Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεσαιωνική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεσαιωνική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Μαΐου 2017

Γεώργιος Γεμιστός – Πλήθων

Ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων (κάτω αριστερά με τα γένια), 
λεπτομέρεια από τοιχογραφία στο παλάτι των Μεδίκων, Φλωρεντία, Ιταλία.

Γεώργιος Γεμιστός – Πλήθων:
Ο τελευταίος των Ελλήνων φιλοσόφων

Γράφει ο Δημήτρης Τζήκας


Ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων γεννήθηκε στη Σπάρτη, περίπου στα μέσα του 14ου αιώνα, κι έζησε τα πρώτα νεανικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη· πιθανότατα πατέρας του ήταν ο Δημήτριος Γεμιστός, άνθρωπος ευσεβής και «πρωτονοτάριος της Μεγάλης Εκκλησίας», γύρω στα τέλη του 14ου αιώνα. (Ο μεγαλύτερος από τους δύο γιους του Πλήθωνα λεγόταν επίσης Δημήτριος). 
Είναι άγνωστο πού ακριβώς εκπαιδεύτηκε και ποιους δασκάλους είχε· ίσως υπήρξε μαθητής του Δημητρίου Κυδώνη. Οπωσδήποτε είχε την τυπική μόρφωση των λογίων της εποχής των Παλαιολόγων: σπούδασε φιλοσοφία, ιστορία, μαθηματικά, αστρονομία, νομικά και μουσική. (4) 
Αν πιστέψουμε τον Γεννάδιο Σχολάριο, σε ηλικία περίπου είκοσι ετών έφτασε ως «φυγάς» στην Αδριανούπολη, πρωτεύουσα τότε των Τούρκων, όπου τον δέχτηκε κοντά του κάποιος Ελισσαίος, ένας πολυθεϊστής Ιουδαίος με σημαντική επιρροή στην αυλή «των βαρβάρων». 
Εκεί άκουσε ίσως για πρώτη φορά και τις διδασκαλίες για τον Ζωροάστρη, τον Αβερρόη και τον Αβικένα· γράφει επικριτικά ο Γεννάδιος: «Τούτον (τον Ζωροάστρην) εγνώρισε σοι πρόσθεν αγνοημένον ο τω δοκεί μεν Ιουδαίος, πολύθεος δε Ελισσαίος· ω μέγα δυναμένω εν τη των βαρβάρων αυλή παρεσιτού την πατρίδα φυγών, ίνα τα καλά παρ’ εκείνω μάθης διδάγματα.» (3) 
Μετά τον θάνατο του Ελισσαίου, ο Πλήθων επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου δίδαξε για κάποια χρόνια και συνδέθηκε με διάφορους μορφωμένους άνδρες της εποχής· μεταξύ των μαθητών του εκείνη την περίοδο συγκαταλέγεται και ο Μάρκος ο Ευγενικός. (Σύμφωνα πάντα με τον Σχολάριο, ο Ελισσαίος καταδικάστηκε και κάηκε ζωντανός στην πυρά, άγνωστο με ποιες κατηγορίες και από ποιους – πιθανολογείται ότι τον καταδίκασαν μάλλον βυζαντινοί ή δυτικοί της Ιεράς εξέτασης, καθώς οι Τούρκοι τιμωρούσαν με άλλους τρόπους τους «αιρετικούς» και δεν συνήθιζαν να τους καίνε.) 
Αργότερα πήγε στη Σπάρτη, γύρω στα 1405, όπου έμεινε για την υπόλοιπη ζωή του, ασκώντας δικαστικά καθήκοντα και ασχολούμενος με τη διδασκαλία της φιλοσοφίας και την μελέτη αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων· σύμφωνα με τον Παπαρρηγόπουλο διέσωσε «ουκ ολίγας περικοπάς» αρχαίων κειμένων. (1)

Στην ελληνική ακόμα Πελοπόννησο, ο Πλήθων φέρεται να κατέχει και το ανώτατο δικαστικό αξίωμα· ο Γρηγόριος Μοναχός τον αποκαλεί «προστάτην των νόμων», ενώ άλλος σύγχρονός του, ο Ιερώνυμος Χαριτώνυμος, εγκωμιάζει τη σοφία του, με μάλλον πομπώδεις φράσεις και υπερβολές, όπως έκαναν συχνά πολλοί συγγραφείς του καιρού εκείνου: «Λέγουσιν αυτόν ανώτερον του Μίνω και του Ροδαμάνθυος και του Αριστείδου· βεβαιούσι ότι τοσαύτη μεν ήτο η περί τους νόμους σοφία αυτού, ώστε, αν συνέβαινε ποτέ να απολεσθώσιν, ούτος θα εξέδιδεν αυτούς ακριβέστερον παντός Σόλωνος και Λυκούργου· τοσαύτη δε η περί την διανομήν του δικαίου ακρίβεια, ώστε ο τε ηττηθείς και ο νικήσας απήρχοντο αμφότεροι στέργοντες και προσκυνούντες.» (1) Άλλαξε το όνομά του από Γεμιστός σε Πλήθων, το οποίο φαινόταν αρχαιοπρεπέστερο και θύμιζε τον Πλάτωνα. (Πλήθω σημαίνει «είμαι ή γίνομαι πλήρης από κάτι», παρόμοια σημασία έχει και το αρχαίο ελληνικό γέμω).

Η Μεθώνη στα τέλη του 18ου αιώνα. 
(Πηγή: Δ. Κόκκινος, Επίτομη ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης)



Σχεδόν πεντηκοντούτης, εγκαταστάθηκε στον Μυστρά, την πρωτεύουσα του Δεσποτάτου του Μορέως, όπου ίδρυσε και φιλοσοφική σχολή, κατά το πρότυπο της πλατωνικής ακαδημίας. 
Μαθητές του υπήρξαν οι Βασίλειος Βησσαρίων (πρώην ιερομόναχος, λόγιος, ορθόδοξος επίσκοπος και καρδινάλιος της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας), Γεννάδιος Σχολάριος (μοναχός, λόγιος και πρώτος πατριάρχης μετά την άλωση), Ιωάννης Αργυρόπουλος (λόγιος και διδάσκαλος στην Ακαδημία της Φλωρεντίας), Δημήτριος Χαλκοκονδύλης (ιστορικός), Γεώργιος Ερμητιανός και πολλοί άλλοι. 
Αρχικά φαίνεται να έγραψε κάποια φιλοσοφικά βιβλία, μια «υγιής διδασκαλία» λέει ο Σάθας, άσχετη με τις «παραδοξολογίες» που δίδασκε στα γεράματά του. 
Ασχολήθηκε με ιστορικά, γεωγραφικά, αστρονομικά και φιλοσοφικά θέματα· αναφέρουμε ενδεικτικά τους επόμενους τίτλους: «Εκ των Διοδώρου και Πλουτάρχου περί των μετά την εν Μαντινεία μάχην εν κεφαλαίοις διάληψις» (εκδ. 1503), (στο βιβλίο υπάρχουν εκτενείς αναφορές στο πολίτευμα της αρχαίας Σπάρτης), «Περί Πελοποννησιακών λόγοι δύο» (1575), «Διαγραφή απάσης Πελοποννήσου παραλίου τε και μεσογείου», «Ιστορία της των Περσών μοναρχίας» (μεταφράστηκε στα ισπανικά και τυπώθηκε το 1604), «Επιτομή εξ Αππιανού, Στράβωνος, Αριστοτέλους, Ξενοφώντος, Διονυσίου Αλικαρνασσέως, Προδίκου κτλ.», «Περί αρετών» (εκδ. 1552,), «Κεφάλαι’ άττα λόγων μουσικών», «Περί σχήματος γης», «Περί Θεού φυσικαί αποδείξεις», «Περί της ενσαρκώσεως του Υιού του Θεού». 
Το «Περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος», αν και δημοσιεύτηκε κατά των Λατίνων, δεν άρεσε καθόλου στην ανατολική εκκλησία· o Μανουήλ ο Πελοποννήσιος, σε μια επιστολή του προς τον αυτοκράτορα χαρακτηρίζει τον Πλήθωνα «αθεώτατον» και «ματαιόφρονα», ενώ θεωρεί ότι το εν λόγω σύγγραμμα γράφτηκε «υπούλως», με στόχο να «διαχλευάσει» την ορθόδοξη πίστη και «κατά της ημών των Χριστιανών θεοσοφίας». 
Με βάση τα πρώτα έργα, ο Γεμιστός αναδεικνύεται ο σημαντικότερος φιλόλογος και φιλόσοφος του 16ου αιώνα και «πεπειραμένος πολιτικός» (2)

Το κάστρο του Μυστρά σε απεικόνιση εποχής



Αναφερόμενος στην καταγωγή των Ελλήνων της Πελοποννήσου και των «πέριξ νήσων» γράφει: «Έλληνες εσμέν το γένος, ων ηγείσθε και βασιλεύετε, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί.»· και αλλού: 
«Ταύτην γαρ φαίνονται την χώραν Έλληνες αεί οικούντες, οι αυτοί εξότου περ άνθρωποι μνημονεύουσιν, ουδένων άλλων προενωκηκότων· ουδέ επήλυδες κατασχόντες τε άλλους και εκβαλλόντες, και αυτοί υφ’ ετέρων το αυτό έστιν ο πεπονθότες· αλλ’ Έλληνες την δε τη χώρα τουναντίον αυτοί γε αεί φαίνονται κατέχοντες, ούτε ταύτην εκλιπόντες.»
Εν τούτοις, όπως αναφέρει ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, τον 14ο αιώνα η Πελοπόννησος κατοικείται και από άλλα «γένη» και αυτό φαίνεται να συνέβαλε στην αναρχία που επικρατούσε στην περιοχή· σύμφωνα με τον «Νεκρικόν διάλογον» του Μάζαρι, «εν Πελοποννήσων ώκουν κατά τους χρόνους τούτους αναμίξ γένη πολιτευόμενα πάμπολλα· διότι, παρεκτός των Ελλήνων, οίτινες απετέλουν την κυριωτάτην βάσην του πληθυσμού, εσώζοντο έτι ουκ ολίγοι Σλαύοι και Φράγκοι, επήλθον δε νεωστί ικανοί Αλβανοί και πλην τούτων αναφέρονται Αιγύπτιοι τινές, ήττοι Αθίγγανοι και Ιουδαίοι.» (1) 
Στα 1427, ο δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος παραχώρησε στον Πλήθωνα ως τιμάρια το κάστρο της Σπάρτης και τις περιοχές Φανάρι και Βρύση.
Στα 1428, ο αυτοκράτορας Ιωάννης Παλαιολόγος, αφού επικύρωσε με χρυσόβουλο τα κτήματα του Γεμιστού, κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας στην Πελοπόννησο, ζήτησε τις συμβουλές του «θρυλούμενου σοφού» σχετικά με το ζήτημα της ένωσης των δύο εκκλησιών. Οπωσδήποτε ο Γεμιστός βρισκόταν στη Σπάρτη στα 1435, όταν έγραψε τρεις «λόγους» περί της κατάστασης των πραγμάτων στην Πελοπόννησο· οι δύο πρώτοι λόγοι απευθύνονταν προς τον αυτοκράτορα Μανουήλ («Εμμανουήλον») και ο τρίτος ήταν συμβουλευτικός προς τον δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρο. 
Σε αυτά τα υπομνήματα έχει σημασία ν’ αναφερθούμε, καθώς αποτελούν την αναλυτική πολιτική πρόταση του Πλήθωνα για την ανόρθωση της παρακμάζουσας αυτοκρατορίας και ιδιαίτερα της Πελοποννήσου. (1) 
Ο Γεμιστός, οπαδός της φιλοσοφίας του Πλάτωνα, επιχείρησε κατά πρώτον να διαδώσει τις πλατωνικές φιλοσοφικές ιδέες και στη συνέχεια να κάνει πράξη ένα συνολικότερο πρακτικό πολιτικό σχέδιο διακυβέρνησης· διακηρυγμένος σκοπός του ήταν να σώσει «το γένος των Ελλήνων».

Ο καρδινάλιος Βησσαρίων (αυτός που διαβάζει) στη Δύση

Σύμφωνα με τα υπομνήματα που υπέβαλε ο Πλήθων, το «κυριώτατον ενασχόλημα» των κατοίκων της Πελοποννήσου ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία· οι κάτοικοι συντηρούσαν έτσι τις οικογένειές τους, πλήρωναν φόρους κι επιπλέον στρατολογούνταν για τις ανάγκες του δεσποτάτου. Ο κάθε φόρος χωριστά ίσως δεν ήταν βαρύς, όλοι μαζί όμως ήταν πολλοί και ποικίλοι, εισπράττονταν από διάφορους φοροεισπράκτορες και καταβάλλονταν σε χρήμα και όχι σε είδος («αυτούσια προϊόντα»). (1) 
Σχετικά λίγοι κάτοικοι στρατολογούνταν, οι περισσότεροι άοπλοι, και αυτοί γρήγορα λιποτακτούσαν για να επιστρέψουν στις οικογένειές τους και στις συνηθισμένες εργασίες. Επομένως, οι κάτοικοι της Πελοποννήσου δεν ήταν και πολύ χρήσιμοι στον πόλεμο, αφού, κατά τον Γεμιστό, «ουδείς δύναται συγχρόνως να μετέρχεται τα τε του πολέμου και τα της ειρήνης έργα». Χωρίς εξασκημένους και αφοσιωμένους στρατιώτες, το τείχος του Ισθμού ήταν ανώφελο και ο κίνδυνος μέγας, εφόσον οι Τούρκοι επιχειρούσαν να περάσουν ξανά στον Μορέα. Ο έκτακτος στρατιωτικός φόρος που επιβλήθηκε για την ενίσχυση και τη φύλαξη των οχυρώσεων από μισθοφόρους φαινόταν επίσης παράλογος, αφού καταπίεζε τους «ιθαγενείς» πληθυσμούς και προοριζόταν για τη συντήρηση ξένων στρατευμάτων. 
Ο Γεμιστός πρότεινε να διαιρεθεί «ο εργατικός λαός» της Πελοποννήσου σε δύο τάξεις: η μία τάξη θ’ ασχολείται αποκλειστικά με τα στρατιωτικά καθήκοντα ενώ η άλλη θα καλλιεργεί τη γη και θα πληρώνει «αποκλειστικώς» τους φόρους· κάθε Πελοποννήσιος θα κατατασσόταν υποχρεωτικά όπου κρινόταν χρησιμότερος. Αν σε κάποια περιοχή, όπως ενδεχομένως η Μάνη, οι κάτοικοι εντάσσονταν όλοι στην «τάξη» των στρατιωτών, έπρεπε οι στρατιώτες να χωριστούν σε «εταιρείες» και ν’ αναλαμβάνουν εκ περιτροπής τα «εργατικά» και τα γεωργικά καθήκοντα.



Τα παλάτια των Παλαιολόγων στον Μυστρά, 

όπως σώζονται σήμερα


Πρότεινε ακόμη να καταργηθούν άμεσα όλες οι μικρές και μέτριες εισφορές, μαζί με το πλήθος των αντίστοιχων φοροεισπρακτόρων, και ν’ αντικατασταθούν από έναν μοναδικό ετήσιο φόρο επί της παραγωγής των αγαθών· ο φόρος αυτό θα ήταν σε είδος και θα τον εισέπραττε ένας μόνον καθορισμένος εισπράκτορας, για λογαριασμό του δημοσίου. Σύμφωνα με τις προτάσεις του Γεμιστού, το «τέλος» αυτό θα μπορούσε να καλύψει επαρκώς τις δημόσιες ανάγκες και θα ήταν λιγότερο «καταθλιπτικό» για τους φορολογούμενους. Τα προϊόντα του «εργατικού πλήθους», πάντοτε υπό την εποπτεία του κράτους, θα διανέμονταν σε τρεις «τάξεις» ανθρώπων: «Πρώτον, εννοείται, αυτοί οι παραγωγοί, έπειτα οι παρέχοντες τα της εργασίας κεφάλαια, και τελευταίον οι επιμελούμενοι περί της κοινής ασφαλείας, ευημερίας και τάξεως.» (1) 
Στους παραγωγούς συμπεριλαμβάνονται γεωργοί, όσοι εργάζονται σε διάφορες παραγωγικές δραστηριότητες, αμπελουργοί και ποιμένες· «κεφάλαια εργασίας» θεωρούνται τα γεωργικά ζώα, οι αμπελώνες, «τα ποίμνια και τα τοιαύτα»· «επιμελητές» ονομάζει τους στρατιώτες και τους πάσης τάξεως άρχοντες, ιδίως δεν «τον τα πάντα διέποντα κυβερνήτην». Οι εργάτες, οι κεφαλαιούχοι και οι μαχητές αποτελούν «τα φυσικά και αναγκαία συστατικά πάσης ευνομούμενης κοινωνίας». Με βάση τα προηγούμενα, τα βασικά προϊόντα της Πελοποννήσου (λάδι, σιτηρά, οίνος, βαμβάκι, αρνιά, γάλα, μαλλί προβάτων κ.α) πρέπει να διαιρούνται σε τρία μέρη· αφού αφαιρεθούν ο σπόρος της επόμενης χρονιά και τα ζώα που προορίζονται για την αναπαραγωγή του ζωικού κεφαλαίου (γεννήτορα κτήνη), ένα μέρος πρέπει ν’ αφήνεται στον άμεσο παραγωγό, άλλο να δίνεται στον «κεφαλαιοδότη», και το τρίτο προορίζεται για το δημόσιο ταμείο. Ο παραγωγός που εργάζεται με δικά του κεφάλαια (λ.χ. έχει αμπελώνα, χωράφια, μύλο ή κοπάδι με ζώα) δικαιούνται να λάβει τα δύο τρίτα των «αυτούσιων προϊόντων». Αν ο «κεφαλαιοδότης» είναι το κράτος, παρέχει δηλαδή τα κεφάλαια της εργασίας που αναφέρθηκαν (λ.χ. γη, ελαιοτριβεία ή ζώα) λαμβάνει ωσαύτως τα δύο τρίτα· όσοι καλλιεργούν τα κτήματα συνεταιρικά (διά κοινής προς έτερον δαπάνης) λαμβάνουν, εκτός από το ένα τρίτο (τριτημόριον), και το ήμισυ της αγροτικής παραγωγής. (1)
Τα δημόσια έσοδα θα κατανέμονται στους «επιμελητές του κοινού συμφέροντος» σε είδος κατά τον εξής τρόπο: για τη διατροφή και τη συντήρηση ενός πεζού στρατιώτη ορίζεται το προϊόν μιας οικογένειας «ειλώτων», ένας ένοπλος ιππέας συντηρείται με τα προϊόντα δύο οικογενειών, ενώ κάθε αξιωματικός, πολιτικός αξιωματούχος, ιερέας ή αρχιερέας λαμβάνει το προϊόν της παραγωγής τριών οικογενειών. Ο ανώτατος άρχοντας επιτρέπεται να ορίζει ο ίδιος όσα χρειάζονται για τη συντήρηση της αυλής του. (1)
Στην «άριστη πολιτεία» που οραματίζεται ο Πλήθων περιορίζεται η κυκλοφορία των νομισμάτων, όσο είναι δυνατόν, «διότι η χώρα κατακλύσθηκε υπό ξένων και κίβδηλων νομισμάτων, εξ ων ολίγοι μεν τινές ωφελούνται, οι δε πολλοί απατώνται αισχρώς.» Αφού οι δαπάνες και οι εισπράξεις γίνονται σε αυτούσια προϊόντα, η ανάγκη του νομίσματος αποβαίνει ελάχιστη. Το εξαγωγικό εμπόριο επίσης περιορίζεται, εφόσον η Πελοπόννησος ήταν σχετικά αυτάρκης και εισήγαγε μόνον μέταλλα και όπλα, τα οποία μπορούσε να τα προμηθευτεί με ανταλλαγή μαλλιού, λίνου, βάμβακος και βύσσου (πρόκειται για έναν εξαιρετικά σπάνιο τύπο μεταξιού, γνωστού και ως «μετάξι της θάλασσας» – η βύσσος, παράγεται από ένα υγρό που εκκρίνει η πίνα, Pinna Nobilis, ένα όστρακο που μοιάζει με τεράστιο μύδι. Για τους αρχαίους Αιγυπτίους, τους αρχαίους Έλληνες και τους Ρωμαίους η βύσσος ήταν η εκλεκτότερη υφαντική ύλη, κυρίως εξαιτίας της ιδιότητας της να λάμπει στον ήλιο.) Επιτρέπεται στους ντόπιους και τους ξένους η ατελής εισαγωγή ωφέλιμων προϊόντων, επιβάλλεται όμως βαρύς εξαγωγικός φόρος, σε ό,τι «δύναται ν’ αναλωθεί επωφελέστερον εντός της χώρας», προκειμένου να ικανοποιηθούν οι εγχώριες ανάγκες και να εισπράξει το δημόσια τα έσοδα που χρειάζονται για μισθοδοσίες διάφορων αξιωματούχων, την συντήρηση των γεροντότερων (εις πρεσβείας) και άλλες έκτακτες δαπάνες. (1)

Χάρτης του Δεσποτάτου του Μορέως 
κατά το έτος 1450

Εισηγείται ακόμη διάφορες βελτιώσεις και αλλαγές στο σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης: «Καθ’ α λέγει [ο Γεμιστός] εν Πελοποννήσω συνέβαινον συχνότατα κακουργήματα, τα οποία κατά τους υφιστάμενους νόμους έπρεπε να τιμωρούνται διά της ποινής του θανάτου. Εν τούτοις η μεν ποινή αύτη έπεσεν εντελώς εις αχρηστίαν, οι δε ένοχοι ή μένουσι ως επί το πλείστον εντελώς ατιμώρητοι ή ακρωτηριάζονται. Και τούτο μεν είναι παντελώς βάρβαρον, η δε ατιμωρησία ήκιστα συντελεί εις την δημόσιαν ασφάλειαν.» Κατά τη γνώμη του Γεμιστού, χρησιμότερο θα ήταν για ορισμένα κακουργήματα να επιβάλλονται «δεσμά» και κυρίως καταναγκαστική εργασία στο τείχος του Ισθμού, προκειμένου ν΄ανακουφιστούν οι στρατιώτες από τις βαριές εργασίες και οι φορολογούμενοι από τις εισφορές.
Η ομοφυλοφιλία, η μοιχεία και άλλες «μιαρές πράξεις» τιμωρούνται με την ποινή του θανάτου:
«Γι’ αυτό και εμείς τιμωρούμε με θάνατο τους περισσότερους απ’ όσους βαρύνονται με τέτοιες μιαρές πράξεις, απαλλάσσοντας τους ίδιους από μια άθλια ζωή και τις πόλεις από την καταισχύνη. Αυτοί λοιπόν που ασελγούν παρά φύση, όσα δηλαδή κρίνονται ένοχοι για διάπραξη μιαρών πράξεων όπως η αρσενοκοιτία (αρρενομιξία), η κτηνοβασία (θηριομιξία) ή οποιαδήποτε άλλη παρόμοια ασελγής πράξη, φανερή ή μυστική, από αυτές που έχουν εφεύρει οι πιο άθλιοι άνθρωποι, πρέπει να εξαγνίζονται με φωτιά, να καίγονται να καίγονται ζωντανοί (πυρί καθαίρειν) και ο δράστης μαζί με το θύμα. Κι’ όταν κάποιος καταδικάζεται για κτηνοβασία, πρέπει επίσης να καίγεται μαζί του και το ζώο.» (4)

Οι μοιχαλίδες καταδικάζονται σε υποχρεωτική πορνεία· με θάνατο στην πυρά τιμωρούνται και οι βιαστές:
«Πρέπει παρομοίως να οδηγούνται στη φωτιά κατά πρώτον οι μοιχοί οι ίδιοι και κατά δεύτερον οι προαγωγοί, είτε είναι άνδρες είτε γυναίκες. Οι μοιχαλίδες γυναίκες να παραδίδονται στην προϊστάμενη των κοινών γυναικών, για να τις κουρέψουν και να περάσουν την υπόλοιπη ζωή τους στην πορνεία. Έτσι, ως αντιστάθμισμα του γεγονότος ότι δεν φύλαξαν καθαρό το συζυγικό τους κρεβάτι, θα διατηρούν, όσον εξαρτάται από αυτές, τη συζυγική πίστη των άλλων γυναικών, προσφέροντας μια θεμιτή θεραπεία σε όσους έχουν μεγάλο πάθος προς τις ερωτικές απολαύσεις. Πρέπει επίσης να καταδικάζεται σε θάνατο στην πυρά όποιος βιάσει μια οποιαδήποτε γυναίκα, εκτός αν πρόκειται για πόρνη, ακόμα κι αν διαπιστωθεί ότι είναι ελευθερίων ηθών, χωρίς όμως να έχει δηλωθεί ποτέ ως πόρνη. Την ίδια ποινή να έχει και όποιος βίασε πόρνη, αν βέβαια την βίασε ακάθαρτη, κατά τη διάρκεια της γυναικείας εμμηνόρροιας.» (4) 
Λίγο παρακάτω διαβάζουμε: «Όλοι λοιπόν οι παραπάνω, επειδή βαρύνονται με τα πιο ανίερα παραπτώματα, πρέπει να οδηγούνται και να καίγονται σε κάποια ιδιαίτερα νεκροταφεία και όχι στα δημόσια. Γιατί σε κάθε περιοχή πρέπει να υπάρχουν τριών ειδών νεκροταφεία, τα οποία να διακρίνονται μεταξύ τους με ευδιάκριτα όρια: ένα για τους ιερείς, ένα για τον υπόλοιπο λαό και ένα για όλους αυτούς τους εγκληματίες.»
Εξίσου αυστηρές ποινές προβλέπονται και για όσους διδάσκουν αντίθετες θεωρίες – αναφέρονται ονομαστικά μόνον οι σοφιστές, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι παρόμοιες ποινές θα επιβάλλονταν σε όλους τους αντιφρονούντες (λ.χ. τους Χριστιανούς):
«Σ’ αυτό το τελευταίο νεκροταφείο θα πρέπει να καεί ζωντανός και όποιος από τους σοφιστές συλληφθεί να διδάσκει θεωρίες αντίθετες από τις δίκες μας απόψεις (ου και σοφιστών, ην τις παρά τις ημετέρας ταύτας δόξας σοφιζόμενος αλώ, ζων και ούτος κεκαύσεται.)» (4)
Ο «πρότερος έντιμος» βίος λειτουργεί ως ελαφρυντικό:
«Στην περίπτωση όμως που υπάρχει αμφιβολία για τη διάπραξη των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος να καταδικάζεται μόνο με την πλειοψηφία των ψήφων. Αντίθετα να αθωώνεται για τη διάπραξη του αδικήματος όχι μόνο αν οι καταδικαστικές ψήφοι αποτελούν μειοψηφία, αλλά κι όταν υπάρχει απόλυτη ισοψηφία. Τέλος καλό είναι στο κεφάλαιο για τις δίκες να προστεθεί κι αυτό το άρθρο: όποιος δικάζεται από το δικαστήριο για αδίκημα τέτοιο που επιφέρει ως ποινή τη θανατική καταδίκη, έχει όμως να επιδείξει κατά τον προηγούμενο χρόνο της ζωής του αρκετές ενάρετες πράξεις, οι οποίες αναμφίβολα είναι ως προς τη σημασία ή τον αριθμό κατά πολύ ανώτερες από το αδίκημα, δεν πρέπει να καταδικάζεται σε θάνατο, αλλά να τιμωρείται με πολύχρονη φυλάκιση.» (4)
Στα 1437, ο Πλήθων, ως επίσημο μέλος της βυζαντινής συγκλήτου, συνόδευσε τον αυτοκράτορα στη περιβόητη σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας· εκεί διορίστηκε από τους Έλληνες μέλος της εξαμελούς επιτροπής «προς κατάρτισιν των προπαρασκευαστικών εργασιών εκάστου τμήματος.» Η βυζαντινή αποστολή, αποτελούμενη από 30 επισκόπους και αρκετούς λαϊκούς, έφτασε αρχές Μαρτίου στη Φερράρα και στις 9 Απριλίου η σύνοδος άρχισε τις εργασίες της που κράτησαν όλο το 1438. Το 1439, λόγω οικονομικών δυσχερειών και μιας επιδημίας που ξέσπασε στη Φερράρα, η σύνοδος μεταφέρθηκε στη Φλωρεντία. 
Στις 6 Ιουλίου 1439 διακηρύχθηκε τελικά η ένωση σε λατινική και ελληνική γλώσσα στον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας από τον καρδινάλιο Ιουλιανό Cesarini και τον αρχιεπίσκοπο της Νικαίας Βησσαρίωνα. Βέβαια, η απόφαση σχετικά με το παπικό πρωτείο διατυπώθηκε με σχετική ασάφεια και οι Έλληνες θα μπορούσαν να διατηρήσουν το εκκλησιαστικό τυπικό τους. Ωστόσο σε όλα τα διαφιλονεικούμενα ζητήματα επικράτησε η γνώμη της Ρώμης. (2)
Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η φιλοσοφική-θεολογική διδασκαλία του Πλήθωνος αναπτύσσεται κυρίως μετά την μετάβαση και παραμονή του στην ιταλική χερσόνησο· εκεί έρχεται σε πρώτη άμεση επαφή με το κίνημα του (νεο)πλατωνισμού και γίνεται δεκτός στην αυλή των ισχυρών Μεδίκων. Ο Σάθας θεωρεί ότι ο πλατωνισμός, από τη γέννησή του, κηρύχτηκε πολέμιος του χριστιανισμού, συμμάχησε με το «εθνισμό» και στήριξε τους διωγμούς που υπέστησαν οι χριστιανοί από τους πρώτους «εθνικούς» αυτοκράτορες· ο «εθνισμός» θριάμβευσε κάποια στιγμή, στα χρόνια του Ιουλιανού, του επονομαζόμενου «Παραβάτη», αλλά στη συνέχεια, ακολουθώντας φθίνουσα πορεία, φάνηκε να σβήνει «εν τη εξορία και τη σιγή»: «Η χριστιανική θρησκεία, αντιμέτωπος παραταχθείσα κατά του επικινδύνου τούτου εχθρού επάταξεν αυτόν μέχρι εξοντώσεως, και την αριστοτελικήν φιλοσοφία ενσωματισθείσα επίσημον μετ’ αυτού εποίησεν διαζύγιο. Η σχολαστική φιλοσοφία είχεν ήδη εκθρονίσει την ακαδημαϊκήν και ουδείς λόγος πλέον περί Πλάτωνος εγένετο.» (3)
Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε ακριβώς την επίδραση της διδασκαλίας του στη Φλωρεντία και γενικότερα στη Δύση· κατά τον Σάθα, ο Πλήθων παρουσίασε την πλατωνική φιλοσοφία στον πανίσχυρο άρχοντα Κόζιμο των Μεδίκων, ο οποίος ενθουσιάστηκε τόσο από τις ιδέες του Γεμιστού, ώστε προσχώρησε στο κίνημα του νεοπλατωνισμού· στη Φλωρεντία έγραψε και το «πονημάτιον» «Περί ως Αριστοτέλης προς Πλάτωνα διαφέρεται»· την ίδια περίοδο, με προτροπή ίσως του Γεμιστού, συνέλαβε ο Κόζιμο και την ιδέα για την ίδρυση Πλατωνικής Ακαδημίας στη Φλωρεντία, ενώ ανέθεσε στον ουμανιστή νεοπλατωνικό Μαρσίλιο Φιτσίνο την μετάφραση των έργων του Πλάτωνα και των νεοπλατωνικών στη λατινική γλώσσα. (Η Ακαδημία ιδρύθηκε λίγο αργότερα και η μετάφραση των πλατωνικών έργων από την αρχαία ελληνική στη λατινική γλώσσα εκδόθηκε τελικά το 1484, μαζί με τις μεταφράσεις μιας συλλογής ελληνιστικών κειμένων που είχε ανακαλύψει ο μοναχός Λεονάρδος της Πιστόια, τα λεγόμενα «Ερμητικά»· μεταφράστηκαν ακόμη έργα πολλών νεοπλατωνικών φιλοσόφων, του Πορφυρίου, του Ιαμβλίχου, του Πλωτίνου και άλλων.)
Στην εισαγωγή των «Νόμων» προτάσσεται μια σύντομη περίληψη του βιβλίου:
«Το βιβλίο αυτό περιέχει πρώτα Θεολογία σύμφωνα με τον Ζωροάστρη και τον Πλάτωνα. Για τους θεούς που αναγνωρίζονται από τη Φιλοσοφία χρησιμοποιούνται τα πατροπαράδοτα στους Έλληνες ονόματα των θεών. Όσα από τα ονόματα αυτά δεν είναι εναρμονισμένα με τη Φιλοσοφία, εξαιτίας των διαστρεβλώσεων που έκαναν οι ποιητές, προσπαθούμε να τα εναρμονίσουμε με τη Φιλοσοφία. όσο είναι δυνατόν.
Περιέχει στη συνέχεια Ηθική σύμφωνα με τους παραπάνω σοφούς και ακόμη βέβαια τους Στωικούς.

Ο Γεννάδιος Σχολάριος, κατά κόσμον 
Γεώργιος Κουρτέσιος (1400 – 1473),
 ήταν ο πρώτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως 
μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Περιέχει επίσης τις αρχές του σπαρτιατικού πολιτεύματος (Πολιτείαν δε Λακωνικήν), αφού βέβαια αφαιρεθεί απ’ αυτό η υπερβολική σκληραγωγία, που ασφαλώς δεν γίνεται εύκολα αποδεκτή από τους πολλούς, και αφού προστεθεί προπάντων η φιλοσοφία των αρχόντων, το σπουδαιότατο αυτό πλατωνικό πολίτευμα.
Περιέχει ακόμα ευπρεπείς ιεροτελεστίες (αγιστείας ευσταλείς), που δεν είναι εξεζητημένα περίτεχνες, ούτε όμως κατώτερες απ’ ό,τι πρέπει (εκλιπείς).
Περιέχει βέβαια και Φυσική, κυρίως σύμφωνα με τον Αριστοτέλη.
Καταπιάνεται (άπτεται) κάπως το βιβλίο και με τις αρχές της λογικής και με την ελληνική μυθολογία (αρχαιολογίαν) και παράδοση και ως ένα σημείο με τον υγιεινό τρόπο ζωής (υγιεινής διαίτης).» (2)
Σχετικά με την αθανασία της ψυχής ο Πληθών υποστηρίζει την παλαιά διδασκαλία για τις συνεχείς, κατά τακτά χρονικά διαστήματα, επανόδους των ψυχών στα σώματα και στη ζωή, επανόδους τις οποίες οι πιο πολλοί ονομάζουν μετεμψυχώσεις και πιστεύει ότι οι ψυχές δεν ανυψώνονται ποτέ στην ουράνια βασιλεία (εις τον ουράνιον τόπον ουδέποτε ταύτας ανάγεσθαι):
«Σχετικά τώρα με τη δική μας φύση, πρώτο κεφάλαιο είναι πως η ψυχή μας είναι συγγενική με τους θεούς και γι’ αυτό μένει αθάνατη και αιώνια (αΐδιος) στον ουρανό αυτόν καθ’ όλο τον χρόνο. Δεύτερο κεφάλαιο πως η ψυχή αποστέλλεται από τους θεούς για να ενωθεί κατά τακτά διαστήματα με θνητό σώμα, κάθε φορά και με άλλο, για χάρη της αρμονίας του σύμπαντος, ώστε να επικοινωνεί σε μας και στο δικό μας είδος το θνητό με το αθάνατο στοιχείο και να συνδέονται έτσι μεταξύ τους τα διάφορα μέρη του σύμπαντος.»
Αφού ήταν ήδη γνωστό πως ο Πλήθων ετοίμαζε το βιβλίο του, ο Γεννάδιος Σχολάριος, έγραψε δημόσια υπέρ της αριστοτελικής φιλοσοφίας και κατά του Πλάτωνα, εκβιάζοντας κατά κάποιον τρόπο την απάντηση του Γεμιστού και την υπεράσπιση του πλατωνισμού. Πράγματι ο «φιλόσοφος», όπως τον αποκαλούσαν πολλοί, απάντησε και ακολούθησε σπουδαία δημόσια συζήτηση, με πρωταγωνιστές τους επιφανέστερους εκπροσώπους των δύο φιλοσοφικών «σχολών». Ο Σχολάριος, θέλοντας ίσως να προλάβει τη δημοσίευση του «επίφοβου» βιβλίου κατηγορεί τον Πλήθωνα ότι «τα σαπρά Ελλήνων ανανεοίεν ληρήματα», και θέλει να αναζωπυρώσει «την αλόγιστον εκείνην θεοποιίαν», η οποία είχε σβήσει από καιρό· στο τέλος της επιστολής απειλεί ευθέως τον Έλληνα φιλόσοφο: « …αλλά γένοιτο καμοί τούτον ενστήσασθαι τον αγώνα, και μη πυρ, αλλά λόγους αληθείας επαφείναι τοις γράμμασιν, ως τοις γράψασιν μάλλον πρέποντος του πυρός.»
Πολλά κεφάλαια του βιβλίου θα μπορούσαν ίσως να τα συνυπογράψουν και πιστοί χριστιανοί θεολόγοι, όπως λ.χ. τα σχετικά με τη φύση του «ενός θεού», την αγαθότητα και την αιώνιότητά του· χριστιανικότατα φαίνονται και όσα γράφει για τις αρετές, τη σωφροσύνη και την ανδρεία. Ο Πλήθων όμως δεν αφήνει κανένα περιθώριο συμβιβασμού: από την αρχή ξεκαθαρίζει ότι το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα έχει ως αναπόσπαστο στοιχείο του την λατρεία των θεών, όπως άλλωστε συνέβαινε και στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

Σε μια νεότερη ελληνική έκδοση των Νόμων (4), ο μεταφραστής αισθάνεται την ανάγκη να δηλώσει τα θρησκευτικά του φρονήματα: «Η προσήλωση μου στην Ορθοδοξία δεν με εμπόδισε να μεταφράσω το κατεξοχήν «αιρετικό» έργο του Πλήθωνος, γιατί είμαι πεπεισμένος ότι λόγοι ιστορικής αυτογνωσίας επιβάλλουν τη νηφάλια εξέταση των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων λίγα χρόνια πριν από την άλωση της Πόλης»· και αμέσως παρακάτω: «Επίσης, επειδή από μικρός γαλουχήθηκα στα ιδεώδη του Ελληνισμού πιστεύω ότι οφείλεται έστω και ελάχιστος σεβασμός στον ακραιφνή Έλληνα Γεώργιο Γεμιστό, γιατί, παρά το γεγονός της αποστασίας του, αγωνίστηκε με πάθος για την αναγέννηση και σωτηρία του Ελληνισμού.» (4)

Ο Κωστής Παλαμάς, στον «Δωδεκάλογο του γύφτου» ζωντανεύει τη σκηνή της καύσης του βιβλίου και βάζει τους λεγόμενος «εθνικούς» απέναντι στους Χριστιανούς:
«…ξάναβε φωτιά, και γύρω της / ρασοφόροι, καλογέροι, χριστιανοί / τήνε θρέφαν, και το ρύθµιζε το βήµα τους / µια τροµάρα, µια ηδονή.» […]
«Και τους γνώρισα· ήταν οι Πολύθεοι / κι οι χριστιανοµάχοι κι οι εθνικοί, / κι οι φιλόσοφοι, του ονείρου οι κυνηγοί, / στη λατρεία των αγύριστων Ελλήνων / οι γονατιστοί. / Τη φωτιά την αντικρίζανε / σαν ιερό βωµό, / σα να παραφύλαγαν τα λείψανά της / να τα συµµαζώξουνε για το ναό.» […]
«Και µε κοίταξαν και µου είπαν: «Τρέµε, / γύφτε, κι οι άπιστοι όλοι! Καίµε το βιβλίο τ’ αφορισµένο, / το κακούργο, το γραµµένο / απ’ το Γεµιστό, / το βιβλίο που δε θέλει την Παρθένο / και δεν ξέρει το Χριστό, / και σε δόξας ανεβάζει θρόνους / και λατρεύει για θεούς / τα στοιχειά και τους δαιµόνους / και των ψεύτικων ειδώλων τους ναούς!»
Ο Γύφτος, η συνείδηση του ποιητή, επαγγέλεται τη συμφιλίωση των «πολύθεων» με τους Χριστιανούς:
[…] «Έρµη, σκλάβα, πικρή Ρωµιοσύνη, / τη βλαστήµια τ’ αντίθεου την είδα / κατά σε πειρασµός να τη χύνει / σαν τη λέπρα και σαν την ακρίδα! / Ποιός βαστιέται µ’ αδάκρυτα µάτια / να σε ιδεί; Τι αµαρτίες πληρώνεις; / Στα χρυσά ρηγικά σου παλάτια / γνέθει η αράχνη και µύρεται ο γκιώνης.»
«Θά ‘ρθει µέρα, και θα δώσετε τα χέρια σας, / Εθνικοί και Γαλιλαίοι, ανοιχτοµάτες, / ποτισµένοι το βοτάνι της ζωής· /τα φαντάσµατα θα δείτε σα φαντάσµατα / και θ’ απλώσετε τα χέρια, απ’ όσα ζουν να κρατήσετε κι εσείς!»
Στην «Γυφτοπούλα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ο Πλήθων έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, ως «είδος Φάουστ», όπως έγραφε χαρακτηριστικά μια εφημερίδα της εποχής. Σε μια «ιστορική παρέκβαση», εγκιβωτισμένη μέσα στο μυθιστόρημα, ο Παπαδιαμάντης αναφέρεται στον Πλήθωνα και στις πολυσυζητημένες απόπειρες για την ένωση της δυτικής με την ανατολική εκκλησία, εν όψει του διαφαινόμενου τουρκικού κινδύνου. 
Για τον Πλήθωνα διαβάζουμε: «Στάδιά τινά μακρὰν τῆς Σπάρτης ἔκειτο τὸ Πληθώνειον ἄντρον, ἐν ᾧ κατῴκει ὁ Γεώργιος Γεμιστός, ὁ μετονομασθεὶς Πλήθων, οὗ τὸ κλέος εὐρὺ τότε ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα.» 
Και λίγο παρακάτω: «Ὁ Γεώργιος Γεμιστὸς ἦτο ὁ ὀψιγενὴς Ἕλλην πλατωνικὸς τοῦ ΙΕ´ αἰῶνος, ὁ ὀνειροπολήσας νὰ ἀρχίσῃ ἐκ νέου κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον τὸ ἔργον τοῦ Ἰουλιανοῦ, ὁ μετὰ τὸν Παραβάτην δεύτερος Παραβάτης. Ὁ Γεώργιος Γεμιστὸς ἦτο ἀνὴρ σοφώτατος καὶ πολυμαθέστατος. Ἦτο τόσον ἀνώτερος τοῦ χρόνου καθ᾽ 〈ὃν〉 ἔζη, ὅσον ἡ ἀρχαία ἐποχὴ ἦτο ἀνωτέρα τῆς τότε ἀθλίας ἐποχῆς, καὶ ὅσον ἡ ἀθλία ἐκείνη ἐποχὴ ἦτο οὐχ ἧττον ἀνωτέρα τῆς σήμερον ἀπροσδιορίστου ἐποχῆς.» (5)
Παρά τις πανθομολογούμενες αρετές του, ο «σοφός» Γεμιστός έσφαλλε, εφόσον πίστευε ότι μπορούσε ν’ αναστήσει θεσμούς και νόμους που χάνονταν μακριά στον ιστορικό χρόνο και είχαν θεσπιστεί σε άλλες, πολύ διαφορετικές ιστορικές συνθήκες: «Ἀλλὰ παρὰ πᾶσαν τὴν σοφίαν καὶ πολυμάθειαν αὐτοῦ ὁ Γεώργιος Γεμιστὸς ἥμαρτε, καὶ ἥμαρτε λίαν ἀδικαιολογήτως. Διότι ἐφαντάσθη ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπανορθώσῃ θεσμοὺς καὶ ἤθη ταφέντα ἐσαεὶ καὶ κείμενα ὑπὸ τὴν σεσωρευμένην σκωρίαν τοῦ χρόνου.» (5)
Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο φιλόσοφος του Μυστρά ήθελε να επαναφέρει την «παλαιά θρησκεία» των Ελλήνων, την πολυθεΐα, όπως τη χαρακτήριζε ο Γεννάδιος Σχολάριος: «Ὁ Γεώργιος Γεμιστὸς ἐπεθύμει οὐδὲν ἦττον ἢ νὰ ἐπανιδρύσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἀρχαίαν θρησκείαν, τὴν λατρείαν τοῦ Διός, τῆς Ἥρας, τῆς Ἀθηνᾶς, τῆς Ἀφροδίτης καὶ τῶν ἄλλων τῆς ἀρχαιότητος θεῶν.» (5)
Όπως φαίνεται και στο προηγούμενο απόσπασμα, ο Παπαδιαμάντης δεν πιστεύει ότι ο Γεμιστός επιδίωκε κατά κάποιον τρόπο να συνταιριάσει τον χριστιανισμό με τον ελληνισμό ή έστω με τον πλατωνισμό, όπως υποστηρίχτηκε αργότερα· ο Γεμιστός είναι Έλληνας και νοιάζεται πράγματι για τη σωτηρία των Ελλήνων, αλλά πουθενά δεν φαίνεται χριστιανός, αν και θάφτηκε με χριστιανικές τιμές και σύμφωνα με το τυπικό της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας· διότι, ενώ μπορούμε να βρούμε πολλές γενικές ομοιότητες ή παραλληλισμούς ανάμεσα στην φιλοσοφική διδασκαλία του Πλήθωνα και τα ορθόδοξα χριστιανικά δόγματα της εποχής, απουσιάζουν παντελώς οι ξεκάθαρες αναφορές στον χριστιανισμό και τις άλλες μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, τον ιουδαϊσμό και τον μωαμεθανισμό.
Ασφαλώς η σιωπή δεν οφείλεται στην άγνοια· όπως ήταν αναμενόμενο, το τελευταίο βιβλίο του Πλήθωνα προκάλεσε την αντίδραση της εκκλησίας. Ποια τύχη θα μπορούσε να έχει στο ύστερο Βυζάντιο μια φιλοσοφική, πολιτική και θρησκευτική πραγματεία που όχι μόνο δεν αναφέρεται στον Ιησού, αλλά εξυμνεί σε όλους τους τόνους τον Δία και τον Ποσειδώνα;
[...]

Η συγκέντρωση της εξουσίας σε έναν μονάρχη και η δημιουργία ουσιαστικά νέων κοινωνικών ομάδων (παραγωγοί, μικροί ιδιοκτήτες, στρατιώτες) εκ των πραγμάτων στρέφεται ενάντια στους παλιούς ιδιοκτήτες και τους γαιοκτήμονες, χωρίς όμως να τους καταργεί ως τάξη· τα μέτρα κατά της κερδοσκοπίας και οι δασμοί θέτουν τα όρια του πλουτισμού: αυτό που προέχει είναι η επιβίωση του κράτους, και μάλιστα σε δύσκολες συνθήκες.
Ο Πλήθων ήταν από τους Έλληνες που είχαν προβλέψει τον τουρκικό κίνδυνο και πιθανότατα πολλοί θα συμμερίζονταν τις απόψεις του για ριζική αλλαγή των πραγμάτων στην Πελοπόννησο ή και σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, όση είχε απομείνει μετά τις αλλεπάλληλες επιδρομές και τα εσωτερικά προβλήματα που την ταλάνιζαν τους τελευταίους αιώνες πριν από την άλωση του 1453. 
Τα σχέδια του για ριζικές αλλαγές επικεντρώνονται στην Πελοπόννησο, πιθανότατα γιατί πίστευε ότι η Πόλη ήταν πλέον αδύνατο να σωθεί, καθώς είχε περικυκλωθεί ασφυκτικά από τις δυνάμεις των Τούρκων και οι δυτικοί δεν φαίνονταν στην πράξη πρόθυμοι να εκστρατεύσουν εναντίον τους. Αντιθέτως η Πελοπόννησος διέθετε ακόμα ικανούς ελληνικούς πληθυσμούς και πολεμική παράδοση, καθώς, εκτός από τους «πολεμικότατους» Μανιάτες, πολλοί Έλληνες υπηρετώντας ως μισθοφόροι στους Φράγκους απέκτησαν στρατιωτική εμπειρία και το ανάλογο πολεμικό φρόνημα. Τα κείμενα του Γεμιστού για την συγκρότηση εθνικού στρατού και η αντίθεσή του στην χρησιμοποίηση μισθοφόρων δείχνουν πως είχε σαφή και συγκεκριμένη αντίληψη των πραγμάτων. 
Την ίδια περίοδο περίπου, ο Μακιαβέλι καταφέρεται επίσης εναντίον των μισθοφόρων, προκειμένου να σωθεί η Ιταλία από τους «βαρβάρους». Τα πολυδάπανα μισθοφορικά στρατεύματα, στην καλύτερη περίπτωση, μπορούσαν ίσως να βοηθήσουν σε κρίσιμες περιστάσεις, εφόσον ο εργοδότης τους ήταν αρκετά ισχυρός, ώστε ν’ ανακόψει την αρπακτική τους διάθεση σε περίπτωση νίκης ή και ήττας. Εύκολα όμως περνούσαν με τον αντίπαλο, η μαχητικότητά τους ήταν μειωμένη και στασίαζαν συχνά. Βαθύς ανθρωπογνώστης ο Γεμιστός ξέρει καλά ότι τίποτε δεν μπορεί ν’ αντικαταστήσει έναν εθνικό στρατό: όποιος είναι αποφασισμένος να πεθάνει για την πατρίδα και την (όποια) πίστη του πολεμάει καλύτερα, όπως έδειξαν πλήθος παραδείγματα στο ιστορικό παρελθόν. Η Σπάρτη, χάρη στο πολίτευμα της, για αιώνες ολόκληρους παρέμεινε ανεξάρτητη, μέχρι και τα χρόνια των Ρωμαίων.
Έχοντας ως πρότυπο παράδειγμα τους μεγάλους νομοθέτες της αρχαιότητας, και ιδίως τον Λυκούργο, ο Πλήθων πιστεύει ότι οι καλοί νόμοι είναι το βασικότερο συνεκτικό στοιχείο μιας οργανωμένης πολιτείας. Παράλληλα, περιγράφει μια τάξη από επαγγελματίες πολεμιστές, η οποία θα ελέγχει ουσιαστικά τους άρχοντες και θα ταυτίσει ενδεχομένως τα συμφέροντά της με την εφαρμογή του Νόμου. (Στη Σπάρτη, η Απέλλα, η συνέλευση των πολεμιστών, και πολλοί άλλοι θεσμοί, έβαζαν φραγμό στην ασυδοσία των αρχόντων – με αυτή την έννοια, το πολίτευμα ήταν μεν «ολιγαρχικό» ή «αριστοκρατικό», δεν μπορούσε όμως να μετατραπεί εύκολα σε προσωπική δικτατορία. Η συγκέντρωση της εξουσίας σε έναν μονάρχη έχει στόχο, σε πρώτη φάση τουλάχιστον, να μειώσει την ισχύ των παραδοσιακών κυρίαρχων ομάδων). 
Όπως είδαμε, οι παραγωγοί αναφέρονται ως «είλωτες», ωστόσο προβλέπεται να λαμβάνουν ένα μέρος των προϊόντων, ως ποσοστό, πράγμα που σημαίνει ότι η αύξηση της παραγωγής θα ωφελούσε και τους ίδιους· η ζωή τους γίνεται σεβαστή και η αξιοπρέπεια τους προστατεύεται ρητά από τον Νόμο – στην αρχαία Σπάρτη ήταν απλώς δούλοι. Θεωρητικά τουλάχιστον και με τα μέτρα της εποχής, η κατάσταση των εξαθλιωμένων αγροτών θα ήταν πιθανόν καλύτερη σε σχέση με τα φεουδαρχικού τύπου καθεστώτα που επέβαλλαν οι Φράγκοι στην Πελοπόννησο και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. 
Η μνημειώδης αντίσταση του Σκεντέρμπεη (1443-1468), ο οποίος είχε υπό τις διαταγές του σημαντικές χριστιανικές δυνάμεις της Ηπείρου (κυρίως Ηπειρώτες Έλληνες και Αλβανούς) έδειξε ότι μια ενδεχόμενη συμμαχία θα μπορούσε να σταματήσει την τουρκική επέλαση τουλάχιστον στα όρια της Ηπείρου και της Πελοποννήσου. Τα σχέδια για την οχύρωση του Ισθμού δείχνουν επίσης ότι οι βυζαντινοί Έλληνες είχαν πλήρη επίγνωση του επερχόμενου κινδύνου, αν και την ίδια περίοδο πολλοί συνεργάζονταν με τους Τούρκους και υπονόμευαν στην πράξη την περιβόητη χριστιανική συμμαχία εναντίον των «απίστων». 
Τα χριστιανικά ιπποτικά τάγματα δεν ήταν παρά δράκες αδίστακτων μισθοφόρων, όπως φάνηκε στην πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολη (1204). 
Ένα ισχυρό ελληνικό ή έστω χριστιανικό κράτος θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την αντιστροφή της κατάστασης και ν’ αποτελέσει πόλο έλξης για όσους προσχωρούσαν ήδη μαζικά στον ισλαμισμό, είτε από φόβο, είτε με ανταλλάγματα. Αν και δεν έχει σωθεί το μεγαλύτερο μέρος των «Νόμων», μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι ο πολυμαθέστατος Πλήθων είχε συγκεκριμένες προτάσεις για την ανάπτυξη της πολεμικής τεχνολογίας των βυζαντινών και την αξιοποίηση των επιστημονικών γνώσεων της εποχής, υπό την εποπτεία μιας «φωτισμένης» ηγεσίας.
Αν εξετάσουμε το ζήτημα από τη σκοπιά της γενικότερης ευρωπαϊκής ιστορίας, τα κύρια συστατικά στοιχεία του κράτους που προτείνει ο Γεμιστός ταυτίζονται σχεδόν με τις γενικές αρχές στις οποίες στηρίχτηκαν τα καινούργια εθνικά κράτη που άρχισαν να σχηματίζονται αφού διαλύθηκαν τα φεουδαλικά μεσαιωνικά συστήματα και οι αυτοκρατορίες.
Προτείνει τη συγκρότηση αξιόμαχου εθνικού στρατού, όπως και ο Μακιαβέλι την ίδια περίοδο. Ο στρατιώτης-πολίτης είναι βασικό στοιχείο του σύγχρονου κράτους, Ο Πλήθων, ωστόσο, δεν κάνει λόγο για γενική στρατολογία του λαού αλλά για τη δημιουργία μόνιμης εθνικής τάξης πολεμιστών. Με την πάροδο των αιώνων, το λαϊκό στοιχείο θ’ αντικαταστήσει σταδιακά τους μισθοφόρους και τα ποικιλώνυμα στρατιωτικά σώματα που υπηρετούσαν διάφορους τοπικούς άρχοντες. Και στα σύγχρονα κράτη βρίσκουμε μόνιμους εθνικούς στρατούς και ειδικούς επαγγελματίες του πολέμου. (Εκτός των άλλων, η πολυπλοκότητα των οπλικών συστημάτων επιβάλλει εκ των πραγμάτων τη δημιουργία τέτοιων σωμάτων, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες τουλάχιστον.)
Ο Πλήθων προτείνει εθνική ανεξάρτητη οικονομία, κατά το δυνατόν αυτάρκη, η οποία θα εξασφάλιζε τους οικονομικούς πόρους που ήταν απαραίτητοι για την επιβίωση και την ευημερία του κράτους. Εδώ βρίσκουμε στοιχεία κρατικού προστατευτισμού (δασμοί, φόροι στα εισαγόμενα κλπ.), ώστε το κράτος, ως σύνολο, να μπορεί να ρυθμίζει την οικονομική ζωή – οι έμποροι και οι βιοτέχνες δραστηριοποιούνται στα οικονομικά πεδία που ορίζονται σε γενικές γραμμές από την κεντρική εξουσία· η πολιτεία, ως κεφαλαιοδότης ή «προστάτης» συμμετέχει στην παραγωγική ανασυγκρότηση και την παραγωγή του πλούτου, διατηρώντας καθοριστικό ρόλο στη διανομή του.
Οι προτάσεις για ισχυρό εθνικό νόμισμα και σχετικά δίκαιη φορολογία βασισμένη στο εισόδημα θα εφαρμοστούν τους επόμενους αιώνες συστηματικά. Η άριστη πολιτεία του Πλήθωνα διαθέτει ισχυρή κεντρική εξουσία κι έχει επικεφαλής έναν μονάρχη, με «ενάρετους», «δίκαιους» και ειδικευμένους συμβούλους, οι οποίοι προέρχονται κυρίως από τη μεσαία τάξη των πολιτών· με άλλα λόγια, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, ο Έλληνας φιλόσοφος διατυπώνει μια εθνική πολιτική ιδεολογία, όπως έκανε είκοσι αιώνες νωρίτερα ο Πλάτων. Ο Πλήθων προτείνει μάλιστα ξεκάθαρα να τεθεί ο ίδιος επικεφαλής ενός τέτοιου κράτους – ο Μακιαβέλι δεν έχει τέτοιες αξιώσεις.

Ο Πλήθων πέθανε υπέργηρος από φυσικά αίτια στον Μυστρά το 1452· λόγω της καθόδου των Οθωμανών, που ακολούθησε μετά από λίγα χρόνια, οι περισσότεροι μαθητές του, ανάμεσα στους οποίους και ο μετέπειτα καρδινάλιος Βησσαρίων, έφυγαν στην Ιταλία, όπου συνέβαλαν σημαντικά στην λεγόμενη Αναγέννηση. 
Το 1466 Ιταλοί θαυμαστές του με επικεφαλής τον Σιγισμούνδο Μαλατέστα εισέβαλαν στην Λακεδαίμονα, πήραν τα οστά του και τα μετέφεραν στο Ναό των Μαλατέστα (Tempio Malatestiano) στο Ρίμινι όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα, «για να βρίσκεται ο μεγάλος διδάσκαλος μεταξύ ελευθέρων ανθρώπων». 
Μετά το θάνατό του οι δεσπότες της Πελοποννήσου παρέδωσαν το χειρόγραφο στο Γεννάδιο Σχολάριο, ο οποίος, αφού το διάβασε, δεν το αντέκρουσε, όπως είχε αρχικά πει, αλλά το έκαψε δημόσια, καθώς θεωρήθηκε «ειδωλολατρικό» και «σατανικό»· κάλεσε μάλιστα όσους κατέχουν αντίγραφα να τα καταστρέψουν.

Ο Μάρκος ο Ευγενικός (1393-1445), υπήρξε Μητροπολίτης Εφέσου και μια από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές και θεολογικές προσωπικότητες της εποχής του. Θεωρείται ο κύριος παράγοντας της αποτυχίας της ένωσης της Δυτικής και της Ανατολικής Εκκλησίας στη σύνοδο της Φλωρεντίας, όπου ήταν ο μόνος που αρνήθηκε να υπογράψει

Όπως και νάχει, οι προτάσεις του Πλήθωνα δεν εφαρμόστηκαν, και ίσως ήταν αδύνατο να εφαρμοστούν στο σύνολό τους. Αυτό που δεν μπορούσε να γίνει, ήταν η επιστροφή στην παλαιά θρησκεία των Ελλήνων. Πίστευε πραγματικά ο Πλήθων ότι η αλλαγή της θρησκείας θα μπορούσε να επιβληθεί από τους «άρχοντες φιλοσόφους» και ο λαός θ’ ακολουθούσε; Η φιλοσοφική-πολιτική σχολή του Πλήθωνα στον Μυστρά και η αναβίωση των αρχαίων μυστηρίων είχαν σκοπό να διαμορφώσουν τους μελλοντικούς «φιλόσοφους κυβερνήτες», κατά το πρότυπο της Ακαδημίας του Πλάτωνα, και απευθυνόταν μάλλον στις ανώτερες και μορφωμένες τάξεις της κοινωνίας. 
Ο πολύς λαός όμως, άπαξ και άλλαξε την πίστη του, επέμενε σ’ αυτήν – ο Γεμιστός θεωρούνταν κάτι σαν «μάγος». Ο Δίας δεν μπορούσε ν’ αντικαταστήσει τον Ιησού, ούτε οι ορθόδοξοι επίσκοποι μπορούσαν να δώσουν τη θέση τους σε ιερείς του Δία και του Ποσειδώνα. 
Οι καιροί και τα πράγματα είχαν αλλάξει και ο Παπαδιαμάντης μάλλον έχει δίκιο όταν γράφει: «Καὶ ὅμως ἦτο εὐφυής, καὶ ἠδύνατο νὰ προΐδῃ ὅτι ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀντικαταστῇ δι᾽ ἄλλης θρησκείας, πλὴν τῆς ἐλλείψεως πάσης θρησκείας, ὅπως καὶ συνέβη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν.»


Ενδεικτική βιβλιογραφία και πηγές

1. Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Ε’, εκδ. Ελευθερουδάκη, σ. 239-245, Αθήνα, 1925.

2. Georg Ostrogorsky. Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους. Τόμοι: Α’+Β’+Γ’1. ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1978

3. Κωνσταντίνος Σάθας, Νεοελληνική Φιλολογία, εκ της τυπογραφίας των τέκνων Ανδρέου Κορομηλά, Αθήνα 1868.

4. Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων, Νόμων Συγγραφή, εκδ. Ζήτρος, Αθήνα 1983.

5. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Γυφτοπούλα. http://papadiamantis.net/%CE%9C%CF%85%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/%E1%BC%A9-%CE%93%CF%85%CF%86%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1-%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82-I-1884

6. Κωστής Παλαμάς, Ο δωδεκάλογος του γύφτου. http://heltios-ctpala.blogspot.gr/2010/09/blog-post.html

7. http://www.gliscritti.it/blog/entry/1178

8. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%97%CE%84_

Το βρήκαμε εδώ:





Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

Οι επιδράσεις της Αρχαίας Κλασσικής Γραμματείας στους Βυζαντινούς Ιστορικούς

Άννα Κομνηνή

Οι επιδράσεις της Αρχαίας Κλασσικής Γραμματείας 
στους Βυζαντινούς Ιστορικούς 
(η περίπτωση της Άννας Κομνηνής)

Η παρούσα εργασία, όπως δηλώνει και ο τίτλος της, σκοπόν έχει να αναδείξει την επίδραση που άσκησαν οι αρχαίοι κλασσικοί ιστορικοί (ιδίως οι Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Ξενοφών, Πολύβιος, Πλούταρχος) στην βυζαντινή ιστοριογραφία, για την οποία αποτέλεσαν πρότυπα προς μίμησιν ως προς το ύφος και την μεθοδολογία. Δεν κομίζουμε κάτι νέο, εφ’ όσον οι βυζαντινολόγοι έχουν αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας τον ισχυρό πνευματικό σύνδεσμο μεταξύ αρχαίας κλασσικής γραμματείας και βυζαντινής ιστοριογραφίας. Επομένως, η εργασία μας έχει περισσότερον χαρακτήρα συνθετικό παρά πρωτοποριακό ή καινοτόμο. Το ενδιαφέρον μας στην παρούσα εργασία θα επικεντρωθεί στο έργο της Άννης Κομνηνής, κόρης του αυτοκράτορος Αλεξίου Α΄Κομνηνού, «Αλεξιάς». Μέσα από μία σύντομη εισαγωγική περιδιάβαση γενικά στην βυζαντινή ιστοριογραφία, θα επικεντρωθούμε στο πρόσωπο της Άννης Κομνηνής, και στο ιστορικό της έργο, μέσα από το οποίο θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε επιδράσεις της αρχαίας κλασσικής γραμματείας.

Γενικά για την βυζαντινή ιστοριογραφία

Οι βυζαντινοί ιστορικοί μας κατέλειπαν αξιόλογα έργα από απόψεως ιστοριογραφίας και λογοτεχνίας. Πολλοί εξ αυτών υπήρξαν σπουδαίοι ιστορικοί, αν και δεν εκτιμήθηκαν δεόντως από τους συγχρόνους τους, οι οποίοι προτιμούσαν να διαβάζουν τους αρχαίους κλασσικούς ιστορικούς (Θουκυδίδη, Ηρόδοτο, Ξενοφώντα, Πολύβιο, Πλούταρχο) και να θαυμάζουν με προγονική υπερηφάνεια τους αρχαίους Έλληνες, των οποίων οι Βυζαντινοί αποτελούσαν φυσικούς και πνευματικούς κληρονόμους.
Είναι γνωστή η σχέση των Βυζαντινών με τον ελληνικό πολιτισμό και η αγάπη και ο σεβασμός που έτρεφαν για την προγονική τους πολιτιστική κληρονομιά. Δικαίως αισθάνονταν υπερήφανοι για το ένδοξο ελληνικό τους παρελθόν και για τα ιστορικά και πνευματικά επιτεύγματα των προγόνων τους. Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο ήταν αναμενόμενο να αναπτυχθεί έντονο ενδιαφέρον για την μελέτη της αρχαίας κλασσικής γραμματείας, αλλά και μία τάση μιμήσεως των προγενεστέρων ως πρότυπα λογοτεχνικά, φιλολογικά, γλωσσικά και ιστορικά.
Γράφει πολύ χαρακτηριστικά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος σε μίαν επιστολή του προς κάποιον σοφιστή Αβλάβιον: «πυνθάνομαί σε σοφιστικής εράν, και το χρήμα είναι θαυμάσιον, οίον σοβαρόν φθέγγεσθαι, μέγα βλέπειν, βαδίζειν υψηλGrigorios o 8eoloogosόν καιμετέωρον, το λήμμα σοι φέρειν εκείσε εις Μαραθώνα και Σαλαμίνα, ταύτα δη τα ημέτερα καλλωπίσματα, και μηδέν εννοείν, ότι μη Μιλτιάδας και Κυναιγέρους και Καλλιμάχους τε και Τηλεμάχους, και πάντα εσκεύασθαι σοφιστικώς».[1]
Μέσα από την μελέτη των αρχαίων ιστορικών οι Βυζαντινοί εύρισκαν παραδείγματα γενναίων και ηθικών ανδρών αξίων να λειτουργήσουν ως πρότυπα. Για παράδειγμα, ο Θεόδωρος Μετοχίτης, Μέγας Λογοθέτης του κράτους, αναφέρει προσωπικότητες της κλασσικής αρχαιότητος ως πρότυπα προς μίμησιν, όπως οι Επαμεινώνδας και Πελοπίδας, αλλά και προς αποφυγήν, όπως ο Αλκιβιάδης. [2] Οι βυζαντινοί των Μέσων Χρόνων ενδιαφέρονταν για την μελέτη της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, αφού άλλωστε η ιστορία ήταν ενταγμένη στα μαθήματα της εγκυκλίου παιδείας, αλλά και πολλοί λόγιοι ασχολήθηκαν με την συγγραφή της ιστορίας, επιδεικνύοντας την άριστη γνώση που διέθεταν περί των κλασσικών ιστορικών συγγραφέων, αλλά και την μίμηση του γλωσσικού τους ύφους και της αττικής διαλέκτου κατά την ιστορική αφήγηση, που συχνά θύμιζαν Ηρόδοτο, Θουκυδίδη, Ξενοφώντα, Πολύβιο, Πλούταρχο.
Πράγματι, η βυζαντινή ιστοριογραφία γνώρισε μεγάλη άνθιση κατά την υπερχιλιετή διάρκεια ζωής της Ρωμαϊκής βυζαντινής αυτοκρατορίας, και ανεδείχθησαν αξιόλογοι ιστορικοί και χρονικογράφοι. Χαρακτηριστικό της βυζαντινής ιστοριογραφίας είναι ότι τόσον οι ιστορικοί όσο και οι χρονικογράφοι δεν περιορίζονται στην εξιστόρηση των σύγχρονων προς αυτούς γεγονότων, αλλά επιχειρούν να συγγράψουν γενικές ιστορίες («από κτίσεως κόσμου») θέλοντας να φανερώσουν ότι πίσω από την ιστορική πορεία των λαών και την δράση των ιστορικών προσώπων εκδηλώνεται η πρόνοια του Θεού, δημιουργού του σύμπαντος κόσμου, ο Οποίος με την θεϊκή Του βούληση κατευθύνει την πορεία των ιστορικών πραγμάτων, προνοεί για τα χριστιανικά έθνη και ενδιαφέρεται για τα πράγματα της χριστιανικής βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Όπως σημειώνει ο Κ. Κrumbacher, «δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι οι ιστορικοί αποτελούν την υπέροχον τάξιν των πεζογράφων. Εις ουδένα άλλον κλάδον της λογοτεχνίας-πλην της εκκλησιαστικής υμνογραφίας- το βυζαντινόν πνεύμα παρήγαγε τόσον αφθόνους και αγαθούς καρπούς. Οι ιστοριογράφοι, όσον και αν ήσαν μιμηταί ξένων τύπων, ευρίσκοντο όμως εις την ανάγκην να δημιουργήσουν και τι νέον, διότι το υλικόν των ήτο όλως νέον, και δη νέον ουχί διόλου ασήμαντον μέχρι του 13ου αιώνος. Αι μεγάλαι προσωπικότητες του Ιουστινιανού, Βελισσαρίου, Ναρσή, είτα του Ηρακλείου, της Μακεδονικής δυναστείας η κολοσσιαία ανάπτυξις, η πολιτική και πνευματική ανακαίνισις επί Κομνηνών και η καταπλημμύρησις της Ανατολής υπό των Φράγκων κατακτητών ανήκουν εις τα εξαισιώτερα αντικείμενα της παγκοσμίου ιστορίας».[3]
Τα σωζόμενα ιστορικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες, σε ιστορίες και χρονικά ή χρονογραφίες. Οι χρονογράφοι, συνήθως άνθρωποι του κλήρου ή της μεσαίας τάξεως, δεν φιλοδοξούσαν να γράψουν ιστορία με αυστηρό έλεγχο των πηγών τους ή επιστημονική μεθοδολογία. Ειλκύοντο από πάσης φύσεως εξαιρετικά φαινόμενα, όπως θαύματα, πλημμύρες, φυσικές καταστροφές, ηθικές διηγήσεις που αποσκοπούσαν στον εντυπωσιασμό και την ηθικολογία των απλών ανθρώπων. Οι περισσότεροι χρονογράφοι, επειδή ακριβώς απευθύνονταν στον πολύ λαό, συνέγραψαν σε γλώσσα απλή, δημώδη, ωστόσο μέσα από τα έργα τους διασώζονται πολύτιμα ιστορικά στοιχεία, πηγές και πληροφορίες που δεν τις αντλούμε από αλλού. Συνήθως οι χρονογράφοι επιχειρούσαν να συντάξουν χρονικά «από κτίσεως κόσμου», και να περιτρέξουν εν συντομία τις προγενέστερες περιόδους (εποχή της Βίβλου, αρχαία Ελλάδα) ώσπου να φθάσουν σε πιο κοντινά και σύγχρονα προς αυτούς γεγονότα.[4]
Εν αντιθέσει προς την απλή και χωρίς ιδιαίτερη κριτική επεξεργασία του υλικού των χρονογράφων, οι βυζαντινοί ιστορικοί διαπραγματεύονται πιο λεπτομερώς και με ακριβολογία τις περιόδους και τα γεγονότα που εξιστορούν. Οι περισσότεροι εξ αυτών ήσαν λαϊκοί, μέλη των ανωτέρων κοινωνικών τάξεων, με αξιόλογη μόρφωση και κλασσική παιδεία, πολλοί εξ αυτών ανήκαν στους μεγάλους οίκους της βυζαντινής αριστοκρατίας, και κατείχαν υψηλά αξιώματα στην αυτοκρατορική διοίκηση, ως στρατηγοί, πρεσβευτές, γραμματικοί, υπουργοί και Λογοθέτες του κράτους, μέλη της αυτοκρατορικής αυλής. Η μόρφωσή και η θέση τους παρείχε την δυνατότητα να έχουν πρόσβαση σε σημαντικές πηγές και αρχειακό υλικό: επιστολές, κείμενα και μαρτυρίες των πρωταγωνιστικών μορφών. Πολλές φορές και οι ίδιοι ιστοριογράφοι ήσαν αυτόπτες μάρτυρες ή συμμετείχαν ενεργώς στα εξιστορούμενα γεγονότα. Υπερήφανοι για την κλασσική τους παιδεία επιχειρούν ενσυνειδήτως να μιμηθούν το ύφος, την γλώσσα, και την μεθοδολογία των αρχαίων ιστορικών , τους οποίους είχαν ως πρότυπα. Έτσι, πολλές φορές χρησιμοποιούν φράσεις από την κλασσική γραμματεία και έχουν την τάση να αποδίδουν στους σύγχρονους λαούς αρχαίες ονομασίες, π.χ. αποκαλούν τους Ρώσους ως Σκύθες, τους Νορμανδούς ως Κέλτες (όπως κάνει η Άννα Κομνηνή).[5]
Μεταξύ των πολλών αξιόλογων βυζαντινών ιστορικών θα αναφέρουμε ενδεικτικώς μερικούς από τους πιο εξέχοντες. Ο Ευσέβιος Καισαρείας (4ος αι.) συνέγραψε «Εκκλησιαστική Ιστορία», από την Γέννηση του Ιησού Χριστού έως του Μεγ. Κων/νου, του οποίου επίσης συνέθεσε και βιογραφία. Τον 5ο αι. σπουδαίοι εκκλησιαστικοί ιστορικοί υπήρξαν οι Σωκράτης, Σωζομενός,[6] και Θεοδώρητος Κύρου, ενώ και τον 6ο αι. ο Ευάγριος ο σχολαστικός έγραψε και αυτός «Εκκλησιαστική Ιστορία». Ο Προκόπιος (6ος αι.), από τους σημαντικότερους βυζαντινούς ιστορικούς, απετέλεσε πρότυπο ιστοριογραφίας για πολλούς μεταγενεστέρους. Συνέγραψε τους πολέμους που διεξήγαν οι στρατηγοί του Ιουστινιανού, Βελισσάριος και Ναρσής εναντίον των Περσών, Γότθων και Βανδάλων. Πρότυπό του είχε και αυτός τον Θουκυδίδη. Ο Ιωάννης Μαλάλας συγγράφει την «Χρονογραφία» του στα τέλη του 6ου αι. διαπραγματευόμενος μία μεγάλη ιστορική περίοδο, από την αρχαία Αίγυπτο, έως των ημερών του Ιουστινιανού (563 μ.Χ.). Θα περάσουν περίπου δύο αιώνες μέχρι να φανεί κάποιος νέος αξιόλογος ιστοριογράφος. Τον 9ο αι. ο Θεοφάνης ο Ομολογητής γράφει το «Χρονικόν» του σε δημώδη γλώσσα (όχι αρχαϊζουσα η αττικίζουσα), όπου εξιστορεί τα γεγονότα από την εποχή του Διοκλητιανού μέχρι και τις ημέρες των εικονομάχων αυτοκρατόρων Θεοφίλου και Μιχαήλ. Το έργο του αποτελεί πολύτιμη ιστορική πηγή για τους χρόνους της εικονομαχικής κρίσεως που συνετάραξε την αυτοκρατορία. Την εποχή γράφει και ο χρονογράφος Γεώργιος Μοναχός.[7]
Κων/νος Ζ’ Πορφυρογέννητος
Κων/νος Ζ’ Πορφυρογέννητος
Κατά τους ακόλουθους αιώνες έχουμε συγγραφείς όπως ο αυτοκράτωρ Κων/νος Ζ’ Πορφυρογέννητος (10ος αι.), το «Χρονικόν» του Ιωάννου Σκυλίτζη (11ος αι.) που περιλαμβάνει τα έτη 811-1081 μ.Χ., και την «Χρονογραφία» του Μιχαήλ Ψελλού, που διαπραγματεύεται την περίοδο 976-1077 μ.Χ. ο Γεώργιος Κεδρηνός χρησιμοποίησε ως πηγές τους προγενεστέρους ιστοριογράφους και συνέγραψε το έργο «Σύνοψις Ιστοριών» αφηγούμενος τα από Αδάμ και κτίσεως κόσμου έως τους χρόνους της βασιλείας του Ισαακίου Α’ Κομνηνού (1057 μ.Χ.). Τον 12ο αι. επίσης γράφει και η Άννα Κομνηνή την «Αλεξιάδα» της, έργο υψηλής ιστορικής στάθμης, στο οποίο θα αναφερθούμε εκτενέστερα εν συνεχεία. Ο Νικηφόρος Βρυέννιος, σύζυγος της Άννης Κομνηνής, γράφει και αυτός ιστορία ως συνεχιστής της «Αλεξιάδας». Κύριο πρότυπό του είναι ο Ξενοφών. Το ύφος του Βρυεννίου δεν έχει όμως την κομψότητα και την χάρη της «Αλεξιάδας».
Ο Ιωάννης Κίνναμος (1143-1202) συνέχισε το έργο της Άννης Κομνηνής. Διετέλεσε βασιλικός γραμματέας του Μανουήλ Α΄Κομνηνού, Ανδρονίκου Α΄ Κομνηνού και Ισαακίου Αγγέλου. Το έργο του καλύπτει τα γεγονότα των χρόνων 1143-1176. ο Ιωάννης Κίνναμος έχει ως πρότυπά του τους Ηρόδοτο, Ξενοφώντα και Προκόπιο. Η ιστορική του αφήγηση διακρίνεται για την απλή της γλώσσα, το ανεπιτήδευτο ύφος και την μεγάλη του αγάπη προς την πατρίδα.
Τον 12ο αι. ο Νικήτας Ακομινάτος (Χωνιάτης) καταγράφει τα γεγονότα μεταξύ των ετών 1118-1206 μ.Χ., δηλ. από την βασιλεία του Ιωάννου Κομνηνού, υιού του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού έως την άλωση της Πόλεως από τους Φράγκους σταυροφόρους του Βαλδουίνου. Αποτελεί αξιόπιστη και πολύτιμη ιστορική πηγή, διότι καταγράφει τα γεγονότα με ακρίβεια και ιδιαίτερη γνώση, καθώς υπήρξε διετέλεσε γραμματέας του αυτοκράτορος και Μέγας Λογοθέτης του κράτους, υπήρξε δε αυτόπτης στην άλωση της Κων/πολεως το 1204, όπου και περιγράφει τις ασχημοσύνες και τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι βάρβαροι σταυροφόροι.
Κατά τον 12ο αι. ξεχωρίζει η «Σύνοψις Ιστοριών» που συνέγραψε ο Ιωάννης Ζωναράς, ανώτερος κρατικός αξιωματούχος στην αυτοκρατορική αυλή, και μετέπειτα μοναχός. Το έργο του ξεκινάει από κτίσεως κόσμου και φθάνει μέχρι τους χρόνους του Αλεξίου Α’ Κομνηνού (1118 μ.Χ.). Το έργο του έχει αξία, καθώς χρησιμοποιεί προγενέστερες πηγές, τις οποίες σήμερα εμείς δεν διαθέτουμε, και αντλεί το υλικό του από τους Ευσέβιο Καισαρείας, Θεοδώρητο Κύρου, Προκόπιο, Θεοφάνη, Ιω. Σκυλίτζη και Μιχαήλ Ψελλό, χωρίς όμως να περιορίζεται σε απλή αντιγραφή, αλλά κάνει επεξεργασία των πηγών που διαθέτει.[8]
Τον 13ον αι. έχουμε δύο πολύ αξιόλογους ιστορικούς, τον Γεώργιο Ακροπολίτη (1220-1282 μ.Χ.), ο οποίος στο έργο του «Χρονική Συγγραφή» διαλαμβάνει τα γεγονότα μεταξύ του 1204 – έτος αλώσεως της Πόλεως από τους Φράγκους- μέχρι την ανακατάληψη αυτής από τον αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο (1261 μ.Χ.), και ο Γεώργιος Παχυμέρης (1242-1310 μ.Χ.), που συνεχίζει την εξιστόρηση από το 1261 μ.Χ. έως το 1308 μ.Χ.[9]Αμφότεροι υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες και σύγχρονοι των γεγονότων, η δε ιδιότητά τους ως ανωτέρων κρατικών λειτουργών τους εξασφάλισε άμεση πρόσβαση και πληροφόρηση στα γεγονότα.
Τον 14ον αι. δεσπόζει η μορφή του Νικηφόρου Γρηγορά (1295-1359 μ.Χ.), ο οποίος συνέγραψε, μεταξύ των πολλών άλλων του συγγραμμάτων , και «Ρωμαϊκή Ιστορία» για την περίοδο 1204-1359 μ.Χ. καταλήγοντας φθάνουμε και στους γνωστούς «ιστορικούς της Αλώσεως», τους Γεώργιο Σφραντζή, Δούκα, Λαόνικο Χαλκοκονδύλη (γράφει σε γλώσσα αρχαϊζουσα επιχειρώντας να μιμηθεί τον Θουκυδίδη) και Κριτόβουλο[10] (ο τελευταίος συνειδητά προσπαθεί να μιμηθεί το ύφος και τις τεχνικές του Θουκυδίδου, αν και δυστυχώς πλέκει το εγκώμιο του Μωάμεθ), που ως αυτόπτες μάρτυρες περιγράφουν με ακρίβεια, αν και με κάποιες μεταξύ των διαφοροποιήσεις, τα τραγικά γεγονότα που οδήγησαν στην κατάλυση της αυτοκρατορίας και το τέλος του Βυζαντίου, την πολιορκία και Άλωση της Κων/πολεως το 1453 από τον Μωάμεθ τον Πορθητή.
Ολοκληρώνοντας αυτήν την σύντομη γενική και εισαγωγική αναφορά στους βυζαντινούς ιστοριογράφους και χρονικογράφους, και πριν να εισέλθουμε στην αναφορά μας στον βίο και το ιστορικό έργο της Άννης Κομνηνής, θα παραθέσουμε την θέση του μεγάλου βυζαντινολόγου Sir Steven Runciman για την σημασία της ιστορικής γνώσεως αλλά και την βαθιά συναίσθηση της εθνικής και πνευματικής συνέχειας της αρχαίας κληρονομιάς στην βυζαντινή κοινωνία: «αν κρίνει κανείς από τον αριθμό των ιστορικών και, ακόμα περισσότερο, των λαϊκών χρονογράφων, και από τις συχνές εκδόσεις των χρονικών, φαίνεται ότι ο πολύς κόσμος ενδιαφερόταν πάρα πολύ για την ιστορία. Άρεσε πολύ στους Βυζαντινούς να διαβάζουν για τις παλιές δόξες της Αυτοκρατορίας. Και τα χρονικά που τους άρεσαν περισσότερο ήσαν εκείνα που άρχιζαν με την δημιουργία του Αδάμ και της Εύας και μιλούσαν και για τον Τρωικό πόλεμο. Οι αυτοκράτορες και οι άγιοι του παλιού καιρού ήταν ζωντανοί μπρος στα μάτια τους».[11]

Ο βίος της Άννης Κομνηνής

Αλέξιος Κομνηνός
Αλέξιος Κομνηνός
Κυρίαρχη μορφή στα βυζαντινά γράμματα του α’ μισού του 12ου αι. για την μόρφωσή της και το συγγραφικό της έργο είναι η Άννα Κομνηνή. Γεννήθηκε την 1Η Δεκεμβρίου 1083, ως πρωτότοκος και «πορφυρογέννητος» κόρη του βασιλέως Αλεξίου Α’ Κομνηνού και της Ειρήνης Δούκα. Ως η αγαπημένη κόρη του πατέρα της, έλαβε μία εξαιρετική παιδεία και απέκτησε εκπληκτική ευρυμάθεια στην κλασσική γραμματεία, μελέτησε τους αρχαίους συγγραφείς, ιστορικούς, φιλοσόφους. Επιπλέον, συμπλήρωσε την εγκύκλιο μόρφωσή της με σπουδές στα μαθηματικά, μουσική, αστρονομία, ιατρική, όπως συνηθιζόταν τότε να λαμβάνουν αυτήν την πολύπλευρη κλασσική παιδεία οι Ρωμαίοι πολίτες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Για ένα διάστημα εθεωρείτο ως διάδοχος του πατέρα της στον αυτοκρατορικό θρόνο, μέχρι την γέννηση άρρενος διαδόχου, του Ιωάννου Κομνηνού.
Η Άννα Κομνηνή καταγόταν από μία από τις μεγαλύτερες οικογένειες της βυζαντινής αριστοκρατίας, από αυτούς τους μεγάλους οίκους που μέλη τους είχαν ανέλθει στον αυτοκρατορικό θρόνο, όπως είχε συμβεί άλλωστε και με τους οίκους των Δούκα, Αγγέλων, Παλαιολόγων, ή άλλες λιγότερο ισχυρές οικογένειες, όπως οι Δαλασηνοί, Βρυέννιοι κ.α. που διατηρούσαν μεγάλες εκτάσεις γης, ιδιωτικούς στρατούς, και είχαν κατορθώσει με επιγαμίες να συνάψουν συγγενικούς δεσμούς με τις αυτοκρατορικές δυναστείες.
Όμως, ανάμεσα στα μέλη αυτών των οίκων υπήρχαν βεβαίως άνθρωποι δυνατοί, μέλη της ανωτάτης κρατικής διοικήσεως και της αυτοκρατορικής αυλής, που, πέραν των κρατικών του ενασχολήσεων, εύρισκαν χρόνο και για μελέτη και συγγραφή. Οι εξέχουσες οικογένειες της βυζαντινής αυτοκρατορίας φρόντιζαν να στηρίζουν τον πολιτισμό και να παρέχουν στα μέλη τους ευρεία πνευματική μόρφωση και καλλιέργεια. Άλλωστε, η εποχή αυτή των Κομνηνών και αργότερα των Παλαιολόγων χαρακτηρίζεται τόσο από έντονα ιστορικά γεγονότα, όσο και από μία ιδιαίτερη άνθηση των γραμμάτων που χαρακτηρίστηκε ως «ύστερη βυζαντινή αναγέννηση». (η καλλιέργεια των γραμμάτων και των επιστημών ποτέ δεν έπαυσε καθ’ όλην την βυζαντινή περίοδο). Η ρητορική, η φιλοσοφία, η ιστοριογραφία γνωρίζουν μεγάλη άνθιση. Ας μην λησμονούμε ότι στους χρόνους εκείνους που γεννήθηκε η Άννα Κομνηνή δέσποζε η μορφή του Μιχαήλ Ψελλού, του «υπάτου των φιλοσόφων», όπως χαρακτηρίσθηκε, ο οποίος δίδασκε στο Πανδιδακτήριο (=Πανεπιστήμιο) της Κων/πόλεως. Σε αυτό λοιπόν το πνευματικό περιβάλλον γεννήθηκε και μεγάλωσε η Άννα Κομνηνή, και από μικρή έλαβε επιμελημένη μόρφωση.
Όταν ενηλικιώθηκε, το έτος 1097 σύναψε γάμο με τον Νικηφόρο Βρυέννιο, έναν εξέχοντα λόγιο άνδρα και μέλος μιας ισχυρής αριστοκρατικής οικογενείας. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Νικηφόρος Βρυέννιος συνέγραψε Ιστορία αναφερόμενη στα γεγονότα των χρόνων της βασιλείας του Ισαακίου Α’ Κομνηνού (1057 μ.Χ.) έως της ενάρξεως της βασιλείας του πενθερού του Αλεξίου Α’ Κομνηνού (1081 μ.Χ.). Μάλιστα, καθώς ο αυτοκράτωρ Αλέξιος Α’ ήταν μεγάλος σε ηλικία και ασθενής, ο Νικηφόρος Βρυέννιος με την στήριξη της αυτοκράτειρας Ειρήνης Δούκα, ήλπιζε να αναγορευθεί καίσαρ και συμβασιλεύς του ασθενούντος Αλεξίου. Τελικώς, ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός απεβίωσε το 1118 μ.Χ. και στον θρόνο τον διαδέχθηκε ο γιος του Ιωάννης Β΄ Κομνηνός, αδελφός της Άννης Κομνηνής, παρά τις προσπάθειες της βασιλίσσης Ειρήνης Δούκα που συνεννοήθηκε με την κόρη της Άννα Κομνηνή ώστε να αναβιβάσουν στον θρόνο τον σύζυγο της τελευταίας Νικηφόρο Βρυέννιο. Η κίνηση απέτυχε Έτσι, έσβησε κάθε πιθανή πολιτική φιλοδοξία της Άννης Κομνηνής να γίνει αυτοκράτειρα. Έκτοτε, αποσύρθηκε στην Μονή της Κεχαριτωμένης, όπου μόνασε μέχρι τον θάνατό της το 1148 μ.Χ. Εκεί, στην Μονή συνέλαβε την ιδέα να συγγράψει ιστορία, εξιστορώντας τα γεγονότα της εποχής της.[12]
Ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός και η σύζυγος του Ειρήνη
Ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός και η σύζυγος του Ειρήνη
Το ιστορικό της έργο, διαιρούμενο σε 15 βιβλία, καλύπτει την χρονική περίοδο 1069-1118, τιτλοφορείται «Αλεξιάς» και είναι αφιερωμένο στην βασιλεία του πατέρα της Αλεξίου Α’ Κομνηνού. Καταγράφει τα ιστορικά γεγονότα και την δράση του Αλεξίου Α’, τις επιδρομές των Νορμανδών στα Βαλκάνια και των Τούρκων στην Μικρά Ασία. Κεντρική μορφή της «Αλεξιάδας» είναι ο Αλέξιος Α’, για τον οποίον εκφράζεται με μεγάλο θαυμασμό.
Από το έργο της διαπιστώνουμε την πνευματική συγκρότηση της Άννης Κομνηνής, την βαθιά αρχαιομάθεια, την γνώση των Γραφών, αλλά και την ανθρωπιστική της και ηθική καλλιέργεια. Μέσα από την «Αλεξιάδα» αναδεικνύεται η Άννα Κομνηνή ως βαθύτατη γνώστρια «των Γραφών και των αρχαίων συγγραφέων, θαυμάστρια του ηρωισμού αλλά και της ειρήνης, εκτιμώσα την γενναιότητα, την αγχίνοιαν, την πνευματικήν καλλιέργειαν, την ελευθερίαν του ανθρώπου, την σύνεσιν της προκεχωρημένης ηλικίας, ευρίσκει συλλήβδην τας αρετάς ταύτας κοσμούσας τον επιφανή πατέρα της», όπως σημειώνει ο Ν.Β. Τωμαδάκης.[13]
Κύριες πηγές για την συγγραφή της ιστορίας της η Άννα Κομνηνή χρησιμοποίησε τις προσωπικές της μνήμες, πληροφορίες διαφόρων προσώπων πρωταγωνιστικών και ιστορικά αρχεία. Τα πρότυπά της είναι ο Θουκυδίδης, ο Πολύβιος, άλλοι κλασσικοί συγγραφείς, αλλά και προγενέστεροι βυζαντινοί συγγραφείς, όπως ο ιστορικός Προκόπιος. Το κείμενό της διακρίνεται για την αντικειμενικότητα, την σαφήνεια και την χάρη της εξιστορήσεως.[14] Περιγράφει με ζωντάνια τις μάχες, τα όπλα και τις τακτικές των μαχών, όπως και την δράση των πρωταγωνιστών των ιστορικών γεγονότων, χωρίς ωστόσο να μπορεί να μετριάσει τον θαυμασμό της για τον πατέρα της Αλέξιο Α’. η γλώσσα της είναι η αρχαϊζουσα, στην οποία συνήθιζαν να γράφουν οι λόγιοι βυζαντινοί της εποχής μιμούμενοι τους κλασσικούς συγγραφείς. Τέλος, η ευρεία της εγκύκλιος και κλασσική παιδεία επιτρέπει στην Άννα Κομνηνή να προσθέτει στο έργο της αναφορές και παρατηρήσεις ιατρικής και αστρονομικής φύσεως, στοιχεία που καθιστούν την «Αλεξιάδα» της ένα αξιοπρόσεκτο κείμενο υψηλού επιπέδου και αξίας, όχι μόνον ιστορικής αλλά και φιλολογικής.

Οι επιδράσεις της αρχαίας κλασσικής γραμματείας στο έργο της Άννης Κομνηνής «Αλεξιάς»

Στο τρίτο μέρος της παρούσης εργασίας θα εξετάσουμε τις σχέσεις και τις επιδράσεις που δέχθηκε η Άννα Κομνηνή στο ιστορικό της έργο «Αλεξιάς» κυρίως από τους μεγάλους κλασσικούς Έλληνες ιστοριογράφους, Ηρόδοτο, Θουκυδίδη, Ξενοφώντα, αλλά και άλλους κλασσικούς συγγραφείς. Ξεκινούμε από την αρχική διαπίστωση ότι η «Αλεξιάς» έχει δεχθεί επιδράσεις από τους αρχαίους κλασσικούς συγγραφείς, και αυτή είναι μία γενική παραδοχή των σπουδαιοτέρων βυζαντινολόγων και ιστορικών της βυζαντινής λογοτεχνίας. Π.χ. ο M.E.Colonna[15], K. Krumbacher[16], Ε.Θ. Τσολάκης[17].
Μέσα από μία παράλληλη ανάγνωση των έργων του Θουκυδίδου και της Άννης Κομνηνής μπορούμε να ανιχνεύσουμε κάποιες ομοιότητες, όπως παραδέχονται οι επιφανέστεροι των βυζαντινολόγων, παρ’ ό,τι η Άννα Κομνηνή σε κανένα σημείο της «Αλεξιάδας» δεν αναφέρει ονομαστικώς τον Θουκυδίδη. Αντιθέτως, η Άννα Κομνηνή επιδεικνύει την βαθιά αρχαιομάθεία της παραπέμποντας στον Όμηρο[18], στους αρχαίους τραγικούς[19], στον Αριστοφάνη[20]. Ωστόσο, παρά την παντελή έλλειψη αναφοράς στον Θουκυδίδη, είναι εμφανής η επίδραση του μεγάλου αυτού ιστορικού της αρχαιότητος στο έργο της Άννης Κομνηνής. Και σε άλλα σημεία του έργου της μπορούμε να ανιχνεύσουμε επιρροές πιο εμφανείς από αρχαίους ιστορικούς, όπως οι Ηρόδοτος, Πολύβιος, Πλούταρχος. «Δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση ούτε ο βαθμός ούτε η φυσιολογικότητα της επιδράσεως του αρχαίου κόσμου στην βυζαντινή κουλτούρα, ή η συνέχεια είτε η ασυνέχεια μεταξύ αρχαιότητας και Βυζαντίου, αλλά το ρεαλιστικό (πραγματικό, υπαρκτό) αποτέλεσμα αυτής ( της επιδράσεως) ούτως ώστε να κατανοήσουμε τον γνήσιο και πρωτότυπο χαρακτήρα αυτής».[21]
Η Άννα Κομνηνή υπαγορεύει την "Αλεξιάδα"
Η Άννα Κομνηνή υπαγορεύει την «Αλεξιάδα»
Ας εξετάσουμε λοιπόν τις επιστημονικές απόψεις των επιφανέστερων μελετητών του έργου της Άννης Κομνηνής προκείμενου να τεκμηριώσουμε την ύπαρξη επιδράσεως του Θουκυδίδου στην Αλεξιάδα. Για παράδειγμα, η Georgina Buckler στην ογκώδη εργασία της για την Άννα Κομνηνή παραθέτει άπειρα χωρία από τον Θουκυδίδη εν σχέσει με την «Αλεξιάδα» προκείμενου να τεκμηριώσει παράλληλα αφηγηματικά μοτίβα ή παράλληλες εξιστορήσεις γεγονότων. Σύμφωνα με την Georgina Buckler, η επίδραση του Θουκυδίδου στην Άννα Κομνηνή καθίσταται περισσότερο εμφανής στα επαναλαμβανόμενα αφηγηματικά μοτίβα, στην απαρίθμηση των αιτίων και στην ενδελεχή περιγραφή των πολεμικών γεγονότων, των στρατιωτικών κινήσεων, των λαών και των τοποθεσιών στις οποίες λαμβάνουν χώρα τα ιστορικά γεγονότα.[22] Η Georgina Buckler προσθέτει επίσης ότι η Άννα Κομνηνή επιδεικνύει ενδιαφέρον στο να βάζει τα δρώντα πρόσωπα να εκφράζονται όπως ταιριάζει σε κάθε περίσταση (δηλ. κάτι ανάλογο με τις περίφημες δημηγορίες του Θουκυδίδου). Για παράδειγμα, όταν η Άννα Κομνηνή περιγράφει την απόφαση του πατέρα της Αλεξίου Α’ να δημεύσει την περιουσία των εκκλησιών προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι στρατιωτικές του εκστρατείες, υπάρχουν τα αφηγηματικά παράλληλα στην απόφαση του Περικλέους να πείσει τους Αθηναίους να χρησιμοποιήσουν τους θησαυρούς που είχαν αποταμιευθεί στο ιερόν της Ακροπόλεως και τα άλλα ιερά ώστε να χρηματοδοτηθεί ο πόλεμος με την Σπάρτη.[23]
Έχει παρατηρηθεί ότι, ενώ ο Θουκυδίδης στις δημηγορίες του τοποθετεί στο στόμα των ιστορικών προσώπων όσα περίπου είπαν ή θα έλεγαν αναλόγως των περιστάσεων (βλ. Θουκυδίδου Ιστορία, Α’, 22), η Άννα Κομνηνή παρουσιάζει τους ήρωες της ιστορίας να «δημηγορούν» με τέτοιον τρόπο σαν να ήσαν αυτά τα πραγματικά τους λόγια. Σε κάποια σημεία ο τρόπος που ομιλούν δημοσίως οι ιστορικοί πρωταγωνιστές της «Αλεξιάδος» θυμίζουν περισσότερον τον τρόπο που ομιλούν οι ήρωες στον Όμηρο παρά οι άνδρες στον Θουκυδίδη.[24]
Η ίδια ερευνήτρια του έργου της Άννης Κομνηνής διαπιστώνει ομοιότητες μεταξύ του προοιμίου της «Αλεξιάδος» και των προοιμίων στις ιστορίες του Ηροδότου και του Θουκυδίδου.[25] Π.χ. τόσο ο Θουκυδίδης (Α’, 1 και 22) όσο και η Άννα Κομνηνή στο προοίμιο της «Αλεξιάδος» δηλώνουν ότι θα αναζητήσουν πίσω από τις πράξεις των προσώπων (των ιστορικών υποκειμένων δηλ.) τα αίτια και τις αντικειμενικές τους επιδιώξεις πέρα από τους λόγους («προφάσεις»). Έτσι, ο Θουκυδίδης εκθέτει τις πράξεις των Αθηναίων και των Σπαρτιατών (οι δύο αυτές πόλεις αποτελούν τα συλλογικά δρώντα ιστορικά υποκείμενα) γύρω από το μέγα ιστορικό θέμα που είναι ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, με αντικειμενικό σκοπό να δείξει πως, ό, τι συνέβη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, αποτελεί πράξεις ανθρώπινες σταθερώς επαναλαμβανόμενες σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση (άρα προβλέψιμες συμπεριφορές που λειτουργούν ως αιώνιοι ιστορικοί νόμοι), ώστε και στις μελλοντικές γενεές να χρησιμεύσει η Ιστορία του ως οδηγός του να προβλέπει κανείς τις ιστορικές εξελίξεις. Με αυτήν την οπτική, ο Θουκυδίδης παραδίδει στην ανθρωπότητα ένα έργο για να αποτελέσει «κτήμα ες αεί». Για την Άννα Κομνηνή το δρων ιστορικό υποκείμενο είναι ο πατέρας της Αλέξιος Α’ Κομνηνός, του οποίου τις πράξεις καταγράφει με αντικειμενικό σκοπό να διατηρηθούν, να μην λησμονηθούν και να περάσουν στις επόμενες γενεές. « Βούλομαι διά τήσδε μου της γραφής τας πράξεις αφηγήσασθαι του εμού πατρός ουκ αξίας σιγή παραδοθήναι ουδέ τω ρεύματι του χρόνου παρασυρήναι καθάπερ εις πέλαγος αμνημοσύνης όσας τε των σκήπτρων επειλημμένος κατεπράξατο και όσας προ του διαδήματος έδρασεν ετέροις βασιλεύσιν υπηρετούμενος» («Αλεξιάς», Προοίμιον, Ι, 2).
Αυτή η διαφοροποίηση είναι αναμενόμενη εάν λάβουμε υπ’ όψιν μας τις διαφορετικές εποχές και συνθήκες που έζησαν οι δύο ιστορικοί. Ο Θουκυδίδης αναλαμβάνει να καταγράψει την άνοδο του αθηναϊκού ιμπεριαλισμού και την πτώση του μέσα από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ενώ η Άννα Κομνηνή φυσιολογικώς επικεντρώνεται στο πρόσωπο που αποτελεί το κέντρο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, δηλ. τον αυτοκράτορα, που αποτελεί την πηγή ισχύος της αυτοκρατορίας, τον εκλεκτό του Θεού, τον υπερασπιστή της Χριστιανοσύνης. Φυσικώ τω λόγω η Άννα Κομνηνή να αναπτύσσει την «Αλεξιάδα» της γύρω από το πρόσωπο του κεντρικού ήρωα, του Αλεξίου Α’ Κομνηνού, στον οποίον αποδίδει όλες τις αρετές της ανδρείας και της σωφροσύνης. Φθάνει μάλιστα μέχρι του σημείου να τον παρομοιάζει με τους ομηρικούς ήρωες, και μάλιστα τον Αχιλλέα (βλ. ανωτέρω την αναφορά μας στην επίδραση του Ομήρου στην Άννα Κομνηνή).
Ένας άλλος βυζαντινολόγος, ο Roger Scott, αναγνωρίζει στην «Αλεξιάδα» περισσότερες επιδράσεις του Πλουτάρχου παρά του Θουκυδίδου. Σχολιάζει ότι η Άννα Κομνηνή έχει αναφορές στους κλασσικούς ιστορικούς της αρχαιότητος περισσότερο με σκοπόν να επιδείξει την ευρεία της αρχαιομάθεια και λιγότερο για να ακολουθήσει την μεθοδολογία τους. Δηλ. Η αναφορά στους συγγραφείς της κλασσικής αρχαιότητος θεωρείται ότι γίνεται από τους βυζαντινούς συγγραφείς περισσότερο για να προσδώσει στα έργα τους μία αρχαϊζουσα λάμψη και το κύρος του κλασσικού, περιορίζεται μάλλον σε μίμηση του λεξιλογίου, των εκφράσεων και των αφηγηματικών μοτίβων των αρχαίων ιστοριογράφων.[26] Όσον αφορά την γλώσσα που χρησιμοποιεί η Άννα Κομνηνή αυτή είναι μάλλον αρχαϊζουσα παρά αττικίζουσα, και θυμίζιε περισσότερο την γλώσσα του Ξενοφώντος.[27]Ωστόσο, η ακτινοβολία του έργου του Θουκυδίδου είναι ανυπέρβλητη και είναι αναμενόμενο η Άννα Κομνηνή, θέλοντας να συγγράψει μία ιστορία με ακρίβεια και με κάποιες αξιώσεις, να προσπαθήσει να μιμηθεί τον μεγάλο Αθηναίο ιστορικό. Άλλωστε, αποτελεί κοινό τόπο στην βυζαντινή λογοτεχνία το φαινόμενο της μιμήσεως των αρχαίων συγγραφέων.[28]
thucydides
Θουκυδίδης
Γεγονός αναμφισβήτητο πάντως αποτελεί ότι υπάρχει μία πολιτιστική πνευματική συνέχεια μεταξύ κλασσικής αρχαιότητος και Βυζαντίου, που περνά μέσα από τον ελληνιστικό και ύστατο ελληνορωμαϊκό κόσμο για να καταλήξει ως φυσική διαδοχή στον βυζαντινό πολιτισμό. Σε αυτό συμβάλλει τα μέγιστα η αδιάρρηκτος πολιτιστική και γλωσσική συνέχεια μεταξύ αρχαιότητος και Βυζαντίου, που καθιστά οικεία την κλασσική γραμματεία στους βυζαντινούς συγγραφείς, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να αισθάνονται άνετα να μιμούνται τα κλασσικά πρότυπα ως προς την γλώσσα, το ύφος, το λογοτεχνικό ή ιστοριογραφικό είδος. [29] Εν γένει, η επίδραση της αρχαίας κλασσικής γραμματείας και εν προκειμένω, της αρχαίας κλασσικής ιστοριογραφίας ( Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Ξενοφών) όσο και της μεταγενεστέρας ελληνιστικής (Πολύβιος, Πλούταρχος) είναι υπαρκτή και αναγνωρίζεται πανταχόθεν.[30]
Μία ομοιότητα μεταξύ Θουκυδίδου και Άννης Κομνηνής είναι, ότι λόγω καταγωγής και κοινωνικής θέσεως, έχουν αμφότεροι άμεση και προσωπική εμπλοκή στα εξιστορούμενα γεγονότα. Ο μεν Θουκυδίδης ανήκε σε μία ευκατάστατη αθηναϊκή αστική οικογένεια, η οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Περικλή και είχε επαφές με τους σοφιστές και τους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής. Ο Θουκυδίδης διετέλεσε μάλιστα και στρατηγός των Αθηναίων, αλλά λόγω αποτυχίας στην στρατιωτική του αποστολή, κατηγορήθηκε από τους Αθηναίους και αυτοεξορίστηκε στα οικογενειακά του κτήματα, στην Σκαπτή Ύλη. Η απόσυρση του Θουκυδίδου από την ενεργό δράση του προσέφερε τον απαραίτητο χρόνο για την συγγραφή της ιστορίας του, και επιπλέον του εξασφάλισε μία αποστασιοποιημένη ματιά των γεγονότων. Η προσωπική απεμπλοκή από τα γεγονότα του εξασφάλισε την δυνατότητα να εξετάσει αντικειμενικά το υλικό που συγκέντρωσε από αυτόπτες μάρτυρες, επισκέψεις στους χώρους και τα πεδία των μαχών. Η δε Άννα Κομνηνή ομοίως, μετά την απόσυρσή της από τα εγκόσμια και την απόφασή της να μονάσει στην Μονή της Κεχαριτωμένης, συνέλαβε ομοίως την ιδέα να συγγράψει ιστορία, και είχε τον χρόνο και την δυνατότητα να επεξεργαστεί το υλικό που συγκέντρωσε από μαρτυρίες, επίσημα έγγραφα, αρχειακό υλικό. Η διαφορά είναι ότι ο Θουκυδίδης ελάχιστα μας αναφέρει για το πρόσωπόν του (πρβλ. Ε’, 26, 4-5), ενώ η Άννα Κομνηνή έχει περισσότερες προσωπικές αναφορές σχετικά με την ίδια στο έργο της (λ.χ. στο Προοίμιο, στα βιβλία VI και XIV). Γνωρίζουμε πολλά περισσότερα για την Άννα Κομνηνή μέσα από την «Αλεξιάδα» εν σχέσει με τις ελάχιστες προσωπικές αναφορές στην Ιστορία του Θουκυδίδου.
Ένα άλλο κοινό σημείο ανάμεσα στον Θουκυδίδη και την Άννα Κομνηνή είναι η έμφαση που δίδουν στις πολιτικές πράξεις οι οποίες οδηγούν και εν μέρει ερμηνεύουν τις πολεμικές πράξεις. Στον Θουκυδίδη έχει σημασία η διατήρηση του πολιτεύματος κάθε πόλεως ή η ανατροπή αυτού με βάση τις εξελίξεις στο πολιτικό και πολεμικό πεδίο. Για την Άννα Κομνηνή σημασία έχει η εξωτερική πολιτική του Αλεξίου Α’, το πώς δηλ. πολιτεύεται διπλωματικά και στρατιωτικά έναντι των Νορμανδών και των Τούρκων, αλλά και η εσωτερική πολιτική κατάσταση της αυτοκρατορίας, δηλ. η διατήρηση της τάξεως, οι εσωτερικές δυσχέρειες, ο θρησκευτικός παράγων, οι σχέσεις με την Εκκλησία, η διασφάλιση της Ορθοδοξίας έναντι κάθε είδους απειλής.
Gewrgios Paxymeris
Γεώργιος Παχυμέρης
Ωστόσο, μέγας κοινός παρανομαστής στις ιστορίες του Θουκυδίδου και της Άννης Κομνηνής αποτελεί το κατ’ εξοχήν ενδιαφέρον τους για την εξέλιξη των πολεμικών πραγμάτων, και η σημασία που αποδίδουν στην περιγραφή των μαχών. H ΄Αννα Κομνηνή δείχνει μία τάση να αποδώσει ηρωικές διαστάσεις στις μάχες του πατέρα της μέχρι του σημείου να τον παρομοιάζει με τον Αχιλλέα, προσπαθεί να έχει αυτόν τον ηρωικό επικό τόνο στις περιγραφές των μαχών (προσπαθώντας να μιμηθεί τον Όμηρο). Όσον όμως αφορά τις πολεμικές επιχειρήσεις, τις τακτικές κινήσεις των αντιπάλων, την απαρίθμηση των στρατιωτικών δυνάμεων κάθε παρατάξεως, τις διατάξεις των στρατιωτικών σχηματισμών και την ανάπτυξή τους στο πεδίο των μαχών, η ακριβολογία και η λεπτομερής καταγραφή θυμίζουν περισσότερον το ύφος του Θουκυδίδου.
Για παράδειγμα, όταν η Άννα Κομνηνή περιγράφει την πολιορκία και την κατάληψη του Δυρραχίου από τους Νορμανδούς του Βοημούνδου, επικεντρώνεται περισσότερο στην δράση των προσώπων, ενώ στην ανάλογη περίπτωση της πολιορκίας των Πλαταιών ο Θουκυδίδης ενδιαφέρεται περισσότερο για τα κίνητρα και την ανάλυση των πολεμικών γεγονότων. Ωστόσο, παρά την διαφορετικήν διαχείρηση του ιστορικού υλικού σε ανάλογα περιστατικά (πολιορκία πόλεως) υπάρχει ένα κοινό αφηγηματικό μοτίβο μεταξύ Θουκυδίδου και Άννης Κομνηνής. [31]
Και στους δύο ιστορικούς ο πόλεμος ως φαινόμενο αποτελεί το βασικό στοιχείο ενδιαφέροντος και τον άξονα αναπτύξεως του ιστοριογραφικού τους έργου. Και οι δύο ιστορικοί εκφράζουν την επιθυμία τους να καταγράψουν τα έργα και τις πράξεις των δρώντων ιστορικών υποκείμενων, όσων βεβαίως κρίνουν ως αξιόλογα και αξιομνημόνευτα. Ο Θουκυδίδης παρουσιάζεται ως ουδέτερος καταγραφέας, ως το τρίτο πρόσωπο ενός παρατηρητού, ενώ η Άννα Κομνηνή εμπλέκει περισσότερον τον εαυτό της στην ιστορική αφήγηση, και συχνά εμφανίζεται να απευθύνεται προσωπικώς στους αναγνώστες της. Αμφότεροι οι ιστορικοί φροντίζουν να τονίζουν την τραγικότητα του πολέμου και την απαισιοδοξία πίσω από τις πράξεις των ιστορικών προσώπων. Και αυτό το μήνυμα επιχειρούν να το διασώσουν μέσα από την ιστορική καταγραφή και να το μεταβιβάσουν ως κάτι αξιόλογο και αξιομνημόνευτο για τις μεταγενέστερες γενεές.[32]
Άλλο κοινό στοιχείο στους δύο ιστορικούς είναι το γεγονός ότι περιγράφουν γεγονότα σύγχρονα προς αυτούς, για τα οποία, είτε οι ίδιοι ήσαν αυτόπτες μάρτυρες ή πρωταγωνιστές είτε είχαν την δυνατότητα μέσα από προσωπική έρευνα και συλλογή πληροφοριών. Η Άννα Κομνηνή ακολουθεί την θουκιδίδειο μεθοδολογία ως προς την συλλογή πληροφοριών και την εξακρίβωση των πηγών.[33] Ο τελικός σκοπός είναι «η ζήτησις της αληθείας» (Θουκ. Α’, 20, 3). Αλλά και η Άννα Κομνηνή ενδιαφέρεται για την «ζήτησιν της αληθείας»
και γι’ αυτό προτιμά την πληροφόρηση από αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων, ακόμη και την χρήση γραπτών πηγών (λ.χ. επιστολές, αναφορές) γραμμένων επίσης από ανθρώπους αυτόπτες μάρτυρες και παρόντες στα γεγονότα («Αλεξιάς», βιβλίο XIV, κεφ.VII, 3, 7). Ως προς την διακρίβωση της ιστορικής αλήθειας («ακρίβεια») αξιοποιούν εκτός από προφορικές μαρτυρίες, και κάθε είδους γραπτό αρχειακό υλικό (κείμενα, επιστολές, αναφορές επίσημες, διατάγματα αυτοκρατορικά, ψηφίσματα πόλεων).[34]
Ένα άλλο κοινό σημείο των δύο ιστορικών είναι το γεγονός ότι, ενώ αναφέρουν υπερφυσικά φαινόμενα και θεοσημίες, εν τούτοις στέκονται με κριτικό βλέμμα έναντι αυτών. Για παράδειγμα, ο Θουκυδίδης μπορεί να αναφέρει χρησμούς μαντικούς και θεοσημίες, αλλά δεν αποδίδει σε αυτά καθοριστικό ρόλο στην πρόβλεψη ή την διαμόρφωση των γεγονότων, θεωρεί ωστόσο ότι αυτά μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις των ανθρώπων.[35]Ομοίως και η Άννα Κομνηνή στέκεται επικριτικά έναντι κάθε είδους προβλέψεως των μελλόντων λ.χ. με την χρήση της αστρολογίας (θυμίζουμε ότι η Άννα Κομνηνή είχε γνώσεις αστρονομίας και στο έργο της περιέχονται οξυδερκείς αστρονομικές παρατηρήσεις), αν και αφήνει κάποια ανοικτά περιθώρια στην εκδήλωση του θεϊκού θελήματος μέσω θείων οπτασιών και οράσεων, λ.χ. όταν ο άγιος Ιωάννης εμφανίσθηκε στον πατέρα της Αλέξιο για να του φανερώσει την άνοδό του στον αυτοκρατορικό θρόνο («Αλεξιάς», II, VII, 5). Ως προς το τελευταίο, μάλλον η Άννα Κομνηνή στέκεται πλησιέστερα στον Όμηρο παρά στον Θουκυδίδη.
Αξιοσημείωτη είναι επίσης η παρουσία της ιατρικής στα έργα των δύο ιστορικών. Τόσον η περιγραφή της λοιμώδους επιδημίας που ενέσκηψε στην Αθήνα και θανάτωσε πολλούς (Θουκ. Β’, 48-54), όσον και η περιγραφή της Άννης Κομνηνής της ασθενείας και του θανάτου του πατρός της Αλεξίου Α’ («Αλεξιάς», XV,XI,1) φανερώνουν το σχετικό βάρος που αποδίδουν στον ιατρικό παράγοντα που επιδρά στην ιστορική πορεία, αλλά και αποκαλύπτουν ότι αμφότεροι κατέχουν κάποιου είδους ιατρικές γνώσεις (για την Άννα Κομνηνή γνωρίζουμε ότι είχε σπουδάσει και την ιατρική επιστήμη).
Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι η βαριά ιστοριογραφική κληρονομιά του Θουκυδίδου σκιάζει όλους τους μεταγενέστερους ιστορικούς και επιδρά κατά το μάλλον ή ήττον. Η ιστορική του ανάλυση των ιστορικών αιτίων, η ακριβής περιγραφή των πολιτικών και πολεμικών γεγονότων, η σκιαγράφηση του ρόλου των πρωταγωνιστών (μέσω των δημηγοριών), η αυστηρή μεθοδολογία στην ανεύρεση ιστορικών μαρτυριών, ο έλεγχος και η κριτική αξιοποίηση των πηγών, έχουν σφραγίσει καθοριστικά την ιστορική μεθοδολογία. Η Άννα Κομνηνή, στην συγγραφή της δικής της ιστορίας, ακολουθεί σε πολλά το ιστοριογραφικό μοντέλο του Θουκυδίδου και σε πολλά σημεία, όπως είδαμε ανωτέρω, μιμείται συνειδητά το ύφος, την θεματολογία και την αφήγηση/ εξιστόρηση των γεγονότων κατά τον τρόπο που μας θυμίζει έντονα τον Θουκυδίδη. Μέσα από την μίμηση της θουκιδίδειας ιστορικής μεθοδολογίας, η Άννα Κομνηνή κατορθώνει να μας δώσει ένα υψηλής φιλολογικής και ιστορικής στάθμης ιστοριογραφικό έργο των Μέσων Χρόνων του Βυζαντινού Ελληνισμού, ένα έργο υψηλών επιστημονικών αξιώσεων, μία πολύτιμη πηγή για την ιστορία του μεσαιωνικού ελληνισμού.

Βιβλιογραφία

  • Αντωνιάδης, Σ., «Η περιγραφή στην ‘Αλεξιάδα’. Πως η Άννα Κομνηνή βλέπει και ζωγραφίζει πρόσωπα και χαρακτήρες», ΕΛΛΗΝΙΚΑ 5, (1932) σελ. 255-256.
  • Βασιλικοπούλου-Ιωαννίδου, Α., Εισαγωγή στη Βυζαντινή Λογοτεχνία, Αθήνα, 1984.
  • Buckler, Georgina, Anna Comnena: A Study, Oxford University Press, 1929/1963.
  • Colonna, M.E., Gli storici bizantini dal IV al XV secolo, Napoli, 1956.
  • Dyck, Andrew, “Iliad and Alexiad: Anna Comnena’s Homeric Reminiscensces”, Greek, roman and Byzantine Studies 27 (1986), pp. 113-120.
  • Gouma-Petersen, Thalia, ed., Anna Komnene and Her Times, New York, 2000.
  • Hunger, H., “On the Imitation(Μίμησις) of Antiquity in Byzantine Literature”, Dumbarton Oaks Papers, 23-24 (1969-70), pp. 15-38.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Ι.Ε.Ε.), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979, τομ. Ζ΄, Η΄,Θ΄.
  • Katicic, R., «Άννα η Κομνηνή και ο Όμηρος», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 27 (1957), σελ. 213-233.
  • Krumbacher, K., Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, τόμοι 3, Αθήναι 1917 (σε μτφρ. Γ. Σωτηριάδου).
  • Rolando, E. Diaz, Las Fuentes clasicas de la Alexiada de Ana Comnena. Ph.D. Dissertation, Seville, 1994.
  • Rolando, E. Diaz, “Ana Comnena y la historiografia del periodo clasico: aproximacion a un debate”, Erytjeia 13 (1992), Sevilla, pp. 29- 44.
  • Scott, Roger, “The Classical tradition in Byzantine Historiography”, Byzantium and the Classical Tradition, Birmingham, 1979.
  • Τσαμπής Γεώργιος, Η παιδεία στο χριστιανικό Βυζάντιο, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1999.
  • Τσολάκης, Ε.Θ., Βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι 11ου και 12ου αιώνα, Θεσσαλονίκη, 1984.
  • Τωμαδάκης, Ν.Β., «Οι Βυζαντινοί Ιστορικοί εν σχέσει προς την αρχαίαν ιστοριογραφικήν παράδοσιν και η σημασία αυτών», Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, 5 (1954-55), σελ. 82-96.
  • Χαριτωνίδης, Χ., «Παρατηρήσεις κριτικαί εις Άνναν Κομνηνήν», Παραγματείαι της Ακαδημίας Αθηνών, 15.1 (1949), σελ. 1-46.

Σημειώσεις

[1] Γρηγόριος ο Θεολόγος, Επιστολή 223η, «Τω Αβλαβίω», P.G. 37, 376 B. Βλ. επίσης Τσάμπης Γεώργιος, Η παιδεία στο χριστιανικό Βυζάντιο, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1999, σελ.245.
[2] Θεόδωρος Μετοχίτης, P.G. 144, 944-945.
[3] Κ Krumbacher, Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, Αθήνα 1917, τομ. Α’, σελ. 463-464.
[4] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Ι.Ε.Ε.), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979, τομ. Ζ’, σελ. 349.
[5] Ι.Ε.Ε., τομ. Ζ΄, σελ. 349.
[6] Ι.Ε.Ε., τομ. Ζ΄, σελ. 350.
[7] Ι.Ε.Ε., τομ. Η΄, σελ. 245.
[8] Ι.Ε.Ε., τομ. Θ΄, σελ. 387.
[9] Ι.Ε.Ε., τομ. Θ΄, σελ. 392.
[10] Ι.Ε.Ε., τομ. Θ΄, σελ. 392-393.
[11] Sir Steven Runciman, Βυζαντινός Πολιτισμός , Αθήναι 1969, σελ. 262. Βλ. επίσης και Γεώργιος Ξ. Τσάμπης, ό.π., σελ. 455
[12] Ι.Ε.Ε., τομ. Θ΄, σελ. 386-387.
[13] Ν.Β.Τωμαδάκης, «Οι Βυζαντινοί Ιστορικοί εν σχέσει προς την αρχαίαν ιστοριογραφικήν παράδοσιν και η σημασία αυτών», Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, 5 (1954-55), σελ. 82-96.
[14] Ι.Ε.Ε., τομ. Θ΄., σελ. 387.
[15] Colonna, M.E., Gli storici bizantini dal IV al XV secolo, Napoli, 1956, δελ. 23.
[16] K. Krumbacher, Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, Αθήναι 1917 , σελ. 283.
[17] Τσολάκης, Ε.Θ., Βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι 11ου και 12ου αιώνα, Θεσσαλονίκη, 1984, σελ. 48.
[18] Αλεξιάς Ι Ι,Χ,2.
[19] Αλεξιάς, Προοίμιο IV, 3 και I,II,4.
[20] Αλεξιάς, Ι, VIII,2.
[21] Rolando, E. Diaz, “Ana Comnena y la historiografia del periodo clasico: aproximacion a un debate”, Erytheia 13 (1992), Sevilla, p. 31. Πρβλ. Επίσης του ιδίου , Las Fuentes clasicas de la Alexiada de Ana Comnena, Ph.D Dissertation, Seville, 1994, του οποίου οι εργασίες απετέλεσαν πολύτιμο βοήθημα στην σύνταξη της παρουσίασής μας».
[22] Buckler, Georgina, Anna Comnena: A Study, Oxford University Press, , 1929, pp. 205-206.
[23] Θουκυδίδης, Ιστορία, Β’, 3. πρβλ. Πλουτάρχου, Περικλής, 23. Αλεξιάς, V,II και VI, III.
[24] R. Katicic, «Άννα η Κομνηνή και ο Όμηρος», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 27 (1957), σελ. 213-233. Dyck, Andrew, “Iliad and Alexiad: Anna Comnena’s Homeric Reminiscences”, Greek, Roman and Byzantine Studies 27 (1986), pp. 113-120.
[25] Buckler, Georgina, ό.π., σελ. 225.
[26] Scott, Roger, “The Classical Tradition in Byzantine Historiography”, Byzantium and the Classical Tradition, Birmingham, 1979, pp. 61-74.
[27] Ν.Β. Τωμαδάκης, ό.π., σελ. 87. πρβλ. Χ. Χαριτωνίδης, «Παρατηρήσεις κριτικαί εις Άνναν Κομνηνήν», Πραγματείαι της Ακαδημίας Αθηνών,15.1 (1949), σελ. 39.
[28] H.Hunger, “On the Imitation ( Μίμησις ) of Antiquity in Byzantine Literature”, Dumbarton Oaks Papers, 23-24 (1969-70), pp. 15-38.
[29] Ν.Β. Τωμαδάκης, «Οι Βυζαντινοί Ιστορικοί…», ό.π., σελ. 87.
[30] Α. Βασιλικοπούλου-Ιωαννίδου, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Λογοτεχνία, Αθήνα, 1984, σελ. 52-53.
[31] Buckler, G., vide asupra, pp. 381-404.
[32] Ronaldo, Diaz E., vide asupra, p. 40-41.
[33] Θουκυδίδου Ιστορία Α’, 22, και «Αλεξιάς», ΧIV, VII, 4.
[34] Θουκ.Δ’, 117-119, Ε’, 18-19, Ζ’, 8-9, «Αλεξιάς», VI, XII & VIII,VII.
[35] Scott, Roger, vide asupra, p. 63.

Το πολύ ενδιαφέρον άρθρο γράφει ο συνεργάτης του ιστολογίου http://www.istorikathemata.com/ Αρχιμανδρίτης κ. Κύριλλος Κεφαλόπουλος, ιστορικός συγγραφέας (σε πρώτη διαδικτυακή δημοσίευση)