Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνική ανασυγκρότηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνική ανασυγκρότηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2020

Περί επαγγελματικού Στρατού και άλλων καινών δαιμονίων…




Περί επαγγελματικού Στρατού και άλλων καινών δαιμονίων…
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Σύμφωνα με πληροφορίες και τις εκτιμήσεις μου, καθώς και τα προσωπικά μου βιώματα και εμπειρίες, ισχυρίζομαι ότι τις τελευταίες δεκαετίες γινόμαστε μάρτυρες μιας ολοένα και αυξανόμενης υποβάθμισης των Ε.Δ. της πατρίδας μας, τόσο σε επίπεδο ανθρωπίνου δυναμικού, όσο και από πλευράς υλικών και εξοπλισμού. 
Οι λόγοι και τα βαθύτερα αίτια είναι πολλά και εδώ θα αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Παλαιότερα οι αριστούχοι των ελληνικών σχολείων συνωστίζονταν, στην μεγάλη τους πλειονότητα, για να λάβουν μέρος στις εξετάσεις των Στρατιωτικών Σχολών (Ευελπίδων, Ικάρων και Ναυτικών Δοκίμων), ενώ οι λιγότερο καλοί στις Σχολές Υπαξιωματικών. 
Το «γιατί», θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μιας ή περισσοτέρων κοινωνιολογικών Μελετών και δεν είναι του παρόντος. Αυτά ανήκουν στο Παρελθόν και σήμερα είναι πεποίθηση πολλών ότι οι τωρινές Ε.Δ. δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στην Αποστολή τους, παρά τις επαναλαμβανόμενες διαβεβαιώσεις των πολιτικάντηδων περί του αξιόμαχου του στρατεύματος. Έχω γίνει κατά καιρούς αποδέκτης επαναλαμβανόμενων πληροφοριών για συζητήσεις που ακούγονται συχνά τόσο μεταξύ οπλιτών, όσο και μεταξύ νεώτερων αξιωματικών και υπαξιωματικών, που υποστηρίζουν ότι ουδείς πολιτικός μπορεί να τους υποχρεώσει να πολεμήσουν (και πιθανόν να σκοτωθούν) εάν δεν τους εξηγήσει το γιατί πρέπει να εμπλακούμε σε πόλεμο για ξένα συμφέροντα. Βεβαίως, αυτές οι απόψεις εκπορεύονται και προπαγανδίζονται από μέλη και στελέχη ακροαριστερών οργανώσεων και αναρχοαυτόνομων κινήσεων, αλλά εάν συμβεί το απευκταίο, αγνοώ πόσοι τελικά θα συμφωνήσουν μαζί τους. 
Είναι διαπιστωμένο όμως από παλιά και παραδείγματα υπάρχουν αρκετά ότι Στρατοί που πρέπει να πεισθούν για να πολεμήσουν είναι ήδη μέτριοι Στρατοί. Βεβαίως, υπάρχουν και χειρότερα: Στρατοί που πρέπει να πεισθούν ότι η αιτία για την οποία πολεμούν είναι η «σωστή», οτιδήποτε και αν σημαίνει αυτό. Υπάρχουν και ακόμη χειρότερα: Στρατοί που πολεμούν μόνον όταν είναι σίγουροι ότι θα νικήσουν. Τέλος, υπάρχει και το τελευταίο σκαλοπάτι: Στρατοί που έχουν πεισθεί ότι είναι ανίκανοι να πολεμήσουν και ικανοί μόνον για συμμετοχή σε κατάσβεση πυρκαγιών, για βοήθεια σε πλημμυροπαθείς ή να οδηγούν λεωφορεία σε περίπτωση απεργιών. Θα προσθέταμε και Στρατοί που ασχολούνται με κατασκευή χοτ-σποτ και εξυπηρέτηση λαθρομεταναστών. 

Τα παραπάνω δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Παρόμοιες διαπιστώσεις και συζητήσεις γίνονται και σε άλλες χώρες με αποτέλεσμα να διατυπώνονται αναλύσεις και θεωρίες, κυρίως από νεοφιλελεύθερους κύκλους, ότι οι μεγάλοι Στρατοί που συγκροτούνται από νεοσύλλεκτους πολίτες, πλαισιούμενοι από μικρό αριθμό επαγγελματιών (Αξιωματικοί και Υπαξιωματικοί), ανήκουν οριστικά στο Παρελθόν, πέρα από το γεγονός ότι είναι και αντι-οικονομικοί. 
Δεν θα ασχοληθώ με αυτές τις «μπακαλίστικες» θεωρήσεις και υπολογισμούς περί «φθηνών» και «ακριβών» Στρατών, αλλά μπαίνω στον πειρασμό να υπενθυμίσω ότι στην αρχαία Ελλάδα ήταν ΔΙΚΑΙΩΜΑ του πολίτη και όχι υποχρέωσή του να στρατευθεί. Αυτό το δικαίωμα δεν το είχαν οι δούλοι και οι μέτοικοι, όσοι δηλ. στερούνταν πολιτικών δικαιωμάτων. 

Ως λύση οι προαναφερθέντες κύκλοι προτείνουν την αντικατάσταση των παραδοσιακού τύπου Στρατών με καθαρά «επαγγελματικό» Στρατό, ο οποίος θα μπορούσε σε περίπτωση πολεμικής σύγκρουσης να πλαισιωθεί ίσως από κάποιες βοηθητικές Μονάδες Εφέδρων. 
Αν λάβουμε υπ’ όψη ότι επαγγελματίες στρατιωτικοί (αξιωματικοί και υπαξιωματικοί) υπάρχουν σε όλους τους τακτικούς Στρατούς του πλανήτη, ο όρος «επαγγελματικοί» αναφέρεται προφανώς σε επαγγελματίες οπλίτες, δηλ. σε μισθοφόρους. 
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα ιδιαίτερα κατατοπιστικό άρθρο Ταξιάρχου ε.α. που αναλύει το θέμα, απαντώντας στις δηλώσεις του γνωστού και μη εξαιρετέου Π. Μπαλτάκου και το παραθέτω στην συνέχεια:

«Κατά τον κ. Παναγιώτη Μπαλτάκο η υποχρεωτική στράτευση είναι επικίνδυνος αναχρονισμός γιατί δεν έχει καμία λογική σε μια σύγχρονη  ευρωπαϊκή χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ. Αντί αυτής προτείνει την καθιέρωση της εθελοντικής στράτευσης ανδρών - γυναικών σε ποσοστό 50-50% για 34-36 μήνες, με μοριοδότηση μετά την απόλυση για προσλήψεις στο Δημόσιο (Στρατό, Αστυνομία κλπ.). Η πρόταση αυτή είναι βούτυρο στο ψωμί κάθε αντιδραστικής δύναμης και των "λυκοσυμμαχιών" αφού το ζητούμενο γι' αυτούς είναι να υλοποιήσουν τη δέσμευσή τους για συγκρότηση επαγγελματικού στρατού δηλαδή μισθοφόρων - πραιτωριανών των ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ, ενώ το τελευταίο που τους απασχολεί είναι η στρατιωτική θητεία των νέων μας.
Ο επαγγελματικός στρατός, αν υλοποιηθεί, θα κάνει τις Ένοπλες Δυνάμεις μία ιδιαιτέρως αντιδραστική δύναμη. Οι μισθοφόροι είναι ένα άθλιο ένοπλο σώμα τους οποίους το 356 π.Χ. ο ρητοροδιδάσκαλος Ισοκράτης χαρακτήριζε "κοινούς εχθρούς όλης της ανθρωπότητας".
Ο στρατός, ως επαγγελματικός θα μεταβληθεί σε έναν οργανισμό με δημοσιο-υπαλληλική νοοτροπία, θα γεμίσει με άτομα χωρίς επαγγελματικά προσόντα και χωρίς προοπτική με μοναδικό ιδανικό να υπηρετήσουν σε ΝΑΤΟικές θέσεις του εξωτερικού για το διπλό μισθό. Θα δημιουργηθεί έτσι μια νέα τάξη νέων συνταξιούχων που θα επιβαρύνει τα ταμεία του κράτους, δηλαδή το λαό, ενώ η μικρή σύνταξη, αν πάρουν, θα τους αναγκάσει να αναζητήσουν μετά την απόλυση δουλειά εκτός των ΕΔ  χωρίς ιδιαίτερα προσόντα.
Η κατάργηση της υποχρεωτικής στράτευσης των νέων είναι κατεύθυνση προς τις χώρες μέλη του ΝΑΤΟ, προκειμένου να μετέχουν στις αποστολές επιβολής. Θέλουν έναν άλλο στρατό με προσωπικό εντελώς ξεκομμένο από το λαό. Θα λειτουργεί χωρίς εμπόδια ως διεθνής κατασταλτικός μηχανισμός εναντίον των λαών που αντιστέκονται. […] Αυτός είναι ο λόγος που δεν θέλουμε να μετέχουν στις αποστολές αυτές τα στρατευμένα μας παιδιά, αλλά και οι συνάδελφοί μας. Οι μισθοφόροι δεν έχουν ούτε γη ούτε πατρίδα και καμιά σχέση με την άμυνα της χώρας».      

Είναι νομίζω περιττό να προσθέσω περισσότερα επιχειρήματα για την «περίεργη» αυτή πρόταση Μπαλτάκου. Μια «γεύση» με πλήθος αρνητικές εμπειρίες είχαμε εξ άλλου με τον περιβόητο θεσμό των ΕΠΟΠ που «πάγωσε» από το 2010. Απλώς θα ήθελα να επισημάνω ότι εάν ο ελληνικός λαός εκχωρήσει την υπεράσπιση της εθνικής του ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας σε μισθοφόρους και αρνηθεί να πολεμήσει ο ίδιος για την χώρα του, είναι προφανές ότι αυτός ο Στρατός θα καταλήξει έρμαιο του κάθε πλειοδότη, εσωτερικού ή εξωτερικού. Θα είναι τότε ο λαός αυτός άξιος της μοίρας του και των επιλογών του… 


ΔΕΕ

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019

Είναι η Ελλάδα ανεξάρτητη;


Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Αφορμή για το κείμενο που ακολουθεί στάθηκε το άρθρο ενός αξιόλογου, σοβαρού και κυρίως αξιόπιστου δημοσιογράφου (από τους ελάχιστους που έχουν απομείνει) του Γεώργιου Π. Μαλούχου, που διάβασα στο in.gr πριν λίγες μέρες, με τίτλο «Η ελληνική νομαρχία», όπου μεταξύ άλλων γράφει τα εξής:

«…Το ελληνικό πολίτευμα είναι επί της ουσίας πρωθυπουργοκεντρικό. Από αυτή την άποψη, η ενίσχυση του γραφείου του Πρωθυπουργού με τον τρόπο που τώρα γίνεται και η θεσμοθέτηση της δυνατότητάς του να παρακολουθεί στενά το κυβερνητικό έργο, ανταποκρίνεται όχι μόνο στην ουσία του πολιτεύματος, αλλά, το κυριότερο, σε πραγματικές ανάγκες. Και ακριβώς επειδή οι μεταβολές που έγιναν μέσα σε λίγες ημέρες έχουν ουσία και συνεκτικότητα, είναι περίπου βέβαιο ότι δεν πρόκειται να αμφισβητηθούν στο ορατό μέλλον από επόμενους πρωθυπουργούς.
Είναι αυτά αρκετά; Αποτελούν πανάκεια; Θα «σώσουν» την Ελλάδα; Και στα τρία ερωτήματα, η απάντηση είναι απολύτως αρνητική. Η χώρα παραμένει πτωχευμένη και υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο. Οι στόχοι που είναι υποχρεωμένη να πετύχει και βραχυπρόθεσμα και σε βάθος χρόνου στραγγαλίζουν τις ελπίδες για το «πέταγμα» που έχει τόσο ανάγκη. Εξίσου και το χρέος. Η Ελλάδα, είτε το ομολογούμε είτε όχι, είναι νομαρχία.
Δυστυχώς, αυτή η ελληνική νομαρχία ουδεμία σχέση έχει με εκείνη του «Ανωνύμου του Ελληνος» που τυπώθηκε στην Ιταλία το 1806. Είναι νομαρχία με τη σύγχρονη έννοια του όρου, στην οποία οι ουσιαστικές αποφάσεις λαμβάνονται εκτός, με τελείως άλλα κριτήρια. Ο Ρέγκλινγκ το επιβεβαίωσε εκ νέου μόλις προχθές: «Κάντε ό,τι θέλετε» είπε, αρκεί να μην πειράξετε τους στόχους, ιδίως τα πλεονάσματα. Μετάφραση; Ελάχιστα είναι αυτά που μπορούν να γίνουν…» (Οι επισημάνσεις δικές μου).

Ομολογώ ότι όχι μόνον εντυπωσιάστηκα από το ότι γράφτηκαν αυτά  σε ένα κατ’ εξοχήν συστημικό ΜΜΕ, αλλά κυρίως για το γεγονός ότι επί τέλους αποκαλύπτεται η ωμή πραγματικότητα που χαρακτηρίζει την νεώτερη Ελλάδα και την οποία ελάχιστοι τολμούν να διαλαλήσουν, σε αντίθεση με όσους φενακίζονται από συνθήματα του τύπου «Η υπερήφανος και ισχυρά Ελλάς».
Η σκέψη μου πήγε, σχεδόν αυτόματα, στο βιβλίο ενός σπουδαίου διπλωμάτη, του αείμνηστου Μιχάλη Δούντα, ο οποίος είχε διατελέσει πρέσβυς της Ελλάδας στην Κύπρο τα κρίσιμα χρόνια  1974-1979, μόνιμος αντιπρόσωπος Ελλάδας στα Ηνωμένα Έθνη, πρέσβυς στην Μόσχα, μαχητικός φίλος της Κύπρου, αμετάθετος ως προς τα δίκαια του Κυπριακού Λαού, αλλά και Φύλακας του Ελληνισμού. Ο Μιχάλης Δούντας είχε μάλιστα χαρακτηριστεί ως «ο ορκισμένος εχθρός των ενδοτικών». Ευτύχησε να δει το ΟΧΙ των Κυπρίων στο Δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004 για το «Σχέδιο Ανάν». Δεν ευτύχησε όμως να προλάβει την κυκλοφορία του εξαιρετικού βιβλίου του με τίτλο «Είναι ανεξάρτητη η Ελλάς;», στον οποίο οφείλεται και ο τίτλος αυτού του κειμένου. Απεβίωσε στις 2 – 12 - 2006 σε ηλικία 74 ετών, λίγες μέρες πριν κυκλοφορήσει.
Μεταφέρω από το οπισθόφυλλο του εν λόγω έργου του το σχετικό απόσπασμα που αποτελεί ένα πολύ μικρό μέρος της σκέψης του:
«…Όσο πιο γρήγορα αφυπνισθούμε από βολικούς, παρηγορητικούς μύθους [...] που καλλιεργούνται από αδυναμίες της Ελλάδος, κομματικά συμφέροντα, αλλά και ξένες επιρροές, τόσο ταχύτερα θα διαμορφώσουμε ρεαλιστική πολιτική. Λαός και ηγεσία συνυπεύθυνοι των καλών και των κακών. Διότι ο λαός, με χαλαρωμένη κατά το πλείστον αίσθηση των αξιών, επιλέγει τους ηγέτες του σάρκα εκ της σαρκός του. Η πραγματικότητα, αδήριτη, μας αναγκάζει να οδεύομε σε μονόδρομο προς κατοχύρωση των εθνικών συμφερόντων. Σε έσχατη ανάλυση, δεν έχομε άλλη επιλογή από την αντίσταση. Αλίμονο στους λαούς που πιστεύουν ότι σε αναμέτρηση με επεκτατικούς, επιθετικούς γείτονες είναι χαμένοι από χέρι…».
Πού θέλω να καταλήξω: Εάν δεν συνειδητοποιήσουμε την πραγματικότητα οι μέρες μας είναι μετρημένες διότι τα γεγονότα και οι εξελίξεις έρχονται καλπάζοντας. Και αυτή η σκληρή, τρομακτική πραγματικότητα είναι ότι η Ελλάδα έπαυσε να είναι ανεξάρτητη χώρα μετά την δολοφονία του Εθνικού Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια το 1831, με ελαχιστότατες, σπάνιες εξαιρέσεις. Μετατράπηκε σε προτεκτοράτο των ξένων, οι οποίοι έπαιρναν τις αποφάσεις και οι εδώ τοποτηρητές τους πολιτικοί απλώς υπάκουαν.
Και τότε τι μπορούμε να κάνουμε εμείς, ο απλός λαός, για να αλλάξουν τα πράγματα; Είναι μια εύλογη ερώτηση που έρχεται στο μυαλό μας όταν σκεφτόμαστε αυτές τις πικρές αλήθειες.
Η απάντηση είναι απλή: πριν απ’ όλα να αποδεχθούμε το γεγονός ότι η χώρα μας ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ. Στην συνέχεια να σταματήσουμε να βαυκαλιζόμαστε ότι κάποιος άλλος θα μας σώσει ή θα μας απελευθερώσει.
Βεβαίως υπάρχει και η άποψη ότι όλα έχουν τελειώσει και η αυτή η χώρα δεν σώζεται με τίποτε. Συχνά και σε πολλές περιπτώσεις αυτές οι σκέψεις περνούν από το μυαλό μας, αλλά αν το καλοσκεφτούμε τίποτε δεν τελείωσε, εφ’ όσον βέβαια επιθυμούμε να αγωνιστούμε για έναν σκοπό που θα είναι μια πραγματικά ελεύθερη πατρίδα. Είναι αποδεδειγμένο ότι αν υπάρξει μια ομάδα αποφασισμένων ατόμων με στόχους, εμπειρίες και γνώσεις του τι πρέπει να γίνει, πολλά μπορούν να αλλάξουν. Η παγκόσμια Ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα.
Μένει να διαπιστώσουμε ότι μπορούμε να το κάνουμε και εμείς…
ΔΕΕ      

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2018

Περί της ενότητας του πατριωτικού χώρου


Περί της ενότητας 
του πατριωτικού χώρου

Το τελευταίο χρονικό διάστημα επανέρχεται συχνά στις συζητήσεις το θέμα της ενότητας του «πατριωτικού» χώρου με βασικό αίτημα να συνενωθούν, με κάποια μορφή, οι πολιτικές δυνάμεις, όσες εντάσσονται σ’ αυτόν, ώστε να υπάρξει πιθανότητα εκπροσώπησης στην Βουλή που θα προκύψει από τις επερχόμενες εκλογές. Πρόσφατα σχετικά, το ζήτημα επανήλθε με τις δηλώσεις για την δημιουργία ενός “πατριωτικού μετώπου” από κάποιο κόμμα που πρόκειται να ιδρύσουν μελλοντικά (!) οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι Δ. Καμμένος και Τ. Μπαλτάκος.

Θεωρητικά, ουδείς λογικός πολίτης, που αυτοπροσδιορίζεται ως πατριώτης και τοποθετείται πολιτικά στον πατριωτικό χώρο, θα είχε αντίρρηση για μια σοβαρή εξέλιξη (και όχι πυροτεχνήματα όπως το προαναφερθέν) που θα οδηγούσε στην ενότητα. Δυστυχώς όμως, υπάρχει πάντοτε απόκλιση μεταξύ θεωρίας και πράξης με αποτέλεσμα, όταν απομακρυνόμαστε από την περιοχή των ευχολογίων και των αγαθών ή μη προθέσεων, να αναφύονται τα ουσιαστικά και πρακτικά προβλήματα, τα οποία δυσχεραίνουν αυτές τις προσπάθειες.

Ένα από τα πλέον σοβαρά ζητήματα που προκύπτουν μεταξύ των διαφόρων σχηματισμών είναι το ποιος θα ηγηθεί, με απλά λόγια ποιος θα είναι «αρχηγός» και ενώ συμφωνούν πολιτικά, δεν προχωρούν στη σύμπηξη ενός γνήσιου πατριωτικού πόλου, διότι προτάσσουν το "εγώ" έναντι του "εμείς" και της Πατρίδας. 

Ένα άλλο ζήτημα, που συνήθως αποσιωπάται, είναι το πώς προσδιορίζεται αυτός ο «χώρος» και με ποια κριτήρια. Υπάρχουν και άλλα πρακτικά θέματα, όπως για παράδειγμα ποια μορφή θα έχει αυτός ο πολιτικός φορέας, θα είναι ισότιμη συνεργασία «συνιστωσών» με στόχο μια εκλογική σύμπραξη ή ένα ενιαίο πολιτικό κόμμα στο οποίο θα ενταχθούν τα υπάρχοντα κόμματα, κινήσεις, ομάδες κλπ; Τέλος, ένα ακόμη ζητούμενο είναι η αξιολόγηση των υπαρχόντων σχημάτων με βάση την σοβαρότητά τους, αλλά και το «ειδικό βάρος» τους, καθώς και το ποιοι θα κάνουν αυτήν την αξιολόγηση.

Πιστεύουμε ότι μετά τα παραπάνω γίνεται εύκολα αντιληπτό από τον καθένα ότι η υπόθεση «ενότητα του πατριωτικού χώρου» δεν είναι κάτι το απλό, ούτε κάτι που μπορεί να πραγματοποιηθεί εύκολα, πατώντας απλώς ένα «κουμπί». Εάν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι στον χώρο αυτόν συνωθούνται άτομα με βεβαρυμένο πολιτικό παρελθόν, μικροαπατεώνες, διάφοροι γραφικοί τύποι, αλλά και διανοητικά διαταραγμένες προσωπικότητες, τότε ίσως αρχίσουν κάποιοι να προβληματίζονται όχι μόνον για το πώς θα μπορούσε να υπάρξει «ενότητα», αλλά και για την σκοπιμότητα μιας τέτοιου είδους ενότητας, η οποία είναι ηλίου φαεινότερον ότι στο μόνο που μπορεί να καταλήξει είναι το απόλυτο αδιέξοδο.

Ας μη γελιόμαστε λοιπόν και μη βαυκαλιζόμαστε με μεγαλεπήβολα σχέδια και προσδοκίες ανέφικτων σχημάτων, τα οποία το μόνο αποτέλεσμα που παράγουν είναι ο εφησυχασμός (αναμένοντας ότι κάποτε θα πραγματοποιηθεί) ή το αντίθετο, η απογοήτευση (λόγω της πεποίθησης ότι δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ).

Η εμπειρία των τελευταίων μηνών απέδειξε πάντως ότι μόνον σοβαρές και ρεαλιστικές κινήσεις προς την κατεύθυνση μιας εκλογικής συνεργασίας και όχι μιας ψευδεπίγραφης ενότητας, μπορούν να υλοποιηθούν. Προς την κατεύθυνση αυτήν είχε κινηθεί, από τον Δεκέμβριο του 2017, η νέα Πολιτική Παράταξη ''Ελεύθερη Πατρίδα'' με την σύνταξη ενός Συμφώνου Συνεργασίας, στο οποίο αναφέρονται οι βασικές αρχές και πολιτικές στοχεύσεις της (τα προτάγματα, όπως χαρακτηρίζονται), ξεκινώντας έτσι έναν κύκλο επαφών και συζητήσεων.
Αποφασίστηκε εξ αρχής να αποκλείονται πρόσωπα και παρατάξεις τα οποία ψήφισαν μνημόνια, πρώην στελέχη συστημικών κομμάτων, καθώς και αναξιόπιστα άτομα με αμφιλεγόμενο παρελθόν.

Αυτή η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη και μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου 2018 εκτιμάται ότι θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα.

Το Σύμφωνο προβλέπει την δημιουργία μιας«Πατριωτικής Συμμαχίας», η οποία θα διοικείται από ένα «Συμβούλιο των Προέδρων»των κομμάτων, των Οργανώσεων ή Κινήσεων που θα συμμετέχουν εφ’ όσον εκπληρώνουν την βασική προϋπόθεση εκπροσώπησης, την ύπαρξη τουλάχιστον 30 υποψηφίων βουλευτών πανελλαδικά. Ο Προεδρεύων του Συμβουλίου (πρόσωπο κοινής αποδοχής), θα επιλεγεί από τους Προέδρους των συνεργαζομένων σχημάτων, με θητεία μέχρι την επομένη ημέρα των εκλογών. Οι αποφάσεις του οργάνου αυτού θα λαμβάνονται με αυξημένη πλειοψηφία των 3/4.

Θεωρούμε ότι η συγκεκριμένη διαδικασία παρέχει όλα τα εχέγγυα μιας έντιμης και ειλικρινούς συμπόρευσης και στην πράξη αποδείχθηκε λειτουργική, μια και έχει δώσει μέχρι στιγμής αποτελέσματα.

Εκείνο που επιμένουμε και ξεκαθαρίζουμε από την αρχή είναι ότι η Παράταξη της «Ελεύθερης Πατρίδας» αποτελεί μια εντελώς νέα πολιτική κίνηση, με στελέχη χωρίς υποχρεώσεις ή βαρίδια από το παρελθόν και επιδιώκει να συνεργασθεί με κινήσεις που εμφορούνται από τις ίδιες αντιλήψεις. Και τούτο διότι δεν είμαστε διατεθειμένοι στις προεκλογικές συζητήσεις να απολογούμαστε για το παρελθόν ατόμων ή κομμάτων, εάν κάναμε το λάθος να επιλέξουμε τέτοιου είδους συνεργασίες.
Εκπροσωπούμε το νέο, το έντιμο, το δυναμικό και το πρωτοποριακό και αυτό επιθυμούμε να το διαφυλάξουμε ως κόρη οφθαλμού, εφ’ όσον η λαϊκή ψήφος μάς επιλέξει να συμμετάσχουμε στα πολιτικά πράγματα του τόπου. 
Η απόφαση ανήκει στους πολίτες αυτής της χώρας, οι οποίοι είμαστε βέβαιοι ότι έχουν διδαχθεί από τις λανθασμένες επιλογές του παρελθόντος.
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης


Πέμπτη 2 Αυγούστου 2018

Το έργο των Μ.Ο.Μ.Α.


Το έργο των Μ.Ο.Μ.Α. που ξανάστησαν
την Ελλάδα στα πόδια της

Οι «θρυλικές» Στρατιωτικές Υπηρεσίες που έφτιαξαν από το μηδέν σε πολλές περιπτώσεις, γεφύρια, δρόμους και άλλα πολλά

Ταξιδεύοντας κανείς σε ορεινά χωριά θα ακούσει καμιά φορά τους γέροντες να του λένε: «το βλέπεις αυτό το γεφύρι; Το έφτιαξε ο στρατός. Η Μ.Ο.Μ.Α.». Η ιστορική «Μ.Ο.Μ.Α.», που κανονικά είναι, οι Μ.Ο.Μ.Α., καθώς πρόκειται για πολλές μονάδες που με έδρες στρατηγικά τοποθετημένες σε όλη την Ελλάδα, έφτιαξαν από το μηδέν σε πολλές περιπτώσεις, γεφύρια, δρόμους και άλλα πολλά.

Γράφει ο Μαρίνος Γκασιάμης

«Ιδιαίτερης σημασίας είναι και η προσφορά της Στρατιωτικής Υπηρεσίας Κατασκευής Έργων Ανασυγκροτήσεως (ΣΥΚΕΑ), με τις Μικτές Ομάδες Μηχανημάτων Ανασυγκροτήσεως (Μ.Ο.Μ.Α.), στην ταχύτερη ανασυγκρότηση και ανάπτυξη ολόκληρης της Ελλάδας από το 1957 έως το 1992». 
Με αυτή την παράγραφο αναφέρεται το Γενικό Επιτελείο Στρατού στις ιστορικές Μ.Ο.Μ.Α. που ανέλαβαν από το 1957 και μέχρι την κατάργησή τους το 1992 το βαρύ έργο της ανασυγκρότησης της χώρας ως προς τις υποδομές.

Το όνομά τους σημαίνει «Μικτές Ομάδες Μηχανημάτων Ανασυγκροτήσεως». Πρόκειται για μονάδες, στις οποίες μεγάλο μέρος του πληθυσμού της χώρας, οφείλει το γεγονός πως για παράδειγμα το ορεινό χωριό του, απέκτησε δρόμο που το ένωνε με την υπόλοιπη χώρα. Οι Μ.Ο.Μ.Α. ήταν «παιδιά της ανάγκης» μας είπε υψηλόβαθμος αξιωματικός εν ενεργεία του Μηχανικού. Μιας ανάγκης που γέννησε η καταστροφή και ερήμωση, ειδικά της υπαίθρου, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι καταστροφές αυτές σε συνδυασμό με το απαρχαιωμένο εναπομείναν οδικό δίκτυο και το γεγονός πως σε πολλά μέρη δεν ήταν δυνατό για οικονομικούς και τεχνικούς λόγους να εμπλακούν ιδιώτες εργολάβοι, κατέστησαν επιτακτική την ανάγκη να αναλάβει το έργο αυτό το κράτος. Το ίδιο το κράτος όμως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια ήταν και αυτό επί της ουσίας κατεστραμμένο. Η μόνη λύση έδειχνε προς τις Ένοπλες Δυνάμεις που διέθεταν το πεπειραμένο Μηχανικό, που ήδη, είτε στο πλαίσιο πολεμικών επιχειρήσεων είτε στην ειρηνική περίοδο, είχε δείξει πως διέθετε και τα μηχανήματα αλλά και τους τεχνικούς και επιστήμονες που χρειαζόταν για την κατασκευή των έργων που απαιτούνταν σε όλη την επικράτεια. 

Το news.gr αναζητώντας στοιχεία σχετικά με το έργο των Μ.Ο.Μ.Α. μίλησε μεταξύ άλλων και με τον Συνταγματάρχη εν αποστρατεία Δημήτρη Πασσιά που μετά από προσωπική του έρευνα και συνομιλίες με στελέχη που υπηρετούσαν εκείνα τα χρόνια στις ιστορικές αυτές μονάδες συνέγραψε ένα εξαιρετικό άρθρο που δημοσίευσε στην ιστοσελίδα του Συνδέσμου Αποφοίτων Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων της Τάξης του 1976. 

Σύμφωνα με τα όσα παραθέτει ο Συνταγματάρχης, το έργο των Μ.Ο.Μ.Α. δεν ήταν μόνο έργα οδοποιίας αλλά και άλλα έργα υποδομής όπως αεροδρόμια, εγγειοβελτιωτικά μικρά έργα κοινής ωφέλειας και οικοδομικά.



Οι έδρες και η αποστολή των Μ.Ο.Μ.Α.
Αποστολή της ειδικής αυτής υπηρεσίας ήταν σε περίοδο ειρήνης η με λογικό κόστος εκτέλεση των έργων που τις αναθέτονταν με διάφορα κυβερνητικά προγράμματα και μάλιστα στη νησιωτική και ορεινή Ελλάδα όπου δεν υπήρχε ενδιαφέρον των εργοληπτών. Η ανάθεση εκτέλεσης μικρών κοινωφελών έργων τοπικού ενδιαφέροντος για την ωφέλεια Δήμων, Κοινοτήτων, Συλλόγων και Οργανισμών ιδίως σε ακριτικές περιοχές. Σε περίοδο πολέμου οι Μ.Ο.Μ.Α. μετέπειπταν σε Τάγματα Μηχανικού Αποκαταστάσεως Συγκοινωνιών και υπάγονταν στους σχηματισμούς του Στρατού Ξηράς με βασική αποστολή την αποκατάσταση ζημιών από εχθρικούς βομβαρδισμούς ή σαμποτάζ σε έργα υποδομής της χώρας (οδικό δίκτυο, γέφυρες, λιμάνια, αεροδρόμια εγγειοβελτιωτικά έργα κ.λπ.). Όταν το 1957 κλήθηκαν λοιπόν οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας να συμβάλλουν στην ανασυγκρότηση της χώρας, συγκροτήθηκαν για αυτό τον σκοπό στις έδρες των σπουδαιότερων νομών επτά Μικτές Ομάδες Μηχανημάτων Ανασυγκροτήσεως (Μ.Ο.Μ.Α.)
Οι έδρες των επτά Μ.Ο.Μ.Α. ανά τον Ελλαδικό χώρο ήταν στις πόλεις Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ηράκλειο, Κρήτης, Πάτρα, Λαμία, Λάρισα, Ιωάννινα. Οι ΜΟΜΑ ήταν κατασκευαστικές Μονάδες διοικητικά και αναλάμβαναν την εκτέλεση έργων που τους ανέθετε η προϊσταμένη αρχή στο νομό της έδρας των ή σε γειτονικούς νομούς. Το προσωπικό των Μονάδων αποτελούνταν από Αξκούς και οπλίτες του Μηχανικού, τεχνικά καταρτισμένους, αλλά και με μικρό ποσοστό Αξκών από τα λοιπά όπλα του Στρατού ή και κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων (Ναυτικό, Αεροπορία), καθώς επίσης και με πολιτικό μόνιμο ή με συμβάσεις τεχνικό προσωπικό (γραφείς, μηχανικοί, οδηγοί τεχνίτες, χειριστές μηχανημάτων, εργάτες κ.λ.π).

Συνοπτικός Απολογισμός Έργου των Μ.Ο.Μ.Α.
Εθνική – Επαρχιακή οδοποιία. Έγινε κατασκευή, βελτίωση και αρχική διάνοιξη σε εθνικούς και επαρχιακούς δρόμους ιδίως της ορεινής και νησιωτικής Ελλάδας, περίπου 15.000 χλμ. Κατασκευάστηκαν στους παραπάνω δρόμους τεχνικά έργα (γέφυρες, τοίχοι αντιστήριξης, οχετοί κ.λπ) και ασφαλτοστρώθηκαν. Αεροδρόμια κατασκευάσθηκαν από την αρχή ή επεκτάθηκαν διάδρομοι προσγείωσης σε 17 αεροδρόμια, ιδίως της νησιωτικής Ελλάδος (Καρπάθου, Σκύρου, Κεφαλληνίας, Μυτιλήνης, Πάρου, Κυθήρων κ.λπ.) μεταξύ των οποίων και οι χωματουργικές εργασίες του αεροδρομίου των Σπάτων. Εγγειοβελτιωτικά και υδραυλικά έργα. Κατασκευάστηκαν μεγάλα και μικρά αποστραγγιστικά αρδευτικά, αντιπλημμυρικά και υδραυλικά έργα σε όλη την χώρα με τα οποία αξιοποιήθηκαν και δόθηκαν προς καλλιέργεια εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα γης.
Στα οικοδομικά έργα η συμβολή των Μ.Ο.Μ.Α. ήταν σημαντική. Ειδικότερα για την υλοποίηση του προγράμματος αποκατάστασης σεισμοπλήκτων περιοχών κατασκευάστηκαν προκατασκευασμένα σπίτια. Με την μέθοδο των προκατασκευών κατασκευάστηκαν με επιτυχία κτίρια Νοσοκομείων, Σχολείων, ΑΕΙ (Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, Πολυτεχνική Σχολή Ξάνθης κ.λπ.) κτιριακές εγκαταστάσεις στρατοπέδων (Χαλκίδας, Θηβών, Λουτρακίου Βαννιάνου Ξάνθης κ.λπ.) πλέον των παραπάνω κατασκεύαζε εργολαβικά υπό την επίβλεψη της και πολλά άλλα οικοδομικά έργα σε διάφορα στρατόπεδα όπως Διοικητήρια, θαλάμους οπλιτών, υπόστεγα κλ.π.
Επίσης σημαντική ήταν η συμβολή των Μ.Ο.Μ.Α. που προσέφερε από το 1991 και μετά στο πρόγραμμα του Υπουργείου Εξωτερικών για την αποκατάσταση των παλιννοστούντων Ποντίων από τις περιοχές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Μικρά έργα Κοινής Ωφέλειας που περιλαμβάνονταν στα προγραμματισμένα  έργα, κατασκευάστηκαν σε Δήμους, κοινότητες, οργανισμούς και τοπικούς συλλόγους. Σύμφωνα με τον Συνταγματάρχη Πασσιά, τα έργα αυτά δεν είναι δυνατόν να απαριθμηθούν, καθώς μόνο τα σπουδαιότερα από αυτά υπερβαίνουν τα 700.



Οι Μ.Ο.Μ.Α., έδιναν επίσης το παρόν σε όλες τις συμφορές που έπληξαν τον Ελλαδικό χώρο (σεισμοί, πυρκαγιές, χιονοπτώσεις, πλημμύρες κ.λπ.). Μετά από 3,5 περίπου δεκαετίες οι Μ.Ο.Μ.Α. διαλύθηκαν. Στην ορεινή και νησιωτική Ελλάδα η προσφορά τους, υπήρξε τεράστια και ο λαός ιδίως της υπαίθρου την έχει αναγνωρίσει και γι’ αυτό πάντα αναφέρεται με επαινετικά λόγια. Το γιατί διαλύθηκαν θα πρέπει ίσως να αναζητηθεί στην αντιστροφή των λόγων που τις δημιούργησαν. […]

(Πηγή φωτογραφιών: Γενικό Επιτελείο Στρατού)


Διαβάστε όλο το άρθρο: www.
news.gr


Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2017

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και τι πρέπει να κάνουμε


Η εθνική απονεύρωση.
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις 
και τι πρέπει να κάνουμε

Συνέντευξη του Νικόλαου Κατσίμπρα, πρώην αξιωματικού του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Σήμερα διδάσκει αρχές διαπραγματεύσεων και επίλυσης συγκρούσεων στο πανεπιστήμιο Columbia και στο πανεπιστήμιο της πόλης της Νέας Υόρκης. Επίσης είναι αντιπρόσωπος του Hellenic American Leadership Council στη Νέα Υόρκη.

Η τουρκική προκλητικότητα κλιμακώνεται καθημερινά, η ιμπεριαλιστική πολιτική του Ερντογάν είναι αδιαμφισβήτητη και ιδιαίτερα επιθετική. Στην Ελλάδα εκτός από την οικονομική κρίση, με όλες τις συνέπειές της, υφιστάμεθα πιέσεις, από τις πλέον έντονες των τελευταίων δεκαετιών και στα εθνικά ζητήματα. Ο διεθνής παράγοντας πιέζει για λύση τώρα στο Κυπριακό και η Τουρκία καθίσταται ένας καθοριστικός «παίκτης» στη διεθνή αρένα, αμφισβητώντας τη Συνθήκη της Λωζάνης, την κυριαρχία μας στο Αιγαίο, εγείροντας, με μεθοδικό και στρατηγικό τρόπο διαρκώς νέα ζητήματα. Την ίδια ώρα αντιμετωπίζουμε μια πρωτοφανή αλβανική προπαγάνδα υποκινούμενη από την Άγκυρα, όπως υποστηρίζουν πολλοί αναλυτές, ενώ η εκκρεμότητα με την ονομασία της πΓΔΜ παραμένει.
Ζούμε μια πολυπλοκότητα, την οποία η χώρα μας φαίνεται να μην την αναγνωρίζει ή να μην μπορεί να τη διαχειριστεί όπως αρμόζει σε ένα κυρίαρχο κράτος. Παράλληλα επικρατεί αδιαφορία, αλλά και άγνοια μεγάλου μέρους της κοινωνίας μας, λόγω έλλειψης εθνικής παιδείας, για την κατάσταση στο Αιγαίο ή τα βόρεια σύνορά μας.
Όμως, ζητήματα status quo είναι εγκληματικό να αντιμετωπίζονται με προχειρότητα, ή να τυγχάνουν αντικείμενο μικροκομματικής εκμετάλλευσης.
Ωστόσο αναπόφευκτα τίθεται το ερώτημα, πώς μπορεί να προσεγγίσει κανείς τέτοια ζητήματα χωρίς να κινδυνεύει να χαρακτηρισθεί ως «εθνικιστής», χωρίς να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης από πατριδοκάπηλους; Μόνο με αυτό που χαρακτήριζε πάντα τον Έλληνα, την κοσμοπολίτικη αντίληψή του, είναι η απάντηση ή τουλάχιστον μια από αυτές.


Συνομιλήσαμε με έναν ευγενή, υψηλής παιδείας και χωρίς ίχνος έπαρσης, άνθρωπο που προβληματίζεται για την εξελίξεις στην Ελλάδα, αλλά δεν μένει εγκλωβισμένος στον αρνητισμό, αντίθετα έχει όραμα και προτάσεις και τις μοιράστηκε μαζί μας.
Ο κ. Κατσίμπρας έχει λόγους να αγαπά την πατρίδα του. Είναι η μνήμη, η προσωπική και η συλλογική, αυτή που καθορίζει τους χαρακτήρες μας. Συμφωνεί και μας εξηγεί:
«Οι πρώτες μνήμες μου είναι στην 117 Πτέρυγα Μάχης, στην Ανδραβίδα του νομού Ηλείας, όπου ο πατέρας μου πέρασε τα περισσότερα χρόνια της καριέρας του ως πιλότος μαχητικού. Εκεί ξεκίνησε ως νέος ιπτάμενος το 1982, ενώ εγώ ήμουν βρέφος, και αποχαιρέτισε τα F-4 Phantom ως διοικητής πτέρυγας το 2007, ενώ εγώ ήμουν νέος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού (ΠΝ). Οι μνήμες και τα βιώματα μου στην μονάδα ήταν καθοριστικά για το ποιος είμαι σήμερα. Μεγαλώνοντας στην αεροπορική οικογένεια, τόσο εγώ όσο και τα υπόλοιπα παιδιά των ιπταμένων και τεχνικών της μονάδας, μάθαμε πολύ καλά κάποιες βασικές αρχές, απλά παρατηρώντας τον αγώνα των γονιών μας. Αυτό είναι κάτι που μας ενώνει μέχρι και σήμερα, κι ας έχουμε χαθεί οι περισσότεροι».



 Μπορείτε να γίνετε πιο σαφής;
Για πολλά χρόνια, ήταν δεδομένο για εμένα και τον αδερφό μου ότι ο πατέρας μας δεν θα ήταν παρών στην καθημερινότητα μας, καθώς οι ώρες που περνάνε οι ιπτάμενοι στις πολεμικές μοίρες τους είναι ατελείωτες και το βάρος το σηκώνουν οι μανάδες. Όλες οι οικογένειες και το προσωπικό ζούσαμε στο παλμό των δονήσεων των Phantom. Από την μία νοιώθαμε την υπερηφάνεια για το σκοπό που υπηρετούσαν οι πατεράδες μας και εμείς απλά έτυχε να είμαστε μέρος του, από την άλλη μεγαλώνοντας, ήρθαμε αντιμέτωποι με την σκληρή πραγματικότητα των θυσιών που απαιτούνται.
Το πρώτο μεγάλο μάθημα ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν το αεροσκάφος του πατέρα μου πήρε φωτιά και εξερράγη στον αέρα. Ο πατέρας μου εγκατέλειψε και σώθηκε, σε αντίθεση με άλλους φίλους και συμμαθητές του, οι οποίοι δεν ήταν το ίδιο τυχεροί. Εκεί βλέπεις στην πράξη το ρητό του Κένεντι, για την σημασία της προσωπικής υποχρέωσης προς την πατρίδα, αλλά επίσης βλέπεις και τα κακώς κείμενα του κρατικού μηχανισμού. Το κράτος χρωστάει πολλά σε αυτούς τους ανθρώπους, ιδίως στους πεσόντες και στις οικογένειές τους. Άλλο κράτος, άλλο πατρίδα. Όπως και να έχει, αυτή η παιδική ηλικία, οι μνήμες στην 117, ήταν ο μόνος λόγος που έδωσα πανελλήνιες για την Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Αν η 117 ήταν η εισαγωγή στην διαμόρφωση του χαρακτήρα μου, το ΠΝ ήταν το κύριο μέρος. Ήταν εννέα χρόνια της ζωής μου, τα οποία αποτελούν για εμένα πολύτιμη μνήμη και μάθημα. Είμαι καλύτερος άνθρωπος λόγω του Πολεμικού Ναυτικού. Έφυγα νωρίς, το οποίο είναι ασυνήθιστο για αξιωματικό, αλλά η ζωή απαιτεί καμιά φορά να ρισκάρεις.
Σήμερα με ποιο τρόπο εφαρμόζετε την εμπειρία σας ως πρώην αξιωματικός στην ακαδημαϊκή καριέρα σας και πως σας βοηθά να προσεγγίζετε τα εθνικά μας θέματα;
«Τώρα διδάσκω αρχές διαπραγματεύσεων και επίλυσης συγκρούσεων στο Columbia και στο πανεπιστήμιο της πόλης της Νέας Υόρκης και είμαι αντιπρόσωπος του Hellenic American Leadership Council στην ΝΥ. Η HALC είναι ένας μοναδικός, επαγγελματικός Ελληνοαμερικανικός οργανισμός, ο οποίος κινητοποιεί στρατηγικά την ομογένεια, μεταφράζοντας το κοινωνικό μας κεφάλαιο σε πολιτικό, ακολουθώντας το επιτυχημένο μοντέλο των Εβραϊκών οργανώσεων. Είναι πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο στην ομογένεια. Πράγματι έχω δει ότι η στρατιωτική εμπειρία μου συμπληρώνει την ακαδημαϊκή οπτική, κάτι το οποίο εκτιμάται εδώ στις ΗΠΑ, τόσο στα προγράμματα που διδάσκω όσο και στο πολιτικό μέρος της δουλειάς μου και στην συνεργασία μου με think tanks. Στην Αμερική αυτό είναι σύνηθες, αλλά έχει επίσης αρχίσει να αλλάζει και στην Ελλάδα με εξαιρετικές πρωτοβουλίες όπως η Ακαδημία Στρατιωτικών Αναλύσεων, η οποία ιδρύθηκε από ακαδημαϊκούς στρατιωτικούς πριν λίγα χρόνια και της οποίας είμαι μέλος».

Όσον αφορά στο σήμερα, μέχρι πρότινος κυριαρχούσε η έκφραση και η άποψη «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του», όμως διαπιστώνουμε, ακόμη και οι υποστηριχτές αυτής της άποψης, θέλω να πιστεύω, ότι δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα.  Θα ήθελα σας παρακαλώ να μου μιλήσετε για τον τουρκικό παρεμβατισμό στο Αιγαίο, βάσει των στοιχείων που έχετε στη διάθεσή σας και πως αυτός ο παρεμβατισμός οδηγεί την Ελλάδα σε μια «εθνική απονεύρωση» όπως την έχετε χαρακτηρίσει;  
Η επιθετικότητα των προκλήσεων της Τουρκίας στο Αιγαίο είναι μια πραγματικότητα εδώ και πάνω από 40 χρόνια. Συγκεκριμένα, το 2016 ήταν χρονιά ρεκόρ για τις πτήσεις της Τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας (ΤΠΑ) πάνω από ελληνικά εδάφη, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΓΕΕΘΑ, τα οποία είναι διαθέσιμα από το 2009. Κάθε πρόκληση αντιμετωπίζεται άμεσα από την Πολεμική Αεροπορία (ΠΑ) και το ΠΝ. Ο ελληνικός αμυντικός μηχανισμός είναι εκπαιδευμένος και δοκιμασμένος σε αέρα και θάλασσα, αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις της Τουρκίας για δεκαετίες. Οι μονάδες του ΠΝ μαζί με τα παρατηρητήρια έχουν πλήρη εικόνα του Αιγαίου και κάνουν την παρουσία μας αισθητή. Το πρόβλημα είναι κυρίως με τις παραβιάσεις των Εθνικών Χωρικών μας Υδάτων (ΕΧΥ) από μικρά σκάφη και περιπολικά της Τουρκικής ακτοφυλακής. Στον αέρα, η φύση των παραβιάσεων του Εθνικού Εναέριου Χώρου (ΕΕΧ) είναι διαφορετική και οι αριθμοί είναι τεράστιοι – χιλιάδες παραβάσεις FIR και παραβιάσεις ΕΕΧ κάθε χρόνο.
Κάθε φορά που ένα Τούρκικο μαχητικό απογειώνεται από συγκεκριμένα αεροδρόμια, το Εθνικό Κέντρο Αεροπορικών Επιχειρήσεων κινητοποιεί έναν καλοκουρδισμένο μηχανισμό αεράμυνας. Οι πιο πολλές προκλήσεις αναχαιτίζονται, ενώ κάποιες κλιμακώνονται σε εμπλοκές. Με τον όρο εμπλοκή εννοούμε όταν η αναγνώριση / αναχαίτιση εξελίσσεται σε αερομαχία λόγω της αντίδρασης του Τούρκου χειριστή. Τα τελευταία χρόνια έχουν εκμηδενιστεί οι εμπλοκές, δηλαδή οι αντιδράσεις των Τούρκων, ενώ οι παραβιάσεις και οι υπερπτήσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε περάσει σε μια φάση όπου οι Τούρκοι πιλότοι ξέρουν ότι δεν θα υπάρχουν επιπτώσεις αν θα παραβιάσουν τα σύνορά μας, οπότε αγνοούν την παρουσία των δικών μας μαχητικών. Το μόνο που μπορεί να αλλάξει αυτή την εδραιωμένη κατάσταση είναι η αλλαγή πολιτικής. Η κυβέρνηση ελέγχει το πόσο ενεργητική θα είναι η αντιμετώπιση των απειλών.
Πρέπει να αποδεχθούμε ότι η πολιτική γραμμή των τελευταίων δεκαετιών δεν μπόρεσε να κάμψει την Τουρκική επιθετικότητα. Έτσι παγιώνεται περαιτέρω μια κατάσταση στο Αιγαίο που δεν μας ευνοεί. Εννοείται πως το βέλτιστο σενάριο θα ήταν να καταλήγαμε σε μία κατάσταση στενής συνεργασίας σε όλα τα επίπεδα με μια δημοκρατική Τουρκία. Δυστυχώς όμως, οι εξελίξεις αποδεικνύουν ότι όποιος δεν αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο της μεγαλομανίας του Ερντογάν αεροβατεί επικίνδυνα.
Η «εθνική απονεύρωση» που έχω αναφέρει σε κάποια άρθρα μου έχει να κάνει με την αδιαφορία και την άγνοια μεγάλου μέρους της κοινωνίας μας για την κατάσταση στο Αιγαίο. Αυτό είναι αποτέλεσμα ετών, καθώς δεν έχει υπάρξει εθνική παιδεία με ουσιαστική πληροφόρηση τόσο για την τωρινή κατάσταση όσο και για τα ενδεχόμενα σενάρια. Ότι μαθαίνει ο περισσότερος κόσμος είναι από συγκεκριμένες κομματικές πηγές. Από την μία έχουμε αδιάφορους υπερασπιστές των δικαιωμάτων των ψαριών και από την άλλη έχουμε πολεμιστές του καναπέ έτοιμους να πάρουν την Πόλη. Τίποτε από τα δύο δεν βοηθάει την ουσιαστική, στρατηγική αντιμετώπιση της πραγματικής Τουρκικής απειλής».
Γιατί βγαίνει κερδισμένη η Τουρκία από αυτό το παιχνίδι; Πώς επιτυγχάνει στρατηγική νίκη έναντι της Ελλάδας;
«Αν ο γείτονάς σας είχε χαράξει ένα μονοπάτι μέσα από το χωράφι σας, αγνοούσε τα παράπονά σας για χρόνια και προσπαθούσε να μετακινήσει σταδιακά τον φράχτη, τι θα κάνατε; Όσο περισσότερος καιρός περνάει όπου είμαστε απαθείς, τόσο παγιώνεται μια κατάσταση κατά την οποία είναι ευκολότερο για την Τουρκία να διεκδικήσει τα φανταστικά δικαιώματά της, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν. Ταυτόχρονα, λόγω της τακτικής των Τούρκων τα τελευταία 40 χρόνια, η διεθνής κοινότητα έχει πλέον αποδεχτεί ότι το Αιγαίο αποτελεί αμφισβητούμενη περιοχή.Οι διεκδικήσεις του γείτονα άρχισαν με τις παραβάσεις στο FIR Αθηνών και τις παραβιάσεις στον Εθνικό Εναέριο Χώρο (ΕΕΧ) και έχουν πλέον καταλήξει στην διεκδίκηση ολόκληρων περιοχών. Το γεγονός ότι η Τουρκία είχε αποδεχτεί το status quo στο Αιγαίο από το 1931, όταν έγινε η οριοθέτηση των 10 ναυτικών μιλίων του ΕΕΧ, μέχρι το 1974, φαίνεται ότι το έχουμε ξεχάσει πρώτα εμείς και κατά συνέπεια και οι σύμμαχοί μας. Αυτή η λήθη και η αποδοχή της νέας πραγματικότητας είναι η στρατηγική της νίκη».

Επειδή μιλάτε για τουρκικές παραβιάσεις, δεν είναι λίγοι εκείνοι που λένε πως και εμείς κάνουμε το ίδιο. Ισχύει αυτό, υπάρχει αντίλογος;

«Πολύ απλά και κατηγορηματικά – Όχι. Σίγουρα θα έχουν υπάρξει κατά καιρούς περιστατικά κυρίως πάνω σε εμπλοκές, αλλά μιλάμε για διαφορά τάξης μεγέθους. Απόδειξη αυτού είναι η ομιλία πρώην Τούρκου Αρχηγού της ΤΠΑ στο κοινοβούλιο τους πριν λίγα χρόνια, όπου είχε ερωτηθεί γι’ αυτό ακριβώς το θέμα. Η απάντησή του ήταν περί τις 100 με 150 παραβιάσεις το χρόνο. Ο αριθμός αυτός είναι σίγουρα φουσκωμένος, άλλα όπως και να έχει μιλάμε για μια κατάσταση όπου έχουμε περίπου 11.000 παραβιάσεις του ΕΕΧ μόνο τα χρόνια της κρίσης. Αλλά μη μιλάμε μόνο για νούμερα. Η Ελλάδα δεν έχει επεκτατικές βλέψεις. Η Τουρκία έχει και το λέει ανοιχτά και το αποδεικνύει καθημερινά. Τι άλλη απόδειξη χρειαζόμαστε για να ξυπνήσουμε;». 
Ο ρόλος του ΝΑΤΟ ποιος είναι στο συγκεκριμένο ζήτημα.
«Αντιμετωπίζεται ως ένα διμερές ζήτημα το οποίο είναι εκτός των αρμοδιοτήτων του. Αυτό επίσης επηρεάζεται βέβαια και από την αμερικανική πολιτική αλλά και τον εκάστοτε Γενικό Γραμματέα. Όταν είχε γίνει η κατάρριψη του Ρωσικού αεροσκάφους, υποτίθεται για μια παραβίαση 7 δευτερολέπτων, ο ΓΓ έδωσε συνέντευξη στο CNN όπου η δημοσιογράφος έκανε αναφορά και επέμεινε στο θέμα των παραβιάσεων στο Αιγαίο. Ο συγκεκριμένος ΓΓ ήταν ιδιαίτερα πρόθυμος να υποστηρίξει την Τουρκία. Αυτό που ξεχνάμε είναι ότι η πολιτική ξεκινάει από το τοπικό επίπεδο. Για παράδειγμα, ο κος Στόλτενμπεργκ ήταν πρωθυπουργός της Νορβηγίας δύο φορές. Υπάρχει σχετική μελέτη που αποδεικνύει ότι η τουρκική κοινότητα της Νορβηγίας μπορεί να διαμορφώνει πολιτικές. Ο τωρινός ΓΓ του ΝΑΤΟ είναι προϊόν αυτού του συστήματος».
 Λέτε ότι έχουμε De Facto απεμπολήσει το νόμιμο δικαίωμα μας για άμυνα των συνόρων μας, όπως επίσης υποστηρίζετε ότι υπάρχουν τα στρατιωτικά και διπλωματικά όπλα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, όμως ποια είναι αυτά και πως μπορούμε να ξεφύγουμε από την ηττοπάθεια που μας χαρακτηρίζει;
«Οι κυβερνήσεις καθορίζουν την γραμμή που ακολουθούν οι διπλωμάτες και οι στρατιωτικοί μας. Πρέπει να τους λύσουν τα χέρια ώστε να αλλάξουμε τους κανόνες του παιχνιδιού που έχει στήσει η Τουρκία για εμάς. Το πως θα γίνει ακριβώς αυτό είναι μια συζήτηση που απαιτεί πολλούς συνομιλητές για να καταλήξουμε στη νέα συνταγή. Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι έχουμε μια πληθώρα επιλογών που θα συνδυάζουν τα διπλωματικά με τα στρατιωτικά εργαλεία. Το ζήτημα είναι να υπάρξει η πολιτική βούληση. Αυτό βέβαια προϋποθέτει αλλαγή 180 μοιρών στην νοοτροπία της εξωτερικής μας πολιτικής.
«Για πάρα πολλά χρόνια έχουμε υπάρξει ουσιαστικά παρατηρητές ή απόντες και πλέον έχουμε υποστεί άλλη μία τεράστια χρεωκοπία. Αυτή του πολιτικού κεφαλαίου στη διεθνή σκηνή. Η κρίση έχει κάνει βέβαια τα πράγματα πολύ χειρότερα αλλά η αλλαγή στάσης είναι αναγκαιότητα».
Ο σχεδιασμός νέας πολιτικής στο Αιγαίο απαιτεί πάνω από όλα πολιτική βούληση και επαγγελματισμό από τους πολιτικούς μας. Σε ότι αφορά τα εθνικά θέματα, θα πρέπει να υπάρχει υπερκομματική συνεννόηση και κατ’επέκταση συντονισμένη ενημέρωση του κοινού. Στην Ελλάδα του 2017, αυτό φαντάζει ουτοπικό αλλά δεν υπάρχει εναλλακτική. Δεν το χωράει ο νους μου πως γίνεται κάποιος να χρησιμοποιεί τα εθνικά ζητήματα για μικροκομματικούς σκοπούς, υποστηρίζοντας ότι είναι ο μοναδικός υπέρμαχος των συμφερόντων της πατρίδας.
Συνήθως αυτοί που κεφαλαιοποιούν τα εθνικά ζητήματα με ακραίο τρόπο είναι επικίνδυνα ημιμαθείς σε ότι αφορά τις επιχειρησιακές και γεωπολιτικές συνθήκες. Το ίδιο ισχύει και για τους εθνικά αδιάφορους πολιτικούς, οι οποίοι αποφεύγουν την εμπλοκή με όλα τα εθνικά ζητήματα με το φόβο μήπως κάποιος τους χαρακτηρίσει εθνικιστές. Δεν καταλαβαίνουν ότι έτσι, αφήνουν χώρο στους ακροδεξιούς εθνικιστές για να εκμεταλλευτούν το τσαλακωμένο εγώ του Έλληνα της κρίσης»
 Όσον αφορά στις εξελίξεις στην Κύπρο. Θεωρώ πως ότι έχει να κάνει με την Κύπρο και το Αιγαίο είναι αλληλένδετα. Θα ήθελα την τοποθέτησή σας επί του θέματος. Ακόμη μια φορά φαίνεται πως η Τουρκία θέλει να γίνει κυρίαρχος του παιχνιδιού και συγκεκριμένα της ανατολικής Μεσογείου. Οι διεθνείς εταίροι πιέζουν για μια άμεση λύση στο Κυπριακό και υπάρχουν εκείνοι οι αναλυτές που βλέπουν αυτή την προθυμία εκ του πονηρού.
«Δεν είμαι ειδικός στο Κυπριακό, αλλά έχω την τύχη να έχω δουλέψει και συζητήσει με ανθρώπους που τρώνε, κοιμούνται και αναπνέουν δουλεύοντας πάνω σε αυτό το ζήτημα για πολλά χρόνια. Καταλαβαίνω πολλούς από τους παραπάνω προβληματισμούς, άλλους τους ενστερνίζομαι και άλλους τους σέβομαι. Για την πολυπλοκότητα των ανωτέρω σχέσεων, προτεραιοτήτων και ισορροπιών έχουν γραφεί ολόκληρα βιβλία. Σίγουρα δε θα πρέπει να αφήσουμε την πίεση χρόνου να αποτελέσει κύριο κριτήριο για τη λύση. Μια κακή λύση είναι πολύ χειρότερη από την τωρινή κατάσταση καθώς θα παγιώσει στο βάθος του χρόνου μια τραγωδία. Αυτό είναι αντιληπτό από τις κυβερνήσεις μας σε Ελλάδα και Κύπρο και δε νομίζω ότι θα έρθουμε αντιμέτωποι με κάποιο από αυτά τα σενάρια. Από την άλλη, είναι σημαντικό να ακούμε όλους τους προβληματισμούς ώστε να διαμορφώσουμε πιο ενημερωμένες στρατηγικές».
Εσείς πώς φαντάζεστε μια λύση στο Κυπριακό και ποιος θα πρέπει να είναι ο ρόλος και η στρατηγική της Ελλάδας.



«Η βάση της τωρινής στάσης είναι σωστή, το Κυπριακό είναι ζήτημα των Κυπρίων. Δεν υπάρχει χώρος για την παρουσία ξένων δυνάμεων ή εγγυήσεων στο μέλλον μιας ευρωπαϊκής χώρας. Αυτό είναι απόλυτο. Το ζήτημα είναι ποια θα είναι η δημοκρατική συνταγή που θα σεβαστεί αυτές τις αρχές και θα μπορέσει να διασφαλίσει τις ανησυχίες ασφάλειας των δύο κοινοτήτων κατά την μετάβαση στη νέα λύση».
Στην Τουρκία ο Ερντογάν φαίνεται ότι γίνεται κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού και με την αναθεώρηση του συντάγματος θα καταστεί πανίσχυρος. Ο διεθνής ρόλος της Τουρκίας φαίνεται αναβαθμισμένος, χωρίς να είναι βέβαιο ότι τα πράγματα είναι έτσι όπως δείχνουν. Την ίδια ώρα ο Τούρκος πρόεδρος  θέτει ζήτημα υφαλοκρηπίδας και κυριαρχίας των νησιών, επηρεάζει γειτονικές χώρες όπως για παράδειγμα την Αλβανία, όπου έχει αρχίσει να θέτει θέμα τσάμηδων. Τι απ΄όλα αυτά ισχύει, γίνεται πράγματι η Τουρκία τόσο ισχυρός παίκτης;



«Πιστεύω ότι έχουμε μια λανθασμένη αντίληψη της γεωστρατηγικής σημασίας της χώρας μας σε σχέση με τη Τουρκία. Δυστυχώς το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε μπορέσει να εκμεταλλευτούμε τα αυτογκόλ που έχει βάλει ο Ερντογάν. Δυστυχώς, η εκτίμησή μου είναι ότι η ζυγαριά τόσο διπλωματικά όσο και στρατιωτικά τείνει όλο και περισσότερο προς τη μεριά του γείτονα».
Πόσο κινδυνεύουμε; Τι μπορεί να γίνει στην εξωτερική πολιτική για να αναβαθμιστεί ο ρόλος της Ελλάδας;
«Δε θέλω να φανεί ότι είμαι καταστροφολόγος. Η Τουρκία έχει πολλά προβλήματα. Από την άλλη ο Ερντογάν έχει αποδείξει ότι είναι απρόβλεπτος και αποφασιστικός. Έχει επίσης βγει αλώβητος από την σύγκρουση με ΗΠΑ, Ισραήλ και Ρωσία. Ίσως και κερδισμένος στα σημεία. Ακόμα και το πραξικόπημα κατάφερε να το εκμεταλλευτεί για να δυναμώσει περαιτέρω. Το ζήτημα είναι ότι ανεξαρτήτως των πραγματικών προθέσεών του –τις οποίες ξέρει μόνο ο ίδιος-είναι υποχρέωση της πολιτικής ηγεσίας να προετοιμάζεται κατάλληλα για το χείριστο σενάριο, ακόμα και αν αυτό δεν πρόκειται να γίνει πραγματικότητα ποτέ. Οτιδήποτε άλλο είναι εγκληματικό.

Το τι πιστεύω προσωπικά για το τι πρέπει να αλλάξει στην εξωτερική πολιτική μας είναι βάσει των εμπειριών μου κυρίως τα τελευταία χρόνια και ιδίως μετά την εμπειρία μου στην Αμερική. Έχω γράψει σχετικά, αλλά θα αναφέρω επιγραμματικά ότι χρειαζόμαστε:


· Ενεργή συμμετοχή σε πρωτοβουλίες και γεγονότα ευρύτερου ενδιαφέροντος. Είμαστε απόντες από την διεθνή σκηνή σε επαγγελματικό επίπεδο.

· Στρατηγική για την ανάπτυξη συνεργασιών σε ζητήματα πέραν των εθνικών. 

· Προώθηση στελεχών σε διεθνείς οργανισμούς σε όλα τα επίπεδα, όχι αποκλειστικά σε ανώτατο. 

· Οργανωμένη ενεργοποίηση του ευρύτερου δικτύου του Ελληνισμού. 

· Υποστήριξη και συντονισμός των εγχώριων ινστιτούτων, πανεπιστημίων, Think Tanks και ΜΚΟ, σε συνεργασία με τα αντίστοιχα Υπουργεία. Τέτοιες οργανώσεις θα έπρεπε να είναι το μακρύ πρακτικό και ακαδημαϊκό χέρι της εξωτερικής μας πολιτικής με εντονότατη παρουσία στην Ευρώπη αλλά και στις ΗΠΑ.


Αν θέλουμε να ανανεώσουμε την εικόνα μας, πρέπει να επενδύσουμε σε αυτή. Δυστυχώς η κρίση δεν αφήνει περιθώρια, οπότε πρέπει να είμαστε δημιουργικοί με αυτά που έχουμε ήδη στη διάθεσή μας. Το μέλλον της Ελλάδας βασίζεται σε μια αναβαθμισμένη έννοια του πολιτικού μας κεφαλαίου, που όταν χρειαστεί τότε αυτό σπαταλιέται για τα εθνικά θέματα. Πρέπει να είμαστε ποιοτικά παρόντες σε κάθε δυνατή διεθνή πρωτοβουλία, αποδεικνύοντας τον επαγγελματισμό μας σε θέματα πέραν των εθνικών.


Δεν μπορώ να μη σας ζητήσω μια εκτίμηση για το ποιος πιστεύετε ότι θα είναι ο ρόλος του νέου Αμερικανού προέδρου όσον αφορά στα εθνικά μας θέματα;
Είναι πολύ νωρίς για να ξέρουμε. Γενικά, η προτεραιότητά του είναι το συμφέρον της Αμερικής, οπότε το ζήτημα είναι πως θα αντιληφθεί αυτός τη θέση της Ελλάδας σε σχέση με το συμφέρον της Αμερικής την κρίσιμη στιγμή.
Τέλος, κατά τη γνώμη σας πώς μπορούμε να μιλάμε γι΄αυτά τα ζητήματα και να λέμε την λέξη πατρίδα χωρίς να κινδυνεύουμε να χαρακτηριστούμε εθνικιστές και πατριδοκάπηλοι, πως μπορεί η λέξη πατριώτης να αποκτήσει και πάλι νόημα. Πώς μπορούμε να ξαναβρούμε τη χαμένη υπερηφάνεια μας και να σταθούμε ισότιμα στη διεθνή σκηνή;
«Πρέπει να ενημερωθεί ο κόσμος για τα βασικά εθνικά θέματα. Να καταλάβει κάποιος ότι π.χ. όταν μια Τούρκικη φρεγάτα βρεθεί έξω από το Σούνιο, τότε αυτό μπορεί να είναι νόμιμο καθώς πέρα από τα 6 ναυτικά μίλια είναι διεθνή ύδατα. Από την άλλη να καταλάβει τη σημασία των δεκάδων καθημερινών παραβιάσεων των 10 νμ του ΕΕΧ. Αυτή η γνώση θα είναι εμβόλιο ενάντια στον εθνικισμό αλλά και στην απάθεια. Το βάρος για τον εμβολιασμό πέφτει και στους δημοσιογράφους, οι οποίοι καλύπτουν τα εθνικά, διπλωματικά και αμυντικά θέματα. Αυτοί θα πρέπει να είναι η προστασία ενάντια στον λαϊκισμό, εθνικισμό κι επίσης οι πρώτοι που θα κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Έχοντας εμβολιαστεί και κάνοντας την αυτοκριτική μας για τα πολλαπλά λάθη μας όλα αυτά τα χρόνια, θα μας βοηθήσει να ανασυνταχθούμε και να προσεγγίσουμε τα εθνικά θέματα σωστά – χωρίς φανφάρες.
«Όσον αφορά στη χαμένη υπερηφάνεια μας στη διεθνή σκηνή, έχουμε ένα ιστορικό και πολιτιστικό βάθος το οποίο είναι σπάνιο. Αντί να χρησιμοποιούμε την εθνική μας κληρονομιά ως πατερίτσα, ας την αντιμετωπίσουμε πρώτα ως βάρος στους ώμους μας – ως το μέτρο με το οποίο θα έπρεπε να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας – ως υποχρέωση και όχι ως δικαίωμα. Αν το κάνουμε αυτό, τότε το παρελθόν μας είναι σπάνιο εργαλείο που θα μας επιτρέψει εύκολα να σταθούμε στο ύψος που μας αρμόζει. Με δημιουργικότητα και φιλότιμο μπορούμε να κάνουμε θαύματα».

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

Περί Έθνους


Πολύ ενδιαφέρον κείμενο.
ΔΕΕ   
Περί Έθνους

Παλαιότερα, κατά την κλασσική περίοδο, καθώς και την ελληνιστική, ήταν σε ισχύ η Ηροδότειος άποψη (Ιστορίαι, 8, 144) περί έθνους. Ο «πατέρας της Ιστορίας» αναφερόμενος στο ελληνικό έθνοε έγραφε: 
«…αὖτις δὲ τὸ Ἑλληνικόν, ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον, καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα…»
(…και κατόπιν το ελληνικό έθνος, όντας όμαιμον και ομόγλωσσον και με κοινά τα λατρευτικά κέντρα των θεών και θυσίες και τα ίδια ήθη και έθιμα…)

Οι κατακλυσμικές μεταβολές, εθνολογικές και πολιτισμικές, που επέφεραν στην σύνθεση των πληθυσμών οι κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου και της Ρώμης, αλλά και οι μεγάλες βαρβαρικές μεταναστεύσεις που ξεκίνησαν από τον 4ο αιώνα μ.Χ. (Ούννοι, Γερμανικά φύλα, Άβαροι, Σλάβοι, Άραβες, Μογγόλοι, Τούρκοι) είχαν ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση πολλών λαών οι οποίοι είχαν παραμείνει στο φυλετικό επίπεδο πριν εξελιχθούν σε έθνη (Ιλλυριοί, Θράκες κλπ), ενώ παράλληλα προέκυψαν νέα έθνη από τις συγχωνεύσεις διαφορετικών λαών (π.χ. Γάλλοι, από την συγχώνευση κελτικών φυλών με Λατίνους και στην συνέχεια με γερμανικά φύλα – Φράγκοι, Βουργουνδοί κλπ).
Μετά τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, η έλευση των Νέων Χρόνων είχε ως αποτέλεσμα την αυξημένη κινητικότητα μεταξύ των λαών με αποκορύφωμα την περίοδο από το δεύτερο μισό του 20ο αιώνα μέχρι σήμερα.
Αυτή κινητικότητα αποτελούσε μέρος του γενικότερου φαινομένου της παγκοσμίωσης, που διαφέρει από την παγκοσμιοποίηση, στην οποία θα αναφερθούμε σε άλλον κύκλο συζήτησης πιο αναλυτικά. Προς το παρόν θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε, έστω και συνοπτικά, στο φαινόμενο της «παγκοσμιοποίησης» (globalization) ή, σε σωστότερα ελληνικά, «παγκοσμίωσης» λόγω των επιπτώσεων στην έννοια του έθνους.
Χρησιμοποιούμε και τους δύο όρους, δίνοντάς τους όμως διαφορετικό περιεχόμενο, για την πληρέστερη και πιο ξεκάθαρη περιγραφή αυτής της διαδικασίας. Έτσι, ως παγκοσμίωση (natural globalization), ορίζουμε την φυσιολογική εξέλιξη του φαινομένου, που είναι προϊόν της διαρκώς αυξανόμενης επικοινωνίας μεταξύ των ανθρωπίνων κοινωνιών, ατομικά και συλλογικά, αλλά και της τεχνολογικής εξέλιξης (συγκοινωνίες, επικοινωνίες, διαδίκτυο κ.λπ.), ενώ ως παγκοσμιοποίηση (forced globalization) ορίζουμε την σκόπιμη, στρεβλή και κατευθυνόμενη επιτάχυνση των διαδικασιών, ιδιαίτερα στον χρηματο-οικονομικό τομέα, την επονομαζόμενη και νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Εξ άλλου, η παγκοσμίωση, ως φαινόμενο και διαδικασία, ξεκινάει, όπως τουλάχιστον υποστηρίζουν οι ανθρωπολόγοι, από τότε που πρωτοεμφανίστηκαν οι πρώτες ομάδες ανθρώπων στον πλανήτη μας και άρχισαν να προσεγγίζουν τους γείτονές τους, είτε για να συνεργασθούν, είτε για να πολεμήσουν μεταξύ τους. 

Τα έθνη πάντως προϋπήρχαν των εθνικιστικών ιδεολογιών, οι οποίες έδιναν διαφορετικούς ορισμούς μέχρι τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα. 
Σύμφωνα με τους Γάλλους διανοητές το έθνος αποτελεί υποκειμενική πραγματικότητα δημοψηφισματικού τύπου όπου η πλειοψηφία μιας πληθυσμιακής ομάδας αποφασίζει ότι επιθυμεί να είναι μέλη ενός συγκεκριμένου έθνους διαμορφώνοντας βαθμιαία κοινή εθνική συνείδηση. 
Αντίθετα η Γερμανική Σχολή υποστήριζε ότι το έθνος είναι μια πραγματικότητα που δεν εξαρτάται από την θέλησή μας και η εθνική συνείδηση αποτελεί πνευματικό γεγονός που συντελείται με την μετεξέλιξη μιας ή περισσοτέρων συγγενικών φυλών στο επίπεδο του έθνους.
Το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα άρχισε μια συστηματική επιστημονική ενασχόληση με το εθνικό φαινόμενο και να αναπτύσσονται θεωρίες αποδόμησής του. Θα παραθέσουμε ορισμένα αποσπάσματα από το κείμενο του κορυφαίου και διεθνούς κύρους Έλληνα βυζαντινολόγου και ακαδημαϊκού Σπύρου Βρυώνη που αναγνώσθηκε στην ημερίδα με θέμα «Ο Νέος Ελληνισμός: Έννοια, περιεχόμενο, χρονικά όρια» την οποία διοργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών, στις 19 Οκτωβρίου 2010 που οφείλουμε να μελετήσουμε προσεκτικά:
«...Συχνά, οι κοινωνικές επιστήμες, ως συνειδητές επιστημονικές ειδικότητες, δεν περιορίζονται στα όρια που θέτει η έρευνα, αλλά ενδύονται ένα είδος προφητικού μανδύα. Οι επαγγελματίες κάθε μιας από αυτές τις κοινωνικές επιστήμες συχνά διακηρύσσουν ότι διακονούν «επιστήμες», που, όπως υποστηρίζουν στον ακαδημαϊκό κόσμο, η ειδικότητά τους προσομοιάζει περισσότερο με τις φυσικές επιστήμες παρά με εκείνες της φιλολογίας και των άλλων ανθρωπιστικών επιστημών. Έτσι, ο τελικός σκοπός των περισσότερων κοινωνικών επιστημών είναι να επικυρώσουν και να καθορίσουν τους νόμους που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό ισχυρίζονται ότι μπορούν να προβλέψουν πώς θα συμπεριφερθούν υπό δεδομένες συνθήκες, όχι μόνο τα άτομα, αλλά και μεγαλύτερες ομάδες, η οικογένεια, η φυλή, ή και ακόμα μεγαλύτερες συσσωματώσεις. Επίσης, ο ρόλος των διακεκριμένων και προβεβλημένων επαγγελματιών απολαμβάνει ένα είδος αναγνώρισης, ως αξιόπιστη πηγή και αυθεντία για την ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. [...]
Με την αύξηση των πληθυσμών, την πολυπλοκότητα των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, τις απαιτήσεις της κοινωνίας, το «έθνος» και οι «εθνικισμοί» συχνά αναζητούν λύσεις από τους κοινωνικούς επιστήμονες. [...]
Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, η αξία της πρακτικής γνώσης είναι συγκεκριμένη και δύσκολα επιτρέπει στους κοινωνιολόγους να ισχυρίζονται ότι ο κλάδος τους συνιστά μια «επιστήμη» στα θέματα της θεωρίας και της ανάλυσης των εννοιών του «έθνους» και του «εθνικισμού». Διότι, εδώ, αυτές οι ειδικότητες πρέπει να βασιστούν στην ιστορία, ενώ οι θεωρίες τους δεν μπορούν να γενικευτούν σε τέτοιο βαθμό, διότι έχουν συγκεκριμένο ειδικό επιστημονικό προσανατολισμό και ο υποκειμενισμός πάντα ελλοχεύει. Οι μεθοδολογίες τους είναι επιρρεπείς στην «εφεύρεση» γενικών νόμων για τον καθορισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Από την άλλη πλευρά, και αυτό είναι το παράδοξο, η συμβολή τους στη συνεχιζόμενη ανάλυση των εννοιών και θεωριών σχετικά με το «έθνος» και τον «εθνικισμό» είχε βαθιά επίδραση σε εκείνους τους κύκλους που συζητούν αυτά τα ειδικά σύγχρονα ζητήματα. Πολλοί είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες οι οποίοι έχουν κληθεί, ως ειδικοί, ενώπιον του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερουσίας, να αποφανθούν σχετικά με τις κρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. 
Οι πανταχού παρόντες πολιτικοί επιστήμονες, οι οποίοι έχουν διεισδύσει ιδιαίτερα στα Υπουργεία Εθνικής Ασφάλειας, Εξωτερικών, Άμυνας, στη CIA και άλλα ομοσπονδιακά όργανα, καθώς και στα πληθωρικά λεγόμενα «think-tanks», αποτελούν μια στρατιά (αριθμητικά) και, όπως ο στρατός, καταναλώνουν μεγάλα κεφάλαια που προέρχονται από την κυβέρνηση, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα ξένα συμφέροντα. Έτσι, οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν έχουν μόνο τη θεωρητική πλευρά τους, αλλά απολαμβάνουν πρακτικές και οικονομικές ανταμοιβές, οι οποίες επιτείνουν την υποκειμενικότητα τους.[...]
Επιπλέον, προχωρούν στην κατασκευή ή τη δημιουργία τεχνικών όρων (σε τέτοια έκταση ώστε χρειάζεται κανείς να προσφύγει σε εξειδικευμένα λεξικά για να βρει τις έννοιες πολλών τέτοιων όρων) και στηρίζονται σε ιστορικούς εξειδικευμένους σε περιοχές με τις οποίες οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν είναι εξοικειωμένοι. Μπορούμε επί πλέον να διαπιστώσουμε την ισχυρή επίδραση των κοινωνικών επιστημόνων πάνω στην ιστορική επιστήμη, παράλληλα με την αδυναμία των κοινωνικών επιστημόνων να καταλήξουν σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το «πότε» και το «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, καθώς και την αποτυχία τους να διευκρινίσουν τον όρο και την έννοια του πολιτισμού. [...]

Στην συνέχεια ο Σπ. Βρυώνης μνημονεύει τις θεωρίες του λεγόμενου «μοντερνισμού» και τους τρεις «πατριάρχες» του, Ernest Gellner, Eric Hobsbaum και Benedict Anderson, καθώς και στην περίοδο 1970-2003, η οποία αναφέρεται ως περίοδος «ανόδου και πτώσης του κλασικού μοντερνισμού». Φθάνουμε έτσι σε μια νέα και σημαντική φάση του συνεχιζόμενου διαλόγου για την προέλευση και τη φύση του έθνους και του εθνικισμού, με τη νέα ερμηνεία περί «εθνοσυμβολισμού» που διατύπωσε ο Anthony D. Smith, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μαθητής του Gellner.
Όπως τονίζει ο Σπ. Βρυώνης: «Στη διαμάχη που ακολούθησε και μπροστά στα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα του Smith, ο Anderson, σε αντίθεση με τον Gellner, υπήρξε πιο δεκτικός στις κριτικές που ασκήθηκαν στο έργο του και, τελικά, παραδέχτηκε ότι το έργο του είχε πλέον καταστεί περιθωριακό».

Σήμερα υπάρχουν διαμορφωμένες τρεις σχολές σκέψης για την θεώρηση της έννοιας του έθνους:

1. Οι μεταμοντέρνοι «εθνο-νεωτεριστές», κυρίως πρώην μαρξιστές και νεομαρξιστές, αλλά και νέο-φιλελεύθεροι οπαδοί της εθνοαποδόμησης, που υποστηρίζουν ότι τα έθνη είναι τεχνητές κατασκευές τις οποίες δημιούργησαν τα κράτη με τους μηχανισμούς τους, εκπαιδευτικό σύστημα, κρατική γραφειοκρατία, εκκλησία κλπ μετά την Γαλλική επανάσταση (1789). Πρόκειται επομένως για πρόσφατες κατασκευές της «νεωτερικότητας», όπως ισχυρίζονται. Οι γνωστότεροι εκπρόσωποι αυτών των αντιλήψεων είναι οι Ernest Gellner, Eric Hobsbaum και Benedict Anderson. Στην Ελλάδα ο «γενάρχης» του εθνομηδενισμού είναι ο διαβόητος Αντώνης Λιάκος και οι Βερέμης, Άννα Φραγκουδάκη, Δραγώνα, Κουλούρη, Σία Αναγνωστοπούλου, Ρεπούση και εν γένει ολόκληρος ο εσμός των Συριζαίων και του ΚΚΕ, καθώς και πλείστοι νεοφιλελεύθεροι της ΝΔ. Αναφέρονται συνήθως ως «εθνομηδενιστές». 

2. Οι φιλελεύθεροι εθνοσυμβολιστές, που υποστηρίζουν τις θέσεις του Anthony D. Smith, καθηγητή στο London School of Economics, ο οποίος υπήρξε μαθητής του Gellner που τον αμφισβήτησε στην συνέχεια και απέρριψε τις θεωρίες του. Ο Σμίθ διατύπωσε την θεωρία του εθνοσυμβολισμού σύμφωνα με την οποία: 
"...το έθνος μπορεί να οριστεί ως κατονομασμένος ανθρώπινος πληθυσμός που μοιράζεται μια ιστορική εδαφική επικράτεια, κοινούς μύθους και ιστορικές μνήμες, μια μαζική, δημόσια κουλτούρα, κοινή οικονομία και κοινά για όλα τα μέλη νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις".

3. Οι αποκαλούμενοι από τους προηγούμενους «αρχεγονιστές» (primordialists), ενώ οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονται ως «εθνο-πολιτισμιστές» (ethnoculturalists). Σύμφωνα με τις θέσεις τους η ανθρωπότητα ανέκαθεν αποτελούνταν από έθνη, αφού το έθνος θεωρείται προέκταση της οικογένειας, του γένους, της φυλής και υποστηρίζουν τις εξής βασικές αρχές:
α) H ανθρωπότητα διαιρείται σε έθνη, καθένα από τα οποία διατηρεί τη μοναδικότητά του, όσον αφορά τον χαρακτήρα του (που είναι ο σκληρός πυρήνας της εθνικής του ταυτότητας) και την ιστορική του διαδρομή. 
β) H ελευθερία και η αυτοπραγμάτωση των ανθρώπων εξασφαλίζεται μόνο με την ένταξη και ταύτισή τους με το έθνος.
γ) H αφοσίωση προς το έθνος είναι ανώτερη από κάθε άλλη μορφή αφοσίωσης.
δ) Το έθνος είναι η αυθεντική πηγή νομιμοποίησης κάθε πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας.
ε) H ανεξαρτησία και η ασφάλεια των εθνών συνιστούν τις βασικότερες προϋποθέσεις για την επικράτηση της ειρήνης και της δικαιοσύνης παγκοσμίως.
Κορυφαίος εκπρόσωπος αυτής της Σχολής είναι ο Βέλγος Καθηγητής Ανθρωπολογίας και Κοινωνιολογίας Pierre L. van den Berghe (1933 - ), συγγραφέας του σημαντικότατου βιβλίου «Το εθνοτικό φαινόμενο» The Ethnic Phenomenon, New York: Elsevier, 1981. Ένας άλλος σπουδαίος εκπρόσωπος είναι ο Αυστραλός Καθηγητής Frank Salter ερευνητής στο περίφημο Ινστιτούτο Μαξ Πλάνκ και συγγραφέας του εξαιρετικού έργου: On Genetic Interests: Family, Ethnicity, and Humanity in an Age of Mass Migration,2003.

Από την ελληνική βιβλιογραφία θεωρούμε ως πλέον δόκιμο τον ορισμό του έθνους όπως είχε διατυπωθεί στο λεξικό όρων «ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑ» (1979):

Έθνος = Μια ιστορικώς διαμορφωμένη κοινότης ανθρώπων, την οποία χαρακτηρίζουν τα κοινά πολιτιστικά στοιχεία, η κοινή εθνική συνείδησις, το κοινόν εθνικόν συναίσθημα* και η κοινή εθνική βούλησις. Κατά τους περισσότερους συγγραφείς όμως, απαραίτητον συστατικόν στοιχείον είναι η κοινή καταγωγή, η οποία είναι πρωτογενής εάν από της εμφανίσεως του Έθνους εις την Ιστορίαν ενυπάρχει φυλετική ομοιογένεια (π.χ. Έλληνες, Γερμανοί, Βάσκοι κλπ), δευτερογενής δε εάν η φυλετική ομοιογένεια επετεύχθη εις μετέπειτα ιστορικούς χρόνους (π.χ. Άγγλοι, Ιταλοί, Γάλλοι κλπ).
Η ύπαρξις του Έθνους είναι φαινόμενον κυρίως ψυχολογικόν αποτελεί δε πνευματικόν γεγονός αναπτυσσόμενον εντός των κόλπων μιας ομοιογενούς κατά το μάλλον ή ήττον ανθρωπολογικής ομάδος, η οποία ως εκ τούτου είναι και ο υλικός φορέας του κατά την συγκεκριμμένην χρονικήν περίοδον. Δεδομένου δε ότι η έννοια του Έθνους είναι διαχρονική, δια του όρου νοούνται πλην της υφισταμένης γενεάς τόσον αι παρελθούσαι όσον και αι μελλοντικαί, γεγονός αποδιδόμενον δια του ορισμού: Έθνος είναι ο Λαός εις την ιστορικήν του πορείαν. Παραστατικώτατα εκφράζεται η έννοια του Έθνους και εις τους στίχους του ποιητού Κωστή Παλαμά:
…Χρωστάμε σ΄όσους ήρθαν, πέρασαν,
θα ‘ρθούνε, θα περάσουν
κριτές θα μας δικάσουν
οι αγέννητοι, οι νεκροί…
Το Έθνος δημιουργείται δια της ανόδου της Φυλής εις ανωτέραν πολιτιστικήν στάθμην, αποτελεί δε τελείωσιν του βιολογικού φαινομένου της Φυλής.
Εις τα προαναφερθέντα κύρια χαρακτηριστικά συχνά προστίθενται και δευτερεύοντα όπως η κοινή γλώσσα, θρησκεία, ενιαία πολιτική οργάνωσις εις κράτος κλπ. Τα δευτερεύοντα αυτά χαρακτηριστικά δεν έχουν αποφασιστικήν σημασίαν δια τον προσδιορισμόν ενός Έθνους αποτελούν όμως αναμφισβητήτως σοβαρούς υποβοηθητικούς παράγοντας δια την θεμελίωσιν της Εθνικής Ενότητος.

Οφείλουμε τέλος να ξεκαθαρίσουμε και το ζήτημα των αλλόφωνων Ελλήνων, με το οποίο το φαιδρό και ανίκανο ελλαδικό κράτος ουδέποτε ασχολήθηκε, ώστε οι πολίτες του να είναι επαρκώς ενημερωμένοι, με αποτέλεσμα να έχουν προκύψει τεράστια προβλήματα, που εκμεταλλεύονται ξένοι επεκτατισμοί και προπαγάνδες.
Ο ελληνισμός, στην ιστορική του πορεία των 4000 χρόνων, δημιούργησε τεράστιες πολυεθνικές αυτοκρατορίες (πολυεθνικές, αλλά ποτέ πολυ-πολιτισμικές, ο πολιτισμός ήταν ένας, ο ελληνικός), αχανή Βασίλεια, είχε εμπορικές σχέσεις με δεκάδες λαούς και χώρες, αλλά συχνότατα υπέστη και επιδρομές βαρβάρων λαών, κατακτήθηκε πλήρως ή εν μέρει από ξένους στρατούς, ενώ εκτοπίσθηκαν τμήματά του από προαιώνια ελληνικά εδάφη. Αποτέλεσμα όλων αυτών των ιστορικών εξελίξεων ήταν κάποιοι ελληνικοί πληθυσμοί, σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους και για διαφορετικούς λόγους, να αλλοφωνήσουν, όπως ορισμένοι μικρασιάτες (τουρκόφωνοι Έλληνες), να λατινοφωνήσουν (βλαχόφωνοι Έλληνες), να σλαβοφωνήσουν (σλαβόφωνοι Έλληνες), να αλβανοφωνήσουν (αρβανιτόφωνοι Έλληνες) ή να ιταλοφωνήσουν (οι Γρεκάνοι της Magna Grecia). 
Το ότι κάποια τμήματα του πληθυσμού είχαν παλαιότερα ως μέσα γλωσσικής επικοινωνίας τους αλλόφωνα ιδιώματα ή γλώσσες, δεν αποτελεί ικανό και επαρκές κριτήριο για την επιχειρηθείσα στο παρελθόν και επιχειρούμενη και σήμερα, τοποθέτησή τους εκτός του ελληνικού έθνους. 

Μετά τα παραπάνω ανακεφαλαιώνοντας υποστηρίζουμε ότι: 
Το έθνος αποτελεί μια αντικειμενική πραγματικότητα δηλ. πέρα και εκτός από την συνείδηση, η οποία όμως αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα εθνικής ενότητας και ο συνοπτικός ορισμός είναι ο ακόλουθος: 

Έθνος = Μία ομοιογενής ανθρωπολογικά, πνευματικά και πολιτισμικά κοινότητα ανθρώπων, την οποία χαρακτηρίζει η ενιαία εθνική συνείδηση.

Κλείνοντας υπενθυμίζουμε ότι οφείλουμε να διατυπώσουμε έναν ορισμό του έθνους με γενική εμβέλεια εφαρμογής που να ανταποκρίνεται στα σημερινά δεδομένα και όχι έναν ορισμό προσαρμοσμένο αποκλειστικά στο ελληνικό Έθνοςκαι με παρωχημένες αντιλήψεις που θα δώσουν εύκολα επιχειρήματα στους αντιπάλους.

(*ΣΗΜΕΙΩΣΗ: εθνικό συναίσθημα: ο στενός συναισθηματικός δεσμός των μελών προς το έθνος τους, προϊόν της εθνικής συνείδησης)

«ΚΕΝΤΡΟ ΜΕΛΕΤΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ» 

ΚE.Μ.ΕΘ.Α.