Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτική Ιδεών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτική Ιδεών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018

Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ


Ένα σημαντικό κείμενο για προσεκτική μελέτη, στοχασμό και περισυλλογή.
ΔΕΕ
Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ

Άρθρο του Maurizio Blondet 
Μετάφραση -επιμέλεια Αναστάσιος Γιαννάς

Στις ρίζες του Δυτικού πολιτισμού η Σπάρτη και η Αθήνα αντιπαρατίθενται σαν δύο διαφορετικά αρχέτυπα. Η Αθήνα είναι η συζήτηση, η Σπάρτη η σιωπή. Η Αθήνα μας άφησε τον Παρθενώνα, το Ερέχθειο, τα ανάγλυφα του Φειδία• η Σπάρτη μερικές βουβές πέτρες (δεν είχε άλλα τείχη, όπως λεγόταν, από τα στήθη των πολιτών της).

Η Αθήνα είναι η αγορά της πολιτικής διαμάχης, η Σπάρτη ένα αυταρχικό σύστημα, όπου ο καθένας ανήκει στο κράτος. Η Αθήνα είναι η ελευθερία, η Σπάρτη η στρατιωτική πειθαρχία. Η Αθήνα δίνει, κατά μία έννοια, αρχή στην νεωτερικότητα και στην κοσμική θέαση του ανθρώπου, εικάζει πάνω στους θεούς και αμφιβάλει-ενώ η Σπάρτη μένει ακίνητη σε μία ιεροτελεστική και πολεμική αντίληψη της πόλεως. Η Αθήνα κατοικείται από άτομα, η Σπάρτη από μία αρχαϊκή και συμπνέουσα φάλαγγα. 

Προπάντων: Η Αθήνα παρήγαγε μία τεράστια ποσότητα και ποιότητα λέξεων-λόγος• διάλογοι, φιλοσοφία, σοφίσματα, γενικά αυτό που εμείς ονομάζουμε «κουλτούρα», «ιστορία», «έκφραση», «κριτική»• η Σπάρτη μία αινιγματική και μονολιθική σιωπή: μόνον κάποιο ρυθμικό πολεμικό άσμα του Τυρταίου. Ο δημοκρατικός όχλος απονέμει φυσικά στην Αθήνα την πρωτοκαθεδρία του πολιτισμού, και βλέπει στην Σπάρτη την απουσία του πνεύματος, αισθάνεται την σιωπή της σαν άναρθρη, βίαιη σκοτεινότητα. 

Όμως αν ήταν πράγματι έτσι, πώς να εξηγήσουμε ότι ο Σωκράτης, ο τόσο ομιλητικός, ο πιο περίεργος των Αθηναίων, υπήρξε φίλο-Σπαρτιάτης; Και ο πιο ευγενής και έξυπνος μαθητής του, ο Πλάτωνας, από τον οποίο αρχίζει η φιλοσοφία-και αρχίζει σε μορφή διαλόγου-κοίταζε την Σπάρτη σαν την αληθινή Ελληνική πνευματική καρδιά; 

Διότι έτσι συνέβη: η δημοκρατική παράταξη, η Αθηναϊκή «αριστερά» υποπτεύθηκε ότι ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας "λακωνίζουν", δηλαδή ότι μιμούνται τους Λάκωνες στον ακριβή- συνθετικό λόγο και αναγνωρίζουν στην Σπαρτιατική τάξη την πολιτιστική πρωτοκαθεδρία πάνω στην Ελλάδα, και με την πολιτική έννοια, ότι παίρνουν το μέρος της Σπάρτης, ότι δηλαδή ανήκουν στην «Δεξιά»: κάτι που απαγορευόταν στην Αθήνα.

Βέβαια δεν είναι απλό να εξηγηθεί γιατί η συνοδεία του Σωκράτη-η πιο σημαντική πολιτιστική ανθρώπινη ομάδα που υπήρξε ποτέ- αν και ζούσε μέσα στην Αθηναϊκή ελευθερία, κοίταζε την Σπάρτη ως ένα μοντέλο απαράμιλλου γοήτρου: προπάντων γιατί δημιουργεί αμηχανία στην δημοκρατία να παραδεχτεί ότι η υψηλή κουλτούρα, γεννήθηκε στην Δύση από ένα αντιδραστικό όραμα.

Αλλά η εξήγηση είναι εύκολη για όποιον δεν θρέφει "προοδευτικές" προκαταλήψεις. Φθάνει να θυμίσουμε ότι ο Σωκράτης μιλά, συζητά-και ο Πλάτωνας γράφει σε μορφή διαλόγου και συζήτησης-όχι για μία εγγενή επιθυμία έκφρασης μέσω του λόγου, αλλά ως αντίδραση σε άλλους ομιλητές. Αυτοί αντικρούουν ακούραστα τους Σοφιστές: αυτοί οι τεχνικοί της γνώμης και της επικοινωνίας, αυτοί οι δικηγόροι κάθε περίπτωσης, που υπερηφανεύονταν ότι ξέρουν να πείσουν τον όχλο για οποιαδήποτε θέση αλλά και για την αντίθετη της και-το χειρότερο- ότι μπορούν να διδάξουν σε οποιονδήποτε να κάνει το ίδιο. Η εμφάνιση και η επιτυχία των Σοφιστών δεν θεωρήθηκε στην Αθήνα ως «πρόοδος», αλλά ως αυτό που μαρτυρούσε: Το σύμπτωμα μιας ηθικής κρίσης που κατέκλυζε την κοινωνία. Η νίκη του κυνισμού και του υποκειμενισμού, η χειραγώγηση των συλλογικών συναισθημάτων κατά κάποιο τρόπο συνυφασμένη με τη δημοκρατία, η άρνηση της αλήθειας και η υπεροχή της γνώμης. Κατά μία έννοια, με τους Σοφιστές εισβάλουν στην ιστορία όχι μόνον η διαλεκτική, αλλά η «φλυαρία», η Βαβέλ του « κατά τη γνώμη μου…» 


Ο Γοργίας, ο οποίος υποστήριξε ότι «το σωστό είναι το ωφέλιμο του πιο δυνατού», είναι ήδη πολύ σύγχρονος: φυτεύει το σπόρο για όλους εκείνους που στο μέλλον θα υποκλιθούν στην εξουσία ως την μόνη αλήθεια. Αρχίζει μία διαδρομή στην οποία ο Χέγκελ θα δώσει την πιο συνθετική και καθολική θεωρητική συστηματοποίηση: «ότι είναι πραγματικό είναι ορθολογικό.» Ο Σωκράτης ο λακωνικός κατεβαίνει λοιπόν στην πλατεία, μιμούμενος τους Σοφιστές στην διαλεκτική τεχνική, για να υπερασπιστεί μία αρχή που παραβιάστηκε, μία αλήθεια που δεν είναι πια κοινά αποδεκτή με σιωπηρή συμφωνία.

Συμπτωματική είναι η τεχνική του: περισσότερο από το να μιλάει, κάνει ερωτήσεις. Και οι ερωτήσεις του στοχεύουν να παρακινήσουν τους συνομιλητές του να παραδεχτούν ότι ναι, η δικαιοσύνη δεν μπορεί να περιοριστεί στο συμφέρον αυτού που κυβερνά, ότι η δύναμη δεν είναι ταυτόσημη με την δικαιοσύνη, ότι η δικαιοσύνη-ακόμη και εάν σε αυτόν τον εμπειρικό κόσμο δεν εμφανίζεται παρά αδύναμα και επεισοδιακά-είναι ωστόσο πιο πραγματική από την δύναμη και το συμφέρον του πιο δυνατού, τόσο που ο αυθεντικός με τον εαυτό του άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να της αναγνωρίσει μία ανωτερότητα χωρίς συμβιβασμούς. Αλλά όπως είναι γνωστό, ο Σωκράτης αρκείται να οδηγήσει τους άλλους να παραδεχτούν ότι η δικαιοσύνη «δεν» είναι αυτό, δεν είναι εκείνο, δεν είναι το άλλο• δεν δίνει ποτέ έναν δικό του ορισμό του «σωστού». Αρνείται να παράσχει μία φόρμουλα, και όχι μόνον για τον βάσιμο λόγο ότι χρειάζεται να υπερασπισθεί η Αλήθεια απομακρύνοντας την από την αιχμαλωσία της διαλεκτικής-η οποία εμφανίστηκε πλέον στον κόσμο ως η πρωταρχική τεχνική που αντιστρέφει τα διατυπωμένα στο αντίθετο τους.

Με την πιο βαθιά έννοια, ο Σωκράτης δεν κάνει κάτι άλλο από το να βολιδοσκοπεί τα όρια μιας σιωπής που περιέχει την αλήθεια, την οποία αυτός αντλεί-και διδάσκει πώς να αντλείται-πέρα από το λόγο. Πώς να εξηγηθεί ότι αυτή η Ολύμπια σιωπή από την οποία ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας αντλούν τις αστείρευτες λέξεις τους είναι ακριβώς η σιωπή της Σπάρτης;

Στην Ελλάδα , πριν τους Σοφιστές, η γνώση ονομάζεται κατά κανόνα μία «όραση», σε σχέση με την οποία οι γνώσεις που αποκτούνται με τις τεχνικές του λόγου, την συζήτηση, δεν είναι παρά μεταβαλλόμενες και επιφανειακές γνώμες: η παραπλανητική φλυαρία των Σοφιστών. Η «όραση» ως υπέρτατη γνώση ήταν, προσθέτουμε, το αντίστοιχο μιας ύπαρξης που είναι προνόμιο ενός ανθρώπινου τύπου (όχι οποιουδήποτε), που επιπλέον είναι ικανός να μεταμορφωθεί.


Εδώ, υπαινισσόμαστε την μύηση στα Ελευσίνια Μυστήρια στα οποία είχαν πρόσβαση οι ευγενείς Αθηναίοι. Σε αυτά, μαρτυρεί ο Ιππόλυτος, παρουσιαζόταν «σε αυτούς που γινόντουσαν δεκτοί στον ύψιστο βαθμό, το μεγάλο και θαυμαστό και τέλειο μυστήριο της όρασης: ένα στάχυ θερισμένο εν σιωπή. 
Ο Πλάτωνας αναφέρεται συνεχώς σε αυτό που συμβολίζει αυτό το αινιγματικό στάχυ, σε σημείο που κατέστη δυνατή η υποψία ότι η θεωρία των Πλατωνικών Ιδεών ήταν μία προσπάθεια λογοτεχνικής γνωστοποίησης των Ελευσίνιων Μυστηρίων-για τα οποία ο μυημένος έπρεπε να σιωπήσει. Ακόμη περισσότερο, υπαινισσόμαστε το μαντείο των Δελφών: Το ιερό κέντρο του φωτεινού Απόλλωνα. Έτσι η Σπάρτη παρέμεινε άρρηκτα συνδεδεμένη με τον αρχαϊκό Δωρικό πολιτισμό-τον οποίο ζηλότυπα προστατεύει ενώ οι άλλοι άλλαζαν-όπως εξάλλου λέγεται, ο Λυκούργος, που για τους πολλούς ήταν μόνον ο αρχικός νομοθέτης, ο πατέρας της Σπαρτιατικής πολιτικής τάξης, ήταν επίσης και η ονομασία ενός Σπαρτιατικού ιερατικού βαθμού που υπόκειντο στους Δελφούς.

Αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε με πιο βαθιά, εξωπολιτική έννοια ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας ήταν φιλο-Σπαρτιάτες; Γιατί αντλούσαν τις λέξεις τους από εκείνη τη σιωπή που φύλασσε η Σπάρτη: μακριά από το να είναι ένας στρατώνας, η πόλη χωρίς τείχη ήταν μία ιερή και στρατιωτική τάξη της οποίας τα άτομα-ασκητικά απαρνούμενα τον εαυτό τους, λαμβάνοντας το κοινό συσσίτιο, φέροντας τα όπλα όπως θα έκανε η πρωταρχική ομάδα των «ίσων», των Ινδοευρωπαίων εταίρων που κατακτούσαν τα νέα εδάφη-διατηρούσαν την αρχική τους προέλευση και έμεναν πιστοί στην βεβαιότητα που έρχεται από την «Όραση», στον πολιτισμό που είναι πριν από την διαλεκτική: εκείνον που «θερίζει το στάχυ εν σιωπή».

Το γεγονός ότι η Σπαρτιατική τάξη ήταν επικεντρωμένη στην στρατιωτική εκπαίδευση σημαίνει δύο πράγματα:

Υποδήλωνε ότι η γνώση δεν κατακτάται με την νοητική οξύτητα, αλλά με την ανάπτυξη του Είναι, την διαμόρφωση του χαρακτήρα.

Ότι η αλήθεια που δεν μπορεί να ειπωθεί πρέπει να υπερασπίζεται με την δύναμη ενάντια στο χάος που θέλει να την ακυρώσει. Αυτή πρέπει να είναι η μόνη νόμιμη χρήση της δύναμης-η δύναμη που επιβάλει την σιωπή πάνω στον θόρυβο του περιβάλλοντος-και που όσο διήρκησε, η «Όραση» δεν είχε επαλειφθεί από τις καρδιές των ανθρώπων.

Δεν επικαλεστήκαμε δύο αρχέγονα αρχέτυπα. Η Σπάρτη και Αθήνα ΕΙΝΑΙ. Σε κάθε εποχή ο πολιτισμός είναι Σοφιστικός ή Πλατωνικός. Και εάν σήμερα εξαπλώνεται το ενδιαφέρον για τα τρέχοντα γεγονότα, το κουτσομπολιό, τη φλυαρία, θα θέλαμε οι λέξεις μας να μην είναι μία απλή προσθήκη στο θόρυβο που κρύβει, ή θολώνει, κάθε βεβαιότητα.
Αναζητήσαμε πάντοτε λέξεις που αραιώνουν την ομίχλη στην οποία το χάος των γνωμών,  μας κάνει να ζούμε, που φέρνουν στο φως τις κρυφές δυνάμεις που ο διαλεκτικός και δημοσιογραφικός θόρυβος μας κρύβουν.

Λέξεις που δεν σέβονται τα είδωλα του Forum Romanum γιατί στηρίζονται, χωρίς να το λένε, σε μία δυνατή σιωπή.


Πλάτων, Πρωταγόρας, 342c:
"Και για να καταλάβετε ότι τα λόγια μου αυτά είναι αληθινά και ότι οι Σπαρτιάτες έχουν πάρει την καλύτερη μόρφωση πάνω στη φιλοσοφία και τη ρητορική, σας λέω τούτο: αν θελήσει κανείς να συζητήσει με τον τελευταίο από τους Σπαρτιάτες, θα διαπιστώσει πως πάνω στα περισσότερα θέματα αυτός φαίνεται ένα τίποτε· στη συνέχεια όμως, σ' ένα οποιοδήποτε σημείο της συζήτησης, γυρνά και σου πετά ξαφνικά μια εντυπωσιακή φράση, σύντομη κι όλο νεύρο, σαν φοβερός ακοντιστής, έτσι που ο συνομιλητής του να φαίνεται κοντά του σαν μωρό παιδί, τίποτε περισσότερο. Αυτό το έχουν καταλάβει αρκετοί και από τους σημερινούς και από τους παλιούς, δηλαδή ότι καλύτερα λακωνίζει κανείς φιλοσοφώντας παρά ασκώντας τη γυμναστική, αφού παρατήρησαν ότι μόνο ένας άνθρωπος με τέλεια μόρφωση μπορεί να εκφράζεται με αυτόν τον τρόπο. Σ' αυτούς ανήκει κι ο Θαλής ο Μιλήσιος κι ο Πιττακός ο Μυτιληναίος κι ο Βίας από την Πριήνη κι ο Σόλων ο συμπολίτης μας κι ο Κλεόβουλος από την Λίνδο και ο Μύσων από τις Χηνές· έβδομον μαζί τους λογαριάζουν τον Χίλωνα τον Λακεδαιμόνιο. Όλοι αυτοί ήταν φανατικοί οπαδοί και εραστές και μαθητές της σπαρτιατικής παιδείας. Απόδειξη ότι κάτι τέτοιο ήταν η σοφία τους είναι οι σύντομες φράσεις, οι αξιομνημόνευτες που έχει πει ο καθένας τους και που, αφού συγκεντρώθηκαν όλοι αυτοί, τις έκαναν κοινό αφιέρωμα στον Απόλλωνα, στο ναό του στους Δελφούς, σαν τον πρώτο καρπό της σοφίας τους, χαράζοντας τα επιγράμματα που λέει και ξαναλέει όλος ο κόσμος: «γνώρισε τον εαυτό σου» και «μακριά από τις υπερβολές». Τώρα, για ποιο λόγο τα λέω αυτά; Γιατί τον παλιό καιρό μ' αυτόν τον τρόπο φιλοσοφούσαν: με σύντομες φράσεις, σαν τους Λάκωνες. " Ακριβώς αυτό που λέει το άρθρο: δεν φιλοσοφούσαν για να ....φιλοσοφούν. Ενώ είχαν παιδεία δεν επέτρεπαν στον εαυτό τους την άσκοπη φλυαρία αλλά ήταν προσηλωμένοι στην βαθύτερη γνώση του εαυτού."

ΔΕΕ


Σάββατο 16 Ιουνίου 2018

Πώς γίνανε όλοι ακροδεξιοί;


Πώς γίνανε όλοι ακροδεξιοί;
Γιάννης Κ. Πρετεντέρης


Στην Ιταλία η «ακροδεξιά» Λέγκα του Βορρά μπήκε στην κυβέρνηση και τα ποσοστά της συνεχίζουν να ανεβαίνουν. Το ίδιο και στην γειτονική Αυστρία με το Κόμμα της Ελευθερίας.
Στη Γερμανία ενενήντα δύο «ακροδεξιοί» βουλευτές έπιασαν στασίδι στη Μπούντεσταγκ - για πρώτη φορά από το τέλος του Πολέμου...
Στη Γαλλία οι Ρεπουμπλικάνοι ανταγωνίζονται σε «ακροδεξιά» ρητορική τον Εθνικό Συναγερμό της Λεπέν.
Στη Δανία, στη Βουλγαρία, τελευταία και στη Σλοβενία, παραδοσιακά κόμματα συνεργάζονται με εθνικιστικά ή ξενοφοβικά «ακροδεξιά» κινήματα ώστε να υπάρξει κυβέρνηση.
Και δεν χρειάζεται να προσμετρήσω την Ουγγαρία και την Πολωνία, αυτές τις ιδιότυπες «ανελεύθερες δημοκρατίες», που παρά ταύτα γίνονται αποδεκτές ή ανεκτές από την ευρωπαϊκή κανονικότητα.
Τι συνέβη άραγε;
Για ποιον λόγο η πιο αναπτυγμένη, πολιτισμένη, ανεκτική και δημοκρατική ήπειρος του πλανήτη δείχνει όλο και περισσότερο να έλκεται από μια ρητορική την οποία κάποιοι σπεύδουν να χαρακτηρίσουν «ακροδεξιά»;
Γίναμε άραγε όλοι και ξαφνικά ακροδεξιοί; Ή μήπως η «Ακροδεξιά» είναι το πρόσχημα για να μην κοιτάξουμε το πρόβλημα;

Υπάρχουν τρεις τρόποι να δούμε το ζήτημα.

Ο πρώτος είναι ο συριζαίικος. Στο μυαλό τους όποιος δεν συμμερίζεται τις αξίες, τις επιδιώξεις και τις βεβαιότητες μιας θνήσκουσας Αριστεράς είναι ύποπτος «ακροδεξιός» ή εθνικιστής ή ξενόφοβος ή τα χίλια κακά της μοίρας του.
Αν ανοίξει κανείς μια κυβερνητική εφημερίδα (από την «Αυγή» έως την «Εφημερίδα των Συντακτών») η Ελλάδα και η Ευρώπη κατακλύζονται περίπου από τάγματα μελανοχιτώνων.
Προ ημερών μέτρησα σε ένα μόνο φύλλο είκοσι τρεις αναφορές σε «ακροδεξιούς» και «ακροδεξιά» - από τη Χρυσή Αυγή έως τον Σαλβίνι, τον Σαμαρά, τον Γεωργιάδη, τον πρόεδρο του CSU, τον δήμαρχο Αργους, κάτι διαδηλωτές στην Λέσβο, τον Λοβέρδο, τους Πόντιους της Θεσσαλονίκης και τον... Μαρινάκη!
Ακροδεξιός είναι γενικά όποιος δεν γουστάρουμε.
Λέω «συριζαίικος τρόπος» για να καταλαβαινόμαστε. Είναι προφανές πως σε πανευρωπαϊκό επίπεδο αυτή η άσκηση εμπαθούς ηλιθιότητας ασκείται και από άλλους εθελοντές.
Γενικά είναι ένα είδος πολεμικής που εκμεταλλεύεται την παραδοσιακή εχθροπάθεια της Αριστεράς. 

Ο δεύτερος τρόπος είναι ο χαζοχαρούμενος. Ακαδημαϊκοί, δημοσιογράφοι, διανοούμενοι και συμβατικοί πολιτικοί αναφέρονται σε μια ιδεατή κοινωνία βικτωριανών φαβιανών και στηλιτεύουν τους αποκλίνοντες. Στο μυαλό τους δεν υπάρχουν άνθρωποι, πεποιθήσεις, συγκινήσεις, πάθη και προκαταλήψεις. Υπάρχουν μόνο αποστειρωμένοι κανόνες πολιτικής και κοινωνικής ορθότητας που παραβιάζονται από «ακροδεξιούς».
Αν κάποιος ισχυριστεί ότι δεν αισθάνεται ασφαλής με διακόσιους πρόσφυγες στη γειτονιά του, ούτε ενθουσιάζεται με το ενδεχόμενο ο γιος του Βαγγέλης να μεταλλαχθεί σε Αναμπέλα, κινδυνεύει να τεθεί εκτός του πλαισίου αποδοχής και ανοχής.
Η ένστασή του ή έστω η δυσφορία του δεν κουβεντιάζεται, διότι δεν θεωρείται καν αντικείμενο συζήτησης. Απαξιώνεται. Απορρίπτεται. Διαγράφεται εκ προοιμίου.
Κατά προέκταση, η ευκολία με την οποία βαπτίζονται «εθνικιστές» ή «εθνικολαϊκοί» όσοι συγκινούνται με τα ταυτοτικά ζητήματα (από την Καταλωνία και τη Φλάνδρα έως τη Μακεδονία) είναι όχι μόνο κωμική, αλλά και βαθιά ανορθολογική.
Είναι άλλο πράγμα ο ιδεολογικός εθνικισμός, ο οποίος έχει αιματοκυλίσει την Ευρώπη. Κι άλλο πράγμα η ισχυρή αίσθηση ή η αναζήτηση της ταυτότητας του καθενός μέσα στον σύγχρονο κόσμο. 
Ενας Πόντιος της Καλαμαριάς ή της Καλλιθέας βιώνει με τον δικό του τρόπο μια ποντιακή ιδιαιτερότητα, η οποία δεν του κληροδοτήθηκε από ημερίδες του Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών αλλά από τις αφηγήσεις της γιαγιάς και τους θρύλους της οικογένειας.
Τον συγκινεί η σκούφια του, χωρίς να θέλει απαραιτήτως να καταλάβει την Τραπεζούντα.
Ποιος θα κρίνει λοιπόν ποιος έχει δίκιο; Ποιος θα ορίσει το ορθό βίωμα ή τη σωστή ταυτότητα; Μήπως κάποιος καθηγητής Ευρωπαϊκών Θεσμών στο Πάντειο; 

Ο τρίτος τρόπος είναι ο μερκελικός - εκ της ομωνύμου καγκελαρίου... Τον χρησιμοποιώ για να χαρακτηρίσω έναν τρόπο διακυβέρνησης και πολιτικής απογυμνωμένο από ιδεολογικά ή συγκινησιακά ή ταυτοτικά ζητήματα κι επικεντρωμένο σε μια μετρήσιμη αποτελεσματικότητα.
Τα πράγματα είναι «προβλήματα» στα οποία η «καλή πολιτική» δίνει «λύσεις». Ακριβώς όπως τώρα με το Σκοπιανό: ένα μέρος της Ευρώπης το αντιμετωπίζει ως «ενόχληση» που «πρέπει να κλείσει». Ή ως δείγμα πολιτικής ανορθογραφίας που υπάρχει (υποθέτω) για λόγους ανεγκέφαλων σκοπιμοτήτων.
Επί πολλές δεκαετίες η γερμανική πολιτική ζωή έζησε με το δόγμα «κανένας στα δεξιά της CDU». Η ιδέα ήταν προφανώς επιτυχής. Αλλά μπάταρε για δυο λόγους.
Πρώτον, τα αποτελέσματα έπαψαν να είναι μετρήσιμα - με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το Μεταναστευτικό.
Δεύτερον, η μετακίνηση της Μέρκελ στο κέντρο της πολιτικής σκηνής (κυρίως λόγω νοοτροπίας, χαρακτήρα και σκοπιμότητας) άφησε έναν τεράστιο πολιτικό χώρο «στα δεξιά της CDU» που δεν ήταν δυνατόν να μην καλυφθεί.
Αυτό συνέβη στις τελευταίες εκλογές. Κι αυτό συμβαίνει σε όλες τις τελευταίες εκλογές στην Ευρώπη. Οι άνθρωποι αισθάνονται ότι δεν εκπροσωπούνται. Οτι τα προβλήματα, οι φόβοι κι οι ευαισθησίες τους δεν λαμβάνονται υπόψη. Θέλουν φωνή. Παρουσία. Ταυτότητα. Υπαρξη.
Θέλουν να ακούγονται χωρίς να κρίνονται. 
Και οι εκπρόσωποι, τους απαντούν «δεν φταίμε εμείς, φταίτε εσείς που είστε ακροδεξιοί, ξενοφοβικοί, εθνικιστές». Που «δεν καταλαβαίνετε ότι το Σκοπιανό ή η πολυπολιτισμικότητα είναι ευκαιρίες». Που «σας τρομάζει ο έγχρωμος στο κάτω διαμέρισμα». Που είστε καχύποπτοι στην αλλαγή ταυτότητας φύλου.

Τι θα κάνουν λοιπόν οι άνθρωποι χωρίς φωνή; Χωρίς ταυτότητα; Χωρίς ένα αφτί να τους ακούσει; Θα ψάξουν προφανώς για άλλους εκπροσώπους. Κι αν είναι και πραγματικοί «ακροδεξιοί», κομμάτια να γίνει!

http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/5576889/pws-ginane-oloi-akrodeksioi/

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017

Οι ρόμπες της Ρόμπου ή ο κύκλος των χαμένων εθνοφοβικών (3)


Οι ρόμπες της Ρόμπου ή ο κύκλος
των χαμένων εθνοφοβικών (3)
Η «μεταμοντέρνα» επίθεση στην συλλογική μας μνήμη συνεχίζεται…
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Το βιβλίο της Μαρίκας Ρόμπου δεν υπήρξε «κεραυνός εν αιθρία». Πριν από 20 ακριβώς χρόνια είχε κυκλοφορήσει ένα αναλόγου ποιότητας, επιπέδου και προπαγανδιστικής στόχευσης βιβλίο από κάποια απόφοιτη (1975) του κολλέγιου «Ανατόλια» Θεσσαλονίκης, και πτυχιούχου (1979) Χημείας (!) του Κολλεγίου Wooster στο Οχάϊο των ΗΠΑ, το οποίο έτυχε ανάλογης θριαμβευτικής υποδοχής και υμνολογίας, για το οποίο είχα γράψει τα εξής:

"Το 1997 κυκλοφόρησε από τις πανεπιστημιακές εκδόσεις του Πανεπιστημίου του Σικάγου ένα περίεργο βιβλίο, γραμμένο στα πλαίσια της «μεταμοντέρνας» ιστοριογραφίας, δηλαδή της στρατευμένης στην κατεύθυνση της παγκοσμιοποίησης και της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, νέας επιστημονικής ορθοδοξίας. Αναφέρομαι στο διαβόητο «ιστορικό έργο» κάποιας Αναστασίας Καρακασίδου με τον τίτλο “Fields of Wheat, Hills of Blood” («Χωράφια με σιτάρι, Λόφοι με αίμα»), University of Chicago 1997, το οποίο κυκλοφόρησε πριν μερικά χρόνια και στα ελληνικά με τον τίτλο «Μακεδονικές Ιστορίες και Πάθη» («Οδυσσέας», Αθήνα 2000).



Όπως έχω γράψει σε σχετικό άρθρο (βλ. περιοδικό «Άρδην» τ. 66 - Αύγουστος-Οκτώβριος 2007): «…ήταν αναμενόμενο το ότι το συγκεκριμένο «έργο» προβλήθηκε και διαφημίστηκε από γνωστούς «προοδευτικούς», «αριστερούς» και «πολυπολιτισμικούς» κύκλους, ως το απαύγασμα της σύγχρονης ιστορικής ανάλυσης και επιστημονικότητας! Συμβαίνει να είμαι δίγλωσσος Έλληνας της Μακεδονίας και γνωρίζω καλά, όχι μόνον το ιδίωμα, αλλά και την ιστορία της ευρύτερης περιοχής από προφορικές παραδόσεις και μελέτη ιστορικών στοιχείων. Ομολογώ ότι έφριξα από τα λάθη, τις παρερμηνείες, τις σκόπιμες διαστρεβλώσεις και την «επιστημονική» μεθοδολογία αυτού του ψευδοϊστορικού «πονήματος». Ούτε λίγο ούτε πολύ η συγγραφεύς ισχυρίζεται ότι οι πληθυσμοί της Μακεδονίας είχαν ρευστή και ασαφή εθνική συνείδηση, γεγονός που εκμεταλλεύθηκαν οι Έλληνες και οι Βούλγαροι, για να τους επιβάλλουν εκ των υστέρων την ελληνική και βουλγαρική, κατά κύριο λόγο με την βοήθεια της Εκκλησίας τους (Πατριαρχική-Εξαρχική) και των σχολείων τους (ελληνικά-βουλγαρικά), αντίστοιχα…».
Όπως υποστηρίζει η κα Καρακασίδου, ο «μακεδονικός αγώνας» των αρχών του 20ου αιώνα δεν ήταν τίποτε άλλο από το αποκορύφωμα του ανταγωνισμού των ελληνικών και βουλγαρικών εθνικών ελίτ για την διεύρυνση των εμπορικών τους συμφερόντων στην Μακεδονία (ό.π. σελ. 197):
«…Αυτές οι προσπάθειες ελλήνων και πατριαρχικών αγωνιστών, που καθοδηγούνταν συνήθως από οικονομικά συμφέροντα, οράματα αλυτρωτισμού ή θρησκευτικό ζήλο, υπήρξαν καθοριστικές για το μετασχηματισμό ορισμένων χριστιανών κατοίκων της Μακεδονίας σε μαχητική ελληνική ομάδα…» (ό.π. σελ. 180-181).
«…τα εμπορικά οικονομικά συμφέροντα έδιναν το υπόβαθρο της σύγκρουσης για τη Μακεδονία…» (ό.π. σελ. 194).
«…οι πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα ήταν μια περίοδος έντονης οικοδόμησης έθνους στη Μακεδονία…» (ό.π. σελ. 198).
Επί πλέον η συγγραφέας απορρίπτει και διαγράφει μονοκονδυλιά όλους τους ξεπερασμένους και οπισθοδρομικούς, κατά την γνώμη της, Έλληνες ιστορικούς, τωρινούς και παλαιότερους, ισχυριζόμενη ότι:
«…Η ελληνική εθνική ιστοριογραφία απέτυχε γενικά να αντιμετωπίσει το κρίσιμο ζήτημα του πώς αναδείχτηκε αρχικά η ελληνική εθνική ή εθνοτική συνείδηση και με ποιο τρόπο μεταβιβάστηκε και αναπαράχθηκε μέσα στο χρόνο…» (ό.π. σελ. 170).
Όσο για το τι είναι αυτή η «εθνοτική» συνείδηση, σύμφωνα με τις μεταμοντέρνες σαπουνόφουσκες, είναι ένα προδρομικό στάδιο για την δημιουργία εθνικής συνείδησης. Όπως μάλιστα αναφέρει η ίδια στην Εισαγωγή: «…οι εθνοτικές ομάδες είναι βασικά ομάδες συμφερόντων…» (ό.π. σελ. 63).
Με άλλα λόγια η εθνική συνείδηση δεν είναι ένα πνευματικό γεγονός, αλλά ένα προϊόν οικονομικών διαδικασιών και αποτέλεσμα υλικών επιδιώξεων!
Επί πλέον όλη η φαιδρή επιχειρηματολογία των γνωστών εθνοφοβικών «προοδευτικών» κύκλων, που την λουστήκαμε κατά κόρον τον τελευταίο καιρό με αφορμή το βιβλίο «ιστορίας» της ΣΤ΄ Δημοτικού, είναι καταγεγραμμένη στο «πόνημα» αυτό (*). Έτσι, η εκτεταμένη αναφορά της συγγραφέως στον "πατριάρχη" του εθνομηδενισμού καθηγητή κ. Α. Λιάκο για την «βοήθειά» του (ό.π. Πρόλογος, σελ. 33) δεν με εξέπληξε.
______________________________
(
*) Όπως π.χ. ότι οι προύχοντες και ο ανώτερος κλήρος κατέφυγαν μετά την έκρηξη της επανάστασης του 1821 στην Τριπολιτσά «όπου βρήκαν καταφύγιο υπό την προστασία του τουρκικού στρατού (σελ. 164), ότι το Πατριαρχείο ήταν αντίθετο στον ελληνικό αγώνα για την ανεξαρτησία (σελ. 167), ότι Πατριαρχείο και Φαναριώτες αντιτάχθηκαν στην δημιουργία ανεξάρτητου Βασιλείου (σελ. 179), περί κρυφού σχολειού ως θρύλου (σελ. 186-189), ότι «ο εθνικισμός δημιουργεί τα έθνη» (σελ. 72), ότι ο εθνικισμός είναι μια «σκοτεινή, στοιχειώδης, απρόβλεπτη δύναμη αρχετυπικής φύσης, που απειλεί την γαλήνια ευταξία της πολιτισμένης ζωής (σελ. 173) και άπειρες τέτοιες μεταμοντέρνες και νεοταξίτικες ανοησίες.

Κάτω από το πρίσμα των πρόσφατων εξελίξεων μπορώ μάλιστα να ισχυριστώ ότι η «έρευνα» και το βιβλίο της Καρακασίδου (αναπληρώτριας καθηγήτριας πλέον στο Κολλέγιο Wellesley των Η.Π.Α.) απετέλεσε μια δοκιμή για τις αντιδράσεις και κυρίως τις αντιστάσεις της νεοελληνικής κοινωνίας στο οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποίησης και της πνευματικής / πολιτισμικής πολτοποίησης των λαών, αλλά και των μεθόδων και των μέσων που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν..."


Η συχνή βιβλιογραφική αναφορά του πονήματος της Καρακασίδου στο βιβλίο της Ρόμπου, δεν μας εντυπωσίασε, μια και ήταν αναμενόμενη. Ίδιες στοχεύσεις, ίδιες ασυναρτησίες και ψευδο-επιστημονικά «κορακίστικα», ίδια αυθαίρετα συμπεράσματα, ίδιες πορείες, ίδια κέντρα. Και μια και αναφέρθηκα σε «αυθαίρετα συμπεράσματα» θα παραθέσουμε συγκεκριμένα παραδείγματα, ώστε να αποφύγουμε εύκολες κατηγορίες για εμπάθεια προς το νέο αστέρι του εθνοφοβικού Πανθέου.
Επιλέγω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από τα πολυάριθμα που μπορεί να εντοπίσει ένας προσεκτικός και «υποψιασμένος» αναγνώστης. Στην σελίδα 296 του «Παραρτήματος Α» στο τέλος του βιβλίου γράφονται τα εξής απίθανα: «Οι ελληνικές πηγές, ανταποκρινόμενες στην επίσημη αναγνώριση ενός βουλγαρικού μιλλέτ από την Πύλη καθώς και την συνακόλουθη εσωτερική διάσπαση των σλαβόφωνων της Μακεδονίας κατά τον 19ο αιώνα, χρησιμοποίησαν τους όρους Ελληνοβούλγαροι (για τους Πατριαρχικούς) και Βουλγαροσλάβοι (για τους Εξαρχικούς) προκειμένου να αναφερθούν στις δύο διακριτές κατηγορίες γηγενών»! Αγνοώ από πού ξετρύπωσε αυτούς τους φαιδρούς όρους η συγγραφέας και κυρίως ποιες είναι αυτές οι «ελληνικές πηγές», στις οποίες αναφέρεται γενικά και αόριστα. Πώς τα τεκμηριώνει αυτά; Πότε και πού χρησιμοποιήθηκαν αυτοί οι όροι; Πρόκειται για κάποια επίσημα έγγραφα ή απλώς δημοσιογραφικές καταγραφές καφενειακών συζητήσεων του τύπου «δεξιότερα Κουροπάτκιν!»; Άγνωστον. Ισχυρίζομαι   λοιπόν ότι αυτοί οι ήκιστα σοβαροί «όροι» χρησιμοποιήθηκαν από κάποιον ημιμαθή γραφειοκράτη κάποιου Υπουργείου είτε ακόμη χειρότερα από κάποιον ανόητο πολιτικάντη προς επίδειξη γνώσεων και πρωτοτυπίας. Και τελικώς από ποιούς «υιοθετήθηκαν» αυτοί οι όροι, όπως αναφέρει αμέσως παρακάτω από το απόσπασμα που παρέθεσα και πώς αποδεικνύεται αυτή η «υιοθεσία»; Υπάρχει κάποιο κρατικό έγγραφο; Κάποιο επίσημο κείμενο; Κάποια δήλωση ή τοποθέτηση στην Βουλή ή στις εφημερίδες της εποχής; Τίποτε. Niente. Nada.
Προφανώς ο στόχος είναι η διακωμώδηση του ελλαδικού κράτους και της εθνικής πολιτικής (αποτυχημένης ή όχι είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση). Θα μπορούσε άραγε κάποιος σοβαρός επιστήμονας να περιγράψει μια πληθυσμιακή ομάδα Καθολικών με διαφορετική εθνικότητα ως «Γερμανοκινέζους», ή μια ομάδα Μουσουλμάνων ως «Γαλλοπακιστανούς»; Δεν θα γινόταν καταγέλαστος; Προς τι λοιπόν αυτό το άσχετο και ατεκμηρίωτο υποκεφάλαιο;
Τα επόμενα υποκεφάλαια ανήκουν στην ίδια κατηγορία και επίπεδο με την διαφορά ότι σε αυτά υπάρχουν κάποιες παραπομπές, όχι βέβαια σε αξιόπιστες έρευνες και συγγράμματα, αλλά στο βιβλίο του …Κωστόπουλου.
            Πρόκειται για το πολυδιαφημισμένο προπαγανδιστικό κατασκεύασμα του γνωστού «Ιού» της αλήστου μνήμης «Ελευθεροτυπίας» Τάσου Κωστόπουλου: «Η απαγορευμένη γλώσσα» (2000) που εξακολουθεί να αποτελεί το «λάβαρο» των σκοπιανολάγνων, αλλά και όλου του συρφετού των εθνομηδενιστών, αποτελώντας πια “must” για οποιαδήποτε και οποιονδήποτε ασχολείται με αυτά τα ζητήματα και κυρίως για εκείνες/εκείνους που κατέχονται από φοβικά σύνδρομα μήπως κατηγορηθούν ως «εθνικιστές», «ακροδεξιοί» ή «φασίστες» από τους ασκούντες, εδώ και δεκαετίες, ιδεολογική τρομοκρατία «νέο-αριστερούς» κάθε απόχρωσης και επιπέδου.  

Βεβαίως ανάλογες επιλεκτικές παραπομπές διανθίζουν ολόκληρο το βιβλίο, όπως στον αμφιλεγόμενο Λόριγκ Ντάνφορθ για τα …επιτεύγματα του οποίου υπάρχει το εξαιρετικό άρθρο της Μαρίας Τσοσκούνογλου (περιοδικό Άρδην τ. 67 – Δεκέμβριος 2007) με τίτλο: Ένας πολύ τυχερός άνθρωπος ή η λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του Λ. Ντάνφορθ στην Ελλάδα, καθώς και περισσότερες λεπτομέρειες στο αφιέρωμα με τίτλο «Λόριγκ Ντάνφορθ: Ο ...εργολάβος των Σκοπίων» εδώ: 

       Εννοείται ότι δεν υπήρχε περίπτωση να λείπει και η επίσης γνωστή και μη εξαιρετέα Ολλανδέζα Βαν Μπουσχότεν, καθηγήτρια ελληνικού (!) πανεπιστημίου (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), την οποία πληρώνουν οι Έλληνες φορολογούμενοι για να υπονομεύει την χώρα μας και την εξωτερική της πολιτική.

         Τελικώς, το ατυχές αυτό πόνημα για τις «Επιτηρούμενες ζωές», όχι μόνον δεν πρόσφερε κάτι ουσιαστικό στην έρευνα, αλλά δημιούργησε και πολλές παρενέργειες όταν έγινε αντιληπτό από τους κατοίκους των περιοχών όπου «εκτελέστηκε» η έρευνα, οι οποίοι έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι αυτά που είχαν αναφέρει στις συνεντεύξεις αλλοιώθηκαν στην καλύτερη περίπτωση ή διαστρεβλώθηκαν στην χειρότερη.

Παραθέτω απόσπασμα επιστολής διαμαρτυρίας (18 Ιανουαρίου 2017) του τότε δημοδιδασκάλου στο χωριό Βαμβακόφυτο Σερρών κ. Γιώργου Καλίγκα όπου αναφέρονται τα εξής αποκαλυπτικά για το είδος της «έρευνας» που πραγματοποιήθηκε στις περιοχές της ανατολ. Μακεδονίας:
«…Εξεπλάγην όμως δυσάρεστα, και αυτός είναι ο λόγος  για τον οποίο γράφω αυτά, όταν είδα ότι εκεί υπάρχει αναφορά για  κάποιο γλωσσικό ιδίωμα, που χαρακτηρίζεται Σλαβομακεδόνικο, ότι η  χρήση του όρου ντόπιος γίνεται για προσδιορισμό μιας ιδιαίτερης  εθνοπολιτισμικής ομάδας, ότι τα σλάβικα ήταν η μητρική γλώσσα πολλών  κατοίκων κλπ, για την οποία αναφορά εγώ δεν ήμουν ενήμερος ότι θα  γινόταν,  και εάν ήμουν, δε θα συμφωνούσα να συμμετέχω στο πρόγραμμα  σας. Στο κάτω κάτω, δε σας χρωστάω τίποτα και ούτε επιτρέπω σε κανέναν  να κάνει παιχνίδια χρησιμοποιώντας εμένα. Και γιατί, παρακαλώ, δε με  ενημέρωσε κανείς σας για την ύπαρξη αυτών των ιστοσελίδων; Δε νομίζετε  ότι είχατε ηθική υποχρέωση να το κάνετε; […]       
Έρχεται στη συνέχεια και η κ Μαρίκα Ρόμπου – Λεβίδη με το βιβλίο που  εκδίδει το Μάιο του 2016 από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια» και που φέρει  τον τίτλο «Επιτηρούμενες Ζωές». Για τη συγγραφή του αντλεί στοιχεία  από το epth, αφού βρεθήκαμε στον ίδιο χώρο στις 24-2-2001. Στο βιβλίο  της αυτό, εκτός των άλλων, περιγράφει και έναν οργανοπαίκτη μας, που  δεν έχει πάει ούτε στο δημοτικό σχολείο και κάνει έναν σκληρό αγώνα  για την επιβίωσή του, με τρόπο υποτιμητικό θα έλεγα. Ακόμα,  διαβάζοντάς το κανείς, αποκομίζει την εντύπωση ότι, εμείς εδώ στις  παραμεθόριες περιοχές, έχουμε στήσει φάμπρικα και δεν κάνουμε κάτι  άλλο, εκτός από το να μεταφράζουμε τραγούδια από κάποια άλλη γλώσσα,  στην Ελληνική! Έλεος! Έχουμε πιο σοβαρά προβλήματα να ασχοληθούμε.  Και πώς έγινε κ Ρούμπου και δεν μπορέσατε να επικοινωνήσετε, όντας σε  ένα χωριό, με το δάσκαλο στον οποίο αναφέρεστε στη σελίδα 89, σημ. 30,  του βιβλίου σας- «Μόνο σε μια κοινότητα –το Βαμβακόφυτο Σερρών- η  μετάφραση κάποιων τραγουδιών αποδόθηκε από τους κατοίκους της σε άντρα  που ήταν δάσκαλος  στο τοπικό δημοτικό σχολείο»- και να ενημερωθείτε  από «πρώτο χέρι» γι αυτό που έγινε με τα τραγούδια μας; Ο Παπάς, ο  Πρόεδρος και ο δάσκαλος φαίνονται στο χωριό κι όποιον κι αν ρωτούσατε  θα σας βοηθούσε να τον βρείτε. Ή μήπως δε σας βόλευε να τον βρείτε;»  

        Όπως πληροφορούμαι η υπόθεση θα έχει και συνέχεια μια και οι κάτοικοι των χωριών έχουν ξεσηκωθεί και ετοιμάζονται για νομικές ενέργειες.

Στο «Δια ταύτα» λοιπόν η προσωπική μου τοποθέτηση είναι η εξής: Το βιβλίο αυτό απορρίπτεται «Επί της Αρχής, κατ’ άρθρον και επί του συνόλου». Όσο για την συγγραφέα η απάντησή μου είναι η ακόλουθη:  
«Αυτά τα ισοπεδωτικά ιδεολογήματα που παρήγαγε ο ξεπερασμένος μαρξιστικός διεθνισμός και παράγει ο νεοφιλελεύθερος παγκοσμιοποιητικός κοσμοπολιτισμός, είναι επικίνδυνα για κάθε ευνομούμενη Πολιτεία, από την σκοπιά της αναγκαίας κοινωνικής συνοχής και ομοψυχίας, αποτελούν δε αφηγήματα, που καλλιεργούν διχαστικές λογικές και εθνοτικά μίση. Δυστυχώς, όταν οι επιστήμες και οι επιστήμονες στρατεύονται σ’ αυτά ακυρώνουν και την όποια επιστήμη τους και τον εαυτό τους». 

Δ.Ε.Ε.


Κυριακή 9 Ιουλίου 2017

Για το βιβλίο της Ρόμπου ή ο κύκλος των χαμένων εθνοφοβικών (2)


Για το βιβλίο της Ρόμπου ή 
ο κύκλος  των χαμένων εθνοφοβικών (2)


               Η «μεταμοντέρνα» επίθεση 

στην συλλογική μας μνήμη συνεχίζεται…


Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Πριν ασχοληθούμε με αυτά που αναφέρονται στην Εισαγωγή και στο  κυρίως μέρος του βιβλίου «Επιτηρούμενες ζωές - Μουσική, χορός και διαμόρφωση της υποκειμενικότητας στη Μακεδονία» της Μαρίκας Ρόμπου-Λεβίδη, κρίνω απαραίτητη την παράθεση ορισμένων πληροφοριών ώστε να γίνουν ευκολότερα αντιληπτά τα όσα θα αναφερθούν στην συνέχεια γύρω από τον ψευδο-επιστημονικό1 κλάδο της «Κοινωνικής Ανθρωπολογίας».

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 (μιας από τις πλέον συγκλονιστικές και ανατρεπτικές δεκαετίες του 20ου αιώνα), ένα από πλέον δημοφιλή κινήματα υπήρξε αυτό που πυροδοτήθηκε από το συγκλονιστικό και πρωτοποριακό βιβλίο της Ραίητσελ Κάρσον «Σιωπηλή Άνοιξη»2 για την προστασία του περιβάλλοντος και την Οικολογία, που γέννησε με την σειρά του κινήσεις του τύπου «επιστροφή στην φύση», τους χίππηδες κλπ. Ήταν αναμενόμενο να εμπλακούν στην όλη υπόθεση και οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι της εποχής, για να αποδείξουν την «κοινωνική ευαισθησία» τους, αλλά κυρίως την χρησιμότητά τους, διατυπώνοντας απίθανες θεωρίες με σαφή πολιτικο-ιδεολογικά κίνητρα, που επικρίθηκαν δριμύτατα. Η χαριστική βολή όμως στις πλέον ακραίες μορφές τους, δόθηκε από τον Βρετανό Ζωολόγο – Ηθολόγο Ντέσμοντ Μόρρις (Desmond Morris), με το πολύκροτο βιβλίο του «Ο γυμνός πίθηκος».3
________________________

  1. Χρησιμοποιώ αυτόν τον χαρακτηρισμό όντας πεπεισμένος από σχετικές επιστημολογικές αναλύσεις που έχω υπ’ όψιν και οι οποίες αναφέρονται σε ορισμένους κλάδους που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «επιστημονικοί» μόνον διαστέλλοντας και γενικεύοντας τον ορισμό του «επιστημονικού». Ως προς την Κοινωνική Ανθρωπολογία οι αλληλοσυγκρουόμενες θεωρίες, τα λογικά άλματα, η κατασκευή και υπερπαραγωγή ορισμών και νέων όρων προς χρήση των μελών του ιερατείου, η αδυναμία εξαγωγής αξιόπιστων και εφαρμόσιμων αποτελεσμάτων, τείνουν να απαξιώσουν και να οδηγήσουν τον συγκεκριμένο κλάδο σε πλήρη ανυποληψία. Ήδη, από πολλούς, η Κοινωνική Ανθρωπολογία (συχνά συγχέεται, πιθανόν σκόπιμα, με την Πολιτιστική Ανθρωπολογία) κατατάσσεται στις λεγόμενες «guessing arts» (τέχνες της μαντεψιάς) που εξυπηρετούν κυρίως πολιτικο-ιδεολογικές σκοπιμότητες και όχι την Επιστήμη. Προσωπικά θεωρώ ότι αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που είναι γνωστό στην Φιλοσοφία ως «ετερογονία του σκοπού» δηλ. το ασύμπτωτο μεταξύ βούλησης και πραγματικότητας.  
  2. Rachel Carson  (1907-1964), “Silent Spring, 1962
3.      Desmond Morris: “The naked Ape”, (1967) που μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1970.


Όπως υπονοεί και ο υπότιτλός του («Μια μελέτη για το Ζώο-Άνθρωπος»), το έργο αυτό αποτελεί μια διεισδυτική ματιά από έναν ειδικό επιστήμονα στα κίνητρα συμπεριφοράς των «γυμνών (=άτριχων) πιθήκων», όπως αποκαλεί το ανθρώπινο είδος ο συγγραφέας, σύμφωνα με τον οποίον οι ρίζες αυτών των κινήτρων ανάγονται στην γενετική κληρονομιά του εξελικτικού παρελθόντος του σύγχρονου, «πολιτισμένου», ανθρώπου.

Ο Ντέσμοντ Μόρρις με την καταλυτική και τεκμηριωμένη κριτική του κατέρριψε τις παρωχημένες και αντιεπιστημονικές αντιλήψεις των παλαιότερων ανθρωπολόγων, αλλά και όλων εκείνων των κοινωνιολόγων (κοινωνικών ανθρωπολόγων), που στερούμενοι παιδείας στην Βιολογία, την Γενετική, την Εθνολογία και την Φυσική Ανθρωπολογία, ανέπτυσσαν θεωρίες και υποθέσεις (στηριγμένοι αποκλειστικά σε ανθρωπολογικό και εθνογραφικό υλικό πρωτόγονων κοινωνιών χαμένων σε κάποια ζούγκλα ή σε ένα ασήμαντο νησί του Ειρηνικού Ωκεανού), οι οποίες, όχι μόνον δεν αποτελούσαν πανάκεια για τα προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών, αλλά ήσαν και καταγέλαστες σε τελική ανάλυση. Όπως ξεκαθάρισε αφοπλιστικά ο Ντ. Μόρρις:
«…Οι απλές φυλετικές ομάδες που επιβιώνουν μέχρι σήμερα δεν είναι πρωτόγονες, είναι αποτελματωμένες. Πραγματικές πρωτόγονες ομάδες δεν υπάρχουν πια εδώ και χιλιάδες χρόνιαΤα χαρακτηριστικά που μελέτησαν οι παλαιότεροι ανθρωπολόγοι σ’ αυτές τις φυλές μπορεί να είναι ακριβώς εκείνα που εμπόδισαν την πρόοδο των ομάδων που αναφέραμε. Είναι λοιπόν επικίνδυνο να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις πληροφορίες σαν βάση για οποιοδήποτε γενικό διάγραμμα της συμπεριφοράς του είδους μας…» (Ντ. Μόρρις, ό.π. σελ. 12-13. Οι επισημάνσεις δικές μου).
Ένα άλλο σημείο που πρέπει να τονιστεί είναι ο καίριος και καθοριστικής σημασίας ρόλος που διαδραματίζει ο ερευνητής στην προσέγγιση λαογραφικών και κοινωνιολογικών ζητημάτων αναλόγως της emic ή etic οπτικής της έρευνάς του. Οι όροι αυτοί (παρ’ όλο που προέρχονται από ρίζες ελληνικών λέξεων), δυστυχώς δεν έχουν δόκιμες μεταφράσεις στην ελληνική γλώσσα. Δημιουργήθηκαν το 1954 από τον Αμερικανό γλωσσολόγο Κένεθ Πάικ (Kenneth Pike) από τους αντίστοιχους όρους της Γλωσσολογίας phonemic and phonetic και χρησιμοποιούνται σήμερα στην Ανθρωπολογία, Εθνολογία, Λαογραφία και στις κοινωνικές επιστήμες γενικότερα. Αναφέρονται στους δύο διαφορετικές προσεγγίσεις της έρευνας πεδίου και επομένως στις δύο διαφορετικές οπτικές που προκύπτουν.
Emic είναι η προσέγγιση/οπτική ενός μέλους «από τα μέσα» της κοινωνικής ομάδας η οποία διερευνάται, ενώ etic είναι η προσέγγιση/οπτική ενός παρατηρητή/ερευνητή «από τα έξω».4
Η έρευνα της Μ. Ρόμπου υπήρξε σαφέστατα μια etic προσέγγιση, από την σκοπιά δηλ. ενός εξωτερικού παρατηρητή, που αγνοούσε παντελώς τις ιδιαιτερότητες, την ιστορική διαδρομή, το γλωσσικό ιδίωμα, την νοοτροπία και τις λογικές των μελών της πληθυσμιακής ομάδας, με αποτέλεσμα να προκύψουν σοβαρότατα προβλήματα, στα οποία θα αναφερθούμε στο τέλος.
_________________________________

4. Βλ. σχετικά: EMICS AND ETICS: The Insider/Outsider Debate   http://www-01.sil.org/~headlandt/ee-intro.htm

Επί πλέον η εν λόγω δεν ήρθε στην περιοχή για ουσιαστική έρευνα, αλλά για να αποδείξει με την «έρευνά» της, τις δικές της ιδεοληψίες, τις προκαταλήψεις της, τις προσχηματισμένες ήδη αντιλήψεις της, αλλοιώνοντας και διαστρεβλώνοντας κατά το δοκούν τα όσα «κατέγραψε». Ακόμη και αν δεχθούμε ότι όλα αυτά τα διέπραξε καλοπροαίρετα, τότε και πάλι καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το όλο εγχείρημα είναι απορριπτέο επιστημονικά μια και η συγγραφέας υπέπεσε στην γνωστή πλάνη της Λογικής «Εν Αρχή Αιτείσθαι», αναφερόμενη και ως «petitio principii», υποκαθιστώντας με τα (αναπόδεικτα και προκατειλημμένα) συμπεράσματά της την υπόθεση που υποτίθεται ότι πρόκειται να ερευνήσει. Για να το εκφράσω με απλά λόγια είναι σαν κάποιος ερευνητής να δηλώνει ότι θα ερευνήσει το τι χρώμα έχουν οι κόκκινες πεταλούδες. Προφανώς κόκκινο! 

Βεβαίως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε με υπερβολική αυστηρότητα μια πρώην χορεύτρια του Βασιλικού Θεάτρου του Λονδίνου και να απαιτούμε να έχει μελετήσει Λογική, έναν από τους δυσκολότερους ομολογουμένως κλάδους της Φιλοσοφίας, όμως από την άλλη πλευρά δεν ανεχόμαστε την ξεδιάντροπη προπαγάνδα που επιχειρεί, θεωρώντας ότι στερούμαστε απλής λογικής και αγνοούμε το «τι παίζεται» γύρω μας με τις σκοπιμότητες διαφόρων κέντρων. 

Μετά από αυτές τις απαραίτητες πληροφορίες και διευκρινίσεις ας εξετάσουμε αυτά που αναφέρονται στην Εισαγωγή του βιβλίου. Γραμμένη, όπως και όλο το βιβλίο σε μια εποχή τεχνητής ευημερίας και πληθωρικής αισιοδοξίας, όπου μεσουρανούσαν οι παγκοσμιοποιητικές ιδεοπληξίες και η ενορχηστρωμένη προπαγάνδα των ΜΜΕ, αλλά και μεγάλης μερίδας ακαδημαϊκών που δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στις πλουσιοπάροχες επιχορηγήσεις διαφόρων ιδρυμάτων και οργανισμών, αποτυπώνει σε κάθε σελίδα τις εθνομηδενιστικές στοχεύσεις της «έρευνας», όπως και τα εθνοφοβικά σύνδρομα που την διακατέχουν.

Έτσι, στην σελ. 14 τονίζει «την οριακότητα που συνοδεύει την έννοια του εθνικού συνόρου»,  κατακεραυνώνει «τις θεωρητικές και πολιτικές προκείμενες του εθνικισμού, που σε μεγάλο βαθμό ευθύνονται για την δημιουργία και αναπαραγωγή του Μακεδονικού ζητήματος» και λίγο παρακάτω αναφέρεται στο «πέρασμα της Μακεδονίας από το προ-εθνικό στο εθνικό καθεστώς», εντελώς αυθαίρετα και αναπόδεικτα, χωρίς βέβαια να μπει τον κόπο να εξηγήσει πόθεν τεκμαίρονται όλες αυτές οι σοβαροφανείς αποφάνσεις*.  
Στην σελ. 22 παρομοίως καταγγέλλει «το ζοφερό καθεστώς επιτήρησης που σημάδεψε βαθιά το πολίτευμα της χώρας»! Αναρωτήθηκε άραγε η μεγάλη αυτή ερευνήτρια με τις «εμπεριστατωμένες και θεωρητικά εμβριθείς αναλύσεις» ποιοι υπήρξαν οι λόγοι (στρατιωτικοί, πολιτικοί, ιστορικοί) που υποχρέωσαν τις ελληνικές κυβερνήσεις να επιβάλουν την επιτήρηση των συνόρων; Μήπως έχει την εντύπωση ότι η Ελλάδα συνόρευε με την Ελβετία και την Σουηδία;
________________________________

* απόφανση = γνώμη που διατυπώνεται με την αξίωση ότι είναι αληθινή, ως δόγμα (λεξικά), αλλά και απόφαση δικαστηρίου (νομ.)

Είναι πάντως αποκαλυπτικά τα όσα γράφει στην σελίδα 31 όπου ομολογεί ότι «όπως συνέβη και στην Ελλάδα, έτσι και στη Βουλγαρία επιβλήθηκε από τα πάνω ένα […] καθεστώς επιτήρησης». Και τότε τι μας ζαλίζετε αγαπητή με καταγγελίες και δακρύβρεκτα περί «επιτηρούμενων ζωών» και τα παρόμοια; Προφανώς για την δημιουργία εντυπώσεων ή κάνω λάθος;
Ενδιάμεσα (σελ. 25) ήταν αδύνατο να αποφύγει και το επιβαλλόμενο «γλύψιμο» με την αναφορά στο «καταξιωμένο έργο της Jane K. Cowan» και είναι βέβαιον ότι οι αναγνώστες δεν θα μπορέσουν να αποφύγουν τα ειρωνικά χαμόγελα. Καταξιωμένο από ποιους; Από την διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα, από κάποιους παγκόσμιους Οργανισμούς, από τον Πάπα της Ρώμης, από ποιους τέλος πάντων; Μάλλον από τα μέλη του ιερατείου, τους «κολλητούς» και όσων προσδοκούν να συμπεριληφθούν σ’ αυτό, υποθέτω.
Όσο για το παραληρηματικό περί «εθνοτικά στιγματισμένων μουσικών οργάνων των ντόπιων», το αφήνω ασχολίαστο.
    Θα μπορούσα να συνεχίσω σελίδα-σελίδα με τα όσα φαιδρά, αναξιόπιστα, αλλά και εμπαθή εκθέτει στο κυρίως μέρος το βιβλίου, πιστεύω όμως ότι δεν έχει νόημα. Η εν λόγω «εμετρήθη, εζυγίσθη και ευρέθη ελλιπής». Είναι όχι μόνον ελλιπής επιστημονικά, αλλά η εμπάθειά της, οι προκαταλήψεις της και οι ιδεοπληξίες της την καθιστούν ιδιαίτερα προβληματική, αλλά και προσβλητική απέναντι των γηγενών Μακεδόνων, όταν μάλιστα παραθέτει φαιδρολογήματα ορισμένων ημιμαθών ή απλώς επιπόλαιων «ειδικών», όπως η περίπτωση κάποιου Reiss, Καθηγητή του Πανεπιστημίου της Λωζάνης, ο οποίος γράφει (σελ. 224) τα εξής εξωφρενικά: «…οι Μακεδόνες είναι το αποτέλεσμα των αλλεπάλληλων κατοχών που υπέστη αυτή η γη […] Του είναι αδιάφορο εάν είναι Βούλγαρος, Σέρβος ή Έλληνας…». Το τραγικό είναι ότι λίγες γραμμές παρακάτω η συγγραφέας διαπιστώνει ότι «προφανώς η θέση του Reiss δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερη»!  Κλαυσίγελως!          

Κλείνω με ένα πραγματικό «μαργαριτάρι» που αν μη τι άλλο αποδεικνύει την πλήρη σύγχυση της συγγραφέως, που έχει ανακατέψει γεγονότα, ιστορικές αλληλουχίες, γεγονότα, πρόσωπα και πράγματα σε τρομακτικό βαθμό. Στην σελίδα 226 γράφει επί λέξει τα εξής απίστευτα: «…στον Εμφύλιο οι κάτοικοι δεν τάχθηκαν με τον ΕΛΑΣ αλλά υποστήριξαν τον Εθνικό Στρατό. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ΕΛΑΣ έκαψε το χωριό για να εκδικηθεί τη στάση που κράτησαν οι κάτοικοί του στη διάρκεια της ένοπλης αναμέτρησης.»

Με απλά λόγια η εν λόγω προφανώς πιστεύει ότι ο Β΄ Π.Π. έγινε ΜΕΤΑ τον Εμφύλιο! Αυτό δεν προκύπτει από τα παραπάνω; Ή κάνω λάθος; 

Θα της πρότεινα λοιπόν ότι με τέτοια παιδαριώδη λάθη, προϊόντα κακοχωνεμένων μελετών και αναγνώσεων, θα ήταν προτιμότερο να συνεχίσει την καριέρα της ως χορεύτρια και να αφήσει στην άκρη ανθρωπολογίες, εθνογραφίες και τα «ενσώματα υποκείμενα», εάν δεν επιθυμεί να εκτεθεί περισσότερο.


(Συνεχίζεται στο 3ο και τελευταίο μέρος)   




Σάββατο 8 Ιουλίου 2017

Το βιβλίο της Ρόμπου ή ο κύκλος των χαμένων εθνοφοβικών (1)


Για το βιβλίο της Ρόμπου ή ο κύκλος
των χαμένων εθνοφοβικών (1)
Η «μεταμοντέρνα» επίθεση στην συλλογική μας μνήμη συνεχίζεται…

Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Πριν από ένα χρόνο περίπου (2016) κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Επιτηρούμενες ζωές» και τον επιστημονικοφανή υπότιτλο «Μουσική, χορός και διαμόρφωση της υποκειμενικότητας στη Μακεδονία» της νεοεμφανιζόμενης συγγραφέα και επίδοξης κοινωνιολόγου Μαρίκας Ρόμπου-Λεβίδη, πρώην χορεύτριας με σπουδές στο Βασιλικό Θέατρο του Λονδίνου, όπως αναφέρει στο βιογραφικό της, με ενδιαφέροντα «την ανθρωπολογία της μουσικής και του χορού, την επιτέλεση και το σώμα, την πολιτική ανθρωπολογία, το σύνορο, τη μετανάστευση, το φύλο και τη βία». Έκανε και διδακτορικό, δίπλα στην Καθηγήτρια Cowan, στο διαβόητο πανεπιστήμιο του Σάσσεξ, το οποίο ως γνωστόν αποτελεί για το συνάφι των οπαδών της παγκοσμιοποίησης, του πολυπολιτισμού, του εθνομηδενισμού και άλλων τινών, κάτι ανάλογο με το αλήστου μνήμης «Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο της Ανατολής».1    

_________________________________
1.     Το Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο Εργαζομένων της Ανατολής [ρωσ.: Коммунистический университет трудящихся Востока ή КУТВ (KΟΥTΒ) -Καμμουνιστιτσιέσκιϊ ουνιβερσιτιέτ τρουντιάσσιχσια Βαστόκα ή Κα Ου Τε Βε], όπως ήταν ο πλήρης τίτλος του, ιδρύθηκε στις 21 Απριλίου 1921 στη Μόσχα από την Κομμουνιστική Διεθνή (Κομιντέρν), ως Σχολή εκπαίδευσης κομμουνιστικών στελεχών. Στο λεξιλόγιο του ΚΚΕ,  κούτβηδες  αποκαλούνταν τα καθαρόαιμα κομματικά στελέχη με τίτλο σπουδών από αυτήν την μεγάλη των ινστρουχτόρων σχολή, προορισμένα να αποτελέσουν τα ηγετικά στελέχη των ανά τον κόσμο κομμουνιστικών κομμάτων.


Αναμενόμενη και η κινητοποίηση για την υποστήριξη και την προβολή αυτού του προπαγανδιστικού πονήματος, που κάτω από έναν ψευδο-επιστημονικό μανδύα αναμασάει τα φαιδρά αφηγήματα που υφιστάμεθα εδώ και χρόνια ad nauseam από τους κάθε είδους ιούς, μικρόβια, μυξομύκητες και γυμνοσάλιαγκες του εθνομηδενισμού και της αριστερής  αερολογίας. Όλος ο εσμός των γνωστών και μη εξαιρετέων ιθαγενών νεο-αριστερών, αλλά και δύο ξένων, έσπευσε να εξυμνήσει/διαφημίσει αυτό το ανιαρό και φλύαρο μεν, αλλά ιδιαίτερα στοχευμένο ιδεολογικοπολιτικά κατασκεύασμα, που βρίθει ψευδολογιών, συνειδητών διαστρεβλώσεων της πραγματικότητας, φιλελέφτ ανοησιών και εθνομηδενιστικών ταυτολογιών.
Την πρώτη θέση κατέχει βεβαίως-βεβαίως η άκρως εγκωμιαστική / εκθειαστική υμνολογία της προαναφερθείσης Jane Cowan, καθηγήτριας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πανεπιστήμιο του Sussex, την οποία, αξίζει να σημειωθεί, οι άσπονδοι φίλοι της αποκαλούν περιπαικτικά «Professor Cow Ann»:«Με εμπειρία χορεύτριας, ερευνήτριας χορού και ανθρωπολόγου, η Μαρίκα Ρόμπου-Λεβίδη μιλάει για έναν κόσμο άγνωστο σε πολλούς Έλληνες: την επιτηρούμενη ζώνη της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου. […] Μια εξαιρετικά διεισδυτική, ευαίσθητη και διαφωτιστική προσέγγιση της ένταξης και της αντίστασης και, ακόμα περισσότερο, των βαθιών προκλήσεων που τα εθνικιστικά εγχειρήματα θέτουν στα ενσώματα υποκείμενα…».
Ομολογώ ότι δεν μπόρεσα να προσδιορίσω τι ακριβώς είναι αυτά τα «ενσώματα υποκείμενα» που αναφέρει η βαθυστόχαστη καθηγήτρια. Υποθέτω μάλλον κάτι αντίθετο από τις «ασώματες κεφαλές» των τσίρκων περασμένων δεκαετιών. Όσο για τις «βαθιές προκλήσεις των εθνικιστικών εγχειρημάτων» το αφήνω ασχολίαστο, μια και ανήκει στην σφαίρα των εθνοφοβικών συμπλεγμάτων, από τα οποία σαφώς διακατέχεται η εν λόγω «προφεσόρισσα».
Ακολουθεί η περισπούδαστη κριτική για το «ξεχωριστό αυτό βιβλίο» του Λεωνίδα Εμπειρίκου, Ιστορικού, αριστερού (τι άλλο;) μεγαλοαστού, γιου του ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκου, ο οποίος ήταν αδύνατον να χάσει αυτήν την ευκαιρία αυτοπροβολής, αποκαλύπτοντας τα πάθη των σλαβοφώνων (αμφιβάλλω εάν γνωρίζει τι ακριβώς είναι αυτοί οι σλαβόφωνοι και αν έχει συναντήσει κάποιον στην ζωή του) της Ανατολικής Μακεδονίας: «Μέσα στο ελληνικό κράτος, οι κοινότητες των σλαβόφωνων της Ανατολικής Μακεδονίας βρέθηκαν σ’ έναν επικοινωνιακά απομονωμένο και γλωσσικά κατακερματισμένο χώρο. Οι παλιές ιστορίες άλλαξαν νόημα μέσα στην απόκρυψη του γλωσσικού φαινομένου και τη διαπραγμάτευσή της από τα ίδια τα υποκείμενα, που αγγίζει σχεδόν τα πάντα: τα πανηγύρια, το χορό, τη μουσική, τα όργανα με τα οποία παίζεται και τα λόγια με τα οποία τραγουδιέται. Όλες οι αποχρώσεις της δύσκολης αυτής σχέσης του υποκειμένου με το κράτος —που περνά μέσα από τη γλώσσα και τη σωματικότητα—, στη μεγάλη ποικιλία που ορίζει η εγγραφή της στην ελληνική επικράτεια, περιγράφονται με ακρίβεια και ευαισθησία που ξεπερνά κάθε προσδοκία στο ξεχωριστό αυτό βιβλίο». (Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις δικές μου).
Στην διθυραμβική βιβλιοκριτική του,  ο καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου Ευθύμιος Παπαταξιάρχης (Πήρε το διδακτορικό του στην κοινωνική ανθρωπολογία από το London School of Economics το 1988), ο οποίος σύμφωνα με το βιογραφικό του «Έχει δημοσιεύσει εκτενώς σε ζητήματα φύλου, εξουσίας και κοινωνικότητας, συγκρότησης του πολιτικού στον αγροτικό χώρο (sic) και πολιτισμικής διαχείρισης της διαφοράς στο πλαίσιο διαπολιτισμικών συναντήσεων, ιστορικής ανθρωπολογίας και ιστορίας της ανθρωπολογικής σκέψης» τονίζει τα εξής σπουδαιοφανή:
«Η Μαρίκα Ρόμπου-Λεβίδη έχει τη στόφα της ανθρωπολόγου πεδίου. Η διεισδυτική εθνογραφική της ματιά πηγαίνει πέρα από το αυτονόητο και το αδιαμφισβήτητο για να καταγράψει την αυτολογοκρισία ως δημιουργική, ιστορική διαδικασία. Με ευαισθησία ανασύρει τα ίχνη της βίας που έχει σημαδέψει τη ζωή των σλαβόφωνων κατοίκων της επιτηρούμενης ζώνης εκεί ακριβώς που συνήθως επισφραγίζεται δημόσια η συλλογική ταυτότητα, στην επιτέλεση της μουσικής παράδοσης. Η μελέτη της είναι μια πολύτιμη μαρτυρία της ικανότητας των ανθρώπων να εκμεταλλεύονται τις χαραμάδες, που αφήνουν τα ισχυρά καθεστώτα πειθάρχησης, για να αρθρώσουν τους δικούς τους ορίζοντες ζωής. Μια σημαντική συμβολή στην κατανόηση του Μακεδονικού ζητήματος». (Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις δικές μου).
Αναλόγου ύφους, στόχου και επιπέδου είναι  και τα όσα γράφει ένα ακόμη μέλος της εθνοφοβικής παρέας, ο επίκουρος καθηγητής Ανθρωπολογίας της Μουσικής και του Χορού του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Παν. Πανόπουλος:  «Μια εξέχουσα συμβολή στην ιστορία και την εθνογραφία της μουσικής και του χορού στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, μια από τις σημαντικότερες μελέτες για την ανθρωπολογία της μουσικής στο συγκεκριμένο χώρο από την εποχή που αυτό το πεδίο οριοθετήθηκε στην ελληνική εθνογραφία με την έκδοση της μονογραφίας της Jane Cowan. Η πολιτική του σώματος. Χορός και κοινωνικότητα στη βόρεια Ελλάδα. Τα κλασικά ανθρωπολογικά θέματα του φύλου και του ορίου συναντώνται με εξαιρετικά πρωτότυπες, εθνογραφικά εμπεριστατωμένες και θεωρητικά εμβριθείς, αναλύσεις των διαδικασιών υποκειμενοποίησης και σωματοποίησης της ιστορίας, της μνήμης και της πολιτισμικής εμπειρίας». (Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις δικές μου).
Δεν λείπει όμως και η απαραίτητη επικύρωση και «ευλογία» του «μεγάλου Αδελφού», με τα ανάλογα ενθουσιαστικά σχόλια από την πασιγνώστως άγνωστη (πλην των μυημένων, εννοείται) καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του πανεπιστημίου του Λος Άντζελες (UCLA)  Laurie Hart, η οποία γράφει τα εξής χαριτωμένα: «Σ’ αυτό το καθηλωτικό και γοητευτικά γραμμένο βιβλίο, η συγγραφέας αποκαλύπτει με δύναμη τις σύνθετες τακτικές κοινωνικής απόκρυψης και δημόσιας άρνησης που εξυφάνθηκαν μέσα από τη μουσική και το χορό στη Βόρεια Ελλάδα μετά τον Εμφύλιο. Με βαθιά γνώση του αντικειμένου, διεισδυτικότητα και οξύτητα πνεύματος, διερευνά την πολιτισμική παραγωγή στην πρώην επιτηρούμενη ζώνη των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, εκθέτοντας τη σίγαση του νοήματος που επέφερε η καταστολή αλλά και τη στοιχειωμένη χάρη της φωνής και της κίνησης των γυναικών. Δεν πρόκειται απλά για πρωτοποριακή εθνομουσικολογία, αλλά για εθνογραφία και κοινωνική θεωρία υψηλών προδιαγραφών, που συνοδεύεται από οξυδερκή κριτικό σχολιασμό της βιβλιογραφίας για το σύνορο και τη διαφορά στη Μακεδονία. Ένα κριτικό ανάγνωσμα για όλους όσοι ενδιαφέρονται να κατανοήσουν την ελληνική κοινωνία όπως είναι». (Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις δικές μου).
Τέλος, θα ήταν αδιανόητο να λείπει από την σύναξη του κύκλου των χαμένων εθνοφοβικών, η παλιά …καραβάνα του χώρου, η διάσημη  Άννα Φραγκουδάκη, Ομότιμη Καθηγήτρια Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης, ΕΚΠΑ, όπως υπογράφει. Τι είναι το ΕΚΠΑ; Μήπως κάτι σαν το ΕΝΦΙΑ ή το ΦΠΑ; Όχι βέβαια, σημαίνει απλούστατα Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Και γιατί δεν το γράφει ολόκληρο; Μήπως για λόγους συντομίας; Πιθανόν, αλλά πιο πιθανό είναι ότι έτσι αποφεύγει τις κακές λέξεις, «εθνικό», «Καποδίστριας», το καθαρευουσιάνικο «Αθηνών» αντί «Αθήνας». Υπάρχουν «ευαισθησίες» και ίσως παρεξηγηθεί από τους ομόσταυλους και τα απωθημένα τους. Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω συνταξιούχος πλέον καθηγήτρια προσθέτει και αυτή το λιθαράκι της: «Πρόκειται για μελέτη στηριγμένη σε πλούσιο ερευνητικό υλικό που συνδυάζει την επιστημονική αρτιότητα με την υψηλή κοινωνική ευαισθησία. Πρόταση επιστημονικού διαλόγου στο χώρο της ανθρωπολογίας, αλλά παράλληλα και ανάγνωσμα πολύ ενδιαφέρον για κάθε αναγνώστη/ρια που απασχολούν τα θέματα των εθνικών ταυτοτήτων και της κοινωνικής ένταξης, από μια πολύ σημαντική σκοπιά: τις πρακτικές των ίδιων των εμπλεκόμενων ανθρώπων»2. (Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις δικές μου).

__________________________________

2. Για την Άννα Φραγκουδάκη και τις ιδεοληψίες της υπάρχει το ειρωνικότατο και   αποστομωτικό άρθρο-καταπέλτης του κορυφαίου κριτικού θεάτρου, συγγραφέα και διανοητή Κώστα Γεωργουσόπουλου που αξίζει να μελετηθεί λέξη προς λέξη εδώ: http://www.tanea.gr/news/greece/article/4056333/?iid=2


Όπως εύκολα διαπιστώνεται, η αερολογία, η (δήθεν) επιστημονική σοβαρότητα, η προσπάθεια εντυπωσιασμού με ακαταλαβίστικους για το ευρύ κοινό όρους, οι μαρξιστικές φαντασιώσεις και το εμπόριο ανθρωπισμού και ευαισθησίας είναι σε ημερήσια διάταξη, επιχειρώντας να πείσουν ότι επιτελούν κάτι σπουδαίο και κοινωνικά χρήσιμα και ότι δεν είναι μια κλίκα αργόσχολων φαφλατάδων που καταναλώνουν πόρους από τα χρήματα των φορολογουμένων.
Για το βιβλίο αυτό καθαυτό τώρα, που το διάβασα με σφιγμένα δόντια ομολογώ, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η επιτομή της ανιαρότητας μιας κατασκευασμένης ψευδο-επιστήμης που καλύπτεται πίσω από τον εντυπωσιακό και βαρύγδουπο τίτλο «Κοινωνική Ανθρωπολογία».
Στις «κοινωνικές επιστήμες» έχει αναφερθεί όχι κάποιος τυχαίος, αλλά ο διεθνούς φήμης, κύρους και αναγνώρισης Βυζαντινολόγος και Ακαδημαϊκός Σπύρος Βρυώνης στο μνημειώδες κείμενό του που αναγνώσθηκε στην ημερίδα με θέμα «Ο Νέος Ελληνισμός: Έννοια, περιεχόμενο, χρονικά όρια» που διοργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών, στις 19 Οκτωβρίου 2010. Θα παραθέσω ορισμένα αποσπάσματα:
«...Συχνά, οι κοινωνικές επιστήμες, ως συνειδητές επιστημονικές ειδικότητες, δεν περιορίζονται στα όρια που θέτει η έρευνα, αλλά ενδύονται ένα είδος προφητικού μανδύα. Οι επαγγελματίες κάθε μιας από αυτές τις κοινωνικές επιστήμες συχνά διακηρύσσουν ότι διακονούν «επιστήμες», που, όπως υποστηρίζουν στον ακαδημαϊκό κόσμο, η ειδικότητά τους προσομοιάζει περισσότερο με τις φυσικές επιστήμες παρά με εκείνες της φιλολογίας και των άλλων ανθρωπιστικών επιστημών.
 Έτσι, ο τελικός σκοπός των περισσότερων κοινωνικών επιστημών είναι να επικυρώσουν και να καθορίσουν τους νόμους που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό ισχυρίζονται ότι μπορούν να προβλέψουν πώς θα συμπεριφερθούν υπό δεδομένες συνθήκες, όχι μόνο τα άτομα, αλλά και μεγαλύτερες ομάδες, η οικογένεια, η φυλή, ή και ακόμα μεγαλύτερες συσσωματώσεις. Επίσης, ο ρόλος των διακεκριμένων και προβεβλημένων επαγγελματιών απολαμβάνει ένα είδος αναγνώρισης, ως αξιόπιστη πηγή και αυθεντία για την ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. [...]
Με την αύξηση των πληθυσμών, την πολυπλοκότητα των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, τις απαιτήσεις της κοινωνίας, το «έθνος» και οι «εθνικισμοί» συχνά αναζητούν λύσεις από τους κοινωνικούς επιστήμονες. [...] Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, η αξία της πρακτικής γνώσης είναι συγκεκριμένη και δύσκολα επιτρέπει στους κοινωνιολόγους να ισχυρίζονται ότι ο κλάδος τους συνιστά μια «επιστήμη» στα θέματα της θεωρίας και της ανάλυσης των εννοιών του «έθνους» και του «εθνικισμού». Διότι, εδώ, αυτές οι ειδικότητες πρέπει να βασιστούν στην ιστορία, ενώ οι θεωρίες τους δεν μπορούν να γενικευτούν σε τέτοιο βαθμό, διότι έχουν συγκεκριμένο ειδικό επιστημονικό προσανατολισμό και ο υποκειμενισμός πάντα ελλοχεύει. Οι μεθοδολογίες τους είναι επιρρεπείς στην «εφεύρεση» γενικών νόμων για τον καθορισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Από την άλλη πλευρά, και αυτό είναι το παράδοξο, η συμβολή τους στη συνεχιζόμενη ανάλυση των εννοιών και θεωριών σχετικά με το «έθνος» και τον «εθνικισμό» είχε βαθιά επίδραση σε εκείνους τους κύκλους που συζητούν αυτά τα ειδικά σύγχρονα ζητήματα. Πολλοί είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες οι οποίοι έχουν κληθεί, ως ειδικοί, ενώπιον του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερουσίας, να αποφανθούν σχετικά με τις κρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι πανταχού παρόντες πολιτικοί επιστήμονες, οι οποίοι έχουν διεισδύσει ιδιαίτερα στα Υπουργεία Εθνικής Ασφάλειας, Εξωτερικών, Άμυνας, στη CIA και άλλα ομοσπονδιακά όργανα, καθώς και στα πληθωρικά λεγόμενα «think-tanks», αποτελούν μια στρατιά (αριθμητικά) και, όπως ο στρατός, καταναλώνουν μεγάλα κεφάλαια που προέρχονται από την κυβέρνηση, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα ξένα συμφέροντα. Έτσι, οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν έχουν μόνο τη θεωρητική πλευρά τους, αλλά απολαμβάνουν πρακτικές και οικονομικές ανταμοιβές, οι οποίες επιτείνουν την υποκειμενικότητα τους.[...]
Επιπλέον, προχωρούν στην κατασκευή ή τη δημιουργία τεχνικών όρων (σε τέτοια έκταση ώστε χρειάζεται κανείς να προσφύγει σε εξειδικευμένα λεξικά για να βρει τις έννοιες πολλών τέτοιων όρων) και στηρίζονται σε ιστορικούς εξειδικευμένους σε περιοχές με τις οποίες οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν είναι εξοικειωμένοι. Μπορούμε επί πλέον να διαπιστώσουμε την ισχυρή επίδραση των κοινωνικών επιστημόνων πάνω στην ιστορική επιστήμη, παράλληλα με την αδυναμία των κοινωνικών επιστημόνων να καταλήξουν σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το «πότε» και το «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, καθώς και την αποτυχία τους να διευκρινίσουν τον όρο και την έννοια του πολιτισμού. [...]
Στην συνέχεια ο Σπ. Βρυώνης αναφέρεται στις θεωρίες του λεγόμενου «μοντερνισμού» και στους τρεις «πατριάρχες» του, Ernest Gellner, Eric Hobsbaum και Benedict Anderson, καθώς και στην περίοδο 1970-2003, η οποία αναφέρεται ως περίοδος  «ανόδου και πτώσης του κλασικού μοντερνισμού». Φθάνουμε έτσι σε μια νέα και σημαντική φάση του συνεχιζόμενου διαλόγου για την προέλευση και τη φύση του έθνους και του εθνικισμού, με τη νέα ερμηνεία περί «εθνοσυμβολισμού» που διατύπωσε ο Anthony D. Smith, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μαθητής του Gellner. Όπως τονίζει ο Σπ. Βρυώνης: «Στη διαμάχη που ακολούθησε και μπροστά στα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα του Smith, ο Anderson, σε αντίθεση με τον Gellner, υπήρξε πιο δεκτικός στις κριτικές που ασκήθηκαν στο έργο του και, τελικά, παραδέχτηκε ότι το έργο του είχε πλέον καταστεί περιθωριακό». [...]
                                                                                     
Θεωρώ όμως ότι οι αναγνώστες έχουν φθάσει ήδη στα όρια με όλα τα παραπάνω. Σεβόμενος την ψυχική τους ηρεμία σταματώ και θα συνεχίσω στο επόμενο άρθρο με τα όσα ισχυρίζεται στην «Εισαγωγή» και το κυρίως μέρος του βιβλίου της η συγγραφέας, όπου θα περιορισθώ σε ορισμένα από τα εξωφρενικά και απίστευτα που αναφέρει στο αφόρητα πληκτικό και κουραστικό «πόνημά» της.

(Συνεχίζεται)