ 112).
Από τότε η Πιερία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της Μακεδονίας.

Σίντοι ἤ Σιντοί: Θρακικό φύλο το οποίο σύμφωνα με το Λ.Ε.Α. κατοικούσε στην Σιντική, την περιοχή ανατολικώς της Κρηστωνίας και βορείως της Βισαλτίας, μέχρι τον Στρυμόνα και την λίμνη Πρασιάδα (Κερκινίτις), στο ΒΑ τμήμα περίπου του σημερινού Νομού Σερρών, στην ανατολική Μακεδονία (βλ. Αρχαία Μακεδονία). Η άποψη ότι κατείχαν και την περιοχή της κοιλάδας του Στρυμόνα βορείως των στενών του Ρούπελ, όπως υποστηρίχθηκε παλαιότερα (βλ. Fanoula Papazoglou: The Macedonian Cities in the Roman Period, Skopje 1957) δεν γίνεται πλέον αποδεκτή από την νεώτερη έρευνα (βλ. G. Mihailov: Thrace – C.A.H. Vol. III part 2, σελ. 601).
Ο Θουκυδίδης (Β΄ 98) μάλιστα, διευκρινίζει ότι το όρος Κερκίνη (σημερινό Μπέλες), χωρίζει τους Σιντούς από τους Παίονες.
Κατά τον Στράβωνα, οι Σιντοί, όπως τους αναφέρει (Αποσπ. 45 εκ του Ζ΄), ταυτίζονται με τους ομηρικούς Σίντιες, κάτι που είναι αδύνατον να επιβεβαιωθεί από την έρευνα. Αξίζει να μνημονευθεί το αξιοπερίεργο γεγονός που καταγράφεται από τον Στέφανο Βυζάντιο στο λήμμα Σιντία (μια πόλη των Σιντών), όπου παραθέτει την παρατήρηση του Αριστοτέλη (Ψευδο-Αριστοτέλης, Περί Θαυμασίων Ακουσμάτων), σχετικά με κάποιες πέτρες που κατεβάζει ο ποταμός της περιοχής, Πόντος και οι οποίες όταν καίονται συμπεριφέρονται αντίθετα από τα ξυλοκάρβουνα δηλ. όταν τις φυσάς σβήνουν, ενώ όταν ραντίζονται με νερό ανάβουν περισσότερο και μάλιστα καιόμενες, μυρίζουν όπως η άσφαλτος τόσο άσχημα, ώστε κανένα ερπετό δεν μπορεί να αντέξει.
Δ.Ε.Ε.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Λαοί και φύλα της αρχαίας Μακεδονίας (4)

Απόσπασμα χάρτη της αρχαίας Μακεδονίας επί Ρωμαιοκρατίας (D'Isle 1708)

Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη


Λυγκησταί: Αρχαίο φύλο της άνω (ορεινής) Μακεδονίας. Κατά το Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας (Αλεξάνδρου Ρ. Ραγκαβή - Αθήναι 1888), οι Λυγκηστές ήσαν: «…Λαός αυτόνομος, την Λυγκηστίδα οικών, χώραν Β.Δ. της Μακεδονίας κειμένην. Κατ’ αρχάς είχον ιδίους βασιλείς εκ του γένους των Βακχιαδών, είτα δε ηνώθησαν μετά της Μακεδονίας. Πρωτεύουσα αυτών ην ο Λύγκος (Θουκυδ. Β, 93 και Δ, 8) ή Λύκος…».
Σύμφωνα με το Λεξικό των Κυρίων Ονομάτων (Ανέστη Κωνσταντινίδου - Κωνσταντινούπολις 1900) ο Λύγκος παλαιότερα ονομαζόταν Πιερία.
Κατά τον Στέφανο Βυζάντιο «Λύγκος, πόλις Ηπείρου, Στράβων εβδόμη. εκλήθη από Λυγκέως. το εθνικόν Λυγκησταί. το θηλυκόν Λυγκηστίς…».

Η χώρα των Λυγκηστών εκτεινόταν στα ανατολικά των Πρεσπών, νότια του ποταμού Εριγόνος και περιελάμβανε τις πεδιάδες της Φλωρίνης και του Μοναστηρίου (Βιτώλια).
(Βλ. Χάρτη Αρχαία Μακεδονία). Παλαιότερα είχε υποστηριχθεί ότι οι Λυγκηστές ήσαν Ιλλυρικό φύλο, αλλά η νεώτερη έρευνα έχει ανατρέψει πλήρως αυτή την άποψη. Σήμερα είναι βεβαιωμένο ότι οι Λυγκηστές ήσαν ένα από τα Δυτικά (Ηπειρωτικά) ελληνικά φύλα (βλ. N. Hammond: The Macedonian State, σελ. 39).
Ο ηγεμονικός οίκος των Λυγκηστών διεκδικούσε την καταγωγή του από το αριστοκρατικό γένος των Βακχιαδών (Στράβων Ζ΄ VII. 8), που βασίλευσε στην Κόρινθο από τον 9ο π.Χ. αιώνα μέχρι το 657 π.Χ. οπότε ανατράπηκε από τον Κύψελο, ο οποίος κατέλαβε την εξουσία ως τύραννος (=κυβερνήτης) της Κορίνθου, για να τον διαδεχθεί στην εξουσία το 587 π.Χ. ο γιος του Περίανδρος, ένας από τους επτά σοφούς της Αρχαίας Ελλάδος.
Ουσιαστικά όμως, ιδρυτής του βασιλικού οίκου των Λυγκηστών θεωρείται ο Αρραβαίος Α΄ (μέσα του 5ου αιώνα π.Χ.), ο οποίος αντιτάχθηκε σθεναρά στις προσπάθειες του βασιλέως των Μακεδόνων Περδίκκα Β΄ (448-413 π.Χ.), να επαναπροσαρτήσει την περιοχή στο Μακεδονικό Βασίλειο, κάτι που είχε επιτευχθεί επί της βασιλείας του Αλεξάνδρου Α΄ του Φιλέλληνος (498/497 – 454 π.Χ.). Ο Αρραβαίος Α΄ επωφελήθηκε από τις δυναστικές διαμάχες που είχαν ξεσπάσει στην Μακεδονία μετά την δολοφονία του Αλεξάνδρου Α΄, για να εδραιώσει την θέση του. Ο Περδίκκας Β΄ θα εγκαταλείψει την συμμαχία με την Αθήνα και θα στραφεί στους Σπαρτιάτες για να πετύχει την υποταγή των Λυγκηστών (424 π.Χ.). Το 423 ο ένδοξος στρατηγός των Σπαρτιατών Βρασίδας θα φθάσει στην Μακεδονία και θα συνεκστρατεύσει μαζί με τον Περδίκκα Β΄ εναντίον του Αρραβαίου Α΄ (Θουκυδ. Δ΄ 124. 1). Τα στρατεύματα των συμμάχων θα πετύχουν να κατατροπώσουν τις δυνάμεις του Αρραβαίου στην μάχη που δόθηκε κοντά στο σημερινό Μοναστήρι (Βιτώλια). Διαφωνίες θα ξεσπάσουν μεταξύ του Περδίκκα και του Βρασίδα και η πληροφορία ότι οι Ιλλυριοί συμμάχησαν με τον Αρραβαίο θα έχει ως τελικό αποτέλεσμα να αποτύχει πλήρως η εκστρατεία και ο Περδίκκας Β΄ να διαλύσει την συμμαχία του με την Σπάρτη και να ζητήσει την βοήθεια των Αθηναίων, οι οποίοι θα τον εξαναγκάσουν να συμφιλιωθεί με τον Αρραβαίο Α΄. 

Οι προσπάθειες των Αργεαδών-Τημενιδών βασιλέων της Μακεδονίας να υποτάξουν τους Λυγκηστές θα συνεχισθούν και επί της βασιλείας του γιου και διαδόχου του Περδίκκα Β΄, Αρχελάου (413 – 399 π.Χ.), ο οποίος για να εξασφαλίσει την στρατιωτική υποστήριξη των Ελιμιωτών και του περίφημου ιππικού τους, θα παντρέψει την μεγαλύτερη κόρη του με τον ηγεμόνα τους Δέρδα Β΄ (το 400 π.Χ.).
Πιθανόν ο γάμος αυτός να έγινε στα πλαίσια μιας μεγάλης εκστρατείας εναντίον του Αρραβαίου Β΄ και του γαμπρού του, ηγεμόνα των Ορεστών Σίρρα ή Ίρρα, που σχεδίαζε ο Αρχέλαος, αλλά θα τον προλάβει η δολοφονία του το 399 π.Χ. Μετά τον θάνατο του Αρχελάου θα προκληθεί χάος από τις δυναστικές διαμάχες στην αυλή των Αργεαδών. Στο διάστημα 399-391 π.Χ. έξη βασιλείς συνολικά (Ορέστης, Αέροπος Β΄, Αμύντας Β΄ ο Μικρός, Παυσανίας, Αμύντας Γ΄ και Αργαίος Β΄) θα καταλάβουν τον θρόνο της Μακεδονίας και ένας από αυτούς (ο Αργαίος Β΄ 392/1) θα ανέλθει στον μακεδονικό θρόνο με την βοήθεια των Ιλλυριών και των Λυγκηστών, απομακρύνοντας τον νόμιμο βασιλέα Αμύντα Γ΄.
Ο Αμύντας Γ΄ θα υποχρεωθεί να συνδιαλλαγεί με τους Λυγκηστές και θα πάρει ως σύζυγο την εγγονή του Αρραβαίου Α΄ και κόρη του Σίρρα, την δυναμική Ευριδίκη, την μητέρα του Φιλίππου Β΄. Έτσι θα ανακτήσει τον θρόνο (το 391 π.Χ.) και θα λήξει η μακρόχρονη εχθρότητα στις σχέσεις μεταξύ Λυγκηστών και Αργεαδών.
Όταν αργότερα θα ανέβει στον θρόνο ο Φίλιππος Β΄, ο γιος της Ευρυδίκης, θα συντρίψει την δύναμη των Ιλλυριών και θα προσαρτήσει οριστικά την Λυγκηστίδα στο μακεδονικό κράτος.

Σπουδαιότερη πόλη της Λυγκηστίδας ήταν η Ηράκλεια (Ηράκλεια Λυγκηστών/Λύγκου), που κτίσθηκε από τον Φίλιππο, νοτιότερα του σημερινού Μοναστηρίου το 358 π.Χ.
Αναφορικά με τις πόλεις της περιοχής μόνο η Ηράκλεια Λύγκου θεωρείται σήμερα ότι έχει ταυτιστεί με σιγουριά. Για τον προσδιορισμό της υπήρξε διχογνωμία ανάμεσα σε εκείνους που την τοποθετούσαν στο Λόφο του Αγ. Παντελεήμονα (Αντ. Κεραμόπουλος) στην σημερινή πόλη της Φλώρινας και σε όσους τη συσχέτιζαν με τη σημερινή πόλη του Μοναστηρίου (F.Y.R.O.M.). Η διάσταση απόψεων οφείλεται και σε μνεία του Συνεκδήμου του Ιεροκλέους (ένα είδος γεωγραφικού εγχειριδίου, το οποίο πιθανώς εγράφη κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του Ιουστινιανού μεταξύ 528-535 μ.Χ.) σύμφωνα με την οποία υπάρχουν δύο Ηράκλειες η Λύγκου και η Πελαγονίας. Η σύγχυση αυτή θα πρέπει να αποδοθεί στις διοικητικές μεταβολές που επέφεραν οι Ρωμαίοι οι οποίοι υπήγαγαν την πόλη της Ηράκλειας Λύγκου στην περιοχή της Πελαγονίας και οδήγησαν στην ταύτιση πόλης και περιοχής. Σήμερα επικρατούσα και βεβαιωμένη θεωρείται η άποψη ότι η Ηράκλεια Λύγκου βρίσκεται δύο χιλιόμετρα νότια από το Μοναστήρι στα μετόχια του μοναστηριού του Μπουκόβου (Βλ. Κατερίνα Τρανταλίδου: «Αρχαιολογική τοπογραφία του νομού Φλώρινας» Συνοπτική Επισκόπηση – Πρέσπες 1995, σ. 21 και L. Heuzey – H. Daumet: Mission archaeologique de Macedoine – 1876, σελ. 300). Λεπτομέρειες για τις αναφορές στην Ηράκλεια στο ογκώδες και πολύτιμο έργο "An Inventory of Archaic and Classical Poleis" (Oxford University Press, 2004).

Από την Λυγκηστίδα κατάγονταν και τα παρακάτω πρόσωπα, σχετιζόμενα με τον ηγεμονικό της οίκο, που διεδραμάτισαν κάποιον ρόλο στα γεγονότα της περιόδου του Μ. Αλεξάνδρου:
α. Ο Λυγκηστής ευγενής Αέροπος, ο οποίος - κατα πάσα πιθανότητα - είναι το ίδιο πρόσωπο, με τον εξορισθέντα από το βασίλειο της Μακεδονίας, για την εμπλοκή του μαζί με τον Μακεδόνα Δαμάσιππο, με μια γυναίκα κατά την περίοδο της μάχης στην Χαιρώνεια. [Πολυαιν. Στρατηγ. 4.2.3]. Είχε τρεις γιους, τον Ηρομένη, τον Αρραβαίο και τον Αλέξανδρο . Οι δύο πρώτοι εκτελέστηκαν από τον Μ. Αλέξανδρο ως εμπλεκόμενοι στην δολοφονία του Φιλίππου [Αρριανός 1.25.1-2; Ιουστίνος 11.2.1]. Ο W. Heckel (Prosopography of Alexander's Empire, 2006) επισημαίνει για την εκτέλεση "...Οι κατηγορίες ήσαν προφανώς αστήρικτες, εκτός εάν οι Λυγκηστές έτρεφαν ελπίδες να τοποθετήσουν στον θρόνο τον Αμύντα τον γιο του Περδίκκα Γ΄...". Πρόκειται για τον ανήλικο Αμύντα (Δ΄), του οποίου επίτροπος υπήρξε, σύμφωνα με μια εκδοχή, ο Φίλιππος Β΄ μέχρι την αντικατάστασή του στον θρόνο από τον ίδιο.
β. Νεοπτόλεμος, γιος του Αρραβαίου. Πιθανώς μετά τον θάνατο του πατέρα του κατέφυγε στην Περσία και σκοτώθηκε, πολεμώντας εναντίον των Μακεδόνων, στο πλευρό των Περσών [Αρριανός 1.20.10].
γ. Αμύντας, γιός του Αρραβαίου. Ακολούθησε την εκστρατεία του Αλέξανδρου και τα ίχνη του χάνονται μυστηριωδώς στα πρώτα χρόνια της εκστρατείας [Αρρ. 1.27.4]. Εκτός απο την πιθανότητα να σκοτώθηκε σε μάχη, υπάρχει και η σοβαρή υποψία να έχασε την ζωή του για συμμετοχή σε συνομωσία, ως επακόλουθο της εκτέλεσης του θείου του, Αλέξανδρου Λυγκηστή.
δ. Αλέξανδρος ο "Λυγκηστής". Ο τρίτος γιος του Αερόπου. Είχε μια πολύ ενδιαφέρουσα και πολυτάραχη σταδιοδρομία (βλ. σχετικό λήμμα στο Heckel: Prosopography σελ. 19). Έλαβε ως σύζυγο μια από τις θυγατέρες του Αντιπάτρου και πιθανότητα το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι υπήρξε από τους πρώτους που ζητωκραύγασαν ως βασιλέα τον Μ. Αλέξανδρο αμέσως μετά την δολοφονία του πατέρα του Φιλίππου Β΄ του έσωσαν την ζωή και δεν ακολούθησε άμεσα την τύχη των αδελφών του. Εκτελέστηκε πάντως το 330 π.Χ. με την κατηγορία της συνομωσίας εναντίον του Μ. Αλεξάνδρου, κατα την διάρκεια της εκστρατείας στην Ασία (Διόδωρος ΙΖ΄80.2, Ιουστίνος ΧΙΙ.14.1).

Μύγδονες: Αρχαίος λαός εγκατεστημένος στην Μακεδονία, για τον οποίο υπήρχε παλαιότερα η άποψη ότι επρόκειτο για θρακικό φύλο. Σύμφωνα όμως με νεώτερες απόψεις (βλ. τόμο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, σελ. 48-49) θεωρούνται φρυγικό φύλο που εγκαταστάθηκε στην Μακεδονία, όταν ένα μέρος από τους Φρύγες παρέμεινε στην χώρα, στην διάρκεια της μεγάλης φρυγικής μετανάστευσης (γύρω στο 1200 π.Χ.).
Η περιοχή εγκατάστασής τους θα ονομασθεί Μυγδονία και περιελάμβανε τις εκτάσεις γύρω από τις λίμνες Βόλβη και Κορώνεια. Μετά την αποχώρηση των Φρυγών από την Μακεδονία γύρω στο 800 π.Χ., το μεγαλύτερο μέρος από τους Μύγδονες θα παραμείνει στην περιοχή τους. Μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ. φαίνεται ότι ήσαν γνωστοί με την γενική ονομασία Βρύγες(Φρύγες), Βρύγοι ή Βρίγες. Έτσι αναφέρονται στον Ηρόδοτο (ΣΤ΄ 45 και Ζ΄ 185, αλλά και 73), ο οποίος όμως τους θεωρεί θρακικό φύλο, πιθανόν λόγω της ανάμειξής τους με γειτονικά θρακικά φύλα.
Στην χώρα των Μυγδόνων θα εξαπλωθούν οι επίσης φρυγικής καταγωγής Ήδωνες ή Ηδωνοί (περιορίζοντας τους εναπομείναντες Μύγδονες στην περιοχή μεταξύ του μυχού του Θερμαϊκού και του Αξιού) και οι οποίοι θα εκδιωχθούν από τους Μακεδόνες, ίσως στην διάρκεια της βασιλείας του Αλεξάνδρου Α΄ του Φιλέλληνος (498/497-454 π.Χ.).
Ο Στράβων (αποσπ. 11, εκ του Ζ΄) θεωρούσε τους Μύγδονες φύλο των Ηδωνών: «…Οι Ηδωνοί και οι Βισάλτες κατείχαν την υπόλοιπη Μακεδονία έως τον Στρυμόνα. Από τους λαούς αυτούς, οι Βισάλτες ονομάζονταν έτσι, Βισάλτες, ενώ από τους Ηδωνούς, άλλοι λέγονταν Μύγδονες, άλλοι Ήδωνες κι άλλοι Σίθωνες…».
Τέλος, πρέπει να αναφέρουμε και την παράδοση (Στέφανος Βυζάντιος) σύμφωνα με την οποία ο Ηδωνός, ο Μύγδων, ο Οδόμας και ο Βιστωνός ήσαν αδέλφια.
Μύγδονες θα εγκατασταθούν και στην περιοχή βορείως της μεγάλης Φρυγίας στην Μ. Ασία, όπου η περιοχή θα ονομασθεί επίσης Μυγδονία (βλ. Στέφανος Βυζάντιος στο σχετικό λήμμα). Αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι ένας από τους αρχηγούς των Φρυγών, συμμάχων των Τρώων, ονομαζόταν Μύγδων (Ιλιάς, Γ 185), τότε πρέπει να δεχθούμε ότι ένα μέρος από τους Μύγδονες δεν παρέμεινε στην Μακεδονία, αλλά συνέχισε με το υπόλοιπο κύμα της φρυγικής μετανάστευσης και πέρασε στην Μικρά Ασία, όπου εγκαταστάθηκε στην περιοχή βορείως του όρους Όλυμπος της Μυσίας, στην Προποντίδα, μεταξύ των λιμνών Ασκανίας και Δασκυλίτιδος (Στράβων, ΙΒ΄ VIII. 10).
Πιθανόν αργότερα, με την αποχώρηση των Φρυγών από την Μακεδονία, ένα μέρος από τους Μύγδονες της Μακεδονίας να μετακινήθηκαν και να εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των συγγενών τους της Μ. Ασίας .
Οι Μύγδονες της Μακεδονίας θα αφομοιωθούν και θα εξαφανισθούν στην διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων, ενώ οι Μύγδονες της Μ. Ασίας υπήρχαν μέχρι την εποχή του Στράβωνος (1ος αιών π.Χ.) και αφομοιώθηκαν το αργότερο μέχρι τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους.

Ὀδόμαντες: Αρχαίος λαός εγκατεστημένος στην περιοχή μεταξύ Στρυμόνος και Νέστου, βορείως του Παγγαίου, η οποία έγινε γνωστή ως Οδομαντίς ή Οδομαντική. Παλαιότερα επικρατούσε η αντίληψη ότι ανήκαν στα θρακικά φύλα, αλλά σύμφωνα με τις νεώτερες απόψεις (βλ. τόμο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, σελ. 48-49), θεωρούνται φρυγικής καταγωγής λαός, ο οποίος στην συνέχεια αναμίχθηκε πιθανόν με γειτονικά θρακικά φύλα. Οι Οδόμαντες σχετίζονταν στενά με τα φύλα των Ηδωνών, των Βιστώνων, των Μυγδόνων και των Βισαλτών. Εξ άλλου, στην αρχαιότητα υπήρχε η παράδοση (Στεφ. Βυζ.) σύμφωνα με την οποία ο Ηδωνός, ο Μύγδων, ο Οδόμας και ο Βιστωνός ήσαν αδέλφια.

Η σύγχρονη έρευνα τέλος, έχει επισημάνει ότι η ίδια ρίζα Οδο-, Ωδο- ή Οδω- περιέχεται τόσο στο όνομα και άλλων φύλων (Ώδονες, Ήδωνες), όσο και στην παλαιότερη ονομασία της Θάσου (Οδωνίς, κατά τον Ησύχιο). Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι όλοι αυτές οι ονομασίες άρα και οι λαοί, σχετίζονται στενά μεταξύ τους (βλ. και C. A. H. Vol. III part 2, σελ. 602).
Οι Οδόμαντες μνημονεύονται για πρώτη φορά από τον Ηρόδοτο, ο οποίος αναφέρει (Ζ΄ 112) ότι εκμεταλλεύονταν τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου του Παγγαίου.
Το 422 π.Χ. στην διάρκεια της εκστρατείας του Αθηναίου στρατηγού Κλέωνος στην Θράκη, ο βασιλιάς των Οδομάντων Πόλλης, έθεσε στην διάθεσή του τους πολεμιστές του (Θουκυδίδης, Ε΄ 6, 2).
Οι Οδόμαντες θα υποταχθούν οριστικά στον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας και θα αποτελέσουν τμήμα του Μακεδονικού Βασιλείου, οπότε θα αφομοιωθούν βαθμιαία και θα εξαφανισθούν ως ξεχωριστό φύλο.

Δ.Ε.Ε.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Λαοί και φύλα της αρχαίας Μακεδονίας (3)


Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Συνεχίζουμε με την παρουσίαση και άλλων λαών και φύλων που εντοπίζονται στον χώρο της αρχαίας Μακεδονίας (Βλ. Χάρτη Αρχαία Μακεδονία).

Βίστωνες ή Βίστονες: Αρχαίος λαός της ανατολικής Μακεδονίας, που οι παλαιότερες αντιλήψεις τον κατέτασσαν στα θρακικά ή παιονικά φύλα:
«…Θράκες προς τω Αιγαίω, παρά τη Βιστωνίδι λίμνη, ανατολικώς των Αβδήρων (Ηροδ. Ζ΄, 137 – Στρβ. Ζ΄, 331)…» (Αλεξάνδρου Ρ. Ραγκαβή: Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας - Αθήναι 1888).
«…Αρχαίος φιλοπόλεμος λαός της Θράκης, κατοικών μεσημβρινώς του όρους Ροδόπης…» (Ανέστη Κωνσταντινίδου: Λεξικό των Κυρίων Ονομάτων, Κωνσταντινούπολις 1900).
Ο Στέφανος Βυζάντιος (Εθνικά), στο σχετικό λήμμα αναφέρει τα εξής: «…Βιστονία, πόλις Θράκης, από Βιστόνος του Άρεος και Καλλιρρόης του Νέστου. Αδελφός δε ήν Οδόμαντος και Ηδωνού. Ένιοι δε Παίονος του Άρεος παιδός…».
Σύμφωνα με τις νεώτερες αντιλήψεις, οι Βίστωνες θεωρούνται φρυγικό φύλο, το οποίο αναμείχθηκε στην συνέχεια με τους Θράκες στην περιοχή εγκατάστασής τους, που ήταν γύρω από την λιμνοθάλασσα στα βόρεια του κόλπου που σήμερα είναι γνωστός ως Πόρτο-Λάγος και με τον οποίον επικοινωνεί με αβαθή δίαυλο.
Κοντά τους ήσαν εγκατεστημένα τα γνήσια θρακικά φύλα των Κικόνων και των Σαππαίων. Λάτρευαν κυρίως τις πολεμικές θεότητες Άρη, Αθηνά και Ενυώ.
Φημίζονταν για την αγριότητά τους και την αγάπη τους για τον πόλεμο και γενικώς στην αρχαιότητα θεωρούνταν πολεμοχαρείς και επιθετικοί. Χαρακτηριστική αυτών των αντιλήψεων είναι και η αναφορά στους ελληνικούς μύθους, όπου μνημονεύεται ο βασιλιάς τους Διομήδης, ο οποίος έτρεφε ανθρωποφάγα άλογα. Συγκεκριμένα, οι Βίστωνες αναφέρονται στον όγδοο άθλο του Ηρακλέους, ο οποίος μετά από μάχη, πήρε τις φοράδες του βασιλιά τους Διομήδη αφού τον σκότωσε:
«…Όγδοον άθλον επέταξεν αυτώ τας Διομήδους ίππους εις Μυκήνας κομίζειν˙ ήν δε ούτος Άρεος και Κυρήνης, βασιλεύς Βιστόνων έθνους Θρακίου και μαχιμωτάτου, είχε δε ανθρωποφάγους ίππους…» (Απολλοδωρος Β΄ V. 8)
Οι Βίστωνες, εξαφανίσθηκαν σχετικά νωρίς από το ιστορικό προσκήνιο, πιθανόν λόγω των συνεχών συγκρούσεων με τα γειτονικά τους φύλα.

Βοττιαῖοι: Οι αρχαιότατοι κάτοικοι της Βοττιαίας. Βοττιαία, Βοττία ή Βοττιαιΐς, στην αρχαιότητα ονομαζόταν η χώρα γύρω από την Πέλλα και την ευρύτερη περιοχή της, μεταξύ των ποταμών Λουδία και Αξιού. Την ονομασία της την έλαβε από τους Βοττιαίους που κατοικούσαν εκεί.
Σύμφωνα με την παράδοση, οι Βοττιαίοι, ήσαν απόγονοι αποίκων από την Κρήτη, που μετά από παραμονή τους στην Σικελία, απεχώρησαν και κατέληξαν στην Μακεδονία με επικεφαλής τον ηγεμόνα τους Βόττωνα (Στρβ. ΣΤ΄ ΙΙΙ.2 και Ζ΄, απόσπ. 11) και οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην βόρεια ακτή του Θερμαϊκού, μεταξύ των εκβολών του Λουδία και του Εχέδωρου ποταμού (σημερ. Γαλλικός. Θα πρέπει βεβαίως να υπενθυμίσουμε, ότι η διαμόρφωση της ακτογραμμής, αλλά και της περιοχής κατά την αρχαιότητα ήταν τελείως διαφορετική από την σημερινή).
Εικάζεται ότι οι άποικοι αυτοί ήσαν φυγάδες που εγκατέλειψαν την Κρήτη γύρω στο 1400 π.Χ. μετά την κατάκτησή της από τους Αχαιούς.
Τα παραπάνω γεγονότα επιβεβαιώνονται από αρχαία κρητικά τοπωνύμια στην περιοχή καθώς και από την διάδοση της παράστασης του διπλού πέλεκυ με την μορφή ορειχάλκινων εμβλημάτων στις γύρω περιοχές (Βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - Εκδοτική Αθηνών – Αθήνα 1982, σελ. 48).

Αργυρός στατήρ Βοττιαίων, περίπου 500 π.Χ.

Οι Βοττιαίοι θα εκτοπισθούν, αρκετά αργότερα (στην διάρκεια του 7ου αιώνα π.Χ.), από τους Μακεδόνες και θα καταφύγουν στην Χαλκιδική, όπου η περιοχή της εγκατάστασής τους θα ονομαστεί Βοττική, με πρωτεύουσά τους πιθανόν την Σπάρτολο (Θουκυδίδης, Β΄ 79 και Ε΄ 18), κοντά στην Όλυνθο.
Η ετυμολογία του ονόματος της περιοχής, κατά μία ερμηνεία, προέρχεται από την αρχαϊκή (Ομηρική) λέξη βοτήρ και βότης ή βούτης που σημαίνει βοσκός. Επομένως Βοττιαία σημαίνει χώρα, περιοχή βοσκών, περιοχή με βοσκοτόπια. Αν λάβουμε υπόψη ότι ακόμη και σήμερα η πεδινή περιοχή ανάμεσα σε Λουδία και Αξιό, με τις πεδινές της εκτάσεις και τα άφθονα νερά, είναι ιδανικός χώρος για εκτροφή κοπαδιών μικρών και ιδίως μεγάλων ζώων, νομίζουμε ότι η ονομασία της υπήρξε ιδιαίτερα εύστοχη.

Δέρρωνες: Λαός που συνδέεται με το ακρωτήριο Δέρρις της Σιθωνίας στην Χαλκιδική (Π-Λ-Μπ) και πιθανόν με την αρχαία πόλη της Σιθωνίας Τορώνη ή Τερόνη. Είναι γνωστός μόνον από νομίσματα του 5ου π.Χ. αιώνα.
Εικάζεται ότι πρόκειται περί θρακικού φύλου, του ιδίου ή συγγενούς με τους Δερραίους που αναφέρει ο Στέφανος Βυζάντιος «…Δερραῖοι, Θράκιον έθνος. Ηρόδοτος Δερσαίους αυτούς φησί…».

Αργυρό δωδεκάδραχμο με την επιγραφή ΔΕΡΟΝΙΚΟΝ
Περίπου 500-480 π.Χ.



Αντίθετα ο N. G. L. Hammond (The Macedonian State, σελ. 40), τους θεωρεί Παίονες και τους τοποθετεί ανατολικά του μέσου ρου του Αξιού, στην περιοχή του παραποτάμου του, Άστιβου (σημερ. Bregalnitsa). Κατά τον ίδιο συγγραφέα οι Δέρρωνες πήραν το όνομά τους από τον Δάρρωνα ή Δέρρωνα, μια ιαματική θεότητα.

Αργυρό δωδεκάδραχμο Δερρώνων
(αρχές 5ου αιώνα π.Χ.)



Ἢδωνες: Αρχαίο φύλο εγκατεστημένο μεταξύ των ποταμών Στρυμόνος και Νέστου, το οποίο σύμφωνα με τις παλαιότερες αντιλήψεις, θεωρούσαν ως θρακικό. Έτσι το Λεξικό Κυρίων Ονομάτων αναφέρει στο σχετικό λήμμα: «…Ήδωνες και Ηδωνοί: Έθνος θρακικόν παρά τω ποταμώ Στρυμόνι, κατοικούν την Ηδωνίδα χώραν …», κατά δε τον Στέφανο Βυζάντιο: «…έθνος Θράκης, από Ηδωνού του Μύγδονος αδελφού…».
Ο ίδιος συγγραφεύς αναφέρει και τους Ώδονες, ένα άλλο θρακικό φύλο, που είτε ταυτίζεται με τους Ήδωνες, είτε έχει στενή συγγένεια μαζί τους. Εξ άλλου εάν λάβουμε υπόψη ότι η ίδια ρίζα Οδο- (Ωδο- ή Οδω-) περιέχεται τόσο στο όνομα ενός ακόμη θρακικού φύλου (Οδόμαντες), όσο και στην παλαιότερη ονομασία της Θάσου (Οδωνίς, κατά τον Ησύχιο), συμπεραίνουμε ότι όλοι αυτές οι ονομασίες άρα και οι λαοί, σχετίζονται στενά μεταξύ τους (βλ. Cambridge Ancient History Vol. III part 2, σελ. 602).
Ο Στράβων (αποσπ. 11, εκ του Ζ΄) είναι πιο κατατοπιστικός, δίνοντας μεν περισσότερες πληροφορίες, αλλά μάλλον περιπλέκει τα πράγματα, αφού διακρίνει τους Ήδωνες από τους Ηδωνούς, κάτι που δεν μαρτυρείται από αλλού :
«…Οι Ηδωνοί και οι Βισάλτες κατείχαν την υπόλοιπη Μακεδονία έως τον Στρυμόνα. Από τους λαούς αυτούς, οι Βισάλτες ονομάζονταν έτσι, Βισάλτες, ενώ από τους Ηδωνούς, άλλοι λέγονταν Μύγδονες, άλλοι Ήδωνες κι άλλοι Σίθωνες…».
Επίσης, πρέπει να αναφέρουμε και την παράδοση σύμφωνα με την οποία ο Ηδωνός, ο Μύγδων, ο Οδόμας και ο Βιστωνός ήσαν αδέλφια.
Τέλος, δεν πρέπει να παραλείψουμε τον σχετικό μύθο (βλ. Απολλοδ. Γ΄ V. 1) για τον θεό Διόνυσο όπου μνημονεύονται οι Ηδωνοί και ο βασιλιάς τους Λυκούργος (βλ. και Ιλιάς Ζ 130-140). Υπήρχε μάλιστα και έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή Αισχύλου με τον τίτλο «Ηδωνοί», καθώς και η τραγωδία «Λυκούργος» του ιδίου, με θέμα τον προαναφερθέντα μύθο.
Συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω, αλλά και τα πορίσματα νεωτέρων ερευνών, υποστηρίζεται σήμερα ότι οι Ήδωνες υπήρξαν αρχικά ένα φρυγικό φύλο (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ – «Εκδοτική Αθηνών», σελ. 48-49), που εγκαταστάθηκε στην περιοχή ανατολικά του ποταμού Στρυμόνα, γύρω από το όρος Παγγαίον, μέσα στα όρια περίπου του σημερινού Νομού Καβάλας. Φαίνεται ότι στην συνέχεια αναμείχθηκαν με γειτονικά τους θρακικά φύλα, από τα οποία πιθανόν παρέλαβαν θρησκευτικά και άλλα έθιμα, με αποτέλεσμα αργότερα να θεωρούνται Θράκες.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από σχετική μνεία του Στράβωνος (Ι΄ ΙΙΙ. 16) στους Ηδωνούς και την αναφορά στίχων του Αισχύλου (από το χαμένο έργο του "Ηδωνοί") για την πόλη τους Κότυ και τις τελετουργίες τους, καταλήγοντας με τα λόγια: «…όλα αυτά μοιάζουν φρυγικά, και δεν είναι παράξενο αφού οι Φρύγες είναι άποικοι Θρακών…». Η άποψη αυτή βεβαίως περί καταγωγής από τους Θράκες δεν είναι αποδεκτή σήμερα και έχει ανατραπεί από καιρό. Σπουδαιότερη πόλη των Ηδωνών ήταν η Μύρκινος, την οποία αναφέρουν τόσον ο Ηρόδοτος (Ζ΄ 11), όσο και ο Στέφανος Βυζάντιος, ο οποίος κατέγραψε και μια διαφορετική γραφή της «…Παρθένιος δε Μυρκιννίαν αυτήν φησι…».


Αργυρό οκτάδραχμο του βασιλέως των Ηδωνών
Γέτα (475 – 465 π.Χ.)


Ἠδωνοί: Άλλη ονομασία με την οποία ήσαν γνωστοί οι Ήδωνες. Κατά τον Στράβωνα (αποσπ. 11, εκ του Ζ΄), οι Ηδωνοί υποδιαιρούντο σε Μύγδονες, Σίθωνες και Ήδωνες.

Κρήστωνες ή Κρηστωναίοι: Αρχαίο πελασγο – θρακικό φύλο, εγκατεστημένο στην ορεινή περιοχή μεταξύ των ποταμών Αξιού και Στρυμόνα, η οποία στην αρχαιότητα ήταν γνωστή ως Κρηστωνία, Γρηστωνία ή Κρηστωνική.
Αναφέρονται από πολλούς κλασσικούς συγγραφείς (Ηροδτ. Ε΄ 3,5 και Ζ΄ 124 Θουκυδ. Β΄ 99.6 Στράβων Ζ΄ αποσπ. 41) άλλοτε ως Θράκες και άλλοτε ως Πελασγοί. Κατά τον ΄Οθωνα Άβελ (Ιστορία της Μακεδονίας, σελ. 177) ήσαν Πελασγοί που αφομοιώθηκαν από τους Βισάλτες.
Σύμφωνα με τις νεώτερες απόψεις οι Κρήστωνες προέκυψαν από την συγχώνευση Θρακών με Πελασγούς, οι οποίοι είτε είχαν εγκατασταθεί εκεί στα τέλη της Νεολιθικής είτε είχαν προέλθει από το κύμα των Θρακο-Πελασγών, που εισέβαλαν στον ελλαδικό χώρο γύρω στο 1200 π.Χ. (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, σελ. 48).

Δ.Ε.Ε.

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009

Λαοί και φύλα της αρχαίας Μακεδονίας (2)

Ο αρχαιολογικός χώρος της Αιανής


Ἐλιμιῶται ἤ Ἐλιμειῶται: Οι κάτοικοι της Ελίμειας ή Ελιμιώτιδος, περιοχής της αρχαίας άνω Μακεδονίας, η οποία κάλυπτε το νότιο τμήμα του σημερινού Νομού Κοζάνης και το ανατολικό του Νομού Γρεβενών, στην κοιλάδα του μέσου ρου του ποταμού Αλιάκμονος (Βλ. Χάρτη Αρχαία Μακεδονία). Στην αρχαιότητα ανήκε στο ομώνυμο βασίλειο, το οποίο μαζί με τα υπόλοιπα ''άνωθεν βασίλεια'' (Τυμφαίας, Ορεστίδος, Εορδαίας, Λυγκηστίδος, Πελαγονίας και Δερριόπου) αποτελούσαν την λεγόμενη Άνω Μακεδονία, όπως προαναφέρθηκε.
Σύμφωνα με τις νεώτερες αντιλήψεις θεωρούνται Δυτικό (Ηπειρωτικό) φύλο, που συμμετείχε στην ομοσπονδία των Ηπειρωτών Μολοσσών μαζί με τους Ορέστες, τους Λυγκηστές, τους Πελαγόνες και τους Τυμφαίους, πριν από την δημιουργία του μακεδονικού βασιλείου.
Σπουδαιότερη πόλη της περιοχής και πιθανότατα η πρωτεύουσα ήταν η Αιανή, η οποία γνώρισε μεγάλη ακμή στα αρχαϊκά και κλασσικά χρόνια (6ος και 5ος αι. π.Χ.). Κατά τον Στέφανο Βυζάντιο ονομάσθηκε έτσι «…από Αιανού παιδός Ελύμου, του βασιλέως Τυρρηνών…». Από τον ίδιο συγγραφέα αναφέρεται και πόλη Ελιμία: «…πόλις Μακεδονίας, Στράβων εβδόμω. από Ελύμου του ήρωος ή από Ελένου ή από Ελύμα του Τυρρηνών βασιλέως…».
Η γεωγραφική θέση της Αιανής ορίζεται δυτικά από το βουνό Βούρινος, νοτιοανατολικά από τα όρη των Καμβουνίων και βορειοανατολικά από την τεχνητή λίμνη του Πολυφύτου. Βρίσκεται 23 χλμ. νότια της Κοζάνης και απέχει 5 χιλ. από τον ποταμό Αλιάκμονα. Η αρχαία πόλη βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο του διεθνούς επιστημονικού, αρχαιολογικού και ιστορικού ενδιαφέροντος εξαιτίας των πολυσήμαντων αρχαιολογικών ευρημάτων που βρέθηκαν σε αυτή: μνημεία, δημόσια κτήρια, πλούσιες ιδιωτικές κατοικίες, μοναδικά αγάλματα και βασιλικοί τάφοι που περιείχαν πλήθος κτερισμάτων όπως χάλκινα σκεύη, όπλα, σιδερένια ομοιώματα αμαξιών με πήλινα και χάλκινα αλογάκια, πήλινα μελανόμορφα και ερυθρόμορφα αγγεία, πήλινα ειδώλια, οστέινα περίτμητα πλακίδια που είναι αριστουργήματα της μικροτεχνίας, γυάλινα και αλαβάστρινα αγγεία. Οι συστηματικές ανασκαφές άρχισαν το 1983 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΡΑΜΗΤΡΟΥ-ΜΕΝΤΕΣΙΔΗ

Η οργανωμένη ζωή στην περιοχή ξεκινά από την Ύστερη Εποχή του Ορειχάλκου, ενώ στα μέσα περίπου της πρώτης χιλιετίας η Ελίμεια καθιστά την ύπαρξη της αισθητή στον ελλαδικό χώρο. Περίφημο στην αρχαιότητα υπήρξε το βαρύ ιππικό των Ελιμιωτών που θα διακριθεί σε πολλές μάχες για την πειθαρχία του και την γενναιότητά του.
Ο πρώτος ηγεμών των Ελιμιωτών και πιθανόν ιδρυτής της βασιλικής δυναστείας της περιοχής, για τον οποίο έχουμε ιστορική αναφορά (σχολιαστής στον Θουκυδίδη Ι. 57. 3) ήταν ο Δέρδας Α΄, γιος του μέλους της μακεδονικής βασιλικής δυναστείας των Αργεαδών, Αρριδαίου. Ο Αρριδαίος ήταν γιος του βασιλέως των Μακεδόνων Αμύντα Α΄ (540 – 498/497 π.Χ.) και επομένως αδελφός του ιδιαίτερα γνωστού από την δράση του στους Περσικούς πολέμους Αλεξάνδρου Α΄ του Φιλέλληνος (498/497 – 454 π.Χ.). Φαίνεται ότι στον Αρριδαίο είχε ανατεθεί η διοίκηση της Ελιμιώτιδος είτε από τον Αμύντα Α΄ είτε το πιθανότερο από τον ίδιο τον Αλέξανδρο Α΄, ο οποίος είχε συνάψει σχέσεις επιγαμίας (ο ίδιος ή η αδελφή του) με τον προϋπάρχοντα βασιλικό οίκο της Ελίμειας (βλ. E. Borza: The Emergence of Macedon, σελ. 124). Ο Δέρδας Α΄ κληρονόμησε λοιπόν το βασίλειο της Ελιμιώτιδος από τον πατέρα του και θα σπεύσει να ανεξαρτητοποιηθεί πλήρως από το Βασίλειο της Μακεδονίας, μάλλον κατά την διάρκεια των ταραγμένων χρόνων που ακολούθησαν την δολοφονία του Αλεξάνδρου Α΄. Ο Δέρδας Α΄ θα εμπλακεί μάλιστα και στην δυναστική διαμάχη των εξαδέλφων του (των υιών του Αλεξάνδρου Α΄), Φιλίππου και Περδίκκα, στηρίζοντας στρατιωτικά τον Φίλιππο εναντίον του αδελφού του, ο οποίος είχε καταλάβει τον θρόνο της Μακεδονίας (Περδίκκας Β΄). Ο διάδοχος του Περδίκκα Β΄, ο Αρχέλαος (413 – 399 π.Χ.), θα ανανεώσει τους συγγενικούς δεσμούς των Αργεαδών με τους Ελιμιώτες δίνοντας την κόρη του ως σύζυγο (το 400 π.Χ. σύμφωνα με τους υπολογισμούς του N. Hammond. Αναφέρεται στο The Emergence of Macedon, σελ. 164) στον Δέρδα Β΄ που ήδη είχε διαδεχθεί τον πατέρα του, Δέρδα Α΄ (σύμφωνα με άλλους ιστορικούς ήταν παππούς του και όχι πατέρας του), στον θρόνο της Ελίμειας.
Ο Δέρδας Β΄ θα αποκτήσει από την κόρη του Αρχελάου δυο γιους, τον Δέρδα και τον Μαχάτα και μια κόρη, την Φίλα, την οποία θα πάρει (σύμφωνα με τις νεώτερες απόψεις των ιστορικών) ως πρώτη σύζυγο ο Φίλιππος Β΄ (και όχι την Ιλλυρίδα Αυδάτα, η οποία θεωρείται πλέον ως η δεύτερη κατά σειράν σύζυγός του).
Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον κορυφαίο Γερμανό ιστορικό και μελετητή της περιόδου του Μεγ. Αλεξάνδρου Ντρόϋζεν (Johann Gustav Droysen, 1808 – 1884), ο γενάρχης της μακεδονικής Δυναστείας των Αντιγονιδών, ο Αντίγονος Α΄ ο ονομαζόμενος Μονόφθαλμος ή Κύκλωψ (382-301 π.Χ.), προερχόταν από το γένος των ηγεμόνων της Ελιμιώτιδος και ήταν γιος του Φιλίππου, γιου του προαναφερθέντα Μαχάτα.* Υπενθυμίζουμε ότι ο Φίλιππος διορίστηκε από τον Μ. Αλέξανδρο ως Σατράπης (διοικητής) του τμήματος των Ινδιών, που κατακτήθηκε στην διάρκεια της σχετικής εκστρατείας. Δολοφονήθηκε το 326 π.Χ. μετά την ανταρσία των μισθοφορικών στρατευμάτων που διοικούσε (Αρριανού, Ανάβασις VI.27.2).
Το βασίλειο της Ελιμιώτιδος θα ενσωματωθεί οριστικά επί Φιλίππου Β΄ στο Μακεδονικό Βασίλειο και θα αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα αυτού σε όλη την υπόλοιπη διάρκεια της ύπαρξής του, μέχρι την ρωμαϊκή κατάκτηση (168/167 π.Χ.).
___________________

(*) Βλ. σχετικά J. G. Droysen: Geschichte des Hellenismus Τόμ. Ι σελ. 43, καθώς και στο εξαιρετικό Smith, Dictionary of Greek and Roman Biography and Mythology. Πρέπει όμως να αναφέρουμε ότι υπάρχουν αμφισβητήσεις για την καταγωγή του από άλλους ιστορικούς (Edson, Τατάκη), ενώ ο Χέκελ (Waldemar Heckel: Who's who in the Age of Alexander the Great-Prosopography of Alexander's Empire, 2006) δεν αναφέρει τίποτε.


Ἐορδοί: Αρχαίο φύλο εντοπιζόμενο στην άνω Μακεδονία. Κατά τις απόψεις των νεώτερων ερευνητών οι Εορδοί ή Εορδαίοι (βλ. Στεφ. Βυζ. στην λέξη Εορδαίαι), διείσδυσαν στην Μακεδονία και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή δυτικά του Βερμίου, στην διάρκεια της Εποχής του Ορειχάλκου. Θεωρούνταν ως Ιλλυρικό φύλο και σωστότερα Πρωτο - Ιλλυρικό. Σύμφωνα όμως με νεώτερες απόψεις (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ σελ. 66), θεωρούνται πλέον ως Παίονες.
Κατά την πρώτη περίοδο της επέκτασης του Μακεδονικού βασιλείου, η περιοχή των Εορδών θα κατακτηθεί από τους Μακεδόνες, οι οποίοι θα τους εξοντώσουν. Όσοι επέζησαν θα καταφύγουν στην Φύσκα της Μυγδονίας (Θουκυδίδης Β΄ 99), απ’ όπου είχαν ήδη εκδιωχθεί οι κάτοικοί της Ήδωνες, που είχαν καταλάβει την χώρα μετά την παλαιότερη (γύρω στο 800 π.Χ.) αποχώρηση του μεγαλύτερου τμήματος του φρυγικού φύλου των Μυγδόνων, ενώ στην Εορδαία θα εγκατασταθούν Μακεδόνες. Από τότε η περιοχή θεωρείται ως μια από τις βασικές επαρχίες του Μακεδονικού βασιλείου.
Γύρω στο 350 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄ θα ενσωματώσει στην Μακεδονία τους Παραυαίους, τους Τυμφαίους και τους Ορέστες, ενώ στην περιοχή των Πρεσπών (σημερ. πεδιάδα της Κορυτσάς), θα δημιουργήσει από τους κατοίκους της περιοχής και Μακεδόνες αποίκους, ένα νέο φύλο που τους ονόμασε Εορδαίους (N.G.L. Hammond:Macedonian State, σελ.192, καθώς και N.G.L.Hammond “The march of Alexander the Great on Thebes in 335 B.C.” στο συλλογικό έργο «Μέγας Αλέξανδρος: 2300 χρόνια από το θάνατό του» Θεσσαλονίκη 1980, 172-175). Πιθανόν να ταυτίζονται με τους Εορδήτες, που αναφέρονται από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο (Γ΄ 13. 26) στην περιοχή του άνω ρου του ποταμού Δεβόλη (ο ένας από τους δύο μεγάλους παραπόταμους του Άψου-Semeni) και του παραποτάμου του, Εορδαϊκού. Από αυτήν την (μακεδονική πλέον) Εορδαία, καταγόταν (σύμφωνα με τα Λεξικά «ΗΛΙΟΥ» και «Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα») ο στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου Πτολεμαίος ο Λάγου, ο ιδρυτής της περίφημης δυναστείας των Πτολεμαίων της Αιγύπτου, γνωστότερος με το όνομα Πτολεμαίος Α΄ ο Σωτήρ, αλλά κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, ο Πτολεμαίος κατήγετο από μια πόλη των Ορεστών, την Ορεστία.

Δ.Ε.Ε.