Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαιολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαιολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020
Η ναυτική ευφυία των Ελλήνων στην Σαλαμίνα
Πώς οι Έλληνες εκμεταλλεύθηκαν τους ανέμους
για να κατατροπώσουν τους Πέρσες
Η επιλογή του σημείου της σύγκρουσης με τους Πέρσες στη Σαλαμίνα ήταν άριστα μελετημένη από τους αρχαίους Έλληνες και καθόλου τυχαία, καθώς βασιζόταν στη γνώση των τοπικών κλιματολογικών συνθηκών. Αυτό δείχνει μία νέα μελέτη από το Κέντρο Ερεύνης Φυσικής της Ατμόσφαιρας και Κλιματολογίας της Ακαδημίας Αθηνών, με επικεφαλής τον ακαδημαϊκό καθηγητή Χρήστο Ζερεφό, η οποία δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Atmosphere.
Ο φετινός Σεπτέμβριος σηματοδοτεί την επέτειο των 2.500 ετών από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Στα τέλη του Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. ο ελληνικός στόλος, με μικρές δυνάμεις αλλά με άριστη τακτική και υπό την ηγεσία του Θεμιστοκλή, πραγματοποίησε μία από τις αποφασιστικότερες νίκες της ιστορίας. Η νέα μελέτη δείχνει ότι η εμπνευσμένη στρατηγική τού μεγάλου ηγέτη βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες και ο ίδιος ο Θεμιστοκλής γνώριζαν τις κλιματολογικές συνθήκες και ιδιαίτερα τους ανέμους που έπνεαν στο στενό της Σαλαμίνας, προσαρμόζοντας τον στρατηγικό σχεδιασμό τους ανάλογα, ώστε να επωφεληθούν από την ημερήσια διακύμανσή τους.
Τα επιστημονικά ευρήματα δείχνουν πως ο συνδυασμός ενός βορειοδυτικού ανέμου που έπνεε κατά τη διάρκεια της νύχτας, με τη θαλάσσια αύρα που σηκώθηκε μετά τις 10:00, σχημάτισε μία «λαβίδα» ανέμου, η οποία, όσο περνούσε η μέρα, εγκλώβισε τον περσικό στόλο στη Σαλαμίνα. Η κλιματολογική ανάλυση του ανεμολογικού πεδίου στην περιοχή όπου διεξήχθη η ναυμαχία βασίστηκε στις διαθέσιμες μετρήσεις των μετεωρολογικών σταθμών στην περιοχή, καθώς και σε δεδομένα των κλιματικών και μετεωρολογικών μοντέλων ERA5 και WRF για το χρονικό διάστημα 1960-2019, παράλληλα με τις ιστορικές μαρτυρίες από τις αρχαίες πηγές («Ιστορίαι» του Ηρόδοτου, «Πέρσαι» του Αισχύλου κ.ά.).
Όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα της έρευνας, οι κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν σήμερα στην περιοχή είναι παρόμοιες με αυτές που επικρατούσαν πριν από 2.500 χρόνια. Η κυριότερη αιτία του μελτεμιού, που πνέει από βόρειες, γενικά, διευθύνσεις στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια της θερμής περιόδου, είναι ο συνδυασμός του μουσωνικού χαμηλού, δηλαδή ενός θερμικού χαμηλού που δημιουργείται πάνω από την ευρύτερη περιοχή της Ινδικής Χερσονήσου, με τις υψηλές πιέσεις που επικρατούν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού πάνω από τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη.
Ο παραπάνω συνδυασμός έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ενισχυμένου βορείου ρεύματος στο Αιγαίο με την ονομασία «ετησίαι» (που σημαίνει «ετησίως επαναλαμβανόμενοι»). Οι εν λόγω κλιματολογικές συνθήκες περιγράφηκαν για πρώτη φορά από τον Αριστοτέλη στο βιβλίο του «Μετεωρολογικά». Σε τοπικό επίπεδο, η αποδυνάμωσή των μελτεμιών τον Σεπτέμβριο ευνοεί την επικράτηση μικρότερων συστημάτων κυκλοφορίας, όπως είναι οι θαλάσσιες αύρες (μπάτης-μπουκαδούρα).
Η ναυμαχία
Οι Έλληνες είχαν γνώση της τοπικής κλιματολογίας και προσάρμοσαν ανάλογα το στρατηγικό σχέδιό τους. Ο περσικός στόλος έλαβε θέσεις μάχης στην ακτή της Αττικής (Αμφιάλη-Πέραμα) κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ωστόσο, με το πρώτο φως της ημέρας τα ελληνικά πλοία, αντί να προσπαθήσουν να διαφύγουν, όπως περίμεναν οι Πέρσες, εμφανίστηκαν επίσης παρατεταγμένα σε σχηματισμό μάχης από την πλευρά της Σαλαμίνας.
Όταν ο περσικός στόλος κινήθηκε εναντίον του ελληνικού, τα ελληνικά πλοία κινήθηκαν ανάποδα, κωπηλατώντας συντεταγμένα μέχρι την ακτή της Σαλαμίνας. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, αυτός ο ελιγμός αποτελούσε μέρος του στρατηγικού σχεδίου του Θεμιστοκλή και αποσκοπούσε στο να παρασύρει τους Πέρσες βαθύτερα μέσα στο στενό και να καθυστερήσει τη σύγκρουση, περιμένοντας την αλλαγή του ανέμου. Πράγματι, μετά τις 10:00 ο άνεμος στράφηκε σε νοτιοδυτικό (θαλάσσια αύρα) και μόνο τότε ξεκίνησε η ελληνική αντεπίθεση.
Η θαλάσσια αύρα, σε συνδυασμό με τη στενότητα του διαύλου, αποδιοργάνωσε τον περσικό στόλο. Τα ψηλότερα περσικά πλοία ήταν πιο δύσκολο να κυβερνηθούν, καθώς στρέφονταν πλάγια από τον άνεμο και το κύμα, και έτσι έγιναν εύκολος στόχος για τα έμβολα των ελληνικών τριήρεων. Επιπλέον, η ισχυρή νοτιοανατολική αύρα δεν επέτρεψε στους Πέρσες να ανοίξουν πανιά για να υποχωρήσουν γρήγορα προς τον ανοιχτό Σαρωνικό Κόλπο και να μεταφέρουν εκεί τη σύγκρουση.
Τελικά, ένα μεγάλο μέρος του περσικού στόλου χάθηκε, ενώ τα υπόλοιπα πλοία διέφυγαν προς τον Κόλπο του Φαλήρου κατά τις απογευματινές ώρες, όταν οι άνεμοι ολοκλήρωσαν τον καθημερινό κύκλο τους και γύρισαν ξανά σε βορειοδυτικούς. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο δυτικός άνεμος «Ζέφυρος» μετέφερε τα συντρίμμια του περσικού στόλου μέχρι την περιοχή του σημερινού Αγίου Κοσμά, σηματοδοτώντας το τέλος της περσικής παρουσίας στη Μεσόγειο.
Η ερευνητική ομάδα περιελάμβανε, πέρα από τον Χρήστο Ζερεφό, τους ερευνητές της Ακαδημίας Αθηνών Σταύρο Σολωμό, Ιωάννη Καψωμενάκη και Χρήστο Ρεπαπή, καθώς επίσης τον καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Δημήτρη Μελά. Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από το Μαριολοπούλειο – Καναγκίνειο Ίδρυμα Επιστημών Περιβάλλοντος.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Ετικέτες
Αρχαία τεχνολογία,
Αρχαιολογία,
Στρατιωτική Ιστορία
Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2019
Οι πίθηκοι της Σαντορίνης
Μπορεί οι κυανοπίθηκοι της διάσημης τοιχογραφίας από το Ακρωτήρι της Θήρας να «έφτασαν» στο Αιγαίο από το Νεπάλ; Αυτό υποστηρίζει μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στη διεθνή επιθεώρηση «Primates» για τη βιολογία πρωτευόντων θηλαστικών και φέρει την υπογραφή της Μαρί Νικόλ Παρέχα που ειδικεύεται στις τοιχογραφίες του προϊστορικού Αιγαίου από το Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια στη Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών.
Τον γκρίζο λανκούρ των βόρειων πεδιάδων - η επιστημονική ονομασία του είναι σεμνοπίθηκος - είδε η ερευνήτρια στην τοιχογραφία που εντόπισε ο Σπυρίδων Μαρινάτος στον βόρειο και τον δυτικό τοίχο του δωματίου Β6 του κτιρίου Β του Ακρωτηρίου, του προϊστορικού οικισμού που είναι γνωστός και ως η «Πομπηία του Αιγαίου» καθώς «πάγωσε» κάτω από την καυτή λάβα και την ηφαιστειακή τέφρα της έκρηξης του ηφαιστείου της Θήρας στο τέλος του 17ου αι. π.Χ.
Στην τοιχογραφία - η οποία εκτίθεται στο Μουσείο Προϊστορικής Θήρας και έχει διαστάσεις 2,70x2,76 μ. - απεικονίζονται ηφαιστειακοί βράχοι στους οποίους έχει σκαρφαλώσει μια αγέλη κυανοπιθήκων, οι οποίοι ενδεχομένως - σύμφωνα με την περιγραφή του πρώτου συστηματικού ανασκαφέα του Ακρωτηρίου, του ακαδημαϊκού Σπυρίδωνα Μαρινάτου -, αφού λεηλάτησαν κήπους, έφυγαν με τη λεία τους καταδιωκόμενοι και αναζήτησαν ασφαλές καταφύγιο στα βράχια.
Η Μαρί Νικόλ Παρέχα, παρατηρώντας την τοιχογραφία, αναρωτήθηκε πώς μπορεί οι κάτοικοι του προϊστορικού Αιγαίου να ζωγράφισαν ένα ζώο που δεν είχαν δει, καθώς δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το συγκεκριμένο είδος πιθήκου ενδημούσε στην περιοχή. Απευθύνθηκε σε πρωτευολόγους (βιολόγους πρωτευόντων θηλαστικών) οι οποίοι αναγνώρισαν στις τοιχογραφίες το γκρίζο λανκούρ, όχι μόνο λόγω του χαρακτηριστικού του τριχώματος, αλλά και επειδή η ουρά του σχηματίζει ένα χαρακτηριστικό S.
Νότια Ασία
Οι σεμνοπίθηκοι ζουν στη Νότια Ασία και συγκεκριμένα στην κοιλάδα του Ινδού, στις περιοχές όπου σήμερα εκτείνονται το Νεπάλ, το Μπουτάν και η Ινδία, και δεν έχουν κοινά χαρακτηριστικά με εκείνους που ενδημούν στη Μέση Ανατολή ή στη Βόρεια Αφρική, περιοχές με τις οποίες οι κάτοικοι του Αιγαίου διατηρούσαν στενές σχέσεις. Πώς τους γνώριζαν λοιπόν οι καλλιτέχνες του Ακρωτηρίου; «Δεν θα εκπλαγώ αν κάποια μέρα στο μέλλον βρεθούν στοιχεία που θα αποδεικνύουν την απευθείας επαφή» λέει η Παρέχα στο «New Scientist» και εκτιμά ότι είχαν μεταφερθεί σε περιοχές με τις οποίες επικοινωνούσαν οι καλλιτέχνες του Ακρωτηρίου.
«Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα θεωρία και ενδεχομένως μεθοδολογικά σωστή, όμως δεν μπορούμε να μιλάμε για ταυτίσεις στις τοιχογραφίες της προϊστορικής Θήρας, καθώς δεν πρόκειται για ρεαλιστική ζωγραφική» λέει στα «ΝΕΑ» ο αναπληρωτής καθηγητής Προϊστορικής Aρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και μελετητής των θηραϊκών τοιχογραφιών Ανδρέας Βλαχόπουλος. «Η τέχνη του προϊστορικού Αιγαίου έχει αναπαραστατικές αρετές που μας εκπλήσσουν, αλλά αν οι μεγάλοι καλλιτέχνες του Ακρωτηρίου ζωγράφιζαν ό,τι είχαν δει τότε θα έπρεπε να πετάνε γρύπες (σ.σ. μυθολογικό ον με σώμα λιονταριού, κεφάλι και φτερά αετού και ουρά φιδιού) πάνω από τη Θήρα κάθε απόγευμα».
Στη διατριβή της ειδικά για τις τοιχογραφίες του κτιρίου Β του Ακρωτηρίου η Φραγκούλα Γεώρμα υποστηρίζει ότι πρόκειται για κερκοπιθήκους (όπως π.χ. οι μακάκοι) οι οποίοι ζούσαν στη Βόρεια Αφρική και στους οποίους θα είχαν ευκολότερη πρόσβαση οι κάτοικοι του προϊστορικού Αιγαίου. «Δεν μπορούμε, ωστόσο, να προσεγγίζουμε την τέχνη με όρους θετικών επιστημών» σχολιάζει η αρχαιολόγος.
«Οποιαδήποτε θεωρία είναι καλοδεχούμενη, αλλά όχι όταν εκτρέπεται του ερμηνευτικού πλαισίου της τέχνης της εποχής. Έχει ενδιαφέρον μια διεπιστημονική προσέγγιση σε θέματα εικονογραφίας, αλλά το θέμα μας είναι μια ζωγραφική απεικόνιση, όχι ένα λείψανο. Κατά συνέπεια η έρευνα αυτή δεν φωτίζει την ουσία των αναζητήσεών μας για τον κόσμο της 2ης χιλιετίας π.Χ., αλλά μένει σε ένα πυροτέχνημα» καταλήγει ο Ανδρέας Βλαχόπουλος.
Αδαμοπούλου Μαίρη
Ετικέτες
Αρχαιολογία,
Κρήτη,
Προβληματισμοί,
Προϊστορία
Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017
Σφραγιδόλιθος ασύγκριτης τέχνης
Σφραγιδόλιθος ασύγκριτης τέχνης
με σκηνές Ιλιάδας
Από τον τάφο του «Γρύπα Πολεμιστή» της Πύλου
Ένας σφραγιδόλιθος από αχάτη με εγχάρακτο σχέδιο εκπληκτικής τέχνης και λεπτομέρειας, που απεικονίζει μια εντυπωσιακή σκηνή μάχης, έχει εντυπωσιάσει τους αμερικανούς αρχαιολόγους. Ο σφραγιδόλιθος βρέθηκε στον τάφο του «Γρύπα Πολεμιστή» στην Πύλο και θυμίζει σκηνές Ιλιάδας
Συγκεκριμένα, πριν από δυο χρόνια, οι Αμερικανοί αρχαιολόγοι Τζακ Ντέιβις και Σάρον Στόκερ από το Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι ανακάλυψαν στον τάφο του «Γρύπα Πολεμιστή» στην Πύλο ένα μικροσκοπικό αντικείμενο, μεγέθους περίπου 3,5 εκατοστών.
Όπως αναφέρει δημοσίευμα των New York Times, στην αρχή πίστεψαν ότι ήταν ένα είδος μεγάλης χάντρας και το έβαλαν στην άκρη για να επικεντρωθούν σε άλλα, πιο εντυπωσιακά αντικείμενα, όπως χρυσά δαχτυλίδια, τα οποία βρέθηκαν σε τάφο του 1500 π.Χ. με πλούσια κτερίσματα.
Όταν όμως στη συνέχεια ο συντηρητής του αντικειμένου απομάκρυνε όλες τις προσμίξεις από την επιφάνεια της «χάντρας», αυτό που αποκαλύφθηκε άφησε εμβρόντητους ειδικούς και μη: Ένας σφραγιδόλιθος από αχάτη με εγχάρακτο σχέδιο εκπληκτικής τέχνης και λεπτομέρειας, που απεικονίζει μια εντυπωσιακή σκηνή μάχης, όπου «πρωταγωνιστεί» ένας πολεμιστής-ήρωας, γυμνός και με μακριά μαλλιά.
Ο ένας από τους δυο εχθρούς του κείτεται νεκρός κάτω από τα πόδια του, ενώ ο δεύτερος απεικονίζεται λίγα δευτερόλεπτα πριν τον θάνατό του, όταν δηλαδή ο ήρωας, που τον έχει ακινητοποιήσει πιάνοντάς τον από την περικεφαλαία, βυθίζει το ξίφος στο στέρνο του.
Σφραγιδόλιθος ασύγκριτης τέχνης
Το ΑΠΕ-ΜΠΕ συνομίλησε με τους δυο ανασκαφείς για το ανεπανάληπτο εύρημα που, σύμφωνα με το αμερικανικό δημοσίευμα το οποίο επικαλείται δήλωση του Malcolm H. Wiener, ειδικού στην αιγαιακή προϊστορία, πρόκειται για «ένα από τα σπουδαιότερα αριστουργήματα τέχνης στο Αιγαίο που μπορεί να συγκριθεί με μερικά σχέδια του Μιχαήλ Αγγέλου στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης».
Ακολουθεί η συνέντευξη με τους δυο ανασκαφείς:
Ερ. Μιλήστε μας για τον σφραγιδόλιθο, την απεικόνιση και τη σημασία του. Γιατί το αμερικανικό άρθρο μιλάει για σχέση με ομηρικές σκηνές;
Απ. Η σκηνή απεικονίζει μια μάχη μεταξύ τριών πολεμιστών. Ο ήρωας, που δεν φέρει ασπίδα και φοράει βραχύ περίζωμα, έχει ήδη νικήσει έναν αντίπαλο και είναι έτοιμος να σκοτώσει έναν άλλο. Αν και δεν έχουμε ισχυριστεί ότι η σκηνή σχετίζεται άμεσα με τα έπη του Ομήρου, παραπέμπει σε κάποιες σκηνές μάχης στην Ιλιάδα. Ο σφραγιδόλιθος είναι το πιο έξοχο δείγμα γλυπτικής της Εποχής του Χαλκού που έχει βρεθεί.
Ερ. Γιατί πιστεύετε, σύμφωνα με το άρθρο, ότι ο καλλιτέχνης ήταν μύωπας;
Απ. Ο δημοσιογράφος των Times New York έκανε αυτή την εκτίμηση, επειδή το αντικείμενο είναι τόσο μικρό και με τόση λεπτομέρεια επεξεργασμένη. Ο σφραγιδόλιθος έχει μήκος μόλις 3,5 εκατοστά και θα ήταν τρομερά δύσκολο να δημιουργήσεις ένα έργο με τόση λεπτομέρεια πάνω σε τόσο μικρή και σκληρή επιφάνεια.
Ερ. Γνωρίζετε με ποιον τρόπο έγινε η χάραξή του κι αν χρησιμοποιήθηκαν μεγεθυντικοί φακοί;
Απ. Το πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρουμε πώς χαράχθηκαν αυτοί οι σφραγιδόλιθοι. Δεν έχουν βρεθεί μεγεθυντικοί φακοί ως τώρα, ούτε στην Κρήτη ούτε στην ηπειρωτική Ελλάδα. Όμως είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε κάποιος να χάραξε κάτι με τόση λεπτομέρεια με γυμνό μάτι.
Ερ. Ποιος ήταν ο τόπος προέλευσης του σφραγιδόλιθου;
Απ. Πιστεύουμε ότι δημιουργήθηκε στη Νεοανακτορική εποχή στην Κρήτη και όχι στην ηπειρωτική Ελλάδα. Από όσο γνωρίζουμε, οι Μυκηναίοι δεν κατείχαν την τεχνολογία για να παράγουν τέτοια αριστουργήματα.
Ερ. Τι άλλο περιμένουμε από τους θησαυρούς του τάφου στην Πύλο;
Απ. Υπάρχουν πολλοί θησαυροί που ετοιμάζουμε για δημοσίευση, συμπεριλαμβανομένων δυο χρυσά κύπελλα κι ένα ξίφος με χρυσό χείλος. Υπάρχουν πάρα πολλά αντικείμενα που χρειάζονται συντήρηση, η οποία είναι μια πολύ χρονοβόρα και δαπανηρή διαδικασία. Έχουμε μερικούς από τους καλύτερους Έλληνες συντηρητές που μας βοηθούν σε αυτό το τεράστιο έργο.
Ερ. Πόσα σφραγιδόλιθοι βρέθηκαν συνολικά;
Απ. Ήταν πάνω από 50, αλλά αυτός είναι μακράν ο καλύτερος. Δεν υπάρχει όμοιός του.
Η ανασκαφή του τάφου
του «Γρύπα Πολεμιστή» στην Πύλο
Το καλοκαίρι του 2015 η σκαπάνη των Τζακ Ντέιβις και Σάρον Στόκερ έφερε στο φως έναν ασύλητο, πλούσια κτερισμένο, λακκοειδή τάφο, πλησίον του μυκηναϊκού ανακτόρου του Νέστορα, στον Ανω Εγκλιανό, στη Χώρα του Δήμου Πύλου-Νέστορος. Όπως είχε αναφέρει τότε το ΥΠΠΟΑ, τάφος, ο οποίος ανήκε σε πολεμιστή, χρονολογείται περίπου το 1500 π. Χ. (Υστεροελλαδική ΙΙ περίοδος) και αποτελεί την πιο εντυπωσιακή περίπτωση επίδειξης προϊστορικού πλούτου σε ταφικά μνημεία της ηπειρωτικής Ελλάδας, που έχει έρθει στο φως τα τελευταία 65 χρόνια.
Ένας χρόνο πριν, τον Οκτώβριο του 2016, οι ανασκαφείς δημιούργησαν πάλι αίσθηση, όταν κατά τη διάλεξή τους στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών της Αθήνας είχαν παρουσιάσει το πρόσωπο του «ενοίκου» του τάφου, όπως είχε ανασυσταθεί από τα οστά του κρανίου του: Ένας όμορφος άνδρας, με μακριά μαύρα μαλλιά, περίπου 30-35 ετών. «Τον έχουμε αποκαταστήσει με μακριά μαύρα μαλλιά, με βάση την αναπαράσταση πολεμιστή που βρέθηκε σε μία σφραγίδα στον τάφο και η οποία θα δημοσιευτεί του χρόνου», είχε αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ τότε η κ. Στόκερ, προαναγγέλλοντας την εντυπωσιακή ανακάλυψη.
Το ανασκαφικό πρόγραμμα στην Πύλο, υπό τους δυο ανασκαφείς, διεξήχθη από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών κατόπιν άδειας του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Όλες οι εργασίες διενεργήθηκαν υπό την άμεση εποπτεία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας. Στο πρόγραμμα συμμετείχαν 45 αρχαιολόγοι, εξειδικευμένοι επιστήμονες και φοιτητές διαφόρων εθνικοτήτων από πολλά πανεπιστήμια του εξωτερικού.
in.gr, ΑΠΕ-ΜΠΕ
Ετικέτες
Αρχαία τεχνολογία,
Αρχαιολογία
Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017
Βιβλιοπαρουσίαση
Ο Δήμος
Ασπρούργου και οι Εκδόσεις
«Ινφογνώμων»
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου
του εθνολόγου-ανθρωπολόγου Δημήτρη Ευαγγελίδη
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου
του εθνολόγου-ανθρωπολόγου Δημήτρη Ευαγγελίδη
«Η Καταγωγή των Αλβανών και οι Αρβανιτόφωνοι Έλληνες»
που θα γίνει τη Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017 και ώρα 19:30,
στην Αίθουσα Τελετών «Δ. Καλλιέρης» του Πνευματικού Κέντρου του
Δήμου Ασπροπύργου (Αλ. Παναγούλη 13, πλ. Αγίου Δημητρίου).
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο συγγραφέας και οι κ.κ.:
Γεώργιος Τσούτσος, συνεργάτης βιβλιοθήκης Ιεράς Συνόδου
Νικόλαος Ταμουρίδης, επίτιμος Α’ υπαρχηγός ΓΕΣ
Σάββας Καλεντερίδης, εκδότης.
Την εκδήλωση θα χαιρετίσει ο Δήμαρχος Ασπροπύργου Νικόλαος Μελετίου.
Ετικέτες
Αρβανιτόφωνοι,
Αρχαιολογία,
Βορ. Ήπειρος,
Γλωσσολογία,
ΔΕΕυαγγελίδης,
Εθνολογία,
Ιστορία,
Προϊστορία
Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016
Νέα θεωρία για την αρχαία έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης
Νέα θεωρία για την αρχαία έκρηξη
του ηφαιστείου της Σαντορίνης
Το καταστροφικό τσουνάμι που σάρωσε το προϊστορικό Αιγαίο μετά την κατακλυσμική έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας (Σαντορίνης), δεν προκλήθηκε από την ταυτόχρονη κατάρρευση των τοιχωμάτων της καλδέρας, όπως πίστευαν έως τώρα οι επιστήμονες.
H νέα θεωρία κάνει λόγο για την τεράστια ποσότητα πυροκλαστικών ηφαιστειακών υλικών που έπεσαν απότομα μέσα στη θάλασσα.
Αυτό προκύπτει από μία νέα έρευνα Ελλήνων και άλλων επιστημόνων, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nature Communications», με επικεφαλής την Παρασκευή Νομικού, επίκουρη καθηγήτρια Φυσικής Γεωγραφίας και Γεωλογικής Ωκεανογραφίας του Τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Οι επιστήμονες παρουσιάζουν νέα βαθυμετρικά και σεισμικά στοιχεία, τα οποία αποδεικνύουν ότι η καλδέρα δεν ήταν ανοιχτή προς τη θάλασσα κατά τη διάρκεια της κύριας φάσης της έκρηξης, αλλά πλημμύρισε με νερό, αφότου η έκρηξη είχε πια ολοκληρωθεί.
Η μέχρι σήμερα κυρίαρχη θεωρία ήταν ότι κατά την ηφαιστειακή έκρηξη, εξαιτίας της οποίας κατέρρευσε το ηφαιστειακό συγκρότημα στη θάλασσα, δημιουργήθηκε μία τεράστια καλδέρα, με διαστάσεις δέκα επί επτά χιλιομέτρων, και αυτή η κατάρρευση προκάλεσε τσουνάμι.
Η νέα θεωρία αμφισβητεί τις έως τώρα εκτιμήσεις για το πώς προκλήθηκε το τσουνάμι.
Μινωική έκρηξη ονομάζεται η καταστροφική ηφαιστειακή έκρηξη που έγινε κατά την Υστεροκυκλαδική Ι περίοδο στην νήσο Στρογγύλη και είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία αυτού που σήμερα ονομάζουμε καλδέρα της Σαντορίνης και την καταστροφή του προϊστορικού πολιτισμού του νησιού.
Έχει υπολογιστεί ότι ο δείκτης μεγέθους της ηφαιστειακής έκρηξης (VEI - Volcanic Explosivity Index) είναι ίσος με 7 και ο όγκος των υλικών που εκτοξεύτηκαν ήταν περίπου 60 κυβικά χιλιόμετρα.
Τα δεδομένα αυτά κατατάσσουν την Μινωική έκρηξη ως την δεύτερη μεγαλύτερη έκρηξη στην ανθρώπινη ιστορία μετά από αυτή στο ηφαίστειο Ταμπόρα στην Ινδονησία το 1815.
Η πρώτη κλασσική χρονολόγηση της έκρηξης βασίστηκε σε συγκριτικές μελέτες της τεχνικής των αγγείων που βρέθηκαν τον προϊστορικό οικισμό του Ακρωτηρίου και σε Αιγυπτιακές πηγές και είχε εκτιμηθεί ότι η έκρηξη του ηφαιστείου είχε συμβεί το 1500 π.Χ..
Επίσης, ο καθηγητής Σπύρος Μαρινάτος, ο οποίος είχε πραγματοποιήσει ανασκαφικές δραστηριότητες τόσο στην Κρήτη, όσο και στην Σαντορίνη, είχε διατυπώσει την άποψη ότι η Μινωική έκρηξη ήταν αυτή που προκάλεσε την καταστροφή του Μινωικού πολιτισμού.
Οι απόλυτες χρονολογήσεις, όμως, που έγιναν με βάση τον ραδιενεργό άνθρακα, τη δενδροχρονολόγηση και την παγοχρονολόγηση μετατόπισαν την ημερομηνία 100 με 150 χρόνια παλαιότερα, ενώ η πλέον πρόσφατη χρονολόγηση με ραδιενεργό άνθρακα ενός κλαδιού ελιάς που θάφτηκε από την τέφρα της έκρηξης τοποθετεί την ημερομηνία μεταξύ 1627 και 1600 π.Χ. με πιο πιθανό το διάστημα μεταξύ 1613 με 1614 π.Χ.
Η νέα χρονολόγηση, σύμφωνα με κάποιους αρχαιολόγους, αποδεικνύει την μη σύνδεση της έκρηξης με το τέλος του Μινωικού πολιτισμού, ενώ άλλοι θεωρούν ότι η φυσική καταστροφή ήταν καθοριστικός παράγοντας.
Σε σχέση με την εποχή του χρόνου που έγινε η έκρηξη, θεωρείται ότι ήταν τέλος άνοιξης με πρώτες μέρες του καλοκαιριού, καθώς έχουν ανακαλυφθεί στο στρώμα των υλικών της έκρηξης κόκκοι γύρης από ελιές, κωνοφόρα δέντρα, αμπέλια, δημητριακά και άλλα δέντρα και φυτά
Σημ. ΔΕΕ: Ένα πολύ ενδιαφέρον βιντεάκι για το ηφαίστειο εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=x_n_ApEVbMc#t=333
Ετικέτες
Αρχαιολογία,
Προϊστορία
Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016
Μετακινήσεις αρχαιοελληνικών φύλων προς και από τη Θεσσαλία
Μάχη Κενταύρων με Λαπίθες
Πλάκα από τη ζωφόρο του ναού του Επικουρείου Απόλλωνα στις Βάσσες
Μετακινήσεις αρχαιοελληνικών φύλων προς
και από τη Θεσσαλία
Εποχή Ορειχάλκου-Εποχή Σιδήρου
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης
(Εισήγηση στο 4ο Συνέδριο Εθνολογίας - Λάρισα, 9-9-2016)
Στην παρούσα ανακοίνωση θα αναφερθούν οι μετακινήσεις των αρχαιοελληνικών φύλων προς και από την Θεσσαλία κατά την περίοδο της Μέσης (Μεσοελλαδική) και Νεώτερης (Υστεροελλαδική) Εποχής του Ορειχάλκου (1900-1150/1100 π.Χ.) και την Εποχή του Σιδήρου (1150/1100-750 π.Χ.), περιόδου που είναι γνωστή και ως «Γεωμετρικοί χρόνοι».
Κατά τις κρατούσες επιστημονικές αντιλήψεις, οι μετακινήσεις των αιολοφώνων φύλων από την περιοχή της αρχικής εγκατάστασής τους στο ανατολικό τμήμα της Δυτικής Μακεδονίας πραγματοποιήθηκαν μετά το 1900 π. Χ. προς την περιοχή που έγινε αργότερα γνωστή ως Θεσσαλία, αλλά και νοτιότερα. Τα φύλα αυτά υπέταξαν ή αφομοίωσαν τους παλαιότερους λαούς της περιοχής και οι ονομασίες τους προσδιορίσθηκαν από την έρευνα και αναφέρονται στις αρχαιοελληνικές πηγές ως: Αχαιοί, Λαπίθες, Περραιβοί, Μινύες, Αινιάνες, Φλεγύες και Μάγνητες.
Τα φύλα αυτά συχνά αναφέρονται και με την συλλογική ονομασία Πρωτο-Αιολείς, ώστε να διακρίνονται από τους Αιολείς των μικρασιατικών παραλίων περιοχών και των νησιών του Β. Αιγαίου της ιστορικής περιόδου.
Σύμφωνα
με τις πλέον πρόσφατα στοιχεία της γλωσσολογικής και αρχαιολογικής έρευνας, οι
αρχικοί φορείς της αιολικής διαλέκτου, εντοπίζονται στις ανατολικές
περιοχές της σημερινής δυτικής Μακεδονίας, όπου διαμορφώθηκε ως μία από τις δύο
παραλλαγές (η άλλη είναι η Αρκαδική) της λεγομένης Κεντρικής
διαλέκτου της πρωτο-Ελληνικής γλώσσας
Για το ζήτημα αυτό ο αείμνηστος Καθηγητής και Ακαδημαϊκός Μιχαήλ Σακελλαρίου αναφέρει τα εξής (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. Α΄ σελ. 368-369):
Μετακινήσεις Αιολοφώνων
«…Η αιολική διάλεκτος, που εξελίχθηκε από την βορειοανατολική παραλλαγή της προγενεστέρας κεντρικής διαλέκτου, εντοπίζεται στη Λέσβο, στην Τένεδο και στα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Ωστόσο η Λέσβος αποικίσθηκε από Έλληνες μετά από το τέλος της Μυκηναϊκής Εποχής και τα μικρασιατικά παράλια ακόμη αργότερα. Πού ήταν λοιπόν τα αιολόφωνα στοιχεία πριν από το τέλος της Μυκηναϊκής Εποχής και ακόμη πιο πίσω;
Οι παραδόσεις για τον αποικισμό των Αιολέων στη Μ. Ασία αναφέρουν ως μητροπολιτικές χώρες διάφορες περιοχές της Θεσσαλίας, της Στερεάς, της Πελοποννήσου, καθώς και νησιά του Αιγαίου. Επί πλέον, στις ίδιες περιοχές και σ’ άλλες ακόμη παρατηρούνται διαλεκτικά φαινόμενα που δηλώνουν αιολικό υπόστρωμα. Αλλά η αιολική διάλεκτος δεν μπορεί να διαμορφώθηκε από τη μια άκρη ώς την άλλη ενός τόσο εκτεταμένου και εσωτερικά διασπασμένου χώρου. Κοιτίδα της πρέπει να υπήρξε μια περιοχή πολύ πιο περιορισμένη και απομονωμένη. Αυτούς τους δύο όρους συνδυάζει η Θεσσαλία, προς την οποία άλλωστε συγκλίνουν οι ακόλουθες αποδείξεις:
1) Στα ιστορικά χρόνια, οι κάτοικοι της Πελασγιώτιδος (= η κεντρική και βορειοανατολική Θεσσαλία, σημ.
ΔΕΕ) μιλούσαν ένα ιδίωμα που παίρνει θέση ανάμεσα στην αιολική και στο
ιδίωμα της Θεσσαλιώτιδος (η
νοτιοδυτική Θεσσαλία, σημ. ΔΕΕ), το οποίο θεωρείται ως πλησιέστερο προς
την γλώσσα που έφεραν οι Θεσσαλοί, όταν κατέκτησαν την χώρα μετά το
τέλος της Μυκηναϊκής Εποχής.
2) Η μυκηναϊκή διάλεκτος έχει μερικά
χαρακτηριστικά κοινά με την αιολική, γεγονός που εξηγείται όταν λάβουμε υπ’ όψη
ότι οι Αχαιοί που μίλησαν τη μυκηναϊκή στην Πελοπόννησο και
στην Κρήτη, μετανάστευσαν από τη νότια Θεσσαλία.
Η
διαδικασία της διαμορφώσεως ήταν αρκετά προχωρημένη στην αρχή της Υστέρας
Χαλκοκρατίας, όταν ένα μέρος των Αχαιών της Θεσσαλίας μετανάστευσε στη ΒΑ
Πελοπόννησο. Επειδή πάλι, η διαμόρφωση μιας διαλέκτου προϋποθέτει μακρά
διαβίωση των φορέων της μέσα στον χώρο της διαμορφώσεως, είναι εύλογο να
υποθέσουμε ότι τα ελληνικά στοιχεία που πήραν το όνομα των Αχαιών μπήκαν
στη Θεσσαλία γύρω στο 1900 π.Χ. Τότε θα έφθασαν όλοι γενικά οι φορείς
της βορειοανατολικής παραλλαγής της κεντρικής διαλέκτου…».
Τα αιολόφωνα φύλα ήσαν τα εξής:
1. Αχαιοί: «…Διασταυρώνοντας
τα συμπεράσματα που μας έχει προσπορίσει η ανάλυση της διαλέκτου των μυκηναϊκών
πινακίδων και ο εντοπισμός των σήμερα γνωστών αχαϊκών λατρειών, με τους
ιστορικούς πυρήνες που έχουν διατηρηθεί μέσα από τις παραδόσεις για
μετακινήσεις Αχαιών, μπορούμε να αποκαταστήσουμε τις πιθανές γενικές γραμμές
της διαμορφώσεως και εξαπλώσεως αυτού του φύλου. Πρωτοελληνικές ομάδες (ένα ή
περισσότερα φύλα) που μιλούσαν την προ-αιολική παραλλαγή της κεντρικής
διαλέκτου, φθάνοντας στη νότια Θεσσαλία γύρω στο 1900 π.Χ. υπέταξαν τους εκεί
εγκατεστημένους Αχαιούς (Πρωτο-Αχαιούς),
τμήμα ενός λαού ινδοευρωπαϊκού απλωμένου και σε άλλες ελληνικές
χώρες. Έπειτα από
μακρόχρονη συμβίωση, τα πρωτοελληνικά στοιχεία αφομοίωσαν τους προελληνικούς
Αχαιούς, αλλά πήραν το όνομά τους και δύο τουλάχιστον λατρείες τους (την
λατρεία του Αχιλλέως, θεού των
υδάτων και την λατρεία της Αχαίας,
θεάς της γης, που ταυτίσθηκε με την Δήμητρα). Επίσης εγκολπώθηκαν ένα τμήμα του
ελληνικού φύλου των Αθαμάνων, που είχε και αυτό εισχωρήσει στη νότια
Θεσσαλία.
Γύρω στο 1600 π.Χ. ομάδες αυτού του φύλου (των Αχαιών) που σχηματίσθηκε από την προσέγγιση των εθνικών στοιχείων που προαναφέραμε, κινήθηκαν προς νότον και έφθασαν ώς την βορειοδυτική Πελοπόννησο. Ίσως με την ίδια κίνηση συνδέονται οι εγκαταστάσεις Αχαιών που επισημαίνονται από εντοπισμό αχαϊκών θρησκευτικών και μυθικών ιχνών στην Ανατολική Λοκρίδα, στη Φωκίδα, στη Βοιωτία, στη Μεγαρίδα. Οι παραδόσεις έχουν συγκρατήσει αναμνήσεις συγκρούσεων ανάμεσα στους Αχαιούς που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Κυλλήνης και στους κατοίκους της Φλιασίας και της Στυμφαλίας, ενώ συνδέουν την αχαϊκή εξάπλωση στην αργολική πεδιάδα με γάμους Αχαιών ηγεμόνων με κόρες του Δαναού. Αυτοί οι γάμοι ανήκουν βέβαια στη σφαίρα του μυθικού, αλλά μπορούν να απηχούν την ειρηνική επικράτηση του αχαϊκού στοιχείου επί των Δαναών, γεγονός που ταιριάζει άλλωστε με την έλλειψη ενδείξεων αρχαιολογικής προέλευσης για βίαια γεγονότα στην Αργολίδα στο διάστημα της Μυκηναϊκής Εποχής.
Η διάλεκτος
των Αχαιών της βορειοανατολικής Πελοποννήσου, αποκομμένη από τον αιολόφωνο
τομέα, άρχισε να αποκτά δικά της χαρακτηριστικά, ενώ συγχρόνως η επαφή της με
τον αρκαδόφωνο τομέα την εξέθετε σε επιδράσεις από την πλευρά του…»
(Μιχ.
Σακελλαρίου Ι. Ε. Ε. τομ. Α΄ σελ. 372).
Αυτοί ήσαν οι περίφημοι Αχαιοί, οι δημιουργοί του λαμπρού Μυκηναϊκού πολιτισμού (1600-1100 π.Χ.), που κατά την περίοδο της μεγίστης ακμής του κατά τον ΙΔ΄ και ΙΓ΄ αιώνα π.Χ., θα εξαπλωθεί σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο και όχι μόνον. Σήμερα, χρησιμοποιείται περισσότερο ο όρος Μυκηναίοι, αντί του όρου Αχαιοί προς αποφυγήν συγχύσεων με τους κατοίκους της Αχαΐας των ιστορικών χρόνων.
2. Λαπίθες: Περίφημος
πολεμικός λαός της Θεσσαλίας, συνδεδεμένος με πληθώρα μύθων και παραδόσεων της
περιοχής. Οι Λαπίθες απέκτησαν φήμη στον ελληνικό κόσμο της αρχαιότητας, κυρίως
λόγω της σύγκρουσής τους με τους Κενταύρους, που σύμφωνα με τον
μύθο είχαν σώμα ανθρώπου και από την μέση και κάτω, ίππου (βλ. σχετικά
στον Διόδωρο τον Σικελιώτη, Δ΄ 69-70). Η «Κενταυρομαχία»
απετέλεσε ένα από τα πλέον αγαπητά θέματα της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Οι
Λαπίθες ανήκαν στην αιολόφωνη ομάδα και εμφανίσθηκαν στην
δυτικότατη Θεσσαλία, στις παρυφές της Πίνδου, μετά το 1900 π.Χ., όταν από την
περιοχή της αρχικής τους εγκατάστασης στην κεντρικοδυτική Μακεδονία
μετακινήθηκαν νοτιότερα.
Από την Ιλιάδα (Β 738-747) μαθαίνουμε ότι προς το τέλος της Μυκηναϊκής Εποχής (γύρω στο 1200 π.Χ.), οι Λαπίθες κατείχαν τις πόλεις Άργισσα, Γυρτώνη, Όρθη, Ηλώνη και Ολοοσσώνα, εντοπιζόμενες στην βόρεια Πελασγιώτιδα και στην νότια Περραιβία, όπως και οι πόλεις Λάρισα, Μόψιον και τα βουνά Όσσα και Ομόλιον, που τους αποδίδουν μετέπειτα συγγραφείς. Επίσης από την μεθομηρική γραμματεία πληροφορούμαστε ότι οι Λαπίθες είχαν εκτοπίσει από τις περιοχές αυτές τους Αινιάνες και είχαν υποτάξει ένα τμήμα από τους Περραιβούς. Η ίδια περιοχή ανήκε ακόμη παλαιότερα σε Φλεγύες και Μινύες, δυο άλλα αιολόφωνα φύλα. Αυτά βεβαίως προϋποθέτουν μετακίνηση των Λαπιθών από την δυτική στην βορειοανατολική Θεσσαλία, γεγονός που οι ερευνητές τοποθετούν μετά τα μέσα της Μυκηναϊκής Εποχής.
(Ι.Ε.Ε. - "Εκδοτική Αθηνών" τομ. Α΄ σελ. 373).
Μετά την είσοδο των Θεσσαλών και την βαθμιαία κατάκτηση ολόκληρης της περιοχής, που θα ονομασθεί από αυτό το φύλο Θεσσαλία, ομάδες Λαπιθών πρέπει να διασκορπίστηκαν σε όλη την νότια Ελλάδα, εμφανίζοντας μια εκπληκτική κινητικότητα που όμοιά της δεν έχει να παρουσιάσει κανένα άλλο ελληνικό φύλο. Αυτό προκύπτει από τις μαρτυρίες των πηγών οι οποίες αναφέρουν πολυάριθμους ήρωες Λαπίθες, πολύ περισσότερους από οποιοδήποτε άλλο φύλο, σε πλήθος διαφορετικές περιοχές. Υπενθυμίζουμε ότι Λαπίθες κατέκτησαν την Αττική και κυβέρνησαν την Αθήνα. Ένας από τους γνωστότερους ήρωες της αρχαίας Ελλάδας, ο Θησεύς, ήταν Λαπίθης.
3.
Περραιβοί: Αιολόφωνο φύλο,
εντοπιζόμενο γύρω από τις πηγές και την περιοχή του Τιταρήσιου,
ενός παραποτάμου του Πηνειού, στον οποίο συμβάλλει λίγο πριν από
τα Τέμπη. Στην Ιλιάδα (Β 748–755)
αναφέρονται μαζί με τους γείτονές τους Αινιάνες (Ενιήνες και
Περαιβοί), με κοινό Αρχηγό τον Γουνέα από την Κύφο. Οι
Περραιβοί αποτελούσαν κατά βάση ένα ποιμενικό φύλο και ένα τμήμα τους,
εντοπιζόμενο στην βόρεια Πίνδο, ήταν γνωστό (Στράβων, Θ΄ V. 12)
ως «μετανάστες Περραιβοί», λόγω του νομαδικού τους χαρακτήρα. Μετά την
εμφάνιση των Λαπιθών στην περιοχή τους, οι Περραιβοί και οι Αινιάνες θα
ηττηθούν και θα αναγκασθούν να εγκαταλείψουν τα πεδινά στους νικητές και να
συμπτυχθούν προς το ορεινό εσωτερικό. Τα γεγονότα αυτά τοποθετούνται γύρω
στα μέσα της Μυκηναϊκής Εποχής, δηλ. στο 1400 π.Χ. περίπου.
Μετά την εισβολή των Θεσσαλών στην ΒΑ Θεσσαλία, οι Περραιβοί θα υποταχθούν και θα γίνουν υπήκοοί τους χωρίς να υποβιβασθούν σε Πενέστες, όπως αποδείχθηκε από την νεώτερη έρευνα (Cambridge Ancient History - Vol. III part 3, σελ. 295), παρά τα αναφερόμενα σε διασωθέν απόσπασμα του Θεόπομπου του Χίου (F 122), ότι οι Θεσσαλοί, όπως και οι Σπαρτιάτες, συνέλεξαν τους δούλους τους από τους προηγούμενους κατοίκους των περιοχών που κατέκτησαν, «Περραιβούς και Μάγνητας», τους οποίους ονόμασαν Πενέστες, ενώ οι Σπαρτιάτες Είλωτες.
Επί Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας (359-336 π.Χ.), οι Περραιβοί θα περάσουν στην κυριαρχία των Μακεδόνων ως το 196 π.Χ. με ένα μικρό διάλειμμα αιτωλικής επιρροής. Μετά την ήττα των Μακεδόνων από τους Ρωμαίους στις "Κυνός κεφαλές", το 196 π.Χ. οι Περραιβοί σχημάτισαν δικό τους αυτόνομο «Κοινόν», το οποίο διατηρήθηκε μέχρι τους πρώτους χρόνους της αυτοκρατορικής περιόδου της Ρωμαϊκής κυριαρχίας, εκτός από το διάστημα 191-185 π.Χ. που η περιοχή είχε καταληφθεί και πάλι από τους Μακεδόνες. Στα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας οι Περραιβοί θα παύσουν να αναφέρονται ως ξεχωριστό φύλο.
4. Αἰνιᾶνες: Οι Αινιάνες ανήκουν στα πρωτο-αιολικά φύλα που
ομιλούσαν μια παραλλαγή της Κεντρικής διαλέκτου της πρωτο-Ελληνικής, πριν από
το 1900 π.Χ. Γύρω στο 1900 π.Χ. θα μετακινηθούν από την δυτική
Μακεδονία προς Νότον και θα εγκατασταθούν στην Θεσσαλία όπου
θα παραμείνουν στην περιοχή της Όσσας, στην ζώνη του παραπόταμου
του Πηνειού, Τιταρήσιου (περιοχή σημερινού Τυρνάβου). Εξ άλλου, το
όνομα των Αινιάνων, άρχισε ως εθνικό των κατοίκων μιας αρχαίας πόλεως κοντά
στα Τέμπη που λεγόταν Αινία. Σύμφωνα με την
παράδοση, πριν από τα Τρωϊκά, είχαν εκτοπισθεί από τους Λαπίθες (γύρω
στο 1400 π.Χ.) από τα πεδινά της περιοχής τους και αρχικά θα συμπτυχθούν μαζί
με τους Περραιβούς, προς το πιο ορεινό εσωτερικό (βόρεια
Περραιβία).
Θα συμμετάσχουν με τα υπόλοιπα ελληνικά φύλα στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας και στην Ιλιάδα (Β 748–755) αναφέρονται μαζί με τους γείτονές τους Περραιβούς (…Ενιήνες και Περαιβοί…), με κοινό Αρχηγό τον Γουνέα από την Κύφο. Στην συνέχεια οι Αινιάνες θα μετακινηθούν μαζικά προς την περιοχή της σημερινής Βορείου Ηπείρου, στον άνω ρου του Αώου. Αφού έζησαν μερικές δεκαετίες κοντά στους Παραυαίους και στους Μολοσσούς, θα μετοικίσουν μαζί με μια ομάδα Μολοσσών και θα εγκατασταθούν στην Κασσωπαία (σημερινή περιοχή Πρεβέζης).
Γύρω στο 1100 π.Χ. θα μεταναστεύσουν για μια ακόμη φορά και θα εγκατασταθούν αρχικά στην Κίρρα (Ιτέα) και τελικά στην κοιλάδα του Ινάχου, παραποτάμου του Σπερχειού. Θα κάνουν άλλη μια προσπάθεια να εγκατασταθούν στην Θεσσαλία, αλλά και πάλι θα αποκρουσθούν από τους Λαπίθες. Στον τελικό χώρο εγκατάστασής τους στην περιοχή της Υπάτης (ιστορική Αινίς) θα έχουν ως γείτονες τους Μαλιείς, Λοκρούς, Δόλοπες και Αιτωλούς μαζί με τους οποίους θα ιδρύσουν στους ιστορικούς χρόνους την Πυλαία αμφικτυονία, η οποία θα μετασχηματισθεί αργότερα στην περίφημη Αμφικτυονία των Δελφών. Κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. δημιούργησαν το «Κοινόν των Αινιάνων». Καταργήθηκε από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Οκταβιανό Αύγουστο το 27 π.Χ. και υπήχθη στο «Κοινόν των Θεσσαλών». Οι Αινιάνες θα αφομοιωθούν βαθμιαία από τους Αιτωλούς και θα εξαφανισθούν ως ξεχωριστό φύλο.
5. Μινύαι: Πανάρχαιο
ελληνικό φύλο της αιολόφωνης ομάδας. Οι Μινύες αναφέρονται
στον Όμηρο (Ιλιάς, Β 511) ως κάτοικοι της (δυτικής)
Βοιωτίας, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με αρχηγούς
τον Ασκάλαφο και τον Ιάλμενο, τους γιους
του θεού Άρη. Σύμφωνα με τις μυθολογικές παραδόσεις, ως γενάρχης και επώνυμος
των Μινύων αναφέρεται ο Μινύας, γιος του Χρύση, γιου του θεού
Ποσειδώνα και της Χρυσογένειας, καταγόμενος από την Ιωλκό. Ο Μινύας
θα γίνει βασιλεύς της Αλμωνίας, πόλεως της Θεσσαλίας, η οποία
μετονομάσθηκε Μινύα από το όνομά του. Οι Μινύες στην συνέχεια θα
εκδιωχθούν από την περιοχή τους από τους Λαπίθες. Τότε ο Μινύας θα
οδηγήσει τον λαό του στην δυτική Βοιωτία όπου θα εγκατασταθούν και ο Ορχομενός θα
γίνει η πρωτεύουσά τους. Ο Μινύας θα αποκτήσει εκεί πλούτη και δόξα. Η παράδοση
(Παυσανίας, Θ΄ 38, 2) του αποδίδει τον μυκηναϊκό θολωτό τάφο του
Ορχομενού, τον περίφημο «Θησαυρό του Μινύου».
Οι Μινύες (ένα μέρος τους) θα φθάσουν και στην Πελοπόννησο, όπου θα εγκατασταθούν τελικά στην Τριφυλία (την περιοχή μεταξύ Ηλείας και Μεσσηνίας), απ’ όπου θα εκδιώξουν τους παλαιότερους κατοίκους της, τους Καύκωνες (Ηρόδοτος, Δ΄ 145-148) και θα ιδρύσουν πόλεις. Ορισμένοι ερευνητές (βλ. M. P. Nilsson: «Μυκηναϊκή προέλευση ελληνικής Μυθολογίας» σελ. 136-164) απέδειξαν τις στενές σχέσεις που τους συνδέουν με τους Αθαμάνες, τους Αργοναύτες, την Μυκηναϊκή Πύλο και την λατρεία του Διόνυσου.
Οι Μινύες της ΒΑ Θεσσαλίας που είχαν παραμείνει εκεί υποδουλώθηκαν στους Θεσσαλούς που κατέκτησαν την χώρα τον 12ο αιώνα π.Χ. και σύντομα αφομοιώθηκαν. Οι Μινύες της Βοιωτίας θα μεταναστεύσουν σε ένα μεγάλο ποσοστό στην Μ. Ασία την περίοδο του μεγάλου μεταναστευτικού κύματος μεταξύ των ετών 1050-950 π.Χ. και θα συμμετάσχουν στην ίδρυση πόλεων (όπως π.χ. η Φώκαια) στην Ιωνία.
Οι Μινύες της Πελοποννήσου θα υποκύψουν στους Σπαρτιάτες και τους Ηλείους μέχρι τον 8ο αιώνα π.Χ. και είτε θα αφομοιωθούν είτε θα μεταναστεύσουν (όπως π.χ. οι Μινύες του Ταινάρου που θα αποικίσουν μαζί με Λάκωνες την νήσο Θήρα - σημερινή Σαντορίνη - των Κυκλάδων.
Οι Μινύες θα εξαφανισθούν οριστικά μέχρι το τέλος των Γεωμετρικών χρόνων (700 π.Χ. περίπου).
6. Φλεγύες: Πανάρχαιος
λαός της ανατολικής Θεσσαλίας, ο οποίος μετανάστευσε εκεί μαζί με ένα άλλο
πρωτο-αιολικό φύλο, τους Μινύες, μετά το 1900 π.Χ. από την περιοχή
αρχικής εγκατάστασής τους στην κεντρικοδυτική Μακεδονία. Θα εκδιωχθούν στην
συνέχεια από Περραιβούς και Αινιάνες (τους οποίους θα
υποτάξουν αργότερα οι Λαπίθες) και θα αναγκασθούν να μετακινηθούν
νοτιότερα, στην Βοιωτία, στην Φωκίδα και στην Σικυωνία (περιοχή της
Πελοποννήσου μεταξύ Κορινθίας, Αχαΐας και Αρκαδίας).
Η νεώτερη έρευνα έχει διευκρινίσει πολλά σημεία γύρω από την καταγωγή και τις μετακινήσεις των Φλεγύων, οι οποίοι θεωρούνται πλέον ως ένα από τα Πρωτο-αιολικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στην Θεσσαλία γύρω στο 1900 π.Χ.
Όπως αναφέρεται:
«…Το εθνικό όνομα Φλεγύας είναι μια λέξη που σήμαινε ένα είδος αετού με μαυροκόκκινο χρώμα, από την ρίζα του ρήματος φλέγω […] Οι Φλεγύες ήσαν λοιπόν ένα ελληνικό φύλο, μ’ όλο που στην Ιλιάδα, αν και είναι γνωστή η ύπαρξή τους, δεν μνημονεύονται με τους Έλληνες που πολέμησαν στην Τροία. Ο Φλεγύας, ήρως επώνυμος του φύλου, συνδέεται στενά με μυθικά πρόσωπα που εντοπίζονται στο Δώτιον πεδίο (περιοχή Αγιάς, σημ. ΔΕΕ) και στην περιοχή της λίμνης Βοίβης (Βοιβηίς, η λίμνη Κάρλα, σημ. ΔΕΕ), στο κέντρο της ανατολικής Θεσσαλίας. Επειδή η Ιλιάς αποδίδει αυτά τα εδάφη στους Λαπίθες, έπεται ότι οι Φλεγύες τα είχαν κρατήσει σε μια παλαιότερη εποχή…»
(Ι.Ε.Ε. τομ. Α΄ σελ. 374).
Οι Φλεγύες εντοπίζονται εκτός από την Βοιωτία και στην φωκική Δαυλίδα, όπου ήσαν εγκατεστημένοι από πολύ παλιά. Όπως τονίσθηκε:
«…οι περισσότερες αναμνήσεις γι’ αυτούς αναφέρονται στην αγριότητα και στην επιθετικότητά τους, από τις οποίες υπέφεραν οι γείτονες. Σύμφωνα με τις χρονολογικές ενδείξεις που δίνουν μερικές πηγές, τα πολεμικά επεισόδια στα οποία αναμείχθηκαν ανήκουν σε χρόνους παλαιότερους από το τέλος της Ύστερης Χαλκοκρατίας (δηλ. πριν από το 1100 π.Χ., σημ. ΔΕΕ). Άλλωστε η απουσία τους από την πολιτική και εθνική γεωγραφία της Βοιωτίας και της Φωκίδος που απεικονίζεται στην Ιλιάδα, δηλώνει ότι δεν επέζησαν έως την έξοδο της Μυκηναϊκής Εποχής.
Οι Φλεγύες
είναι από τους αρχαιότερους φορείς της λατρείας του Ασκληπιού, που έχει τις
ρίζες της στην Θεσσαλία. Στην Τιτάνη της Σικυωνίας, που το όνομά της σχετίζεται
με το όρος Τίτανος, στα όρια Πελασγιώτιδος με την Ιστιαιώτιδα, ο Ασκληπιός
λατρευόταν με την επωνυμία Γορτύνιος, εθνικό τοπωνυμίου που βρίσκεται με την
μορφή Γυρτών(η) στο Δώτιον πεδίον, την θεσσαλική πατρίδα των Φλεγύων και με την
μορφή Κυρτώνη, στην περιοχή της βοιωτικής εγκαταστάσεώς τους…»
(Ι.Ε.Ε.
τομ. Α΄ σελ. 374).
7. Μάγνητες:
Ἀρχαιοελληνικό φῦλο, στενά συγγενές μέ
τούς Μακεδόνες, ὅπως ἀποδεικνύουν στοιχεῖα τῆς νεώτερης ἔρευνας. Ἡ ὀνομασία καί τῶν δύο φύλων προέρχεται ἀπό τήν ρίζα μακ- πού
σημαίνει μέγεθος, μέ τήν εἰδικότερη ἔννοια ὕψος, τήν ὁποία συναντᾶμε καί στίς ἑλληνικές λέξεις μάκος/μῆκος, μακρός κ.λ.π. (Ι.Ε.Ε. "Εκδοτική Αθηνών"
τόμ. Β´ σελ. 21 καί 237). Οἱ Μάγνητες θεωροῦνται μάλιστα ἀπό ὁρισμένους ἐρευνητές (βλ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ,
"Εκδοτική Αθηνών" σελ. 63) ὡς κλάδος τῶν Μακεδόνων, προερχόμενοι ἀπό τήν περιοχή τοῦ ὄρους Λάκμος, στήν κεντρική Πίνδο, ὅπου εἶχαν ἐγκατασταθεῖ, ἀπό τήν ἐποχή τῆς εἰσόδου τῶν Πρωτο-ἑλληνικῶν φύλων (μεταξύ 2300/2200
- 1900 π.Χ.) στόν ἑλλαδικό χῶρο.
Οἱ Μάγνητες, θά μετακινηθοῦν (γύρω στό 1400 π.Χ.)
στήν Πιερία καί στήν διάρκεια τῶν μεγάλων ἀνακατατάξεων καί μεταναστεύσεων τοῦ τέλους τοῦ 13ου αἰώνα π.Χ., θά ἐκτοπισθοῦν ἀπό ἐκεῖ ἀπό ἕνα τουλάχιστον θρακικό φῦλο. Θά μετακινηθοῦν τότε (κατά τόν N.
Ηammond: The Macedonian State σελ. 7, αὐτή ἡ μετακίνηση πραγματοποιήθηκε νωρίτερα, κατά
τήν διάρκεια τοῦ 13ου αἰώνα π.Χ.) στήν Ἀνατολική Θεσσαλία ὅπου θά ἐγκατασταθοῦν τελικά στίς περιοχές γύρω ἀπό τήν Ὄσσα καί τό Πήλιο,
δίνοντας τό ὄνομά τους στήν χώρα (Μαγνησία).
Σύμφωνα μέ
τόν ὁμηρικό «Νηῶν Κατάλογο», οἱ Μάγνητες κατεῖχαν τά Τέμπη καί τό Πήλιο τήν ἐποχή τοῦ Τρωϊκοῦ πολέμου, στόν ὁποῖον συμμετεῖχαν μέ ἀρχηγό τόν Πρόθοο, γιό τοῦ Τενθρηδόνα (Ἰλιάς Β 756-759). Αὐτό τό χωρίο ὅμως ἀναγνωρίζεται γενικῶς ὡς μετέπειτα παρεμβολή, γιατί ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ ἐνδείξεις ἄλλων τμημάτων τοῦ «Καταλόγου». Μετά τήν κατάκτηση τῆς Θεσσαλίας μεταξύ τοῦ 12ου - 9ου αἰῶνος π.Χ., οἱ κατακτητές Θεσσαλοί ἐπέβαλαν καθεστώς δουλοπαροικίας στούς ὑποταγμένους λαούς (=Πενέσται), ἐκτός ἀπό ἐκείνους μέ τούς ὁποίους ἔκλεισαν συμφωνίες διαφορετικῆς μεταχείρισης, ὅπως οἱ Μάγνητες, οἱ Περραιβοί καί οἱ Ἀχαιοί τῆς Φθιώτιδος (βλ. C.A.Η. Vol. III part 3, σελ. 295), πού θά
παραμείνουν στήν χώρα τους καί ἔτσι δέν θά ἀναγκασθοῦν νά μεταναστεύσουν (ἐκτός ἀπό ἕνα μικρό τμῆμα τους). Τό ἴδιο καθεστώς (παραπλήσιο μέ τῶν Περιοίκων τῆς Λακωνίας), ἀλλά ἀνεπίσημα, ἀπολάμβαναν καί οἱ Δόλοπες.
Κατά τόν 9ο
αἰώνα π.Χ. οἱ Μάγνητες θά ἱδρύσουν τρεῖς ἀποικίες, μία στήν Κρήτη κοντά στήν Φαιστό καί δύο στήν
Μικρά Ἀσία: Τήν πρώτη νοτιοανατολικά ἀπό τήν Ἔφεσο, στίς ἐκβολές τοῦ ποταμοῦ Μαιάνδρου (Μαγνησία ἡ ἐπὶ Μαιάνδρῳ, Magnesia ad Maeandrum) καί τήν ἄλλη βορειοανατολικά τῆς Σμύρνης, στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Ἕρμου, στίς παρυφές τοῦ ὄρους Σίπυλον (Μαγνησία ἡ ἐπὶ Σιπύλῳ, Magnesia ad Sipylum). Καί οἱ τρεῖς πόλεις ἔφεραν τό ὄνομα Μαγνησία. Ἀξίζει νά μνημονεύσουμε
στό σημεῖο αὐτό, τήν μαρτυρία τοῦ Στράβωνος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει (ΙΔ´ I. 40), ὅτι οἱ Μάγνητες τῆς Μαγνησίας τοῦ Μαιάνδρου, ἐξοντώθηκαν ἀπό τούς συμμάχους τῶν Κιμμερίων, τούς Τρῆρες, σέ μία ἐπιδρομή τους στήν
περιοχή. Τό γεγονός αὐτό τοποθετείται μεταξύ 726
και 660 π.Χ.
Οἱ Μάγνητες, μετά τό 352 π.Χ., θά περάσουν στήν ἐξουσία τοῦ Μακεδονικοῦ Βασιλείου, ὅταν ἡ περιοχή τους παραχωρήθηκε στόν Φίλιππο Β´ καί θά
παραμείνουν ὑποτελεῖς μέχρι τήν ἦττα τοῦ Φιλίππου Ε´ τό 197 π.Χ. ἀπό τούς Ρωμαίους. Στήν διάρκεια τῆς Ρωμαιοκρατίας θά παύσουν νά ἀναφέρονται ὡς ξεχωριστό φῦλο.
Οι Θεσσαλοί, την ίδια περίοδο, στην αρχή της Μεσοελλαδικής Εποχής (1900 π.Χ.), εντοπίζονται στα σύνορα Ηπείρου και Θεσσαλίας, όπου θα διαμορφωθούν γλωσσολογικά, με αποτέλεσμα η διάλεκτός τους να καταλαμβάνει ενδιάμεση θέση μεταξύ της Δυτικής (Ηπειρωτικής) ομάδος και της Αιολικής.
Στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. οι Θεσσαλοί, ακολουθώντας το παράδειγμα των μέχρι τότε γειτόνων τους Βοιωτών, θα εισβάλουν και αυτοί στις εύφορες πεδιάδες ανατολικά και αφού εκδιώξουν το μεγαλύτερο τμήμα των Βοιωτών, θα υποτάξουν βαθμιαία, μέχρι το τέλος του 12ου αιώνα π.Χ., τα αιολόφωνα φύλα των δυτικών περιοχών της χώρας που θα πάρει από αυτούς το όνομά της (Θεσσαλία). Ευρήματα από διάφορες θέσεις της Θεσσαλίας του 11ου και 10ου αιώνα π.Χ. αποκαλύπτουν τρεις τοπικούς πολιτισμούς. Ο πρώτος, κάλυπτε την δυτική και κεντρική Θεσσαλία και αποδίδεται στους εισβολείς Θεσσαλούς.
Ο δεύτερος και ο τρίτος, στην περιοχή της Λάρισας και στα παράλια του
Παγασητικού αντίστοιχα, αποδίδονται στους παλαιότερους κατοίκους αυτών των
περιοχών, που δεν είχαν υποταχθεί ακόμη. Τα αρχαιολογικά στοιχεία πάντως υποδεικνύουν ότι η
πολιτιστική ενότητα της Θεσσαλίας αποκαταστάθηκε στην διάρκεια του 9ου αιώνα
π.Χ. γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τότε ολοκληρώθηκε η κατάκτηση
της χώρας από τους Θεσσαλούς.
Οι Θεσσαλοί, όταν ολοκλήρωσαν την κατάκτηση, μοίρασαν την χώρα σε τέσσερα τμήματα με επικεφαλής τους λεγόμενους τετράρχες:
α) Την Πελασγιώτιδα, η οποία περιλάμβανε κυρίως την λεκάνη της Βοιβηίδος λίμνης, εκτεινόμενη λίγο προς τα ΒΔ και πέρα από τον Πηνειό, καθώς και προς ΝΑ μέχρι τον Παγασητικό κόλπο. Σημαντικότερες πόλεις, η Λάρισα, η Γυρτώνη, η Κρανών, αι Φεραί με το λιμάνι των Παγασών και η Σκοτούσσα, κοντά σον περίφημο λόφο Κυνός Κεφαλαί, όπου το 197 π.Χ. ο Φίλιππος Ε΄ της Μακεδονίας ηττήθηκε από τους Ρωμαίους.
β) Την Θεσσαλιώτιδα, στο ΝΔ τμήμα της χώρας, με σπουδαιότερες πόλεις την Φάρσαλο, την Άρνη (η οποία αργότερα μετονομάσθηκε σε Κιέριον ή Πιέριον) και την Μητρόπολιν.
γ) Την Ιστιαιώτιδα ή Εσταιώτιδα, στο ΒΔ τμήμα, εκτεινόμενη και προς τα ανατολικά για να περιλάβει την Περραιβία. Κυριότερες πόλεις οι Γόμφοι, η Τρίκκη, και η Ολοοσσών.
δ) Την Φθιώτιδα και σωστότερα την Αχαΐα Φθιώτιδα, στα ΝΑ της χώρας, με πόλεις την Άλον, την Ίτωνα, την Πύρασσο, την Λάρισσα Κρεμαστήν, την Λαμία, την Ηράκλεια (Τραχίς, η παλαιότερη ονομασία της) και την Υπάτη.
Αρχικά, ανώτατος άρχων ήταν ο ταγός, ο οποίος ήταν αιρετός και ισόβιος. Αργότερα με τις νέες κατακτήσεις, υπήρξε ανάγκη αναδιοργάνωσης και η χώρα χωρίσθηκε όπως προαναφέραμε σε τέσσερα μέρη με επικεφαλής τους τετράρχες.
Οι Θεσσαλοί υπήρξαν ένα από τα σημαντικότερα φύλα της κεντρικής Ελλάδος, το οποίο έδωσε το όνομά του στην περιοχή που μέχρι σήμερα είναι γνωστή ως Θεσσαλία και η οποία παλαιότερα έφερε την ονομασία Αιμονία (Πλίνιος, IV 7, 14) από τους Αίμονες, Πελασγία και Αιολίς.
Στους Περσικούς πολέμους, στην αρχή, μόνον ο ταγός της Λαρίσης, από τον περίφημο οίκο των Αλευαδών, τάχθηκε με το μέρος των Περσών. Οι υπόλοιποι Θεσσαλοί συμφώνησαν να αντιτάξουν άμυνα με τους άλλους Έλληνες στην κοιλάδα των Τεμπών. Όταν το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε, αναγκάσθηκαν και οι υπόλοιποι Θεσσαλοί να πάνε με το μέρος των Περσών.
Την περίοδο των συγκρούσεων μεταξύ Αθήνας, Σπάρτης και Θηβών για την ηγεμονία της Ελλάδος, οι Θεσσαλοί ήσαν διεσπασμένοι και οι συμμαχίες συνάπτονταν αναλόγως των συμφερόντων κάθε περιοχής, κυρίως δε βάσει των συμφερόντων των ισχυρών οίκων, όπως οι Αλευάδες της Λαρίσης, οι Σκοπάδες της Κραννώνος, οι Εχεκρατίδες της Φαρσάλου κ.λ.π.
Γύρω
στο 380 π.Χ. στην Θεσσαλία δεσπόζει η σημαντική μορφή του τυράννου των Φερών Ιάσονα, ο οποίος πέτυχε να κυριαρχήσει στο μεγαλύτερο τμήμα της Θεσσαλίας. Είχε συνάψει συμμαχία με τον βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα τον Γ΄ ενώ κατέστησε υποτελή του, τον βασιλιά Αλκέτα της Ηπείρου. Τα σχέδιά του για την ένωση όλων των Ελλήνων σε κοινή εκστρατεία εναντίον των Περσών είχαν ζωηρή απήχηση στις ψυχές των Αθηναίων πατριωτών και κυρίως του Ισοκράτους. Δυστυχώς, ο μεγάλος αυτός Έλληνας δολοφονήθηκε το 370 π.Χ. Οι Θηβαίοι επωφελούμενοι της δολοφονίας του Ιάσονος εισέβαλαν στην Θεσσαλία με αρχηγό τον Πελοπίδα και στις πόλεις που κατέλαβαν δημιούργησαν το «Κοινόν των Θεσσαλών».
Στην συνέχεια όμως, οι εμφύλιες διαμάχες που ξέσπασαν είχαν ως τελικό αποτέλεσμα να υπαχθεί βαθμιαία ολόκληρη η Θεσσαλία στην σφαίρα επιρροής της Μακεδονίας και ως το 344 π.Χ. ο βασιλεύς των Μακεδόνων Φίλιππος Β΄ θα καταστεί ο αδιαφιλονίκητος άρχων της Θεσσαλίας.
Το περίφημο ιππικό των Θεσσαλών θα χρησιμοποιηθεί ευρύτατα από τον Μέγα Αλέξανδρο στην εκστρατεία του στην Ασία και στις κατακτήσεις του. Μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου οι Θεσσαλοί συμμάχησαν με τους Αθηναίους σε μια προσπάθεια κατάλυσης της μακεδονικής κυριαρχίας αλλά χωρίς αποτέλεσμα, παρά τις κάποιες αρχικές επιτυχίες.
Η Θεσσαλία θα γίνει η βάση του Δημητρίου του Πολιορκητή, ο οποίος θα ιδρύσει την Δημητριάδα, που θα γνωρίσει σύντομα περίοδο ακμής και θα αναδειχθεί σε μία από τις σπουδαιότερες θεσσαλικές πόλεις. Η Θεσσαλία σε όλη σχεδόν την διάρκεια του 3ου αιώνα π.Χ. θα παραμείνει στην εξουσία των Μακεδόνων, συνδεδεμένη άμεσα με τον μακεδονικό θρόνο.
Μετά την επικράτηση των Ρωμαίων στους πολέμους τους εναντίον της Μακεδονίας, ανακήρυξαν την Θεσσαλία «ελεύθερη» και ρωμαϊκές φρουρές διαδέχθηκαν τις μακεδονικές. Το 194 π.Χ. οργάνωσαν νέο «Κοινό» στο οποίο δεν περιλαμβανόταν η Μαγνησία και η Περραιβία.
Η Θεσσαλία θα γίνει θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων στην διάρκεια των εμφυλίων πολέμων των Ρωμαίων, μέχρι την τελική ανάδειξη του Οκταβιανού Αυγούστου ως αυτοκράτορος. Με την αναδιοργάνωση των επαρχιών που ακολούθησε η Θεσσαλία θα υπαχθεί στην ρωμαϊκή επαρχία της Αχαΐας (=Νότια Ελλάς).
Οι πρώτοι Αιολείς της Μικράς Ασίας έφθασαν στον χώρο εγκατάστασής τους (στα νησιά του ΒΑ Αιγαίου - Λέσβο και Τένεδο - και τα απέναντι μικρασιατικά παράλια), κατά την περίοδο των μεγάλων μεταναστεύσεων οι οποίες σημειώθηκαν μετά τις αναστατώσεις που προκάλεσαν σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο νοτίως του Ολύμπου, οι κατακτήσεις των Δωριέων στην Πελοπόννησο (1125 π.Χ.) και οι βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών που ακολούθησαν.
Στην Θεσσαλία, η εξάπλωση των Μαγνήτων και των Θεσσαλών, ανάγκασε πολλούς από τους παλαιότερους αιολόφωνους κατοίκους της, να αναζητήσουν νέες περιοχές εγκατάστασης, με αποτέλεσμα την έξοδό τους από την χώρα και την μετανάστευσή τους (μεταξύ 1050-950 π.Χ.) στην περιοχή η οποία στους ιστορικούς χρόνους θα γίνει γνωστή ως Αιολίς.
Σχετικά με την ονομασία των Αιολέων της Μικράς Ασίας αναφέρονται τα εξής:
«… Ένα από τα ελληνικά
φύλα της προϊστορικής Θεσσαλίας που μίλησαν την αιολική διάλεκτο έφερε κιόλας
το όνομα Αιολείς. Υπολείμματά του επισημαίνονται αργότερα στη Θεσσαλική
Μαγνησία και στην περιοχή Πλευρώνος και Καλυδώνος στην Αιτωλία. Όπως φαίνεται,
τμήματα αυτού του φύλου που πέρασαν στη Λέσβο και στα απέναντι μικρασιατικά
παράλια στάθηκαν αφορμή για να επεκταθεί το όνομά τους σε όλους όσους μιλούσαν
την αιολική διάλεκτο…».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Απολλόδωρος: Βιβλιοθήκη Μυθολογική - «ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ»
- Απολλώνιος Ρόδιος: Αργοναυτικά - «ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ»
- «Αρχαίοι Έλληνες Γεωγράφοι»–Τόμοι 1-5 «ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ» Αθήναι 1999
- Διόδωρος Σικελιώτης: Βιβλιοθήκη Ιστορική – «ΚΑΚΤΟΣ»
- Ηρόδοτος : «Ιστορίαι» – Εκδόσεις ΓΚΟΒΟΣΤΗ Αθήνα 1993
- Ησίοδος: «Άπαντα» - «ΚΑΚΤΟΣ»
- Θουκυδίδης: Ιστορία – ΠΑΠΥΡΟΣ – Αθήνα 1975
- Λεξικόν Σούδα (Σουΐδα) – Βερολίνο 1854
- Όμηρος: Ιλιάς – Οδύσσεια «Ι.Π. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ» - ΑΘΗΝΑΙ 1939
- Παυσανίας: Ελλάδος Περιήγησις – «ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ»
- Πίνδαρος: Ωδές –
Loeb Classical Library
- Στεφάνου Βυζαντίου : Επιτομή εκ των Εθνικών - Βερολίνο 1849
- Στράβων : Γεωγραφικά - «ΚΑΚΤΟΣ» Αθήνα, Μάρτιος 1994
- Υγίνος: Μύθοι –
Loeb Classical Library
- West, M.L.: Hesiod, Theogony – Oxford
1971
- West, M.L.: Hesiod, Works and days -
Oxford 1978
Β. Γενικά Έργα
1. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ -
τόμοι Α΄ - Β΄
«Εκδοτική Αθηνών» 1970
2. ΗΠΕΙΡΟΣ – «Εκδοτική Αθηνών» 1997
3. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ -
«Εκδοτική Αθηνών» 1982
4. Βολφ, Γιοχάνες : ΛΕΞΙΚΟΝ ΕΘΝΩΝ,
ΕΘΝΟΤΗΤΩΝ, ΛΑΩΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ»
ΑΘΗΝΑ 1994
5. Κωνσταντινίδου,
Ανέστη: ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ – Κωνσταντινούπολις 1900
6. Ραγκαβή, Αλεξάνδρου Ρ. : ΛΕΞΙΚΟΝ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ -
ΑΘΗΝΑΙ 1888
7. ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ «ΗΛΙΟΥ» - ΑΘΗΝΑΙ 1950
8. Εγκυκλοπαίδεια ΠΑΠΥΡΟΣ – ΛΑΡΟΥΣ –
ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ, ΑΘΗΝΑ 1997
9. Encyclopedia Americana –
Americana Corporation, U.S.A.
10. UNESCO: Ιστορία της Ανθρωπότητος – τόμοι Α΄ και Β΄ - Αθήνα 1966
11. Cambridge Ancient History Vol. I
– ΧIΙ,
Cambridge University Press
12. Dictionary of Archaeology –
Penguin Books 1984
13. Atlas of the Greek World –
Phaidon Press, Oxford 1987
14. The Atlas of Languages – “Quarto”
New York 1996
15. The Cambridge Encyclopedia of Language
– “C.U.P.” Cambridge 19972
16. The Oxford Illustrated Prehistory
of Europe – Oxford University Press, Oxford 1994
17. THE AGES OF HOMER (A tribute to
Emily Townsend Vermeule) – University of
Texas – Austin 1998
18. Wilcken, Ulrich: Αρχαία Ελληνική
Ιστορία–«ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ» «20ος ΑΙΩΝΑΣ» Αθήνα 1955
19. Curtius, E.: Griechische
Geschichte – Berlin 1857-1867
20. Sear, R. David: Greek Coins –
“Seaby” London 1997
21. W.W. How-J. Wells: A Commentary
on Herodotus – Oxford 1967
22. Henry G. Liddel-Robert Scott: Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης – «Ι.
Σιδέρης» Αθήναι
Γ. Σύγχρονα Έργα και Μονογραφίες
1. Ευαγγελίδη,
Δημητρίου Ε.: Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και Περι-ελλαδικών φύλων –
ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ Θεσσαλονίκη 2002
2. Ευαγγελίδη, Δημ.: Οι αρχαίοι κάτοικοι
της Ηπείρου – Ιωάννινα 1962
3. Χρήστου, Παναγιώτη Κ.: Οι περιπέτειες των εθνικών ονομάτων των Ελλήνων - Εκδοτικός οίκος ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ –
Θεσσαλονίκη 19892
4. Beloch, K. J.: Griechische
Geschichte – Strassburg- Berlin 19212
5. Borza, Eugene N.: The
Emergence of Macedon – “Princeton University Press”, Princeton, New Jersey 1990
6. Bryce, Trevor: The Trojans and Their Neighbours –
“Routledge” New York 2006
7. Bury, J.B.-Meiggs Russel: A History
of Greece – London 19754
8. Castleden,
Rodney: Mycenaeans – “Routledge” New York 2006
9. Chadwick,
John: The Decipherment of Linear B - "Cambridge University Press" -
2nd Edition (Reprinted with a new Postscript) – 2000
10. Chadwick, John: The Mycenean
World – “C.U.P.” Cambridge 1976
11. Dickinson, Oliver: The Aegean
Bronze Age – “C.U.P.” Cambridge 2001
12.
Drews,
Robert: The Coming of the Greeks – “Princeton University Press” Princeton, New Jersey, 1988
13. Edey, Maitland A.: Lost World of
the Aegean -“Time-Life Books” 1979
14. Finley, M. I.: Ο κόσμος του Οδυσσέα – «Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ» Αθήναι 1966
15. Graves, Robert: The Greek Myths,
Penguin Books-London, 1975
16. Hammond, N. G. L.: A History
of Greece to 332 BC – Oxford 1967
17. Hammond, N.G.L.: Epirus: The Geography, the Ancient Remains, the History
and the Topography of Epirus and the Adjacent Areas – Oxford 1967
18.
Harden, D.: The Phoenicians – Harmondsworth 1986
19.
Harding,
A.F.: The Mycenaeans and Europe – “Academic Press” 1984
20.
Harding,
A.F.: European Societies in the Bronze Age –
Cambridge University Press 2000
21. Hopper, R. J.: Οι Πρώτοι Έλληνες – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΝΙΑΣ
Θεσσαλονίκη 1989
22. Kitto,
H.D.F.: The Greeks - Penguin Books, Harmondsworth 1963
23.
Kramer,
Samuel Noah: Cradle of Civilization - “Time-Life Books” 1967
24.
Kramer,
Carol: Ethnoarchaeology – New York 1979
25.
Latacz, Joachim: Troy and Homer: Towards a Solution of an Old Mystery – “Oxford University Press” Oxford 2004 26. Martin, Thomas R.: Ancient Greece
– Yale University Press, 1996
27. Mohen J.–P. & Eluère Ch.: The
Bronze Age in Europe –
“Thames & Hudson” –
London 2000
28. Murray, Oswyn: Early Greece –
“Fontana Press” London 1993
29. Nilsson, Martin P.: «Η Μυκηναϊκή προέλευση της Ελληνικής Μυθολογίας»
- «Δωδώνη» Αθήνα 1979
30.
Perlès, Catherine: The Early Neolithic in
Greece “C. U. P.” Cambridge
2001
31. Page, Denys L.: Η Ιλιάς
και η Ιστορία– Εκδόσεις Παπαδήμα – Αθήνα 19802
32. Page, Denys L.: Η Ομηρική
Οδύσσεια - Εκδόσεις Παπαδήμα– Αθήνα 19863
33.
Strauss, Barry: The Trojan War, A New History –
“Simon & Schuster” New York 2007 (Paperback)
34.
Taylour, Lord William: The Mycenaeans –
“Thames & Hudson” 1999
35.
Ucko, P.L.: Theory in Archaeology-A World
perspective – London 1995
36. Vermeule, Εmily: ΕΛΛΑΣ, Εποχή του Χαλκού –
«ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑΣ» - Αθήνα
1983
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης
‘Εδεσσα, 30 Απριλίου 2016
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)













