Πηγή: http://www.hxwsarakatsanwn.gr/component/k2/item/688-h-iroiki-ximara
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βορ. Ήπειρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βορ. Ήπειρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020
Για τους ξεχασμένους Βορειοηπειρώτες
Για τους ξεχασμένους Βορειοηπειρώτες από το ανίκανο ελλαδικό πολιτικό σύστημα...
Οι μεγάλες επιτυχίες του Ελληνικού Στρατού κατά των Ιταλών από τον Οκτώβριο του 1940 μέχρι και την άνοιξη του 1941 (επιχείρηση Primavera), έλαβαν χώρα στη Βόρειο Ήπειρο, η οποία κατοικείται κυρίως από την Ελληνική Εθνική Κοινότητα. Οι Βορειοηπειρώτες περίμεναν με ελληνικές σημαίες τον Στρατό μας και όλοι μαζί, άνδρες και γυναίκες, μοιρολόγησαν τους νεκρούς μας.
Οφείλουμε πολλά στον Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό. Όχι μόνον για τη συνεισφορά του στη νίκη κατά της Φασιστικής Ιταλίας, αλλά και γενικότερα. Μέσα από πολλές κατακτήσεις και καταπιέσεις κράτησε την Ορθόδοξη Πίστη και διαφύλαξε την ελληνική συνείδηση. Οι Βορειοηπειρώτες παρέμεναν στενά προσηλωμένοι στο Ελληνορθόδοξο Γένος.
Σήμερα τα προβλήματα των ομοεθνών μας στην Αλβανία είναι πολλά και έρχονται να προστεθούν στο βεβαρημένο κλίμα των ελληνοαλβανικών σχέσεων.
Τα κυριότερα σημεία διαφωνίας μεταξύ Αθηνών και Τιράνων ειναι :
Η αμφισβήτηση από το αλβανικό κράτος των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των Ελλήνων της Χιμάρας.
Η απαγόρευση καθόδου στις εκλογές αυτονόμου ελληνικού κόμματος, διότι ο εκλογικός νόμος τούς αναγκάζει να ενταχθούν σε συνασπισμό με αλβανικά κόμματα ακόμη και με ανθέλληνες Τσάμηδες.
Η κυκλοφορία σχολικών βιβλίων, τα οποία παρουσιάζουν ελληνικά εδάφη να εντάσσονται στη «Φυσική Αλβανία» .
Η άγνοια του ακριβούς αριθμού των Βορειοηπειρωτών λόγω μη υπάρξεως αντικειμενικής απογραφής.
Η άρνηση λειτουργίας μειονοτικών Δημοτικών Σχολείων σε μεγάλες πόλεις. Τόσα χρόνια μετά την πτώση του Κομμουνισμού οι αλβανικές κυβερνήσεις αναγνωρίζουν ως Έλληνες μόνον τις 58.000 που αναγνώριζαν ο Χότζα και ο Αλία.
Η προπαγάνδα περί δικαιωμάτων των Τσάμηδων- συνεργατών των Γερμανο-ιταλών στην Κατοχή- και ο χαρακτηρισμός ης Θεσπρωτίας ως «Τσαμουριάς».
Η αμφισβήτηση από την κυβέρνηση Ράμα της συμφωνίας μεταξύ Κώστα Καραμανλή και Σάλι Μπερίσα για την οροθέτηση των θαλασσίων ζωνών μεταξύ των δύο χωρών.
Ο νέος νόμος περί μειονοτήτων που ψήφισε το Αλβανικό Κοινοβούλιο, ο οποίος περιορίζει τα δικαιώματα της Ελληνικής Μειονότητος.
Η μη εφαρμογη της συμφωνίας του 2009 ,που αφορά την αναζήτηση, την εκταφή, τον προσδιορισμό της ταυτότητας και τον ενταφιασμό των Ελλήνων πεσόντων κατά την διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940-41. Η συμφωνία περιελάβανε τη δημιουργία δύο στρατιωτικών κοιμητηρίων, ένα στην Κλεισούρα και ένα στους Βουλιαράτες, καθώς και την ανέγερση μνημείου για τους πεσόντες στις πολεμικές επιχειρήσεις.
Δυστυχως σημερα οι Ελληνες της Βορειου Ηπειρου και ιδίως οι Ελληνες της ηρωικής Χιμαρας ,δέχονται το μίσος της αλβανικής κυβέρνησης ,με την επιλεκτική κατεδάφιση σπιτιών μονο Ελληνων Βορειοηπειρωτών .
Ο ανθέλληνας Έντι Ράμα ανήμπορος να αποφύγει το σκάνδαλο των ναρκωτικών στους κόλπους της κυβέρνησης του προσπαθεί να ξεσπάσει στους Χιμαριώτες ώστε να αποπροσανατολίσει την διεθνή γνώμη.
Οι κάτοικοι της Χιμάρας αμύνονται των αλβανικών αστυνομικών δυνάμεων, ψάλλοντας τον Εθνικό μας Ύμνο.
Ειναι εθνικο καθήκον, η μητέρα πατριδα, έστω και τωρα, να ρίξει το βλέμμα της, να ανοίξει την αγκαλιά της στοργικά στους Ελληνες Βορειοηπειρώτες. Οι ήρωες του Έπους του '40 επιτάσσουν να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα των αδελφών μας στην Βόρειο Ήπειρο, που ζουν ζωντανοί φυλακισμένοι μαζί με τους αταφους ήρωες του Ελληνοϊταλικού πολέμου .
Ξεχασμένοι και αυτοί απο την μητέρα πατρίδα, χωρις ουσιαστική συμπαράσταση και βοήθεια, πέραν των τετριμμένων και ανώφελων λογυδρίων της πολιτειακής και πολιτικής ηγεσίας του τόπου.
Ολοφάνερη ειναι ολιγωρία, η αδιαφορία, η και ανικανότητα των εκάστοτε ηγεσιών του τόπου και ο ωχαδερφισμός των υπηρεσιακών παραγόντων αλλά και της κοινωνίας μας, στο εθνικο θεμα της Ελληνικης μειονότητας της Βορειου Ηπειρου. Η Χωρα μας έμεινε αφανής και άφωνη, τα τελευταία χρόνια, δηλαδή απο το 1990 και μετά, κάτω απο τον έντονο σωβινισμό και μεγαλοϊδεατισμό της αλβανικής ηγεσίας, που εχει γίνει υποχείριο των τουρκικών επιδιώξεων στην περιοχή μας .
Η Ελλαδα όλα αυτά τα χρόνια, βοήθησε τους βόρειους γείτονες πολλαπλώς και αντί αυτού, όχι μόνο δεν αποκομίζει οφέλη άλλα ενισχύει την αδιαλλαξία τους σε όλα σχεδόν τα διμερή θέματα που αναφέρονται παραπάνω.
ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΜΙΑΣ ΠΙΟ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΘΕΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΩΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ.
Εάν όσα συμβαίνουν στους Ελληνες της Χειμάρρας συνέβαιναν σε Τούρκους ή Αλβανούς στην Ελλάδα το λιγότερο που θα είχε συμβεί θα ήταν η έκτακτη σύγκληση του ΟΗΕ... ΔΥΣΤΥΧΩΣ ....
Του Κωνσταντίνου Ζιαζιά
Πηγή: http://www.hxwsarakatsanwn.gr/component/k2/item/688-h-iroiki-ximara
Ετικέτες
Αλβανικές προκλήσεις,
Βορ. Ήπειρος,
Πολιτική ανικανότητα
Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018
Ελληνοαλβανικό σύμφωνο για Βόρεια Ήπειρο και ΑΟΖ
Ελληνοαλβανικό σύμφωνο
για Βόρεια Ήπειρο και ΑΟΖ
Μετά τη συμφωνία των Πρεσπών η οποία έχει φέρει την κυβέρνηση ένα βήμα πριν από την κατάρρευση, ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς θέλει να λύσει και όλα τα ανοιχτά ζητήματα με την Αλβανία. Μια συμφωνία με τη γειτονική χώρα, ακόμη και μέσα στο καλοκαίρι, είναι στις προθέσεις της ελληνικής κυβέρνησης, ωστόσο, αναμένεται να είναι σφοδρές οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης που κατηγορεί για ακόμη μια φορά την κυβέρνηση για μυστική διπλωματία.
Παράλληλα, οι φήμες που κυκλοφορούν για άνοιγμα ακόμη και του ανύπαρκτου θέματος της «Τσαμουριάς» και των αλυτρωτικών διαθέσεων των Τσάμηδων, βάζουν νέα φωτιά στο πολιτικό σκηνικό.
Το προηγούμενο διάστημα προηγήθηκαν συναντήσεις του Νίκου Κοτζιά με τον Αλβανό ομόλογό του Ντιτμίρ Μπουσάτι όπου συζητήθηκαν πλειάδα θεμάτων που απασχολούν τις δύο χώρες.
Επισήμως δεν έχει γίνει γνωστό το περιεχόμενο των συνομιλιών αλλά και σε ποιο επίπεδο βρίσκονται καθώς φαίνεται πως ο έλληνας ΥΠΕΞ συνεχίζει στη γραμμή της «μυστικής διπλωματίας» που είχε χαράξει και με το Σκοπιανό.
Τα αγκάθια
Οι πληροφορίες ωστόσο που βλέπουν το φως της δημοσιότητας δείχνουν ότι οι δύο ΥΠΕΞ συζητούν πολλά θέματα που αποτελούν «αγκάθια» για τις δύο χώρες. Έτσι στο τραπέζι έχουν πέσει μεταξύ άλλων θέματα όπως η απάλειψη των αλυτρωτικών αναφορών από τα αλβανικά βιβλία, η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών , η διασφάλιση των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητα της Αλβανίας , το θέμα «Τσαμουριάς» κ.α.
Αναφορικά με το θέμα των θαλασσίων συνόρων των δύο χωρών, άρα και το θέμα της ΑΟΖ στην ευρύτερη ζώνη του Ιονίου είναι εξαιρετικά σημαντικό.
Ειδικά για την Ελλάδα που έχει ξεκινήσει διαδικασίες δημοπράτησης «οικοπέδων» στο Ιόνιο, η οριοθέτηση αυτή αποτελεί κρίσιμη προτεραιότητα.
Χάραξη των θαλασσίων συνόρων είχε γίνει και το 2009, αλλά τότε η αλβανική πλευρά είχε εν συνεχεία υπαναχωρήσει από την συμφωνία. Τώρα πληροφορίες αναφέρουν ότι η συμφωνία λαμβάνει υπόψη τις ενστάσεις της αλβανικής πλευράς παραχωρώντας της μεγαλύτερη έκταση.
Η ελληνική πλευρά υποστηρίζει ότι αυτό δεν αλλάζει την ουσία, ενώ την ίδια στιγμή η συμφωνημένη χάραξη της ΑΟΖ στο Ιόνιο αποτελεί ιδιαίτερα θετικό προηγούμενο για το Καστελόριζο και τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο.
Το 2009, η τότε κυβέρνηση Καραμανλή είχε υπογράψει συμφωνία, όμως δυο μήνες αργότερα το Συνταγματικό Δικαστήριο της Αλβανίας την ακύρωσε, κρίνοντας πως ήταν «ετεροβαρής».
Εκκρεμεί πάντως η συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με τον Αλβανό ομόλογό του, Έντι Ράμα, οι οποίοι, τον περασμένο Φεβρουάριο που συναντήθηκαν, συμφώνησαν στην ανάγκη να κλείσουν οι μεταξύ μας εκκρεμότητες.
Βόρεια Ηπειρος
Πριν μερικές ημέρες η εφημερίδα «Τα Νέα» είχε αποκαλύψει το περιεχόμενο των συζητήσεων. Σύμφωνα μ’ αυτές, μια δέσμευση Ελλάδας – Αλβανίας για την αποφυγή αναφορών και γεωγραφικών προσδιορισμών οι οποίοι «μπορούν δυνητικά να διεγείρουν τα πάθη μεταξύ των δύο λαών», είναι το ένα από τα τρία, σοβαρότερα στοιχεία που θα συμπεριλαμβάνει η επικείμενη συμφωνία Ελλάδας – Αλβανίας. Πίσω από αυτή την αναφορά, θα βρίσκεται η εγκατάλειψη, και επισήμως, από την Ελλάδα της «Βόρειας Ηπείρου», αλλά και αντιστοίχως από πλευράς Αλβανίας της «Τσιμερία», της λεγόμενης Τσαμουριάς!
Με τον τρόπο αυτό θα επιδιωχθεί να κλείσουν οι λυτρωτικές διεκδικήσεις που από τη δική μας πλευρά, υποτίθεται ότι υποκρύπτουν οι αναφορές στη Βόρεια Ηπειρο, παρά το γεγονός ότι ουδέποτε ελληνική κυβέρνηση είχε διανοηθεί να παραγνωρίσει το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας του 1914 που καθόριζε την αυτονομία ως κρατικής οντότητας της Βόρειας Ηπείρου.
Και από την άλλη πλευρά, για πρώτη φορά από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ελληνική κυβέρνηση θέτει σε ίδια μοίρα με την Βόρεια Ηπειρο τις ανιστόρητες διεκδικήσεις διαφόρων αλβανικών κυβερνήσεων σε μία περιοχή της Ηπείρου, στη Θεσπρωτία κυρίως, την οποία προσδιορίζουν ως «Τσαμουριά».
Στο πλαίσιο της εξάλειψης των αλυτρωτικών αναφορών και διεκδικήσεων, η συμφωνία θα προβλέπει τη δημιουργία μεικτών επιστημονικών επιτροπών για την ανασύνταξη των εκπαιδευτικών βιβλίων κ.λπ.
Κατά τις ίδιες πηγές το δεύτερο σοβαρό σημείο της κυοφορούμενης συμφωνίας, είναι εκείνο της δέσμευσης της Ελλάδας να αποδώσει, ως μεσεγγυούχος, τις περιουσίες αλβανών πολιτών οι οποίες δημεύθηκαν με την κήρυξη του εμπολέμου με την Αλβανία το 1940-41. Οι περιουσίες αυτές, που τοποθετούνται κυρίως στα Γιάννινα, τη Θεσσαλονίκη και σε ορισμένες περιοχές της Θεσσαλίας, έχουν περιέλθει στην κατοχή ελλήνων, και με τη συμφωνία πρέπει να επιστραφούν.
Η απάντηση Κοτζιά
Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο υπουργός Εξωτερικών διέψευσε ότι ανοίγει θέμα «Τσαμουριάς». «Δεν κουβεντιάσαμε ποτέ και ούτε δέχτηκα να κουβεντιάσουμε ποτέ σε αυτή τη συμφωνία πακέτο το «τσαμικό». Να είμαστε σαφείς. (…) Είναι άλλο πράγμα οι περιουσίες των μεσεγγυήσεων και άλλο πράγμα οι «περιουσίες των Τσάμηδων». Οι περιουσίες των μεσεγγυήσεων είναι ως εξής: με την κήρυξη του πολέμου από την ιταλική αλβανική μοναρχία, γιατί όπως θα ξέρετε, η Αλβανία είχε συμπεριληφθεί στην ιταλική υπό την κυριαρχία του Ιταλού μονάρχη. Με την κήρυξη του πολέμου η χώρα μας προχώρησε στη μεσεγγύηση των ιδιοκτησιών του αλβανικού κράτους και Αλβανών ιδιωτών.
Μόλις τελειώσει το εμπόλεμο, αυτές, μετά από δικαστικές αποφάσεις μπορεί αλλά και μπορεί και όχι, να επιστραφούν. Αυτές είναι ιδιοκτησίες που τέθηκαν υπό τον έλεγχο του ελληνικού κράτους προσωρινά, μεταβατικά, ενόψει του πολέμου. Είναι πριν από τον πόλεμο. Δηλαδή την ημέρα που ξεσπάει ο πόλεμος.
Οι «τσαμικές περιουσίες» είναι περιουσίες που αφορούν το τέλος του πολέμου και για τις οποίες υπάρχουν αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις. Είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα, γιατί πάρα πολλοί τα μπερδεύουν ή θέλουν να τα μπερδέψουν.
Είναι άλλο πράγμα που το ελληνικό κράτος είπε «αυτή η αλβανική περιουσία, αφού είμαστε σε πόλεμο τίθεται υπό τη δική μου εγγύηση και δεν μπορεί να τη χρησιμοποιήσει ο εχθρός κι άμα τελειώσει ο πόλεμος θα δούμε πώς θα την αποδώσουμε ή όχι στον εχθρό και είναι άλλο πράγμα οι περιουσίες που έγινε κατάσχεση για συνεργασία με τον εχθρό, δηλαδή με το γερμανικό ναζισμό και ιταλικό φασισμό, από την ηγετική ομάδα των «Τσάμηδων», κυρία στη Θεσπρωτία.
Μου λένε το εξής εκπληκτικό οι βουλευτές μας από την Ήπειρο, ότι διαδίδουν στελέχη, μεσαία ελπίζω να είναι κι όχι παραπάνω, της Νέας Δημοκρατίας, ότι στη συμφωνία που κάνουμε με τους Αλβανούς θα τους παραδώσουμε τη Θεσπρωτία για να γίνει «Τσαμουριά» κτλ. Μιλάμε για παραλογισμούς. Αυτή είναι η ρητορεία του μίσους και του παραλογισμού. Και πρέπει να την κόψουν κάποιοι. Διότι δεν εξυπηρετεί τη χώρα παρά μόνο τα ηλίθια στενά συμφέροντά τους».
Κινητοποιήσεις
Τους κινδύνους μιας συμφωνίας Ελλάδας – Αλβανίας που θα εξισώνει το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου και τους Βορειοηπειρώτες με το αποκαλούμενο τσάμικο.
Η “Κίνηση για την Αναγέννηση της Βόρειας Ηπείρου” καλεί σε ετοιμότητα το βορειοηπειρωτικό στοιχείο, τονίζοντας ότι η συμφωνία με τα Σκόπια δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας για τη συμφωνία που ετοιμάζει η κυβέρνηση με την Αλβανία.
Η ανακοίνωση:
Τις δύο τελευταίες εβδομάδες γίνονται όλο και πιο έντονες οι προαναγγελίες για οριστική επίλυση των ελληνο-αλβανικών διαφορών με συμφωνία μεταξύ Αθήνας και Τιράνων.
Στο πλαίσιο αυτό, εφημερίδες πανελλαδικής εμβέλειας με υψηλή αναγνωσιμότητα γράφουν σε πρωτοσέλιδα τους ότι επίκειται από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης ακόμα και η τυπική κατάργηση του όρου «Βόρειος Ήπειρος» εξισώνοντας το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα με το ανύπαρκτο «τσάμικο».
Η συμφωνία της Ελλάδας με τα Σκόπια δεν μας αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας για την ανάλογη συμφωνία με την Αλβανία.
Καλούμε όλους τους Βορειοηπειρώτες και όλους τους Έλληνες πατριώτες να είναι σε ετοιμότητα για αγωνιστικές κινητοποιήσεις στην διαφαινόμενη οριστική εγκατάλειψη των ελληνικών διεκδικήσεων επί της πανάρχαιας ελληνικής γης της Βορείου Ηπείρου.
ΚΙΝΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ
Ετικέτες
Αλβανία,
Αλβανικές προκλήσεις,
Βορ. Ήπειρος,
Εθνικές μειοδοσίες
Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017
Βιβλιοπαρουσίαση
Ο Δήμος
Ασπρούργου και οι Εκδόσεις
«Ινφογνώμων»
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου
του εθνολόγου-ανθρωπολόγου Δημήτρη Ευαγγελίδη
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου
του εθνολόγου-ανθρωπολόγου Δημήτρη Ευαγγελίδη
«Η Καταγωγή των Αλβανών και οι Αρβανιτόφωνοι Έλληνες»
που θα γίνει τη Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017 και ώρα 19:30,
στην Αίθουσα Τελετών «Δ. Καλλιέρης» του Πνευματικού Κέντρου του
Δήμου Ασπροπύργου (Αλ. Παναγούλη 13, πλ. Αγίου Δημητρίου).
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο συγγραφέας και οι κ.κ.:
Γεώργιος Τσούτσος, συνεργάτης βιβλιοθήκης Ιεράς Συνόδου
Νικόλαος Ταμουρίδης, επίτιμος Α’ υπαρχηγός ΓΕΣ
Σάββας Καλεντερίδης, εκδότης.
Την εκδήλωση θα χαιρετίσει ο Δήμαρχος Ασπροπύργου Νικόλαος Μελετίου.
Ετικέτες
Αρβανιτόφωνοι,
Αρχαιολογία,
Βορ. Ήπειρος,
Γλωσσολογία,
ΔΕΕυαγγελίδης,
Εθνολογία,
Ιστορία,
Προϊστορία
Τρίτη 14 Απριλίου 2015
30 χρόνια από τον θάνατο του Εμβέρ Χότζα
Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο-αφιέρωμα στον αλήστου μνήμης παρανοϊκό δικτάτορα της Αλβανίας, που κατέστρεψε την χώρα του.
ΔΕΕ
Εμβέρ Χότζα, ο Κιμ Γιονγκ Ουν της Αλβανίας
Εύη Κιόρρι
Γεννήθηκε στο Αργυρόκαστρο στις 16 Οκτωβρίου 1908 και κατάγονταν από τη μεσαία τάξη ο πατέρας του ήταν έμπορος υφασμάτων και ταξίδευε συχνά στις ΗΠΑ, για αυτό και ανετράφη από τον θείο του. Από πολύ νωρίς ξεκίνησε την αγωνιστική του δράση κατά του καπιταλισμού και του Αλβανού βασιλιά Ζόγου Α', φοίτησε σε γαλλικό γυμνάσιο. Κατά τη διάρκεια αυτών των μαθητικών χρόνων διάβασε για πρώτη φορά το "Κομμουνιστικό Μανιφέστο", παράλληλα έμαθε Γαλλικά, Ιταλικά, Σέρβικα και Ρώσικα. Στα 22 του κέρδισε υποτροφία για να σπουδάσει φυσικές επιστήμες στο Μονπελιέ της Γαλλίας.
Μετά από ένα χρόνο εγκατέλειψε της σπουδές του και μετακόμισε στο Παρίσι για να σπουδάσει φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της Σορβόνης, ωστόσο για μια ακόμη φορά τα παράτησε, εκεί προσχωρεί στο Γαλλικό Κομμουνιστικό κόμμα και παράλληλα αρθρογραφεί στην εφημερίδα "Λ΄Ουμανιτέ".

Το 1934 έως το 1936 διατέλεσε γραμματέας του αλβανικού προξενείου στις Βρυξέλλες, μέχρι που απολύθηκε καθώς στο γραφείο του εντοπίστηκαν μαρξιστικά βιβλία. Αποφάσισε να επιστρέψει στην Αλβανία, όπου στην αρχή εργάστηκε ως καθηγητής στην Κορυτσά, ωστόσο στις 7 Απριλίου του 1936, έμελλε να γίνει μάρτυρας της Ιταλικής εισβολής στην χώρα και έχοντας αρνηθεί να γίνει μέλος του Αλβανικού Φασιστικού Κόμματος έχασε την δουλεία του. Λίγο καιρό αργότερα άνοιξε ένα καπνοπωλείο στα Τίρανα, το οποίο αποτέλεσε και μυστικό τόπο συνάντησης των Αλβανών κομμουνιστών.
Ανέλαβε πρόεδρος της Εθνικής Αντιφασιστικής Επιτροπής Απελευθέρωσης της Αλβανίας το 1944, η οποία αποτέλεσε και την πρώτη ανεπίσημη κυβέρνηση μετά τη γερμανική κατοχή. Ωστόσο πάντα το όραμά του ήταν η τέλεια κομμουνιστική χώρα πρότυπο, που θα λειτουργούσε σαν καλολαδωμένη μηχανή και θα εφάρμοζε κατά γράμμα τις ιδεολογίες του Στάλιν και του Μαρξ.
Στα πλαίσια της σύνταξής του κράτους δημιουργεί ένα μονολιθικό καθεστώς, όπου ο ίδιος ασκεί κάθε εξουσία και λαμβάνει κάθε απόφαση, προωθεί προγράμματα για την εκβιομηχάνιση της χώρας και την εκμηχάνιση της γεωργίας. Παράλληλα, καταπολεμά τον αναλφαβητισμό, όπως και τη θρησκεία, καθώς αποφάσισε να γκρεμίσει κάθε εκκλησία, είτε καθολική, είτε ορθόδοξη και κάθε τζαμί , ενώ την ίδια στιγμή απαγόρευσε τη χρήση κάθε θρησκευτικού συμβόλου, κάνοντας την Αλβανία το πρώτο αθεϊστικό κράτος στον κόσμο.

Ο Χότζα και η εξωτερική πολιτική του
Το 1948 τυφλωμένος από την υποταγή του στον Στάλιν καταδίκασε επίσημα το τιτοϊκό καθεστώς της Γιουγκοσλαβίας ενώ διέκοψε οποιαδήποτε διπλωματική σχέση με αυτή. Παράλληλα, δέχεται από τους συμμάχους και φίλους του έντονη κριτική για την ανάμειξή του στον Ελληνικό εμφύλιο πόλεμο στηρίζοντας το "αδελφό" κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδος.
Μέχρι το 1961 οι σχέσεις του με την "πατρίδα" του κομμουνισμού, τη Ρωσία ήταν άριστες και οι συνεργασία μεταξύ των δυο χωρών πολύ στενή,ωστόσο τότε ο Αλβανός ηγέτης, που είχε παραχωρήσει τη πρωθυπουργία της χώρας στο στενό συνεργάτη του Μεχμέτ Σέχου, παραμένοντας ωστόσο στην ηγεσία του κομουνιστικού κόμματος και ελέγχοντας τα πάντα, κατηγορεί τη Μόσχα για προδοσία των σοσιαλιστικών ιδεών και συνεργασία με τον ιμπεριαλισμό.

Λίγα χρόνια αργότερα και μετά από την εισβολή των δυνάμεων του Συμφώνου της Βαρσοβίας στη Τσεχοσλοβακία απέσυρε την χώρα από τη στρατιωτική συμμαχία και κατήγγειλε, για μια ακόμη φορά, την ΕΣΣΔ για προδοσία. Αυτή το η στάση τον οδήγησε στον πλευρό της Λαϊκής Κίνας και του Μαο, μέχρι το 1978 όταν οι σχέσεις μεταξύ των δυο χωρών άρχισαν να ψυχραίνονται, καθώς για άλλη μια φορά ο, πιστός στις ιδέες του Μαρξ, Χότζα έκρινε πως ο σύμμαχός του καλλιεργούσε ένα "αντιμαρξιστικό ιδεολογικό ρεύμα".Μετά από αυτή την εξέλιξη ανακηρύσσει τον εαυτό του ως μοναδικό θεματοφύλακα των μαρξιστικών ιδεολογιών και του κομουνισμού.
Σκληρά ήταν τα μέτρα που έλαβε ο Χότζα και κατά του ελληνόφωνου πληθυσμού της Βόρειας Ηπείρου, που είδε και αυτό τις περιουσίες του να δημεύονται και οι προσπάθειες για διαφυγή στην Ελλάδα να τιμωρούνται με θάνατο. Ωστόσο, ο Χότζα προσέγγισε αρκετούς αντιπροσώπους των Βορειοηπειρωτών και τους ενέταξε στην κυβέρνησή του, σε περίοπτες πολιτικές θέσεις. Παρόλα αυτά, το 1960 όταν ο Σοβιετικός Γενικός Γραμματέας Νικίτα Χρουστσώφ, του ζήτησε να δώσει αυτονομία στην περιοχή το απέρριψε αμέσως.
Παράλληλα, μαίνονταν οι συγκρούσεις μεταξύ Αλβανίας και Σερβίας για τον αλβανόφωνο πληθυσμό του Κοσόβου, οι οποίες συνεχίστηκαν και μετά το θάνατό του.

Οι δαίμονες και οι εμμονές του ηγέτη
Ο Εμβέρ Χότζα είναι παγκόσμια γνωστός όχι μόνο για την πολιτική του δράση, αλλά και για τις εμμονές και τις παράλογες απαιτήσεις και αποφάσεις κατά την ηγεσία του.
Ήταν ένα εξαιρετικός χρήστης της προπαγάνδας καθώς κατάφερε να πείσει τον αλβανικό λαό ότι απειλούνται από τις γειτονικές χώρες με εισβολή, εκμεταλλευόμενος τη γερμανική κατοχή του 1940. Έτσι τους έπεισε ότι ήταν ασφαλείς μόνο εντός των συνόρων του κράτους, ενός κράτους που είχε "πλήρη αυτάρκεια γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων, την ώρα που οι υπόλοιποι λαοί πάθαιναν από την πείνα".
Μάλιστα, για να προστατευθεί ο λαός σε περίπτωση εισβολής ξένων εχθρικών δυνάμεων έχτισε περισσότερα από 600.000 πολυβολεία σε όλη την χώρα και για τον εαυτό του ένα πολυτελές καταφύγιο στα Τίρανα. Τα σκορπισμένα πολυβολεία σε όλη την Αλβανία αποτελούν το "ζωντανό" απομεινάρι της κομμουνιστικής δικτατορίας.

Την ίδια στιγμή, έκλεισε τα σύνορα και απαγόρευσε την έξοδο από τη χώρα, αλλά και τη είσοδο σε αυτή, με αποτέλεσμα όσοι αναζητούσαν την τύχη τους στο εξωτερικό να ανακηρύσσονται εχθροί της πατρίδας και να θανατώνονται, ενώ οι οικογένειές τους που έμεναν πίσω πλήρωναν τη "προδοσία" με φυλακίσεις και εξορίσεις.
Όσον αφορά τους πολιτικούς αντιπάλους ή όσους είχαν διαφορετικές ιδεολογίες από τη κυβέρνηση, ακόμη και αν δεν το δήλωναν, βρίσκονταν αντιμέτωποι με εκκαθαρίσεις. Έτσι, πολύ σύντομα ολόκληρες περιοχές της χώρας βρέθηκαν στο στόχαστρο, όπως και ολόκληρες οικογένειες που αντιμετώπισαν φυλακίσεις και βασανισμούς, εξορίσεις και καταναγκαστική εργασία.
Άλλωστε, ήταν η εποχή που όλα και όλοι ελέγχονταν από το κράτος, τη προπαγάνδα και τους καλοθελητές που δεν δίσταζαν να καταδώσουν στην ασφάλεια τον γείτονα ή ακόμη και τον συγγενή τους προκειμένου να τύχουν μιας καλύτερης αντιμετώπισης από το κομμουνιστικό καθεστώς. Με αποτέλεσμα ολόκληρες οικογένειες να ξεκληρίστουν για τάχα συνωμοσίες κατά του κράτους, ενώ άλλες διαλύθηκαν με τους γονείς ή και τα μεγαλύτερα παιδιά να βρίσκονται στις φυλακές ή εξόριστοι μακριά από τον τόπο τους, δακτυλοδεικτούμενοι και αβοήθητοι.

Ακόμη, ο Χότζα δεν δίστασε να προχωρήσει σε εκκαθαρίσεις ακόμη και μέσα στο κόμμα προκειμένου να αποδείξει την αντικειμενικότητα της κυβέρνησης, που στόχο είχε την ευημερία του λαού. Κάπως έτσι, το 1981 ο επί 27 χρόνια πρωθυπουργός της Αλβανίας Μεχμέτ Σέχου που "αυτοκτόνησε" πυροβολώντας τον εαυτό του στην καρδία΄, με αποτέλεσμα ένα πέπλο μυστηρίου να καλύπτει τον θάνατό του.
Ήταν εκείνος ο ηγέτης που από τα πρώτα χρόνια της κυριαρχίας του ανάγκασε τους Αλβανούς να μάθουν Ρώσικα, γιατί πραγματικά πίστευε στη βαθιά φιλία και συμμαχία των δυο λαών, με αποτέλεσμα ολόκληρες γενιές του αλβανικού λαού όχι μόνο να καταλαβαίνουν, αλλά και να μιλούν άπταιστα ρώσικα.
Παράλληλα, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας προχώρησε στη δήμευση περιουσιών και την οργάνωση κολχόζ κατά τα σοβιετικά πρότυπα, με αποτέλεσμα ο λαός να εργάζεται πολύ αλλά να αμείβεται με ψίχουλα "για να είναι όλοι ίσοι".
Στο στόχαστρο της κυβέρνησης, όπως ήδη αναφέρθηκε, βρέθηκαν και οι τρεις θρησκείες του Αλβανικού κράτους, που καταργήθηκαν και ο κλήρος φυλακίστηκε, στόχος του Χότζα ήταν να απαλλάξει τον λαό από την πίστη, άλλωστε έπρεπε να έχουν πίστη μόνο στο Κόμμα.
Ο θάνατος του Εμβέρ Χότζα
Ο Χότζα πέθανε στα Τίρανα στις 11 Απριλίου του 1985, καθώς αντιμετώπιζες σοβαρά προβλήματα υγείας μετά από 2 εμφράγματα και παράλυση, βυθίζοντας το κράτος στο πένθος. Η προπαγάνδα που είχε ριζώσει στο μυαλό της πλειοψηφίας του λαού, το έκανε να πιστεύει πως μαζί με το τέλος του Χότζα είχε έρθει και το τέλος της χώρας.
Τη διακυβέρνηση της χώρας αναλαμβάνει ο Ραμίζ Αλία, στενός συνεργάτης και ευνοούμενος του Εμβέρ, που διοργανώνει μια μεγαλοπρεπή κηδεία στην πρωτεύουσα ανακηρύσσοντας τη χώρα σε πένθος και "απαιτώντας" από τους πολίτες να δείξουν τη θλίψη τους για το χαμό του ηγέτη.

Στην κηδεία, που πραγματοποιήθηκε στις 15 Απριλίου, δεν έδωσε το παρών κανένας από τους συμμάχους και συνεργάτες από το εξωτερικό, μόνο από τη Μόσχα εστάλη συλληπτήρια επιστολή, η οποία επιστράφηκε στους αποστολείς καθώς θεωρήθηκε "απαράδεκτη".
Τα ηνία της χώρας ανέλαβε ο Αλία, που χαρακτηρίστηκε ακόμη πιο επικίνδυνος από τον Χότζα, καθώς παρά τις μικρές μεταρρυθμίσεις που έκανε συνέχισε την ίδια πολιτική που είχε πια εξαντλήσει τον λαό. Με αποτέλεσμα σύντομα να αρχίσουν οι εξεγέρσεις που οδήγησαν στην πτώση του καθεστώτος το 1989, που σφραγίστηκε με την καταστροφή του αγάλματος του Στάλιν.

Οι πληγές που άφησε πίσω της η κομμουνιστική δικτατορία
Οι επίσημες καταγραφές από το τέλος της κομμουνιστικής δικτατορίας κάνουν λόγο για 5.000 άνδρες και 450 γυναίκες νεκρούς, 35.135 φυλακισμένους, εκ των οποίων περισσότεροι από 1.000 έχασαν τη ζωή τους και για πολλές χιλιάδες εξόριστους. Μάλιστα, όπως αναφέρεται μέχρι και σήμερα πολλές οικογένειες δεν γνωρίζουν που είναι θαμμένοι οι σοροί των δικών τους ανθρώπων.
Παράλληλα, ο κομμουνισμός άφησε πίσω του ένα κράτος οικονομικά κατεστραμμένο, οπισθοδρομικό και απομονωμένο από τον κόσμο.
http://news247.gr/eidiseis/weekend-edition/emver-xotza-o-kim-giongk-oyn-ths-alvanias.3406495.html
Ετικέτες
Βαλκάνια,
Βορ. Ήπειρος,
Νεώτερη Ιστορία
Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014
Οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες
Κεφάλαιο 9
Μέρος β. Οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες
Μετά από όσα αναφέρθηκαν στο πρώτο μέρος του παρόντος
Κεφαλαίου, αλλά και γενικά στα προηγούμενα Κεφάλαια, είμαστε πλέον σε θέση να
πραγματοποιήσουμε μια αποτίμηση της εθνολογικής σύστασης του πληθυσμού των
παλαιών ρωμαϊκών επαρχιών και της εξέλιξής της από τις αρχές του 5ου
αιώνα μ.Χ. μέχρι τον 13ο αιώνα.
Όπως
είχαμε τονίσει παραπάνω (σελ. 104-105):
«Η
Επαρχία της Δαλματίας (Dalmatia) παρέμεινε
ως είχε, εκτός από την ενδιαφέρουσα απόσπαση του νοτίου τμήματός της
(υπενθυμίζουμε ότι ο Διοκλητιανός καταγόταν από την Δαλματία και επομένως
γνώριζε καλά τους εθνοφυλετικούς συσχετισμούς της περιοχής) από το οποίο
δημιουργήθηκε η νέα Επαρχία της «Πραιβαλιτανίας» (Praevalitana), που αντιστοιχούσε περίπου στο παλιό ιλλυρικό βασίλειο των Αρδιαίων, με σπουδαιότερες πόλεις την Σκόδρα, την Λίσσο και την πρωτεύουσα Διοκλεία, τα ερείπια της οποίας βρίσκονται κοντά στην
σημερινή πρωτεύουσα του Μαυροβουνίου, την Ποντγκόριτσα.
Δημιουργήθηκαν επίσης η Επαρχία της Δαρδανίας,
η οποία αποσπάστηκε από την Επαρχία Μοισίας, καθώς και η εξελληνισμένη πλέον
Επαρχία της «Νέας Ηπείρου» (Epirus Nova / Illyris Graeca), που αντιστοιχούσε στην παλιά Ιλλυρίδα,
γύρω από τις πόλεις της Απολλωνίας και της πρωτεύουσας Επιδάμνου (Dyrrhachium). Τις καθαρά
ελληνικές περιοχές κάλυπταν οι Επαρχίες της Παλαιάς Ηπείρου (Epirus Vetus) με πρωτεύουσα την Νικόπολη,
της Θεσσαλίας, της Αχαΐας και της Μακεδονίας.
Οι εναπομείναντες Ιλλυριοί βαθμιαία θα
συγχωνευθούν εθνοτικά και πολιτιστικά με τους Ρωμαίους αποίκους που εγκαταστάθηκαν
στην χώρα τους, καθώς θα χάσουν ακόμη και την γλώσσα τους, ενώ παράλληλα, στις
νότιες περιοχές που συνόρευαν με την Ήπειρο και την Μακεδονία, ένα σημαντικό
τμήμα τους εξελληνίσθηκε και συγχωνεύθηκε με τα γειτονικά ελληνικά φύλα. Θα
μετασχηματιστούν έτσι σταδιακά σε έναν ακαθόριστο
πληθυσμό Ιλλυριο-κελτο-λατινο-ελληνικής καταγωγής, τα μέλη του οποίου
ήσαν γενικά και αόριστα «Ρωμαίοι» πολίτες, μια εξέλιξη που επιτάχυνε το
περίφημο «Διάταγμα Καρακάλλα»
(Constitutio Antoniniana) του
212 μ.Χ. με το οποίο όλοι οι ελεύθεροι πολίτες που κατοικούσαν εντός των ορίων
της αυτοκρατορίας έλαβαν αυτομάτως την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη. Η διάδοση
του Χριστιανισμού και η επίσημη αναγνώρισή του από το ρωμαϊκό κράτος, επί της
βασιλείας του Κωνσταντίνου Α΄
(306-337), έναν αιώνα περίπου αργότερα από το Διάταγμα Καρακάλλα, εξάλειψαν
σχεδόν πλήρως ό,τι απέμεινε από τον αρχικό προσδιορισμό «Ιλλυριός».
Αρχαιολογικές και επιγραφικές ενδείξεις υποδεικνύουν ότι οι Ιλλυριοί εξαφανίστηκαν πλήρως ως εθνική οντότητα στην διάρκεια του 4ου
αιώνα μ.Χ.».
Στα εδάφη
λοιπόν των Επαρχιών της «Νέας Ηπείρου» (Epirus Nova / Illyris Graeca), που αντιστοιχούσε στην παλιά Ιλλυρίδα και της Παλαιάς
Ηπείρου (Epirus Vetus)
στην διάρκεια του 5ου αιώνα μ.Χ. (βλ. Χάρτη 37) ζούσαν στην μεν
Παλαιά Ήπειρο, αμιγείς, ελληνικής καταγωγής, πληθυσμοί, στην συντριπτική τους
πλειονότητα, ενώ στην Νέα Ήπειρο πληθυσμοί ελληνικής καταγωγής, αναμεμιγμένοι
με πληθυσμούς ελληνο-λατινο-ιλλυρικής καταγωγής, οι οποίοι αφομοιώνονταν
ταχύτατα, γλωσσικά, θρησκευτικά και πολιτισμικά, εντασσόμενοι ισότιμα στον
ελληνικό κόσμο της ανατολικής Ρωμαϊκής
αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Ο προσδιορισμός της Νέας Ηπείρου ως Illyris Greca
(=ελληνική Ιλλυρίδα) στις αρχές του 5ου αιώνα είναι όχι μόνον
ενδεικτικός, αλλά και χαρακτηριστικός. Δυστυχώς δεν υπάρχουν πληροφορίες, ούτε
καν ενδείξεις ώστε να μπορέσουμε να διατυπώσουμε μια εκτίμηση για τις αναλογίες
του καθαρά ελληνικού πληθυσμού της Νέας Ηπείρου προς τον μεικτής καταγωγής.
Χάρτης 37
Εικάζουμε
απλώς, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις γενικότερες συνθήκες εκείνης της εποχής στην συγκεκριμένη περιοχή, ότι πιθανότατα το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της κατά
τον 5ο αιώνα μ.Χ. ήταν ελληνικό ή εξελληνισμένο.
Οι βαρβαρικές
εισβολές και επιδρομές των Ούννων, Οστρογότθων και Βησιγότθων τον 4ο
αιώνα, που συνετάραξαν την Βυζαντινή αυτοκρατορία με αποκορύφωμα την
συντριπτική ήττα στην μάχη της
Αδριανουπόλεως το 378 που υπέστησαν τα ρωμαϊκά (βυζαντινά) στρατεύματα, δεν
είχαν ιδιαίτερες επιπτώσεις στην Ήπειρο. Και τούτο διότι με εξαίρεση την
διέλευση των Βησιγότθων του Αλάριχου
του 397 από την περιοχή και των Οστρογότθων
λίγα χρόνια αργότερα, δεν αναφέρονται βαρβαρικές (Γοτθικές) εγκαταστάσεις στην
περιοχή.
Εξ άλλου, η ύπαρξη της «Γραμμής Γίρετσεκ» στην οποία
έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενα Κεφάλαια επιβεβαιώνει έμμεσα τις παραπάνω
διαπιστώσεις, ότι η εθνολογική σύσταση της περιοχής δεν είχε αλλοιωθεί.
Ο 6ος
αιώνας μ.Χ. χαρακτηρίζεται από τις εισβολές και επιδρομές των Αβάρων και των υποτελών τους σλαβικών φύλων στην χερσόνησο του
Αίμου.
Η διασπορά των
Σλάβων στο νότιο τμήμα της χερσονήσου του Αίμου, μετά την ανεπιτυχή επίθεση των
Αβαροσλάβων το 586 κατά της Θεσσαλονίκης, είχε ως αποτέλεσμα την προώθησή τους
και εγκατάστασή τους στην Πραιβαλιτανία
και στις περιοχές νοτίως του ποταμού Γενούσου (σημερ. Shkumbin). Η εξέλιξη αυτή πιστοποιείται
από τα τοπωνύμια αυτών των περιοχών που είναι σλαβικής προέλευσης. Η αποτυχία
μπροστά στα τείχη της Κων/πολης (626) υπήρξε η αρχή του τέλους για τους
Αβάρους. Υποχώρησαν στην Παννονία
εγκαταλείποντας την χερσόνησο του Αίμου στα σλαβικά φύλα. Το αβαρικό κράτος
διαλύθηκε οριστικά την δεκαετία του 810. Οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στην
Πραιβαλιτανία (σημερ. Μαυροβούνιο) θα παραμείνουν μέχρι σήμερα στην περιοχή,
λίγο βορειότερα από τον ποταμό Δρίνο (Drin). Όσοι εγκαταστάθηκαν νοτιότερα θα εξελληνισθούν στην μεγάλη
τους πλειοψηφία, το αργότερο μέχρι την εποχή του αυτοκράτορος Βασιλείου Α΄ (867–886), του ιδρυτή της Μακεδονικής Δυναστείας.
Τα κοιμητήρια
της λεγόμενης ομάδας Κομάνι-Κρούγια (Komani-Kruja), στα οποία αναφερθήκαμε
λεπτομερώς στο Κεφάλαιο 3 και χρονολογούνται στην πρώιμη μεσαιωνική εποχή της
περιοχής της σημερινής Αλβανίας (από τα τέλη 6ου έως τα τέλη του 8ου
αιώνα), με τα κοσμήματα χαραγμένα με ελληνικές λέξεις και τς βυζαντινές
απομιμήσεις τους, αποτελούν, παρά τους ισχυρισμούς των Αλβανών αρχαιολόγων, μια καλή ένδειξη για την ύπαρξη ενός
ελληνοβυζαντινού πληθυσμού στην ευρύτερη περιοχή, όχι μόνον στις παράλιες
οχυρωμένες πόλεις, αλλά και σε απομονωμένα μέρη του εσωτερικού.
Ήδη όμως, όπως έχει περιγραφεί σε προηγούμενο Κεφάλαιο, μεταξύ 5ου και 6ου
αιώνα μ.Χ. έφθασαν στην Δαρδανία (Κοσσυφοπέδιο),
οι δακικής καταγωγής Κάρποι, που
εντοπίζονται εγκατεστημένοι τον 6ο αιώνα στην πεδιάδα του Λευκού Δρίνα (White Drin). Εκεί, πιθανότατα συνάντησαν κάποια υπολείμματα του
εκλατινισμένου πλέον ιλλυρικού φύλου των Σκιρτάρων
(Scirtari), τα οποία αφομοίωσαν και σύμφωνα με
κάποιες απόψεις, υιοθέτησαν παρεφθαρμένα την ονομασία τους ως εθνωνύμιό τους
(ενδωνύμιο) και έγιναν Σκιπτάροι.
Μετά τα μέσα του 6ου αιώνα και τις Αβαροσλαβικές επιδρομές βαθμιαία
υποχρεώθηκαν να μετακινηθούν προς τα δυτικά και νοτιοδυτικά,
προς τα ορεινά, για να καταλήξουν τελικά στις
περιοχές γύρω από την λίμνη της Σκόδρας, όπου μέχρι τον 9ο-10ο
αιώνα θα διαμορφωθεί το φύλο των Γκέγκηδων,
οι πραγματικοί Αλβανοί.
Οι Τόσκηδες, στα νότια του ποταμού
Γενούσου, δεν ήσαν τίποτε άλλο από έναν ελληνικής καταγωγής πληθυσμό, ο οποίος
κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες αλβανοφώνησε, χωρίς να χάσει τα
υπόλοιπα εθνοτικά του χαρακτηριστικά (θρησκεία, ήθη και έθιμα, ανθρωπολογικά
χαρακτηριστικά). Όπως έχει τονισθεί:
«Η
διαφορά των Τόσκηδων από τους βόρειους Αλβανούς Γκέγκηδες ήταν χαρακτηριστική,
σε βαθμό που οι εθνολόγοι και οι γεωγράφοι του 19ου αιώνα δεν
διακρίνουν τους Τόσκηδες από τους Έλληνες. Συγκριτικές μελέτες του Άγγλου
γεωγράφου Στανφορντ για την γλώσσα, τον χαρακτήρα και τα έθιμα, το 1877,
αναφέρουν ότι είχαν αρχαία ελληνική καταγωγή».560
Παραθέτουμε επίσης
ένα ακόμα απόσπασμα από το βιβλίο του John Cameron Hobhouse, Βαρώνου του Broughton (1786-1869) με τις
εντυπώσεις του από το ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη μέσω της Αλβανίας και
των άλλων βαλκανικών περιοχών υπό οθωμανική κατοχή που είχε κυκλοφορήσει το
1813 στην Μ. Βρετανία, στον οποίον αναφερθήκαμε και σε προηγούμενο Κεφάλαιο:
«...Σε ολόκληρη την περιοχή των Τόσκηδων είναι έντονη η ελληνική επίδραση
και είναι μάλλον δύσκολο να αποφανθεί κάποιος κατά πόσον η Ήπειρος είναι
ελληνική ή η ΒΔ Ελλάδα αλβανική. Αν και στις συζητήσεις χρησιμοποιείται η
νοτιοαλβανική διάλεκτος, τα ελληνικά είναι κατανοητά από όλους...».561α
Εξ άλλου, αναφορές περιηγητών στο τέλος του 19ου
αιώνα, όπως π.χ. των Γάλλων Γκιγερόν
και Μπεράρντ, που έγραφαν για τις ΒΑ
περιοχές της χώρας, ότι έως τον Γενούσο είναι απολύτως ελληνικές και ότι στα
πανδοχεία του Ελμπασάν και του Δυρραχίου υπήρχαν φωτογραφίες των Ελλήνων
βασιλέων και του πρωθυπουργού της Ελλάδος Χαριλάου Τρικούπη, προφανώς
αποδεικνύουν κάτι.561
Από τις
βορειότερες περιοχές της Νέας Ηπείρου* ξεκίνησε το μεταναστευτικό ρεύμα του 13ου
αιώνα, των αλβανόφωνων, βλαχόφωνων και ελληνόφωνων πληθυσμών, που
εξαναγκάσθηκαν να αποχωρήσουν λόγω των απάνθρωπων συνθηκών που επικρατούσαν
εκεί με τους ασταμάτητους πολέμους και την γενικευμένη ανασφάλεια, να
διασχίσουν τον ποταμό Γενούσο** και να
καταφύγουν αρχικά στο νότιο τμήμα της Νέας Ηπείρου και τελικά στην Παλαιά Ήπειρο. Από εκεί, παλιοί και
νέοι κάτοικοι, θα ξεκινήσουν τις μετακινήσεις τους προς την Θεσσαλία, όπου
πιθανόν να προσκλήθηκαν από τον Σεβαστοκράτορα Ιωάννη Α΄ Δούκα, νόθο γιο του Δεσπότου της Ηπείρου Μιχαηλ Β΄ Άγγελου, ο οποίος είχε
κληρονομήσει το 1268 την διοίκηση της Θεσσαλίας ή από τους γιους του, Κωνσταντίνο και Θεόδωρο, που τον διαδέχθηκαν γύρω στο 1289.
Το πρώτο μισό του 14ο αιώνα οι
πολεμικές επιχειρήσεις και κατακτήσεις του Σέρβου ηγεμόνα Στεφάνου Δουσάν, ο οποίος στις 16 Απριλίου 1346 είχε στεφθεί στα
Σκόπια «αυτοκράτωρ Σέρβων και Ελλήνων»,
στην Νέα Ήπειρο (1345) και στην Θεσσαλία (1348), σε συνδυασμό με τις
συγκρούσεις των Δεσποτών της Ηπείρου με τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες της
Κωνσταντινούπολης, στις οποίες μάλιστα είχαν εμπλακεί Φράγκοι και Λατίνοι της
Δύσης, πυροδότησαν νέα κύματα μεταναστεύσεων, αυτήν την φορά προς την
Αιτωλοακαρνανία, αλλά και προς την Θεσσαλία.
___________________________
(*) Τα όρια της Επαρχίας «Νέα Ήπειρος» (Epirus
nova or Illyria Graeca),
εκτείνονταν από τις εκβολές του ποταμού Δρίνα (Drin) βόρεια, μέχρι την χερσόνησο των Ακροκεραυνίων
(σημερ. Karaburun peninsula)
και στα ανατολικά εκτεινόταν λίγο ανατολικότερα των σημερινών συνόρων
Αλβανίας–Σκοπίων (βλ. Χάρτη 37). Στα βόρεια συνόρευε με την Επαρχία της Πραιβαλιτανίας (Praevalitana or Illyria barbara), ενώ στα νότια με την Παλαιά Ήπειρο (βλ. http://asciatopo.xoom.it/epirus.html#nova).
(*) Ο ποταμός Γενούσος
(αλβαν. Shkumbin) διχοτομεί την επικράτεια της σημερινής Αλβανίας. Σύμφωνα με
τον Αυστριακό γλωσσολόγο Ιούλιο Ποκόρνυ (Julius Pokorny (1887–1970)
ανάγεται στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα *g’enu- «γόνατο,
άρθρωση, κλείδωση» λόγω της μαιανδρικής πορείας του. Η ρίζα αυτή έχει
χαρακτηριστικά γλώσσας της ομάδας κέντουμ (centum) και επομένως η ετυμολογία της ονομασίας προέρχεται
από την ελληνική ή λιγότερο πιθανόν, από την ιλλυρική γλώσσα. Υπενθυμίζουμε ότι
αποτελούσε το όριο μεταξύ ιλλυρικών και ελληνικών φύλων από τις πανάρχαιες
εποχές (βλ. σελ. 67).
Η Θεσσαλία
περιήλθε το 1359 στην δικαιοδοσία του Σέρβου ηγεμόνα Συμεών Ούρεση, όπως προαναφέρθηκε και παρέμεινε σερβική μέχρι τον
θάνατό του το 1371. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Ιωάννης Ούρεσης, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα θα προτιμήσει την
μοναστική ζωή (μοναχός Ιωάσαφ) και την διοίκηση θα αναλάβει ένας Έλληνας, ο Αλέξιος Άγγελος, τον οποίο θα διαδεχθεί
ο καίσαρ Μανουήλ Άγγελος (γιος ή
αδελφός του Αλεξίου). Τα τελευταία χρόνια του 14ου αιώνα θα
καταληφθεί η Θεσσαλία από τους Οθωμανούς (1395).
Ο 15ος
αιώνας θα ξεκινήσει με την πλήρη εκδίωξη των αλβανοφώνων που είχαν εγκατασταθεί
στην Αιτωλοακαρνανία (1405), οι οποίοι θα καταλήξουν στην Αττικο-Βοιωτία. Τότε
πιθανότατα εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο 10.000
Αλβανοί με τις οικογένειές τους στα τελευταία χρόνια της ηγεμονίας του Θεοδώρου
Α΄ Παλαιολόγου (1383-1407), με την άδειά του. Το 1431 ο Σουλτάνος Μουράτ ΙΙ
κατέλαβε τα Ιωάννινα και το
1449 την Άρτα, ενώ το
1430 είχε ήδη καταληφθεί η Θεσσαλονίκη, μετά
από την πολυετή (1422-1430) δεύτερη πολιορκία της και
την τελική άλωση.
Το 1453
έπεσε η Κωνσταντινούπολη και παρά την ηρωϊκή αντίσταση του Γεωργίου Καστριώτη οι Οθωμανοί θα κατακτήσουν τελικώς ολόκληρο τον
ελλαδικό χώρο. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας θα σημειωθούν δύο ακόμη
μεταναστεύσεις αλβανοφώνων στην νότια Ελλάδα.
Η πρώτη έλαβε χώρα το 1715 από την Πελοπόννησο προς τα
νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Πόρο, ενώ η άλλη το 1770 όταν οι Μουσουλμάνοι Αλβανοί
της Πρέβεζας, της Δίβρης και της Μουζακιάς εγκαταστάθηκαν στον Λάλα και το
Μπαρδούνι στην Πελοπόννησο.
Χάρτης 39
Αρβανιτόφωνες περιοχές το 1890
Το ερώτημα που συχνά ανακύπτει είναι τι απέγιναν αυτοί οι
αρβανιτόφωνοι Έλληνες και κυρίως ποια είναι η σημερινή κατάσταση. Δυστυχώς, το
ανεπαρκές ελλαδικό κράτος στα θέματα αυτά επιδεικνύει μια μόνιμη ανικανότητα
και φοβικά σύνδρομα, μια κατάσταση που επιτρέπει να δραστηριοποιούνται στον
τομέα αυτόν ύποπτα άτομα και οργανώσεις, κατευθυνόμενα από ξένα κέντρα και
υπηρεσίες άλλων χωρών με στόχους όχι βέβαια υπέρ της προώθησης των ελληνικών
συμφερόντων. Απόδειξη για την υπάρχουσα κατάσταση είναι οι αλληλοσυγκρουόμενες στατιστικές
και η ανυπαρξία πρόσφατων επισήμων καταγραφών.
Σήμερα οι αρβανίτικες κοινότητες εντοπίζονται σε
μια ενιαία περιοχή που καλύπτει την ΝΑ Στερεά Ελλάδα και ειδικότερα την Αττική
(ιδίως το ανατολικό τμήμα), την νότια Βοιωτία, το νότιο τμήμα της Εύβοιας και
το βόρειο τμήμα της νήσου Άνδρου, ενώ στην Πελοπόννησο εντοπίζονται κυρίως στην
Αργολιδοκορινθία, σε μια περιορισμένη μάλλον έκταση στα σύνορα Αχαΐας και
Ηλείας, στην Τριφυλία, στην ανατολική Λακωνία, καθώς και σε ορισμένα νησιά του
Αργοσαρωνικού (Ύδρα, Σπέτσες, Σαλαμίνα, Αγγίστρι και Πόρος). Τέλος,
αρβανιτοχώρια υπάρχουν και στο νότιο τμήμα της Φθιώτιδας (Λοκρίδα). Τα
αρβανιτόφωνα χωριά της Μακεδονίας (Φλώρινα) και Θράκης (Έβρος) ακολούθησαν άλλη
πορεία και εξέλιξη και θεωρώ ότι δεν μπορούν να καταταγούν σε ένα ενιαίο σύνολο
με τα αρβανιτοχώρια της νότιας Ελλάδας.
Όπως προαναφέρθηκε, είναι δύσκολη η
αποτίμηση του συνολικού αριθμού της αρβανίτικης κοινότητας, ιδιαίτερα σήμερα,
όπου η αρβανίτικη γλώσσα φθίνει διαρκώς. Διαχρονικά, τα υπάρχοντα στοιχεία
είναι και πάλι ελάχιστα. Σύμφωνα με μια ενδιαφέρουσα απόπειρα καταγραφής:
«Μια Ενετική πηγή των μέσων του 15ου
αιώνα υπολογίζει ότι 30.000 Αλβανοί ζούσαν στην Πελοπόννησο εκείνη την εποχή.
Στα μέσα του 12ου αιώνα ο Ιωάννης Γεώργιος φον Χάαν υπολόγισε τον
αριθμό τους μεταξύ 173.000 και 200.000. Οι αριθμοί της τελευταίας επίσημης
απογραφής προέρχονται από το 1951. Από τότε οι υπολογισμοί του αριθμού των
Αρβανιτών κυμαίνονται από 25.000 μέχρι 200.000. Ακολουθεί μια σύνοψη αυτών των
υπολογισμών που αποκλίνουν σημαντικά μεταξύ τους:
·
Απογραφή του 1928 : 18.773 πολίτες αυτοπροσδιορίζονται ως
«αλβανόφωνοι» σε όλη την Ελλάδα
·
Απογραφή του 1951 : 22.736 «αλβανόφωνοι»
·
Φουρίκης (1934): υπολογίζει 70.000 Αρβανίτες μόνον στην
Αττική
·
Trudgill/Tzavaras (1976/77): υπολογίζουν 140.000 στην Αττική και στην
Βοιωτία μαζί
·
Sasse (1991): υπολογίζει 50.000 αρβανιτόφωνους ομιλητές σε όλη
την Ελλάδα
·
Ethnologue, 2000: 150.000 Αρβανίτες συνολικά που ζουν σε 300 χωριά
·
Federal Union of
European Nationalities, 1991: 95.000 "Αλβανοί στην Ελλάδα" (MRG 1991: 189)
·
Minority Rights Group International, 1997: 200.000 Αρβανίτες στην Ελλάδα
·
Jan Markusse (2001): 25.000 Αρβανίτες στην Ελλάδα»562
Ο Καθηγητής
Κοινωνιογλωσσολογίας Peter Trudgill (1943- ) έχει ασχοληθεί
συχνά με τα αρβανίτικα και τους Αρβανίτες. Στο βιβλίο του «Κοινωνιογλωσσολογική παραλλαγή
και αλλαγή» που κυκλοφόρησε το 2002 αναφέρει:
«...Ο αριθμός των ομιλητών είναι και πάλι
δύσκολο να καθοριστεί. Η απογραφή του 1951 δίνει έναν αριθμό 23.000 που είναι
σίγουρα πολύ μικρός. Υπάρχουν, προφανώς, περιπλοκές που οφείλονται στο γεγονός
ότι σχεδόν όλοι οι Αρβανίτες είναι τώρα δίγλωσσοι και ότι πολλά νεώτερα μέλη
της κοινότητας δεν ομιλούν πλέον την γλώσσα (Τσιτσιπής, 1983). Η δική μου όμως
έρευνα στην δεκαετία του 1970 μόνον στα χωριά της Αττικής και της Βοιωτίας
έδειξε έναν αριθμό τουλάχιστον 30.000 ομιλητών (βλ. Trudgill and Tzavaras 1975, 1977).
Ο Λούντεν (Lunden) το 1993 προτείνει 50.000 για το σύνολο της Ελλάδος».563
Και για να μη
παραμείνει έστω και η ελάχιστη αμφιβολία ότι ο αρβανίτικος πληθυσμός είναι
ανθρωπολογικά διαφορετικός από τον υπόλοιπο ελληνικό, θεωρούμε σκόπιμη την
παράθεση των συμπερασμάτων σχετικής έρευνας του Καθηγητή της Ιατρικής Σχολής
του Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντή του Ανθρωπολογικού Μουσείου του Πανεπιστημίου
Αθηνών Θεόδωρου
Κ. Πίτσιου, ο οποίος διαπιστώνει:
«Η εξέταση αυτών των ομάδων (Αρβανιτοφώνων),
μία στη Μεσσηνία, μία στην Αργολίδα και δύο στην Κορινθία, έδειξε ότι σε καμία
περίπτωση δεν ξεχωρίζουν από το συνολικό πληθυσμό της Πελοποννήσου ή από τις
γειτονικές ομάδες. Σε κανέναν από τους ενενήκοντα χάρτες γνωρισμάτων που
σχεδιάστηκαν, δεν μοιάζουν μεταξύ τους περισσότερο από όσο με τις γειτονικές
τους γεωγραφικές ομάδες. Επίσης, στα στατιστικά δενδρογράμματα, ταυτόχρονης
σύγκρισης περισσοτέρων γνωρισμάτων, δεν διαχωρίζονται οι αρβανιτόφωνες ομάδες
από τις υπόλοιπες της Πελοποννήσου».564
Κλείνουμε
το Κεφάλαιο με ορισμένες παρατηρήσεις γύρω από το ευαίσθητο θέμα των δραστηριοτήτων ξένων κέντρων, που
επιχειρούν να δημιουργήσουν θέματα με την προώθηση απόψεων περί ταυτίσεως των
αρβανιτοφώνων Ελλήνων με τους Αλβανούς και επομένως να δημιουργηθεί ζήτημα
...«αλβανικής μειονότητας» στην Ελλάδα. Δυστυχώς, λόγω της υποτυπώδους
λειτουργίας των μηχανισμών του ελληνικού κράτους και κυρίως λόγω ανικανότητας
και ανεπάρκειας των πολιτικών ηγεσιών της χώρας μας στα θέματα αυτά, οι αλλόφωνοι Έλληνες καλούνται να
προστατεύσουν τις τοπικές πολιτιστικές τους ταυτότητες από ποικιλώνυμες
επιβουλές και πρόθυμους προστάτες. Μέχρι τώρα, οι αρβανιτόφωνοι,
βλαχόφωνοι, σλαβόφωνοι Έλληνες αγωνίζονται χωρίς καμιά βοήθεια, έχοντας συχνά
το ελλαδικό κράτος απέναντί τους ή στην καλύτερη περίπτωση να αδιαφορεί πλήρως.
Μια
τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση αναφέρει και ο Τίτος Γιοχάλας στην σημαντική μονογραφία του με τίτλο: «Αλβανολογία
και ερασιτεχνισμός».565
Όπως
τονίζει, σαφώς ενοχλημένος:
«Τελευταία έχει παρατηρηθεί ένα αυξημένο
ενδιαφέρον για τα Αρβανίτικα, τόσο από δικούς μας όσο και από ξένους. Δυστυχώς
οι “ερευνητές” αυτοί – με ελάχιστες εξαιρέσεις – όχι μόνον αγνοούν την
Αλβανική, αλλ’ έχουν πλημμελή γνώση της Ελληνικής, όσο και των Αρβανίτικων.
Αποτέλεσμα είναι να δημοσιεύονται κείμενα αρβανίτικα με πληθώρα από τραγικά
σφάλματα, δημιουργώντας έτσι σοβαρότατα προβλήματα στον ανυποψίαστο μελετητή,
που στηριζόμενος στα κείμενα αυτά, θα θελήσει να καταλήξει σε μερικά “γλωσσικά”
συμπεράσματα.
Στην μελέτη μας αυτή θα μας
απασχολήσει το αρβανίτικο υλικό, που δημοσίευσε μόνο ο Antonio Bellusci, Ιταλο-Αλβανός ουνίτης
κληρικός, από το χωριό Frascineto της Κ. Ιταλίας. Ο Bellusci, όπως ο ίδιος γράφει,
έχει πραγματοποιήσει από το έτος 1965 πολλαπλά ταξίδια στη χώρα μας. Στις
περιηγήσεις του αυτές έχει συγκεντρώσει από τα δικά μας “αλβανικά”, όπως τα
αποκαλεί, χωριά ποικίλο υλικό, που άρχισε συστηματικά να εκδίδει από το έτος
1980 σε δική του φυλλάδα με τον τίτλο Lidhja-Unione».
Στην συνέχεια παρουσιάζει πάμπολλα
παραδείγματα κακοποίησης της πραγματικότητας, όπου η άγνοια συναγωνίζεται με
την ημιμάθεια, η αμορφωσιά με την ασχετοσύνη και η κουτοπονηριά με το
πρακτοριλίκι:
«Για κανέναν άλλο επιστημονικό κλάδο δεν έχουν γραφεί τόσες εξωφρενικές
ανοησίες όσες από τον Bellusci για τα Αρβανίτικα. Τα σφάλματα και οι παρανοήσεις του εγγίζουν τα όρια
του κωμικοτραγικού, αφού λόγω άγνοιας της Αλβανικής και παρανοήσεων της
Αρβανίτικης ή της Ελληνικής, κατορθώνει να επινοήσει “αλβανόφωνο” νησί Hijo (=Χίο) στον Αργολικό
Κόλπο [παρανοώντας την λέξη hje
(=σκιά) του κειμένου], να εκλάβει την ελληνική λέξη ορυκτό ως “αλβανόφωνο”
χωριό της Εύβοιας με όνομα Rikto,
και να δημιουργήσει άλλο, “αλβανόφωνο” βεβαίως χωριό, αυτήν την φορά στην
Ανατολική Αττική με όνομα Komiri
(μη έχοντας αντιληφθεί ότι στο κείμενο πρόκειται για την ελληνική λέξη
κακομοίρη). Με τέτοια καταπληκτική ομολογουμένως επιστημονική προσφορά πώς να
μη εισπράξει τα δίκαια συγχαρητήρια Αλβανών ερευνητών, γιατί, λέει, ο Bellusci έγραψε την “γεωγραφία”
των αλβανόφωνων χωριών της Ελλάδας και γιατί με
τις “έρευνές” του βοήθησε να γνωρίσουμε “την εθνική πραγματικότητα των
Αρβανιτών της Ελλάδας».566
Εικόνα 34
Το περιοδικό του Μπελούσι
Η περίπτωση Μπελούσι δεν αποτελεί μεμονωμένο
γεγονός. Έρχεται να προστεθεί σε μια μακρόχρονη παράδοση ενεργειών ξένων
κέντρων τα οποία ενοχλεί η επιβίωση του ελληνισμού σε κάθε του μορφή,
βιολογική, πολιτιστική ή θρησκευτική. Όπως είχαμε επισημάνει σε προηγούμενο Κεφάλαιο:
«Εντυπωσιάζει πάντως το γεγονός ότι όλες αυτές οι ανυπόστατες
φαντασιώσεις περί Πελασγών διακινήθηκαν κατά βάση από άτομα (Μάσκι, Κρίσπι,
Ντόρσα κ.ά, με την φωτεινή εξαίρεση του Καμάρδα) στην υπηρεσία του Βατικανού
(αρβανιτόφωνοι από την Μεγάλη Ελλάδα, που προσυλητίστηκαν στην Ουνία), του
οποίου είναι γνωστή η επιθετικά εχθρική του στάση απέναντι στον ελληνισμό και
συστηματοποιήθηκαν από έναν πράκτορα των αυστριακών συμφερόντων όπως ο
φον Χάαν...».
Επιβάλλεται λοιπόν, σε
όσους επιμένουν να αγαπούν και να συμπάσχουν με αυτήν την χώρα και τον λαό της,
να αγωνίζονται και να επαγρυπνούν διαρκώς για την επιβίωση αρχικά και σταδιακά
για την θωράκισή τους και την αναγκαία εθνική ανασυγκρότηση. Οι
αρβανιτόφωνοι Έλληνες έχουν προσφέρει στο παρελθόν πάμπολλα σ’ αυτόν τον τόπο.
Καλούνται να το πράξουν για άλλη μια φορά...
Σημειώσεις
560. Σπύρος Κασελίμης: Αρβανίτες – «Μπατσιούλας» Αθήνα 2011 σελ. 25
561α. Sir Charles Eliot "Odysseus": Turkey in Europe–“E. Arnold”,
London, 1908
561. Κωνσταντίνος Άμαντος: Οι Βόρειοι
γείτονες της Ελλάδος–Αθήναι 1923 σελ. 179
562. Eleni Botsi: Die sprachliche Selbst- und Fremdkonstruktion am Beispiel eines
arvanitischen Dorfes Griechenlands: Eine soziolinguistische Studie ("Linguistic construction of
the self and the other in an Arvanitic village in Greece: A sociolinguistic
study"). PhD dissertation, University of Konstanz, 2003
563. Peter Trudgill: Sociolinguistic
variation and change – “Edinburgh University Press” 2002, σ. 136
564. Θεόδωρος Κ. Πίτσιος: Ανθρωπολογική
Μελέτη του Πληθυσμού της Πελοποννήσου – Η Καταγωγή των Πελοποννησίων.
Βιβλιοθήκη Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος Αρ. 2. Αθήνα, 1978
565. Τίτος
Π. Γιοχάλας: Αλβανολογία και
ερασιτεχνισμός – Αποκατάσταση αρβανίτικων κειμένων ό. π. σελ. 7-8.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μονογραφία αυτή είναι γραμμένη εξ ολοκλήρου στο
πολυτονικό.
566. Τίτος Π. Γιοχάλας ό.π. σελ. 9
ΔΕΕ
Ετικέτες
Αρβανιτόφωνοι,
Βορ. Ήπειρος,
Μεσαιωνική Ιστορία
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






