Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σοβιετικά εγκλήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σοβιετικά εγκλήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Αυγούστου 2021

Αφιέρωμα: Η "Άνοιξη της Πράγας"

Σοβιετικό τανκ Τ-55 στους δρόμους της Πράγας

 Άνοιξη της Πράγας – Η εισβολή του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία

Όσα αφηγήθηκε ο ηγέτης του Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ

Γιάννης Θ. Διαμαντής   20 Αυγούστου 2021, 09:30

 

 Τη νύχτα της 20ης Αυγούστου 1968, οι στρατιωτικές δυνάμεις του Συμφώνου Βαρσοβίας (Σοβιετική Ένωση, Πολωνία, Ουγγαρία και Βουλγαρία) εισβάλουν στην Τσεχοσλοβακία. Εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες καταλαμβάνουν μέσα σε λίγες ώρες τα στρατηγικής σημασίας σημεία της χώρας. Οι δυνάμεις της Ανατολικής Γερμανίας δεν διέσχισαν τελικά τα σύνορα. Tις ημέρες εκείνες εκτιμάται ότι δεκάδες άτομα έχασαν τη ζωή τους από τα πυρά των εισβολέων.

Αιτία της εισβολής ήταν η λεγόμενη «Άνοιξη της Πράγας», η απόπειρα δηλαδή του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος Τσεχοσλοβακίας και του ηγέτη του, Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα φιλελευθεροποίησης και εκδημοκρατισμού της χώρας.

Τον Δεκέμβριο του 1992 «ΤΑ ΝΕΑ», σε συνεργασία με την εφημερίδα  «THE SUNDAY TIMES» δημοσιεύουν απόσπασμα της αυτοβιογραφίας του Αλεξάντερ Ντούμπτεσκ  στο οποίο περιγράφει τις κρίσιμες εκείνες στιγμές.

 Γράφει ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ:

«Έφτασε ένας αξιωματικός της Κα Γκε Μπε, που διέταξε να τον ακολουθήσω. Με τον συνταγματάρχη πίσω μου, οδηγήθηκα στο προαύλιο του κτιρίου όπου ήταν σταθμευμένα σοβιετικά άρματα μάχης και άλλα στρατιωτικά οχήματα.

»Με έβαλαν σε ένα θωρακισμένο όχημα μεταφοράς προσωπικού, το οποίο ξεκίνησε αμέσως. Μετά λίγη ώρα κατάλαβα πως κατευθυνόμασταν στο αεροδρόμιο. (…)

»Με οδήγησαν σε αίθουσα του αεροδρομίου, όπου μετά από λίγο έφεραν τον Όλντριτς Τσέρνικ, τον Τσεχοσλοβάκο πρωθυπουργό, που είχαν επίσης συλλάβει. (…)

»Στις 9 το βράδυ μας οδήγησαν σε ένα αεροπλάνο. Πέρασε λίγη ώρα όμως, και μετά με κατέβασαν και με οδήγησαν σε άλλο αεροσκάφος. Μετά από μια δεύτερη σύντομη πτήση προσγειωθήκαμε σε αεροδρόμιο της Ουκρανίας. Προφανώς στο Ουζγκορόντ. Μας υποδέχτηκε ομάδα από αξιωματικούς της Κα Γκε Μπε με πολιτικά. (…)

»Άλλη μια μέρα πέρασε. Η Πέμπτη 22 Αυγούστου. Δεν είχα καμία επαφή με τον έξω κόσμο. Ούτε εφημερίδες ούτε ραδιόφωνο. Δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε στην Τσεχοσλοβακία. (…) 

 Στο Κρεμλίνο

«Με μετέφεραν στη Μόσχα, παρά τη θέλησή μου, σαν αιχμάλωτο, και χωρίς να μου δώσουν τον χρόνο να πλυθώ.

»Μετά από τρεις μέρες, με πήγαν στο Κρεμλίνο, στις 23 Αυγούστου, όπου αντίκρισα τους τέσσερις ανθρώπους που έφεραν το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την εγκληματική εισβολή στη χώρα μου: τον Λεόντιντ Μπρέζνιεφ, γενικό γραμματέα του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος, τον Αλεξέι Κοσύγκιν, πρωθυπουργό της ΕΣΣΔ, τον Νικολάι Βορονώφ, πρωθυπουργό της Ρωσικής Ομοσπονδίας, και τον Νικολάι Ποντγκόρνι. Δεν υπήρξαν ούτε χειραψίες, ούτε τυπικά καλωσορίσματα. (…)

Ο Μπρέζνιεφ

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ντρούμπτσεκ, ο Μπρέζνιεφ τού είπε:

«Μπορεί να ειπωθεί ορθά – κοφτά, ότι η αποτυχία σας να ανταποκριθείτε στις υποχρεώσεις σας, εξανάγκασε πέντε χώρες (Ουγγαρία, Πολωνία, Ανατολική Γερμανία και Βουλγαρία, που επίσης πήραν μέρος στην εισβολή), σε ακραία και αναπόφευκτα μέτρα.

»Ήρθαν στο φως παράνομοι πυρήνες και κρησφύγετα όπλων. Δεν θέλουμε να σας ενοχοποιήσουμε προσωπικά. Ίσως να μην το γνωρίζατε καν. Οι δεξιές αντιδραστικές δυνάμεις είναι αρκετά ισχυρές για να τα έχουν οργανώσει όλα”, μου είπε ο Μπρέζνιεφ, σε μια προσπάθεια να συνεργαστώ μαζί τους».

«Ως κομμουνιστής, που φέρω μεγάλο μέρος της ευθύνης για τα πρόσφατα γεγονότα, είμαι βέβαιος ότι – όχι μόνο στην Τσεχοσλοβακία, αλλά και στην Ευρώπη, σ’ όλο το κομμουνιστικό κίνημα, η ενέργεια αυτή θα μας προκαλέσει τις πιο οδυνηρές συνέπειες, και θα έχει ολέθριες επιπτώσεις στους κόλπους των κομμουνιστικών κομμάτων στις καπιταλιστικές χώρες.

»Ας μου συμβεί, ό,τι είναι να μου συμβεί. Αλλά, θα έκανα μέγα σφάλμα, σύντροφοι, αν δεν σας έλεγα την αλήθεια: πιστεύω ότι η αποστολή στρατευμάτων ήταν ένα φοβερό πολιτικό λάθος, που θα έχει τραγικές συνέπειες».

 Το κείμενο

»Έχοντας αποτύχει να αντικαταστήσουν τη νόμιμη ηγεσία μας με ένα πειθαρχικό κόμμα – κράτος υβρίδιο, με βάση το ουγγρικό μοντέλο του 1956, ο ισχυρισμός των Σοβιετικών ότι οι ίδιοι είχαμε ζητήσει την εισβολή, έχασε κάθε φερεγγυότητα. (…)

»Προέκυψε τελικώς ένας κείμενο, το οποίο εξακολουθούσε να μοιάζει φρικτό, αλλά αποτελούσε σημαντική βελτίωση. Οι Σοβιετικοί συμφώνησαν, για παράδειγμα να εγκαταλείψουμε την εμμονή τους στο να αναγνωρίσουμε τη νομιμότητα της εισβολής και την ύπαρξη αντεπανάστασης. (…)»

Ο Ντούμπτσεκ επέστρεψε στην Τσεχοσλοβακία στις 27 Αυγούστου. Παρέμεινε για λίγους μήνες στη θέση του πρώτου γραμματέα, ώσπου τον Απρίλιο του 1969 παραιτήθηκε. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στην επιτροπή δασών και το 1989 ήρθε η ώρα να κλείσει και για εκείνον το κεφάλαιο της «Άνοιξης της Πράγας» και της εισβολής του Συμφώνου Βαρσοβίας.

»Ήταν στις 26 Νοεμβρίου 1989 που ο Βάστλαβ Χάβελ ( σ.σ. μετέπειτα πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας και εν συνεχεία της Τσεχίας) κι εγώ εμφανιστήκαμε, δίπλα – δίπλα, στο περίφημο μπαλκόνι της πλατείας Βενσεσλάς.

»Διατηρώ ως πολύτιμη αυτή τη στιγμή στη μνήμη μου. Μετά από διαφωνίες για το ποιος θα μας παρουσιάσει, κάποιος μας έσπρωξε απότομα, και τον Χάβελ κι έμενα, μπροστά στο μπαλκόνι.

»Η δυνατή ιαχή του πλήθους καθώς εμφανιστήκαμε ηχεί ακόμη στα αυτιά μου. Οι σκέψεις μου έτρεξαν 21 χρόνια πίσω, στο απόγειο της Άνοιξης της Πράγας, το 1968: δεν μπορούσα να συγκρίνω τούτη τη στιγμή με τίποτε άλλο.

»Αυτό, για μένα τουλάχιστον, έκλεισε τον κύκλο των ιστορικών γεγονότων».

 https://www.in.gr/2021/08/20/plus/istoriko-arxeio/effff/

 

 50 χρόνια από την Άνοιξη της Πράγας

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ, ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΩΝ ΣΟΒΙΕΤΙΚΩΝ ΤΑΝΚ ΣΤΗΝ ΤΣΕΧΟΣΛΟΒΑΚΙΑ

Μυρσίνη Λιοναράκη   10.08.2018 | 13:56

 Το πείραμα της εγκαθίδρυσης του «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο» καταπνίγηκε στις 21 Αυγούστου 1968 με την εισβολή των τανκ της Σοβιετικής Ένωσης. Η «Άνοιξη της Πράγας» πέρασε στην ιστορία για την προσπάθεια φιλελευθεροποίησης και εκδημοκρατισμού της Τσεχοσλοβακίας το 1968 μέσα από τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες της ηγεσίας του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ και τη ραγδαία ανάπτυξη κριτικού πνεύματος της κοινής γνώμης της χώρας. Αυτό είναι το χρονικό και τα συγκλονιστικά γεγονότα που συνέβησαν ακριβώς πριν μισό αιώνα. 

1968, Σοβιετικά τανκ στους δρόμους της Πράγας μετά την εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης, 

© Reg Lancaster / Getty Images / Ideal Image

 

5 Ιανουαρίου 1968: Ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ αντικαθιστά τον Αντονίν Νοβότνι στην ηγεσία του κόμματος και του εφιστά την προσοχή να προχωρήσει με τις μεταρρυθμίσεις. Ο Νοβότνι είχε δεχτεί κριτική από τους φιλελεύθερους του κόμματος αλλά και από διανοούμενους για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησής του και την προκατάληψή του κατά των Σλοβάκων. Ο Ντούμπτσεκ φαίνεται σαν τον ιδανικό υποψήφιο διάδοχο αφού είναι αποδεκτός από όλες τις πτέρυγες του κόμματος: και την πιο ορθόδοξη και την πιο μεταρρυθμιστική.

 Φεβρουάριος: Η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος εγκρίνει τη επέκταση του προγράμματος μεταρρύθμισης της οικονομίας που είχε ξεκινήσει το 1967. Δημοσιογράφοι, φοιτητές και συγγραφείς ζητούν την απόσυρση του νόμου του 1966 περί λογοκρισίας του τύπου. 

Αντονίν Νοβότνι, © Keystone / Getty Images / Ideal Image 

Μάρτιος: Στην πρωτεύουσα της χώρας, την Πράγα αλλά και σε άλλες πόλεις διοργανώνονται διαδηλώσεις υποστήριξης των μεταρρυθμιστικών πολιτικών ενώ ενισχύεται η κριτική απέναντι στον πρόεδρο Νοβότνι. 

22 Μαρτίου: Ο Νοβότνι παραιτείται από πρόεδρος μετά και από πιέσεις της φιλελεύθερης πτέρυγας του κόμματος. 

30 Μαρτίου: Ο στρατηγός Λούντβιχ Σβόμποντα εκλέγεται πρόεδρος της χώρας. 

Ήταν ήρωας πολέμου ο οποίος είχε διακριθεί και για τη δράση του στην Τσεχοσλοβάκικη λεγεώνα κατά την έναρξη του Ρωσικού εμφύλιου πολέμου το 1918.  

5 Απριλίου: Δημοσιεύεται το πρόγραμμα δράσης του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ανάμεσα στα άλλα συμπεριλαμβάνει  την προώθηση ενός σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο και προτείνει ένα μεταρρυθμιστικό πλάνο δεκαετίας. Μιλάει επίσης για δημοκρατικοποίηση του πολιτικού και οικονομικού συστήματος και κάνει λόγο για ένα «μοναδικό πείραμα στον δημοκρατικό κομμουνισμό». Το κόμμα έχει τώρα μπροστά του να αντιμετωπίσει τις εκλογές.

18 Απριλίου: Σχηματίζεται νέα κυβέρνηση υπό την συμμαχία του Ντούμπτσεκ και του μεταρρυθμιστή Όλντριχ Τσερνίκ. Ο τύπος γίνεται όλο και πιο ανοιχτός και τολμηρός στην στήριξη της ελευθερίας και των μεταρρυθμίσεων.

1 Μαΐου: Οι διαδηλώσεις ενισχύουν το αίσθημα ότι κάτι αλλάζει και οι πολίτες στηρίζουν απόλυτα τους νέους στόχους.

4-5 Μαΐου: Η ηγεσία της Τσεχοσλοβακίας επισκέπτεται τη Μόσχα. Οι σοβιετικοί εκφράζουν ανοιχτά την δυσαρέσκειά τους για τις εξελίξεις.  

Ο Νικολάε Τσαουσέσκου επισκέπτεται την Τσεχοσλοβακία και συνοδεύεται από τον Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ και τον Λούντβιχ Σβόμποντα, © Wikimedia Commons

 

29 Μαΐου: Ομάδα υψηλόβαθμων στρατιωτικών από τη Σοβιετική Ένωση επισκέπτονται την Τσεχοσλοβακία για να προετοιμάσουν τη διοργάνωση σοβιετικών στρατιωτικών ασκήσεων.

26 Ιουνίου: Καταργείται επίσημα η λογοκρισία.

27 Ιουνίου: Μεταρρυθμιστές υπογράφουν ένα μανιφέστο 2.000 λέξεων που μιλάει για δημοκρατικοποίηση, για την επανίδρυση  του Κοινωνικού Δημοκρατικού Κόμματος και την οργάνωση επιτροπών πολιτών. Το κείμενο είναι πολύ πιο προχωρημένο και ριζοσπαστικό από το αντίστοιχο πρόγραμμα δράσης του κομμουνιστικού κόμματος που είχε δημοσιευθεί τον Απρίλιο. Η πολιτική ηγεσία και ο ίδιος ο Ντούμπτσεκ το απορρίπτουν. 

4 Ιουλίου: Ξεκινούν υπό σοβιετική ηγεσία οι στρατιωτικές ασκήσεις στη Sumava, που στοχεύουν στην ενίσχυση της εξουσίας των αντιμεταρρυθμιστικών δυνάμεων της Τσεχοσλοβακίας.

15 Ιουλίου: Εκπρόσωποι των Κομμουνιστικών Κομμάτων της Σοβιετικής Ένωσης, της Ουγγαρίας, της Ανατολικής Γερμανίας και της Βουλγαρίας συναντιούνται στη Βαρσοβία. Στέλνουν ένα αυστηρό μήνυμα στη νέα ηγεσία της Τσεχοσλοβακίας λέγοντας ότι «η κατάσταση στη χώρα απειλεί τα κοινά ζωτικής σημασίας συμφέροντα των υπολοίπων σοσιαλιστικών χωρών».

29 Ιουλίου – 1 Αυγούστου: Διεξάγονται διαπραγματεύσεις μεταξύ της ηγεσίας των Κομμουνιστικών Κομμάτων της Τσεχοσλοβακίας και της Σοβιετικής Ένωσης στη Cierna-nad-Tisou. Ο Ντούμπτσεκ υποστηρίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν θέτουν σε κίνδυνο τον ρόλο του κόμματος, απεναντίας διαμορφώνουν το πλαίσιο μεγαλύτερης δημόσιας υποστήριξή του από το λαό. Οι Σοβιετικοί δεν δέχονται τα επιχειρήματά του και ασκούν έντονη κριτική στις κινήσεις του ενώ απειλούν ανοιχτά για εισβολή.

31 Ιουλίου: Ανατολική Γερμανία, Πολωνία, Ουγγαρία και Σοβιετική Ένωση ανακοινώνουν ότι θα ξεκινήσουν στρατιωτικές ασκήσεις κοντά στα σύνορα της Τσεχοσλοβακίας.

3 Αυγούστου: Στη Μπρατισλάβα διεξάγεται συνάντηση των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας χωρίς τη συμμετοχή της Ρουμανίας. Στη συνάντηση εμφανίζεται μία φαινομενική τάση συμφιλίωσης μεταξύ των ηγετών του Συμφώνου της Βαρσοβίας και της τσεχοσλοβάκικης ηγεσίας. Στη συνάντηση αυτή για πρώτη φορά ανακοινώθηκε το λεγόμενο δόγμα της «περιορισμένης κυριαρχίας» του Λεονίντ Μπρέζνιεφ. Ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης Λεονίντ Μπρέζνιεφ λαμβάνει μία χειρόγραφη επιστολή από πέντε μέλη του Τσεχοσλοβακικού Προεδρείου που υποστηρίζουν ότι απειλείται η σοσιαλιστική τάξη. Απαιτούν στρατιωτική επέμβαση.  

18 Αυγούστου: Το Κρεμλίνο αποφασίζει την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία. Ο επικεφαλής των Σοβιετικών Κεντρικών Δυνάμεων, ο στρατηγός Αλεξάντρ Μαγιόροβ, αναφέρει ότι ο σοβιετικός υπουργός Άμυνας Αντρέι Γκρέτσκο απευθύνθηκε στη συνεδρίαση του σοβιετικού Πολίτμπιρο και της στρατιωτικής ηγεσίας λέγοντας «η εισβολή θα πραγματοποιηθεί ακόμα και αν οδηγήσει σε έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο».

20 Αυγούστου: Τη νύχτα της 20ής Αυγούστου προς την 21η η Τσεχοσλοβακία δέχτηκε την εισβολή περίπου 500.000 στρατιωτών που ανήκαν στους στρατούς πέντε χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας: της Σοβιετικής Ένωσης, της Πολωνίας, της Ουγγαρίας, της Βουλγαρίας και της Ανατολικής Γερμανίας. 

21 Αυγούστου: Λίγο μετά τη 1 τη νύχτα το κρατικό ραδιόφωνο ανακοινώνει την εισβολή των στρατιωτικών δυνάμεων των πέντε χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Ο εκφωνητής λέει ότι η εισβολή έγινε χωρίς να είναι ενήμερος κανείς από την ηγεσία της Τσεχοσλοβακίας και ενημερώνει ότι: «Το Προεδρείο της χώρας καλεί όλους τους πολίτες της χώρας να αντιμετωπίσουν ειρηνικά την εισβολή και να μην αντισταθούν στις στρατιωτικές δυνάμεις που απλώνονταν σε όλη τη χώρα, γιατί η υπεράσπιση των συνόρων μας είναι πια αδύνατη». Ο τσεχοσλοβακικός στρατός λαμβάνει οδηγίες να παραμείνει στους στρατώνες του και να μην προβάλλει καμία αντίσταση.

21 Αυγούστου, 03.00: Οι 4 μεταρρυθμιστές της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας Όλντριχ Τσερνίκ, Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, Γιόσεφ Σμρκόβσκι και Φράντισεκ Κρίγκελ συλλαμβάνονται στο κτίριο όπου στεγάζεται το Προεδρείο του κομμουνιστικού κόμματος, από τις σοβιετικές στρατιωτικές δυνάμεις. Οι δυνάμεις κατοχής μοιράζουν φυλλάδια στα οποία αναφέρεται ότι τα ξένα στρατεύματα εισέβαλαν και κατέλαβαν τη χώρα «για να βοηθήσουν την εργατική τάξη και όλο τον λαό της Τσεχοσλοβακίας να υπερασπιστεί τις σοσιαλιστικές αξίες και τα κεκτημένα του σοσιαλισμού».

21 Αυγούστου, 05.30: Το πρακτορείο Tass υποστηρίζει ότι το Κομμουνιστικό κόμμα και κυβερνητικοί αξιωματούχοι ζήτησαν την άμεση βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων αδελφών χωρών.

21 Αυγούστου, 06.00: Ο Σβόμποντα απευθύνει ραδιοφωνικό διάγγελμα ζητώντας να επικρατήσει ηρεμία και ο κόσμος να πάει στη δουλειά του όπως κάθε μέρα. 

 

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας San Francisco Chronicle για τη σοβιετική εισβολή με τανκς στην Πράγα

 

21 Αυγούστου, 08.00: Πλήθος κόσμου και στρατιωτικά στρατεύματα συγκρούονται μεταξύ τους στις πλατείες Old Town και Wenceslas. Άρματα μάχης εμφανίζονται μπροστά στο Εθνικό Μουσείο και εκτοξεύουν τα πυρά τους στα γύρω κτίρια και στο ίδιο το μουσείο.

Ο Ντούμπτσεκ και άλλα ηγετικά στελέχη του κόμματος μεταφέρονται στη Μόσχα και υποχρεώνονται να συμμετάσχουν σε συζήτηση με τη σοβιετική ηγεσία. Υπογράφουν δήλωση στην οποία αποκηρύσσουν ορισμένα σημεία του μεταρρυθμιστικού προγράμματος και αποδέχονται την παρουσία των σοβιετικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Τσεχοσλοβακία. Η εισβολή γίνεται έντονα αντικείμενο καταδίκης από τις δυτικές δυνάμεις όπως επίσης από τα κομμουνιστικά και σοσιαλιστικά κόμματα της Ανατολής. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον ζητά από τους Σοβιετικούς να αποχωρήσουν από την Τσεχοσλοβακία. 

23 Αυγούστου: Ο Σβόμποντα πηγαίνει στη Μόσχα επικεφαλής μιας πολυμελούς αντιπροσωπίας ηγετικών στελεχών του κομμουνιστικού κόμματος για να διαπραγματευτούν μια από κοινού αποδεκτή λύση.

Οι Τσεχοσλοβάκοι ηγέτες τελικά υπογράφουν το λεγόμενο Πρωτόκολλο της Μόσχας σύμφωνα με το οποίο καταργούνται πολλά σημεία του μεταρρυθμιστικού προγράμματος και γίνεται αποδεκτή η παρουσία και η παραμονή των σοβιετικών στρατευμάτων στην Τσεχοσλοβακία.


21 Αυγούστου, ο Ρώσος πρεσβευτής στο Λονδίνο, Μιχαήλ Σμρκόβσκι, καταφθάνει στη Ντάουνινγκ Στριτ για συζητήσεις μετά την εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στην Πράγα, © Ronald Dumont / Express / Getty Images 

Διαμαρτυρία φοιτητών στην πλατεία Wenceslas, © Express Newspapers / Getty Images / Ideal Image 

Ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ υποδέχεται τον Λούντβιχ Σβόμποντα για την έναρξη διαπραγματεύσεων στο Κρεμλίνο, © Central Press / Hulton Archive / Getty Images / Ideal Image

 

Από αριστερά προς τα δεξιά  : Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, Αλεξέι Κοσίγκιν, Λεονίντ Μπρέζνιεφ, 1968, © Keystone / Getty Images / Ideal Image


27 Αυγούστου: Ο Σβόμποντα επιστρέφει στην Πράγα μαζί με τους Ντούμπτσεκ και Τσερνίκ.

31 Αυγούστου: Το 14ο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τσεχοσλοβακίας κηρύσσεται ως άκυρο, όπως απαιτούσε το Πρωτόκολλο της Μόσχας. Η λογοκρισία επανέρχεται στη χώρα. 

28 Οκτωβρίου: Η Τσεχοσλοβακία μετατρέπεται σε Ομόσπονδη Δημοκρατία, αυτή ήταν και η μόνη από τις σημαντικές αλλαγές που πρέσβευε το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που πραγματοποιήθηκε. 

16 Ιανουαρίου 1969: Ο Τσεχοσλοβάκος φοιτητής Γιαν Πάλατς αυτοπυρπολείται σε ένδειξη διαμαρτυρίας.

17 Απριλίου 1969: Ο Ντούμπτσεκ καθαιρείται από Πρώτος Γραμματέας του κομμουνιστικού κόμματος μετά από τις ταραχές που ακολούθησαν τη νίκη της Τσεχοσλοβακικής ομάδας χόκεϊ στο παιχνίδι με την αντίστοιχη σοβιετική ομάδα που διεξήχθη στη Στοκχόλμη. Ο Ντούμπτσεκ αντικαταστάθηκε από τον Γκούσταβ Χούζακ με την απόλυτη υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης. 

 Η τελευταία συνομιλία Ντούμπτσεκ – Μπρέζνιεφ πριν την εισβολή

Είναι 13 Αυγούστου του 1968, λίγο μετά της πεντέμισι το απόγευμα και ο ηγέτης της Τσεχοσλοβακίας και πρώτος γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της χώρας Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ δέχεται ένα τηλέφωνο από τον Γενικό Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης Λεονίντ Μπρέζνιεφ. Σύμφωνα με τα αρχεία η τελευταία αυτή συνομιλία τους πριν την εισβολή των σοβιετικών τανκς στη χώρα, διαρκεί μία ώρα και είκοσι λεπτά – δηλαδή από τις 5.35’ έως τις 6.55’ το απόγευμα.

Η σχέση των δύο χωρών είναι ήδη κάτι παραπάνω από τεταμένη. Είχαν προηγηθεί, λίγες μόνο ημέρες πριν, δύο συναντήσεις σε πολύ κακό κλίμα. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στη Cierna-nad-Tisou και διήρκησε από τις 29 Ιουλίου μέχρι την 1η Αυγούστου. Εκεί, οι ηγεσίες των κομμουνιστικών κομμάτων των δύο χωρών εξαντλούνται στις συνομιλίες και είναι η πρώτη φορά που οι Σοβιετικοί απειλούν τον Ντούμπτσεκ ανοιχτά με εισβολή. Η συζήτηση καταλήγει σε μία προσωρινή συμφωνία όπου ζητείται από τον ηγέτη της Τσεχοσλοβακίας να πάρει κάποια μέτρα, ώστε να ξεπεραστεί η κρίση. Δύο ημέρες αργότερα, στις 3 Αυγούστου, στη Μπρατισλάβα οργανώνεται ευρύτερη συνάντηση με τις ηγεσίες των κομμάτων της Σοβιετικής Ένωσης, της Αλβανίας, της Βουλγαρίας, της Ανατολικής Γερμανίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας. Βασικό αίτημα των σοβιετικών είναι ο έλεγχος στα μέσα ενημέρωσης αφού ο Ντούμπτσεκ στα τέλη Ιουνίου είχε καταργήσει το νόμο περί λογοκρισίας.

Οι μέρες περνούν και η ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης θεωρεί ότι η Τσεχοσλοβακία δεν έχει τηρήσει τις δεσμεύεις της. Ο Μπρέζνιεφ επικοινωνεί τηλεφωνικά, για τελευταία φορά με τον Ντούμπτσεκ ζητώντας του να κάνει ότι έχει συμφωνηθεί. Του ζητάει να επιβληθεί τάξη στα μέσα «που ασκούν ανοιχτά κριτική στην Σοβιετική Ένωση, στο κόμμα και στα υπόλοιπα σοσιαλιστικά κόμματα». Εκβιάζει ότι δεν τα φιμώσει ξανά, «θα μας αναγκάσεις να δράσουμε μόνοι μας εναντίον τους». Την ίδια ημέρα, έχει προγραμματιστεί συνεδρίαση του Προεδρείου του κομμουνιστικού κόμματος της Τσεχοσλοβακίας και ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης επιμένει ότι αυτό θα είναι η τελευταία ευκαιρία του Ντούμπτσεκ. 

Επειδή όλα έχουν τον συμβολισμό τους, καθόλου τυχαία, ο Μπρέζνιεφ επιμένει σε όλη τη διάρκεια της συνομιλία να τον αποκαλεί «Σάσα», με το υποκοριστικό του κανονικού του ονόματος που είναι Αλεξάντερ. Ο Ντούμπτσεκ από την άλλη, απευθύνεται στον συνομιλητή του είτε ως Λεονίντ Ίλιτς όπως είναι ολόκληρο το μικρό του όνομα, είτε ως Camarade (=σύντροφε) Brezhnev. 

Ο τελευταίος συχνά στη διάρκεια της επικοινωνίας τους, ανεβάζει τους τόνους και αγριεύει. «Σάσα, αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι μας κοροϊδεύεις. Δεν μπορώ να το δω όλο αυτό παρά σαν κοροϊδία!». Λίγο αργότερα επιμένει ακόμα περισσότερο και γίνεται ακόμα πιο κατηγορηματικός: «Δεν εκπροσωπώ εδώ τον εαυτό μου: το σύνολο του Πολίτμπιρο μου ανέθεσε να μιλήσω μαζί σου και να σε ρωτήσω ευθέως: Θα λύσεις τα ζητήματα ναι ή όχι;». 

3 Αυγούστου 1968: Ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ στη Μπρατισλάβα όπου διεξάγεται συνάντηση των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας, © Keystone / Hulton Archive / Getty Images 

Ο Ντούμπτσεκ αρχικά προσπαθεί να πείσει τον συνομιλητή του ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο μεγάλο όσο αυτός υποστηρίζει. «Αυτά ίσχυαν παλιά σύντροφε, μετά τη συνάντηση της Μπρατισλάβα δεν υπάρχουν πλέον δημοσιεύματα αρνητικά προς το κόμμα και την Σοβιετική Ένωση». Αυτό που επαναλαμβάνει ξανά και ξανά είναι ότι χρειάζεται πίστωση χρόνου και ότι αυτά τα θέματα δεν λύνονται σε 2 ή 3 μέρες όπως του ζητούν. Άλλωστε έχουν περάσει μόνο λίγες ημέρες από την τελευταία τους συνάντηση. Παράλληλα, για να κερδίσει χρόνο, εξηγεί ότι θα πρέπει οι αποφάσεις αυτές να εγκριθούν από ένα ανώτατο και διευρυμένο όργανο το οποίο δεν έχει ακόμα συνεδριάσει και θα συνεδριάσει έκτατα στις αρχές Σεπτεμβρίου.

Ένα σημείο που έχει σημασία και που διαφαίνεται σε όλη τη διάρκεια της συνομιλίας τους είναι η διαφορετική αντίληψη περί άσκησης εξουσίας μεταξύ των δύο αντρών. Για τον Μπρέζνιεφ τα πράγματα είναι απλά: ένας ηγέτης αποφασίζει, διατάζει και εφαρμόζει. Αν από εκεί και πέρα κάτι δεν πάει καλά, τότε ο ίδιος έχει χάσει την εξουσία του και δεν έχει νόημα να ηγείται πλέον. Ο Ντούμπτσεκ, από την άλλη, έχει μία εντελώς διαφορετική αντίληψη και αυτό δεν φαίνεται μόνο από τον συγκεκριμένο διάλογο αλλά φυσικά και από όλη την πορεία του από την ημέρα που εκλέχτηκε γραμματέας του κόμματος και επιχείρησε την λεγόμενη «φιλελευθεροποίηση» της χώρας.

Πιστεύει ότι οι αποφάσεις πρέπει να είναι συλλογικές και ότι ο ηγέτης πρέπει να λογοδοτεί στα όργανα και να λαμβάνει υπόψη τις απόψεις τους. Η Τσεχοσλοβακία άλλωστε βρίσκεται σε φάση εκδημοκρατισμού όχι μόνο σε επίπεδο κοινωνίας και πολιτικής αλλά και σε θεσμικό επίπεδο. Κάθε φορά που ο Ντούμπτσεκ επιμένει ότι η κάθε απόφαση δεν μπορεί να παρθεί σε λίγες ημέρες αλλά πρέπει να αποτελέσει αποτέλεσμα διαβούλευσης και συνολικής συμφωνίας του κόμματος, της κυβέρνησης και του λαού, το εννοεί. Αυτό βέβαια δεν προκαλεί παρά την απορία του σοβιετικού ηγέτη που αδυνατεί να κατανοήσει τι χρειάζονται όλα αυτά. «Αφού τα συμφωνήσαμε στην τετ α τετ συνάντηση που είχαμε οι δύο μας!», του λέει. Και πάντα ο Μπρέζνιεφ καταλήγει να κατηγορεί τον συνομιλητή του ότι «προφανώς έχεις χάσει την εξουσία σου αν ζητάς συμφωνία και συζήτηση για το κάθε τι». «Αυτό που σου λέω απλώς είναι ότι στην CC Presidium Κεντρική Επιτροπή δεν ελέγχεις τίποτα και είναι κρίμα που δεν το γνωρίζαμε αυτό στη διάρκεια της συνάντησής μας στη Cierna-nad-Tisou», του λέει με αυστηρό τόνο σε κάποια στιγμή και προσθέτει ότι «Τελικά αποδεικνύεται ότι συζητούσαμε θέματα με ένα όργανο που δεν ελέγχει τίποτα. Αποδεικνύεται ότι η συζήτησή μας δεν ήταν καθόλου σοβαρή».

Όσο ο Ντούμπτσεκ αρνείται να δεσμευτεί για κάτι συγκεκριμένο, ο Μπρέζνιεφ φορτώνει ακόμα περισσότερο και του ξεκαθαρίζει ότι «όσο εσύ δεν τηρείς τη συμφωνία μας, τόσο κι εμείς δεν θα μείνουμε σε αυτήν και θα προχωρήσουμε παίρνοντας επιπλέον μέτρα». Ο Τσεχοσλοβάκος ηγέτης κάποια στιγμή καταθέτει τα όπλα: «Αν δεν με πιστεύεις και θεωρείς ότι όλα αυτά που λέω είναι για να σε κοροϊδέψω, τότε θα έπρεπε πράγματι να λάβεις τα μέτρα που το Πολίτμπιρό σου πιστεύει ότι είναι απαραίτητα, είναι δικό σου θέμα». «Δεν βλέπεις Σάσα ότι εμείς τα μέτρα αυτά που πιστεύουμε ότι είναι απαραίτητα θα τα πάρουμε χωρίς δεύτερη σκέψη; Έχεις απόλυτο δίκιο να λες ότι αυτό είναι δικό μας θέμα», ανταπαντά ο σοβιετικός ηγέτης. Ο τελευταίος, έχοντας συνέχεια στο μυαλό του ότι μέλη της ηγεσίας του κόμματος της Τσεχοσλοβακίας, με κείμενό τους, κάλεσαν τη Σοβιετική Ένωση και ζήτησαν έτσι την παρέμβασή της με την αιτιολογία ότι «απειλείται η σοβιετική τάξη», επανέρχεται συνέχεια στο θέμα των μέτρων που θα πάρει για να παρέμβει στη χώρα. «Θα μας διευκόλυνε να μας λέγατε εσείς και οι σύντροφοί σου τι μέτρα περιμένετε από εμάς να πάρουμε», του λέει σαν να αγνοεί ότι τα συγκεκριμένα μέλη ήταν πολιτικοί αντίπαλοι του γραμματέα. Και ο Ντούμπτσεκ απαντά: «Είμαστε ικανοί να λύσουμε όλα τα θέματα αυτά μόνοι μας, αλλά αν πιστεύεις ότι είναι απαραίτητο για σένα, να υιοθετήσετε κάποια μέτρα, τότε λοιπόν προχωρήστε».

Η συζήτηση επανέρχεται συνέχεια στα ίδια θέματα, στα ίδια αιτήματα από την πλευρά του Μπρέζνιεφ, στις ίδιες απαντήσεις από την πλευρά του Ντούμπτσεκ για να καταλήξει στο τέλος στις ίδιες –κλιμακούμενες ωστόσο– απειλές της Σοβιετικής Ένωσης. Ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

Μπρέζνιεφ: Δεν σε ρωτάω γιατί δεν έλυσες το ένα ή το άλλο θέμα. Σε ρωτάω κάτι συγκεκριμένο Σάσα: πότε προγραμματίζεις να λύσεις τα ζητήματα που συμφωνήσαμε;

Ντούμπτσεκ: Δεν με ρωτάς, με επιπλήττεις. 

Μπρέζνιεφ: Δεν σε επιπλήττω. Αλλά βλέπω ότι μας κοροϊδεύεις και δεν έχεις καμία πρόθεση να κάνεις ότι έχουμε συμφωνήσει όταν βρεθήκαμε οι δυο μας ή όταν συναντηθήκαμε μαζί με τις αντιπροσωπείες μας. (…) Αν πεις ότι σε μία συγκεκριμένη συνεδρίαση θα λύσεις όλα όσα συμφωνήσαμε στη Cierna-nad-Tisou, τότε φυσικά θα μειωθούν οι αμφιβολίες μας. Δεν λέω ότι θα εξαφανιστούν εντελώς οι αμφιβολίες μας, αλλά τουλάχιστον θα είμαστε ανακουφισμένοι. Σε κάθε περίπτωση, έχουμε μάθει να σε εμπιστευόμαστε και βλέπουμε στο πρόσωπό σου τον ηγέτη ενός αδερφού κόμματος ο οποίος χαίρει πλήρως της εμπιστοσύνης μας.

Λίγο παρακάτω ο Ντούμπτσεκ αναφέρει ότι δεν είναι κολλημένος στην καρέκλα του και μπορεί οποιοσδήποτε να πάρει τη θέση του, μπορεί οποιοσδήποτε να γίνει γραμματέας του κόμματος. «Δεν μπορώ να δουλέψω χωρίς να έχω στήριξη και σε μία κατάσταση μονίμων επιθέσεων». «Σάσα, θέλω να σου πω ανοιχτά ότι εσύ ο ίδιος δημιούργησες όλες τις δυσκολίες στις οποίες αναφέρεσαι. (…) Εσύ ο ίδιος δημιούργησες και το προσωπικό σου πρόβλημα. Εσύ ο ίδιος δημιούργησες όλα τα προβλήματα που συζητάμε. Είναι βασικά εξαιτίας σου που όλα βγήκαν εκτός ελέγχου και που εσύ έχασες την εξουσία σου. Και τώρα παραπονιέσαι», απαντά ο Μπρέζνιεφ.

Όσο η συνομιλία πλησιάζει προς το τέλος, τα πράγματα λέγονται ακόμα πιο χοντρά και ξεκάθαρα. Ο Μπρέζνιεφ επαναλαμβάνει ότι αν δεν εφαρμόσει όσα συμφώνησαν, αυτό θα είναι το τέλος της εμπιστοσύνης τους προς το πρόσωπό του. Του περιγράφει ότι βρίσκεται εγκλωβισμένος ανάμεσα στην δεξιά και την αριστερή πτέρυγα του κομμουνιστικού κόμματος και ότι δεν πρέπει να πάει με όλους αυτούς στο συνέδριο –όπως ο ίδιος επιθυμεί– για να συζητήσουν και να βρουν λύσεις εκεί. «Ας δώσουμε μία ωραία κομμουνιστική σφαλιάρα στις δεξιές αυτές δυνάμεις. Πρέπει να τους ρίξεις ένα χαστούκι πριν το συνέδριο. Πρέπει να είναι ένα χαστούκι από το οποίο δεν θα συνέλθουν ποτέ. Μόνο σε αυτήν την περίπτωση το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τσεχοσλοβακίας θα μπορέσει να δείξει τον καλύτερό του εαυτό στο συνέδριο που έχεις μπροστά σου». Η τελευταία ατάκα πριν κλείσει το τηλέφωνο, ανήκει στον Ντούμπτσεκ. «Οκ, ας πούμε τότε λοιπόν σίγουρα ότι θα μιλήσουμε ξανά μετά τη συνεδρίαση του Προεδρείου». Ακριβώς μία εβδομάδα και λίγες ώρες μετά, περίπου 500.000 στρατιώτες των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας, εισέβαλαν τη νύχτα στην Τσεχοσλοβακία. Λίγη ώρα αργότερα ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ συλλαμβάνεται.

 

Ολόκληρη η απομαγνητοφώνηση της συνομιλίας υπάρχει στην αγγλική γλώσσα στο βιβλίο «The Global Revolutions of 1968 του Jeremi Suri», εκδόσεις W. W. Norton & Company

«Πηγή: 

https://www.athensvoice.gr/politics/467184_50-hronia-apo-tin-anoixi-tis-pragas?fbclid=IwAR2195A1CMxuW1PwY81oF4D6UxMUTTM00-6CaYCqud9wdU9nKa7k4uxSNeQ»

 

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

20 Αυγούστου 1968 Το τέλος της "Άνοιξης" της Πράγας


Άνοιξη στην Πράγα: 
Πενήντα χρόνια μετά την εισβολή
Το τέλος των ψευδαισθήσεων


Τριανταφυλλίδης Δημήτρης


Το βράδυ της 20ής Αυγούστου 1968, στις 23.00 ακριβώς, όλοι οι διοικητές σωμάτων, μεραρχιών, ταξιαρχιών, συνταγμάτων και ταγμάτων της ειδικής στρατιάς που είχε σχηματιστεί με απόφαση των «πέντε αδελφών κομμάτων» (ΕΣΣΔ, Πολωνίας, Βουλγαρίας, Ανατολικής Γερμανίας και Ουγγαρίας), άνοιξαν σύμφωνα με την εντολή έναν από τους πέντε σφραγισμένους φακέλους που είχαν. Ταυτόχρονα, έκαιγαν ενώπιον των επιτελαρχών τους, τους υπόλοιπους τέσσερις. Στον φάκελο περιλαμβανόταν το σχέδιο δράσης κάθε μονάδας, οι αντικειμενικοί στόχοι και το χρονοδιάγραμμα. Ξεκινούσε η επιχείρηση «Δούναβης», δηλαδή η εισβολή 500.000 αντρών και 5.000 αρμάτων μάχης και μεταφοράς προσωπικού στην Τσεχοσλοβακία, θέτοντας τέλος στην περίοδο που έμεινε γνωστή στην Ιστορία ως «Η άνοιξη της Πράγας».

Τα γεγονότα του καλοκαιριού του 1968 στην Τσεχοσλοβακία δεν ήταν ούτε κεραυνός εν αιθρία, ούτε κάτι ξεκομμένο από την γενικότερη μεταπολεμική πορεία του κομμουνιστικού στρατοπέδου. Είχαν προηγηθεί η εξέγερση των εργατών στο κατεχόμενο από τους σοβιετικούς ανατολικό τμήμα της Γερμανίας το 1953, η εξέγερση εργατών στη Βουδαπέστη και άλλες ουγγρικές πόλεις το 1956, αλλά και η άγνωστη εξέγερση των σοβιετικών εργατών στην πόλη Νοβοτσερκάσκ το 1962 που πνίγηκε στο αίμα

Η γενεσιουργός όμως αιτία όλων αυτών ήταν η σύντομης διάρκειας «σοβιετική άνοιξη» ή «το λιώσιμο των πάγων» που ξεκίνησε το 1956 με το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ και επισφραγίστηκε με ένα ιδιότυπο «κοινωνικό συμβόλαιο» ανάμεσα στη σοβιετική κομματική ελίτ και τη σοβιετική κοινωνία, σύμφωνα με το οποίο «αποκλειόταν κάθε επιστροφή στα χρόνια της μεγάλης τρομοκρατίας 1936 – 1938 ενώ η ελίτ αναλάμβανε την υποχρέωση της σταθερότητας και της ευημερίας της κοινωνίας, χωρίς ακρότητες». Η περίοδος αυτή έληξε αναίμακτα, εν πολλοίς, χάρη στο αυλικό πραξικόπημα στους κόλπους της ΚΕ του ΚΚΣΕ που αποκαθήλωσε τον Νικήτα Χρουστσόφ και έφερε στην εξουσία τον Λεοντίντ Μπρέζνιεφ, ο οποίος χάρισε και το όνομά του στο περίφημο «Δόγμα» της γεωπολιτικής του Κρεμλίνου, σύμφωνα με το οποίο, σε περίπτωση «απόπειρας παλινόρθωσης του καπιταλισμού» σε κάποια χώρα του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου», οι υπόλοιπες είχαν κάθε δικαίωμα να επέμβουν και να σώσουν τα «επιτεύγματα της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας». 

Ουσιαστικά, η Ανοιξη της Πράγας ήταν μία προσπάθεια μεταρρύθμισης εκ των έσω, δηλαδή μέσω του δεσπόζοντος κόμματος, του κομμουνιστικού συστήματος, το οποίο αδυνατούσε να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες του πληθυσμού, ενώ παράλληλα, το αστυνομικό κράτος που είχε επιβληθεί, διαπίστωνε την αναποτελεσματικότητά του στην πάταξη κάθε ετερόδοξης, εικονοκλαστικής, αντιπολιτευτικής φωνής.

Το μονολιθικό, αρχαϊκό σύστημα που είχε επιβληθεί στην ΕΣΣΔ από το 1917, δεν ταίριαζε για λόγους ιστορικούς, πολιτισμικούς και ψυχολογικούς στις κοινωνίες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες αντιμετώπιζαν τα κομμουνιστικά καθεστώτα που είχαν εγκαθιδρυθεί χάρη στις σοβιετικές λόγχες και τα τεθωρακισμένα, ως συνεργάτες των νέων κατακτητών. Αυτό ίσως να εξηγεί και τη στάση των εκπροσώπων των υπόλοιπων τεσσάρων κρατών που συμμετείχαν στη Διάσκεψη της Μπρατισλάβας, όπου αποφασίστηκε η εισβολή. Σύμφωνα με τα πρακτικά που είδαν το φως της δημοσιότητας πολλά χρόνια αργότερα, οι ηγέτες των χωρών αυτών κράτησαν την πλέον αδιάλλακτη στάση. Ηξεραν πως αν δημιουργείτο το πρώτο ρήγμα, το domino effect θα παρέσερνε όλα τα καθεστώτα. Συνέβη βέβαια, ύστερα από 22 χρόνια, μα το 1968 κανείς δεν μπορούσε να το φανταστεί.
Ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν στο αποκορύφωμά του. Η αντιπαράθεση των δύο στρατοπέδων είχε περάσει σε νέα φάση μετά την πυραυλική κρίση στην Κούβα στις αρχές της δεκαετίας, ενώ το «Δόγμα Μπρέζνιεφ» υποχρέωνε την ΕΣΣΔ να αναπτύσσει δυνάμεις σε όλες τις ηπείρους, προκειμένου να παρεμποδίσει τη γεωπολιτική ισχύ της Δύσης και να εδραιώσει τη δική της.

Η Άνοιξη της Πράγας όμως ήταν, ταυτόχρονα, και το εναρκτήριο λάκτισμα μιας μακρόχρονης, βασανιστικής, διαλυτικής πορείας τόσο για την Τσεχοσλοβακία, όσο και για τις υπόλοιπες χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας (αντίπαλου δέους του ΝΑΤΟ), η οποία κατέληξε στην πλήρη κατάρρευση αυτών των καθεστώτων το 1990 – 1991.



Την ίδια στιγμή, τα γεγονότα στην Πράγα, η εικόνα του αυτοπυρπολημένου Γιαν Πάλεχ (Σημ. ΔΕΕ: Ως Γιαν Πάλατς έγινε γνωστός τότε) τα σοβιετικά τεθωρακισμένα στους δρόμους της πόλης και οι οδομαχίες των απλών πολιτών, έκαναν τον κύκλο του κόσμου, προκάλεσαν κύματα συμπαράστασης της διεθνούς κοινής γνώμης, στέρησαν το ηθικό πλεονέκτημα από τα κομμουνιστικά καθεστώτα και, κυρίως, προκάλεσαν έντονες ιδεολογικές συζητήσεις στους κόλπους του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, προκαλώντας διασπάσεις – όπως στην Ελλάδα – και την εμφάνιση νέων προσεγγίσεων της κομμουνιστικής θεωρίας και πρακτικής, όπως ο Ευρωκομμουνισμός.


Ωστόσο, η σημασία της Ανοιξης της Πράγας ήταν τεράστια. Απέδειξε πως η κομμουνιστική θεωρία και πολιτική, παρά το γεγονός ότι όμνυε στον άνθρωπο, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα σκληρό, ανελέητο, απάνθρωπο ολοκληρωτικό καθεστώς. 
Ένα καθεστώς στο οποίο το κομματικό ιερατείο, ως κάτοχος, νομέας και φορέας της δικής του απόλυτης αλήθειας, αδιαφορούσε για τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, τα απαράγραπτα δικαιώματά του και με τη χρήση της γυμνής από κάθε ηθικό έρεισμα βίας επέβαλλε την κυριαρχία του. Αυτό οδήγησε στη μεταστροφή ενός μεγάλου μέρους της δυτικής διανόησης, η οποία μέχρι τότε έβλεπε με συμπάθεια το κομμουνιστικό πείραμα. Η αρχική ρωγμή έγινε χάσμα και η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει. Είχε τελειώσει η εποχή των ψευδαισθήσεων.

Ο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης 
είναι δημοσιογράφος, μεταφραστής, εκδότης του περιοδικού για τον ρωσικό πολιτισμό «Στέπα»



Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017

"Η κληρονομιά των εγκλημάτων των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ευρώπη του 21ου αιώνα"


Η Πρόεδρος της Εσθονίας Kersti Kaljulaid


Συνέδριο στην Εσθονία:
"Η κληρονομιά των εγκλημάτων 
των κομμουνιστικών καθεστώτων 
στην Ευρώπη του 21ου αιώνα"  
Απούσα η Ελλάδα!

Η Εσθονική Προεδρία διέψευσε σήμερα επίσημα πληροφορίες που διακινήθηκαν τις τελευταίες ώρες και οι οποίες έφεραν τη συμμετοχή στο χθεσινό συνέδριο  να είναι χαμηλή. Παρά τις πληροφορίες για συμμετοχή 8 χωρών, οι οποίες όπως ανακοίνωσε η προεδρία είναι ψευδείς, 19 κράτη μέλη της ΕΕ εκπροσωπήθηκαν στο συνέδριο και μόνο ένα κράτος μέλος, η Ελλάδα, δήλωσε άρνηση να παραστεί, ή εξέφρασε οποιαδήποτε αντίρρηση για το περιεχόμενο των εκδηλώσεων μνήμης. 
Επιπλέον η προεδρία ξεκαθαρίζει ότι μια διακήρυξη που υπεγράφη από 8 κράτη μέλη αφορά μια πρωτοβουλία προ δύο ετών για την εγκαθίδρυση ενός Συμβουλίου Διερεύνησης Εγκλημάτων Κομμουνιστικών Καθεστώτων (Council for Investigation of Crimes of Communist Regimes – CICROC) που ξεκίνησε στο Ταλίν στις 23 Αυγούστου 2015. Δεν αφορά όμως το συνέδριο. O στόχος του CICROC είναι “να εντοπίσει τους δράστες αυτών των εγκλημάτων και να διευκολύνει τη διεθνή συνεργασία εν προκειμένω, να αναπτύξει τη γενική συνείδηση των θηριωδιών που διαπράττουν τα κομμουνιστικά καθεστώτα και μέσω αυτών να συμβάλει στη βελτίωση των εν λόγω ερευνών και διώξεων”. 
Oι Υπουργοί που μετείχαν σε πρωινή άτυπη συνάντηση των Υπουργών Δικαιοσύνης της ΕΕ (JHA) στις 23 Αυγούστου, ενημερώθηκαν για την εξέλιξη της πρωτοβουλίας στην οποία από το 2015 μετέχουν εκπρόσωποι οκτώ χωρών. Σύμφωνα με ανακοίνωση της Προεδρίας, οι Υπουργοί εξέφρασαν το σεβασμό τους για όλα τα θύματα ολοκληρωτικών και αυταρχικών καθεστώτων. Στην πρωτοβουλία για την προώθηση του CICROC συμμετείχαν οι αντιπροσωπείες των υπουργείων Δικαιοσύνης της Κροατίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Ουγγαρίας, της Λετονίας, της Λιθουανίας – 8 κράτη μέλη της ΕΕ, αυτό όμως δεν έχει σχέση με το συνέδριο (η ενημέρωση έγινε στις 9:00 το πρωί και το συνέδριο στις 14:00). 
Πηγές της Εσθονικής Προεδρίας εξέφρασαν έκπληξη για την είδηση και παρέπεμψαν στο επίσημο και δημόσια προσβάσιμο οπτικοακουστικό και ψηφιακό υλικό των χθεσινών ολοήμερων εκδηλώσεων. Επιπλέον εξηγούν ότι στο συνέδριο ήταν προγραμματισμένο (από τις 9 Αυγούστου) να τοποθετηθούν 6 ειδικοί ομιλητές. Στο συνέδριο, επιπλέον, δεν ετέθη ποτέ θέμα επίσημης εκπροσώπησης, καθώς πρόκειται για άτυπη συνάντηση, ενώ ο αριθμός “8” που διακινήθηκε, δεν προκύπτει από καμία καταμέτρηση. Η μόνη άρνηση συμμετοχής, λένε οι διοργανωτές ήταν αυτή της Ελλάδας. Στο ζήτημα αναφέρθηκε και ο Υπουργός Δικαιοσύνης της Εσθονίας, που εξήγησε ότι “το πρόβλημα δεν ήταν η συμμετοχή ή όχι του Έλληνα Υπουργού, αλλά η δήλωσή του”. 
Οι εκδηλώσεις μνήμης της 23ης Αυγούστου βρέθηκαν στο στόχαστρο των “fake news” ήδη από την προηγούμενη των εκδηλώσεων με ρωσικό πρακτορείο να μεταδίδει ότι “μετά τις αντιδράσεις οι διοργανωτές τροποποίησαν κείμενα της εκδήλωσης”. Η Εσθονική Προεδρία διέψευσε επίσημα πως κάτι τέτοιο συνέβη και το συνέδριο διεξήχθη κανονικά με τον αρχικό του τίτλο. Ο υπουργός Δικαιοσύνης της Εσθονίας, Urmas Reinsalu, δήλωσε ότι η καταδίκη όλων των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και των μαζικών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττονται από όλα τα ολοκληρωτικά και αυταρχικά καθεστώτα αποτελεί τη βάση της μνήμης και πρέπει να θυμόμαστε τα θύματα όλων αυτών των καθεστώτων. 
Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ημέρας Μνήμης, πραγματοποιήθηκε τελετή αναμνηστικής εκστρατείας από τη στήλη Victory of War της Ανεξαρτησίας και ένα συνέδριο «Η κληρονομιά των εγκλημάτων των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ευρώπη του 21ου αιώνα» που πραγματοποιήθηκε στο Tallinn Creativ Hub. Η συγκέντρωση της Ευρωπαϊκής Ημέρας της Μνήμης ολοκληρώθηκε με την έναρξη της έκθεσης «Η Εποχή του Κομμουνισμού» στο Εμπορικό Κέντρο της Εσθονίας. 
Την Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης, εκπρόσωποι των αντιπροσωπειών της Εσθονίας, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Πολωνίας, της Κροατίας, της Σλοβακίας, της Ουγγαρίας και της Τσεχικής Δημοκρατίας προέβησαν σε κοινή δήλωση, η οποία ανέφερε ότι “κάτω από τις κομμουνιστικές δικτατορίες στην Ευρώπη, εκατοντάδες χιλιάδες αθώοι εκτελέστηκαν, σκοτώθηκαν, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, αναγκάστηκαν να εκτελέσουν καταναγκαστικά έργα, ή απελάθηκαν. Καμία διαδικασία αναζήτησης αλήθειας και δικαιοσύνης συγκρίσιμη με εκείνη που διεξήχθη από τη διεθνή κοινότητα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ενάντια στους δράστες των ναζιστικών εγκλημάτων έχει αναληφθεί στα περισσότερα από 25 χρόνια που πέρασαν από την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Η μνήμη των θυμάτων των κομμουνιστικών καθεστώτων απαιτεί την έρευνα και τη δίωξη των δραστών αυτών των εγκλημάτων”. 
ΚΥΠΕ – Αθανάσιος Αθανασίου – Βέλγιο/Βρυξέλλες 24/08/2017 13:51



Με την ευκαιρία αναδημοσιεύω το παρακάτω παλαιότερο άρθρο μου (Μάΐος 2007) με κάποιες πληροφορίες και αφορμή αντισοβιετικές εκδηλώσεις που είχαν σημειωθεί τότε στην Εσθονία.

ΕΣΘΟΝΙΑ: 
Η προϊστορία ενός προβλήματος

Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη 

Πολλά γράφτηκαν πρόσφατα (π.χ. Ρήξη φ. 13, Αντιφωνητής φ. 220) για την ιστορία της «αποκαθήλωσης» του μνημείου του Ρώσσου στρατιώτη στο Ταλλίνν (Tallinn), την πρωτεύουσα της Εσθονίας. Κρίνοντας με τα δικά μας μέτρα και σταθμά και αγνοώντας πάμπολλα ιστορικά στοιχεία από το βεβαρημένο παρελθόν των σχέσεων Ρωσσίας – Εσθονίας, κάποιοι έσπευσαν να καταδικάσουν τις ενέργειες της εσθονικής κυβέρνησης, ως φιλοναζιστικές (!), ρατσιστικές εις βάρος της ρωσσικής μειονότητας, ως προσπάθεια δημιουργίας «απαρτχάιντ» (!) και άλλα ηχηρά παρόμοια.
Προσπαθώ να φανταστώ την (κάπως απίθανη βέβαια) περίπτωση, που από κάποιο «καπρίτσιο» της Ιστορίας και μετά από ανάλογες εξελίξεις, η Τουρκία εξαναγκαστεί να αποχωρήσει από το βόρειο τμήμα της Κύπρου αποσύροντας και τα στρατεύματα κατοχής. Δεν θα είναι φυσικό να απαιτήσει η (τότε) Κυπριακή κυβέρνηση τον επαναπατρισμό έστω κάποιου τμήματος των εποίκων, από αυτούς που κουβάλησε στο νησί η Τουρκία σε μια προσπάθεια εκτουρκισμού της Κύπρου; Τι θα γράφουν άραγε τότε οι παραπάνω αρθρογράφοι; Θα καταγγείλουν την Κυπριακή κυβέρνηση για ρατσισμό, για απαρτχάιντ, ως φιλοναζιστική κ.λπ., κ.λπ. ;
Σημειώνω ότι οι δραστηριότητες των Ρώσσων και στην συνέχεια των Σοβιετικών για τον εκρωσσισμό των Βαλτικών χωρών δεν είναι κάποιο νέο «φρούτο», αλλά χρονολογούνται τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα (η Ρωσσία απέκτησε την Εσθονία από την Σουηδία το 1721), κατά την Τσαρική περίοδο. Αυτά όμως που διαπράχθηκαν από τους Σταλινικούς ωχριούν σε σύγκριση με τις ήπιες (κυρίως στο πολιτιστικό επίπεδο) μεθόδους των τσαρικών κυβερνήσεων, αλλά και με όσα συστηματικότερα επιχειρεί στην Κύπρο η Τουρκία.
Μερικά εθνολογικά δεδομένα και ιστορικά γεγονότα είναι αναγκαία στο σημείο αυτό: Οι Εσθονοί συγγενεύουν με τους Φιλλανδούς. Η γλώσσα τους (εσθονική) μαζί με την φιλλανδική (φιννική σωστότερα) ανήκουν στον Φιννο-ουγρικό κλάδο της Ουραλικής οικογένειας γλωσσών και συγγενεύει με την ουγγρική, την γλώσσα των Ούγγρων (Μαγυάρων) της κεντρικής Ευρώπης. Ο πληθυσμός της χώρας (απογραφή 2000) υπολογίζεται σήμερα στα 1.400.000 από το οποίο το 67.9% είναι Εσθονοί, το 25.6% Ρώσσοι, το 3.4 % Ουκρανοί και Λευκορώσσοι, το 0.9% Φιλλανδοί, και το υπόλοιπο 2.2% διάφορες άλλες εθνότητες.
Το 1918, με το τέλος του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, η Εσθονία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της, αποκρούοντας νικηφόρα την εισβολή του Ερυθρού Στρατού, που επιχείρησε «να επαναφέρει στην τάξη» και στην μητέρα Ρωσσία την «άτακτη» Εσθονία. Τελικά το 1920, με την Συνθήκη του Τάρτου (Tartu), μια μικρή πόλη περίπου 30 χλμ. δυτικά της μεγάλης λίμνης Πέϊπους (Peipus), που χωρίζει την Εσθονία από την Ρωσσία, αναγνωρίσθηκε από την Σοβιετική Ένωση η ανεξαρτησία της Εσθονίας. 
Τον Αύγουστο του 1939 με την διαβόητη συμφωνία Μολότωφ – Ρίμπεντροπ μεταξύ Ναζιστικής Γερμανίας και Σταλινικής Ρωσσίας, η Εσθονία (μαζί με την Λιθουανία και την Λεττονία) «παραχωρήθηκε» στην σοβιετική ζώνη επιρροής, η οποία «υλοποιήθηκε» τον Φεβρουάριο του 1940 με την εισβολή των Σοβιετικών και την προσάρτηση της Εσθονίας και των άλλων δύο Βαλτικών χωρών. Ο εσθονικός λαός αντέταξε μια απελπισμένη, αλλά μάταιη ένοπλη αντίσταση, η οποία συνετρίβη από τον σοβιετικό στρατό κατοχής. 
Οι σοβιετικές δυνάμεις κατοχής εφάρμοσαν με αφάνταστη σκληρότητα μια συστηματική και απάνθρωπη  πολιτική «εκσοβιετισμού» αυτής της μικρής χώρας, με μαζικούς εκτοπισμούς σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στην Σιβηρία, στον αρκτικό κύκλο και σε Σοβιετικές «Δημοκρατίες» της κεντρικής Ασίας (κυρίως στο Καζακστάν και στην Κιργιζία). Οι εκτοπίσεις έγιναν σε τρία στάδια: Η πρώτη τον Φεβρουάριο του 1940, αμέσως μετά την σοβιετική εισβολή, η δεύτερη τον Απρίλιο του 1940 και η τρίτη τον Ιούνιο του 1941, λίγο πριν από την Γερμανική εισβολή.
Αξίζει να παραθέσουμε κάποιες «λεπτομέρειες» για την πολιτική των Σοβιετικών στις κατεχόμενες Βαλτικές Δημοκρατίες, όπως περιγράφονται από τον αείμνηστο διανοητή Άρθουρ Καίσλερ («Ο κομμισσάριος και ο Γιόγκι» - Εκδόσεις «Γαλαξία» - Αθήνα 1962, σελ. 273-277), άριστο γνώστη των γεγονότων της εποχής:
            «…Σε ανάλογη κλίμακα έγιναν και οι μαζικές εκτοπίσεις από τα Βαλτικά Κράτη. Ένα διοικητικό διάταγμα του Γκουσεβίτιους, Επιτρόπου του Λαού επί των Εσωτερικών της Σοβιετικής Λιθουανίας (υπ’ αριθ. 0054, 28ης Νοεμβρίου 1940) καθορίζει 14 κατηγορίες Λιθουανών πολιτών που υπόκεινται στην εκτόπιση. Η κατηγορία υπ’ αριθ. 1 περιλαμβάνει «μέλη των Ρωσικών προεπαναστατικών κομμάτων: Σοσιαλεπαναστάτες, Μενσεβίκους, Τροτσκιστές και Αναρχικούς». Οι κατηγορίες 2 έως 6 περιλαμβάνουν τα ενεργά μέλη των άλλων Λιθουανικών κομμάτων – τους οπαδούς του Βαλντεμάρας, τους Χριστιανοδημοκράτες, τα μέλη των Πατριωτικών Σπουδαστικών Οργανώσεων – επίσης τους αξιωματικούς της Αστυνομίας, της Χωροφυλακής και το προσωπικό των φυλακών, τους αξιωματικούς του τέως τσαρικού στρατού, του Πολωνικού και Λιθουανικού. Η κατηγορία 7: “πρόσωπα διαγραφέντα από το Κομμουνιστικό Κόμμα”. Η κατηγορία 8: “πολιτικοί εξόριστοι, επαναπατρισθέντες και λαθρέμποροι”. Η κατηγορία 9: Πολίτες ξένων κρατών και αντιπρόσωποι ξένων εταιρειών. Η κατηγορία 10: “πρόσωπα που ταξίδεψαν στο εξωτερικό ή βρίσκονται σε επαφή με ξένες διπλωματικές αποστολές. Εσπεραντιστές και Φιλοτελιστές”. Η κατηγορία 11: Υπάλληλοι των Λιθουανικών Υπουργείων. Η κατηγορία 12: “το προσωπικό του Πολωνικού Ερυθρού Σταυρού και πρόσφυγες από την Πολωνία”. Οι κατηγορίες 13 και 14: Κληρικοί, αριστοκράτες, γαιοκτήμονες, τραπεζίτες, βιομήχανοι, πλούσιοι έμποροι, ιδιοκτήτες ξενοδοχείων και εστιατορίων…».
            Όπως σχολιάζει ο Α. Καίσλερ:
«…Η ανάλυση των κατηγοριών αυτών αποδεικνύει ότι καθορίστηκαν για να ακρωτηριάσουν τον εθνικό κορμό από:
α) όλα τα πολιτικώς συνειδητά και ενεργά στοιχεία και πρώτα απ’ όλα από τα στοιχεία της Αριστεράς εκτός των Κομμουνιστών
β) τα κορυφαία στρώματα και τον διοικητικό μηχανισμό του παλαιού καθεστώτος
γ) όλα τα κοσμοπολιτικά στοιχεία…
…Κατά κανόνα η εκτόπιση συμπεριελάμβανε όλα τα μέλη της οικογένειας του εκτοπιζομένου. Τα μικρά παιδιά στέλνονταν σε ορφανοτροφεία. Η μαζική έξοδος πραγματοποιήθηκε χωρίς εσκεμμένο σαδισμό και σκληρότητα, αλλά κάτω από τέτοιες τρομακτικές συνθήκες – ταξίδια μέχρι τριών εβδομάδων μέσα σε σφραγισμένα βαγόνια για ζώα – που πολλοί από τους εκτοπιζομένους πέθαιναν καθ’ οδόν…
Ένα έθνος που κατ’ αυτόν τον τρόπο χάνει την ραχοκοκκαλιά και τα νευρικά κέντρα του καταντάει ένα είδος άμορφης μάζας, γίνεται εύπλαστο όσο χρειάζεται ώστε να προσαρμοσθεί στις συνθήκες της Σοβιετικής Δικτατορίας…».
(σημ. ΔΕΕ Οι υπογραμμίσεις δικές μου)

Ανάλογες καταστάσεις εκτυλίχθηκαν και στην Εσθονία. Συνολικά υπολογίζεται ότι μόνο τον πρώτο χρόνο Σοβιετικής κατοχής εκτελέστηκαν ή εκτοπίσθηκαν πάνω από 60.000 άτομα, σε πληθυσμό κάτι λιγότερο από 1 εκατομ. την εποχή εκείνη!
Τον Ιούνιο του 1941, με την ραγδαία προέλαση των Γερμανών, οι άνθρωποι του φιλοσοβιετικού καθεστώτος την «κοπάνησαν» ομαδικώς προς Ρωσσία, φροντίζοντας να εκτελέσουν την πνευματική και πολιτική ηγεσία των Εσθονών, όση απέμεινε στις φυλακές και δεν είχαν χρόνο να τους σύρουν μαζί τους, ενώ ο εσθονικός πληθυσμός υποδέχθηκε τα γερμανικά στρατεύματα ως απελευθερωτές. Ήταν κάτι το αφύσικο ή ξαφνικά έγιναν όλοι ναζιστές; Αν δεχθούμε το δεύτερο, με την ίδια λογική θα πρέπει να κατηγορηθούν οι Έλληνες, που  ηρωοποίησαν τους ΄Αγγλους-Γάλλους-Ρώσσους νικητές του τουρκικού στόλου στο Ναβαρίνο, τουλάχιστον ως πράκτορες του Ιμπεριαλισμού και αν είχε εφευρεθεί από τότε ο ναζισμός και ως ναζιστές! Ή μήπως δεν είναι έτσι;
Όταν το 1944 η Εσθονία «απελευθερώθηκε» από τον «Κόκκινο Στρατό», ένα νέο όργιο εκτελέσεων, εκτοπίσεων, φυλακίσεων κ.λπ. επαναλήφθηκε στην δύσμοιρη χώρα. Δικαιολογημένα; Ας το δεχτούμε και να πιστέψουμε ότι όλοι αυτοί ήσαν δοσίλογοι, μαυραγορίτες κ.λπ. Ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού πάντως προτίμησε να καταφύγει στην Σουηδία και στην Φιλλανδία, γνωρίζοντας καλά το τι θα συμβεί. Το 1949 ακολούθησε ένα ακόμα κύμα εκτοπίσεων δεκάδων χιλιάδων ατόμων μέσα σε λίγες μέρες με την δικαιολογία ότι καθυστερούσαν τον «κολλεκτιβισμό» της γεωργίας. Οι μισοί πέθαναν από τις κακουχίες και οι άλλοι μισοί επέστρεψαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960, μετά τον θάνατο του Στάλιν, ανθρώπινα πια ερείπια.
Μια άλλη απωθητική πλευρά της σοβιετικής κατοχής ήταν η στρατιωτικοποίηση της καθημερινής ζωής των Εσθονών, λόγω της γειτνίασης με «καπιταλιστικές» χώρες (Σουηδία, Φιλλανδία). Τεράστιες περιοχές της Εσθονίας και ειδικότερα οι παραλιακές περιοχές ήσαν απαγορευμένες στην προσέγγιση, εκτός από το προσωπικό των σοβιετικών στρατευμάτων που στάθμευαν μονίμως στην χώρα. Οι Εσθονοί που δεν κατοικούσαν εκεί χρειάζονταν ειδικές άδειες για να επισκεφθούν αυτές τις περιοχές και όσοι συλλαμβάνονταν χωρίς αυτήν την άδεια καταδικάζονταν σε πολυετείς φυλακίσεις! Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελούσε ολόκληρη η πόλη Παλντίσκι (Paldiski), η οποία ήταν χαρακτηρισμένη ως απαγορευμένη ζώνη και ήταν κλειστή η πρόσβαση  σε οποιονδήποτε Εσθονό, λόγω του γεγονότος ότι υπήρχε εκεί βάση ανεφοδιασμού των πυρηνικών υποβρυχίων του Σοβιετικού Ναυτικού!
Ο εκρωσσισμός της Εσθονίας αποτελούσε, όπως αποδείχθηκε από τα γεγονότα, την «κρυφή» παράμετρο όλων των παραπάνω. Την βίαια εξόντωση ή την εκδίωξη των Εσθονών από την χώρα τους, ακολούθησε η αντίστοιχη πληθυσμιακή αναπλήρωση από εκατοντάδες χιλιάδες ρωσσόφωνους «εποίκους» (μήπως σας θυμίζει κάτι από κατεχόμενα στην Κύπρο;) από την Ρωσσική Ομοσπονδία και την Ουκρανία. Οι έποικοι εγκαταστάθηκαν στην Εσθονία με στόχο να αποτελέσουν μόνιμο συστατικό του πληθυσμού της χώρας.
Η σιωπηλή αντίδραση της πλειονότητας των Εσθονών στο σοβιετικό καθεστώς ήταν μόνιμη και όταν παρουσιαζόταν η ευκαιρία έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις, όπως στην διάρκεια των Ολυμπιακών αγώνων της Μόσχας το 1980. Τότε η πρωτεύουσα Ταλλίνν είχε επιλεγεί για την διεξαγωγή των θαλάσσιων αγωνισμάτων. Οι διαδηλώσεις και τα επεισόδια κατά του καθεστώτος υπήρξαν μαζικά, με αφορμή το γεγονός ότι όλο το απαιτούμενο προσωπικό για την διεξαγωγή των αγώνων (κριτές, χρονομέτρες, βοηθητικό προσωπικό) επιλέχθηκε μόνον από Ρώσσους! Φυσικά, τίποτε από αυτά δεν είδε το φως της δημοσιότητας, παρά 10 χρόνια αργότερα με την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων κατοχής και την ανακήρυξη της εσθονικής ανεξαρτησίας.
Σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς, λόγω της Ρωσσικής κατοχής χάθηκαν πάνω από 250.000 Εσθονοί, δηλαδή το ένα τέταρτο του πληθυσμού της χώρας! 
        Αυτά τα γεγονότα καθόρισαν και την στάση της συντριπτικής πλειοψηφίας του εσθονικού λαού έναντι της πολυάριθμης ρωσσικής μειονότητας, στα πρόσωπα των οποίων αντικρίζουν τους επί δεκαετίες βασανιστές τους. Είναι λοιπόν αδικαιολόγητοι οι Εσθονοί; Έχουν άδικο να συμπεριφέρονται στην «φυτευτή» μειονότητα όπως τους φέρονται; Δεν έπρεπε να απομακρύνουν το μνημείο της ρωσσικής εισβολής και κατοχής (και όχι βέβαια της δήθεν «απελευθέρωσης») από την χώρα τους; Στην υποθετική περίπτωση, που αναφέραμε παραπάνω, της αποχώρησης του τουρκικού στρατού από την Κύπρο, τι θα πρέπει να κάνει η τότε κυπριακή κυβέρνηση με τα πολυάριθμα μνημεία της «απελευθέρωσης» της (βόρειας) Κύπρου που έχουν ανεγερθεί από τις ορδές του Αττίλα;
Όσο για τα γραφόμενα περί συμμετοχής στις διαδηλώσεις της ρωσσικής μειονότητας εναντίον της εσθονικής κυβέρνησης κάποιων Αριστερών και Αναρχικών (!), ομολογώ ότι δεν διάβασα τίποτε σχετικό. Διάβασα όμως για συμμετοχή ρωσσόφωνων χουλιγκάνων, κάτι ανάλογο με τους «Γκρίζους Λύκους» της φίλης και γείτονος Τουρκίας.
        Δυστυχώς η άγνοια ή η επιδερμική γνώση των γεγονότων κάνει εμάς τους Έλληνες συχνά επιπόλαιους κριτές και επικριτές. Ο αντιαμερικανισμός στην Ελλάδα είναι από πολλές απόψεις δικαιολογήσιμος και δικαιολογημένος. Από το σημείο αυτό μέχρι του σημείου να μετατρέπεται σε υστερία και εξ αντανακλάσεως να γίνεται τυφλός φιλορωσσισμός, έχει νομίζω μεγάλη διαφορά. Μη καταντήσουμε σαν τα γερόντια του Περισσού, που όταν ο Μπρέζνιεφ ή ο Αντρόπωφ ρεύονταν ή φταρνίζονταν τα θεωρούσαν θαυμαστά επιτεύγματα και μόνο που δεν προκήρυσσαν ποιητικούς και καλλιτεχνικούς διαγωνισμούς για να τιμήσουν το γεγονός!
Τέλος, θα πρέπει να τονίσω ότι τα γεγονότα της Εσθονίας δεν έχουν καμιά σχέση με πορτοκαλί «επαναστάσεις» τύπου Ουκρανίας ή Γεωργίας, αλλά αποτελούν κατά την ταπεινή μου γνώμη την φυσιολογική, φυσιολογικότατη αντίδραση ενός μικρού λαού απέναντι στους καταπιεστές και δολοφόνους του. Το αν ο κάθε εξωνημένος πρώην αριστερός Σολάνα παίρνει το μέρος της εσθονικής κυβέρνησης δεν μου λέει τίποτε και με αφήνει παγερά αδιάφορο. Προφανέστατα το ΝΑΤΟ θέλει να προσεταιριστεί τους Εσθονούς και να τους βάλει στο «μαντρί». Αυτό όμως δεν αλλάζει σε τίποτε τα ιστορικά γεγονότα ούτε βέβαια αποτελεί συγχωροχάρτι για τα σοβιετικά εγκλήματα. Αν δεν είναι έτσι, τότε γιατί κράζουμε τα κάθε είδους Ρεπούσια και Κουλούρια μεταμοντέρνα και πολυπολιτισμικά ιστορικά εξαμβλώματα; Επί σοβιετοκρατίας στην Εσθονία διδάσκονταν παρόμοια ιστορικά «πονήματα» και όσοι αντιδρούσαν στον εκρωσσισμό της χώρας ήσαν εξ ορισμού συνεργάτες των Γερμανών, ναζιστές, φασίστες, ακροδεξιοί και βάλε. Σύμφωνα λοιπόν με την σοβιετική προπαγάνδα, στο κάτω – κάτω δεν έγινε και τίποτε τρομερό στην Εσθονία. Απλώς κάποιοι αντιδραστικοί Εσθονοί «συνωστίζονταν» στα βαγόνια που τους πήγαιναν στην Σιβηρία…         
Δ.Ε.Ε.

Πρωτοδημοσιεύθηκε στο φύλλο 14 (2 Ιουνίου 2007) της εφημερίδας «Ρήξη».