Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλωσσικές οικογένειες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλωσσικές οικογένειες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 15 Μαΐου 2015
Πώς χειρίστηκε ο Ηρόδοτος τις ξένες γλώσσες;
Πώς χειρίστηκε ο Ηρόδοτος
τις ξένες γλώσσες που αντιμετώπισε;
Μανόλης Μανδαμαδιώτης
(απόφοιτος
Κλασικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών)
Ε μ π ο ρ ι κ
έ ς Σ χ έ σε ι ς
Από τη δεύτερη χιλιετία προ Χριστού, το πλέγμα των
εμπορικών σχέσεων, που παγίωσαν οι Ασσύριοι στην περιοχή της Ανατολίας, βοήθησε
τη διάδοση του πολιτισμού της Μεσοποταμίας στην ευρύτερη περιοχή.
Επιπλέον, οι εμπορικές σχέσεις των Ελλήνων με τους
Φοίνικες, όπως αναφέρεται στην Οδύσσεια και αποδεικνύεται από τα αρχαιολογικά
ευρήματα, οδήγησαν στη διάδοση μυθολογικών και λογοτεχνικών μοτίβων αμφίδρομα.
Ιδιαίτερα στο Ugarit, παρατηρήθηκαν όχι μόνο εμπορικές συναλλαγές με το
Αιγαίο Πέλαγος αλλά και κάποιου είδους εγκατάσταση, κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο,
σε περιοχές όπως η Κρήτη, τα Δωδεκάνησα, η Εύβοια και η Αθήνα. Επιπρόσθετα, τα
δείγματα της κεραμικής, που βρέθηκαν στη Σαρδηνία, υπογραμμίζουν τις εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις, που
είχαν δημιουργηθεί ανάμεσα στους Έλληνες και τους Φοίνικες.
Ωστόσο, μόνιμες και ευρύτερες πολιτισμικές επιδράσεις
καταγράφηκαν από την πρώτη χιλιετία και μετά, όταν ιδρύθηκαν σταθεροί εμπορικοί
σταθμοί και σημειώθηκαν μόνιμες εγκαταστάσεις τεχνιτών και εμπόρων στις
εμπλεκόμενες με το εμπόριο περιοχές.
Ο ελληνορωμαϊκός κόσμος δέχτηκε μύθους και
επιστημονικές γνώσεις από λαούς της Ανατολής και της Αιγύπτου, χωρίς, ωστόσο,
να καταδεικνύεται ο ακριβής τρόπος ανταλλαγής των στοιχείων. Τα ταξίδια, οι
εμπορικές συναλλαγές και οι πόλεμοι έφεραν κοντά λαούς διαφορετικής εθνολογικής
προέλευσης από τους οποίους, οι Έλληνες, τουλάχιστον, δεν είχαν κανένα
ενδιαφέρον να μάθουν κάποια ξένη γλώσσα. Οι Επικούρειοι, εξάλλου, υποστήριζαν
ότι μόνο η ελληνική γλώσσα μπορούσε να εκφράσει ολοκληρωμένα τα νοήματα της
ανθρώπινης νόησης, πεποίθηση που ενισχυόταν και από το γεγονός ότι η Ελλάδα,
την εποχή εκείνη, αποτελούσε το πνευματικό κέντρο του τότε γνωστού κόσμου. Θα
χρειαστεί να περάσουν αρκετές δεκαετίες, μέχρι την έναρξη δηλαδή της
ελληνιστικής εποχής, κατά την οποία οι Έλληνες ασχολήθηκαν με θέματα που
αφορούσαν τη γλώσσα, δίνοντας έμφαση στη γραμματική, τη δομή και το λεξιλόγιο.
L i n g u a f r a n c a
Οι δεσμοί, που ένωσαν την Ασία με την Ευρώπη καθώς και
με τη Βόρεια Αφρική, και παγιώθηκαν είτε ως εμπορικές συναλλαγές είτε ως
πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις οδήγησαν στην καθιέρωση, ήδη από τη δεύτερη
χιλιετία προ Χριστού, της «lingua
franca», η οποία επέτρεψε την επικοινωνία
ανάμεσα σε λαούς, των οποίων η γλώσσα ήταν διαφορετική.
Η αρχή έγινε με τα Ακκαδικά, τα οποία αποτέλεσαν την
πρώτη lingua franca, πριν δώσουν τη σειρά τους στα Αραμαϊκά, τα οποία
χρησιμοποιήθηκαν ευρέως κατά τη διάρκεια της πρώτης χιλιετίας προ Χριστού.
Τα Ακκαδικά γράφονταν από τα δεξιά προς τα αριστερά και
στηρίζονταν στη λογοσυλλαβική
σφηνοειδή γραφή, που επινοήθηκε για τη γραφή
των Σουμερικών. Μορφές ακκαδικής γραφής εμφανίζονται σε κείμενα του 26ου αιώνα.
Αρχικά, χρησιμοποιήθηκαν στη συγγραφή βασιλικών κειμένων, αλληλογραφίας,
νομικών εγγράφων και λογοτεχνικών έργων. Συνοπτικά, οι ακκαδικές διάλεκτοι
ονομάζονται Παλαιο-Ακκαδικά. Κατόπιν, οι διάλεκτοι της Ασσυρίας στη Νότια
Μεσοποταμία διαχωρίζονται από τις βαβυλώνιες διαλέκτους στο Νότο. Τόσο στα
Βαβυλωνιακά όσο και στα Ασσυριακά έγιναν διαχωρισμοί βάσει των χρονολογιών.
Παράλληλα με τα Αραμαϊκά, τα Φοινικικά αποτέλεσαν τη
δεύτερη περισσότερο διαδεδομένη γλώσσα στην περιοχή της Κιλικίας και της
Καππαδοκίας από τον 9ο μέχρι τον 7ο αι. π.Χ. Την ίδια περίοδο, τα Ελληνικά
χρησιμοποιήθηκαν, ως «lingua franca» περιορισμένης διάδοσης, στις περιοχές της Ανατολικής
Μεσογείου.
Γ λ ώ σ σ ε ς
Η εκτεταμένη χρήση των Αραμαϊκών δεν μπόρεσε να
εκτοπίσει τις τοπικές διαλέκτους, οι οποίες συνέχιζαν να χρησιμοποιούνται
ευρέως σε ιδιωτικά καθώς επίσης και στα επίσημα έγγραφα, που στέλνονταν από την
κεντρική διοίκηση. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι ο Αιγυπτιακός κώδικας της δικονομίας
είχε γραφτεί τόσο στα Αραμαϊκά όσο και στη δημοτική μορφή της γλώσσας, που
χρησιμοποιούσαν εκείνη την εποχή. Ακόμη και οι επιγραφές, που χαράσσονταν στα
περικάρπια των δούλων, γράφονταν ταυτόχρονα στα Αραμαϊκά και τα Ακκαδικά. Αυτές
οι περιπτώσεις διγλωσσίας, που φυσικά δεν ήταν μοναδικές, δικαιολογούν την
τακτική αρκετών ποιητών να συνθέτουν ποιήματα και στη μία και στην άλλη γλώσσα,
γεγονός που βοήθησε στην ανταλλαγή λογοτεχνικών μοτίβων, ανάμεσα στους λαούς
που αποτέλεσαν την Περσική Αυτοκρατορία.
Οι Έλληνες, από την άλλη μεριά, των οποίων η εθνολογική
σύσταση ήταν ιδιαίτερα ομοιογενής, επιτρέποντας μόνο περιορισμένες διαλεκτικές
διαφοροποιήσεις, δεν έμπαιναν στη διαδικασία να μάθουν ξένες γλώσσες και
αναγκάζονταν να καταφύγουν είτε σε Έλληνες, που ζούσαν στα ξένα κράτη, είτε σε
διερμηνείς, οι οποίοι επαγγελματικά πλέον έδιναν λύση στην ανάγκη επικοινωνίας
αλλόγλωσσων ατόμων. Ιδιαίτερα την εποχή, που ταξίδεψε ο Ηρόδοτος και συνέγραψε
τα κεφάλαια των Ιστοριών
του, δηλαδή στα μέσα του 5ου αιώνα
π.Χ., στην Περσική Αυτοκρατορία επικρατούσαν τα Ακκαδικά και τα Αραμαϊκά,
διαιρεμένα στις διαλέκτους τους, ανάλογα με τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή,
όπως φαίνεται στο παρακάτω διάγραμμα:
(Κάντε κλικ επάνω στην εικόνα για μεγέθυνση)
Π ο λ ι τ ι σ
μ ι κ έ ς α λ λ η λ ε π ι δ ρ ά σ ε ι ς
Οι γλωσσικοί φραγμοί που υπερνικήθηκαν λόγω της «lingua franca» και
η επεκτατική
πολιτική των Ελλήνων στην ανατολική
Μεσόγειο συνδυάστηκε με την εξάπλωση των
Ασσυρίων στην περιοχή της Ασίας και, τελικά, προκάλεσε την ανταλλαγή στοιχείων
πολιτισμού ανάμεσα στα δύο έθνη.
Εξάλλου, από την Εποχή του Χαλκού, πραγματοποιούνταν
μακρινά, για τα δεδομένα της εποχής, ταξίδια, τα οποία έφερναν στις αυλές των βασιλιάδων
φημισμένους αοιδούς, δημιουργούς ή θεραπευτές, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν την
πρόσκληση του βασιλιά για να εδραιώσουν τη φήμη τους.
Εκτός, όμως, από τους εντεταλμένους των θεών (δηλ. τους
αοιδούς, τους δημιουργούς και τους θεραπευτές) Έλληνες προσλαμβάνονταν ως μισθοφόροι στον ασσυριακό στρατό από την Αρχαϊκή Εποχή,
συμμετέχοντας με τον τρόπο αυτό, στην πολιτισμική ανταλλαγή.
Συχνοί, επίσης, ήταν και οι γάμοι ανάμεσα σε άτομα διαφορετικής εθνότητας. Ιδιαίτερα στην
Εγγύς Ανατολή, η σύναψη γάμων ανάμεσα σε άτομα διαφορετικής εθνότητας ήταν μία
πάγια τακτική εδραίωσης συμφωνιών, που αφορούσαν κράτη διαφορετικής γλώσσας και
γενικότερα πολιτισμικού υποβάθρου.
Στους γάμους αυτού του είδους, συνήθως, η γυναίκα
ξενιτευόταν και μεγάλωνε τα παιδιά της μόνη της ή με τη βοήθεια κάποιας
παιδαγωγού, η οποία καταγόταν επίσης από ξένη χώρα. Τα παιδιά, που ανατρέφονταν
με τον τρόπο αυτό, κατέληγαν να χρησιμοποιούν δύο γλώσσες κατά την επικοινωνία
τους με τους άλλους (διγλωσσία), γεγονός που επέτεινε και η συνήθεια των ξενόφερτων
παιδαγωγών να διηγούνται στα παιδιά ιστορίες φερμένες από την πατρίδα τους και
όχι κάποιον από τους γνωστούς ελληνικούς μύθους.
Η ρ ό δ ο τ ο
ς – Π ε ρ σ ι κ ή Α υ τ ο κ ρ α τ ο ρ ί α
Το παραπάνω ιστορικό – πολιτισμικό πλαίσιο επέδρασε
καθοριστικά στην ανάπτυξη του Ηροδότου, ο οποίος, όντας γνήσιο τέκνο ενός
τέτοιου πολιτισμικού σταυροδρομιού, όπως υπήρξε η Αλικαρνασσός, ήρθε από νωρίς
σε επαφή με ξένους πολιτισμούς και, φυσικά, με ξένες γλώσσες, των οποίων τις
ιδιομορφίες κλήθηκε να αντιμετωπίσει κατά τη διάρκεια της συγγραφής των «Ιστοριών» του.
Παρ’ όλο που ο τίτλος που δόθηκε στο έργο του Ηροδότου
από τους Αλεξανδρινούς φιλολόγους είναι «Ἡροδότου Μοῦσαι», ο Ηρόδοτος μοιάζει να προτίμησε τον τίτλο «Ἱστορίης ἀπόδεξις» ή, περισσότερο εύστοχα,
όπως θα μπορούσε να συμπληρώσει κάποιος σύγχρονος μελετητής, «Περσικά» ή
«Μηδικά», βάσει του περιεχομένου των 9 βιβλίων των Ιστοριών του Ηροδότου. Ανεξάρτητα από τους τίτλους, είτε
πρόκειται για παλαιότερες ή νεότερες απόπειρες ονοματοθεσίας, ο Ηρόδοτος
ασχολείται με τους Μηδικούς πολέμους ή, αλλιώς, με τις συγκρούσεις των Ελλήνων
και των Περσών κατά τη διάρκεια των ετών 494 μέχρι και 479 π.Χ. (δηλαδή από την
έναρξη της Ιωνικής Επανάστασης μέχρι και την κατάληψη του περσικού φρουρίου της
Σηστού από τους Αθηναίους).
Η ιστορική αναδρομή του Ηρόδοτου ξεκινά από το 560
π.Χ., όταν ο Κροίσος, βασιλιάς των Λυδών, υπέταξε τους Έλληνες της Μ. Ασίας και, κατόπιν,
νικήθηκε από το βασιλιά των Περσών Κύρο,
που κατάφερε να υποτάξει τη Βαβυλωνία,
δημιουργώντας έτσι τη Μεγάλη Περσική Αυτοκρατορία. Αργότερα, ο Καμβύσης υπέταξε
και την Αίγυπτο, λίγο πριν τα σκήπτρα της εξουσίας παραδοθούν στο
Δαρείο, ο οποίος οργάνωσε διοικητικά την Περσία και έθεσε κάτω από την υποταγή
του τους Σκύθες
καθώς και τους Θράκες και Μακεδόνες,
επεκτείνοντας τα όρια της αυτοκρατορίας του μέχρι τη σημερινή Θεσσαλία. Στα
χρόνια του Δαρείου επιταχύνθηκε η προσπάθεια ενοποίησης της Περσικής
Αυτοκρατορίας, χωρίς, ωστόσο, να χαθούν οι τοπικές παραδόσεις και διάλεκτοι.
Η σύντομη αυτή ιστορική αναφορά καταδεικνύει την
πολυπολιτισμικότητα της Περσικής Αυτοκρατορίας, η οποία στους κόλπους της
συγκέντρωνε τρεις θεμελιώδεις πολιτισμούς (ασσυριακό, βαβυλώνιο και αρχαίο αιγυπτιακό)
και εκατομμύρια κατοίκους, οι οποίοι διασπείρονταν στην αχανή της έκταση, που
οριοθετούσαν ο
Καύκασος, ο Εύξεινος Πόντος, η Μακεδονία, η Μεσόγειος Θάλασσα, ο Περσικός
Κόλπος, η Κασπία Θάλασσα μέχρι και η Ινδία.
Ο Ηρόδοτος δε θεωρούσε τους Πέρσες βάρβαρους και
απολίτιστους, όπως θεωρούσε τους αρχαίους Αιγυπτίους, και πίστευε ότι μπορούσαν
να σκεφτούν το ίδιο πολύπλοκα με τους Έλληνες, σε σημείο, μάλιστα, που να
μπορούν να κατανοήσουν τη θεμελιώδη, για τον ελληνικό τρόπο σκέψης, έννοια της
«ύβρεως». Απόδειξη της εκτίμησης, που έτρεφε ο Ηρόδοτος για τους
Πέρσες, αποτελούν τα 207 βιβλία που τους αφιέρωσε ενώ από τα υπόλοιπα των Ιστοριών του τα 181 αφιερώθηκαν στους Αιγυπτίους και τα 960
στους Έλληνες.
Στις Ιστορίες του Ηροδότου δεν περιέχονται μόνο πορίσματα αυτοψίας
αλλά κυρίως πληροφορίες για σεισμούς, για την κατασκευή μεγάλων έργων καθώς και
ποικίλα κλιματολογικά, λαογραφικά, γεωγραφικά και στατιστικά στοιχεία, τα οποία
συνθέτουν ένα ετερογενές υλικό, συχνά, σκανδαλιστικά ανακριβές. Καίρια θέση
στην αφήγησή του κατέχουν οι δημηγορίες, οι οποίες μας δίνουν ενδείξεις για τον τρόπο που
αντιλαμβανόταν ο Ηρόδοτος τις ξένες γλώσσες αφενός και αφετέρου αποτελούν το
συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο ιστορικό έργο του Ομήρου, του Ηροδότου και του
Θουκυδίδη.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο Ηρόδοτος, αξιοποιώντας
κάποιες ενδείξεις, υπέθετε τα λόγια των δημηγοριών δεδομένου ότι οι περισσότερες
από αυτές ήταν διατυπωμένες σε γλώσσα διαφορετική από την ελληνική, η οποία
ήταν η μοναδική γλώσσα που γνώριζε ο Ηρόδοτος.
Για τις υπόλοιπες περιπτώσεις, και όπου οι συνθήκες το
επέτρεπαν, ο Ηρόδοτος δέχθηκε τη βοήθεια επαγγελματιών διερμηνέων ή και, ακόμη,
μισθοφόρων, που βρίσκονταν στην περιοχή και προέρχονταν από την Ελλάδα, καθώς
και απλών ανθρώπων, οι οποίοι βρίσκονταν μακριά από την πατρίδα τους και είχαν
μάθει στο μεταξύ κάποια από τις γλώσσες των χωρών προορισμού του Ηρόδοτου.
Με τον τρόπο αυτό προέκυψε ο μακρύς κατάλογος των δημηγοριών,
που περιέχονται στα βιβλία των Ιστοριών του Ηροδότου και κυρίως στο Α΄ και στο Ε΄ βιβλίο, και
καταδεικνύουν την ικανότητα του συγγραφέα να παρακάμψει τις αρχικά πολλές
δυσκολίες στην καταγραφή αλλόγλωσσων δημηγοριών και να τις παρουσιάσει, αξιοποιώντας
τις ικανότητές του ως ιστορικός αλλά και ταυτόχρονα τη λογοτεχνική του
δεινότητα.
Ετικέτες
Γλωσσικές οικογένειες,
Γλωσσολογία,
Ελληνισμός,
Ιστορία
Τετάρτη 9 Μαΐου 2012
Μη-συμβατική «Ιστορία των Κούρδων»;
Το ενιαίο Κουρδιστάν (σύμφωνα με την κουρδική άποψη)
Μη-συμβατική «Ιστορία των Κούρδων»;
Από μια ιστοσελίδα Κούρδων στην Ελλάδα (http://kourdistan.blogspot.com/p/blog-page_378.html), προσκείμενων προφανώς στο Πε-Κα-Κα (PKK), διαβάζουμε τα εξής περίεργα, σε ένα κείμενο χωρίς όνομα συγγραφέα:
“Οι Κούρδοι ανήκουν στους ινδοευρωπαϊκούς λαούς. Το 1000 π.Χ. οι φυλές των Κούρδων εγκαταστάθηκαν στα εδάφη της Μεσοποταμίας, στην περιοχή μεταξύ των λιμνών Ουρμίγια και Βαν, στα οποία κατοικούν ακόμη και σήμερα. Αυτές οι φυλές το 700-800 π.χ. ονομάστηκαν Μήδες (σημ. ΔΕΕ: Εννοεί τους Μήδους). Από την εποχή αυτή και επί αιώνες ήταν αναγκασμένοι να πολεμούν ενάντια στους Πέρσες, που βρίσκονταν πλησιέστερα και από την άλλη ενάντια στους Ασσύριους, που είχαν εγκαταστήσει στη Μέση Ανατολή την πιο άγρια δουλοκτητική αυτοκρατορία.
Οι Μήδες για να προφυλαχθούν από τους Ασσύριους ίδρυσαν την ομοσπονδία των Μηδικών φυλών. Το 740 π.χ. με την καθοδήγηση του βασιλιά Διοκάσιου (σημ. ΔΕΕ: sic!) ίδρυσαν το Βασίλειο των Μήδων, και το 612 π.Χ. στις 21 Μαρτίου κατέλαβαν την πρωτεύουσα των Ασσυρίων Νινευή. Για 100 χρόνια οι Μήδες κυριαρχούσαν στην περιοχή όμως το 550 π.Χ. δεν άντεξαν στις επιθέσεις των Περσών και ηττήθηκαν. Στο Κουρδιστάν, τότε, μαζί με τους Πέρσες σχηματίσθηκαν πολλά αποικιοκρατικά κράτη. Έτσι αρχίζει για το Κουρδιστάν η περίοδος κατάληψης και κατοχής του...”.
Να με συγχωρούν οι φίλοι Κούρδοι, αλλά αυτά τα περί προγόνων που «ίδρυσαν το Βασίλειο των Μήδων» μου θυμίζουν τα περί αρχαιομακεδονικής καταγωγής των Σκοπιανών. Η πρώτη μάλιστα παράγραφος του παραπάνω κειμένου είναι επιεικώς απαράδεκτη, από εθνολογική και ιστορική άποψη:
"Οι Κούρδοι ανήκουν στους ινδοευρωπαϊκούς λαούς. Το 1000 π.χ. οι φυλές των Κούρδων εγκαταστάθηκαν στα εδάφη της Μεσοποταμίας, στην περιοχή μεταξύ των λιμνών Ουρμίγια και Βαν, στα οποία κατοικούν ακόμη και σήμερα. Αυτές οι φυλές το 700-800 π.χ. ονομάστηκαν Μήδες (sic!)".
Η πραγματικότητα όμως είναι τελείως διαφορετική. Η κύρια εθνοτική ομάδα που απετέλεσε το βασικό συστατικό στοιχείο των σημερινών Κούρδων ήσαν οι Χουρρίτες και οι συγγενείς τους Ουράρτιοι, πανάρχαιοι λαοί καυκασιανής καταγωγής. Οι εκτάσεις γύρω από την λίμνη Βαν (Van) είχαν κατοικηθεί από χουρριτικούς πληθυσμούς ήδη από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Το ζήτημα της προέλευσης αυτών των πληθυσμών και η θεωρία για μια πιθανή μετανάστευσή τους από την άλλη πλευρά της Κασπίας στην διάρκεια των προϊστορικών χρόνων παραμένoυν ανοικτά μέχρις ότου νεώτερα ευρήματα έλθουν στο φως (βλ. Gernot Wilhelm: The Hurrians-1994, σελ. 7). Παράλληλα είναι γνωστό ότι στις περιοχές γύρω από την λίμνη Βαν εντοπίζονται γύρω στο 1000 π.Χ. οι Ουράρτιοι, τους οποίους παλαιότερα θεωρούσαν απογόνους των Χουρριτών. Η σύγχρονη γλωσσολογική έρευνα όμως και κυρίως οι μελέτες του μεγάλου Ρώσσου γλωσσολόγου Ιγκόρ Ντιακόνωφ (Igor M. Diakonoff), έδειξαν ότι η γλώσσα των Ουραρτίων και των Χουρριτών ήσαν μεν στενά συγγενείς και σχετίζονταν με τις σημερινές Καυκασιανές γλώσσες της λεγόμενης Βορειο-ανατολικής Ομάδας (Veinakh group), αλλά αποδείχθηκε ότι η Ουραρτιανή γλώσσα δεν υπήρξε μια νεώτερη συνέχεια της Χουρριτικής. Οι δύο γλώσσες αποτελούσαν δύο ανεξάρτητους κλάδους που εξελίχθηκαν από μια προγονική γλώσσα (Πρωτο-Χουρριτο-Ουραρτιανή, Proto-Hurrian-Urartian), η οποία διασπάσθηκε στους δύο προαναφερθέντες κλάδους ήδη από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ. (βλ. G. Wilhelm: The Hurrians, ό.π. σελ. 3-4 και Cambridge Ancient History - Vol. III part 1, σελ. 321).
Οι Χουρρίτες, που αργότερα θα ιδρύσουν το περίφημο Βασίλειο του Μιταννί (στα μέσα του 16ου αιώνα π.Χ. περίπου), προωθούμενοι προς τα νοτιοδυτικά, διέσχισαν τον Ευφράτη και άρχισαν τις διεισδύσεις τους στην Άνω (βόρεια) Συρία, η οποία βρισκόταν κάτω από την εξουσία των Αμορριτών, ενός βορειοσημιτικού φύλου. Τα όρια εξάπλωσης της χουρριτικής κυριαρχίας στην Βόρεια Συρία θα επεκταθούν μέχρι τις λοφώδεις εκτάσεις στις υπώρειες της οροσειράς του Αμανού (Amanus, στην ανατολική πλευρά του σημερινού κόλπου της Αλεξανδρέττας) και αυτή η διαίρεση μεταξύ της «χουρριτικής ζώνης» και της «αμορριτικής ζώνης» ανταποκρίνεται στην σημερινή διαίρεση μεταξύ των «κουρδικών περιοχών» και των «αραβόφωνων περιοχών» (βλ. C.A.H. ό.π. σελ. 23).
Το Βασίλειο του Μιταννί στο ύψιστο σημείο επέκτασής του
(περ. 1500 π.Χ.)
Το Βασίλειο του Μιταννί κάτω από την ηγεσία της στρατιωτικής αριστοκρατίας των Ινδοάριων επικυριάρχων του (βλ. για λεπτομέρειες Robert Drews: The Coming of the Greeks, σελ. 61 και 141) θα κατακτήσει μεγάλες εκτάσεις και θα διαδραματίσει σημαντικότατο ρόλο στις πολιτικοστρατιωτικές εξελίξεις της Δυτικής Ασίας στην διάρκεια του 15ου αιώνα π.Χ. οπότε σημειώθηκε και το ύψιστο της ακμής του. Θα καταρρεύσει και θα εξαφανιστεί γύρω στο 1200 π.Χ. στην διάρκεια των μεγάλων μετακινήσεων πληθυσμών (Λαοί της Θάλασσας, Φρύγες, πρωτο-Αρμενικά φύλα) και των τεράστιων πολιτικο-στρατιωτικών ανακατατάξεων που ακολούθησαν (εξαφάνιση των Μυκηναϊκών Βασιλείων και της θαλασσοκρατορίας τους, πτώση του Νέου Βασιλείου στην Αίγυπτο, κατάρρευση της Χιττιτικής αυτοκρατορίας, ανάδυση της Ασσυριακής στρατιωτικής ισχύος κλπ).
Λίγους αιώνες αργότερα, στην διάρκεια του β΄ τετάρτου του 13ου αιώνα π.Χ. και στην περιοχή νοτιοανατολικά από την λίμνη Βαν και μέχρι τις πηγές του Μεγάλου Ζαμπ (Great Zab – αρχαιοελλ. Ζαπάτας), παραπόταμου του Τίγρη, εμφανίζεται για πρώτη φορά η ονομασία μιας νέας χώρας στις ασσυριακές επιγραφές, της «Ουρουάτρι – Uruatri/Uratri», την οποία ισχυρίζεται ότι κατέκτησε ο Ασσύριος αυτοκράτορας Σσαλμανεσέρ Ι (Shalmaneser, 1274-1245 π.Χ.). Όπως πιστεύουν ορισμένοι ερευνητές (βλ. Redgate 1998, σελ. 27) αυτή είναι η πρώτη ιστορική αναφορά στην χώρα της Ουραρτού ή τουλάχιστον μια ονομασία από την οποία προέκυψε αργότερα το όνομα Ουραρτού (βλ. C.A.H Vol. III part 1, σελ. 329) των ασσυριακών αναφορών, η Αραράτ (Ararat) των εβραϊκών πηγών. Η Ουραρτού, μετά από επικές συγκρούσεις με την πανίσχυρη Ασσυριακή αυτοκρατορία, στην οποία έγινε φόρου υποτελής κατά διαστήματα, θα υποταχθεί τελικώς στους Μήδους και θα προσαρτηθεί στην Μηδική αυτοκρατορία, μάλλον το 585 π.Χ. την χρονιά που τα μηδικά στρατεύματα θα προελάσουν στην Μ. Ασία μέχρι τον ποταμό Άλυ για να συγκρουσθούν με το Βασίλειο της Λυδίας.
Το Βασίλειο της Ουραρτού (9ος-6ος αι. π.Χ.)
Ως προς τους Μήδους τώρα: Οι Μήδοι, όπως και οι στενά συγγενείς τους Πέρσες, εμφανίζονται για πρώτη φορά στην Ιστορία χάρη σε μια καταγραφή του αυτοκράτορα Σσαλμανεσέρ ΙΙΙ (Shalmaneser, 858-824 π.Χ.) στα ασσυριακά Αρχεία το 836 π.Χ. όπου αναφέρει ότι επέβαλε φόρο υποτελείας στους ηγεμόνες κάποιων λαών των χωρών στα βόρεια σύνορα της Ασσυρίας, φτάνοντας μέχρι την γη των «Μάντα» (Mada = Μήδοι). Ένας συνηθισμένος όρος πάντως με τον οποίον οι Ασσύριοι και οι Βαβυλώνιοι αποκαλούσαν τους Μήδους, ήταν η έκφραση «Umman-manda», ένας γενικός όρος των λαών της Μεσοποταμίας για τα βαρβαρικά φύλα του Ζάγρου, που χρησιμοποιήθηκε επίσης για τους Κιμμέριους και Σκύθες επιδρομείς (βλ. για τον όρο αυτόν την ενδιαφέρουσα ανάλυση στο Robert Drews: The Coming of the Greeks – Princeton University Press 1988, Appendix Two, σελ. 226-230).
Σύμφωνα με την παράδοση, δημιουργός της Μηδικής Αυτοκρατορίας ήταν ο Διηόκης (και όχι Διοκάσιος, που μου θυμίζει μάλλον παραφθορά του ονόματος Δίων Κάσσιος, του γνωστού ιστορικού του 2ου/3ου αι. μ.Χ. συγγραφέα της πολύτομης «Ρωμαϊκής Ιστορίας»). Κατά τους υπολογισμούς των ερευνητών (βλ. A. T. Olmstead: History of the Persian Empire, 1948 – ελληνική έκδοση «Οδυσσέας» 2002, σελ. 70) και βάσει των στοιχείων που αναφέρει ο Ηρόδοτος (Α΄ 96-101), ο Διηόκης κυβέρνησε από το 728 μέχρι το 675 π.Χ. και υπήρξε ο ιδρυτής των πρωτεύουσας των Μήδων, Εκβάτανα (σημερινό Χαμαντάν, Hamadan). Οι Μήδοι θα υποτάξουν τα φύλα της περιοχής και μεταξύ αυτών και τους προγόνους των Κούρδων, οι οποίοι έχασαν βαθμιαία την ουραρτιανή γλώσσα τους και έγιναν ιρανόφωνοι.
Η Μηδική αυτοκρατορία θα υποταχθεί το 550 π.Χ. στον Κύρο ΙΙ τον Μέγα, υποτελή μέχρι τότε των Μήδων και ουσιαστικού ιδρυτή της αυτοκρατορίας των Περσών, στενά συγγενών (εθνοφυλετικά και γλωσσικά) των Μήδων. Τελικώς οι Πέρσες αντικατέστησαν τους Μήδους ως ιθύνουσα τάξη χωρίς ιδιαίτερους κλυδωνισμούς και όπως προσφυώς αναφέρθηκε από κάποιον σύγχρονο ιστορικό (Josef Weisenhöfer: Ancient Persia, 2004), στην Αυτοκρατορία σημειώθηκε απλώς «αλλαγή Διευθύνσεως».
Η Μηδική αυτοκρατορία
Ένας άλλος λαός του δυτικού Ιράν, εντοπιζόμενος στις ΝΑ περιοχές της σημερινής λίμνης Ουρμία (Urmia, αρχ. Ματιηνή), υπήρξαν οι Μανναίοι, η εθνολογική κατάταξη του οποίου αποτελούσε αντικείμενο διχογνωμίας μεταξύ των ερευνητών, θεωρούμενος άλλοτε ως ένα Ιρανικό φύλο που διείσδυσε και εγκαταστάθηκε μαζί με τους Μήδους στα δυτικά εδάφη του ιρανικού οροπεδίου (βλ. Ann-Elizabeth Redgate: The Armenians – London, 2000 σελ. 58 και C.A.H. Vol. III part 2 σελ. 128) και άλλοτε ως ένας μη-Αριοευρωπαϊκός λαός, πιθανόν ένα από τα φύλα των Χουρριτών ή των Ουραρτίων (βλ. Frye, Richard N.: The Heritage of Central Asia, 1996 σελ. 31 και Roux, Georges: Ancient Iraq – London 1992 σελ. 303).
Οι Μανναίοι (Mannaeans), όπως σήμερα γίνεται αποδεκτό, υπήρξαν ένα από τα Ιρανικά φύλα που κατέκλυσαν τις Δυτικές περιοχές του ιρανικού οροπεδίου, στις αρχές της Εποχής του Σιδήρου (1400/1300 π.Χ.). Κέντρο τους και ίσως η πρωτεύουσά τους, υπήρξε ο αξιόλογος οικισμός του 9ου αιώνα π.Χ., ο οποίος ήλθε στο φώς με τις ανασκαφές στην τοποθεσία Χασανλού (Hasanlu). Θα πρέπει όμως να διευκρινίσουμε ότι τα παλαιότερα ανασκαφικά στρώματα, έδειξαν ότι η τοποθεσία είχε κατοικηθεί από την 6η χιλιετία π.Χ. (βλ. Redgate, 2000 ό.π. σελ. 29). Εικάζεται ότι οι Μανναίοι αναμίχθηκαν με κάποια μη-Ινδοευρωπαϊκά φύλα των περιοχών της οροσειράς του Ζάγρου, το σπουδαιότερο από τα οποία ήσαν οι Γκούτοι (Gutians), χουρριτικής καταγωγής, γεγονός που δικαιολογεί την σύγχυση για την καταγωγή τους.
Οι πρώτες μνείες Μανναίων πάντως γίνονται σε επιγραφές των Ασσυρίων αυτοκρατόρων Ασσούρ-νασιρπάλ ΙΙ (883-859 π.Χ.), αλλά και του διαδόχου του, Σσαλμανεσέρ ΙΙΙ (Shalmaneser, 858-824 π.Χ.), οι οποίοι είχαν πραγματοποίησει εκστρατείες εναντίον κάποιων απειλητικών φύλων στα βόρεια της οροσειράς του Ζάγρου, όπου μνημονεύεται η χώρα Μάννα ή Μαννάϊ (Manna/Mannai), προφανώς η περιοχή εγκατάστασης των Μανναίων (βλ. Potts, D. T.: The Archaeology of Elam - Cambridge 1999, σελ. 263).
Προς τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. οι Μήδοι έχουν αναδιοργανωθεί πλήρως και είναι έτοιμοι να αμφισβητήσουν την κυριαρχία των Ασσυρίων. Πραγματικά, οι Μήδοι θα κηρύξουν τον πόλεμο εναντίον της Ασσυρίας (615 π.Χ.) και αφού καταστρέψουν την αρχαία Ασσυριακή πρωτεύουσα Ασσούρ (Ashur) και ορισμένες άλλες σημαντικές πόλεις, θα συμμαχήσουν με τον Χαλδαίο βασιλιά της Βαβυλώνος Ναμποπαλασσάρ, τον ιδρυτή της Νεο-Βαβυλωνιακής Αυτοκρατορίας. Το 612 π.Χ. η Νινευϊ θα κυριευθεί και θα καταστραφεί ενώ ο τελευταίος νόμιμος βασιλεύς των Ασσυρίων, Σιν-Σαρ-Ισκούν (Sin-Shar-Ishkun), θα βρει φρικτό θάνατο μέσα στο φλεγόμενο ανάκτορό του.
Κατά την διανομή των Ασσυριακών κτήσεων, οι Βαβυλώνιοι θα προσαρτήσουν όλες τις εκτάσεις που περιλαμβάνονται στο Γόνιμο Ημισέληνο, ενώ οι Μήδοι κατέλαβαν τις περιοχές των υψιπέδων, την Ουραρτού (στην οποία ήδη κυριαρχούσαν οι Αρμένιοι), καθώς και την ανατολική Μ. Ασία.
Σύμφωνα πάντως με τις πλέον πρόσφατες απόψεις, οι Μήδοι προσάρτησαν οριστικά την περιοχή των Μανναίων στο Βασίλειό τους, μεταξύ των ετών 609 και 585 π.Χ. (βλ. C.A.H. Vol. ΙΙΙ part 2 σελ. 567). Μετά το θάνατο του Κυαξάρη, στο θρόνο της Μηδικής Αυτοκρατορίας θα ανέλθει ο γιος του, Αστυάγης (βαβυλ. Ishtuwigu - περσ. Arshtiwaiga = ακοντιστής, 585-550 π.Χ.), ο οποίος θα κληρονομήσει ένα αχανές Κράτος που περιλαμβάνει εκτός από την ανατολική Μικρά Ασία (μέχρι τον ποταμό Άλυ), το Δυτικό Ιράν, την Περσίδα (Φαρς), καθώς και μεγάλες εκτάσεις προς τα ανατολικά του Ιρανικού οροπεδίου.
Όπως φαίνεται όμως, δεν επρόκειτο ακριβώς για ένα ενιαίο και ομογενές κράτος. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν νεότεροι ερευνητές, η Μηδική αυτοκρατορία ήταν ουσιαστικά μία ομοσπονδία χωρών και λαών είτε Ιρανικής είτε μη Ιρανικής καταγωγής, οι οποίοι όμως ανεγνώριζαν την επικυριαρχία του βασιλιά των Μήδων. Επιβεβαίωση αυτής της καταστάσεως στην δόμηση της αυτοκρατορίας, αποτελεί και το γεγονός ότι ο παραδοσιακός τίτλος των Ιρανών ηγεμόνων τον οποίον έφεραν όταν ανέβαιναν στον θρόνο της Αυτοκρατορίας ήταν: Βασιλεύς των Βασιλέων (Shahan-shah, Σαχάν-σαχ στα περσικά).
Οι Μανναίοι θα συγχωνευθούν βαθμιαία και θα απορροφηθούν στην πλειοψηφία τους από τους Μήδους. Οι τελευταίες πάντως αναφορές Μανναίων προέρχονται από Βαβυλωνιακές πηγές στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. (C.A.H. Vol. ΙV σελ. 21-22).
Λίγο αργότερα, την εποχή της Περσικής Αυτοκρατορίας, δυτικά και νότια της λίμνης Ματιηνής, (σημερινή Ουρμία, Urmia), αναφέρονται από τον Ηρόδοτο (Γ΄ 94 – ΣΤ΄ 104 – Ζ΄ 78) οι Ματιηνοί. Ο Ηρόδοτος μνημονεύει (Α΄ 189) και τα όρη των «Ματιηνών» (...Ματιηνοίσι...), απ’ όπου πηγάζει ο ποταμός Γύνδης (ο σημερ. Ντιγιάλα, Diyala), στην περιοχή της Σουσιανής.
Ο ιστορικός του 2ου αιώνα π.Χ. Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης τους αναφέρει πάντως ως Ματιανούς, καθώς και ότι ήσαν γείτονες με τους Ελυμαίους, τους Αναριάκες και τους Καδουσίους.
Ο Στράβων, στην περιγραφή των χωρών και λαών του Ιρανικού οροπεδίου, αναφέρει (ΙΑ΄ VII. 2 και ΧΙΙΙ. 2) την περιοχή ως Ματιανή και την εντοπίζει στα δυτικά της Ατροπατινής Μηδίας και ανατολικά της Αρμενίας, χωρίς κάποια πληροφορία για τους κατοίκους της, που λίγο παρακάτω αποκαλεί επίσης Ματιανούς (ΙΑ΄ VΙΙΙ. 8).
Οι Ματιηνοί/Ματιανοί, θεωρούνται απόγονοι των Μανναίων, που όπως προαναφέρθηκε, γνωρίζουμε ότι είχαν εγκατασταθεί σε αυτήν ακριβώς την περιοχή.
Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν:
α. Το σημαντικότερο φυλετικό στοιχείο στην εθνογένεση των σημερινών Κούρδων υπήρξαν οι καυκασιανής καταγωγής Χουρριτικοί-Ουραρτιανοί πληθυσμοί που είχαν εγκατασταθεί ήδη από της αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. στις εκτάσεις ανάμεσα στις λίμνες Βαν και Ουρμία και γύρω από αυτές, δηλ. στην καρδιά των σημερινών κουρδικών περιοχών.
β. Το Βασίλειο της Ουραρτού θα υποταχθεί σταδιακά στους Σημίτες Ασσυρίους της Νεο-Ασσυριακής αυτοκρατορίας μέχρι την τελική εξαφάνισή του. Ένα τμήμα του πληθυσμού του διασκορπίστηκε στις γύρω γειτονικές περιοχές και θα επανεμφανισθεί αργότερα με ονομασίες που γνωρίζουμε από τις αρχαιοελληνικές πηγές ως Αλαρόδιοι, Χάλδοι (δεν πρέπει να συγχέονται με τους Σημίτες Χαλδαίους της Βαβυλωνίας), Κύρτιοι και Καρδούχοι (οι μετέπειτα Γορδυαίοι).
γ. Οι Μήδοι, όπως και οι συγγενείς τους φυλετικά και γλωσσικά Μανναίοι (Mannaeans), υπήρξαν ένα από τα Ιρανικά φύλα που κατέκλυσαν τις Δυτικές περιοχές του ιρανικού οροπεδίου, στις αρχές της Εποχής του Σιδήρου (1400/1300 π.Χ.). Μερικούς αιώνες αργότερα, οι Μήδοι, θα δημιουργήσουν την πανίσχυρη Μηδική αυτοκρατορία, μια από τις τέσσερεις Μεγάλες Δυνάμεις του αρχαίου κόσμου (οι άλλες τρεις: Αίγυπτος, Λυδικό Βασίλειο, Νεο-Βαβυλωνιακή αυτοκρατορία) των αρχών του 6ου αιώνα π.Χ.
δ. Τους Μήδους θα διαδεχθούν (μάλλον ειρηνικά) οι Πέρσες (ένα άλλο ιρανικό φύλο), στενά συγγενείς των Μήδων, στην διοίκηση της αυτοκρατορίας, την οποία αναπτύσσουν βαθμιαία σε μια αχανή και πανίσχυρη δύναμη, που θα κυριαρχήσει στον τότε αρχαίο κόσμο. Στην διάρκεια των αιώνων της Μηδικής και Περσικής αυτοκρατορίας, οι πρόγονοι των σημερινών Κούρδων, υπήκοοι των Μεγάλων Βασιλέων της Δυναστείας των Αχαιμενιδών, θα χάσουν σταδιακά την χουρριτο-ουραρτιανή γλώσσα τους (που θα εξαφανιστεί) και θα εξιρανιστούν γλωσσικά. Η σημερινή τους γλώσσα ανήκει στην ιρανική ομάδα του λεγομένου ανατολικού κλάδου της Ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών.
ε. Οι Κούρδοι, μετά την κατάλυση της Περσικής αυτοκρατορίας από τον Μ. Αλέξανδρο, θα περάσουν διαδοχικά κάτω από την κυριαρχία του ελληνιστικού Βασιλείου των Σελευκιδών, των Πάρθων της Δυναστείας των Αρσακιδών, των Ρωμαίων, της νεοπερσικής αυτοκρατορίας των Σασσανιδών και του Βυζαντίου, των Αράβων του ισλαμικού Χαλιφάτου, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και των χωρών που προέκυψαν από την διάλυσή της, χωρίς να έχουν επιτύχει μέχρι σήμερα την δημιουργία ενός ανεξαρτήτου εθνικού κράτους.
Πηγή: Δ. Ε. Ευαγγελίδη: Οι Λαοί του Αρχαίου Κόσμου, Θεσσαλονίκη 2005
Ετικέτες
Γλωσσικές οικογένειες,
Εθνολογία,
Ιστορία,
Κουρδικό,
Μ. Ανατολή,
Μη-συμβατικές θεωρίες
Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011
Μη-συμβατική ...Αλβανολογία!
Μη-συμβατική ...Αλβανολογία
Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη
Τις τελευταίες μέρες διακινείται και πάλι ένα φαιδρό κείμενο κάποιου ημιμαθούς, ο οποίος ισχυρίζεται ότι «έλυσε» το «μυστήριο της καταγωγής των Αλβανών» (που δεν μπόρεσε υποτίθεται να λύσει η επιστημονική κοινότητα), «αποκαλύπτοντας» ότι οι Αλβανοί δεν είναι απόγονοι των Ιλλυριών (φοβερή διαπίστωση!), ούτε κατάγονται από την αρχαία Ρώμη (από το όρος «Άλβανον» – sic!) ούτε βέβαια ήρθαν από τον Σείριο, αλλά από το ...Νταγκεστάν!
Έχω αναφερθεί συχνά στο πανάθλιο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας, που ούτε εκπαιδευτικό είναι ούτε και σύστημα, αλλά προϊόν συμβιβασμού των διαφόρων πολιτικάντηδων και των συνδικαλιστών του χώρου και το οποίο παράγει σωρηδόν στρατιές αγραμμάτων και το χειρότερο, ημιμαθών νεοελλήνων. Αν μάλιστα προσθέσουμε και την διαβόητη πολυπραγμοσύνη που μας διακρίνει ως λαό, τότε η κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο. Με την ευκολία που υπάρχει σήμερα στην πρόσβαση σε πληροφορίες κάθε είδους, μορφής και αξιοπιστίας (Βικιπαίδεια κλπ), οποιοδήποτε γνωρίζει τον τρόπο πρόσβασης και λίγα κολλυβογράμματα, αναδεικνύεται σε ειδικό επί παντός του επιστητού και περί άλλων τινών.
Υποθέτω ότι ο καθένας μας έχει έρθει κατά καιρούς αντιμέτωπος με κείμενα, όπου με περισσή ευκολία διάφοροι «φωτεινοί παντογνώστες» υποδύονται τους ειδικούς Γλωσσολόγους, Αρχαιολόγους, Εθνολόγους, Ανθρωπολόγους, Γεωλόγους και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κάποιος, συγγράφοντας κείμενα απίστευτης ελαφρότητας, ανοησίας, ημιμάθειας και αερολογίας.
Όλα τα παραπάνω ανευρίσκονται σε υπερθετικό βαθμό στο κείμενο που προανέφερα και το οποίο μπορεί εύκολα να το ανασύρει οποιοσδήποτε μέσα από κάποια μηχανή αναζήτησης αναγράφοντας τον τίτλο «το μυστήριο της καταγωγής των Αλβανών».
Τι ακριβώς λοιπόν ισχυρίζεται ο ευφάνταστος, ημιμαθής και άσχετος αρθρογράφος; Ούτε λίγο ούτε πολύ, ισχυρίζεται ότι οι σημερινοί Αλβανοί (Σκιπετάροι) κατάγονται από τους αρχαίους Αλβανούς του Καυκάσου. Αλλά δεν είναι μόνον αυτή η επίδειξη ασχετοσύνης! Τα πράγματα χειροτερεύουν στην συνέχεια με την προσπάθεια τεκμηρίωσης αυτής της ανοησίας, όπου αναφέρονται πράγματα και θάματα! Το παραλήρημα ξεκινάει από τις πρώτες γραμμές του κειμένου («Πολλοί ακαδημαϊκοί και ιστορικοί, μάλιστα και αρκετοί διάσημοι, αναλύοντας το ζήτημα της πληθυσμιακής σύνθεσης των σημερινών Αλβανών κλπ, κλπ». Ποιοί ακαδημαϊκοί και ιστορικοί – και μάλιστα διάσημοι – ήσαν αυτοί; Πού δημοσιεύτηκαν αυτές «οι αναλύσεις του ζητήματος»; Σε βιβλία; Δημοσιεύτηκαν σε κάποια επιστημονικά περιοδικά; Ανακοινώθηκαν σε κάποια επιστημονικά Συνέδρια; Πότε και πού; Τί ακριβώς αναλύθηκε και ποια τα συμπεράσματα; Άγνωστον). Παρακάτω, ακολουθεί ένα Κεφάλαιο με τον πομπώδη τίτλο «Ξετυλίγοντας το μίτο». Εκεί πραγματικά ο συγγραφέας δίνει ρεσιτάλ, αποδεικνύοντας ότι όχι μόνον δεν ξετυλίγει κάποιον «μίτο», αλλά μέσα στο κεφάλι του υπάρχει τέτοιο μπέρδεμα, που ουδείς «μίτος» της Αριάδνης ή άλλης κυρίας, μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή έξοδο από την πλήρη σύγχιση!
Παρακολουθείστε λογική της άγνοιας και ημιμάθειας:
1. Είναι στα χρόνια της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπου για πρώτη φορά καταγράφεται ιστορικά ένα -εχθρικό- έθνος με την ονομασία Αλβανοί, και με τη χώρα τους να βρίσκεται στη δυτική όχθη της Κασπίας. (Αρριανός).
(Σημ ΔΕΕ: Αρριανός τι; Σε ποιό έργο του; Σε ποιό κεφάλαιο και παράγραφο; Μάλλον αυτά είναι «ψιλά γράμματα». Θα μου πείτε βέβαια, τί ρωτάω και εγώ τώρα!)
2. Τις ίδιες αναφορές συναντάμε στον Πλούταρχο, τον Στράβωνα, τον Κλαύδιο Πτολεμαίο, τον Διόδωρο το Σικελιώτη, τον Διονύσιο τον περιηγητή, καθώς και τον Στέφανο Βυζάντιο.
(Σημ. ΔΕΕ: Σε ποια έργα τους; Τι ακριβώς λένε αυτές οι αναφορές;)
3. Λίγο αργότερα, με την παρακμή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την ανάδειξη του Βυζαντίου, το ίδιο έθνος εμφανίζεται μακριά από την κοιτίδα του στην περιοχή του Καυκάσου, φτάνοντας μέχρι την καρδιά του Βυζαντίου.
(Σημ. ΔΕΕ: Ποιος το υποστηρίζει αυτό; Εδώ δεν υπάρχουν «αναφορές»; Πώς προκύπτει ότι ήταν το «ίδιο έθνος»; Δύο παρατηρήσεις ακόμα: Τι εννοεί ο ποιητής «λίγο αργότερα»; Από τις εκστρατείες του Μεγ. Αλεξάνδρου μέχρι την εμφάνιση του «ίδιου έθνους» πέρασαν κάπου χίλια χρόνια! Τηρουμένων των αναλογιών η Άλωση της Πόλης έγινε προχθές; Μου άρεσε και η διατύπωση «με την παρακμή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την ανάδειξη του Βυζαντίου». Προφανώς ο «συγγραφεύς» αγνοεί ότι το Βυζάντιο ήταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, εκτός αν αποδέχεται τις θεωρίες των Δυτικών και του Πάπα, που αρνούνται λυσσαλέα αυτό το γεγονός!)
4. Πρόκειται για ένα σύμπλεγμα φυλών που προέρχεται από την ασιατική Αλβανία, το σημερινό Dagestan. Το όνομα αυτών: Άβαροι.
(Σημ. ΔΕΕ: Τι έγινε ρε παιδιά; Το «ίδιο έθνος» μεταμορφώθηκε ξαφνικά σε «σύμπλεγμα φυλών»; Και ποιων το όνομα ήταν Άβαροι; Του έθνους, του συμπλέγματος ή κάποιου φύλου; Γνωρίζει ο "συγγραφεύς" την διαφορά μεταξύ των όρων «έθνος», «φύλο», «σύμπλεγμα φύλων»;
*
*
Χάρτης του 3ου αι. μ.Χ. όπου διακρίνεται η ύπαρξη περιοχής με την ονομασία Αλβανία (δυτικά της Κασπίας), καθώς και οι δύο πιθανές περιοχές σχηματισμού και εκκίνησης των Αβάρων
5. Η πρώτη κάθοδος τους γίνεται σταδιακά με κατάληξη νότια του Δούναβη, ενώ στη συνέχεια εγκαθίστανται μόνιμα στην Παννονία και την Παιονία.
(Σημ. ΔΕΕ: Στην Παιονία; Σε ποια Παιονία αναφέρεται ο κύριος; Η Παιονία απέχει πολλές εκατοντάδες χιλιόμετρα από την Παννονία. Μήπως τα μπέρδεψε λιγάκι; Ποιος υποστηρίζει και πού το γράφει ότι Άβαροι εγκαταστάθηκαν στην Παιονία; Έχει άραγε υπόψη του ότι οι μεσαιωνικοί Άβαροι, στους οποίους προφανώς αναφέρεται, δεν έχουν σχέση με τον σύγχρονο λαό που φέρει την ονομασία Άβαροι; Για να το κατανοήσει τον παραπέμπω σε μια απλή πηγή πληροφόρησης και όχι σε δύσκολα συγγράμματα και εργασίες, για να μη μπερδευτεί περισσότερο, στην αγαπημένη του Βικιπαίδεια, όπου γράφει τα εξής:
Caucasian Avars – From Wikipedia, the free encyclopedia
Not to be confused with Eurasian Avars.
Avars or Caucasian Avars are a modern people of Caucasus, mainly of Dagestan, in which they are the predominant group. The Caucasian Avar language belongs to the Northeast Caucasian language family (also known as Nakh-Dagestanian).
The Eurasian Avars or Ancient Avars – From Wikipedia, the free encyclopedia
Not to be confused with Caucasian Avars
The Eurasian Avars or Ancient Avars were a highly organized nomadic confederacy of mixed origins. The extinct language of the Eurasian Avars is now classified as belonging to the Oghur-Turkic subgroup.
Και για να μεταφέρω τι αναφέρεται παραπάνω: Οι Καυκάσιοι Άβαροι, που δεν πρέπει να συγχέονται με τους Ευρασιάτες Αβάρους είναι ένας σύγχρονος λαός του Καυκάσου, κυρίως του Νταγκεστάν, όπου αποτελούν την σπουδαιότερη ομάδα. Η γλώσσα τους ανήκει στην οικογένεια γλωσσών του ΒΑ Καυκάσου.
Πρόσφατος χάρτης του Καυκάσου, όπου διακρίνεται
η περιοχή των σύγχρονων Αβάρων
Οι Ευρασιάτες Άβαροι ή αρχαίοι Άβαροι, που δεν πρέπει να συγχέονται με τους Καυκάσιους Αβάρους ήσαν μία πολύ οργανωμένη νομαδική ομοσπονδία λαών με ανάμεικτη καταγωγή. Η εξαφανισμένη γλώσσα τους κατατάσσεται σήμερα στην υπο-ομάδα των Ογουρικών-Τουρκικών γλωσσών.
Να τονίσω ότι αυτές οι δύο διαφορετικές γλωσσικές ομάδες (των σύγχρονων και των αρχαίων Αβάρων) έχουν τόση σχέση μεταξύ τους όσο η μέρα με την νύχτα; Ότι είναι απλά μια συνωνυμία; Μάλλον θα χάσω τον χρόνο μου!)
Η επικράτεια των Αβάρων τον 6ο αι.
6. Μέχρι τον 5ο και 6ο αι. μ. Χ. οι Άβαροι αναμιγνύονται με τους Σκορδίσκους και εγκαθίστανται στην περιοχή Σάλωνα της Δαλματίας, σημερινό Solin.
(Σημ. ΔΕΕ: Με τους Σκορδίσκους; Τους Σκορδίσκους; Ποιους Σκορδίσκους είδε ο απίθανος; Οι κελτικής (γαλατικής) καταγωγής Σκορδίσκοι είχαν εξαφανιστεί ήδη από τον 1ο αιώνα π.Χ. και αυτός τους ανακάλυψε στον 5ο και 6ο αι. μ. Χ.; Έλεος πια!) 7. Τότε ξεκίνησε και η ανάμιξη των Αβάρων με τα βόρεια Ιλλυρικά φύλλα (sic), που λίγο παλαιότερα είχαν σπρώξει νοτιότερα γότθοι (sic) επιδρομείς.
(Σημ. ΔΕΕ: Τελικώς με ποιους πρόλαβαν να αναμειχθούν οι Άβαροι; Με τους (εξαφανισμένους) Σκορδίσκους; Με τα βόρεια Ιλλυρικά φύλα; Με τους Πελασγούς; Τους Εσκιμώους; Ποιούς τελοσπάντων; Και κάτι ακόμα: Τα ονόματα λαών, φυλών. εθνοτήτων κλπ γράφονται πάντα με κεφαλαίο και οι λαοί έχουν φύλα. Μόνον τα δέντρα και τα βιβλία έχουν φύλλα)
Λεπτομερής χάρτης της τελευταίας περιόδου
του αβαρικού κράτους (680-804)
(Σημ. ΔΕΕ: Να ρωτήσω πώς ακριβώς παγιώθηκε ή δεν κάνει; Μάλλον δια της επιφοιτήσεως του Αγ. Πνεύματος, υποθέτω. Και τι λέει η Άννα Κομνηνή και οι άλλοι βυζαντινοί συγγραφείς; Προσπάθησα να ανακαλύψω κάποιο χωρίο τους προς το τέλος της ανάρτησης, όπου παραθέτει «Ιστορικές αναφορές και αποδείξεις», όμως δεν υπήρχε τίποτε. Μάλλον οι αναφορές χάθηκαν κάπου μεταξύ copy και paste! Και τι σημαίνει εδώ το «πολύ αργότερα»; Αν λάβουμε υπόψη το σημείο 3 μάλλον μετά από 10.000 χρόνια ή κάνω λάθος στο υπολογισμό;)
9. Και ενώ φαίνεται να μην υπάρχει καμία σχέση μεταξύ της παλαιάς Καυκάσιας Αλβανίας με τη σημερινή, στην πραγματικότητα η ιστορία μας δείχνει πως μερικές φορές οι φαινομενικές πλάνες συστήνουν εν τέλει η ιστορική αλήθεια.
(Σημ. ΔΕΕ: Τι να πω! Ίσως το χωρίο «...καὶ ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης.» (Ματθ. κζ΄, 64) ταιριάζει στην περίπτωση).
10. Η περιοχή της αρχαίας Ιλλυρίας και της σημερινής Αλβανίας, έχει άμεση σχέση με τους Άβαρους. Δεν γνωρίζουμε το μέγεθος της επιρροής που άσκησαν αυτοί στην περιοχή, ωστόσο μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ήταν μεγάλο λόγω του πληθυσμιακού όγκου μετανάστευσης από την Αλβανία του Καυκάσου.
(Σημ. ΔΕΕ: Πώς προέκυψε ότι έχει άμεση σχέση, αφού ο πολυπράγμων και παντογνώστης «συγγραφεύς» ομολογεί ότι «δεν γνωρίζουμε το μέγεθος της επιρροής». Παρ΄ όλα αυτά μπορεί και συμπεραίνει ότι «ήταν μεγάλο λόγω του πληθυσμιακού όγκου μετανάστευσης από την Αλβανία του Καυκάσου». Ποιος μέτρησε αυτό το πλήθος ώστε να μπορούμε να συμπεράνουμε; Προφανώς ο Φούφουτος!)
Δυστυχώς δεν αντέχω να συνεχίσω άλλο. Όσοι ενδιαφέρονται και είναι δεόντως θαρραλέοι μπορούν να το επιχειρήσουν. Εγώ πάντως δεν φέρω καμία ευθύνη, μια και τους προειδοποίησα. Ελπίζω να διαφωτιστούν επαρκώς!
Εάν τελικά το επιχειρήσουν, τους προτρέπω να σταθούν στο εκπληκτικό και «άπαιχτο» επιχείρημα, που το παραθέτω αμέσως:
«Είναι λογικό επομένως να τίθεται το ερώτημα. Πώς η σημερινή Αλβανία, παρά το ότι υπήρξε τόσο γειτονική στους Έλληνες και τόσο συγγενική σε αυτούς αλλά και τόσο στενά συνδεδεμένη με το Βυζάντιο, να έχει σήμερα άλλη γλώσσα και γραφή;»
Εδώ καταθέτω τα όπλα...ΔΕΕ
Ετικέτες
Γλωσσικές οικογένειες,
Εθνολογία,
Μη-συμβατικές θεωρίες
Τρίτη 3 Μαΐου 2011
Αμφισβητείται η θεωρία των «κοινών αρχών»
Υπό αμφισβήτηση η θεωρία
των «κοινών αρχών» στις γλώσσες
Νέα μελέτη αμφισβητεί την αντίληψη πως τα «κέντρα γλώσσας» των εγκεφάλων μας είναι οι κυρίαρχοι παράγοντες διαμόρφωσης της γλώσσας.
Η ύπαρξη κοινών χαρακτηριστικών σε όλες τις γλώσσες, που οφείλονται στην κοινή δομή των ανθρωπίνων εγκεφάλων, ήταν μία θεωρία γενικά αποδεκτή από τον επιστημονικό κόσμο. Ωστόσο, έρευνα που δημοσιεύτηκε στο «Nature», αξιοποιεί μεθόδους της εξελικτικής βιολογίας για να προσδιορίσει τον τρόπο εξέλιξης της γραμματικής σε διαφορετικές «γλωσσικές οικογένειες».
Κατά την έρευνα, τα κοινά χαρακτηριστικά που εντοπίζονται σε κάθε «γλωσσική οικογένεια» αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα σε κάθε περίπτωση. Σύμφωνα με τους συντελεστές της, η πολιτιστική εξέλιξη περισσότερο και όχι τόσο η βιολογία επηρεάζει την ανάπτυξη των γλωσσών.
Στο επίκεντρο και των δύο απόψεων βρίσκεται η μέθοδος που χρησιμοποιείται στις αποκαλούμενες φυλογενετικές μελέτες. Κατά τον Μάικλ Ντουν, εξελικτικό γλωσσολόγο του Ινστιτούτου Ψυχογλωσσολογίας Μαξ Πλανκ (Ολλανδία) η προσέγγιση είναι παρεμφερής στην μελέτη των μπιζελιών από τον Γκρέγκορ Μέντελ (η δουλειά του οποίου οδήγησε στην ιδέα της κληρονομικότητας των χαρακτηριστικών).
«Βλέποντας ένα χαρακτηριστικό στα φυτά- 'απογόνους' και γνωρίζοντας πώς αυτά σχετίζονταν το ένα με το άλλο, ο Μέντελ μπορούσε να αντιληφθεί τους μηχανισμούς που καθόριζαν την εμφάνιση του χαρακτηριστικού αυτού» είπε σχετικά ο Δρ. Ντουν.
Οι μελέτες φυλογενετικής ψάχνουν για κοινά χαρακτηριστικά σε ζώα τα οποία σχετίζονται μεταξύ τους, και έτσι οδηγεί στην κατανόηση των εξελικτικών «μονοπατιών» που οδήγησαν στην εμφάνισή τους. Στο ίδιο πνεύμα, η ομάδα των ερευνητών μελέτησε τα χαρακτηριστικά της σύνταξης των λέξεων σε τέσσερις «οικογένειες» : Ινδοευρωπαϊκή, Γιουτο-αζτεκική, Μπαντού και Αυστρονησιακή. Εξετάστηκαν παράγοντες όπως η τοποθέτηση προθέσεων πριν ή μετά από ένα ουσιαστικό, και πώς «λειτουργεί» η τοποθέτηση των λέξεων. Η μέθοδος εξετάζει υπάρχοντα γλωσσικά δεδομένα πάνω στις λέξεις και τη γραμματική των εν λόγω «οικογενειών», σχηματίζοντας «οικογενειακά δέντρα».
«Από τη στιγμή που έχουμε στα χέρια μας αυτά τα 'δέντρα', κοιτούμε τον τρόπο σύνταξης των λέξεων στις 'συγγενείς' γλώσσες και δημιουργούμε εξελικτικά μοντέλα για να εξακριβώσουμε τους παράγοντες που φαίνονται πιο πιθανόν να δημιουργήσουν την ποικιλία που παρατηρούμε στον κόσμο» είπε σχετικά ο Δρ. Ντουν. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι, αν και υπάρχουν κοινά γραμματικά χαρακτηριστικά στις λέξεις που ανήκουν στις ίδιες «οικογένειες», ο τρόπος που αυτά εμφανίστηκαν είχε να κάνει με την ιστορία της ανάπτυξης των γλωσσών της οικογένειας. Κοινώς: οι τρόποι διαμόρφωσης γραμματικής ακολουθούν ανεξάρτητα εξελικτικά «μονοπάτια».
«Δείχνουμε πως η καθεμία από αυτές τις γλωσσικές οικογένειες εξελίσσεται σύμφωνα με το δικό της πλαίσιο κανόνων, όχι σύμφωνα με κάποιο κοινό» διευκρίνισε ο Δρ. Ντουν.
Κατά τη μελέτη, αυτό είναι ασύμβατο με τις επικρατούσες θεωρίες περί «παγκοσμιότητας» της γραμματικής- αντίθετα, εκτιμάται πως η πολιτιστική εξέλιξη είναι ο πρωτεύων παράγοντας που καθορίζει τη δομή μίας γλώσσας.
Ο εξελικτικός βιολόγος Ράσελ Γκρέι, του πανεπιστημίου του Όκλαντ, ωστόσο, διευκρίνισε πως δεν πρόκειται για «κόντρα» μεταξύ βιολογίας και κουλτούρας: «Δεν λέμε πως η βιολογία είναι άσχετη…αλλά το επιχείρημα σχετικά με την επιβολή κοινών 'αρχών' στις γλώσσες λόγω της δομής του ανθρώπινου εγκεφάλου απλά δεν στέκει».
Πηγή: http://economist.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathciv_1_15/04/2011_387735
Ετικέτες
Γλωσσικές οικογένειες,
Γλωσσολογία
Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009
Ιστορική Γλωσσολογία (Μεθοδολογία)
Η ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑΣ
(Από το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη:«Μη-συμβατικές θεωρίες: Οι κερδοσκόποι του “ελληνισμού” και ο φενακισμός των αφελών» - ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ, Θεσσαλονίκη 2007)
Οι υπάρχουσες γλώσσες (τόσο οι ομιλούμενες σήμερα, όσο και αυτές που είχαν ομιληθεί στο παρελθόν) κατατάσσονται, σύμφωνα με ορισμένα κριτήρια, σε συγκεκριμένες γλωσσικές ομάδες. Η κατάταξη μιας ή περισσοτέρων γλωσσών ή διαλέκτων σε μια γλωσσική ομάδα γίνεται εφ’ όσον έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχει γενετική συγγένεια μεταξύ τους, δηλ. ότι έχουν προέλθει από μια κοινή πρόγονο.
Ένα από τα πλέον γνωστά και χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η ομάδα των σύγχρονων Ρωμανικών γλωσσών (Romance languages) όπως η Ιταλική, η Γαλλική, η Ισπανική, η Ρουμανική κ.λπ. Εάν εξετάσουμε την μορφή που είχε η κάθε μία από αυτές πριν από δύο, τρεις, πέντε ή δέκα αιώνες (μέσα από αντίστοιχα κείμενα της κάθε εποχής), θα διαπιστώσουμε ότι όσο προχωράμε πίσω στο παρελθόν, τόσο περισσότερο αρχίζουν να πλησιάζουν η μία με την άλλη, μέχρις ότου συγχωνευθούν όλες σε μια πρωταρχική γλωσσική μορφή, στις αρχές περίπου της χριστιανικής εποχής. Μια ευτυχής συγκυρία έκανε να έχουν διατηρηθεί όλα τα στοιχεία αυτής της πρωταρχικής μορφής σε λογοτεχνικά έργα, κρατικά έγγραφα, διατάγματα κ.λπ. με αποτέλεσμα να έχουμε πλήρη εικόνα αυτής της αρχικής γλώσσας, που δεν είναι άλλη από την Λατινική, την γλώσσα των Ρωμαίων και Λατίνων αρχικά και στην συνέχεια των κατοίκων της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας γενικότερα.
Δυστυχώς όμως για την επιστήμη της Γλωσσολογίας, τέτοιες περιπτώσεις είναι συνήθως σπάνιες και κατά κανόνα η πρωταρχική γλωσσική μορφή μιας ομάδας συγγενικών γλωσσών, η προγονική γλώσσα, δεν μαρτυρείται άμεσα με γραπτά κείμενα ή άλλους τρόπους (π.χ. προφορική παράδοση).
Άλλες γνωστές ομάδες συγγενικών γλωσσών είναι η Τευτονική ομάδα (Γερμανική, Αγγλική, Ολλανδική, Σουηδική κ.λπ.), η Σημιτική ομάδα (Αραβική, Εβραϊκή, οι εξαφανισμένες σήμερα Ακκαδική, Αμορριτική κ.λπ.), καθώς και η ομάδα των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων (Ιωνική, Αιολική, Αρκαδική, Δωρική κ.λπ.), οι οποίες θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε συγγενικές μεν, αλλά διαφορετικές γλώσσες, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις.
Ατυχέστατα, οι πρωταρχικές μορφές, οι προγονικές γλώσσες αυτών των ομάδων (οι συμβατικά αποκαλούμενες Πρωτο-Τευτονική, Πρωτο-Σημιτική, και Πρωτο-Ελληνική αντίστοιχα) δεν διασώθηκαν σε γραπτή μορφή και έτσι δεν υπάρχουν πλήρη στοιχεία για τις «Πρωτο-γλώσσες» αυτές. Πολλά όμως γραμματικά, λεξιλογικά, συντακτικά κ.λπ. χαρακτηριστικά τους μπορούν να παραληφθούν από τις σύγχρονες γλωσσικές απογόνους τους με τις αυστηρές επιστημονικές μεθόδους και διαδικασίες της Ιστορικής Γλωσσολογίας, όπως θα δούμε παρακάτω.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι η κατάταξη μιας γλώσσας σε μια γλωσσική ομάδα μαζί με άλλες συγγενικές της μπορεί να γίνει είτε λαμβάνοντας υπ’ όψη μόνον την σύγχρονη μορφή της (Συγχρονική κατάταξη) είτε εξεταζόμενη συνολικά, ανεξαρτήτως των μορφών που είχε διαδοχικά στο πέρασμα των αιώνων (Διαχρονική κατάταξη). Έτσι, π.χ. η σημερινή Ιταλική γλώσσα, κατατάσσεται συγχρονικά μαζί με την Ισπανική, Γαλλική κ.λπ. στις Ρωμανικές γλώσσες, όπως προαναφέραμε. Εάν όμως θεωρήσουμε ότι όλες οι γλώσσες της ομάδος αποτελούν απογόνους της αρχικής Λατινικής τότε μπορούμε να προχωρήσουμε σε μια διαχρονική κατάταξη, όπου οι μεν Ρωμανικές γλώσσες θεωρούνται ως ένα παρακλάδι της Λατινικής, η οποία όμως μαζί με άλλες συγγενικές της, αλλά εκλιπούσες σήμερα αρχαίες γλώσσες της ιταλικής χερσονήσου (Φαλισκική, Οσκική, Ουμβρική κ.λπ.) κατατάσσονται στην λεγομένη ομάδα των Ιταλικών γλωσσών (Italic languages). Έτσι προκύπτει το γνωστό δενδροειδές διάγραμμα (βλ. Εικόνα A στην αρχή), που για πρώτη φορά παρουσιάσθηκε στην δεκαετία του 1860 από τον μεγάλο Γερμανό γλωσσολόγο Αύγουστο Σλάϊχερ (August Schleicher) και το οποίο ισχύει μέχρι σήμερα με μερικές μικρές διορθώσεις.
Εκείνο που θα πρέπει να τονισθεί στην συνέχεια είναι ότι η ομάδα των Ιταλικών γλωσσών μαζί με άλλες επίσης συγγενικές της ομάδες, όπως η Τευτονική (Germanic languages), η Κελτική (Celtic languages: Ιρλανδική, Γαελική Σκωτική, Ουαλλική κ.λπ.) και η Σλαβική (Slavic languages: Ρωσσική, Πολωνική, Σερβοκροατική, Τσεχική κ.λπ.), ανήκουν στον αποκαλούμενο Δυτικό ή Ευρωπαϊκό κλάδο, που μαζί με τον λεγόμενο Ανατολικό ή Ασιατικό κλάδο, στον οποίον ανήκουν οι Ινδο-Ιρανικές γλώσσες (Σανσκριτική, σύγχρονες Ινδικές γλώσσες, Περσική, Κουρδική κ.λπ.), συναποτελούν μια μεγάλη οικογένεια γλωσσών, η οποία ονομάζεται συμβατικά Ινδοευρωπαϊκή (ή Αριοευρωπαϊκή ή Ινδογερμανική) οικογένεια γλωσσών (Indoeuropean family of languages). Στην οικογένεια αυτήν ανήκουν επίσης, εκτός από την Ελληνική και την Αρμενική, και ορισμένες άλλες εκλιπούσες γλώσσες ή ομάδες γλωσσών, όπως η Φρυγική, η Θρακική, η Ιλλυρική, η Δακο-Μυσική (από την οποία πιθανότατα προέρχεται η σημερινή Αλβανική), η Τοχαρική, καθώς και η λεγόμενη Μικρασιατική ομάδα γλωσσών (Anatolian languages: Χιττιτική, Λουβική, Λυδική, Λυκιακή, Παλαϊκή και Καρική).
Από την άλλη μεριά, η Σημιτική ομάδα, η οποία δεν έχει καμία συγγένεια με τις Ινδοευρωπαϊκές (Αριοευρωπαϊκές) γλώσσες, μαζί με την λεγόμενη Χαμιτική ομάδα (αρχαία Αιγυπτιακή, η διάδοχός της Κοπτική, Βερβερικές γλώσσες και διάλεκτοι κ.λπ.), κατατάσσονται σε μια άλλη οικογένεια, την Αφρο-Ασιατική οικογένεια γλωσσών (Afro-Asiatic family of languages).
Σύμφωνα με όσα εκθέσαμε παραπάνω σχετικά με τις σύγχρονες Ρωμανικές γλώσσες, που όπως αναφέρθηκε κατάγονται από την Λατινική, η Γλωσσολογία, μετά από μελέτες και έρευνες δεκαετιών, δέχεται σήμερα (και αυτό είναι πλέον επιστημονικά γενικώς παραδεκτό, εις πείσμα των διαφόρων γλωσσολογούντων τσαρλατάνων) ότι όλες οι γλώσσες της Ινδοευρωπαϊκής (Αριοευρωπαϊκής) οικογένειας θεωρούνται απόγονοι μιας αρχικής προγονικής γλώσσας, η οποία ήταν σε χρήση πριν από 6000 χρόνια περίπου.
Αυτή η προγονική γλώσσα ονομάσθηκε συμβατικά από τους γλωσσολόγους Πρωτο – Ινδο – Eυρωπαϊκή (Proto-Indo-European language) ή ΠΙΕ (PIE) συντομογραφικά.
Eίναι αυτονόητο σήμερα και παραδεκτό από τους επιστήμονες ότι αυτή η πρωτογλώσσα ήταν κάποτε η γλώσσα μιας συγκεκριμένης ανθρώπινης ομάδας, ενός ενιαίου λαού, με καθορισμένα πολιτιστικά, κοινωνικά κ.λπ. χαρακτηριστικά, αλλά με άγνωστη ή τουλάχιστον ακαθόριστη ανθρωπολογική ομοιογένεια, ο οποίος ήταν εγκατεστημένος, σύμφωνα με την πλειονότητα των επιστημόνων και την τρέχουσα επιστημονική ορθοδοξία, στην περιοχή της τωρινής ΝΑ Ρωσσίας, στην λεγόμενη «Ποντική στέππα», στις βόρειες ακτές του Ευξείνου Πόντου (βλ. λεπτομέρειες στο εξαιρετικό βιβλίο του J. P. Mallory: In Search of the Indo-Europeans – London 1989, το οποίο έχει μεταφρασθεί και στα ελληνικά το 1995).
Από αυτήν την πρωτογλώσσα προέκυψαν στο πέρασμα των αιώνων οι σημερινές γλώσσες της οικογένειας όπως η Ελληνική, η Γερμανική, η Ιταλική, η Ιρλανδική κ.λπ. ενώ κάποιες άλλες όπως η Χιττιτική, η Φρυγική, η Θρακική, η Ιλλυρική κ.λπ. έπαψαν να ομιλούνται και εξαφανίσθηκαν.
Η Αγγλική γλώσσα ανήκει στην Τευτονική ομάδα γλωσσών όπως έχουμε προαναφέρει, οι πρωϊμότεροι ομιλητές της οποίας ήσαν οι Αγγλοσάξωνες κάτοικοι των περιοχών της ΒΔ Γερμανίας, οι οποίοι μετανάστευσαν και κατέκτησαν το μεγαλύτερο από τα Βρεταννικά νησιά, την Βρεταννία. Ήσαν Βορειο-Ευρωπαίοι και ανήκαν στον λεγόμενο «Νορδικό» (=Βόρειο) ανθρωπολογικό τύπο. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ένας σημερινός ομιλητής της Αγγλικής ανήκει οπωσδήποτε στον ίδιο ανθρωπολογικό τύπο. Έτσι και οι σημερινοί, αλλά και οι παλαιότεροι Έλληνες δεν είναι «Ινδοευρωπαίοι», αλλά ομιλητές μιας γλώσσας που ανήκει στην Ινδοευρωπαϊκή (Αριοευρωπαϊκή σωστότερα) οικογένεια γλωσσών.
Μετά από αυτές τις αναγκαίες πληροφορίες και διευκρινίσεις ας περάσουμε τώρα στην μεθοδολογία την οποία χρησιμοποιεί η Ιστορική Γλωσσολογία για την εξεύρεση και αποκατάσταση των αρχικών λέξεων της Πρωτο-Ινδο-Ευρωπαϊκής γλώσσας (βλ. για περισσότερες λεπτομέρειες το σχετικό άρθρο με τον τίτλο Word Games («Παιχνίδια με λέξεις») από το συλλογικό έργο “Black Athena Revisited” («Η αναθεώρηση της Μαύρης Αθηνάς») – London 1996 σελ. 177-205.
Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι αναζητούμε την αρχική μορφή της λέξης που χρησιμοποιούσαν οι ομιλητές της ΠΙΕ για την ονομαστική αρσενικού του ουσιαστικού τρεις.
Ξεκινάμε με την αρχαιοελληνική μορφή της λέξης, η οποία στην ονομαστική πτώση στο αρσενικό γένος ήταν τρεις, μια μορφή που προέκυψε από την συναίρεση ενός παλαιότερου τύπου *τρέες, ο οποίος μαρτυρείται στην συντηρητική Κρητική (δωρική) διάλεκτο. Οι αντίστοιχες λέξεις στην Λατινική και την Σανσκριτική ήσαν tres και tráyas. Από αυτές τις διαφορετικές μορφές γίνεται η αποκατάσταση της αρχικής λέξης στην ΠΙΕ με την ακόλουθη μέθοδο:
Αρχίζοντας με το προφανές, το αρχικό σύμπλεγμα tr– και η κατάληξη –s που συναντάμε τόσο στην Ελληνική, όσο και στην Λατινική και την Σανσκριτική, πρέπει να υπήρχαν και στην μορφή που είχε η λέξη στην αρχική πρωτογλώσσα. Εάν απορρίψουμε αυτήν την εκδοχή τότε πρέπει να δεχτούμε ότι αυτά προέκυψαν αργότερα ως ανεξάρτητη εξέλιξη στις τρεις γλώσσες, μια περίπτωση που αγγίζει τα όρια του απίθανου, μια και δεν υπήρξε τέτοια εξέλιξη σε καμιά γνωστή περίπτωση μέχρι σήμερα σε οποιαδήποτε γλωσσική ομάδα.
Παρομοίως μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα δισύλλαβα τρέες (Ελλην.) και tráyas (Σανσκρ.) αντιπροσωπεύουν μια γνησιότερη προσέγγιση από το tres (Λατιν.). Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τυπολογικές μελέτες : Είναι γνωστό, από έναν τεράστιο όγκο συσσωρευμένων ενδείξεων, ότι οι συναιρέσεις δύο βραχέων φωνηέντων σε ένα μόνο μακρό φωνήεν αποτελούν τις πλέον συνήθεις περιπτώσεις γλωσσικής αλλαγής/εξέλιξης, ενώ αντίθετα οι «επεκτάσεις» ενός μακρού φωνήεντος σε μια ακολουθία δύο βραχέων είναι εξαιρετικά σπάνια.
Με τον ίδιο συλλογισμό συνάγεται ότι το Ελλ. τρέες, με τα δύο του φωνήεντα σε χασμωδία, είναι λιγότερο αρχαϊκό από το Σανσκρ. tráyas, όπου τα δύο φωνήεντα διαχωρίζονται με το σύμφωνο -y- (γι). Η ονομαστική πτώση επομένως στο αρσενικό γένος για το «τρία» στην ΠΙΕ θα πρέπει να ήταν μια μορφή του τύπου *tr-x1-y-x2-s, όπου η ταυτότητα των φωνηέντων *x1 και *x2 απομένει να καθοριστεί.
Το πώς θα προχωρήσουμε πέρα από αυτό το σημείο δεν είναι, σε μια πρώτη ματιά, τόσο προφανές. Τα φωνήεντα *x1 και *x2 αντιπροσωπεύονται στην μεν Σανσκριτική με το a, αλλά στην Ελληνική με το ε. Το Λατιν. tres, όπου το e προέκυψε από την συναίρεση των *x1 και *x2, τείνει να στηρίξει την προτεραιότητα της ελληνικής περίπτωσης, παρ’ όλα αυτά όμως αδυνατεί να επιλύσει οριστικά το πρόβλημα της εξεύρεσης των φωνηέντων στην ΠΙΕ. Έτσι οι φυσιολογικοί υποψήφιοι για την κοινή μορφή της λέξης «τρία» στην ΠΙΕ είναι το *tráyas, όπως προτείνεται από την περίπτωση της Σανσκριτικής και το *tréyes, όπως προτείνεται από την Ελληνική, καθώς και τα υβρίδια *tréyas και *tráyes. Το πρόβλημα είναι ότι πρέπει να βρούμε έναν «κανόνα», έναν αυστηρά καθορισμένο τρόπο, ώστε να επιλέγουμε πάντα σωστά σε ανάλογες περιπτώσεις.
Αυτός όμως ο «κανόνας» στην πραγματικότητα ήταν ήδη στην διάθεσή μας για παραπάνω από έναν αιώνα. Στην δεκαετία του 1870 ένας αριθμός ειδικών επιστημόνων και μελετητών της Ινδοευρωπαϊκής είχε πραγματοποιήσει την εκπληκτική και σπουδαία ανακάλυψη ότι η διαδικασία των φθογγολογικών μεταβολών είναι φωνητικά καθορισμένη και «κανονική». Αυτό σημαίνει, με απλά λόγια, ότι εάν σε μια δεδομένη χρονική περίοδο στην ιστορία μιας γλώσσας ο φθόγγος Α εξελιχθεί στον φθόγγο Α΄ σε συγκεκριμένο φωνητικό περιβάλλον, τότε ο φθόγγος Α πάντοτε θα εξελίσσεται στον φθόγγο Α΄ στο ίδιο περιβάλλον.
Υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα αυτού του είδους των «φθογγολογικών νόμων» σε κάθε συγκεκριμένη γλώσσα. Έτσι, για παράδειγμα, το Π.Ι.Ε. *s δίνει πάντοτε στην Ελληνική ένα *h (= χ) στην αρχή μιας λέξεως (που βαθμιαία έπαυσε να προφέρεται, αρχικά στην Αττική / Ιωνική διάλεκτο και αργότερα στην Κοινή), ενώ σε άλλες γλωσσικές ομάδες διατηρείται, όπως π.χ. στην Λατινική:
Ελλην. *hεπτά →ἑπτά, *hέξ→ἓξ, *hέρπω→ἓρπω
Λατιν. septem sex serpo
Ένα νεώτερο παράδειγμα βρίσκουμε στην εξέλιξη της Λατινογενούς Γαλλικής γλώσσας, όπου το Λατιν. e εξελίσσεται πάντοτε σε oi (ουά) στις τονιζόμενες ανοικτές συλλαβές (= που τελειώνουν σε φωνήεν) της Γαλλικής:
Λατιν. le-x (νόμος) re-x (βασιλεύς) me (εγώ)
Γαλλ. loi roi moi
Άλλα ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν στην Μέση Αγγλική (Middle English, αρχές 12ου αιώνα – τέλη 15ου), όπου το τονιζόμενο e δίνει στην σύγχρονη Αγγλική (Modern English, μετά το 1500 – σήμερα) πάντα a, όταν ακολουθείται από r (το «συγκεκριμένο φωνητικό περιβάλλον» που προαναφέραμε). Έτσι, οι λέξεις της Μέσης Αγγλικής derk (σκοτάδι), lerk (κορυδαλλός), person (εφημέριος, παπάς) έδωσαν στην σύγχρονη Αγγλική γλώσσα τις αντίστοιχες λέξεις: dark, lark, parson.
Στην περίπτωση της ΠΙΕ λέξης για το «τρεις» το κρίσιμο σημείο αποτελεί το γεγονός ότι στην Σανσκριτική το a αντιστοιχεί σε τρία διαφορετικά φωνήεντα της Ελληνικής και συγκεκριμένα:
1. Στο ε όπως tráyas (Σανσκρ.) – τρέες (Ελλην.) ή όπως στο τρίτο ενικό πρόσωπο του ρήματος εἰμί : ásti (Σανσκρ.) –ἐστί (Ελλην.).
2. Στο α όπως ájra- (Σανσκρ.) – ἀγρός (Ελλην.) ή ápa (Σανσκρ.) – ἀπό (Ελλην.) και
3. Στο ο όπως ávis (Σανσκρ.) – ὂF(*)ις → ὂϊς (=πρόβατο, Ελλην.) ή pátis (Σανσκρ.) – πόσις [= (νόμιμος) σύζυγος, ανήρ Ελλην.].
Ένα από τα πλέον γνωστά και χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η ομάδα των σύγχρονων Ρωμανικών γλωσσών (Romance languages) όπως η Ιταλική, η Γαλλική, η Ισπανική, η Ρουμανική κ.λπ. Εάν εξετάσουμε την μορφή που είχε η κάθε μία από αυτές πριν από δύο, τρεις, πέντε ή δέκα αιώνες (μέσα από αντίστοιχα κείμενα της κάθε εποχής), θα διαπιστώσουμε ότι όσο προχωράμε πίσω στο παρελθόν, τόσο περισσότερο αρχίζουν να πλησιάζουν η μία με την άλλη, μέχρις ότου συγχωνευθούν όλες σε μια πρωταρχική γλωσσική μορφή, στις αρχές περίπου της χριστιανικής εποχής. Μια ευτυχής συγκυρία έκανε να έχουν διατηρηθεί όλα τα στοιχεία αυτής της πρωταρχικής μορφής σε λογοτεχνικά έργα, κρατικά έγγραφα, διατάγματα κ.λπ. με αποτέλεσμα να έχουμε πλήρη εικόνα αυτής της αρχικής γλώσσας, που δεν είναι άλλη από την Λατινική, την γλώσσα των Ρωμαίων και Λατίνων αρχικά και στην συνέχεια των κατοίκων της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας γενικότερα.
Δυστυχώς όμως για την επιστήμη της Γλωσσολογίας, τέτοιες περιπτώσεις είναι συνήθως σπάνιες και κατά κανόνα η πρωταρχική γλωσσική μορφή μιας ομάδας συγγενικών γλωσσών, η προγονική γλώσσα, δεν μαρτυρείται άμεσα με γραπτά κείμενα ή άλλους τρόπους (π.χ. προφορική παράδοση).
Άλλες γνωστές ομάδες συγγενικών γλωσσών είναι η Τευτονική ομάδα (Γερμανική, Αγγλική, Ολλανδική, Σουηδική κ.λπ.), η Σημιτική ομάδα (Αραβική, Εβραϊκή, οι εξαφανισμένες σήμερα Ακκαδική, Αμορριτική κ.λπ.), καθώς και η ομάδα των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων (Ιωνική, Αιολική, Αρκαδική, Δωρική κ.λπ.), οι οποίες θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε συγγενικές μεν, αλλά διαφορετικές γλώσσες, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις.
Ατυχέστατα, οι πρωταρχικές μορφές, οι προγονικές γλώσσες αυτών των ομάδων (οι συμβατικά αποκαλούμενες Πρωτο-Τευτονική, Πρωτο-Σημιτική, και Πρωτο-Ελληνική αντίστοιχα) δεν διασώθηκαν σε γραπτή μορφή και έτσι δεν υπάρχουν πλήρη στοιχεία για τις «Πρωτο-γλώσσες» αυτές. Πολλά όμως γραμματικά, λεξιλογικά, συντακτικά κ.λπ. χαρακτηριστικά τους μπορούν να παραληφθούν από τις σύγχρονες γλωσσικές απογόνους τους με τις αυστηρές επιστημονικές μεθόδους και διαδικασίες της Ιστορικής Γλωσσολογίας, όπως θα δούμε παρακάτω.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι η κατάταξη μιας γλώσσας σε μια γλωσσική ομάδα μαζί με άλλες συγγενικές της μπορεί να γίνει είτε λαμβάνοντας υπ’ όψη μόνον την σύγχρονη μορφή της (Συγχρονική κατάταξη) είτε εξεταζόμενη συνολικά, ανεξαρτήτως των μορφών που είχε διαδοχικά στο πέρασμα των αιώνων (Διαχρονική κατάταξη). Έτσι, π.χ. η σημερινή Ιταλική γλώσσα, κατατάσσεται συγχρονικά μαζί με την Ισπανική, Γαλλική κ.λπ. στις Ρωμανικές γλώσσες, όπως προαναφέραμε. Εάν όμως θεωρήσουμε ότι όλες οι γλώσσες της ομάδος αποτελούν απογόνους της αρχικής Λατινικής τότε μπορούμε να προχωρήσουμε σε μια διαχρονική κατάταξη, όπου οι μεν Ρωμανικές γλώσσες θεωρούνται ως ένα παρακλάδι της Λατινικής, η οποία όμως μαζί με άλλες συγγενικές της, αλλά εκλιπούσες σήμερα αρχαίες γλώσσες της ιταλικής χερσονήσου (Φαλισκική, Οσκική, Ουμβρική κ.λπ.) κατατάσσονται στην λεγομένη ομάδα των Ιταλικών γλωσσών (Italic languages). Έτσι προκύπτει το γνωστό δενδροειδές διάγραμμα (βλ. Εικόνα A στην αρχή), που για πρώτη φορά παρουσιάσθηκε στην δεκαετία του 1860 από τον μεγάλο Γερμανό γλωσσολόγο Αύγουστο Σλάϊχερ (August Schleicher) και το οποίο ισχύει μέχρι σήμερα με μερικές μικρές διορθώσεις.
Εκείνο που θα πρέπει να τονισθεί στην συνέχεια είναι ότι η ομάδα των Ιταλικών γλωσσών μαζί με άλλες επίσης συγγενικές της ομάδες, όπως η Τευτονική (Germanic languages), η Κελτική (Celtic languages: Ιρλανδική, Γαελική Σκωτική, Ουαλλική κ.λπ.) και η Σλαβική (Slavic languages: Ρωσσική, Πολωνική, Σερβοκροατική, Τσεχική κ.λπ.), ανήκουν στον αποκαλούμενο Δυτικό ή Ευρωπαϊκό κλάδο, που μαζί με τον λεγόμενο Ανατολικό ή Ασιατικό κλάδο, στον οποίον ανήκουν οι Ινδο-Ιρανικές γλώσσες (Σανσκριτική, σύγχρονες Ινδικές γλώσσες, Περσική, Κουρδική κ.λπ.), συναποτελούν μια μεγάλη οικογένεια γλωσσών, η οποία ονομάζεται συμβατικά Ινδοευρωπαϊκή (ή Αριοευρωπαϊκή ή Ινδογερμανική) οικογένεια γλωσσών (Indoeuropean family of languages). Στην οικογένεια αυτήν ανήκουν επίσης, εκτός από την Ελληνική και την Αρμενική, και ορισμένες άλλες εκλιπούσες γλώσσες ή ομάδες γλωσσών, όπως η Φρυγική, η Θρακική, η Ιλλυρική, η Δακο-Μυσική (από την οποία πιθανότατα προέρχεται η σημερινή Αλβανική), η Τοχαρική, καθώς και η λεγόμενη Μικρασιατική ομάδα γλωσσών (Anatolian languages: Χιττιτική, Λουβική, Λυδική, Λυκιακή, Παλαϊκή και Καρική).
Από την άλλη μεριά, η Σημιτική ομάδα, η οποία δεν έχει καμία συγγένεια με τις Ινδοευρωπαϊκές (Αριοευρωπαϊκές) γλώσσες, μαζί με την λεγόμενη Χαμιτική ομάδα (αρχαία Αιγυπτιακή, η διάδοχός της Κοπτική, Βερβερικές γλώσσες και διάλεκτοι κ.λπ.), κατατάσσονται σε μια άλλη οικογένεια, την Αφρο-Ασιατική οικογένεια γλωσσών (Afro-Asiatic family of languages).
Σύμφωνα με όσα εκθέσαμε παραπάνω σχετικά με τις σύγχρονες Ρωμανικές γλώσσες, που όπως αναφέρθηκε κατάγονται από την Λατινική, η Γλωσσολογία, μετά από μελέτες και έρευνες δεκαετιών, δέχεται σήμερα (και αυτό είναι πλέον επιστημονικά γενικώς παραδεκτό, εις πείσμα των διαφόρων γλωσσολογούντων τσαρλατάνων) ότι όλες οι γλώσσες της Ινδοευρωπαϊκής (Αριοευρωπαϊκής) οικογένειας θεωρούνται απόγονοι μιας αρχικής προγονικής γλώσσας, η οποία ήταν σε χρήση πριν από 6000 χρόνια περίπου.
Αυτή η προγονική γλώσσα ονομάσθηκε συμβατικά από τους γλωσσολόγους Πρωτο – Ινδο – Eυρωπαϊκή (Proto-Indo-European language) ή ΠΙΕ (PIE) συντομογραφικά.
Eίναι αυτονόητο σήμερα και παραδεκτό από τους επιστήμονες ότι αυτή η πρωτογλώσσα ήταν κάποτε η γλώσσα μιας συγκεκριμένης ανθρώπινης ομάδας, ενός ενιαίου λαού, με καθορισμένα πολιτιστικά, κοινωνικά κ.λπ. χαρακτηριστικά, αλλά με άγνωστη ή τουλάχιστον ακαθόριστη ανθρωπολογική ομοιογένεια, ο οποίος ήταν εγκατεστημένος, σύμφωνα με την πλειονότητα των επιστημόνων και την τρέχουσα επιστημονική ορθοδοξία, στην περιοχή της τωρινής ΝΑ Ρωσσίας, στην λεγόμενη «Ποντική στέππα», στις βόρειες ακτές του Ευξείνου Πόντου (βλ. λεπτομέρειες στο εξαιρετικό βιβλίο του J. P. Mallory: In Search of the Indo-Europeans – London 1989, το οποίο έχει μεταφρασθεί και στα ελληνικά το 1995).
Από αυτήν την πρωτογλώσσα προέκυψαν στο πέρασμα των αιώνων οι σημερινές γλώσσες της οικογένειας όπως η Ελληνική, η Γερμανική, η Ιταλική, η Ιρλανδική κ.λπ. ενώ κάποιες άλλες όπως η Χιττιτική, η Φρυγική, η Θρακική, η Ιλλυρική κ.λπ. έπαψαν να ομιλούνται και εξαφανίσθηκαν.
Η Αγγλική γλώσσα ανήκει στην Τευτονική ομάδα γλωσσών όπως έχουμε προαναφέρει, οι πρωϊμότεροι ομιλητές της οποίας ήσαν οι Αγγλοσάξωνες κάτοικοι των περιοχών της ΒΔ Γερμανίας, οι οποίοι μετανάστευσαν και κατέκτησαν το μεγαλύτερο από τα Βρεταννικά νησιά, την Βρεταννία. Ήσαν Βορειο-Ευρωπαίοι και ανήκαν στον λεγόμενο «Νορδικό» (=Βόρειο) ανθρωπολογικό τύπο. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ένας σημερινός ομιλητής της Αγγλικής ανήκει οπωσδήποτε στον ίδιο ανθρωπολογικό τύπο. Έτσι και οι σημερινοί, αλλά και οι παλαιότεροι Έλληνες δεν είναι «Ινδοευρωπαίοι», αλλά ομιλητές μιας γλώσσας που ανήκει στην Ινδοευρωπαϊκή (Αριοευρωπαϊκή σωστότερα) οικογένεια γλωσσών.
Μετά από αυτές τις αναγκαίες πληροφορίες και διευκρινίσεις ας περάσουμε τώρα στην μεθοδολογία την οποία χρησιμοποιεί η Ιστορική Γλωσσολογία για την εξεύρεση και αποκατάσταση των αρχικών λέξεων της Πρωτο-Ινδο-Ευρωπαϊκής γλώσσας (βλ. για περισσότερες λεπτομέρειες το σχετικό άρθρο με τον τίτλο Word Games («Παιχνίδια με λέξεις») από το συλλογικό έργο “Black Athena Revisited” («Η αναθεώρηση της Μαύρης Αθηνάς») – London 1996 σελ. 177-205.
Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι αναζητούμε την αρχική μορφή της λέξης που χρησιμοποιούσαν οι ομιλητές της ΠΙΕ για την ονομαστική αρσενικού του ουσιαστικού τρεις.
Ξεκινάμε με την αρχαιοελληνική μορφή της λέξης, η οποία στην ονομαστική πτώση στο αρσενικό γένος ήταν τρεις, μια μορφή που προέκυψε από την συναίρεση ενός παλαιότερου τύπου *τρέες, ο οποίος μαρτυρείται στην συντηρητική Κρητική (δωρική) διάλεκτο. Οι αντίστοιχες λέξεις στην Λατινική και την Σανσκριτική ήσαν tres και tráyas. Από αυτές τις διαφορετικές μορφές γίνεται η αποκατάσταση της αρχικής λέξης στην ΠΙΕ με την ακόλουθη μέθοδο:
Αρχίζοντας με το προφανές, το αρχικό σύμπλεγμα tr– και η κατάληξη –s που συναντάμε τόσο στην Ελληνική, όσο και στην Λατινική και την Σανσκριτική, πρέπει να υπήρχαν και στην μορφή που είχε η λέξη στην αρχική πρωτογλώσσα. Εάν απορρίψουμε αυτήν την εκδοχή τότε πρέπει να δεχτούμε ότι αυτά προέκυψαν αργότερα ως ανεξάρτητη εξέλιξη στις τρεις γλώσσες, μια περίπτωση που αγγίζει τα όρια του απίθανου, μια και δεν υπήρξε τέτοια εξέλιξη σε καμιά γνωστή περίπτωση μέχρι σήμερα σε οποιαδήποτε γλωσσική ομάδα.
Παρομοίως μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα δισύλλαβα τρέες (Ελλην.) και tráyas (Σανσκρ.) αντιπροσωπεύουν μια γνησιότερη προσέγγιση από το tres (Λατιν.). Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τυπολογικές μελέτες : Είναι γνωστό, από έναν τεράστιο όγκο συσσωρευμένων ενδείξεων, ότι οι συναιρέσεις δύο βραχέων φωνηέντων σε ένα μόνο μακρό φωνήεν αποτελούν τις πλέον συνήθεις περιπτώσεις γλωσσικής αλλαγής/εξέλιξης, ενώ αντίθετα οι «επεκτάσεις» ενός μακρού φωνήεντος σε μια ακολουθία δύο βραχέων είναι εξαιρετικά σπάνια.
Με τον ίδιο συλλογισμό συνάγεται ότι το Ελλ. τρέες, με τα δύο του φωνήεντα σε χασμωδία, είναι λιγότερο αρχαϊκό από το Σανσκρ. tráyas, όπου τα δύο φωνήεντα διαχωρίζονται με το σύμφωνο -y- (γι). Η ονομαστική πτώση επομένως στο αρσενικό γένος για το «τρία» στην ΠΙΕ θα πρέπει να ήταν μια μορφή του τύπου *tr-x1-y-x2-s, όπου η ταυτότητα των φωνηέντων *x1 και *x2 απομένει να καθοριστεί.
Το πώς θα προχωρήσουμε πέρα από αυτό το σημείο δεν είναι, σε μια πρώτη ματιά, τόσο προφανές. Τα φωνήεντα *x1 και *x2 αντιπροσωπεύονται στην μεν Σανσκριτική με το a, αλλά στην Ελληνική με το ε. Το Λατιν. tres, όπου το e προέκυψε από την συναίρεση των *x1 και *x2, τείνει να στηρίξει την προτεραιότητα της ελληνικής περίπτωσης, παρ’ όλα αυτά όμως αδυνατεί να επιλύσει οριστικά το πρόβλημα της εξεύρεσης των φωνηέντων στην ΠΙΕ. Έτσι οι φυσιολογικοί υποψήφιοι για την κοινή μορφή της λέξης «τρία» στην ΠΙΕ είναι το *tráyas, όπως προτείνεται από την περίπτωση της Σανσκριτικής και το *tréyes, όπως προτείνεται από την Ελληνική, καθώς και τα υβρίδια *tréyas και *tráyes. Το πρόβλημα είναι ότι πρέπει να βρούμε έναν «κανόνα», έναν αυστηρά καθορισμένο τρόπο, ώστε να επιλέγουμε πάντα σωστά σε ανάλογες περιπτώσεις.
Αυτός όμως ο «κανόνας» στην πραγματικότητα ήταν ήδη στην διάθεσή μας για παραπάνω από έναν αιώνα. Στην δεκαετία του 1870 ένας αριθμός ειδικών επιστημόνων και μελετητών της Ινδοευρωπαϊκής είχε πραγματοποιήσει την εκπληκτική και σπουδαία ανακάλυψη ότι η διαδικασία των φθογγολογικών μεταβολών είναι φωνητικά καθορισμένη και «κανονική». Αυτό σημαίνει, με απλά λόγια, ότι εάν σε μια δεδομένη χρονική περίοδο στην ιστορία μιας γλώσσας ο φθόγγος Α εξελιχθεί στον φθόγγο Α΄ σε συγκεκριμένο φωνητικό περιβάλλον, τότε ο φθόγγος Α πάντοτε θα εξελίσσεται στον φθόγγο Α΄ στο ίδιο περιβάλλον.
Υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα αυτού του είδους των «φθογγολογικών νόμων» σε κάθε συγκεκριμένη γλώσσα. Έτσι, για παράδειγμα, το Π.Ι.Ε. *s δίνει πάντοτε στην Ελληνική ένα *h (= χ) στην αρχή μιας λέξεως (που βαθμιαία έπαυσε να προφέρεται, αρχικά στην Αττική / Ιωνική διάλεκτο και αργότερα στην Κοινή), ενώ σε άλλες γλωσσικές ομάδες διατηρείται, όπως π.χ. στην Λατινική:
Ελλην. *hεπτά →ἑπτά, *hέξ→ἓξ, *hέρπω→ἓρπω
Λατιν. septem sex serpo
Ένα νεώτερο παράδειγμα βρίσκουμε στην εξέλιξη της Λατινογενούς Γαλλικής γλώσσας, όπου το Λατιν. e εξελίσσεται πάντοτε σε oi (ουά) στις τονιζόμενες ανοικτές συλλαβές (= που τελειώνουν σε φωνήεν) της Γαλλικής:
Λατιν. le-x (νόμος) re-x (βασιλεύς) me (εγώ)
Γαλλ. loi roi moi
Άλλα ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν στην Μέση Αγγλική (Middle English, αρχές 12ου αιώνα – τέλη 15ου), όπου το τονιζόμενο e δίνει στην σύγχρονη Αγγλική (Modern English, μετά το 1500 – σήμερα) πάντα a, όταν ακολουθείται από r (το «συγκεκριμένο φωνητικό περιβάλλον» που προαναφέραμε). Έτσι, οι λέξεις της Μέσης Αγγλικής derk (σκοτάδι), lerk (κορυδαλλός), person (εφημέριος, παπάς) έδωσαν στην σύγχρονη Αγγλική γλώσσα τις αντίστοιχες λέξεις: dark, lark, parson.
Στην περίπτωση της ΠΙΕ λέξης για το «τρεις» το κρίσιμο σημείο αποτελεί το γεγονός ότι στην Σανσκριτική το a αντιστοιχεί σε τρία διαφορετικά φωνήεντα της Ελληνικής και συγκεκριμένα:
1. Στο ε όπως tráyas (Σανσκρ.) – τρέες (Ελλην.) ή όπως στο τρίτο ενικό πρόσωπο του ρήματος εἰμί : ásti (Σανσκρ.) –ἐστί (Ελλην.).
2. Στο α όπως ájra- (Σανσκρ.) – ἀγρός (Ελλην.) ή ápa (Σανσκρ.) – ἀπό (Ελλην.) και
3. Στο ο όπως ávis (Σανσκρ.) – ὂF(*)ις → ὂϊς (=πρόβατο, Ελλην.) ή pátis (Σανσκρ.) – πόσις [= (νόμιμος) σύζυγος, ανήρ Ελλην.].
_______________
(*) Το F ήταν το δίγαμμα που εξαφανίσθηκε αργότερα. Προφερόταν ως β.
Εάν δεχτούμε ότι το φωνήεν της ΠΙΕ λέξης είναι το *a τότε δεν υπάρχει σήμερα κάποιος κανόνας, ούτε κάποιος που θα ήταν δυνατόν να ανακαλυφθεί στο μέλλον, για την ερμηνεία της μετατροπής του *a σε ε ή ο στην Ελληνική. Έτσι θα ήμασταν υποχρεωμένοι απλώς να δηλώνουμε ότι το ΠΙΕ *a εξελίσσεται στην Ελληνική άλλες φορές σε ε, άλλες φορές σε ο και σε άλλες σε α. Τέτοιες όμως τυχαίες αλλαγές είναι αυτό ακριβώς που απορρίπτει η «Αρχή της Κανονικότητας». Επομένως το φωνήεν που αναζητούμε στην ΠΙΕ λέξη αποκλείεται να είναι το *a, διότι όπως διαπιστώσαμε παραπάνω οι φθόγγοι α, ε, και ο της Ελληνικής είναι διακριτοί και αμετάβλητοι και ανάγονται στην μητρική γλώσσα, ενώ αντίθετα διαπιστώνουμε ότι οι φθόγγοι *a, *e και *o της ΠΙΕ μετατρέπονται σε a στην Σανσκριτική, που αποτελεί και έναν κανονικό φωνητικό νόμο αυτής της γλώσσας. Άρα το φωνήεν δεν είναι άλλο από το *e.
Καταλήγουμε έτσι στο υποχρεωτικό συμπέρασμα ότι η κοινή λέξη της ΠΙΕ από την οποία προέκυψαν τα τρέες (Ελλην.), tres (Λατιν.) και tráyas (Σανσκρ.) είναι η μονοσήμαντα και αποκλειστικά αποκατεστημένη λέξη *treyes, στην οποία τα φωνήεντα διατηρήθηκαν μεν στην Ελληνική και Λατινική, ενώ στην Σανσκριτική έδωσαν a σύμφωνα με φωνητικό νόμο αυτής της γλώσσας.
Είναι προφανές από το παραπάνω παράδειγμα ότι η διαδικασία της συγκριτικής αποκατάστασης στην ΠΙΕ – ή τηρουμένων των αναλογιών στην Πρωτο-Γερμανική ή στην Πρωτο-Σημιτική - είναι κάθε άλλο παρά ένα παιχνίδι εικασίας ή «μαντεψιάς».
Κάθε απόφαση για την επιλογή ενός συγκεκριμένου φθόγγου σε μια λέξη που προσπαθούμε να αποκαταστήσουμε εμπεριέχει μια σειρά υποθέσεων που ελέγχονται με την βοήθεια συγκρίσεων από ενδείξεις άλλων λεκτικών μορφών. Έτσι, για παράδειγμα, η απόφαση να τοποθετηθεί ένα ενδιάμεσο *y στην αποκατάσταση της λέξης *treyes ισοδυναμεί με την αποδοχή ότι αυτό το *y χάνεται κανονικά μεταξύ δύο φωνηέντων στην Ελληνική και Λατινική. Αυτή η υπόθεση πρέπει να επιβεβαιωθεί από περαιτέρω παραδείγματα που συμφωνούν με το πρότυπο -aya- : -εε- : -e- (υπάρχουν στην πραγματικότητα πολυάριθμα) ή να απορριφθεί εάν ανακαλύψουμε αντίθετα παραδείγματα (δεν υπάρχει κανένα).
Το σωρευτικό αποτέλεσμα τέτοιου είδους υποθέσεων και επαληθεύσεων, που μπορεί να εφαρμοστεί σε έναν μεγάλο αριθμό επί μέρους περιπτώσεων, αποτελεί ένα εσωτερικά συνεκτικό και αξιοσημείωτα λεπτομερειακό τμήμα της φωνολογικής ιστορίας (εξέλιξης) των γλωσσών που αντιπαραβάλλονται.
Καταλήγουμε έτσι στο υποχρεωτικό συμπέρασμα ότι η κοινή λέξη της ΠΙΕ από την οποία προέκυψαν τα τρέες (Ελλην.), tres (Λατιν.) και tráyas (Σανσκρ.) είναι η μονοσήμαντα και αποκλειστικά αποκατεστημένη λέξη *treyes, στην οποία τα φωνήεντα διατηρήθηκαν μεν στην Ελληνική και Λατινική, ενώ στην Σανσκριτική έδωσαν a σύμφωνα με φωνητικό νόμο αυτής της γλώσσας.
Είναι προφανές από το παραπάνω παράδειγμα ότι η διαδικασία της συγκριτικής αποκατάστασης στην ΠΙΕ – ή τηρουμένων των αναλογιών στην Πρωτο-Γερμανική ή στην Πρωτο-Σημιτική - είναι κάθε άλλο παρά ένα παιχνίδι εικασίας ή «μαντεψιάς».
Κάθε απόφαση για την επιλογή ενός συγκεκριμένου φθόγγου σε μια λέξη που προσπαθούμε να αποκαταστήσουμε εμπεριέχει μια σειρά υποθέσεων που ελέγχονται με την βοήθεια συγκρίσεων από ενδείξεις άλλων λεκτικών μορφών. Έτσι, για παράδειγμα, η απόφαση να τοποθετηθεί ένα ενδιάμεσο *y στην αποκατάσταση της λέξης *treyes ισοδυναμεί με την αποδοχή ότι αυτό το *y χάνεται κανονικά μεταξύ δύο φωνηέντων στην Ελληνική και Λατινική. Αυτή η υπόθεση πρέπει να επιβεβαιωθεί από περαιτέρω παραδείγματα που συμφωνούν με το πρότυπο -aya- : -εε- : -e- (υπάρχουν στην πραγματικότητα πολυάριθμα) ή να απορριφθεί εάν ανακαλύψουμε αντίθετα παραδείγματα (δεν υπάρχει κανένα).
Το σωρευτικό αποτέλεσμα τέτοιου είδους υποθέσεων και επαληθεύσεων, που μπορεί να εφαρμοστεί σε έναν μεγάλο αριθμό επί μέρους περιπτώσεων, αποτελεί ένα εσωτερικά συνεκτικό και αξιοσημείωτα λεπτομερειακό τμήμα της φωνολογικής ιστορίας (εξέλιξης) των γλωσσών που αντιπαραβάλλονται.
Τα αποτελέσματα της συγκριτικής μεθόδου επιβεβαιώνονται όχι μόνον από τον χρόνο, αλλά και από νεώτερες ανακαλύψεις:
Η αποκρυπτογράφηση των Μυκηναϊκών πινακίδων το 1952, για παράδειγμα, μας αποκάλυψε μια αρχαϊκή και συντηρητική Ελληνική διάλεκτο, η οποία διατηρούσε το διαφωνηεντικό –y- σε μορφές λέξεων, όπως ακριβώς είχε προβλέψει την ύπαρξή του η γλωσσολογική μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε παραπάνω! Διαπιστώθηκε επίσης ότι η Μυκηναϊκή διάλεκτος διατηρούσε τα «χειλοϋπερωικά» σύμφωνα kw, gw, kwh – φθόγγους που είχαν προταθεί για την Πρωτο-Ελληνική από γλωσσολόγους του 19ου αιώνα - και τα οποία στις διαλέκτους ήδη της κλασσικής περιόδου, δεν διακρίνονταν πια από τα χειλικά (π, β, φ) και τα οδοντικά (τ, δ, θ).
Η αποκρυπτογράφηση των Μυκηναϊκών πινακίδων το 1952, για παράδειγμα, μας αποκάλυψε μια αρχαϊκή και συντηρητική Ελληνική διάλεκτο, η οποία διατηρούσε το διαφωνηεντικό –y- σε μορφές λέξεων, όπως ακριβώς είχε προβλέψει την ύπαρξή του η γλωσσολογική μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε παραπάνω! Διαπιστώθηκε επίσης ότι η Μυκηναϊκή διάλεκτος διατηρούσε τα «χειλοϋπερωικά» σύμφωνα kw, gw, kwh – φθόγγους που είχαν προταθεί για την Πρωτο-Ελληνική από γλωσσολόγους του 19ου αιώνα - και τα οποία στις διαλέκτους ήδη της κλασσικής περιόδου, δεν διακρίνονταν πια από τα χειλικά (π, β, φ) και τα οδοντικά (τ, δ, θ).
(Λέξεις με αστερίσκο * αντιπροσωπεύουν αποκατεστημένες λέξεις γενικά και ειδικότερα της ΠΙΕ)
Δ.Ε.Ε.
Δ.Ε.Ε.
Ετικέτες
Γλωσσικές οικογένειες,
Γλωσσολογία
Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)













