Μυθολογικοί κύκλοι*
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαιοελληνικά Αγγεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαιοελληνικά Αγγεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 24 Απριλίου 2017
Τα "Κύκλια έπη"
Τμήμα αγγείου που απεικονίζει την τύφλωση
του κύκλωπα Πολύφημου από τον Οδυσσέα
και τους συντρόφους του, 7ος αιώνας π.Χ.,
Μουσείο Άργους
Τι ορίζουμε ως Κύκλια έπη;
Κύκλος ή κύκλια έπη ονομάζονται όλα τα άλλα έπη εκτός των Ομηρικών και των Ησιόδειων. Συνολικά σώζονται μόνο τίτλοι και περί τους 120 στίχους. Οι διάφοροι μύθοι ακολουθούσαν χρονολογική σειρά και σχημάτιζαν κύκλο (θεματογραφικά ορίζεται από τη δημιουργία του κόσμου, δηλαδή την ένωση Ουρανού και Γης, μέχρι το θάνατο του Οδυσσέα). Υπάρχουν και έπη του Κύκλου που εξαρτώνται από τα ομηρικά. Τα έπη του Κύκλου ομαδοποιήθηκαν με βάση το θέμα τους. Το κέντρο αναφοράς είναι ο Τρωικός πόλεμος και η επιστροφή των πολεμιστών. Αυτά που χάθηκαν δεν ήταν του επιπέδου των Ομηρικών ή των Ησιόδειων. Πολλά απ’ αυτά αποδίδονταν στον Όμηρο. Πληροφορίες για τον αριθμό και το περιεχόμενό τους αντλούμε κυρίως από τον Πρόκλο, ένα συγγραφέα του 5ου αιώνα μ.Χ.
Χρονολόγηση
Η χρονολόγησή τους είναι δύσκολη γιατί δε σώζονται παρά μόνο σπαράγματα. Οι ποιητές τους μάλλον κινούνται από 800-500 π.Χ. Μάλλον μετά τη συγγραφή των ομηρικών επών. Κάποιοι θεωρούν ότι υπάρχουν και προγενέστερα της Ιλιάδας και άλλα που χρησίμευσαν ως πρότυπα για την Οδύσσεια. Επικρατεί ασάφεια για τη χρονολόγηση, ασάφεια για τα ονόματα των συγγραφέων τους, για τα θέματά τους. Ακριβείς μάλλον είναι μόνο οι πληροφορίες των Αλεξανδρινών Γραμματικών για αριθμό βιβλίων και στίχων σε κάποια απ’ αυτά.
Μυθολογικοί κύκλοι*
Κύκλος θεών: Θεογονία, Τιτανομαχία.
Θηβαϊκός κύκλος: Οιδιπόδεια, Θηβαίδα, Επίγονοι, Οιχαλίας Άλωσις. (Υλικό εκτός από την ποίηση χρησιμοποιήθηκε και σε Καταλόγους και Γενεαλογίες)
Τρωικός κύκλος: Κύπρια (τα πριν από την Ιλιάδα), Αιθιοπίς (συνέχεια Ιλιάδας), Μικρά Ιλιάς (γεγονότα από το θάνατο του Έκτορα μέχρι την άλωση της Τροίας), Ιλίου Πέρσις (Άλωση Τροίας), ενδεχομένως κάποια τμήματα της Οδύσσειας ήταν αυτόνομα ποιήματα (Τηλεμάχεια, Πηνελόπεια, Νέκυια), Νόστοι (επιστροφή ηρώων Τρωικού πολέμου), Τηλεγόνεια ή Τηλεγονία (συνέχεια της Οδύσσειας). Στα Κύκλια έπη υπήρχαν άφθονα στοιχεία αφηγηματικού ενδιαφέροντος, δεν υπήρχε το αυστηρό ύφος της Ιλιάδας, δεν ήταν του επιπέδου ομηρικών επών ή αττικών δραμάτων.
Ο Αχιλλέας δένει το τραύμα του Πάτροκλου.
Αττικό αγγείο.
Κύπρια Έπη: Αποτελούνται από 11 βιβλία, που αποδίδονται στον Κύπριο ποιητή Στασίνο. Η υπόθεσή τους αναφέρεται στα προ του Τρωικού πολέμου (γάμος του Πηλέα και της Θέτιδας, κρίση του Πάρη, απαγωγή της Ελένης, απόβαση στη Μυσία, συγκέντρωση στην Αυλίδα) και στα πρώτα επεισόδια του πολέμου, μέχρι την διαμάχη Αγαμέμνονα – Αχιλλέα.
Αιθιοπίς ή Αμαζόνια (5 ραψωδίες, 5 βιβλία): Θεωρείται προγενέστερο και πρότυπο της Ιλιάδας. Την πρώτη ονομασία του πήρε το έργο από τον Αιθίοπα Μέμνονα, που πολέμησε στο πλευρό των Τρώων. Αποδίδεται στον Όμηρο ή τον Αρκτίνο. Αρχίζει με την άφιξη και τις περιπέτειες της βασίλισσας των Αμαζόνων Πενθεσίλειας, που θανατώθηκε από τον Αχιλλέα, τον ερχομό των Αιθιόπων και τον θάνατο του Μέμνονα. Συνεχίζει την Ιλιάδα και περιγράφει όσα συνέβησαν μετά τον θάνατο του Έκτορα, μέχρι τον θάνατο του Αχιλλέα. Περιλαμβάνει ακόμη την απομάκρυνση από το πεδίο της μάχης του νεκρού Αχιλλέα από τον Αίαντα τον Τελαμώνιο και την διεκδίκηση των όπλων του από τον Αίαντα και τον Οδυσσέα.**
Μικρά Ιλιάς (4 βιβλία): Αποδίδεται σε διάφορους ποιητές αλλά και στον Όμηρο. Είναι ουσιαστικά συνέχεια της Αιθιοπίδας. Περιγράφει την εκδήλωση της μανίας του Αίαντα του Τελαμώνιου όταν του στέρησαν τα όπλα του Αχιλλέα και την αυτοκτονία του. Περιλαμβάνει ακόμη την προσέλευση του Φιλοκτήτη και του Νεοπτόλεμου και την αρπαγή του Παλλαδίου. Τελειώνει με την επινόηση και κατασκευή του Δούρειου ίππου και την είσοδο του στην Τροία.
Η Ιφιγένεια οδηγείται στην Αυλίδα για να θυσιαστεί.
Ψηφιδωτό στην Πομπηία.
Ιλίου Πέρσις (2 βιβλία): Ποιητής του έργου φέρεται ο Αρκτίνος ή ο Λέσχης ο Μυτιληναίος. Περιγράφει τα τελευταία γεγονότα της Ιλιάδας, αρχίζοντας από τον Δούρειο ίππο. Συνεχίζει με τις προειδοποιήσεις του Λαοκόοντα και τελειώνει με την περιγραφή της αλώσεως της Τροίας και την πριν από αυτήν αναχώρηση του Αινεία, σε αντίθεση με τον Βιργίλιο.
Νόστοι (5 βιβλία): Αναφέρονται στην επάνοδο των Αχαιών στις πατρίδες τους εκτός του Οδυσσέα, και τις περιπέτειες που αντιμετώπισαν. Περιγράφουν την δολοφονία του Αγαμέμνονα στις Μυκήνες από τον Αίγισθο και την Κλυταιμνήστρα, και την εκδίκηση του Ορέστη. Στη ενότητα αυτή ανήκει και η Οδύσσεια.
Τηλεγόνεια (2 βιβλία): Έργο του Κυρηναίου ποιητή Ευγάμμονα (περ. 586 π.Χ). Θεωρείται μέρος της Οδύσσειας. Περιγράφει τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα και όσα επακολούθησαν μετά την μνηστηροφονία. Τελειώνει με τον θάνατο του Οδυσσέα και την μοίρα των απογόνων του.
Υποσημειώσεις
*Μεταξύ των επών που ανήκαν σε άλλους κύκλους αναφέρονται η Οιδιπόδεια, η Θηβαΐδα και οι Επίγονοι από το θηβαϊκό κύκλο, ενώ μία Τιτανομαχία και μία συρραφή ιστοριών με τίτλο Κορινθιακά αποδίδονται στον Εύμηλο τον Κορίνθιο, ο οποίος υπολογίζεται πως έζησε προς το τέλος του 8ου αιώνα π.Χ. Ένας διαφορετικός κύκλος ήταν αφιερωμένος στα κατορθώματα του Ηρακλή. Το παλιότερο έπος αυτού του κύκλου θεωρείται η Άλωση της Οιχαλίας, που κατά καιρούς αποδόθηκε στον Όμηρο ή τον Κρεώφυλο. Έπη για τον Ηρακλή συνέθεσαν επίσης ο Πείσανδρος ο Ρόδιος και ο Πανύασσης ο Αλικαρνασσέας (αρχές 5ου αιώνα π.Χ.). Τέλος στον Όμηρο αποδιδόταν κατά την αρχαιότητα και ένα έπος- παρωδία, ο Μαργίτης, το οποίο συντάχθηκε προφανώς τον 7ο ή τον 6ο αιώνα π.Χ. Όσο για τη δημοφιλή – κατά το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση – παρωδία της Ιλιάδας με τίτλο Βατραχομυομαχία, το πιθανότερο είναι πως ανήκει στην ελληνιστική εποχή.
**Κατά κανόνα, στα μετά-ομηρικά έπη ο Οδυσσέας παρουσιάζεται ως ένας δολοπλόκος χαρακτήρας που δεν έχει αρετές και ηθικούς φραγμούς. Στο έργο «Κύπρια έπη» αναφέρεται ότι παρίστανε τον τρελλό, οργώνοντας και σπέρνοντας τα χωράφια του με αλάτι αντί για σπόρους, με σκοπό να μη λάβει μέρος στην εκστρατεία. Όταν μάλιστα ο Παλαμήδης αποκάλυψε την αλήθεια αναγκάζοντάς τον να εκστρατεύσει, ο Οδυσσέας τον σκότωσε με την βοήθεια του Διομήδη. Στη «Μικρή Ιλιάδα» πάλι, ο Οδυσσέας προσπαθεί χωρίς αποτέλεσμα να δολοφονήσει τον Διομήδη για να οικειοποιηθεί τη δόξα από την κλοπή του Παλλαδίου, ενώ αργότερα σκοτώνει και τον μικρό γιο του Έκτορα, Αστυάνακτα. Λέγεται ακόμη ότι ο Οδυσσέας ήταν αυτός που σχεδίασε τον ερχομό της Ιφιγένειας, με το πρόσχημα ότι θα παντρευτεί τον Αχιλλέα, για να θυσιαστεί επειδή δεν είχαν ούριο άνεμο.
Πηγές
Lesky A., «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας», μτφ. Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1981.
ΕΛΠ 21, Γράμματα Ι, «Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία», Ακ. Έτος: 2008-9.
Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.
Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016
Ο κρατήρας της μάχης εκτίθεται για πρώτη φορά στο κοινό!
Ο κρατήρας της μάχης εκτίθεται
για πρώτη φορά στο κοινό!
Για πρώτη φορά από την ημέρα της ανακάλυψής του –πριν από 140 χρόνια- θα εκτεθεί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ο κρατήρας της μάχης, μαζί με ένα από τα χρυσά κύπελλα που είχε στο εσωτερικό του.
Παρουσία του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού κ. Α. Μπαλτά, ο περίφημος και αθέατος έως τώρα αργυρός κρατήρας θα μεταφερθεί τη Δευτέρα 25 Ιουλίου, στις 11:00 το πρωί, από το Εργαστήριο Συντήρησης Μετάλλων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου στην αίθουσα του Βωμού (αίθουσα 34), για να εκτεθεί σε κατάλληλη προθήκη, να φωτιστεί και να συνοδευτεί από το κατάλληλο εποπτικό υλικό για τους επισκέπτες, που θα μπορούν να το θαυμάσουν στη θέση αυτή ως την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο της επιτυχημένης του δράσης του μουσείου με τίτλο Αθέατο Μουσείο, που αναδεικνύει κάθε δυο μήνες ένα αριστούργημα από τις αποθήκες, δηλαδή από τον άγνωστο κόσμο των αρχαιοτήτων που βλέπουν μόνον οι ειδικοί ερευνητές.
Το νέο έκθεμα, αναμένεται να προσελκύσει το ενδιαφέρον των επισκεπτών, αλλά και του επιστημονικού κοινού, μιας και ο κρατήρας δεν έχει ποτέ στο παρελθόν παρουσιαστεί και η ανασύσταση της προέλευσής του με τη μελέτη και παρουσίαση του ταφικού του περιβάλλοντος, θα συμβάλουν στην ολοκληρωμένη αφήγηση της άγνωστης ιστορίας ενός νέου και πολλά υποσχόμενου μέλους της πολεμικής ελίτ, ενός πρίγκιπα της πρώτης δυναστείας του Μυκηναϊκού κόσμου, που έζησε βίο βραχύ με μεγάλες προσδοκίες.
Ο ΚΡΑΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΣΤΟ ΑΘΕΑΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
Το Νοέμβριο του 1876 και μέσα σε αντίξοες καιρικές συνθήκες, ο Ερρίκος και η Σοφία Σλήμαν ανέσκαπταν τον έναν μετά τον άλλον τους πέντε πρώτους βασιλικούς τάφους του περίφημου ταφικού Κύκλου Α των Μυκηνών. Στους τάφους αυτούς εντόπισαν για πρώτη φορά αντικείμενα και ταφικά έθιμα απολύτως άγνωστα ως τότε στην αρχαιολογική έρευνα, που χρονολογούνταν στο 16ο αι. π.Χ., δηλαδή σε μια περίοδο του παρελθόντος που ήταν έως τότε παντελώς αχαρτογράφητη.
Το Νοέμβριο του 1876 γεννήθηκε η Μυκηναϊκή Αρχαιολογία, που επρόκειτο να δώσει στα επόμενα 140 χρόνια το μέγα σώμα των γνώσεών μας για τον πρώτο μεγάλο ελληνόφωνο Πολιτισμό του Αιγαίου, τον Μυκηναϊκό.
Κι εγώ ο τάφος V έγινε διάσημος για την περίφημη ταφή του εικοσιεπτάχρονου πολεμιστή με την προσωπίδα που ονομάστηκε «του Αγαμέμνονα», ο τάφος IV είχε στο μέσον του την ταφή ενός πρίγκιπα μόλις 18 χρονών στον οποίον είχαν χαριστεί τα περισσότερα και τα πολυτιμότερα κτερίσματα όλης της Μυκηναϊκής περιόδου (1600 – 1075 π.Χ.).
Ο πρίγκιπας του τάφου IV είχε λάβει ως δώρα πολλά μακρά ξίφη, χρυσελεφάντινα μικροτεχνήματα, καθώς και ορισμένα από τα πιο εντυπωσιακά χρυσά και αργυρά κύπελλα του κρητομυκηναϊκού κόσμου.
Ο Σλήμαν παρατήρησε μεταξύ άλλων και ορισμένα αργυρά ελάσματα σε κακή κατάσταση, που έφερε στην Αθήνα και αριθμήθηκαν με τους αρ. ευρετηρίου 605-607. Κανείς όμως τότε δεν τους έδωσε σημασία.
Τα πολύτιμα κτερίσματα του Ταφικού Κύκλου Α εκτέθηκαν στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο του Πολυτεχνείου το Δεκέμβριο του 1877 και κατόπιν μεταφέρθηκαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο το 1893, όπου βρίσκονται έως σήμερα. Τα περίεργα αργυρά ελάσματα με αρ. ευρ. 605-607 έμειναν οριστικά στις αποθήκες.
Τη δεκαετία του 1960 ο Διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, Χρήστος Καρούζος εμπιστεύθηκε στην αρχαιολόγο, Αγνή Ξενάκη-Σακελλαρίου να μελετήσει εκ νέου τα ευρήματα του ταφικού Κύκλου Α που ήσαν στις αποθήκες. Εκείνη εντόπισε την τεράστια σημασία των ελασμάτων με αρ. ευρ. 605-607 και με τη βοήθεια των εξαιρετικών συντηρητών του Μουσείου και ενός καλλιτέχνη, ανέστησε το μεγαλύτερο αργυρό αντικείμενο της Μυκηναϊκής αρχαιότητας: τον αργυρό κρατήρα του πολέμου. Το 1974 η Αγνή Ξενάκη-Σακελλαρίου δημοσίευσε την αποκατάσταση του αγγείου σε διεθνές αρχαιολογικό περιοδικό. Ωστόσο, το αγγείο, λόγω της κακής κατάστασης διατήρησής του δεν εκτέθηκε ποτέ και παρέμεινε στις αποθήκες, γνωστό μόνον στους ειδικούς επιστήμονες της πολεμικής εικονογραφίας του προϊστορικού Αιγαίου.
Η ανασύσταση του αγγείου από τα θραύσματα απέδωσε τον περίτεχνο διάκοσμό του που είχε γίνει με την έκτυπη τεχνική. Η μεγάλη ανάγλυφη ζώνη στο κύριο σώμα του κρατήρα παρουσιάζει δύο ομάδες αντιμέτωπων πολεμιστών, που τους διακρίνει το διαφορετικό είδος των ασπίδων τους, εν είδει διακριτικών δύο διαφορετικών «στρατών». Τέσσερις πολεμιστές με οκτώσχημες ασπίδες από τη μία μεριά, εναντίον τεσσάρων με πυργοειδείς ασπίδες από την άλλη, και ενός μαχητή, που έχει πέσει ηρωικά στο έδαφος, ανάμεσα στους αντιμαχόμενους.
Το 2003 ανακαλύφθηκε στα Αρχεία του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου το περίφημο «χειρόγραφο του Παναγή Σταματάκη», του Έλληνα αρχαιολόγου που συμμετείχε στις ανασκαφές των Σλήμαν και κατέγραφε κάθε ώρα και στιγμή και με λεπτομέρεια, κάθε εύρημα και τον τόπο της εύρεσής του, την ώρα που ερχόταν στο φως. Κάτι που δεν είχε φροντίσει να κάνει ο Ερρίκος Σλήμαν, στερώντας μας τη γνώση των ταφικών συνόλων (δηλαδή, σε ποιον νεκρό ανήκε τι). Έτσι, σήμερα είμαστε σε θέση να αποδώσουμε τον μεγάλο κρατήρα στην ταφή του πρίγκιπα και να γνωρίζουμε ότι μέσα του είχαν τοποθετηθεί ορισμένα από τα πιο εντυπωσιακά χρυσά και αργυρά κύπελλα, συνιστώντας το εύρημα, το πρώτο συμποσιακό σύνολο του ελληνόφωνου κόσμου των πρώτων αριστοκρατών. Σαν να επρόκειτο δηλαδή, για τις ταφικές προσφορές των ίδιων των συμπολεμιστών του πρίγκιπα. Μια ερμηνεία γοητευτική, αλλά όχι βεβαίως τεκμηριωμένη.
Ετικέτες
Αρχαιοελληνικά Αγγεία,
Αρχαιολογία,
Πολιτισμός
Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011
Τυπολόγιο ἀρχαιοελληνικῶν ἀγγείων
Μελανόμορφος ελικωτός κρατήρας (570-565 π.Χ.)
Ύψος 66 εκ. Φλωρεντία, Museo Archeologico Etrusco, γνωστό ως αγγείο Francois, από τον Alessandro Francois που το ανακάλυψε το 1884 κοντά στο Chiusi (Σιένα, κεντρ. Ιταλία). Όλο το αγγείο είναι διακοσμημένο σε έξι ζώνες.
Τυπολόγιο ἀρχαιοελληνικῶν ἀγγείων
1ον) ‘Ο σ κ ύ φ ο ς είναι κοινόν ποτήριον,
2ον) Ἡ κ ύ λ ι ξ, λεπτότερον ποτήριον δι’ οἶνον χρησιμοποιούμενον εἰς τά συμπόσια καί τάς θρησκευτικάς τελετάς,
3ον) Ὁ κ ά ν θ α ρ ο ς, ποτήριον καί τούτο μέ μεγάλας λαβάς, χρησιμοποιούμενον εἰς θρησκευτικάς τελετάς. ‘Ο Διόνυσος παρουσιάζεται συχνά κρατῶν τοιοῦτον ποτήριον,
4ον) Ὁ κ ρ α τ ή ρ, ἀγγεῖον χρησιμοιτοιούμενον διά τήν ἀνάμειξιν τοῦ οἴνου μέ ὕδωρ. Χρησιμοποιεῖται εἰς τά συμπόσια καί τάς σπονδάς καί κατασκευάζεται ἀπό πηλόν, ξύλον ή καί ἀπό ἄργυρον μέ χείλη ἐπίχρυσα,
5ον) Ὁ ἀ μ φ ο ρ ε ύ ς, μέγα ἀγγεῖον, ὀνομαζόμενον οὕτω διά τάς δύο λαβάς καί χρησιμεῦον διά νά φυλάσσωνται ἐντός αὐτοῦ οἶνος, ἔλαιον, μέλι, ἐλαῖαι κλπ.,
5ον) Ὁ ἀ μ φ ο ρ ε ύ ς, μέγα ἀγγεῖον, ὀνομαζόμενον οὕτω διά τάς δύο λαβάς καί χρησιμεῦον διά νά φυλάσσωνται ἐντός αὐτοῦ οἶνος, ἔλαιον, μέλι, ἐλαῖαι κλπ.,
6ον) Ὁ σ τ ά μ ν ο ς, πήλινον ἀγγεῖον εἰς τό ὁποῖον ἔθετον τόν οἶνον, διά νά μεταγγισθῆ πρός καθαρισμόν,
7ον) Ἡ ὑ δ ρ ί α, πήλινον δοχεῖον μέ δύο μικράς λαβάς ἐπί τῆς κοιλίας καί μίαν μεγάλην ἐπί τοῦ λαιμοῦ. Δι’ αὐτῆς μεταφέρουν αἱ γυναῖκες τό ὕδωρ ἐκ τῆς κρήνης κρατοῦσαι αὐτήν ἐπί τῆς κεφαλῆς μέ προσκεφάλαιον ἤ ἐπί τῶν ὤμων,
8ον) Ἡ ὑ δ ρ ο χ ό η, ὡς ἡ σημερινή κανάτα διά νίψιμον,
9ον) Ὁ ψ υ κ τ ή ρ, ἀγγεῖοιν πήλινον, τό ὁποῖον ἐχρησίμευε διά νά ψύχεται ὁ οἶνος,
10ον) Ἡ λ ή κ υ θ ο ς, μακρόλαιμον, μέ μίαν λαβήν, μυροδοχεῖον ἤ περιέχον τό ἔλαιον, διά τοῦ ὁποίου ἀλείφονται μετά τό λουτρόν. Ἀπαραίτητον ἀφιέρωμα εἰς τούς τάφους,
11ον) Ὁ λ έ β η ς, χάλκινον συνήθως σκεῦος μαγειρικόν. Μεγάλοι λέβητες ἐχρησίμευον καί διά τό νίψιμον τῶν χειρῶν κατά τάς σπονδάς ἤ τό πλύσιμον τῶν ποδῶν τῶν φιλοξενουμένων. Συχνά ἐδίδοντο και ὡς ἔπαθλα ἀγώνων εἰς τούς ἀθλητάς,
12ον) Τό ἀ λ ά β α σ τ ρ ο ν, μυροδοχεῖον ἀπό ἀλάβαστρον (παραλλαγή ὑδρομιγοῦς γύψου), ὕελον, ἄργυρον, χρυσόν.
Πηγή: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Δια την Α’ τάξιν των εξαταξίων Γυμνασίων ΟΕΣΒ 1959
Ετικέτες
Αρχαιοελληνικά Αγγεία,
Αρχαιολογία
Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011
Κεραμική στο Αιγαίο κατά την Αρχαιότητα
Πρωτογεωμετρικός αμφορεύς
(1050 - 1000 π.Χ.) - Ύψος 39,7 εκ.
Κεραμική στο Αιγαίο κατά την Αρχαιότητα
1. Πρωτογεωμετρική κεραμική
Η γεωγραφική και η πολιτική πολυδιάσπαση των νησιών του Αιγαίου κατά την 1η χιλιετία π.Χ. είχε ως αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, τη γέννηση μιας σειράς κεραμικών ρυθμών. Πολύ λίγα στοιχεία είναι γνωστά για την παραγωγή της κεραμικής στο χώρο του Αιγαίου κατά την Πρωτογεωμετρική περίοδο (1050-900 π.Χ.).
Πρωτογεωμετρικός αμφορεύς
(περίπου 950 π.Χ.)
Πολλά από τα αγγεία της περιόδου, τόσο στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου όσο και στη Μικρά Ασία, μαρτυρούν την αττική επίδραση, επιβεβαιώνοντας την ιστορική παράδοση που θέλει τις περιοχές αυτές να εποικίζονται από την Αθήνα. Κατά την Ύστερη Πρωτογεωμετρική περίοδο (950-900 π.Χ.), κυρίαρχο στοιχείο στις Κυκλάδες είναι οι επιδράσεις από την Εύβοια, που έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή αγγείων που μοιάζουν πολύ με τα ευβοϊκά. Δεσπόζουσα θέση ανάμεσά τους κατέχει ο σκύφος, είδος πήλινου ποτηριού, με κρεμάμενα ημικύκλια.
Πρωτογεωμετρικός σκύφος (κοτύλη)
Θα χρειάζονταν εργαστηριακές αναλύσεις του πηλού για να αποφασίσει κανείς ποια από τα αγγεία της συγκεκριμένης ομάδας έχουν παραχθεί στον κυκλαδικό χώρο, ποια είναι ευβοϊκά και ποια είναι απομιμήσεις από άλλες περιοχές, από τη Συρία ως την Ιταλία, όπου απαντούν δείγματα. Το συγκεκριμένο κεραμικό σχήμα έχει πολύ μακρά διάρκεια ζωής και ορισμένες μελέτες ανάγουν το τέλος του στον 8ο αι. π.Χ.
Πρωτογεωμετρική Πυξίς
(Αγγείο φύλαξης αντικειμένων)
2. Γεωμετρική κεραμική
Κατά την επόμενη φάση, τη Γεωμετρική περίοδο (900-700 π.Χ.), οι κεραμείς των Κυκλάδων, του ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων διατηρούν το ενδιαφέρον τους για τα αττικά προϊόντα, κυρίως για τους μεγάλους ταφικούς αμφορείς. Τόσο οι απομιμήσεις όσο και οι εισαγωγές είναι συχνές. Ιδιαίτερα κατά τη Μέση Γεωμετρική περίοδο (850-750 π.Χ.), όταν εγκαθιδρύεται ένα είδος «πολιτισμικής κοινής», τα αγγεία του αιγαιακού χώρου μοιάζουν πολύ με τα αντίστοιχά τους αττικά.
Μια ενδιαφέρουσα ομάδα παράγεται στη Ρόδο, όπου το αγαπημένο σχήμα είναι ο κρατήρας με ψηλό πόδι και διακόσμηση γεωμετρικού χαρακτήρα μέσα σε μετόπη (μαίανδρος, δέντρο της ζωής κλπ.). Κατά την τελευταία φάση της Γεωμετρικής περιόδου (750-700 π.Χ.) παρατηρείται το φαινόμενο της έντονης πολυδιάσπασης των ρυθμών, που χαρακτηρίζει το σύνολο του ελληνικού χώρου εκείνη την περίοδο. Στις Κυκλάδες αναπτύσσεται ιδιαίτερα το θηραϊκό και το μηλιακό εργαστήριο, που παράγουν στιβαρά αγγεία (κυρίως κρατήρες και αμφορείς με ψηλό πόδι), ενώ στη Νάξο και στην Πάρο τα εργαστήρια διατηρούν μια επαφή με την Αττική. Ειδικά στην Πάρο, αξίζει να τονιστεί το σημαντικότατο εύρημα του Πολυανδρίου της Παροικιάς, όπου ανακαλύφθηκαν δύο ομαδικοί τάφοι με πάνω από διακόσια αγγεία. Δύο από αυτά διακοσμούνται με ζωηρές σκηνές μάχης και συγκαταλέγονται μεταξύ των πρωιμότερων εικονιστικών παραστάσεων με αφηγηματικό περιεχόμενο στην ελληνική τέχνη. Στη Ρόδο, κατά την Ύστερη Γεωμετρική περίοδο, απομακρυνόμαστε επιτέλους από την αττική επιρροή. Παρατηρείται έντονη πρόσμειξη φοινικικών και κυπριακών στοιχείων στην κεραμική του νησιού, ως αποτέλεσμα της κομβικής του θέσης μεταξύ Ανατολής και Ελλάδας. Αγγεία της σχολής αυτής εξάγονται σε μεγάλους αριθμούς στη Δύση, όπως μαρτυρά και η περίφημη κοτύλη (αγγείο πόσεως με δύο οριζόντιες λαβές) του Νέστορα, με την πρωιμότερη έμμετρη επιγραφή στην ελληνική γλώσσα, που βρέθηκε σε τάφο ενός παιδιού φοινικικής καταγωγής στην ευβοϊκή αποικία των Πιθηκουσσών στην Καμπανία. Αγαπημένα σχήματα είναι οι σφαιρικές φλάσκες, οι κάνθαροι και οι κρατήρες με ψηλό πόδι.
Βορειότερα, στη Χίο, αντιγράφονται οι λεγόμενοι σκύφοι με πτηνά, προϊόντα που εντοπίζονται στη βόρεια Ιωνία, ενώ η Σάμος συνεχίζει την αττικίζουσα παράδοση, με σκηνές πρόθεσης και γεωμετρικούς κρατήρες με ψηλό πόδι και γεωμετρική διακόσμηση.
Ο αμφορεύς του Διπύλου
(ύψος 1,55 μέτρα)
Γεωμετρικός αμφορεύς
Ο κρατήρας των "πολεμιστών"
3. Ανατολίζουσα κεραμική
Κατά την Ανατολίζουσα περίοδο (7ος αι. π.Χ.), τα εργαστήρια των νησιών του Αιγαίου ακμάζουν ιδιαίτερα. Σε πολλές περιοχές, όπως στη Χίο, ή ακόμα και τις Κυκλάδες, συνεχίζεται η παραγωγή αγγείων υπογεωμετρικού χαρακτήρα, με προεξάρχον σχήμα την κοτύλη (=σκύφος) με πτηνά, όπου το ανατολίζον, κορινθιακό σχήμα «παντρεύεται» με τη γεωμετρικού τύπου διακόσμηση και τα στιλιζαρισμένα πτηνά. Τα αγγεία αυτής της κατηγορίας είναι εξαιρετικά δημοφιλή στην Ιταλία, όπου οι θαλασσοπόροι του Αιγαίου δραστηριοποιούνται πλέον έντονα. Σάμιοι, Χίοι και Ρόδιοι ναυτικοί συγκαταλέγονται μεταξύ των δυναμικότερων εμπόρων και ιδρυτών αποικιών, τόσο στη Δύση όσο και στη Μαύρη θάλασσα και τη Βόρεια Αφρική.
Κυρίαρχη όμως τάση πλέον είναι η απαλοιφή των γεωμετρικών κοσμημάτων και η αντικατάστασή τους με μοτίβα που εισάγονται από την τέχνη της Ανατολής: καμπυλόγραμμα φυτικά κοσμήματα (ρόδακες, ανθέμια, πλόχμοι), που συνδυάζονται με γραμμικά κοσμήματα και πλαισιώνουν μεγαλόσωμες και αρκετά απλοϊκές μορφές ζώων που βόσκουν, λιονταριών και πτηνών. Αρκετές από τις ομάδες κεραμικών που προέρχονται από τη Δήλο διακοσμούνται με υπογεωμετρικά ζώα, αν και τα σχήματα γνωρίζουν πλέον εξέλιξη. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά το γραμμικό νησιωτικό ρυθμό των μέσων του 7ου αι. π.Χ., που φαίνεται πως ήταν δημοφιλής σε όλες τις περιοχές των Κυκλάδων, αλλά κεραμικά αυτού του ρυθμού παρασκευάζονταν κυρίως στη Θήρα ή την Πάρο. Ένα από τα αριστουργήματα της κυκλαδικής αγγειογραφίας είναι η οινοχόη (δοχείο άντλησης κρασιού από τους κρατήρες) από την Αίγινα που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο, με ανάγλυφη κεφαλή γρύπα, στο στόμιο και σκηνή λιονταριού που κατασπαράσσει ελάφι και αλόγου που βόσκει, στο σώμα. Το κυριότερο ανατολίζον εργαστήριο της περιοχής εντοπίζεται στην Πάρο και είναι το εσφαλμένα αποκαλούμενο «μηλιακό» εργαστήριο. Χαρακτηριστικοί είναι οι μεγάλοι ταφικοί πιθαμφορείς με ψηλό πόδι, παλαιότερο σχήμα που όμως εμπλουτίζεται με τεχνοτροπία δανεισμένη από το ρυθμό των Αιγάγρων της Μιλήτου και των Κλαζομενών και παράγει αξιόλογες παραστάσεις, με άρματα και σκηνές μάχης.
Συχνότερα πάντως απαντούν τα πινάκια (=πιάτα, αλλά σε μεγάλη ποικιλία σχημάτων και τύπων - Σημ. ΔΕΕ) με ωραίες εικονιστικές παραστάσεις (που τα συναντάμε και στη Θάσο), καθώς και οι μικρού μεγέθους υδρίες, με διακόσμηση από γυναικείες προτομές με την τεχνική του περιγράμματος. Γενικά στον κυκλαδικό χώρο παρατηρείται μια τάση πολυχρωμίας, την οποία μεταφέρουν μετανάστες κεραμείς και στο σικελικό χώρο, ιδιαίτερα στις Συρακούσες. Στη Χίο εντοπίζεται ένα ιδιαίτερα σημαντικό εργαστήριο με πολύχρωμα αγγεία με λευκό επίχρισμα. Χαρακτηριστικότερο σχήμα είναι ο κάλυκας, αγγείο με κωνικό πόδι και δύο οριζόντιες λαβές. Ο ρυθμός εμπνέεται αρχικά από το σύγχρονο μέσο ρυθμό των Αιγάγρων, ενώ αργότερα αναπτύσσεται ανεξάρτητα. Πολλά αγγεία του ρυθμού αυτού έχουν βρεθεί στη Ναύκρατι και την Αίγινα.
Τριποδικό αγγείο του ρυθμού των Αιγάγρων.
περ. 630-600 π.Χ. Εμποριό, Χίος
Νοτιότερα, στη Ρόδο, οι κεραμείς ακολουθούν ως επί το πλείστον τις παραδόσεις της γειτονικής Μιλήτου. Εισάγουν αγγεία του ρυθμού των Αιγάγρων και παράγουν απομιμήσεις σε απλούστερο στιλ ή αμφορείς όχι ιδιαίτερα δουλεμένους με χοντροκομμένα σχέδια ζώων. Η σημαντικότερη ομάδα αγγείων από τη Ρόδο χρονολογείται στον ύστερο 7ο και τον πρώιμο 6ο αι. π.Χ. Πρόκειται για τις κύλικες και τους αμφορείς του ρυθμού των Βρουλίων, όπου συνδυάζεται η υπογεωμετρική παράδοση με εγχάρακτα και γεμισμένα με ερυθρό και μαύρο βερνίκι φυτικά κοσμήματα ανατολίζουσας έμπνευσης. Ροδιακά είναι, πιθανότατα, τα ωραία πινάκια με εικονιστικές παραστάσεις. Το πιο αξιόλογο αγγείο της ομάδας αυτής είναι το πινάκιο του Βρετανικού Μουσείου με παράσταση μονομαχίας του Έκτορα και του Μενέλαου πάνω από το νεκρό Εύφορβο.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι επιγραφές που συνοδεύουν τις μορφές είναι σε αργολικό αλφάβητο, υποδηλώνοντας προφανώς την παρουσία ενός μετανάστη αγγειογράφου.
Ανατολίζοντα αγγεία
4. Αρχαϊκή και κλασσική κεραμική
Ο 6ος αι. π.Χ. αποτελεί το απόγειο της κεραμικής παραγωγής του αιγαιακού χώρου. Στα ακμάζοντα εργαστήρια της Χίου, παράγονται πλέον κάλυκες που διακοσμούνται με την πολύχρωμη, και αργότερα με τη μελανόμορφη τεχνική. Στη Ρόδο συναντάμε κυρίως πλαστικά αγγεία, σε ευφάνταστα σχήματα (φαλλόσχημα, κεφαλές οπλιτών, υποδημένα με σανδάλια πόδια, πίθηκοι, ο Αιγύπτιος θεός Bes), πολλές φορές με βάση την τεχνική εφυάλωσης που είναι γνωστή ως φαγεντιανή και θεματικές και τεχνοτροπικές επιρροές από τη Φοινίκη και την Αίγυπτο. Στη Ρόδο αποδίδονται επίσης και οι λεγόμενοι «κάδοι», μονοκόμματοι αμφορείς, με μελανόμορφες μυθολογικές παραστάσεις, που προέρχονται κυρίως από αιγυπτιακές θέσεις. Το σημαντικότερο είναι το εργαστήριο της Σάμου, όπου παράγονται οι μικρογραφικές μελανόμορφες κύλικες και οι αμφιπρόσωποι πλαστικοί κάνθαροι (αγγεία πόσεως με δύο ψηλές, κάθετες λαβές, ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας), που εξάγονται στην Ετρουρία ή αφιερώνονται στο τοπικό Ηραίο. Στο β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ., οι μετρημένες εισαγωγές κορινθιακών αγγείων αντικαθίστανται από τις κατά πολύ μαζικότερες εισαγωγές αττικών μελανόμορφων. Η τάση αυτή οδηγεί σταδιακά σε μαρασμό τα νησιωτικά εργαστήρια. Σε συνδυασμό με την περσική κατάκτηση και την επακόλουθη κυριαρχία της Αθήνας στο Αιγαίο, η κεραμική παραγωγή γνωρίζει παρακμή ή σταματά εντελώς στα περισσότερα κέντρα, καθ’ όλη τη διάρκεια του 5ου και του 4ου αι. π.Χ., είτε περιορίζεται στην παραγωγή εμπορικών αμφορέων και μελαμβαφών αγγείων.
Καλυκόσχημος κρατήρ
Κιονωτός κρατήρ
Ελικωτός κρατήρ
(Ο περίφημος κρατήρας Francois)
5. Ελληνιστική και ρωμαϊκή κεραμική
Στην Ελληνιστική περίοδο, ο διαχωρισμός των κεραμικών εργαστηρίων των νήσων του ανατολικού Αιγαίου από τα αντίστοιχα της Μικράς Ασίας δεν είναι πάντα εφικτός. Στη Ρόδο κυριαρχεί ο ρυθμός της Hadra, ένας απόηχος του μελανόμορφου ρυθμού με τον οποίο διακοσμούνται υδρίες ταφικής χρήσης. Ενδέχεται πολλά από τα αγγεία αυτά να μην είναι επιχώρια, αλλά εισαγωγές από την Κρήτη. Ιδιαίτερα δημοφιλής στη Ρόδο και τη Χάλκη είναι και ο τύπος της σταμνοειδούς πυξίδας. Απομιμήσεις του αττικού ρυθμού της δυτικής κλιτύος (μελανό βάθος με διακόσμηση σε επίθετο λευκό και ερυθρό χρώμα και σχήματα όπως αμφορείς, κάνθαροι και σκύφοι) απαντούν στη Δήλο και πιθανότατα και σε άλλες περιοχές του Αιγαίου. Κατά τον 3ο και 2ο αι. π.Χ. εργαστήρια παραγωγής των λεγόμενων «μεγαρικών σκύφων» υπήρχαν σε όλο τον ελλαδικό και μικρασιατικό χώρο. Στο Αιγαίο η παραγωγή αυτού του εξαιρετικά διαδεδομένου τύπου έχει διαπιστωθεί στη Λήμνο, τη Σάμο, την Αμοργό και είναι πολύ πιθανή στη Δήλο και τη Ρόδο.
Το ίδιο ισχύει και για τους εφυαλωμένους σκύφους που απομιμούνται σε μορφή και χρώμα χάλκινα και αργυρά αγγεία και θεωρείται ότι παράγονταν σε κέντρα όπως η Μυτιλήνη και η Πέργη της Μικράς Ασίας. Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, τέλος, ορισμένα από τα κέντρα της ανατολικής sigillata, που σε γενικές γραμμές επιχωριάζει στη Μικρά Ασία και την Αντιόχεια, δραστηριοποιούνταν και στα νησιά του Αιγαίου.
Οινοχόη - Υδρία
Κάνθαρος
Βασική Πηγή: http://www2.egeonet.gr/AIGAIO/forms/fLemma.aspx?lemmaId=10396
IΔΡΥΜA ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
Βιβλιογραφία:
Cook R.M., Dupont P., East Greek Pottery, London 1998
Cook R.M., Ελληνική Αγγειογραφία, 3, Αθήνα 1994, Τσουκλίδου, Δ. (μτφρ.)
Boardman J., Η Πρώιμη Ελληνική Αγγειογραφία, Αθήνα 2002
Coldstream J.N., Γεωμετρική Ελλάς, Αθήνα 1999
Ετικέτες
Αρχαιοελληνικά Αγγεία
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)





















