Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2019
Άνθρακες ο θησαυρός...
Η γουρούνα με τα δέκα γουρουνάκια
Η ιστορία
για την «γουρούνα με τα δέκα
γουρουνάκια» ξεκινά αιώνες πριν και διαδίδεται σε πολλές
περιοχές της Ελλάδας με διάφορες εκδοχές.
Πιθανόν
πηγάζει από τον θρύλο της «κούφιας γης» σύμφωνα με τον οποίο μια γουρούνα με τα
γουρουνάκια της ή ένα τέρας ή ότι θέλει η εκάστοτε τοπική ιστορία, τρέχει κάτω
από την γη σε μυστικές στοές που συνδέονται με κάποιο τρόπο με καλοτυχία πλούτη
θησαυρούς κλπ.
Αναφορά
στον θρύλο υπάρχει ακόμα και στα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη.
Εκμεταλλευόμενοι
αυτόν τον θρύλο, γύρω στο 1900 κάποιοι γυρολόγοι επιτηδευματίες παρήγαγαν αυτό
το υποτιθέμενο νόμισμα του βασιλέως Σελβύρου ή Σελβύκου (?) και προσπαθούσαν να το
πουλήσουν ακριβά σε κάποιους ως σπάνιο.
Κάποιοι
χωρικοί οι οποίοι ήθελαν να πουλήσουν τα χωράφια τους λέγεται ότι πετούσαν
τέτοια νομίσματα για να τα δουν «τυχαία» οι υποψήφιοι αγοραστές και
έτσι να πετύχουν υψηλή τιμή.
ΔΕΕ
Ετικέτες
Λαογραφία,
Νομισματολογία
Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019
«Μακεδονία Ξακουστή»: Η ιστορία πίσω από το εμβατήριο
«Μακεδονία Ξακουστή»: Η ιστορία
πίσω από το εμβατήριο
Ο ύμνος της Μακεδονίας στα χείλη των Ελλήνων
05.02.18
Το εμβατήριο «Μακεδονία Ξακουστή» τραγούδησαν όλοι όσοι βρέθηκαν στο χθεσινό συλλαλητήριο της Αθήνας. To Star μίλησε με ειδικούς λαογράφους για το πως γεννήθηκε αυτός ο ύμνος και βρίσκεται στα χείλη όλων.
Με μια φωνή το Σύνταγμα τραγουδά τον ύμνο της Μακεδονίας και η Αθήνα πάλλεται στο άκουσμά του. Ακόμα κι εκείνοι που έρχονται με... πούλμαν στο κέντρο της πρωτεύουσας σιγο-τραγουδούν για την... «χώρα του Μ. Αλεξάνδρου».
Η αλλαγή της προεδρικής φρουράς πραγματοποιείται υπό τους ήχους του «Μακεδονία Ξακουστή» και ο κόσμος ξεσπά σε χειροκροτήματα.
Η ακριβής προέλευση του τραγουδιού που υπερήφανα τραγουδά όλη η Ελλάδα, δεν είναι γνωστή... Η ταυτότητα του δημιουργού του δεν φανερώθηκε ποτέ.
«Μπορεί να θεωρηθεί και δημοτικό τραγούδι γιατί έμεινε στην παράδοση χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα για τον στιχουργό του. Χρονολογείται μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Ήταν νωπά τα γεγονότα, εξ ου και το "έδιωξες τους Βούλγαρους". Βέβαια ο στίχος αυτός άλλαξε μέσα στα χρόνια, εξηγεί ο Δημήτριος Ευαγγελίδης, εθνολόγος.
Μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ο χορός του εμβατηρίου εντάχθηκε στον κατάλογο των ελληνικών εθνικών χορών κι έκτοτε άρχισε να διδάσκεται σε σχολεία όλης της Ελλάδας.
Στην κεντρο-δυτική Μακεδονία βασίζεται στα βήματα του "ράικο" (Ακούστε εδώ: http://www.dance-pandect.gr/pds_cosmos/pop/pop_lhmma_gr.php?oid=O-E6C66BC1&ActionP=Play&mode=Med&Obj=S&eid=E-6D447&aa=1), του πιο γνωστού χορού με προσθέσεις βημάτων, ενώ σε ανατολική Μακεδονία διαφορετική εκδοχή, όμοια με αυτήν που είχε πρωτο-αρχίσει να διδάσκεται.
Το εμβατήριο της Μακεδονίας έχει προκαλέσει ρίγη συγκίνησης πολλές φορές και στο παρελθόν. Ήταν 28η Οκτωβρίου του 2011 όταν στην Θεσσαλονίκη απαγορεύτηκε η παρέλαση.
Προς έκπληξη όλων, όμως, οι Ευέλπιδες παρέλασαν... τραγουδώντας μάλιστα το «Μακεδονία Ξακουστή».
Ακόμα κι από... γκάιντα έχει ακουστεί η μελωδία του μακεδονικού ύμνου, όταν τον Μάρτιο του 2016 Άραβες Ορθόδοξοι πρόσκοποι παιάνιζαν το «Μακεδονία ξακουστή» παρελαύνοντας μπροστά από το άγαλμα του Μ. Αλεξάνδρου στη Θεσσαλονίκη.
Κρίμα που ο δημιουργός του χάθηκε άγνωστος χωρίς ποτέ να μάθει το πόσα πολλά σημαίνει ο ύμνος που έγραψε για τους Έλληνες απανταχού.
Ετικέτες
Εθνική μνήμη,
Λαογραφία,
Νεώτερη Ιστορία
Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019
21 χρόνια από τον θάνατο της Δώρας Στράτου
Η γυναίκα που ανέδειξε τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς
Η Δώρα Στράτου (Δωροθέα Στράτου, 18 Νοεμβρίου 1903 - 19 Ιανουαρίου 1988) ήταν Ελληνίδα ηθοποιός, χορογράφος και θιασάρχης, ιδρύτρια του ομωνύμου συγκροτήματος Ελληνικών Παραδοσιακών Χορών, με το οποίο περιόδευσε σε όλο τον κόσμο κάνοντας γνωστούς τους παραδοσιακούς μας χορούς, τους ήχους, αλλά και τις φορεσιές.
Η Δώρα Στράτου μεγάλωσε στο μεγαλοαστικό περιβάλλον της Αθήνας των αρχών του αιώνα και έλαβε κλασική μόρφωση, μελετώντας ξένες γλώσσες και κλασικό τραγούδι. Δάσκαλος της στο πιάνο ήταν ο συνθέτης και μαέστρος Δημήτρης Μητρόπουλος.
Ο πατέρας της, δικηγόρος και πολιτικός Νικόλαος Στράτος, υπήρξε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα πρωθυπουργός της Ελλάδας. Μετά την μικρασιατική καταστροφή καταδικάστηκε σε θάνατο στη δίκη των έξι. Η θανατική ποινή και εκτέλεση του πατέρα της το 1922 της δημιούργησε τη μεγαλύτερη τραυματική εμπειρία στη ζωή της. Μετά τη δήμευση της περιουσίας των γονιών της και τον κοινωνικό υποβιβασμό με τη μητέρα της και τον αδελφό της Ανδρέα έφυγε στο εξωτερικό. Ταξίδεψαν στο Βερολίνο, το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη για 10 χρόνια στη διάρκεια των οποίων η Δώρα Στράτου συνέχισε τις σπουδές της.
Στο εξωτερικό παρακολούθησε παραστάσεις και συναυλίες με ένα πάθος που διατήρησε σε όλη της τη ζωή. Επέστρεψαν στην Ελλάδα το 1932. Ο αδερφός της Ανδρέας που είχε σπουδάσει νομικά είχε εκλεγεί βουλευτής, ενώ η Δώρα Στράτου συναναστρεφόταν τους καλλιτέχνες της εποχής, την περίφημη γενιά του 30.
Το 1942, μέσα στην κατοχή, ο σκηνοθέτης Κάρολος Κουν συσπείρωσε γύρω του μια πλειάδα καλλιτεχνών ανάμεσα σε αυτούς ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Μάνος Χατζιδάκις και πολλοί άλλοι. Η Δώρα Στράτου βοήθησε τον Κάρολο Κουν να ιδρύσει το Θέατρο Τέχνης και έγινε το δεξί του χέρι στα διοικητικά θέματα.
Καταλυτική για την πορεία της Δώρας Στράτου στάθηκε η παράσταση ενός φολκλορικού συγκροτήματος της Γιουγκοσλαβίας που έκανε περιοδείες σε διάφορες χώρες προβάλλοντας δημοτικούς χορούς και φορεσιές των Βαλκανίων. Η έλλειψη ενός τέτοιου συγκροτήματος στην Ελλάδα με την τόσο πλούσια παράδοση έβαλε τη Στράτου σε σκέψεις.
«Σκέφτηκα τότε», έλεγε η Δώρα Στράτου, «δε θα βρεθεί ένας άνθρωπος να μαζέψει τους χορούς μας; Έτυχε μάλιστα τότε να φτάσει μια επιστολή από την Αμερική στο Υπουργείο Τύπου που ζητούσε αν υπάρχει ένα φολκλορικό ελληνικό συγκρότημα να πάει για περιοδεία στην Αμερική και έτσι με φώναξαν και έτσι ξεκίνησα».
Έτσι ξεκίνησε η ιδέα στην οποία θα αφιέρωνε όλη τη ζωή της: Η ίδρυση ενός συγκροτήματος παραδοσιακών χορών στην Ελλάδα. Τότε, μόνο το Λύκειο Ελληνίδων έδινε δυο με τρεις παραστάσεις το χρόνο και όχι πάντα με παραδοσιακές φορεσιές. Η Δώρα Στράτου προσπαθώντας να καλύψει αυτό το κενό, ανέλαβε την οργάνωση και τελικά ίδρυσε το «Σωματείο Ελληνικοί Χοροί – Δώρα Στράτου».
Το 1953 αρχίζουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα τακτικές θεατρικές παραστάσεις ελληνικών παραδοσιακών χορών και τραγουδιών σε επίπεδο επαγγελματικών αξιώσεων. Τον ίδιο χρόνο η Στράτου δημιουργεί κοινωφελές σωματείο με την επωνυμία «Εταιρία Ελληνικών Λαϊκών Χορών και Τραγουδιού» με περιοδείες του συγκροτήματος πλέον και στο εξωτερικό δίνοντας παραστάσεις σχεδόν σε όλες τις ηπείρους. Κοντά της είχε συγκεντρώσει ένα επιτελείο από καλλιτέχνες και διανοούμενους, όπως τους Οδυσσέα Ελύτη, Μάνο Χατζιδάκι, Σπύρο Βασιλείου, Γιάννη Μόραλη, ενώ ο Γιάννης Τσαρούχης έφτιαχνε ζωγραφιστές φορεσιές.
Η Στράτου ταξίδευε σε όλη την Ελλάδα και συγκέντρωνε φορεσιές, κοσμήματα, μουσικές και χορούς. Επέλεγε τους καλύτερους χορευτές και οργανοπαίχτες να πλαισιώσουν το συγκρότημα. Ξεκίνησε να δίνει παραστάσεις στην Ελλάδα και περιόδευσε θριαμβευτικά σε 22 χώρες.
Το 1963 με εντολή του τότε πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή κατασκευάστηκε, εδικά για το συγκρότημα, το υπαίθριο θέατρο Δώρας Στράτου στο αρχαίο θέατρο του Πειραιά, με καθημερινές παραστάσεις σε όλη τη θερινή περίοδο που κράτησε μέχρι το 1964, οπότε και δημιουργήθηκε το Θέατρο Κήπου του Θησείου για ένα όμως χρόνο. Τέλος, το 1965 δημιουργείται το Θέατρο Δώρας Στράτου στο χώρο του Φιλοπάππου, ένα θέατρο 900 θέσεων. Τη σκηνή του θεάτρου που θυμίζει πλατεία χωριού δημιούργησε ο ζωγράφος Σπύρος Βασιλείου.
«Εμένα μου μπήκε η ιδέα σε αυτό εδώ το τοπίο», έλεγε η Στράτου, «απέναντι από την Ακρόπολη να γίνει ένα θέατρο, να βάλω τους ελληνικούς χορούς που έχουν άμεση σχέση με το παρελθόν μας, με την ιστορία μας. Όταν μπόρεσα να χτίσω αυτό το θέατρο, άρχισαν οι παραστάσεις εδώ, αφού έχουμε κάνει και μεγάλη έρευνα σε όλη την Ελλάδα με την σύμπραξη των χορευτών που διαλέξαμε».
Το 1967 βραβεύτηκε με το κορυφαίο Παγκόσμιο Βραβείο Θεάτρου και χάρη στο βραβείο Φορντ κατόρθωσε και αγόρασε ένα μεγάλο αριθμό από αυθεντικές ελληνικές φορεσιές. Η συλλογή της Δώρας Στράτου αποτελείται από 2.500 φορεσιές από όλες τις περιοχές της Ελλάδας, πολλά παραδοσιακά κοσμήματα και αντικείμενα που χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα στις παραστάσεις.
Η Δόρα Στράτου συνέχισε να εργάζεται συστηματικά για το όραμά της μέχρι το 1983 οπότε και αποσύρθηκε για λόγους υγείας.
Πέθανε στις 20 Ιανουαρίου του 1988. Με το θεληματικό της χαρακτήρα, τη συστηματική και επίμονη εργασία της, το πάθος για την παράδοση, η Δώρα Στράτου μας άφησε ως κληρονομιά ένα σπουδαίο έργο. Το όνομά της είναι ταυτόσημο της ελληνικής παράδοσης.
Οφείλουμε πάντως να αναφέρουμε ότι της ασκήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις έντονη κριτική διότι δεν φρόντιζε να ακολουθεί πιστά την παράδοση, παρασυρόμενη από την τάση της για εντυπωσιασμό, με αποτέλεσμα να αλλοιώνονται οι χοροί και να προβάλλεται το φολκλορικό στοιχείο που αποσπούσε εύκολα τα χειροκροτήματα και τον εντυπωσιασμό ενός κοινού που είχε αποκοπεί από την γνήσια δημοτική παράδοση.
Δ.Ε.Ε.
Στοιχεία για το παραπάνω κείμενο συγκεντρώθηκαν από διάφορα άρθρα και δημοσιεύματα:
Ετικέτες
Ελληνική παράδοση,
Λαογραφία,
Πολιτισμός
Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2019
Οι αρκουδιάρηδες του Κομανέστι (Ρουμανία)
Οι αρκουδιάρηδες
του Κομανέστι (Ρουμανία)
Εκατοντάδες Ρουμάνοι φορώντας τα ωραιότατα γνήσια αρκουδοτόμαρα τους, με τις μεγάλες κόκκινες φούντες, συνωθούνταν και γρύλλιζαν συμμετέχοντας σε μια παράξενη παρέλαση, ως μέρος του παραδοσιακού εορτασμού της Πρωτοχρονιάς.
Στον «χορό των αρκούδων», όπως αναφέρεται το παμπάλαιο τοπικό έθιμο, οι συμμετέχοντες ακολουθούν τον ρυθμό των τύμπανων και τον ήχο από τις χαρακτηριστικές φλογέρες της περιοχής (Pan pipes), περιφερόμενοι μέσα στους δρόμους του Κομανέστι (Comănești), στην ανατολική Ρουμανία, την Κυριακή.
Σύμφωνα με τη λαογραφία, το τελετουργικό προέκυψε από τους προχριστιανικούς χρόνους, όταν οι χωρικοί φορούσαν ζωικές γούνες και χρωματιστά κοστούμια πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι για να διώξουν τα κακά πνεύματα καθώς έρχεται το νέο έτος.
«Συμμετείχα στον χορό των αρκούδων για τέσσερα χρόνια και για μένα αυτό σημαίνει πολλά», είπε μια 17χρονη συμμετέχουσα, η Roxana Stan, που πήρε το κοστούμι της από τον πατέρα της.
"Είναι πολύ βαρύ, αλλά το έχω συνηθίσει. Δεν αισθάνομαι πια το βάρος της», πρόσθεσε.
Τρίτη 1 Μαΐου 2018
Πρωτομαγιά των Ελλήνων
Ήθη και έθιμα της Πρωτομαγιάς
στην Ελληνική ύπαιθρο
Γρηγόρης Γ. Καλύβας
Πρωτομαγιά, η μόνη ίσως γιορτή χωρίς θρησκευτικό περιεχόμενο.
Η γιορτή της Άνοιξης που έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα.
Σύμφωνα με την παράδοση, ο Μάϊος πήρε το όνομά του από τη ρωμαϊκή θεότητα Maia (Μάια), η οποία ονομάστηκε έτσι από την ελληνική λέξη Μαία που σημαίνει τροφός και μητέρα. Η Μάια ταυτίστηκε με την Ατλαντίδα νύμφη Μαία, τη μητέρα του Ερμή, στον οποίο αφιερώθηκε ο μήνας Μάιος.
Ο Μάιος είναι ο 5ος μήνας του χρόνου, ο οποίος αντιστοιχεί στον αρχαίο μήνα Θαργηλίωνα που γιορταζόταν με τα περίφημα Ανθοφόρια. Ήταν αφιερωμένος στη θεά της γεωργίας Δήμητρα και την κόρη της Περσεφόνη, που τον μήνα αυτόν βγαίνει από τον Άδη κι έρχεται στη γη. Γιορτές γίνονταν και στην αρχαία Ρώμη που τις έλεγαν «ροσύλλια» τις οποίες διατήρησαν και οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες. Για τη λαϊκή αντίληψη, στο μήνα Μάιο συνυπάρχουν οι ιδιότητες του καλού και του κακού, της αναγέννησης και του θανάτου και συγκεντρώνονται την πρώτη του ημέρα, την Πρωτομαγιά.
Ο εορτασμός της Πρωτομαγιάς σηματοδοτεί την τελική νίκη του καλοκαιριού απέναντι στον χειμώνα, την κατίσχυση της ζωής επί του θανάτου και έχει ρίζες που ανάγονται σε προχριστιανικές αγροτικές λατρευτικές τελετές για τη γονιμότητα των αγρών και, κατ’ επέκταση, και των ζώων και των ανθρώπων. Η γιορτή της Πρωτομαγιάς συνεχίστηκε στο διάβα των αιώνων με επισημότητα και με διάφορες μορφές και εκδηλώσεις. Μία από τις παλαιότερες γιορτές ήταν τα Ανθεστήρια, η γιορτή των λουλουδιών, η πρώτη επίσημη γιορτή ανθέων των Ελλήνων.
Τα Ανθεστήρια, κατά τη διάρκεια των οποίων πομπές με κανηφόρες που έφερναν άνθη βάδιζαν με μεγαλοπρέπεια προς τα ιερά, ιδρύθηκαν πρώτα στην Αθήνα και έπειτα πήραν πανελλήνια μορφή, αφού διαδόθηκαν και σ άλλες πόλεις της Ελλάδος. Σύμφωνα με το μύθο, στα Ανθεστήρια «ανασταινόταν» ο… σκοτωμένος θεός Ευάνθης, επίθετο του Διόνυσου, από το χυμένο αίμα του οποίου φύτρωσε η άμπελος. Όταν οι Ρωμαίοι κατάκτησαν την Ελλάδα, η γιορτή της Πρωτομαγιάς, δεν έπαψε να υπάρχει αλλά εμπλουτίστηκε γιατί και οι δύο λαοί πίστευαν, ότι τα λουλούδια αντιπροσωπεύουν την ομορφιά των θεών και φέρνουν δύναμη, δόξα , ευτυχία και υγεία.
Με το πέρασμα των αιώνων, η αρχική έννοια της Πρωτομαγιάς αλλοιώθηκε και επιβίωσαν έθιμα ως απλές λαϊκές γιορτές .
ΕΘΙΜΑ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ
Το πρωτομαγιάτικο στεφάνι
Ένα από τα πιο γνωστά έθιμα που εξακολουθεί να μας συνδέει με την παραδοσιακή Πρωτομαγιά, μια γιορτή της άνοιξης και της φύσης με πανάρχαιες ρίζες, είναι το πρωτομαγιάτικο στεφάνι. Ο εορτασμός της Πρωτομαγιάς συνδέεται με την ανθρώπινη χαρά για την άνοιξη και τη βλάστηση. Απότοκο των δοξασιών αυτών είναι το μαγιάτικο στεφάνι που φτιάχνεται από διάφορα άνθη και καρπούς και κρεμιέται στην πόρτα των σπιτιών.
Το μάζεμα των λουλουδιών για το πρωτομαγιάτικο στεφάνι, ενισχύει στη σημερινή εποχή τις σχέσεις του ανθρώπου με τη φύση, από την οποία οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν απομακρυνθεί λόγω του τρόπου ζωής των σύγχρονων πόλεων. Στα μέρη της Μικράς Ασίας, σε κάθε στεφάνι έβαζαν, εκτός από λουλούδια, ένα σκόρδο για τη βασκανία, ένα αγκάθι για τον εχθρό κι ένα στάχυ για την καλή σοδειά. Το μαγιάτικο στεφάνι στόλιζε τις πόρτες των σπιτιών ως του Αϊ – Γιαννιού του Θεριστή και τότε, το καίγανε στις φωτιές του αγίου. Στα Δωδεκάνησα, μαζεύουν ένα λουλούδι που το λένε «ανοιχτομάτη» και πιστεύουν πως όποιος το έχει είναι πάντα γερός και τυχερός.
Το Μαγιόξυλο
Σε χωριά της Κέρκυρας, οι κάτοικοι περιφέρουν έναν κορμό κυπαρισσιού, σκεπασμένο με κίτρινες μαργαρίτες που γύρω του έχει ένα στεφάνι με χλωρά κλαδιά. Με το μαγιόξυλο αυτό, οι νέοι εργάτες ντυμένοι με κάτασπρα παντελόνια και πουκάμισα και κόκκινα μαντήλια στο λαιμό βγαίνουν στους δρόμους, τραγουδώντας το Μάη.
Το Πήδημα της φωτιάς
Νέοι και γυναίκες μεγάλης ηλικίας μαζεύονται την παραμονή της Πρωτομαγιάς, μόλις δύσει ο ήλιος και ανάβουν φωτιές με ξερά κλαδιά που έχουν συγκεντρώσει αρκετές μέρες πριν. Όσο η φωτιά είναι αναμμένη οι γυναίκες χορεύουν κυκλικούς χορούς γύρω από τη φωτιά και τραγουδούν παραδοσιακά τραγούδια για την Πρωτομαγιά. Τα νέα παιδιά, αφού βρέξουν τα μαλλιά και τα ρούχα τους, πηδούν πάνω από τις φωτιές σαν μία συμβολική πράξη που αποσκοπεί στο να διώξει τον χειμώνα και την αρρώστια. Στην συνέχεια όλοι παίρνουν έναν δαυλό από φωτιά και την πηγαίνουν στο σπίτι τους για να φύγουν όλα τα κακά.
Ο κλήδωνας
Υπάρχουν και άλλα πολλά έθιμα της Πρωτομαγιάς που γιορτάζονται σε διάφορα μέρη της Ελλάδας: το Μαγιόπουλο, το οποίο ονομάζουν ακόμα Φουσκοδένδρι ή Ζαφείρη, γιορτάζεται στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία, το έθιμο του Κλήδωνα (είδος λουλουδιού) κ.λ.π . Ο «Κλήδονας» είναι μια λαϊκή μαντική διαδικασία, από τις πιο τελετουργικές όλων των παραδόσεων του τόπου μας, σύμφωνα με τον οποίο αποκαλύπτεται στις άγαμες κοπέλες η ταυτότητα του μελλοντικού τους συζύγου. Η λέξη απαντάται από την εποχή του Ομήρου, «κλήδων» ονομαζόταν ο προγνωστικός ήχος, και κατ’ επέκταση το άκουσμα οιωνισμού ή προφητείας, ο συνδυασμός τυχαίων και ασυνάρτητων λέξεων ή πράξεων κατά τη διάρκεια μαντικής τελετής, στον οποίο αποδιδόταν προφητική σημασία.
Οι κοπέλες του χωριού που ήταν υποψήφιες για παντρειά κανόνιζαν την κοπέλα θα έπαιζε το ρόλο της «Νύφης». Η «Νύφη» έπρεπε να είναι ανύπαντρη, να είχε σειρά για γάμο και να ζουν οι γονείς της.
Το απόγευμα της προηγούμενης μέρας της Πρωτομαγιάς κάθε ανύπαντρη κοπέλα μάζευε μόνη της ορισμένα «αγριολούλουδα» που τα ονόμαζαν Κλήδονα και σχημάτιζαν μια «χεριά» (μικρή ανθοδέσμη) και τη «χεριά» αυτή την έδεναν με μια κλωστή διαφορετικού χρώματος (εκτός του μαύρου) για κάθε κορίτσι.
Μια–μια οι κοπέλες ή συνήθως παρέες–παρέες συγκεντρώνονταν στην αυλή του σπιτιού της «Νύφης» με τα αγριολούλουδα στο δεξί τους χέρι. Όταν πια είχαν μαζευτεί όλες οι κοπέλες που θα λάβαιναν μέρος στον Κλήδονα η «Νύφη» ντυνόταν με λευκό φόρεμα βάζοντας και μια άσπρη μαντήλα (τσίπα) στο κεφάλι της.
Ύστερα έπαιρνε στα χέρια της μια στάμνα καθώς και ένα καθαρό κόκκινο πανί κατά προτίμηση μεταξωτό. Η ομήγυρη των κοριτσιών έβαζε στη μέση τη «Νύφη» και όλες οι κοπέλες χαρούμενες και γελαστές τραγουδούσαν το τραγούδι του Κλήδονα:
«Συμμαζωχτήτε λυγερές
του Μαϊού, τ’ αϊ–Θανασιού
να βάλουμε τα κλήδονα
να βγουν λαμπρά
να βγουν δροσιά!
Καλορίζικα!»
Το αμίλητο νερό
Μόλις τελείωνε το έθιμο του κλείδονα με τα πρωτομαγιάτικα στεφάνια, οι κοπέλες ελεύθερες και ανύπαντρες πήγαιναν έπαιρναν νερό από το πηγάδι και το τοποθετούσαν μέσα σε ένα χάλκινο δοχείο σε ένα συγκεκριμένο σπίτι. Αυτό ήταν το έθιμο του αμίλητου νερού. Την ονομασία του την πήρε διότι κατά τη μεταφορά του νερού τα κορίτσια δεν έπρεπε να μιλήσουν μέχρι να φτάσουν σπίτι, παρά τα πειράγματα των αγοριών. Όποια μιλούσε, έχυνε το νερό και έπρεπε να γυρίσει να το ξαναγεμίσει. Όταν τοποθετούσε το νερό στο δοχείο η κάθε κοπέλα, έβαζε και μια μικρή ανθοδέσμη για να αναγνωρίζει ότι είναι η δική της και μετά επέστρεφε σπίτι της. Λέγεται πως εκείνο το βράδυ έβλεπαν στο όνειρο τους, τον μελλοντικό αγαπημένο τους.
Όταν γέμιζε το δοχείο, το σκέπαζαν με ένα κόκκινο πανί κι έλεγαν όλες μαζί «Κλειδώνουμε τον κλήδονα με τ΄ Αγιαννιού την χάρη κι όποια έχει καλό ριζικό, να δώσει να τον πάρει». Το δοχείο έμενε το βράδυ έξω από το σπίτι για να το βλέπουν τα άστρα και το πρωί πριν το δει ο ήλιος έμπαινε και πάλι μέσα στο σπίτι. Μετά τη θεία λειτουργία του Άη Γιάννη, ένα κορίτσι και ένα αγόρι άνοιγαν κι έβγαζαν όλες τις ανθοδέσμες από το δοχείο τραγουδώντας «Ανοίξατε τον κλήδονα να βγει η χαριτωμένη κι όπου πάει να σταθεί, να είναι κερδισμένη». Για κάθε ανθοδέσμη που έβγαζαν, τραγουδούσαν κι ένα δίστιχο σχετικό με το γάμο, μια μαντινάδα που προφήτευε τον γάμο της. Ο περίγυρος έδινε διάφορες ερμηνείες και προφητικά σχόλια για την μαντινάδα που τύχαινε σε κάθε κοπέλα.
Ετικέτες
Ελληνισμός,
Λαογραφία
Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017
Οι ρόμπες της Ρόμπου ή ο κύκλος των χαμένων εθνοφοβικών (3)
Οι ρόμπες
της Ρόμπου ή ο κύκλος
των
χαμένων εθνοφοβικών (3)
Η «μεταμοντέρνα» επίθεση στην συλλογική
μας μνήμη συνεχίζεται…
Δημήτρης
Ε. Ευαγγελίδης
Το βιβλίο της Μαρίκας Ρόμπου δεν υπήρξε «κεραυνός εν αιθρία». Πριν από 20 ακριβώς χρόνια είχε κυκλοφορήσει ένα αναλόγου ποιότητας, επιπέδου και προπαγανδιστικής στόχευσης βιβλίο από κάποια απόφοιτη (1975) του κολλέγιου «Ανατόλια» Θεσσαλονίκης, και πτυχιούχου (1979) Χημείας (!) του Κολλεγίου Wooster στο Οχάϊο των ΗΠΑ, το οποίο έτυχε ανάλογης θριαμβευτικής υποδοχής και υμνολογίας, για το οποίο είχα γράψει τα εξής:
"Το 1997 κυκλοφόρησε από τις
πανεπιστημιακές εκδόσεις του Πανεπιστημίου του Σικάγου ένα περίεργο βιβλίο,
γραμμένο στα πλαίσια της «μεταμοντέρνας» ιστοριογραφίας, δηλαδή της
στρατευμένης στην κατεύθυνση της παγκοσμιοποίησης και της αμερικανικής
εξωτερικής πολιτικής, νέας επιστημονικής ορθοδοξίας. Αναφέρομαι στο
διαβόητο «ιστορικό έργο» κάποιας Αναστασίας Καρακασίδου με τον τίτλο “Fields
of Wheat, Hills of Blood” («Χωράφια με σιτάρι, Λόφοι με αίμα»),
University of Chicago 1997, το οποίο κυκλοφόρησε πριν μερικά χρόνια και στα
ελληνικά με τον τίτλο «Μακεδονικές Ιστορίες και Πάθη»
(«Οδυσσέας», Αθήνα 2000).
Όπως έχω γράψει σε σχετικό άρθρο (βλ.
περιοδικό «Άρδην» τ. 66 - Αύγουστος-Οκτώβριος 2007): «…ήταν αναμενόμενο το ότι το συγκεκριμένο «έργο»
προβλήθηκε και διαφημίστηκε από γνωστούς «προοδευτικούς», «αριστερούς» και
«πολυπολιτισμικούς» κύκλους, ως το απαύγασμα της σύγχρονης ιστορικής ανάλυσης
και επιστημονικότητας! Συμβαίνει να είμαι δίγλωσσος Έλληνας της Μακεδονίας και
γνωρίζω καλά, όχι μόνον το ιδίωμα, αλλά και την ιστορία της ευρύτερης περιοχής
από προφορικές παραδόσεις και μελέτη ιστορικών στοιχείων. Ομολογώ ότι έφριξα
από τα λάθη, τις παρερμηνείες, τις σκόπιμες διαστρεβλώσεις και την
«επιστημονική» μεθοδολογία αυτού του ψευδοϊστορικού «πονήματος». Ούτε λίγο ούτε
πολύ η συγγραφεύς ισχυρίζεται ότι οι πληθυσμοί της Μακεδονίας είχαν ρευστή και
ασαφή εθνική συνείδηση, γεγονός που εκμεταλλεύθηκαν οι Έλληνες και οι
Βούλγαροι, για να τους επιβάλλουν εκ των υστέρων την ελληνική και βουλγαρική, κατά
κύριο λόγο με την βοήθεια της Εκκλησίας τους (Πατριαρχική-Εξαρχική) και των
σχολείων τους (ελληνικά-βουλγαρικά), αντίστοιχα…».
Όπως υποστηρίζει η κα Καρακασίδου, ο
«μακεδονικός αγώνας» των αρχών του 20ου αιώνα δεν ήταν τίποτε άλλο από το
αποκορύφωμα του ανταγωνισμού των ελληνικών και βουλγαρικών εθνικών ελίτ για την
διεύρυνση των εμπορικών τους συμφερόντων στην Μακεδονία (ό.π. σελ. 197):
«…Αυτές οι προσπάθειες ελλήνων και
πατριαρχικών αγωνιστών, που καθοδηγούνταν συνήθως από οικονομικά συμφέροντα,
οράματα αλυτρωτισμού ή θρησκευτικό ζήλο, υπήρξαν καθοριστικές για το
μετασχηματισμό ορισμένων χριστιανών κατοίκων της Μακεδονίας σε μαχητική
ελληνική ομάδα…» (ό.π. σελ. 180-181).
«…τα εμπορικά οικονομικά συμφέροντα
έδιναν το υπόβαθρο της σύγκρουσης για τη Μακεδονία…» (ό.π. σελ. 194).
«…οι πρώτες δεκαετίες του εικοστού
αιώνα ήταν μια περίοδος έντονης οικοδόμησης έθνους στη Μακεδονία…» (ό.π.
σελ. 198).
Επί πλέον η συγγραφέας απορρίπτει και
διαγράφει μονοκονδυλιά όλους τους ξεπερασμένους και οπισθοδρομικούς, κατά την
γνώμη της, Έλληνες ιστορικούς, τωρινούς και παλαιότερους, ισχυριζόμενη ότι:
«…Η ελληνική εθνική ιστοριογραφία
απέτυχε γενικά να αντιμετωπίσει το κρίσιμο ζήτημα του πώς αναδείχτηκε αρχικά η
ελληνική εθνική ή εθνοτική συνείδηση και με ποιο τρόπο μεταβιβάστηκε και
αναπαράχθηκε μέσα στο χρόνο…» (ό.π. σελ. 170).
Όσο για το τι είναι αυτή η «εθνοτική»
συνείδηση, σύμφωνα με τις μεταμοντέρνες σαπουνόφουσκες, είναι ένα προδρομικό
στάδιο για την δημιουργία εθνικής συνείδησης. Όπως μάλιστα αναφέρει η ίδια στην
Εισαγωγή: «…οι εθνοτικές ομάδες είναι βασικά ομάδες συμφερόντων…» (ό.π.
σελ. 63).
Με άλλα λόγια η εθνική συνείδηση δεν
είναι ένα πνευματικό γεγονός, αλλά ένα προϊόν οικονομικών διαδικασιών και
αποτέλεσμα υλικών επιδιώξεων!
Επί πλέον όλη η φαιδρή επιχειρηματολογία
των γνωστών εθνοφοβικών «προοδευτικών» κύκλων, που την λουστήκαμε κατά κόρον
τον τελευταίο καιρό με αφορμή το βιβλίο «ιστορίας» της ΣΤ΄ Δημοτικού, είναι
καταγεγραμμένη στο «πόνημα» αυτό (*). Έτσι, η εκτεταμένη αναφορά
της συγγραφέως στον "πατριάρχη" του εθνομηδενισμού καθηγητή κ. Α. Λιάκο για την
«βοήθειά» του (ό.π. Πρόλογος, σελ. 33) δεν με εξέπληξε.
______________________________
(*) Όπως π.χ. ότι οι προύχοντες και ο ανώτερος κλήρος κατέφυγαν μετά την έκρηξη της επανάστασης του 1821 στην Τριπολιτσά «όπου βρήκαν καταφύγιο υπό την προστασία του τουρκικού στρατού (σελ. 164), ότι το Πατριαρχείο ήταν αντίθετο στον ελληνικό αγώνα για την ανεξαρτησία (σελ. 167), ότι Πατριαρχείο και Φαναριώτες αντιτάχθηκαν στην δημιουργία ανεξάρτητου Βασιλείου (σελ. 179), περί κρυφού σχολειού ως θρύλου (σελ. 186-189), ότι «ο εθνικισμός δημιουργεί τα έθνη» (σελ. 72), ότι ο εθνικισμός είναι μια «σκοτεινή, στοιχειώδης, απρόβλεπτη δύναμη αρχετυπικής φύσης, που απειλεί την γαλήνια ευταξία της πολιτισμένης ζωής (σελ. 173) και άπειρες τέτοιες μεταμοντέρνες και νεοταξίτικες ανοησίες.
(*) Όπως π.χ. ότι οι προύχοντες και ο ανώτερος κλήρος κατέφυγαν μετά την έκρηξη της επανάστασης του 1821 στην Τριπολιτσά «όπου βρήκαν καταφύγιο υπό την προστασία του τουρκικού στρατού (σελ. 164), ότι το Πατριαρχείο ήταν αντίθετο στον ελληνικό αγώνα για την ανεξαρτησία (σελ. 167), ότι Πατριαρχείο και Φαναριώτες αντιτάχθηκαν στην δημιουργία ανεξάρτητου Βασιλείου (σελ. 179), περί κρυφού σχολειού ως θρύλου (σελ. 186-189), ότι «ο εθνικισμός δημιουργεί τα έθνη» (σελ. 72), ότι ο εθνικισμός είναι μια «σκοτεινή, στοιχειώδης, απρόβλεπτη δύναμη αρχετυπικής φύσης, που απειλεί την γαλήνια ευταξία της πολιτισμένης ζωής (σελ. 173) και άπειρες τέτοιες μεταμοντέρνες και νεοταξίτικες ανοησίες.
Κάτω από το πρίσμα των πρόσφατων
εξελίξεων μπορώ μάλιστα να ισχυριστώ ότι η «έρευνα» και το βιβλίο της
Καρακασίδου (αναπληρώτριας καθηγήτριας πλέον στο Κολλέγιο Wellesley των Η.Π.Α.)
απετέλεσε μια δοκιμή για τις αντιδράσεις και κυρίως τις αντιστάσεις της
νεοελληνικής κοινωνίας στο οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποίησης και της πνευματικής
/ πολιτισμικής πολτοποίησης των λαών, αλλά και των μεθόδων και των μέσων που
πρόκειται να χρησιμοποιηθούν..."
Η συχνή βιβλιογραφική αναφορά του πονήματος της Καρακασίδου στο βιβλίο της Ρόμπου, δεν μας εντυπωσίασε, μια και ήταν αναμενόμενη. Ίδιες στοχεύσεις, ίδιες ασυναρτησίες και ψευδο-επιστημονικά «κορακίστικα», ίδια αυθαίρετα συμπεράσματα, ίδιες πορείες, ίδια κέντρα. Και μια και αναφέρθηκα σε «αυθαίρετα συμπεράσματα» θα παραθέσουμε συγκεκριμένα παραδείγματα, ώστε να αποφύγουμε εύκολες κατηγορίες για εμπάθεια προς το νέο αστέρι του εθνοφοβικού Πανθέου.
Επιλέγω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από τα
πολυάριθμα που μπορεί να εντοπίσει ένας προσεκτικός και «υποψιασμένος»
αναγνώστης. Στην σελίδα 296 του «Παραρτήματος Α» στο τέλος του βιβλίου γράφονται
τα εξής απίθανα: «Οι ελληνικές πηγές,
ανταποκρινόμενες στην επίσημη αναγνώριση ενός βουλγαρικού μιλλέτ από την Πύλη
καθώς και την συνακόλουθη εσωτερική διάσπαση των σλαβόφωνων της Μακεδονίας κατά
τον 19ο αιώνα, χρησιμοποίησαν τους όρους Ελληνοβούλγαροι (για τους Πατριαρχικούς) και Βουλγαροσλάβοι (για τους Εξαρχικούς) προκειμένου να αναφερθούν στις
δύο διακριτές κατηγορίες γηγενών»! Αγνοώ από πού ξετρύπωσε αυτούς τους
φαιδρούς όρους η συγγραφέας και κυρίως ποιες είναι αυτές οι «ελληνικές πηγές»,
στις οποίες αναφέρεται γενικά και αόριστα. Πώς τα τεκμηριώνει αυτά; Πότε και
πού χρησιμοποιήθηκαν αυτοί οι όροι; Πρόκειται για κάποια επίσημα έγγραφα ή
απλώς δημοσιογραφικές καταγραφές καφενειακών συζητήσεων του τύπου «δεξιότερα
Κουροπάτκιν!»; Άγνωστον. Ισχυρίζομαι
λοιπόν ότι αυτοί οι ήκιστα σοβαροί «όροι» χρησιμοποιήθηκαν από κάποιον
ημιμαθή γραφειοκράτη κάποιου Υπουργείου είτε ακόμη χειρότερα από κάποιον ανόητο
πολιτικάντη προς επίδειξη γνώσεων και πρωτοτυπίας. Και τελικώς από ποιούς
«υιοθετήθηκαν» αυτοί οι όροι, όπως αναφέρει αμέσως παρακάτω από το απόσπασμα
που παρέθεσα και πώς αποδεικνύεται αυτή η «υιοθεσία»; Υπάρχει κάποιο κρατικό
έγγραφο; Κάποιο επίσημο κείμενο; Κάποια δήλωση ή τοποθέτηση στην Βουλή ή στις
εφημερίδες της εποχής; Τίποτε. Niente. Nada.
Προφανώς ο στόχος είναι η διακωμώδηση του ελλαδικού
κράτους και της εθνικής πολιτικής (αποτυχημένης ή όχι είναι μια άλλη μεγάλη
συζήτηση). Θα μπορούσε άραγε κάποιος σοβαρός επιστήμονας να περιγράψει μια
πληθυσμιακή ομάδα Καθολικών με διαφορετική εθνικότητα ως «Γερμανοκινέζους», ή
μια ομάδα Μουσουλμάνων ως «Γαλλοπακιστανούς»; Δεν θα γινόταν καταγέλαστος; Προς
τι λοιπόν αυτό το άσχετο και ατεκμηρίωτο υποκεφάλαιο;
Τα επόμενα υποκεφάλαια ανήκουν στην ίδια κατηγορία και επίπεδο με την διαφορά ότι σε αυτά υπάρχουν κάποιες παραπομπές, όχι βέβαια σε αξιόπιστες έρευνες και συγγράμματα, αλλά στο βιβλίο του …Κωστόπουλου.
Πρόκειται για το πολυδιαφημισμένο προπαγανδιστικό
κατασκεύασμα του γνωστού «Ιού» της αλήστου μνήμης «Ελευθεροτυπίας» Τάσου
Κωστόπουλου: «Η απαγορευμένη γλώσσα» (2000) που εξακολουθεί να αποτελεί το
«λάβαρο» των σκοπιανολάγνων, αλλά και όλου του συρφετού των εθνομηδενιστών,
αποτελώντας πια “must” για
οποιαδήποτε και οποιονδήποτε ασχολείται με αυτά τα ζητήματα και κυρίως για
εκείνες/εκείνους που κατέχονται από φοβικά σύνδρομα μήπως κατηγορηθούν ως
«εθνικιστές», «ακροδεξιοί» ή «φασίστες» από τους ασκούντες, εδώ και δεκαετίες, ιδεολογική τρομοκρατία «νέο-αριστερούς»
κάθε απόχρωσης και επιπέδου.
Βεβαίως ανάλογες επιλεκτικές παραπομπές
διανθίζουν ολόκληρο το βιβλίο, όπως στον αμφιλεγόμενο Λόριγκ Ντάνφορθ για τα …επιτεύγματα του οποίου υπάρχει το
εξαιρετικό άρθρο της Μαρίας Τσοσκούνογλου (περιοδικό Άρδην τ. 67 – Δεκέμβριος
2007) με τίτλο: Ένας πολύ τυχερός άνθρωπος ή η λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία
του Λ. Ντάνφορθ στην Ελλάδα, καθώς και περισσότερες λεπτομέρειες στο αφιέρωμα
με τίτλο «Λόριγκ Ντάνφορθ: Ο ...εργολάβος των Σκοπίων» εδώ:
Εννοείται ότι δεν υπήρχε περίπτωση να λείπει και η επίσης γνωστή και μη εξαιρετέα Ολλανδέζα Βαν Μπουσχότεν, καθηγήτρια ελληνικού (!) πανεπιστημίου (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), την οποία πληρώνουν οι Έλληνες φορολογούμενοι για να υπονομεύει την χώρα μας και την εξωτερική της πολιτική.
Τελικώς, το ατυχές αυτό πόνημα για τις «Επιτηρούμενες ζωές», όχι μόνον δεν πρόσφερε κάτι ουσιαστικό στην έρευνα, αλλά δημιούργησε και πολλές παρενέργειες όταν έγινε αντιληπτό από τους κατοίκους των περιοχών όπου «εκτελέστηκε» η έρευνα, οι οποίοι έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι αυτά που είχαν αναφέρει στις συνεντεύξεις αλλοιώθηκαν στην καλύτερη περίπτωση ή διαστρεβλώθηκαν στην χειρότερη.
Παραθέτω απόσπασμα επιστολής διαμαρτυρίας (18 Ιανουαρίου 2017) του
τότε δημοδιδασκάλου στο χωριό Βαμβακόφυτο Σερρών κ. Γιώργου Καλίγκα όπου
αναφέρονται τα εξής αποκαλυπτικά για το είδος της «έρευνας» που
πραγματοποιήθηκε στις περιοχές της ανατολ. Μακεδονίας:
«…Εξεπλάγην όμως δυσάρεστα, και αυτός είναι ο
λόγος για τον οποίο γράφω αυτά, όταν είδα ότι εκεί υπάρχει αναφορά για
κάποιο γλωσσικό ιδίωμα, που χαρακτηρίζεται Σλαβομακεδόνικο, ότι η
χρήση του όρου ντόπιος γίνεται για προσδιορισμό μιας ιδιαίτερης
εθνοπολιτισμικής ομάδας, ότι τα σλάβικα ήταν η μητρική γλώσσα πολλών
κατοίκων κλπ, για την οποία αναφορά εγώ δεν ήμουν ενήμερος ότι θα
γινόταν, και εάν ήμουν, δε θα συμφωνούσα να συμμετέχω στο πρόγραμμα
σας. Στο κάτω κάτω, δε σας χρωστάω τίποτα και ούτε επιτρέπω σε κανέναν
να κάνει παιχνίδια χρησιμοποιώντας εμένα. Και γιατί, παρακαλώ, δε με
ενημέρωσε κανείς σας για την ύπαρξη αυτών των ιστοσελίδων; Δε νομίζετε
ότι είχατε ηθική υποχρέωση να το κάνετε; […]
Έρχεται στη συνέχεια και η κ Μαρίκα Ρόμπου – Λεβίδη με το βιβλίο που εκδίδει το Μάιο του 2016 από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια» και που φέρει τον τίτλο «Επιτηρούμενες Ζωές». Για τη συγγραφή του αντλεί στοιχεία από το epth, αφού βρεθήκαμε στον ίδιο χώρο στις 24-2-2001. Στο βιβλίο της αυτό, εκτός των άλλων, περιγράφει και έναν οργανοπαίκτη μας, που δεν έχει πάει ούτε στο δημοτικό σχολείο και κάνει έναν σκληρό αγώνα για την επιβίωσή του, με τρόπο υποτιμητικό θα έλεγα. Ακόμα, διαβάζοντάς το κανείς, αποκομίζει την εντύπωση ότι, εμείς εδώ στις παραμεθόριες περιοχές, έχουμε στήσει φάμπρικα και δεν κάνουμε κάτι άλλο, εκτός από το να μεταφράζουμε τραγούδια από κάποια άλλη γλώσσα, στην Ελληνική! Έλεος! Έχουμε πιο σοβαρά προβλήματα να ασχοληθούμε. Και πώς έγινε κ Ρούμπου και δεν μπορέσατε να επικοινωνήσετε, όντας σε ένα χωριό, με το δάσκαλο στον οποίο αναφέρεστε στη σελίδα 89, σημ. 30, του βιβλίου σας- «Μόνο σε μια κοινότητα –το Βαμβακόφυτο Σερρών- η μετάφραση κάποιων τραγουδιών αποδόθηκε από τους κατοίκους της σε άντρα που ήταν δάσκαλος στο τοπικό δημοτικό σχολείο»- και να ενημερωθείτε από «πρώτο χέρι» γι αυτό που έγινε με τα τραγούδια μας; Ο Παπάς, ο Πρόεδρος και ο δάσκαλος φαίνονται στο χωριό κι όποιον κι αν ρωτούσατε θα σας βοηθούσε να τον βρείτε. Ή μήπως δε σας βόλευε να τον βρείτε;»
Έρχεται στη συνέχεια και η κ Μαρίκα Ρόμπου – Λεβίδη με το βιβλίο που εκδίδει το Μάιο του 2016 από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια» και που φέρει τον τίτλο «Επιτηρούμενες Ζωές». Για τη συγγραφή του αντλεί στοιχεία από το epth, αφού βρεθήκαμε στον ίδιο χώρο στις 24-2-2001. Στο βιβλίο της αυτό, εκτός των άλλων, περιγράφει και έναν οργανοπαίκτη μας, που δεν έχει πάει ούτε στο δημοτικό σχολείο και κάνει έναν σκληρό αγώνα για την επιβίωσή του, με τρόπο υποτιμητικό θα έλεγα. Ακόμα, διαβάζοντάς το κανείς, αποκομίζει την εντύπωση ότι, εμείς εδώ στις παραμεθόριες περιοχές, έχουμε στήσει φάμπρικα και δεν κάνουμε κάτι άλλο, εκτός από το να μεταφράζουμε τραγούδια από κάποια άλλη γλώσσα, στην Ελληνική! Έλεος! Έχουμε πιο σοβαρά προβλήματα να ασχοληθούμε. Και πώς έγινε κ Ρούμπου και δεν μπορέσατε να επικοινωνήσετε, όντας σε ένα χωριό, με το δάσκαλο στον οποίο αναφέρεστε στη σελίδα 89, σημ. 30, του βιβλίου σας- «Μόνο σε μια κοινότητα –το Βαμβακόφυτο Σερρών- η μετάφραση κάποιων τραγουδιών αποδόθηκε από τους κατοίκους της σε άντρα που ήταν δάσκαλος στο τοπικό δημοτικό σχολείο»- και να ενημερωθείτε από «πρώτο χέρι» γι αυτό που έγινε με τα τραγούδια μας; Ο Παπάς, ο Πρόεδρος και ο δάσκαλος φαίνονται στο χωριό κι όποιον κι αν ρωτούσατε θα σας βοηθούσε να τον βρείτε. Ή μήπως δε σας βόλευε να τον βρείτε;»
Όπως
πληροφορούμαι η υπόθεση θα έχει και συνέχεια μια και οι κάτοικοι των χωριών
έχουν ξεσηκωθεί και ετοιμάζονται για νομικές ενέργειες.
Στο «Δια ταύτα» λοιπόν η προσωπική μου
τοποθέτηση είναι η εξής: Το βιβλίο αυτό
απορρίπτεται «Επί της Αρχής, κατ’ άρθρον
και επί του συνόλου». Όσο για την συγγραφέα η απάντησή μου
είναι η ακόλουθη:
«Αυτά τα ισοπεδωτικά ιδεολογήματα που
παρήγαγε ο ξεπερασμένος μαρξιστικός διεθνισμός και παράγει ο νεοφιλελεύθερος
παγκοσμιοποιητικός κοσμοπολιτισμός, είναι επικίνδυνα για κάθε ευνομούμενη
Πολιτεία, από την σκοπιά της αναγκαίας κοινωνικής συνοχής και ομοψυχίας,
αποτελούν δε αφηγήματα, που καλλιεργούν διχαστικές λογικές και εθνοτικά μίση. Δυστυχώς,
όταν οι επιστήμες και οι επιστήμονες στρατεύονται σ’ αυτά ακυρώνουν και την όποια
επιστήμη τους και τον εαυτό τους».
Δ.Ε.Ε.
Κυριακή 9 Ιουλίου 2017
Για το βιβλίο της Ρόμπου ή ο κύκλος των χαμένων εθνοφοβικών (2)
Για το βιβλίο της Ρόμπου ή
ο κύκλος των χαμένων εθνοφοβικών (2)
Η «μεταμοντέρνα» επίθεση
στην συλλογική μας μνήμη συνεχίζεται…
Δημήτρης
Ε. Ευαγγελίδης
Πριν
ασχοληθούμε με αυτά που αναφέρονται στην Εισαγωγή και στο κυρίως μέρος του βιβλίου «Επιτηρούμενες
ζωές - Μουσική, χορός και διαμόρφωση της υποκειμενικότητας στη Μακεδονία» της
Μαρίκας Ρόμπου-Λεβίδη, κρίνω απαραίτητη την παράθεση ορισμένων πληροφοριών ώστε
να γίνουν ευκολότερα αντιληπτά τα όσα θα αναφερθούν στην συνέχεια γύρω από τον ψευδο-επιστημονικό1
κλάδο της «Κοινωνικής Ανθρωπολογίας».
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 (μιας από τις πλέον συγκλονιστικές και ανατρεπτικές δεκαετίες του 20ου αιώνα), ένα από πλέον δημοφιλή κινήματα υπήρξε αυτό που πυροδοτήθηκε από το συγκλονιστικό και πρωτοποριακό βιβλίο της Ραίητσελ Κάρσον «Σιωπηλή Άνοιξη»2 για την προστασία του περιβάλλοντος και την Οικολογία, που γέννησε με την σειρά του κινήσεις του τύπου «επιστροφή στην φύση», τους χίππηδες κλπ. Ήταν αναμενόμενο να εμπλακούν στην όλη υπόθεση και οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι της εποχής, για να αποδείξουν την «κοινωνική ευαισθησία» τους, αλλά κυρίως την χρησιμότητά τους, διατυπώνοντας απίθανες θεωρίες με σαφή πολιτικο-ιδεολογικά κίνητρα, που επικρίθηκαν δριμύτατα. Η χαριστική βολή όμως στις πλέον ακραίες μορφές τους, δόθηκε από τον Βρετανό Ζωολόγο – Ηθολόγο Ντέσμοντ Μόρρις (Desmond Morris), με το πολύκροτο βιβλίο του «Ο γυμνός πίθηκος».3
________________________
- Χρησιμοποιώ αυτόν τον χαρακτηρισμό όντας πεπεισμένος από σχετικές επιστημολογικές αναλύσεις που έχω υπ’ όψιν και οι οποίες αναφέρονται σε ορισμένους κλάδους που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «επιστημονικοί» μόνον διαστέλλοντας και γενικεύοντας τον ορισμό του «επιστημονικού». Ως προς την Κοινωνική Ανθρωπολογία οι αλληλοσυγκρουόμενες θεωρίες, τα λογικά άλματα, η κατασκευή και υπερπαραγωγή ορισμών και νέων όρων προς χρήση των μελών του ιερατείου, η αδυναμία εξαγωγής αξιόπιστων και εφαρμόσιμων αποτελεσμάτων, τείνουν να απαξιώσουν και να οδηγήσουν τον συγκεκριμένο κλάδο σε πλήρη ανυποληψία. Ήδη, από πολλούς, η Κοινωνική Ανθρωπολογία (συχνά συγχέεται, πιθανόν σκόπιμα, με την Πολιτιστική Ανθρωπολογία) κατατάσσεται στις λεγόμενες «guessing arts» (τέχνες της μαντεψιάς) που εξυπηρετούν κυρίως πολιτικο-ιδεολογικές σκοπιμότητες και όχι την Επιστήμη. Προσωπικά θεωρώ ότι αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που είναι γνωστό στην Φιλοσοφία ως «ετερογονία του σκοπού» δηλ. το ασύμπτωτο μεταξύ βούλησης και πραγματικότητας.
- Rachel Carson (1907-1964), “Silent Spring”, 1962
3.
Desmond Morris: “The naked Ape”, (1967) που μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στα ελληνικά
το 1970.
Όπως υπονοεί και ο υπότιτλός του («Μια μελέτη για το Ζώο-Άνθρωπος»), το έργο αυτό αποτελεί μια διεισδυτική ματιά από έναν ειδικό επιστήμονα στα κίνητρα συμπεριφοράς των «γυμνών (=άτριχων) πιθήκων», όπως αποκαλεί το ανθρώπινο είδος ο συγγραφέας, σύμφωνα με τον οποίον οι ρίζες αυτών των κινήτρων ανάγονται στην γενετική κληρονομιά του εξελικτικού παρελθόντος του σύγχρονου, «πολιτισμένου», ανθρώπου.
Ο Ντέσμοντ Μόρρις με την καταλυτική και τεκμηριωμένη κριτική του κατέρριψε τις παρωχημένες και αντιεπιστημονικές αντιλήψεις των παλαιότερων ανθρωπολόγων, αλλά και όλων εκείνων των κοινωνιολόγων (κοινωνικών ανθρωπολόγων), που στερούμενοι παιδείας στην Βιολογία, την Γενετική, την Εθνολογία και την Φυσική Ανθρωπολογία, ανέπτυσσαν θεωρίες και υποθέσεις (στηριγμένοι αποκλειστικά σε ανθρωπολογικό και εθνογραφικό υλικό πρωτόγονων κοινωνιών χαμένων σε κάποια ζούγκλα ή σε ένα ασήμαντο νησί του Ειρηνικού Ωκεανού), οι οποίες, όχι μόνον δεν αποτελούσαν πανάκεια για τα προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών, αλλά ήσαν και καταγέλαστες σε τελική ανάλυση. Όπως ξεκαθάρισε αφοπλιστικά ο Ντ. Μόρρις:
«…Οι
απλές φυλετικές ομάδες που επιβιώνουν μέχρι σήμερα δεν είναι πρωτόγονες,
είναι αποτελματωμένες. Πραγματικές πρωτόγονες ομάδες δεν υπάρχουν πια εδώ
και χιλιάδες χρόνια… Τα χαρακτηριστικά που μελέτησαν οι παλαιότεροι
ανθρωπολόγοι σ’ αυτές τις φυλές μπορεί να είναι ακριβώς εκείνα που εμπόδισαν
την πρόοδο των ομάδων που αναφέραμε. Είναι λοιπόν επικίνδυνο να
χρησιμοποιήσουμε αυτές τις πληροφορίες σαν βάση για οποιοδήποτε γενικό
διάγραμμα της συμπεριφοράς του είδους μας…» (Ντ. Μόρρις, ό.π. σελ. 12-13. Οι επισημάνσεις δικές μου).
Ένα άλλο σημείο που πρέπει να τονιστεί είναι ο καίριος και καθοριστικής σημασίας ρόλος που διαδραματίζει ο ερευνητής στην προσέγγιση λαογραφικών και κοινωνιολογικών ζητημάτων αναλόγως της emic ή etic οπτικής της έρευνάς του. Οι όροι αυτοί (παρ’ όλο που προέρχονται από ρίζες ελληνικών λέξεων), δυστυχώς δεν έχουν δόκιμες μεταφράσεις στην ελληνική γλώσσα. Δημιουργήθηκαν το 1954 από τον Αμερικανό γλωσσολόγο Κένεθ Πάικ (Kenneth Pike) από τους αντίστοιχους όρους της Γλωσσολογίας phonemic and phonetic και χρησιμοποιούνται σήμερα στην Ανθρωπολογία, Εθνολογία, Λαογραφία και στις κοινωνικές επιστήμες γενικότερα. Αναφέρονται στους δύο διαφορετικές προσεγγίσεις της έρευνας πεδίου και επομένως στις δύο διαφορετικές οπτικές που προκύπτουν.
Emic είναι η προσέγγιση/οπτική ενός μέλους
«από τα μέσα» της κοινωνικής ομάδας η οποία διερευνάται, ενώ etic είναι η
προσέγγιση/οπτική ενός παρατηρητή/ερευνητή «από τα έξω».4
Η έρευνα της Μ. Ρόμπου υπήρξε σαφέστατα μια etic προσέγγιση, από
την σκοπιά δηλ. ενός εξωτερικού παρατηρητή, που αγνοούσε παντελώς τις
ιδιαιτερότητες, την ιστορική διαδρομή, το γλωσσικό ιδίωμα, την νοοτροπία και
τις λογικές των μελών της πληθυσμιακής ομάδας, με αποτέλεσμα να προκύψουν σοβαρότατα
προβλήματα, στα οποία θα αναφερθούμε στο τέλος.
_________________________________
4. Βλ. σχετικά: EMICS AND ETICS: The Insider/Outsider Debate http://www-01.sil.org/~headlandt/ee-intro.htm
Επί πλέον η εν λόγω δεν ήρθε στην περιοχή για ουσιαστική έρευνα, αλλά για να αποδείξει με την «έρευνά» της, τις δικές της ιδεοληψίες, τις προκαταλήψεις της, τις προσχηματισμένες ήδη αντιλήψεις της, αλλοιώνοντας και διαστρεβλώνοντας κατά το δοκούν τα όσα «κατέγραψε». Ακόμη και αν δεχθούμε ότι όλα αυτά τα διέπραξε καλοπροαίρετα, τότε και πάλι καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το όλο εγχείρημα είναι απορριπτέο επιστημονικά μια και η συγγραφέας υπέπεσε στην γνωστή πλάνη της Λογικής «Εν Αρχή Αιτείσθαι», αναφερόμενη και ως «petitio principii», υποκαθιστώντας με τα (αναπόδεικτα και προκατειλημμένα) συμπεράσματά της την υπόθεση που υποτίθεται ότι πρόκειται να ερευνήσει. Για να το εκφράσω με απλά λόγια είναι σαν κάποιος ερευνητής να δηλώνει ότι θα ερευνήσει το τι χρώμα έχουν οι κόκκινες πεταλούδες. Προφανώς κόκκινο!
Βεβαίως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε με υπερβολική αυστηρότητα μια πρώην χορεύτρια του Βασιλικού Θεάτρου του Λονδίνου και να απαιτούμε να έχει μελετήσει Λογική, έναν από τους δυσκολότερους ομολογουμένως κλάδους της Φιλοσοφίας, όμως από την άλλη πλευρά δεν ανεχόμαστε την ξεδιάντροπη προπαγάνδα που επιχειρεί, θεωρώντας ότι στερούμαστε απλής λογικής και αγνοούμε το «τι παίζεται» γύρω μας με τις σκοπιμότητες διαφόρων κέντρων.
Μετά από αυτές τις απαραίτητες πληροφορίες και διευκρινίσεις ας εξετάσουμε αυτά που αναφέρονται στην Εισαγωγή του βιβλίου. Γραμμένη, όπως και όλο το βιβλίο σε μια εποχή τεχνητής ευημερίας και πληθωρικής αισιοδοξίας, όπου μεσουρανούσαν οι παγκοσμιοποιητικές ιδεοπληξίες και η ενορχηστρωμένη προπαγάνδα των ΜΜΕ, αλλά και μεγάλης μερίδας ακαδημαϊκών που δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στις πλουσιοπάροχες επιχορηγήσεις διαφόρων ιδρυμάτων και οργανισμών, αποτυπώνει σε κάθε σελίδα τις εθνομηδενιστικές στοχεύσεις της «έρευνας», όπως και τα εθνοφοβικά σύνδρομα που την διακατέχουν.
Έτσι, στην σελ. 14 τονίζει «την οριακότητα που συνοδεύει την έννοια του εθνικού συνόρου», κατακεραυνώνει «τις θεωρητικές και πολιτικές προκείμενες του εθνικισμού, που σε μεγάλο
βαθμό ευθύνονται για την δημιουργία και αναπαραγωγή του Μακεδονικού ζητήματος»
και λίγο παρακάτω αναφέρεται στο «πέρασμα
της Μακεδονίας από το προ-εθνικό στο εθνικό καθεστώς», εντελώς αυθαίρετα
και αναπόδεικτα, χωρίς βέβαια να μπει τον κόπο να εξηγήσει πόθεν τεκμαίρονται
όλες αυτές οι σοβαροφανείς αποφάνσεις*.
Στην σελ. 22 παρομοίως καταγγέλλει «το ζοφερό καθεστώς επιτήρησης που σημάδεψε
βαθιά το πολίτευμα της χώρας»! Αναρωτήθηκε άραγε η μεγάλη αυτή ερευνήτρια
με τις «εμπεριστατωμένες και
θεωρητικά εμβριθείς αναλύσεις» ποιοι υπήρξαν οι λόγοι (στρατιωτικοί,
πολιτικοί, ιστορικοί) που υποχρέωσαν τις ελληνικές κυβερνήσεις να επιβάλουν την
επιτήρηση των συνόρων; Μήπως έχει την εντύπωση ότι η Ελλάδα συνόρευε με την
Ελβετία και την Σουηδία;
________________________________
* απόφανση = γνώμη που διατυπώνεται με την
αξίωση ότι είναι αληθινή, ως δόγμα (λεξικά), αλλά και απόφαση δικαστηρίου
(νομ.)
Είναι πάντως αποκαλυπτικά τα όσα γράφει στην σελίδα 31 όπου ομολογεί ότι «όπως συνέβη και στην Ελλάδα, έτσι και στη Βουλγαρία επιβλήθηκε από τα πάνω ένα […] καθεστώς επιτήρησης». Και τότε τι μας ζαλίζετε αγαπητή με καταγγελίες και δακρύβρεκτα περί «επιτηρούμενων ζωών» και τα παρόμοια; Προφανώς για την δημιουργία εντυπώσεων ή κάνω λάθος;
Ενδιάμεσα (σελ. 25) ήταν αδύνατο να αποφύγει και
το επιβαλλόμενο «γλύψιμο» με την αναφορά στο «καταξιωμένο έργο της Jane
K. Cowan» και είναι
βέβαιον ότι οι αναγνώστες δεν θα μπορέσουν να αποφύγουν τα ειρωνικά χαμόγελα.
Καταξιωμένο από ποιους; Από την διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα, από κάποιους
παγκόσμιους Οργανισμούς, από τον Πάπα της Ρώμης, από ποιους τέλος πάντων;
Μάλλον από τα μέλη του ιερατείου, τους «κολλητούς» και όσων προσδοκούν να
συμπεριληφθούν σ’ αυτό, υποθέτω.
Όσο για το παραληρηματικό περί «εθνοτικά στιγματισμένων μουσικών οργάνων των ντόπιων», το αφήνω ασχολίαστο.
Θα μπορούσα να συνεχίσω
σελίδα-σελίδα με τα όσα φαιδρά, αναξιόπιστα, αλλά και εμπαθή εκθέτει στο κυρίως
μέρος το βιβλίου, πιστεύω όμως ότι δεν έχει νόημα. Η εν λόγω «εμετρήθη,
εζυγίσθη και ευρέθη ελλιπής». Είναι όχι μόνον ελλιπής επιστημονικά, αλλά η
εμπάθειά της, οι προκαταλήψεις της και οι ιδεοπληξίες της την καθιστούν
ιδιαίτερα προβληματική, αλλά και προσβλητική απέναντι των γηγενών Μακεδόνων, όταν
μάλιστα παραθέτει φαιδρολογήματα ορισμένων ημιμαθών ή απλώς επιπόλαιων «ειδικών»,
όπως η περίπτωση κάποιου Reiss, Καθηγητή
του Πανεπιστημίου της Λωζάνης, ο οποίος γράφει (σελ. 224) τα εξής εξωφρενικά:
«…οι Μακεδόνες είναι το αποτέλεσμα των
αλλεπάλληλων κατοχών που υπέστη αυτή η γη […] Του είναι αδιάφορο εάν είναι Βούλγαρος, Σέρβος ή Έλληνας…». Το
τραγικό είναι ότι λίγες γραμμές παρακάτω η συγγραφέας διαπιστώνει ότι «προφανώς η θέση του Reiss δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερη»! Κλαυσίγελως!
Κλείνω με ένα πραγματικό «μαργαριτάρι» που αν μη τι άλλο αποδεικνύει την πλήρη σύγχυση της συγγραφέως, που έχει ανακατέψει γεγονότα, ιστορικές αλληλουχίες, γεγονότα, πρόσωπα και πράγματα σε τρομακτικό βαθμό. Στην σελίδα 226 γράφει επί λέξει τα εξής απίστευτα: «…στον Εμφύλιο οι κάτοικοι δεν τάχθηκαν με τον ΕΛΑΣ αλλά υποστήριξαν τον Εθνικό Στρατό. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ΕΛΑΣ έκαψε το χωριό για να εκδικηθεί τη στάση που κράτησαν οι κάτοικοί του στη διάρκεια της ένοπλης αναμέτρησης.»
Με απλά λόγια η εν λόγω προφανώς πιστεύει ότι ο Β΄ Π.Π. έγινε ΜΕΤΑ τον Εμφύλιο! Αυτό δεν προκύπτει από τα παραπάνω; Ή κάνω λάθος;
Θα της πρότεινα λοιπόν ότι με τέτοια παιδαριώδη λάθη, προϊόντα κακοχωνεμένων μελετών και αναγνώσεων, θα ήταν προτιμότερο να συνεχίσει την καριέρα της ως χορεύτρια και να αφήσει στην άκρη ανθρωπολογίες, εθνογραφίες και τα «ενσώματα υποκείμενα», εάν δεν επιθυμεί να εκτεθεί περισσότερο.
(Συνεχίζεται στο 3ο
και τελευταίο μέρος)
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)













