Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιταλικοί λαοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιταλικοί λαοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Ιταλικοί λαοί (12)

Αρχαίες γλώσσες της ιταλικής χερσονήσου

Ιταλικοί λαοί
(Από το "Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου" του Δ. Ε. Ευαγγελίδη)

Ἰταλικοί λαοί: Συλλογική ονομασία των Αριοευρωπαϊκών (Ινδοευρωπαϊκών) λαών της Ιταλικής χερσονήσου, των οποίων οι αρχικές εγκαταστάσεις τοποθετούνται στο μεταβατικό διάστημα από την Μέση στην Ύστερη Εποχή του Ορειχάλκου (γύρω στο 1200 π.Χ.) και ταυτίζονται με τους λεγόμενους Πρωτο-Βιλλανόβιους (από το όνομα του πολιτισμού που είχαν αναπτύξει – Proto-Villanovan culture 1100-900/800 π.Χ.).
Για το πρόβλημα πάντως του προσδιορισμού του χρόνου εισόδου στην Ιταλική χερσόνησο των λαών-φορέων Αριοευρωπαϊκών γλωσσών, υπάρχουν αντιτιθέμενες απόψεις μεταξύ των ερευνητών.
Μια παλαιότερη άποψη του καθηγητή L. Piggorini, υποστήριζε την είσοδο (από τον Βορρά) των πρώτων Αριοευρωπαϊκών φύλων στην Ιταλική χερσόνησο, από τις αρχές της Μέσης Εποχής του Ορειχάλκου και τους θεωρούσε δημιουργούς του πολιτισμού Τερρεμάρε (Terremare culture, 1500-1100 π.X.). Άλλες θεωρίες υποστηρίζουν την διείσδυση των Αριοευρωπαϊκών φύλων στην διάρκεια της Νεολιθικής, από τα ανατολικά, (Μ. Ασία → Ελλάδα → Ιταλία), αλλά η άποψη αυτή προσκρούει σε μια σειρά αντιθέτων αρχαιολογικών και γλωσσολογικών ευρημάτων.
Τέλος, μια άλλη θεωρία υποστηρίζει την έναρξη των εισβολών των φορέων των Ιταλικών γλωσσών στην διάρκεια της Χαλκολιθικής, δηλ. της μεταβατικής περιόδου (3500-2500 π.Χ.) από την Νεολιθική προς την Πρώϊμη Εποχή του Ορειχάλκου, με προέλευση την Κεντρική Ευρώπη. Η άποψη αυτή αποδίδει στους εισβολείς την διάδοση της χρήσης των Μετάλλων, του ίππου και τους θεωρεί ως δημιουργούς των πολιτισμών (βλ. Εικόνα) Ρεμεντέλλο (Remedello) στην κοιλάδα του Πάδου, Ριναλντόνε (Rinaldone) στην Τοσκάνη και Γκάουντο (Gaudo) στην Καμπανία (βλ. λεπτομέρειες για τα παραπάνω, J.P. Mallory & D.Q. Adams (ed.): Encyclopedia of Indo-European Culture, σελ. 314-319).


Η πλέον αποδεκτή πάντως άποψη, είναι αυτή η οποία δέχεται την είσοδο των Πρωτο-Ιταλικών φύλων, όπως χαρακτηρίζονται, γύρω στο 1200 π.Χ. προερχόμενα από την Κεντρική Ευρώπη, όπου είχαν συμβιώσει για ένα διάστημα με τα πρωτο-Κελτικά φύλα, γεγονός που αποτυπώθηκε και στην στενή γλωσσολογική συγγένεια μεταξύ των γλωσσών της Ιταλικής και Κελτικής ομάδας (βλ. λήμματα Γαλάτες και Κέλτες).
Θα πρέπει εδώ να τονισθεί ότι προς διάκριση από τους Έλληνες αποίκους της Μεγάλης Ελλάδος και Σικελίας, χρησιμοποιούνται οι όροι Ιταλιώτες (για τους Έλληνες) και Ιταλικοί λαοί (για τους φορείς των Ιταλικών γλωσσών).
Το πρώτο κύμα των φορέων των ιταλικών γλωσσών, που διείσδυσε στην Ιταλική χερσόνησο, αποκαλούνται Πρωτο-Ιταλικοί λαοί και ομιλούσαν γλώσσες της λεγομένης Λατινο-Φαλισκικής ομάδας. Στην ομάδα αυτήν ανήκει η Λατινική, η σπουδαιότερη γλώσσα από κάθε άποψη, ολόκληρου του κλάδου των Ιταλικών γλωσσών (βλ. Λατίνοι), καθώς και η στενά συγγενής με την Λατινική, η Φαλισκική, η γλώσσα των Φαλίσκων, των οποίων η σπουδαιότερη πόλη ήταν οι Φαλέριοι - Falerii Veteris (σημερ. Cività Castellana), γύρω στα 40 χλμ. βορείως της Ρώμης, από την οποία πήρε και το όνομά της η γλώσσα.
Ορισμένοι ερευνητές κατατάσσουν στην ομάδα αυτήν και την γλώσσα των Σικελών της ανατολικής Σικελίας και (σημερινής) Καλαβρίας, την Σικελική (Siculan), από την οποία διαθέτουμε μόνο τρεις επιγραφές και μερικές λέξεις σε κείμενα αρχαίων συγγραφέων. Πιθανολογείται ότι συγγενής με την Σικελική ήταν και η γλώσσα των Σικανών της ΝΔ Σικελίας, η Σικανική (Sican), αλλά υπάρχουν σοβαρές αντενδείξεις και εικάζεται ότι η Σικανική μάλλον δεν ανήκε στην Αριοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών (βλ. λεπτομέρειες στο λήμμα Σικανοί). Για την γλώσσα τέλος των Ελύμων (Elymian) του δυτικότατου άκρου της Σικελίας (βλ. Έλυμοι), υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις μεταξύ των ερευνητών και ενώ ορισμένοι την κατατάσσουν στις Πρωτο-Ιταλικές γλώσσες, οι περισσότεροι αρνούνται ότι ανήκει στην Αριοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών και την περιλαμβάνουν στις «προ-Ιταλικές» γλώσσες του λεγομένου «Μεσογειακού» υποστρώματος (βλ. σχετικά στα λήμματα Ετρούσκοι, Λέλεγες).
Οι Δευτερο-Ιταλικοί λαοί, διείσδυσαν σχεδόν ταυτόχρονα (παρά τις παλαιότερες αντίθετες απόψεις για πολύ μεταγενέστερη είσοδο) ή λίγο αργότερα από τους προηγηθέντες Πρωτο-Ιταλικούς λαούς και εγκαταστάθηκαν στις κεντρικές ορεινές περιοχές της χερσονήσου (Απέννινα). Άρχισαν τις μεταναστεύσεις τους νοτιότερα πολύ πιο αργά. Οι γλώσσες τους κατατάσσονται στον Οσκο-Ουμβρικό κλάδο των Ιταλικών γλωσσών. Η Οσκική, η γλώσσα των Σαμνιτών, των ισχυρότατων και πλέον επικίνδυνων αντιπάλων της Ρώμης (βλ. επίσης και στα λήμματα Όσκοι, Οπικοί), διαθέτει επιγραφές από τον 5ο π.Χ. αιώνα, γραμμένες στο Ετρουσκικό αλφάβητο.
Γύρω στο 400 π.Χ. δημιουργήθηκε ένα νέο αλφάβητο (βλ. Εικόνα στο λήμμα Όσκοι) βασισμένο στο Ετρουσκικό της βόρειας Καμπανίας, αλλά βαθύτατα επηρεασμένο από το Ελληνικό, όπως υποδεικνύουν τα σχετικά ευρήματα (βλ. για λεπτομέρειες C. A. H. Vol. IV σελ. 732). Το σημαντικότερο κείμενο της Οσκικής γλώσσας, είναι μια επιγραφή χαραγμένη σε λίθινη πλάκα, μιας συμφωνίας μεταξύ των πόλεων της Καμπανίας, Νόλα (Nola) και Αμπέλλα (Abella), για την από κοινού διαχείριση του Ιερού του Ηρακλέους, που βρισκόταν στα κοινά τους σύνορα, η περίφημη «Στήλη της Αμπέλλα» (Cippus Abellanus), χρονολογούμενη γύρω στο 150 π.Χ. (βλ. Εικόνα στο λήμμα Όσκοι). Το εκτενέστερο πάντως κείμενο της Οσκικής είναι ο ορειχάλκινος «Πίναξ της Μπαντίνα» (Tabula Bantina), από την περιοχή της Λευκανίας (=Λουκανία- Lucania, βλ. λήμμα Λευκανοί ή Λουκανοί), μια συλλογή Νόμων, χρονολογούμενος στο α΄ μισό του 1ου π.Χ. αιώνα.
Η Ουμβρική, η γλώσσα των βορειότερα εγκατεστημένων Όμβρων ή Ουμβρίων (Umbrians), αποτελεί την καλύτερα μελετημένη γλώσσα της ομάδας, χάρη στο γεγονός ότι διαθέτουμε τους επτά (από τους αρχικούς εννέα) περίφημους ορειχάλκινους «Ιγγουβιανούς Πίνακες» (Iguvine Tables, Λατιν. Tabulae Iguvinae), οι οποίοι περιέχουν πάνω από 4.000 λέξεις. Τα κείμενα αυτά, θρησκευτικού περιεχομένου με οδηγίες για τον τρόπο τέλεσης διαφόρων τελετουργιών προς τα μέλη μιας θρησκευτικής αδελφότητας, ανακαλύφθηκαν στην ορεινή περιοχή των κεντρικών Απεννίνων, στην αρχαία πόλη Ιγγούβιον (Ιγούϊον κατά τον Στράβωνα, Λατιν. Iguvium, σημερ. Gubbio) και χρονολογούνται από τα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. (ο παλαιότερος), μέχρι τα τέλη του 2ου αιώνα π.Χ. αλλά διασώζουν μια παλαιότατη ασφαλώς προφορική παράδοση. Οι αρχαιότεροι Πίνακες είναι χαραγμένοι σε διάφορες μορφές του Ετρουσκικού αλφάβητου, που χαρακτηρίζονται ως Ουμβρική γραφή (βλ. Εικόνα στο λήμμα Όμβροι), ενώ οι νεώτεροι στο Λατινικό αλφάβητο. Παλαιότερα δείγματα Ουμβρικής γραφής διαθέτουμε από επιγραφές του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. από διάφορες τοποθεσίες της Ουμβρίας (λεπτομέρειες για τα παραπάνω βλ. C. A. H. Vol. IV σελ. 735-736).
Η συγχώνευση Οσκικών και Ουμβρικών στοιχείων, μας έδωσε μια νόθα ομάδα διαλέκτων, από τις οποίες γνωστότερη είναι η διάλεκτος των Ουόλσκων (Volsci), η ουολσκική ή βολσκική (Volscian), χρονολογούμενη στον 6ο αιώνα π.Χ. (βλ. Ιστορία της Ανθρωπότητος UNESCO, τομ. Β΄ σελ. 67).
Οι Σαβίνοι, οι θρυλικοί πρόγονοι των Σαμνιτών, ομιλούσαν μια οσκο-ουμβρική (δηλ. πριν από την διάσπαση της προγονικής γλώσσας σε Οσκική και Ουμβρική) διάλεκτο, στην οποία αποδίδεται και μια αρχαιότατη επιγραφή του 7ου αιώνα π.Χ. χαραγμένη σε ένα κύπελλο (βλ. C. A. H. Vol. IV σελ. 731).
Ιδιαίτερο πρόβλημα παρουσιάζουν οι λεγόμενες Πικεντικές γλώσσες (βλ. Πίκεντες ή Πικηνοί), που κατατάσσονται από ορισμένους ερευνητές σε μια τρίτη ομάδα Ιταλικών γλωσσών, την ονομαζόμενη Ανατολική Ιταλική ομάδα (East Italic), ενώ άλλοι τις κατατάσσουν στις Οσκο-Ουμβρικές. Οι Πικεντινικές επιγραφές ανήκουν στα αρχαιότερα γραπτά κείμενα που διαθέτουμε για τις Ιταλικές γλώσσες, φθάνοντας στον 7ο αιώνα π.Χ., αλλά ενώ διαβάζονται με ευκολία, παρουσιάζουν τεράστιες δυσκολίες στην μετάφραση.
Από την Νότια Πικεντική (South Picene), διαθέτουμε επιγραφές, από τις οποίες οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ανήκει με βεβαιότητα στις Αριοευρωπαϊκές γλώσσες, όπως προκύπτει από την σύγκριση με την λατινική, όπως π.χ. η πρόταση matereif patereif: Λατιν. matribus patribus (=στις μητέρες και στους πατέρες).

Νότιο Πικεντικό αλφάβητο

Τα προβλήματα εντοπίζονται στην λεγόμενη Βόρεια Πικεντική (North Picene / Novilara), οι επιγραφές της οποίας έχουν διχάσει τους ερευνητές. Ορισμένοι την κατατάσσουν στις Αριοευρωπαϊκές γλώσσες και προσδιορίζουν την προέλευσή της από την περιοχή των ανατολικών ακτών της Αδριατικής, γεγονός που σημαίνει ότι δεν ανήκει στις Ιταλικές γλώσσες και συγγενεύει είτε με τις Βενετικές γλώσσες (βλ. λήμμα Ενετοί), είτε με την Μεσσαπική ομάδα διαλέκτων (βλ. Μεσσάπιοι). Αντίθετα, αρκετοί ερευνητές σε ουδεμία περίπτωση αποδέχονται τον Αριοευρωπαϊκό της χαρακτήρα και υποστηρίζουν ότι ανήκει στις γλώσσες των αυτοχθόνων προ-Ιταλικών λαών του λεγόμενου «Μεσογειακού» υποστρώματος (βλ. Mallory, J. P.: In Search of the INDO-EUROPEANS – London 1991, σελ. 90-91).

Η στήλη της Νοβιλάρα

Η σημαντικότερη επιγραφή της Βόρειας Πικεντικής είναι η περίφημη στήλη της Νοβιλάρα (Novilara, περίπου 4 χλμ. νότια από την πόλη Πέζαρο – Pesaro), μια πλάκα από ψαμμίτη ύψους 65 εκατοστών περίπου, η οποία χρονολογείται μεταξύ 6ου και 5ου αιώνα π.Χ. Είναι γραμμένη σε μια ετρουσκική παραλλαγή του Ελληνικού αλφαβήτου (βλ. Εικόνα παραπάνω) σε 12 γραμμές με φορά από δεξιά προς τα αριστερά και διακοσμείται με σκηνές κυνηγιού πιθανόν, καθώς και άλλα διακοσμητικά στοιχεία (βλ. Εικόνα στο λήμμα Πίκεντες ή Πικηνοί).

Βόρεια Πικεντική γραφή

Με την οριστική κατάκτηση της περιοχής από τους Ρωμαίους τον 3ο αιώνα π.Χ. οι Πικεντίνοι θα αφομοιωθούν και οι γλώσσες τους θα εξαφανισθούν, όπως υποδεικνύει και το γεγονός ότι και οι επιγραφές τους σταματούν αυτήν την περίοδο.
Με την σταδιακή υποταγή των λαών της Ιταλικής χερσονήσου στην Ρώμη και την βαθμιαία αφομοίωσή τους, οι γλώσσες τους θα εξαφανισθούν προς όφελος της Λατινικής, από την εξέλιξη της οποίας στους νεώτερους χρόνους, θα προκύψουν οι λεγόμενες Ρωμανικές γλώσσες, Ιταλική, Γαλλική, Ισπανική, Καταλανική, Πορτογαλική, Ρουμανική κ.λ.π.
Τέλος, θα πρέπει να αναφερθούμε στην ετυμολογία της ονομασίας Ιταλία, με την οποία σήμερα είναι γνωστή ολόκληρη η χερσόνησος. Το όνομα προήλθε (βλ. M. Grant: History of Rome – London 1979, σελ. 360) από την εξελληνισμένη μορφή της οσκικής λέξεως Viteliu (=χώρα των μοσχαριών) και αρχικώς κάλυπτε μόνον το νοτιότερο τμήμα της χερσονήσου (βλ. Στρβ. Ε΄ Ι. 1), την Οινωτρία (βλ. Οινώτριοι) δηλ. την περιοχή «…από του Σικελικού πορθμού μέχρι του Ταραντίνου κόλπου και του Ποσειδωνιάτου…», η οποία ειδικότερα περιελάμβανε τις ελληνικές αποικίες της Νότιας Ιταλίας (Magna Grecia).
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Ιταλικοί λαοί (11)


(Από το "Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου" του Δ. Ε. Ευαγγελίδη)

Αὒσονες: Λαός της κεντρικής Ιταλίας, το όνομα του οποίου αποτελεί την εξελληνισμένη απόδοση του φύλου των Αυρούγκων (Aurunci). Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν τους Αύσονες από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. όπως αποδεικνύει η μνεία τους σε διασωθέντα αποσπάσματα του Εκαταίου του Μιλήσιου και του Ελλάνικου. Πληροφορίες υπάρχουν επίσης στον Αριστοτέλη (Πολιτικά VII. 10), στον Πλίνιο, στον Τίτο Λίβιο, στον Αιλιανό, αλλά κυρίως στον Στράβωνα.
Ο Στράβων αναφέρει (Ε΄ ΙΙΙ. 6) ότι οι Αύσονες κατοικούσαν σε ένα τμήμα της Καμπανίας και μετά από αυτούς ήσαν Όσκοι (μία από τις σημαντικότερες ομάδες λαών και γλωσσών στην προ-ρωμαϊκή Ιταλία). Μνημονεύει επίσης (Ε΄ IV. 3) τις απόψεις τόσο του Αντιόχου του Συρακουσίου (ιστορικός του δεύτερου μισού του 5ου αιώνα π.Χ.), ότι οι Αύσονες ταυτίζονται με τους Οπικούς, καθώς και την αντίθετη του Πολυβίου (ο ιστορικός του 2ου αιώνα π.Χ.), ότι πρόκειται για δύο διαφορετικούς λαούς. Ο Στράβων θεωρεί τους Αύσονες (ΣΤ΄ Ι. 5) ως ιδρυτές της Τέμεσης (Temesa), μιας πόλης των Βρεττίων (αρχαίος λαός της σημερινής Καλαβρίας, βλ. και Οινωτροί), την οποία κατοίκησαν στην συνέχεια Αιτωλοί άποικοι με επικεφαλής τον Θόαντα (τον επικεφαλής τμήματος Αιτωλών στον Τρωϊκό πόλεμο, Ιλιάς Β 638). Ο Στέφανος Βυζάντιος στο σχετικό λήμμα, αναφέρει την μυθολογική εκδοχή της καταγωγής του γενάρχη, επώνυμου ήρωα και πρώτου βασιλιά των Αυσόνων, του Αύσονος, τον οποίον μνημονεύει ως γιο του Άτλαντος και της Καλυψούς.
Κατά το «Λεξικόν Ηλίου» οι Αύσονες «…κατώκουν την δυτικήν παράκτιον χώραν κατά μήκος του Τυρρηνικού πελάγους, μεταξύ των ποταμών Βολτούρνου και Λείριος. Η χώρα αυτών ωνομάζετο Αυσονία, συχνά δε η ονομασία αύτη απεδόθη και εις ολόκληρον την Ιταλικήν χερσόνησον…» (βλ. Χάρτη).
Η νεώτερη έρευνα έχει ταυτίσει τους Αύσονες με το φύλο των Αυρούγκων, όπως προαναφέραμε, που ανήκε στους λαούς της λεγομένης Οσκικής ομάδας και την ονομασία Οπικοί (Opici), ως μια άλλη ονομασία των Αυσόνων που προήλθε από την ονομασία Όπσκοι (Obsci) στην Οσκική γλώσσα, το οποίο μεταβλήθηκε σε Όσκοι (Osci) στην Λατινική, όπως και από τον ρωτακισμό του ονόματος Αύσονες (Ausonii) από τους Ρωμαίους, προήλθε η ονομασία Αυρούγκοι (Aurunci). (Bλ. σχετικά C.A.H. Vol. IV, σελ. 677).
Αρχικώς οι Αύσονες κατοικούσαν στην περιοχή που εκτεινόταν από τα βουνά των Ουόλσκων (Volsci) μέχρι τις ακτές της πεδιάδας της Καμπανίας. Αργότερα, στην διάρκεια του 4ου αιώνα π.Χ. οι γείτονές τους Σαμνίτες και Καμπανοί, τους περιόρισαν σε μια μικρή περιοχή. Από τα πρώτα χρόνια της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας είχαν έλθει σε προστριβές με του Ρωμαίους, οι οποίοι κατάφεραν να τους υποτάξουν οριστικά μόλις το 314 π.Χ. στην διάρκεια του Β΄ Σαμνιτικού Πολέμου (327-304 π.Χ.), μετά από μια εξέγερσή τους. Οι Αύσονες, που είχαν την φήμη αρίστων πολεμιστών, θα εξοντωθούν ανελέητα από τους Ρωμαίους (Τίτος Λίβιος, ΙΧ. 25.9) και τα υπολείμματά τους σύντομα θα αφομοιωθούν και θα παύσουν να εμφανίζονται ως ξεχωριστός λαός.
Θα πρέπει τέλος να αναφερθεί, ότι στις αρχαιοελληνικές πηγές και ιδίως στους Αλεξανδρινούς, με το όνομα Αυσονία, χαρακτηριζόταν το εκτός της Μεγάλης Ελλάδος υπόλοιπο τμήμα της ιταλικής χερσονήσου. Αργότερα, στους μετέπειτα αιώνες, πολλοί συγγραφείς ονόμαζαν Αυσονία ολόκληρη την Ιταλία.

Μόργητες: Αρχαιότατος λαός του νοτιότατου άκρου της Ιταλικής χερσονήσου, αναφερόμενους σε ορισμένους αρχαίους συγγραφείς, χωρίς να έχουν εντοπισθεί μέχρι σήμερα κάποια υλικά στοιχεία που να συνδέονται μαζί τους με αποτέλεσμα η ύπαρξή τους να θεωρείται αρκετά νεφελώδης (βλ. σχετικές αναφορές στο R. Leighton: Sicily before History, 1999 σελ. 217 και 221). Έχει υποστηριχθεί μάλιστα ότι οι Χώνες και οι Μόργητες ήσαν φύλα των Οινωτρών (βλ. C.A.H. Vol. IV σελ. 677) και αν αυτό επιβεβαιωθεί, τότε θα πρέπει οι Μόργητες και οι Οινωτροί να συμπεριληφθούν στους λαούς-φορείς της μεσσαπικής γλώσσας (βλ. σχετικά στα λήμματα Μεσσάπιοι και Ιάπυγες). Αυτή η άποψη όμως συγκρούεται με τα αναφερόμενα από τον Στράβωνα (ΣΤ΄ Ι. 6), ο οποίος παραθέτοντας τον Αντίοχο (πρόκειται για τον αξιόλογο ιστορικό, Αντίοχο τον Συρακούσιο που άκμασε το β΄ μισό του 5ου αιώνα π.Χ. και από το έργο του οποίου διασώθηκαν μόνον αποσπάσματα), τονίζει ότι «…στα αρχαία χρόνια, όλος αυτός ο τόπος (δηλ. η αρχαία Βρεττία/σημερινή Καλαβρία σ.σ.) ήταν κατοικημένος από Σικελούς και Μόργητες. Αργότερα πέρασαν στην Σικελία διωγμένοι από τους Οινωτρούς…». Επομένως Μόργητες και Οινωτροί ήσαν δυο διαφορετικοί και αντιμαχόμενοι λαοί ή φύλα. Το ζήτημα όμως διευκρινίζεται από τον ίδιο τον Στράβωνα, ο οποίος λίγο παραπάνω (ΣΤ΄ Ι. 4) αναφέρει: «…οι τόποι κατοικήθηκαν από τους Χώνες, γένος Οινωτρικόν…». Άρα θα πρέπει να απορριφθεί η συσχέτιση Οινωτρών και Χώνων με τους Μόργητες, που πιθανότατα ανήκαν στα Πρωτο-Ιταλικά φύλα μαζί με τους Σικελούς (βλ. Ιταλικοί λαοί). Την περίοδο των μεταναστεύσεών τους νοτιότερα, Μόργητες και Σικελοί έφθασαν στην Βρεττία (Bruttium), όπου εγκαταστάθηκαν για ένα διάστημα, αλλά τελικώς εκδιώχθηκαν από τους Οινωτρούς και ειδικότερα από το εγκατεστημένο εκεί φύλο τους, τους Χώνες, οπότε αναγκάσθηκαν να διαπεραιωθούν στην απέναντι Σικελία.
Κατά τον Στράβωνα (ο οποίος παραθέτει απόψεις άλλων και κυρίως του περίφημου Ιστορικού του 4ου αιώνα π.Χ. Έφορου, πιθανότατα), η πόλη Μοργάντιον της Σικελίας πήρε το όνομά της από τους Μόργητες. Ο Στέφανος Βυζάντιος, ο οποίος μνημονεύει την ίδια πόλη ως Μοργέντιον, στο σχετικό λήμμα αναφέρει: «…πόλις Ιταλίας, από Μοργήτων. λέγεται και Μοργεντία. το εθνικόν Μοργεντίνος και Μοργήτης λέγεται…».

Πίκεντες ή Πικεντίνοι: Αρχαίος λαός της Ιταλικής χερσονήσου (Picenes), εγκατεστημένος στην ανατολική παράλια χώρα, στο κεντρικό τμήμα των παραλίων της Αδριατικής, νοτίως της Αγκώνος (βλ. Χάρτη). Ο Στράβων την τοποθετεί λανθασμένα (Ε΄ IV. 2) βορειότερα, μεταξύ Αριμινίου (Ρίμινι) και Αγκώνος, που στην πραγματικότητα ήταν μέρος της Ομβρικής, της χώρας των Όμβρων. Αναφέρεται επίσης και στο γεγονός ότι οι Πικεντίνοι, όπως τους αποκαλεί, ξεκίνησαν από την χώρα των Σαβίνων, που ήταν στο εσωτερικό της χερσονήσου. Μνημονεύει επίσης και την χαριτωμένη παράδοση για την ονομασία της χώρας:
«…Οι Πικεντίνοι ξεκίνησαν από την Σαβίνη χώρα. Ένας δρυοκολάπτης έδειξε τον δρόμο στους επικεφαλής τους και από εκεί πήραν το όνομα, διότι αυτό το πτηνό το λένε εδώ πίκο και το θεωρούν ιερό πτηνό του θεού Άρη…».
Στην συνέχεια περιγράφει την χώρα και τα προϊόντα που παράγει και καταλήγει με την αναφορά των πόλεων που υπάρχουν στην περιοχή, αρχίζοντας από την Αγκώνα, την μοναδική ελληνική αποικία της μέσης Ιταλίας, που ιδρύθηκε το 380 π.Χ. από Συρακουσίους φυγάδες. Οι Πίκεντες ή Πικηνοί αναφέρονται ως Πικίαντες από τον Στέφανο Βυζάντιο, ο οποίος στο αμέσως προηγούμενο λήμμα, μνημονεύει κάποια Πικεντία ή Πικεντόν ως πόλη της Τυρρηνίας, που οι κάτοικοί της ονομάζονται Πικεντίνοι. Προφανώς εννοεί την περιοχή του Τυρρηνικού πελάγους γενικώς και όχι ειδικώς την Τυρρηνία (Ετρουρία). Πράγματι, οι Ρωμαίοι μετά την οριστική υποταγή της Πικεντίας το 268 π.Χ. μετέφεραν ένα τμήμα των κατοίκων της, στα σύνορα Καμπανίας-Λευκανίας. Το γεγονός αναφέρεται από τον Στράβωνα (Ε΄ IV. 13) και επιβεβαιώνεται από τον Γεωγράφο Κλαύδιο Πτολεμαίο (Γ΄ 1. 7. 69), ο οποίος μνημονεύει τους Πικέντιους, ως έναν παράλιο λαό στο Τυρρηνικό πέλαγος, μεταξύ Καμπανών και Λευκανών, με πρωτεύουσα την Πικεντία και σπουδαιότερες πόλεις τους το παραλιακό Σαλέρνο και τις Νόλα και Νουκερία στο εσωτερικό.
Ιδιαίτερο πρόβλημα παρουσιάζουν οι λεγόμενες Πικεντικές γλώσσες, που κατατάσονται από ορισμένους ερευνητές σε μια τρίτη ομάδα Ιταλικών γλωσσών, την ονομαζόμενη Ανατολική Ιταλική ομάδα (East Italic), ενώ άλλοι τις κατατάσσουν στις Οσκο-Ουμβρικές. Οι Πικεντινικές επιγραφές ανήκουν στα αρχαιότερα γραπτά κείμενα που διαθέτουμε για τις Ιταλικές γλώσσες, φθάνοντας στον 7ο αιώνα π.Χ., αλλά ενώ διαβάζονται με ευκολία, παρουσιάζουν τεράστιες δυσκολίες στην μετάφραση.
Από την Νότια Πικεντική (South Picene), διαθέτουμε επιγραφές, από τις οποίες οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ανήκει με βεβαιότητα στις Αριοευρωπαϊκές (Ινδοευρωπαϊκές) γλώσσες, όπως προκύπτει από την σύγκριση με την Λατινική, όπως π.χ. η πρόταση matereif patereif : Λατιν. matribus patribus (=στις μητέρες και στους πατέρες).
Τα προβλήματα εντοπίζονται στην λεγόμενη Βόρεια Πικεντική (North Picene/Novilara), οι επιγραφές της οποίας έχουν διχάσει τους ερευνητές. Ορισμένοι την κατατάσσουν στις Αριοευρωπαϊκές γλώσσες και προσδιορίζουν την προέλευσή της από την περιοχή των ανατολικών ακτών της Αδριατικής, γεγονός που σημαίνει ότι δεν ανήκει στις Ιταλικές γλώσσες και συγγενεύει είτε με τις Ενετικές γλώσσες (βλ. Ενετοί), είτε με την Μεσσαπική ομάδα διαλέκτων (βλ. Μεσσάπιοι). Αντίθετα, αρκετοί ερευνητές δεν κάνουν αποδεκτό τον Αριοευρωπαϊκό της χαρακτήρα σε καμιά περίπτωση και υποστηρίζουν ότι ανήκει στις γλώσσες των αυτοχθόνων προ-Ιταλικών λαών του λεγόμενου «Μεσογειακού» υποστρώματος (βλ. J. P. Mallory: In Search of the INDO-EUROPEANS – London 1991, σελ. 90-91). Η σημαντικότερη επιγραφή της Β. Πικεντικής είναι η περίφημη στήλη της Νοβιλάρα (Novilara, περίπου 4 χλμ. από την πόλη Πέζαρο – Pesaro), η οποία χρονολογείται μεταξύ 6ου και 4ου αιώνα π.Χ. (βλ. λεπτομέρειες στο λήμμα Ιταλικοί λαοί). Με την οριστική κατάκτηση της περιοχής από τους Ρωμαίους τον 3ο αιώνα π.Χ. που πραγματοποιήθηκε μετά από μια εξέγερση το 269 π.Χ. και την προσάρτησή της το 268 π.Χ. στην ρωμαϊκή επικράτεια, οι Πικεντίνοι θα πάρουν τον τίτλο των πολιτών χωρίς δικαίωμα ψήφου (βλ. C.A.H. Vol. VΙΙ part 2, σελ. 380-381) και βαθμιαία θα αφομοιωθούν, ενώ οι γλώσσες τους θα εξαφανισθούν, όπως υποδεικνύει και το γεγονός ότι και οι επιγραφές τους σταματούν αυτήν ακριβώς την περίοδο.

Η στήλη της Νοβιλάρα
***
mimnis edut gaarestades
rotnem uvlin partenus
polem isairon tet
sut tratnesi kruvs
tenag trut ipiem rotnem
lutuis thalu isperion vul
tes rotem teu aiten tasur
soter merion kalatne
nis vilatos paten arn
uis balestenag ands et
ut iakut treten teletau.
nem polem tisu sotris eus
Μια πιθανή μεταγραφή της
στο λατινικό αλφάβητο

Ποίδικλοι: (Poediculi) Μια άλλη ονομασία των Πευκετίων, ενός λαού της λεγομένης «Μεσσαπικής ομάδας», εγκατεστημένου στο ΝΔ άκρο της ιταλικής χερσονήσου, στα παράλια της Αδριατικής, οι νότιοι γείτονες των Δαυνίων (βλ. λεπτομέρειες στα λήμματα Πευκέτιοι, Μεσσάπιοι).


Φρεντανοί: Αρχαίος λαός στην ανατολική πλευρά της ιταλικής χερσονήσου, που κατείχε την χώρα στο μέσον περίπου των Αδριατικών ακτών, οι βόρειοι γείτονες της χώρας που ήσαν εγκατεστημένοι αρχικά οι Δαύνιοι και αργότερα οι Άπουλοι.
Αναφέρονται από τον Στράβωνα (E΄ IV. 2) ως ηπειρωτικός λαός, που κατοικούν στην ορεινή χώρα και έχουν μικρό μέρος προς την θάλασσα. Περιγράφονται ως θηριώδης λαός, που κατασκευάζει σπίτια από τα ναυάγια και ένας παραθαλάσσιος οικισμός τους, ο Όρτων ή το Ορτώνιον, ως «βράχια πειρατών». Ιδιαίτερης σημασίας είναι η παρατήρηση του Στράβωνος (ό. π.) ότι «…οι Φρεντανοί είναι ένα φύλο των Σαυνιτών…» (=Σαμνιτών, ο σπουδαιότερος και ο πλέον πολεμοχαρής λαός της Οσκικής ομάδας λαών), κάτι που έχει επιβεβαιωθεί από την νεώτερη έρευνα (C.A.H. Vol. IV, σελ. 703).

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Ιταλικοί λαοί (10)

Ομβρική (η χώρα των Όμβρων)
και οι γύρω περιοχές της κεντροανατολικής Ιταλίας

(Από το "Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου" του Δ. Ε. Ευαγγελίδη)

Όμβροι ή Ούμβροι: Ομάδα φύλων της κεντρικής Ιταλικής χερσονήσου, που κατατάσσονται μαζί με τους στενά συγγενείς τους, Όσκους, στους λεγόμενους Δευτερο-Ιταλικούς λαούς (βλ. Ιταλικοί λαοί). Οι Όμβροι ή Ούμβροι (Umbrians), διείσδυσαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της κεντρικής οροσειράς των Απεννίνων, που θα αποκληθεί Ομβρική, ακολουθώντας τους Όσκους, οι οποίοι θα προχωρήσουν νοτιότερα. Στην Ομβρική αναφέρεται και ο Ηρόδοτος (Δ΄ 49) σε σχέση με κάποιους ποταμούς που πηγάζουν από μια γειτονική της χώρα. Οι Όμβροι θα εξαπλωθούν βαθμιαία και στις περιοχές των Όσκων, ένα τμήμα των οποίων θα εξαναγκασθεί να μετακινηθεί νοτιότερα και να σηματοδοτήσει έτσι τις περίφημες «Σαβελλικές μεταναστεύσεις» (βλ. Σαβέλλοι) του 5ου αιώνα π.Χ. (Ιστορία της Ανθρωπότητος UNESCO – τομ. Β΄ σελ. 66-67).
Έχει υποστηριχθεί ότι η λεγόμενη «Νότια Πικεντική» γλώσσα (βλ. Πίκεντες) ήταν η πρόδρομος των Οσκο-Ουμβρικών διαλέκτων των Ιστορικών χρόνων, αλλά η υπόθεση ότι όλοι οι Οσκο-Ουμβρικοί λαοί του 4ου αιώνα π.Χ. έχουν προέλθει από τους λαούς-φορείς της «Νότιας Πικεντικής» του 6ου και 5ου αιώνα π.Χ. δεν μπορεί προς το παρόν να αποδειχθεί, δεδομένου ότι αγνοούμε και τις διαδικασίες μετασχηματισμού και κυρίως το χρονικό διάστημα που παρέμειναν αυτοί οι λαοί στην Μεσο-Αδριατική περιοχή (βλ. C.A.H. Vol. IV σελ. 697-698).
Ο Στράβων μας έχει παραδώσει (Ε΄ ΙΙ. 10) μια περιγραφή της Ομβρικής, όπως την αποκαλεί, όπου υπάρχει μια ενδιαφέρουσα παρατήρησή του σχετικά με τους Ομβρικούς και τους Τυρρηνούς (βλ. Ετρούσκοι): «…και οι δύο αυτοί λαοί, πριν αυξηθούν τόσο οι Ρωμαίοι, είχαν άμιλλα μεταξύ τους για τα πρωτεία. Ανάμεσά τους ήταν ο Τίβερις και με ευκολία τον περνούσαν και πολεμούσαν μεταξύ τους…».
Τα βόρεια όρια της Ομβρικής τοποθετούνται από τον Στράβωνα στην Ραουέννα (η περίφημη μετέπειτα Βυζαντινή Ραβέννα, πρωτεύουσα των Ιταλικών κτήσεων), ενώ τα νότια όρια επί της Αδριατικής τα τοποθετεί στο Αριμίνιον (σημερ. Ρίμινι), μετά από το οποίο «…αρχίζει η Πικεντίνη χώρα…» (στην πραγματικότητα τα νότια όρια της Ομβρικής, έφθαναν νοτιότερα, μέχρι την Αγκώνα). Αυτές όμως οι περιοχές αποτελούσαν απλώς την έξοδο προς την θάλασσα (Αδριατική) της Ομβρικής.
Η κυρίως χώρα τους, ήταν στο εσωτερικό της χερσονήσου, στις κοιλάδες του άνω ρου του Τίβερη και γύρω από αυτές και η οποία συνόρευε με την Ετρουρία δυτικά και με την χώρα των Σαβίνων στα νοτιοανατολικά (βλ. παραπάνω Χάρτη).
Η Ουμβρική (Umbrian), η γλώσσα των Όμβρων ή Ουμβρίων, αποτελεί την καλύτερα μελετημένη γλώσσα της ομάδας, χάρη στο γεγονός ότι διαθέτουμε τους επτά (από τους αρχικούς εννέα) περίφημους ορειχάλκινους «Ιγγουβιανούς Πίνακες» (Iguvine Tables, Λατιν. Tabulae Iguvinae), οι οποίοι περιέχουν πάνω από 4.000 λέξεις.

Ιγγουβιανός Πίναξ

Τα κείμενα αυτά, θρησκευτικού περιεχομένου, με οδηγίες για τον τρόπο τέλεσης διαφόρων τελετουργιών προς τα μέλη μιας θρησκευτικής αδελφότητας, ανακαλύφθηκαν στην ορεινή περιοχή των κεντρικών Απεννίνων, στην αρχαία πόλη Ιγγούβιον (Ιγούϊον, κατά τον Στράβωνα, Λατιν. Iguvium, σημερ. Gubbio) και χρονολογούνται από τα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. (ο παλαιότερος), μέχρι τα τέλη του 2ου αιώνα π.Χ. αλλά διασώζουν μια παλαιότατη ασφαλώς προφορική παράδοση. Οι αρχαιότεροι Πίνακες είναι χαραγμένοι σε διάφορες μορφές του Ετρουσκικού αλφάβητου, που χαρακτηρίζονται ως Ουμβρική γραφή (βλ. Εικόνα), ενώ οι νεώτεροι στο Λατινικό αλφάβητο.

Ουμβρικό αλφάβητο

Παλαιότερα δείγματα Ουμβρικής γραφής διαθέτουμε από επιγραφές του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. από διάφορες τοποθεσίες της Ουμβρίας (λεπτομέρειες για τα παραπάνω βλ. C. A. H. Vol. IV σελ. 735-736). Οι Όμβροι θα επηρεαστούν σε μεγάλο βαθμό από τον πολιτισμό των Ετρούσκων, οι οποίοι μέχρι τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. ασκούσαν την πολιτικοστρατιωτική τους επικυριαρχία σε ολόκληρη την κεντρική Ιταλική χερσόνησο, επί των διάφορων Ιταλικών λαών της περιοχής.
Δείγμα Ουμβρικής γραφής

Οι Όμβροι πάντως γενικότερα, λόγω της απομόνωσής τους στον ορεινό όγκο των Απεννίνων, θεωρούνται ένα μάλλον πολιτιστικά καθυστερημένο σύνολο φύλων σε σχέση με τα πιο εξελιγμένα φύλα των συγγενών τους Όσκων. Υπενθυμίζουμε ότι την περίοδο της κυριαρχίας των Ετρούσκων, η ελληνική αποικία της Κύμης θα βρεθεί σε μεγάλο κίνδυνο, όταν Ετρούσκοι και Ούμβροι θα επιτεθούν το 525 π.Χ. αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με τις νεώτερες απόψεις, τα γειτονικά φύλα των Λατίνων, οι Αίκουοι, οι Έρνικοι και οι περίφημοι Ουόλσκοι, θεωρούνται πλέον ως Ουμβρικά φύλα (βλ. C.A.H. Vol. IV σελ. 702-703).
Ένα άλλο Ουμβρικό φύλο ήσαν και οι Μαρσοί (Marsi), προερχόμενοι αρχικά από το Μαρρούϊον (Marruvium) της περιοχής των Σαβίνων (Διον. Αλικαρν. Α΄ 14. 4). Στην συνέχεια θα ιδρύσουν ένα νέο Μαρρούϊον στο ανατολικό άκρο της λίμνης Φουκίνα και θα εξαπλωθούν στην περιοχή στα ανατολικά των Αίκουων. Θα αποτελέσουν τον πυρήνα της εκτεταμένης εξέγερσης υποτελών Ιταλικών λαών εναντίον των Ρωμαίων, που έγινε γνωστός ως Μαρσικός ή Συμμαχικός πόλεμος (90-87 π.Χ.).
Η Ομβρική θα κατακτηθεί από τους Ρωμαίους γύρω στο 308 π.Χ. στην διάρκεια του Β΄ Σαμνιτικού Πολέμου (327-304 π.Χ.).
Οι Όμβροι θα συμμαχήσουν με τους Σαμνίτες στην διάρκεια του Γ΄ Σαμνιτικού Πολέμου (298-290 π.Χ.) και μαζί με τους Γαλάτες και τους Ετρούσκους θα αποτελέσουν μια τρομακτική πολεμική δύναμη, αλλά οι Ρωμαίοι με την επιδέξια διπλωματία τους θα διχάσουν τους συμμάχους, ενώ παράλληλα η εμπειροπόλεμη στρατιωτική τους μηχανή θα συντρίψει τις συμμαχικές δυνάμεις στην μάχη του Σεντίνου (Sentinum) στα Απέννινα το 290 π.Χ.
Στην διάρκεια των δύο επομένων αιώνων τα Ουμβρικά φύλα θα συγχωνευθούν με τους Ρωμαίους και τα γειτονικά τους φύλα και θα απορροφηθούν μέσα στην χοάνη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Οπικοί: Ονομασία με την οποία χαρακτηρίζονται στις αρχαιοελληνικές πηγές τα Οσκικά φύλα (μία από τις σημαντικότερες ομάδες λαών και γλωσσών στην προ-ρωμαϊκή Ιταλία, βλ. Όσκοι). Ο Στράβων π.χ. αναφέρει (Ε΄ ΙΙΙ. 6) ότι οι Αύσονες κατείχαν την Καμπανία και πέρα από αυτούς ήσαν οι Όσκοι που «…κάποτε είχαν και αυτοί μερίδιο στην Καμπανία…».
Μνημονεύει επίσης (Ε΄ IV. 3) τις απόψεις τόσο του Αντιόχου του Συρακουσίου (ιστορικός του δεύτερου μισού του 5ου αιώνα π.Χ.), ότι οι Αύσονες ταυτίζονται με τους Οπικούς (άποψη που υποστήριζε και ο μεγάλος φιλόσοφος Αριστοτέλης – Πολιτ. Ζ΄ 9.3) καθώς και την αντίθετη του Πολυβίου (ο ιστορικός του 2ου αιώνα π.Χ.), ότι πρόκειται για δύο διαφορετικούς λαούς.
Η νεώτερη έρευνα έδειξε ότι κατά κάποιον τρόπο και οι δύο αρχαίοι ιστορικοί είχαν δίκιο, δεδομένου ότι έχει ταυτίσει τους Αύσονες με το φύλο των Αυρούγκων (Aurunci), που ανήκε στους λαούς της λεγομένης Οσκικής ομάδας και την ονομασία Οπικοί (Opici), ως μια άλλη ονομασία των Αυσόνων που προήλθε από την ονομασία Όπσκοι (Obsci) στην Οσκική γλώσσα, το οποίο μεταβλήθηκε σε Όσκοι (Osci) στην Λατινική, όπως και από τον ρωτακισμό του ονόματος Αύσονες (Ausonii) από τους Ρωμαίους προήλθε η ονομασία Αυρούγκοι (C.A.H. Vol. IV, σελ. 677). Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του Στέφανου Βυζάντιου στο σχετικό λήμμα, όπου μνημονεύει και μια άλλη ονομασία τους «…οι δε ότι Ο φ ι κ ο ί, από των όφεων…».


Όσκοι: Ομάδα φύλων της κεντρικής Ιταλικής χερσονήσου, οι Οπικοί των αρχαιοελληνικών πηγών, που συμπεριλαμβάνονται μαζί με τους στενά συγγενείς τους Όμβρους ή Ούμβρους, στους λεγόμενους Δευτερο-Ιταλικούς λαούς (βλ. Ιταλικοί λαοί). Οι Δευτερο-Ιταλικοί λαοί, άρχισαν την μετανάστευσή τους πολύ πιο αργά από τους προηγηθέντες Πρωτο-Ιταλικούς λαούς και οι γλώσσες τους κατατάσσονται στον Οσκο-Ουμβρικό κλάδο των Ιταλικών γλωσσών.
Η Οσκική, η γλώσσα των Σαμνιτών των ισχυρότατων και πλέον επικίνδυνων αντιπάλων της Ρώμης (η διάλεκτος των οποίων θεωρείται η τυπική μορφή της Οσκικής), διαθέτει επιγραφές από τον 5ο π.Χ. αιώνα, γραμμένες στο Ετρουσκικό αλφάβητο. Γύρω στο 400 π.Χ. δημιουργήθηκε ένα νέο αλφάβητο (βλ. Εικόνα) βασισμένο στο Ετρουσκικό της βόρειας Καμπανίας, αλλά βαθύτατα επηρεασμένο από το Ελληνικό, όπως υποδεικνύουν τα σχετικά ευρήματα (βλ. για λεπτομέρειες C.A.H. Vol. IV σελ. 732).

Οσκικό αλφάβητο


Τμήμα επιγραφής από την «Στήλη της Αμπέλλα» (Cippus Abellanus)
 (Μεταφρ.: Πίσω από την περιοχή των τοίχων που περιτριγυρίζουν το Ιερό, ουδείς από τους κατοίκους, είτε της Αμπέλλα είτε της Νόλα, επιτρέπεται να κτίσει οτιδήποτε)

Το σημαντικότερο κείμενο της Οσκικής γλώσσας, είναι μια επιγραφή χαραγμένη σε λίθινη πλάκα, μιας συμφωνίας μεταξύ των πόλεων της Καμπανίας, Νόλα (Nola) και Αμπέλλα (Abella), για την από κοινού διαχείριση του Ιερού του Ηρακλέους, που βρισκόταν στα κοινά τους σύνορα, η περίφημη «Στήλη της Αμπέλλα» (Cippus Abellanus), χρονολογούμενη γύρω στο 150 π.Χ. (Βλ. Εικόνα παρακάτω).

Στήλη της Αμπέλλα

Το εκτενέστερο πάντως κείμενο της Οσκικής είναι ο ορειχάλκινος «Πίναξ της Μπαντίνα» (Tabula Bantina), από την περιοχή της Λευκανίας (=Λουκανία, βλ. Λευκανοί ή Λουκανοί), μια συλλογή Νόμων, χρονολογούμενος στο α΄ μισό του 1ου π.Χ. αιώνα. Σύμφωνα με τις απόψεις των νεώτερων ερευνητών, η ονομασία Όσκοι είναι παραπλανητική, δεδομένου ότι οι φορείς της Οσκικής γλώσσας ήσαν στην πραγματικότητα οι κατακτητές των Όσκων, ενός αυτόχθονος λαού εγκατεστημένου στην προ-Ετρουσκική Καμπανία (βλ. C.A.H. Vol. IV σελ. 703 και 732).
Ο όρος Σάβελλος ή Σαβέλλος (Sabellus), άρχισε να χρησιμοποιείται από τους Ρωμαίους μετά τον 3ο αιώνα π.Χ. ως γενικός χαρακτηρισμός για όλα τα φύλα που ομιλούσαν Οσκικές διαλέκτους. Παλαιότερα, οι Έλληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν τον όρο Σαυνίτες ή Σαμνίτες αντί του όρου Σάβελλοι ή Σαβέλλοι για να χαρακτηρίσουν τους φορείς Οσκικών διαλέκτων, ανεξάρτητα αν αυτοί ζούσαν στο Σάμνιον (Samnium), την κυρίως χώρα των Σαμνιτών (η ορεινή χώρα στα βόρεια της Καμπανίας) ή όχι. Πρόγονοι των Σαμνιτών θεωρούνται οι θρυλικοί Σαβίνοι, που διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο στην πρώϊμη Ιστορία της Ρώμης.
Σύμφωνα με τις πρόσφατες απόψεις των ερευνητών, οι συγγενείς αυτοί όροι, προέρχονται από την οσκική λέξη Safineis, με την οποία αυτοαποκαλούνταν οι Σαμνίτες στην γλώσσα τους. Η αντίστοιχη λέξη στην Λατινική ήταν Sabini, αλλά ο όρος περιορίστηκε να σημαίνει τον λαό των Σαβίνων, όπως αυτοί έγιναν γνωστοί στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο (βλ. C.A.H. ό.π.).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια παρατήρηση του Στράβωνος (Ε΄ ΙΙΙ. 6):
«…Έχει συμβεί κάτι ιδιαίτερο με τον λαό των Όσκων […] Οι Όσκοι χάθηκαν, αλλά παραμένει η γλώσσα τους στους Ρωμαίους. Κάνουν ποιήματα σ’ αυτήν την γλώσσα, σε μερικές παραδοσιακές γιορτές, που τα ανεβάζουν στην σκηνή και τα αναπαριστάνουν διάφοροι μίμοι…».

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Ιταλικοί λαοί (9)


(Από το "Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου" του Δ. Ε. Ευαγγελίδη)


Ἰάπυγες: Αρχαίος λαός της λεγομένης Μεσσαπικής ομάδας, η οποία ήταν αρχικώς εγκαταστημένη στην Ιλλυρίδα (βλ. λήμμα Ιλλυριοί). Αυτή η ομάδα λαών εξαναγκάσθηκε να διαπεραιωθεί στις ΝΑ περιοχές της Ιταλικής χερσονήσου (βλ. Χάρτη) και ειδικότερα το νοτιοανατολικό της άκρο (αρχ. Ιαπυγία ή Καλαβρία, μετέπειτα Απουλία), στα τέλη του 12ου αιώνα π.Χ. πιεζόμενη από το δεύτερο κύμα των φρυγικών μεταναστεύσεων από την κεντρική Ευρώπη προς τις νότιες περιοχές της χερσονήσου του Αίμου.

Στην Μεσσαπική ομάδα, εκτός από τους Ιάπυγες, ανήκαν επίσης οι Μεσσάπιοι και οι Χώνες (Chonians), όπως επίσης και οι Δαύνιοι και Πευκέτιοι, σύμφωνα με πρόσφατες απόψεις (βλ. Ettore M. De Juliis: The Impact of the Greek Colonies on the Indigenous Peoples of Apulia, στο εξαιρετικό συλλογικό έργο The Western Greeks, 1996). Για τους Χώνες μάλιστα, έχει υποστηριχθεί ότι σχετίζονται με το Δυτικό (Ηπειρωτικό) ελληνικό φύλο των Χαόνων (βλ. C.A.H. Vol. III part 1, σελ. 229). Γλώσσα των προαναφερθέντων λαών ήταν η συμβατικά ονομαζόμενη Μεσσαπική, η οποία θεωρείται συγγενής της Ιλλυρικής, αλλά επειδή προήλθε από μια προγονική μορφή της Ιλλυρικής γλώσσας (pre-Illyrian), διαφοροποιήθηκε έντονα στην διάρκεια των ιστορικών χρόνων, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται σήμερα ως ξεχωριστή οντότητα μεταξύ των πρώϊμων γλωσσών της ιταλικής χερσονήσου. Είναι γνωστή από περισσότερες από 300 επιγραφές, γραμμένες σε μια μορφή του ελληνικού αλφαβήτου, που υιοθετήθηκε γύρω στο 500 π.Χ.
Η παλαιότερη αναφορά στους Ιάπυγες γίνεται από τον μεγάλο Γεωγράφου του 6ου αιώνα π.Χ. Εκαταίο τον Μιλήσιο, που μνημονεύει ο Στέφανος Βυζάντιος: «…Ιαπυγία: δύο πόλεις, μία εν τη Ιταλία και ετέρα εν τη Ιλλυρίδι, ως Εκαταίος…», καθώς και από τον Ηρόδοτο που κατέγραψε σχετική παράδοση (Ζ΄ 170). Σύμφωνα με αυτήν, ένα εκστρατευτικό σώμα Κρητών εγκαταστάθηκε στην Μεσσαπία, μετά την αποτυχία της εκστρατείας τους και την καταστροφή του στόλου τους και ίδρυσε την πόλη Υρία (μεταξύ Τάραντος και Βρινδησίου), αλλάζοντας το όνομά τους από Κρήτες σε Μεσσάπιους Ιάπυγες. Εκείνο που προκύπτει από την διήγηση αυτήν, μεταξύ των άλλων, είναι ότι οι Μεσσάπιοι αποτελούσαν φύλο των Ιαπύγων. Αντίθετα, ο Θουκυδίδης (Ζ΄ 33), αναφέρεται σαφώς στους «εκατόν πενήντα Ιάπυγες ακοντιστές του Μεσσάπιου έθνους», θεωρώντας προφανώς ότι οι Ιάπυγες αποτελούσαν ένα φύλο των Μεσσαπίων.
Οι Ιάπυγες μνημονεύονται επίσης και στην περιγραφή των διαφόρων λαών των ακτών της Αδριατικής, που γίνεται στον Περίπλου (14), έργο του 4ου αιώνα π.Χ. το οποίο λανθασμένα αποδίδεται στον θαλασσοπόρο και γεωγράφο του 6ου αιώνα π.Χ. Σκύλακα τον Καρυανδέα (Ψευδο-Σκύλαξ): «…Μετά την Λευκανία και μέχρι το όρος Ωρίων της Αδριατικής, βρίσκεται το έθνος των Ιαπύγων […] Στην Ιαπυγία κατοικούν Έλληνες και οι πόλεις τους είναι η Ηράκλεια, το Μεταπόντιον, ο Τάρας και ο λιμήν του Υδρούντος στην πλευρά του Ιονίου…».
Οι Ιάπυγες αναφέρονται (στίχος 362) και στην «Περιήγηση», ένα έργο σε 742 ιαμβικούς στίχους, που παλαιότερα πίστευαν ότι ανήκε στον Γεωγράφο του 2ου αιώνα π.Χ. Σκύμνο τον Χίο, αλλά σήμερα γνωρίζουμε ότι γράφτηκε στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. (Ψευδο-Σκύμνος) με υλικό από παλαιότερες αναφορές.

Χρυσός Στατήρ Μεταποντίου
Τέλη 4ου αιώνα π.Χ.

Εκτεταμένη περιγραφή της χώρας των Ιαπύγων και των ελληνικών αποικιών της περιοχής γίνεται από τον Στράβωνα (ΣΤ΄ ΙΙΙ. 1-6), ο οποίος θεωρεί ότι η χώρα τους αρχίζει ανατολικά του Μεταποντίου (βλ. Χάρτη 22). Αναφέρει οτι οι Έλληνες ονομάζουν την περιοχή Ιαπυγία, αλλά και Μεσσαπία. Καταγράφει μάλιστα (ΣΤ΄ Ι. 4) και την άποψη του Ιστορικού του δεύτερου μισού του 5ου αιώνα π.Χ. Αντίοχου του Συρακουσίου, ότι οι αυτόχθονες κάτοικοι, βόρεια από τις περιοχές του Μεταποντίου και του Τάραντα, είναι Ιάπυγες. Παρακάτω, αναφέρει (ΙΙΙ. 5) ότι η χώρα των Ιαπύγων είναι ιδιαίτερα προικισμένη και παρ’ όλο που η γη τους δείχνει τραχιά είναι στην πραγματικότητα πολύ εύφορη. Μνημονεύει την ύπαρξη δεκατριών πόλεων στην περιοχή, αλλά στην εποχή του (1ος αιών π.Χ.) όπως διευκρινίζει απέμειναν μόνον ο Τάρας και το Βρεντέσιο (Βρινδήσιο), ενώ οι άλλες κατήντησαν χωριά. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παραδόσεις που αναφέρει (ΙΙΙ. 6) για την ίδρυση πόλεων της περιοχής. Μνημονεύει τον Ηρόδοτο και την διήγησή του για την ίδρυση της Υρίας, που προαναφέραμε, ταυτίζοντάς την με την πόλη Ουρία (Uria) της εποχής του, μεταξύ Τάραντος και Βρινδησίου. Για την ίδρυση του Βρεντεσίου (Βρινδήσιον, σημερ. Πρίντεζι), καταγράφει τον σχετικό μύθο για τον Θησέα και τους Κρήτες που έφυγαν από την Κνωσσό και το αποίκισαν, αλλά και μια άλλη εκδοχή, ότι ιδρύθηκε από το Ιάπυγα (γιο του Δαιδάλου ή του Λυκάονος, σύμφωνα με άλλους) και τους Κρήτες που έφυγαν από την Σικελία και ναυάγησαν στην περιοχή.
Η περιοχή των Ιαπύγων, όπως εξ άλλου προκύπτει από το κείμενο του Στράβωνα, είχε διάφορα ονόματα, τα οποία συχνά προκαλούν σύγχυση. Αξίζει λοιπόν να ξεκαθαρίσουμε ότι η ευρύτερη περιοχή που ήσαν εγκατεστημένοι οι Ιάπυγες, στην αρχαιότητα ονομαζόταν Ιαπυγία, ονομασία που κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο το νοτιότερο τμήμα της Ιταλικής χερσονήσου (το κάτω μέρος της μπότας). Η Μεσσαπία, η χώρα που ήσαν εγκατεστημένοι οι Μεσσάπιοι, κατείχε το νοτιοανατολικότερο άκρο της (το τακούνι της μπότας) και όπως τονίζει ο Στράβων, οι αυτόχθονες ονόμαζαν αυτούς μεν που κατοικούσαν στο εσωτερικό μέρος, προς τον κόλπο του Τάραντα, Καλαβρούς, ενώ αυτούς που κατοικούσαν στο εξωτερικό μέρος, προς την Αδριατική, Σαλεντίνους. Στην συνέχεια, το όνομα Μεσσαπία έπαυσε να χρησιμοποιείται και η περιοχή (ολόκληρο το τακούνι) ονομαζόταν Καλαβρία.
Η βορειότερη περιοχή έπαυσε επίσης να ονομάζεται Ιαπυγία και επικράτησε η ονομασία που χρησιμοποιούσαν οι αυτόχθονες, Απουλία, από τους Άπουλους, που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή πριν από τον 4ο αιώνα π.Χ.
Το εμπρόσθιο μέρος της μπότας, ονομαζόταν Βρεττία, η χώρα των Βρεττίων ή Βρουττίων. Στους μετέπειτα χρόνους, κυρίως μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Ρωμαίους τον 3ο αιώνα π.Χ. ολόκληρο το ΝΑ άκρο (το τακούνι και η βορειότερη περιοχή) της Ιταλικής χερσονήσου θα πάρει την ονομασία Απουλία, ενώ η Βρεττία θα ονομασθεί Καλαβρία (γνωστότερη πόλη της, το Ρήγιον της Καλαβρίας, Regio di Calabria), ονομασίες που διατηρούνται μέχρι σήμερα.Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η άκρη της Απουλίας (η βάση του τακουνιού), ονομάζεται και σήμερα Σαλέντο (Salento), όπου συναντάμε την μια ομάδα των ελληνόφωνων χωριών της Κάτω Ιταλίας.
Κατά τις πλέον σύγχρονες απόψεις (βλ. Ettore M. De Juliis, σελ. 549 στο: The Western Greeks, 1996), οι αυτόχθονες της Απουλίας Ιάπυγες, υποδιαιρούνταν σε Μεσσάπιους (Καλαβρούς και Σαλεντίνους), σε Πευκέτιους και σε Δαύνιους.
Η γλώσσα των Ιαπύγων, η Ιαπυγική, ήταν διάλεκτος της Μεσσαπικής, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω και ήταν σε χρήση μέχρι το 50 π.Χ. (Π-Λ-Μπ) περίπου, οπότε αντικαταστάθηκε από την Λατινική.


Xῶνες: Ένα από τα φύλα της λεγόμενης Μεσσαπικής ομάδας, η οποία ήταν αρχικώς εγκαταστημένη στην Ιλλυρίδα (βλ. λήμμα Ιλλυριοί). Στην Μεσσαπική ομάδα, εκτός από τους Χώνες (Chonians), ανήκαν επίσης οι Μεσσάπιοι και οι Ιάπυγες, όπως επίσης οι Δαύνιοι και οι Πευκέτιοι, σύμφωνα με πρόσφατες απόψεις (βλ. Ettore M. De Juliis: The Impact of the Greek Colonies on the Indigenous Peoples of Apulia, στο εξαιρετικό συλλογικό έργο The Western Greeks, 1996). Για τους Χώνες ειδικότερα, έχει υποστηριχθεί ότι σχετίζονται με το Δυτικό (Ηπειρωτικό) ελληνικό φύλο των Χαόνων (βλ. C.A.H. Vol. III part 1, σελ. 229). Οι Χώνες είχαν εγκατασταθεί δυτικότερα από τα δύο άλλα φύλα, στο τμήμα μεταξύ του κόλπου του Τάραντος και του Τυρρηνικού Πελάγους.
Σημαντικές είναι οι πληροφορίες που έχουμε για το φύλο αυτό από τον Στράβωνα, στην εποχή του οποίου (1ος αιών π.Χ.), οι Χώνες, είχαν ήδη απορροφηθεί από το Ιταλικό φύλο των Λευκανών (Λουκανοί, Lucani), που είχε κατακτήσει την περιοχή. Ο Στράβων αναφέρει (ΣΤ΄ Ι. 2) για τους Λευκανούς, ότι τους εγκατέστησαν στην περιοχή οι Σαυνίτες (=Σαμνίτες, ένα από τα ισχυρότερα φύλα της Ιταλίας, πριν από την άνοδο της Ρώμης), οι οποίοι έδιωξαν Χώνες και Οινωτρούς, που ήσαν οι παλαιότεροι κάτοικοι (βλ. λήμμα Οινωτροί). Στην συνέχεια, κατά τον Στράβωνα πάντοτε (I. 4), η χώρα περιήλθε στην εξουσία των Βρεττίων (=Βρούττιοι, Bruttii), οι οποίοι έβοσκαν για λογαριασμό των Λευκανών ποίμνια και όταν αργότερα ισχυροποιήθηκαν, έγιναν ανεξάρτητοι. Ονομάσθηκαν Βρέττιοι διότι αποστάτησαν από τους Λευκανούς και όπως αναφέρει ο Στράβων, στην γλώσσα των Λευκανών, οι αποστάτες ονομάζονται βρέττιοι, μια ετυμολογία που απορρίπτεται από τους σύγχρονους ερευνητές (βλ. Guzzo, Pier Giovanni: The Encounter with the Bruttii στο προαναφερθέν συλλογικό έργο: The Western Greeks, 1996).
Μητρόπολη των Χώνων ήταν η Πετηλία (Petelia), που σύμφωνα με την παράδοση ίδρυσε ο γνωστός από την Μυθολογία ήρωας Φιλοκτήτης, στον οποίο είχε αφήσει πεθαίνοντας ο Ηρακλής το τόξο και την φαρέτρα με τα βέλη του. Η Πετηλία βρισκόταν λίγο βορειότερα από τον Κρότωνα, αποικία των Αχαιών και κατά τον Απολλόδωρο (τον περίφημο Γραμματικό του 2ου αιώνα π.Χ. στον οποίον αποδίδεται λανθασμένα η γνωστή «Βιβλιοθήκη Μυθολογική»), που παραθέτει ο Στράβων (ΣΤ΄ Ι. 3), ο Φιλοκτήτης έφθασε στην περιοχή των Κροτωνιατών και έχτισε πόλη στο ακρωτήριο Κρίμισσα και πάνω από αυτήν την πόλη Χώνες. Από την πόλη ονομάσθηκαν και οι γύρω κάτοικοι Χώνες.

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Ιταλικοί λαοί (8)

Οι ελληνόφωνες (Γκρίκο) περιοχές της Κάτω Ιταλίας σήμερα

(Από το "Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου" του Δ. Ε. Ευαγγελίδη)

Μεσσάπιοι: Ένα από τα φύλα της λεγομένης Μεσσαπικής ομάδας λαών, εγκατεστημένης αρχικά στην Ιλλυρίδα. Διαπεραιώθηκαν στο ΝΑ άκρο της Ιταλικής χερσονήσου στα τέλη του 12ου αιώνα π.Χ. εκτοπισμένοι από το δεύτερο κύμα της φρυγικής μετανάστευσης στις νότιες περιοχές της χερσονήσου του Αίμου (βλ. λήμμα Ιλλυριοί). Στην Μεσσαπική ομάδα, εκτός από τους Μεσσάπιους, ανήκαν επίσης οι Ιάπυγες και οι Χώνες (Chonians), όπως επίσης οι Δαύνιοι και οι Πευκέτιοι, σύμφωνα με πρόσφατες απόψεις (βλ. Ettore M. De Juliis: The Impact of the Greek Colonies on the Indigenous Peoples of Apulia, στο εξαιρετικό συλλογικό έργο: The Western Greeks, 1996). Για τους Χώνες μάλιστα, έχει υποστηριχθεί ότι σχετίζονται με το Δυτικό (Ηπειρωτικό) ελληνικό φύλο των Χαόνων (βλ. C.A.H. Vol. III part 1, σελ. 229).
 Γλώσσα των προαναφερθέντων λαών ήταν η συμβατικά ονομαζόμενη  Μεσσαπική, η οποία θεωρείται συγγενής της Ιλλυρικής, αλλά επειδή προήλθε από μια προγονική μορφή της Ιλλυρικής γλώσσας (pre-Illyrian), διαφοροποιήθηκε έντονα στην διάρκεια των ιστορικών χρόνων, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται σήμερα ως ξεχωριστή οντότητα μεταξύ των πρώϊμων γλωσσών της ιταλικής χερσονήσου. Είναι γνωστή από περισσότερες από 300 επιγραφές, γραμμένες σε μια μορφή του ελληνικού αλφαβήτου, που υιοθετήθηκε γύρω στο 500 π.Χ.
( Άκου, ώ Δία! Η Θοτόρια Μάρτα χάρισε την γη της στην πόλη
της Μπάστα στα περίχωρα του Τάραντα)

Μεσσαπική επιγραφή μεταγραμμένη σε λατινικούς χαρακτήρες
με την «κοινής αποδοχής» μετάφρασή της

 

Μεσσαπικό αλφάβητο

Μνημονεύονται από τον Στράβωνα (ΣΤ΄ ΙΙΙ. 1 και Θ΄ ΙΙ. 13), ο οποίος μάλιστα αναφέρει και την παράδοση ότι στην Ανθηδόνα (παράλια πόλη της Βοιωτίας, απέναντι από την Εύβοια) υπήρχε το Μεσσάπιον όρος, προς τιμήν του Μέσσαπου, που ξεκίνησε από αυτήν την περιοχή και πήγε στην Ιαπυγία και κατέκτησε ένα μέρος της που ονομάσθηκε Μεσσαπία (βλ. Χάρτη). Σπουδαιότερη πόλη της περιοχής ήταν το Βρεντέσιον (Βρινδήσιον, σημερ. Πρίντεζι), που όπως κατέγραψε ο Στράβων (ΣΤ΄ ΙΙΙ. 6), στην γλώσσα των Μεσσαπίων σημαίνει κεφάλι ελαφιού.
Η περιοχή των Μεσσαπίων, όπως εξ άλλου προκύπτει από το κείμενο του Στράβωνα, είχε διάφορα ονόματα, τα οποία συχνά προκαλούν σύγχυση. Αξίζει λοιπόν να ξεκαθαρίσουμε αυτήν την ονοματολογία. Η ευρύτερη περιοχή λοιπόν, που ήσαν εγκατεστημένοι οι Μεσσάπιοι, στην αρχαιότητα ονομαζόταν Ιαπυγία, ονομασία που κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο το νοτιότερο τμήμα της Ιταλικής χερσονήσου (το κάτω μέρος της μπότας).
Η Μεσσαπία, η χώρα που ήσαν εγκατεστημένοι οι Μεσσάπιοι, κατείχε το νοτιοανατολικότερο άκρο της (το τακούνι της μπότας) και όπως τονίζει ο Στράβων, οι αυτόχθονες ονόμαζαν αυτούς μεν που κατοικούσαν στο εσωτερικό μέρος, προς τον κόλπο του Τάραντα, Καλαβρούς, ενώ αυτούς που κατοικούσαν στο εξωτερικό μέρος, προς την Αδριατική, Σαλεντίνους. Στην συνέχεια, το όνομα Μεσσαπία έπαυσε να χρησιμοποιείται και η περιοχή (ολόκληρο το τακούνι) ονομαζόταν Καλαβρία. Η βορειότερη περιοχή έπαυσε επίσης να ονομάζεται Ιαπυγία και επικράτησε η ονομασία που χρησιμοποιούσαν οι αυτόχθονες, Απουλία, από τους Άπουλους, που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή πριν από τον 4ο αιώνα π.Χ.
Το εμπρόσθιο μέρος της μπότας, ονομαζόταν Βρεττία, η χώρα των Βρεττίων ή Βρουττίων. Στους μετέπειτα χρόνους, κυρίως μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Ρωμαίους τον 3ο αιώνα π.Χ. ολόκληρο το ΝΑ άκρο (το τακούνι και η βορειότερη περιοχή) της Ιταλικής χερσονήσου θα πάρει την ονομασία Απουλία, ενώ η Βρεττία θα ονομασθεί Καλαβρία (γνωστότερη πόλη της, το Ρήγιον της Καλαβρίας, Regio di Calabria), ονομασίες που διατηρούνται μέχρι σήμερα. Θα πρέπει τέλος να υπενθυμίσουμε ότι η άκρη της Απουλίας (η βάση του τακουνιού), ονομάζεται και σήμερα Σαλέντο (Salento), όπου συναντάμε την μια ομάδα των ελληνόφωνων χωριών της Κάτω Ιταλίας (βλ. Χάρτη).

Τα ελληνόφωνα χωριά του Σαλέντο

Ο Ηρόδοτος κατέγραψε κάποια παράδοση (Ζ΄ 170), που ήθελε ένα εκστρατευτικό σώμα Κρητών να εγκαθίσταται στην Μεσσαπία, μετά την αποτυχία της εκστρατείας τους και την καταστροφή του στόλου τους, να ιδρύει την πόλη Υρία (μεταξύ Τάραντος και Βρινδησίου) και να αλλάζουν το όνομά τους από Κρήτες σε «Μεσσάπιους Ιάπυγες». Εκείνο που προκύπτει από την διήγηση αυτήν, μεταξύ των άλλων, είναι ότι οι Μεσσάπιοι αποτελούσαν φύλο των Ιαπύγων.
Αντίθετα, ο Θουκυδίδης (Ζ΄ 33), αναφέρεται σαφώς στους «εκατόν πενήντα Ιάπυγες ακοντιστές του Μεσσaπίου έθνους», θεωρώντας προφανώς ότι οι Ιάπυγες αποτελούσαν ένα φύλο των Μεσσαπίων.
Κατά τις πλέον σύγχρονες απόψεις (βλ. Ettore M. De Juliis, σελ. 549 στο: The Western Greeks, 1996), οι αυτόχθονες της Απουλίας Ιάπυγες, υποδιαιρούνταν σε Μεσσάπιους (Καλαβρούς και Σαλεντίνους), σε Πευκέτιους και Δαύνιους, άποψη που συμφωνεί με την παρατήρηση του Πολυβίου (2ος αιώνας π.Χ.) ότι η χώρα της Ιαπυγίας ήταν διηρημένη σε τρεις φυλές: Τους Δαυνίους, τους Πευκετίους και τους Μεσσαπίους (Ιστοριών, Γ΄ 88).
Στα όρια της χώρας των Μεσσαπίων είχε εγκατασταθεί (το 708 ή το 706 π.Χ.) και η περίφημη Δωρική αποικία του Τάραντος, που έδωσε το όνομά της στον ομώνυμο κόλπο (Κόλπος του Τάραντος). Το 473 π.Χ. οι Ταραντίνοι θα υποστούν σοβαρή ήττα από τους Μεσσάπιους, γεγονός που θα προκαλέσει την αλλαγή του αριστοκρατικού πολιτεύματος σε δημοκρατικό.

Χρυσός στατήρ Τάραντος
340-334 π.Χ.

Το ύψιστο της ακμής του θα σημειωθεί το α΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ. αλλά από το β΄ μισό θα αρχίσει η παρακμή της πόλης, που σημειώνεται σε δυσμενή ιστορική συγκυρία: Οι Ρωμαίοι, μετά την ολοκληρωτική επικράτησή τους στους Σαμνιτικούς πολέμους (343-290 π.Χ.) και έχοντας πλέον εξασφαλίσει τα βόρεια σύνορά τους, θα στραφούν στον Νότο και στις ελληνικές αποικίες της Μεγάλης Ελλάδος.
Οι Ταραντίνοι θα προσκαλέσουν τότε τον βασιλέα των Μολοσσών, τον περίφημο Πύρρο Α΄ (307-302 και 297-272 π.Χ.), να τους βοηθήσει να αντισταθούν στις επεκτατικές βλέψεις της Ρώμης. Η εκστρατεία του Πύρρου θα κρατήσει περίπου πέντε χρόνια (280-275 π.Χ.), αλλά παρά τις νίκες του εναντίον των ρωμαϊκών στρατευμάτων, θα αναγκασθεί στο τέλος να αποχωρήσει.
Ο Τάρας, μετά την αποτυχία του εγχειρήματος και την αποχώρηση του Βασιλέως της Ηπείρου, θα αναγκασθεί να παραδοθεί τελικώς στους Ρωμαίους το 272 π.Χ.



Βρέττιοι ή Βρούττιοι: Αρχαίος λαός του νοτιότατου τμήματος της ιταλικής χερσονήσου και ειδικότερα της περιοχής που σήμερα μεν ονομάζεται Καλαβρία (Calabria), αλλά δεν πρέπει να συγχέεται με την αρχαία Καλαβρία (βλ. σχετικά με τις ονομασίες των περιοχών του νοτιότερου τμήματος της ιταλικής χερσονήσου στο λήμμα Μεσσάπιοι).
Οι Βρέττιοι κατά τις αρχαιοελληνικές πηγές ή Βρούττιοι (Bruttii), σύμφωνα με τις λατινικές, μνημονεύονται από τον Στράβωνα (ΣΤ΄ Ι. 2), ο οποίος αναφέρει ότι στην ευρύτερη περιοχή της σημερινής Καλαβρίας, κατοικούσαν Χώνες και Οινωτροί, τους οποίους εξεδίωξαν οι Σαυνίτες (=Σαμνίτες) και εγκατέστησαν εκεί τους Λευκανούς (=Λουκανούς, Lucani).
Στην συνέχεια, κατά τον Στράβωνα πάντοτε (I. 4), το νότιο τμήμα της χώρας περιήλθε στην εξουσία των Βρεττίων, που ήσαν άποικοι Λευκανών. Οι Βρέττιοι έβοσκαν αρχικά ποίμνια για λογαριασμό των Λευκανών και όταν αργότερα ισχυροποιήθηκαν, έγιναν ανεξάρτητοι. Ονομάσθηκαν Βρέττιοι διότι αποστάτησαν από τους Λευκανούς και όπως καταγράφει ο Στράβων, στην γλώσσα των Λευκανών, οι αποστάτες ονομάζονται βρέττιοι.
Ως μητρόπολη των Βρεττίων αναφέρεται η Κωσεντία (Consentia, σημερ. Cosenza), νοτιότερα από την Πανδοσία (βλ.Χάρτη), όπου ήταν η κατοικία των βασιλέων των Οινωτρών (Στρβ. ΣΤ΄ Ι. 5).


  
Αργυρό νόμισμα των Βρουττίων
με ελληνική επιγραφή (ΒΡΕΤΤΙΩΝ) - 3ος αιώνας π.Χ.

Οι πληροφορίες του Στέφανου Βυζάντιου στο λήμμα Βρέττος, μάλλον σύγχυση προκαλούν: «…πόλις Τυρρηνών, από Βρέττου του Ηρακλέους και Βαλητίας της Βαλήτου. οι οικούντες Βρέττιοι, και η χώρα Βρεττία και η γλώσσα. Αριστοφάνης “μέλαινα γλώσσα Βρεττία παρήν”…».
Σύγχρονοι ερευνητές (βλ. Guzzo, Pier Giovanni: The Encounter with the Bruttii στο εξαιρετικό συλλογικό έργο: The Western Greeks, 1996), υποστηρίζουν ότι η εικόνα των Βρουττίων στις αρχαιοελληνικές πηγές είναι διαστρεβλωμένη και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η ετυμολογία του Στράβωνος που προαναφέραμε για την προέλευση του ονόματος των Βρουττίων απορρίπτεται και υιοθετείται η άποψη σύμφωνα με την οποία η ονομασία τους προέρχεται πιθανόν από μια ιλλυρική ρίζα, που συνδέεται με την λέξη «ελάφι» στην γλώσσα των Μεσσαπίων και Ιαπύγων, στους οποίους το ελάφι ήταν τοτεμικό σύμβολο (ό. π. σελ. 559). Επί πλέον υποστηρίζεται ότι οι Βρούττιοι ήσαν σπουδαίοι ρήτορες και παιδαγωγοί, όπως προκύπτει από αναφορές του Αριστοφάνη και την διήγηση του Ιστορικού του 3ου αιώνα π.Χ. Μάρκου Ιουνιανού Ιουστίνου.
Σύμφωνα με τον τελευταίο, πριν από το 356 π.Χ. (το έτος της ανεξαρτησίας των Βρεττίων από τους Λουκανούς), οι παιδαγωγικές ικανότητες των Βρουττίων ήσαν γενικά αναγνωρισμένες από τους Λουκανούς κυρίους τους και ήταν διαδεδομένο το έθιμο οι γόνοι των αριστοκρατικών οικογενειών να διαμένουν ένα χρονικό διάστημα μεταξύ των Βρουττίων.
Η περιοχή τους, όπως και οι γειτονικές περιοχές της νότιας Ιταλίας, έγιναν θέατρο των συγκρούσεων μεταξύ Ρωμαιών και Καρχηδονίων στον Β΄ Καρχηδονιακό Πόλεμο (218-201 π.Χ.), στην διάρκεια του οποίου, ιδίως μετά την ταπεινωτική ήττα των Ρωμαίων στις Κάννες της Απουλίας (216 π.Χ.) αρκετοί Ιταλικοί λαοί, που είχε παλαιότερα υποτάξει η Ρώμη, βρήκαν την ευκαιρία να αποτίναξουν τον ρωμαϊκό ζυγό. Το τελικό όμως αποτέλεσμα ήταν να καταστραφούν πόλεις και οικισμοί σε μεγάλο βαθμό. Ο Στράβων αναφέρει χαρακτηριστικά ότι: «…είναι τόσο κατεστραμμένοι αυτοί, Βρέττιοι και οι κάποτε ηγεμόνες τους Σαυνίτες, ώστε δύσκολα μπορούν να εντοπιστούν ακόμα και οι οικισμοί τους…» (ΣΤ΄ Ι. 2) και παρακάτω (Ι. 5): «…αυτοί (οι Βρέττιοι) καταστράφηκαν με την σειρά τους από τον Αννίβα και τους Ρωμαίους…».
Τα υπολείμματα των Βρεττίων θα συγχωνευθούν με τους γειτονικούς λαούς και σύντομα θα εξαφανισθούν κάτω από τον τίτλο του Ρωμαίου πολίτη.

Τα ελληνόφωνα χωριά
της σημερινής Καλαβρίας (Ασπρομόντε)

Οινωτροί: Οινωτροί, ονομάζονταν από τους Έλληνες των αποικιών της Μεγάλης Ελλάδος (βλ. Χάρτες), αλλά και της κυρίως Ελλάδος, οι αρχαιότεροι κάτοικοι της σημερινής ιταλικής επαρχίας της Καλαβρίας (Calabria), η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την αρχαία Καλαβρία.
Σύμφωνα με την παράδοση (βλ. Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, Ρωμαϊκή Ιστορία Α΄ ΧΙ.3), ήσαν άποικοι από την Αρκαδία, την Μεσσηνία και την Αιτωλία, που με επικεφαλής τον Οίνωτρο, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Ο Οίνωτρος, ένας από τους 50 γιους του Λυκάονα, δυσαρεστημένος από την διανομή της Πελοποννήσου στα αδέλφια του, την εγκατέλειψε και με τον αδελφό του Πευκέτιο έφυγαν στην νότια Ιταλία, όπου ίδρυσαν αποικίες.
Κατά το "Λεξικόν Κυρίων Ονομάτων" (Κων/τινούπολις, 1899), οι Οινωτροί «…κατήγοντο ανέκαθεν εκ Πελασγών ελθόντων περί το 1650 π.Χ. υπό την οδηγίαν του Οινώτρου εξ Αρκαδίας και συστησάντων ιδίαν αποικίαν κατά τα ΝΔ παράλια της Ιταλίας».
Ο Στράβων (ΣΤ΄ Ι. 2) αναφέρει ότι στην περιοχή της σημερινής Καλαβρίας, κατοικούσαν Χώνες και Οινωτροί, τους οποίους εξεδίωξαν αργότερα οι Σαυνίτες (=Σαμνίτες), που εγκατέστησαν εκεί τους Λευκανούς (=Λουκανούς, Lucani). Στην συνέχεια, κατά τον Στράβωνα πάντοτε (I. 4), η χώρα περιήλθε στην εξουσία των Βρεττίων (=Βρούττιοι, Bruttii), οι οποίοι έβοσκαν για λογαριασμό των Λευκανών ποίμνια και όταν αργότερα ισχυροποιήθηκαν, έγιναν ανεξάρτητοι. Υποστηρίζει δε, ότι ονομάσθηκαν Βρέττιοι διότι αποστάτησαν από τους Λευκανούς και στην γλώσσα των Λευκανών, οι αποστάτες ονομάζονται βρέττιοι, μια ετυμολογία που σήμερα απορρίπτεται.
Πρωτεύουσα των Οινωτρών, ήταν η Πανδοσία, στο εσωτερικό,  όπου ήταν η κατοικία των βασιλέων των Οινωτρών (Στρβ. ΣΤ΄ Ι. 5) και λίγο νοτιότερα η Κωσεντία (Consentia, σημερ. Cosenza), στις όχθες του μικρού ποταμού Αχέροντα, παραπόταμου του Κράθη, δυτικά του Κρότωνος (βλ. Χάρτη), η μητρόπολη των Βρεττίων. Υπενθυμίζουμε ότι κοντά στην Πανδοσία, θα χάσει την ζωή του στην μάχη ο Αλέξανδρος Α΄ των Μολοσσών, παραπλανηθείς από τον χρησμό του Μαντείου της Δωδώνης (βλ. λήμμα Λευκανοί).
Σύμφωνα πάντως με τις σύγχρονες απόψεις των ερευνητών, οι Οινωτροί θεωρούνται από τους αρχαιότερους εγκατεστημένους λαούς στην περιοχή δυτικά της Απουλίας, πιθανόν ένα μεικτού γένους μεσσαπικό φύλο ή στενά συγγενές. Έχει υποστηριχθεί μάλιστα ότι οι Χώνες και οι Μόργητες ήσαν φύλα των Οινωτρών (βλ. C.A.H. Vol. IV σελ. 677) και αν αυτό επιβεβαιωθεί, τότε θα πρέπει οι Μόργητες και οι Οινωτροί να συμπεριληφθούν στους λαούς-φορείς της μεσσαπικής γλώσσας (βλ. σχετικά στα λήμματα Μεσσάπιοι και Ιάπυγες).
Αυτή η άποψη όμως συγκρούεται με τα αναφερόμενα από τον Στράβωνα (ΣΤ΄ Ι.6), ο οποίος παραθέτοντας τον Αντίοχο (πρόκειται για τον αξιόλογο Ιστορικό, Αντίοχο τον Συρακούσιο που άκμασε το β΄ μισό του 5ου αιώνα π.Χ. και το έργο του οποίου διασώθηκε μόνον σε αποσπάσματα), τονίζει ότι «…στα αρχαία χρόνια, όλος αυτός ο τόπος (δηλ. η αρχαία Βρεττία - σημερινή Καλαβρία σημ. ΔΕΕ) ήταν κατοικημένος από Σικελούς και Μόργητες. Αργότερα πέρασαν στην Σικελία διωγμένοι από τους Οινωτρούς…». Επομένως Μόργητες και Οινωτροί ήσαν δυο διαφορετικοί και αντιμαχόμενοι λαοί ή φύλα. Το ζήτημα όμως διευκρινίζεται ως προς τους Χώνες από τον ίδιο τον Στράβωνα, ο οποίος λίγο παραπάνω (ΣΤ΄ Ι. 4) αναφέρει: «…οι τόποι κατοικήθηκαν από τους Χώνες, γένος Οινωτρικόν…». Άρα θα πρέπει να απορριφθεί η παραπάνω συσχέτιση Οινωτρών με τους Μόργητες, που πιθανότατα ανήκαν στα Πρωτο-Ιταλικά φύλα μαζί με τους Σικελούς (βλ. επίσης και λήμμα Ιταλικοί λαοί) και οι οποίοι την περίοδο των μεταναστεύσεών τους νοτιότερα, έφθασαν στην Βρεττία (Bruttium), όπου εγκαταστάθηκαν για ένα διάστημα, αλλά τελικώς εκδιώχθηκαν από τους Οινωτρούς και ειδικότερα από το εγκατεστημένο εκεί φύλο τους, τους Χώνες, οπότε αναγκάσθηκαν να διαπεραιωθούν στην απέναντι Σικελία (βλ. Χάρτη).
Υπενθυμίζουμε τέλος, ότι στην περιοχή κοντά στο Ρήγιο (σημ. Regio di Calabria), υπάρχει η δεύτερη ομάδα των ελληνόφωνων χωριών της Κάτω Ιταλίας (βλ. Χάρτη).