Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτειολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτειολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Λυκούργος της Σπάρτης - Έργο και Νομοθεσία


Λυκούργος της Σπάρτης - Έργο και Νομοθεσία

Κατά τη διάρκεια του 8ου, 7ου και 6ου π.Χ, αιώνα κυριαρχούσα πολιτεία στην Ελλάδα ήταν η Σπάρτη. Το καθεστώς της Σπάρτης αποδιδόταν στον Λυκούργο και οι κανόνες του συστήματος ονομάζονται «οι νόμοι του Λυκούργου». Η λέξη νόμος μπορεί να μεταφραστεί «law», αν και έχει πλατύτερη έννοια απ' ό,τί αυτή η αγγλική λέξη. Περιλαμβάνει συνήθειες και έθιμα, που πρέπει ή δεν πρέπει να τηρηθούν, έστω και αν δεν ορίζονται με διάταξη ή δεν επιβάλλονται από τη δημόσια αρχή. Όταν οι νόμοι της Σπάρτης αποδίδονται στον Λυκούργο, αυτό που εννοείται είναι ότι ο Λυκούργος διετύπωσε κανόνες και αξίωσε από τους Σπαρτιάτες να τους τηρήσουν: «εφύλαξε ταύτα μη παραβαίνειν», «σιγούρεψε ότι δεν θα τους παρέβαιναν» (Ηροδ. 1.65.5).
Το μυστικό της Πολιτείας της Σπάρτης, ήταν η παιδεία που παρείχε στα τέκνα της. Όσο κρατήθηκε «ζωντανή» η Μεγάλη Ρήτρα του Λυκούργου και οι παραδόσεις της Σπάρτης, κανείς ξένος κατακτητής δεν κατάφερε να πατήσει το πόδι του στην Σπάρτη. Πάντοτε προκαλούσε την απορία αλλά και τον φθόνο των υπολοίπων, πως κατάφεραν αυτά τα πέντε πλινθόκτιστα χωριά (που αποτελούσαν την πόλη της Σπάρτης), τα οποία δεν περιβάλλονταν από προστατευτικό τείχος, η μοναδική πόλη όχι μόνο στον Ελληνικό κόσμο αλλά και στα πολιτισμένα έθνη της Μεσογείου και της Ασίας που δεν διέθετε έστω μια υποτυπώδη οχύρωση, να ηγούνται όλων για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η "ΜΕΓΑΛΗ ΡΗΤΡΑ" ΤΟΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ

Οι Δωριείς της Σπάρτης άρχισαν κυρίως να επεκτείνονται μετά την εποχή του Λυκούργου. Η Πολιτεία της Σπάρτης οφείλει πολλά από το ένδοξο μεγαλείο της στους νόμους που θέσπισε ο Λυκούργος για τους Λακεδαιμονίους. Ωστόσο, την ευνομία που ευλαβικά προσέφερε στην Πολιτεία την πλήρωσε με την αγανάκτηση των πλούσιων πολιτών της, και λίγο έλειψε με την ίδια του τη ζωή. Αναφέρεται χαρακτηριστικά στη βιογραφία του, που παραθέτει ο Πλούταρχος, το χτύπημα που δέχτηκε ο Λυκούργος στο πρόσωπο, από την βακτηρία του πλούσιου Σπαρτιάτη Άλκανδρου έπειτα από καταδίωξη.
"Ο Λυκούργος λίγο έλειψε να χάσει το ένα μάτι του, αλλά μπόρεσε να θεραπευτεί χάρη στην Αθηνά οφθαλμίτιδα, «Οπτιλλέτιν», γιατί οι Λάκωνες Δωριείς λέγουν τους οφθαλμούς οπτίλους και στην οποία ίδρυσε το ομώνυμο ιερό για να την ευχαριστήσει" (Πλούτ. Λυκ. 116. 55-56). Ο Λυκούργος έζησε το πιθανότερο κατά τον 8ο αιώνα. Κατά τον Ηρόδοτο υπήρξε επίτροπος του βασιλέως Λεωβώτου και καταγόταν από τον κλάδο των Αγιαδών. Αντίθετα ο Αριστοτέλης (Αριστ. Πολ. Β. 10-15), τον παρουσιάζει ως επίτροπο του βασιλέως Χαρίλλου ή Χαρίλαου, έλκοντας έτσι την καταγωγή του από το γένος των Ευρυπωντιδών. Κανείς όμως εκ των δύο προαναφερθέντων δεν αμφισβητεί την ιστορικότητα του νομοθέτη.
Ο Πλούταρχος (Λυκ. 6), έρχεται έπειτα να βάλει και αυτός την υπογραφή του στην ιστορικότητα του Λυκούργου (όταν καταγράφοντας την Μεγάλη Ρήτρα), λέει πως καλούσε λαοσυνάξεις (Απέλλα), από καιρό σε καιρό (σε τακτικά δηλαδή διαστήματα), στο μέρος που είναι ανάμεσα στην γέφυρα Βάβυκα και τον ποταμό Κνακίωνα, το σημερινό δηλαδή ρέμα της Μαγούλας ή αλλιώς Τριπιώτικο ποτάμι. Ο Λυκούργος όρισε ακόμη με την Ρήτρα του τη συνεδρίαση της Απέλλας κάθε πανσέληνο.
Ο Πλάτων επίσης θαύμαζε και επικροτούσε τους νόμους του, πιστεύοντας πως είναι θεϊκής προελεύσεως. Ακόμη και αρκετοί στωϊκοί φιλόσοφοι έδωσαν πίστη στον «μύθο» για την νομοθεσία του Λυκούργου. Ένας από αυτούς που ήταν θαυμαστής του αρχαίου μεγαλείου της Σπάρτης (και είχε ο ίδιος προσωπικά μυήσει στη στωϊκή φιλοσοφία τους μεταρρυθμιστές βασιλείς Άγι τον Δ΄ και τον Κλεομένη τον Γ΄), ο φιλόσοφος Σφαίρος ο Βορυσθενίτης, σε δύο μελέτες του, Περί της Λακεδαιμονίων Πολιτείας και Περί Λυκούργου και Σωκράτους, πρόβαλε το Λυκούργειο πολίτευμα, ως το πολίτευμα που θα φέρει την ευτυχία στους ανθρώπους. Υπάρχει επίσης μια πλειάδα αρχαίων συγγραφέων που παραδέχονται την ιστορικότητα του Λυκούργου, ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγονται οι Τίμαιος, Φύλαρχος, Διόδωρος, Ερατοσθένης, Απολλόδωρος, Σιμωνίδης, Διευτυχίδας.
Για να θεσπίσει τους νόμους του ο Λυκούργος θα ακολουθήσει και θα σεβαστεί πολλές από τις ήδη υπάρχουσες παραδόσεις και θεσμούς των Σπαρτιατών, όπως για παράδειγμα τον θεσμό της διπλής βασιλείας που προϋπήρξε όπως και η διανομή της κατακτηθείσης από τους Δωριείς γης σε κλήρους. Με τη ρήτρα του χώρισε την γη των Λακεδαιμονίων σε ίσους κλήρους, ίσους σε παραγωγική απόδοση το κυριότερο όμως είναι πως τους έκανε αναπαλλοτρίωτους, δηλαδή, ο κάτοχος του κλήρου δεν είχε το δικαίωμα να πωλήσει τον κλήρο του, γιατί ανήκε στην Πολιτεία των Σπαρτιατών.
Ο θεσμός των εφόρων πιστεύεται από τους σύγχρονους ιστορικούς, πως είναι πολύ μεταγενέστερος της Ρήτρας του Λυκούργου (Ηρόδ. Ιστ. Α΄. 65). Κατά τις εκστρατείες οι έφοροι (δύο των αριθμό), ήταν τα «μάτια της ρήτρας του Λυκούργου», χωρίς το δικαίωμα της επεμβάσεως. Βασικό τους μέλημα ήταν να ελέγχουν εάν τηρούνταν οι νόμοι του Λυκούργου. Ένα παλίμψηστο του Βατικανού (Βατ. Ελληνικά, 2306), το οποίο αναφέρεται στις δικονομικές διαδικασίες των Λακεδαιμονίων, βεβαιώθηκε από τον J. J. Keaney “Theophrastus Greek Judicial Procedure”, ως γνήσιο και εκδόθηκε πολλές φορές, πιστοποιώντας πως: «Η Γερουσία, οι δύο βασιλείς και οι έφοροι συμπράττουν στην άσκηση της Δικαιοσύνης» (Richers 2001). Επίσης οι έφοροι διαθέτουν δικό τους κατασκοπευτικό δίκτυο. Από την πρώιμη κλασική εποχή και μεταγενέστερα «οι έφοροι είναι υπεύθυνοι για την αστυνόμευση σε όλη την επικράτεια των Λακεδαιμονίων», (Cristien 2001).
Ανέκαθεν οι Σπαρτιάτες κοιτούσαν με νοσταλγία το παρελθόν, τον καιρό που έζησε ο νομοθέτης τους, αναπολώντας την ευνομία των παρελθόντων ετών. Τον Λυκούργο τίμησαν ως ημίθεο και τον περιέβαλαν με συμβολικές μορφές, τελούσαν δε προς τιμήν του ειδική ενιαύσιο εορτή τα Λυκούργεια. Στην πόλη της Σπάρτης υπήρχε και ναός του νομοθέτη, πίσω από τον οποίο βρισκόταν ο τάφος του υιού του Ευκόσμου.
Όπως σχολιάζει ο Ξενοφών οι νόμοι του Λυκούργου, αν και γράφτηκαν στην απώτατη αρχαιότητα, ήταν πάντα επίκαιροι. Εμπνεύστηκαν από τον νομοθέτη την εποχή των πρώτων απογόνων των Ηρακλειδών και μέχρι τις ημέρες του Ξενοφώντος ήταν «ζωντανοί» και κατάλληλοι για όλες τις περιστάσεις. Οι νόμοι του Λυκούργου γαλουχούσαν τους αρχιστράτηγους – πολέμαρχους ώστε να έχουν κοντά στο μαχητικό και στρατηγικό πνεύμα. Πολλοί από τους νόμους που είχε θεσπίσει ο Λυκούργος ήταν δυσδιάκριτοι ανάμεσα στις παραδόσεις των Σπαρτιατών. Στην προ Λυκούργου εποχή, υπάρχουν αναφορές πως οι Σπαρτιάτες πλούτιζαν από το εμπόριο και ανθούσε η βιοτεχνία, καλλιεργούνταν δε συστηματικά οι καλές τέχνες.
Η Μεγάλη Ρήτρα του Λυκούργου σφυρηλατεί την ιδανική Πολιτεία. Ο Λυκούργος για να προστατεύσει τους ευπατρίδες και τις οικογένειές τους (ενώ παράλληλα θα θελήσει να κρατήσει το στράτευμα των Σπαρτιατών αλώβητο), θα περάσει στην εφαρμογή αυτών των μέτρων για να τους διασφαλίσει. Ο νομοθέτης προσπάθησε να δομήσει κατά τέτοιον τρόπο την κοινωνία της πόλεως, ώστε η καθημερινότητά τους να περιστρέφεται γύρω απ’ την ζωή της τιμής. Ο Σπαρτιάτης με γνώμονα την πολεμική αρετή ξεκινούσε έναν μεγάλο κύκλο, εκπαιδεύσεως που είχε ως αφετηρία του την παιδική ηλικία των επτά ετών.
Ο νομοθέτης βρέθηκε μεταξύ σφύρας και άκμονος, όταν προσπάθησε να επιβάλει στην Πολιτεία τα νέα του νομοσχέδια (Μεγάλη Ρήτρα), με στόχο, ο πολίτης της Σπάρτης όταν συμπλήρωνε τα τριάντα του έτη να έχει πλήρη πολιτικά δικαιώματα, ώστε να μπορεί, με την αξία του πλέον, να διεκδικήσει κάθε στρατιωτικό και πολιτικό αξίωμα […]. Μόλις στα είκοσι του έτη ο νέος της Σπάρτης ήταν απόφοιτος της μοναδικής για την εποχή, Ακαδημίας του Πολέμου και γινόταν μέλος μιας από τις φοβερότερες πολεμικές μηχανές που υπήρξαν ποτέ, με παγκόσμια φήμη. Κύριος προσανατολισμός του Λυκούργου ήταν να δημιουργήσει καλούς και αγαθούς πολίτες, δηλαδή ανδρείους, καταδικάζοντας την μαλθακότητα και την πολυτέλεια, με τη λογική πως για να φθάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα ο πολίτης, πρέπει να αφιερωθεί εξολοκλήρου στον τρόπο ζωής που ήθελε να εφαρμόσει για τους Σπαρτιάτες. Η εξοικονόμηση ελεύθερου χρόνου, επιτεύχθηκε χάρη στην Ρήτρα του Λυκούργου, που είδε πως κάποιος εργαζόμενος σε οποιαδήποτε εργασία, δεν θα μπορούσε ακόμη και αν το ήθελε να γυμνάζει συγχρόνως και το πνεύμα του. Συν τοις άλλοις, επέβαλε την απαραίτητη πειθαρχία στο στράτευμα, ώστε να δημιουργηθεί ένας στρατός πρότυπο. Το κυνήγι εθεωρείτο μια πολύ ευχάριστη απασχόληση για τον ομοίο.


Οι πηγές καταγράφουν την εισαγωγή του σιδερένιου νομίσματος από τον Λυκούργο. Από τον Ξενοφώντα διαβάζουμε:
«Διότι πρώτον με τοιούτον όρισε νόμισμα, του οποίου και δέκα μόνον μνων αξίας αν εις την οικίαν μετακομιστεί, δεν θα μείνει απαρατήτητον ούτε από τους κυρίους ούτε από τους δούλους, επειδή και τόπον πολύν θα χρειαστεί και άμαξαν προς μεταφοράν (Λακ. Πολ. VII. 5). «Εις την Σπάρτη όμως ο Λυκούργος απαγόρευσεν εις τους ελευθέρους πολίτας όλα τα είδη του χρηματισμού, ως μόνην δ’ εργασία των διέταξε να θεωρούν όσα εξασφαλίζουν την ελευθερία των πόλεων», (Ξεν. Λακ. Πολ. VII. 2). Οι είλωτες αν και δεν ήταν ομοίοι δηλαδή πολίτες της πόλεως της Σπάρτης και συνεπώς δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα και λόγο ή βήμα αν θέλετε, στην Απέλλα για όσα διαδραματίζονταν, εν τούτοις ήταν ένα πολύ ισχυρό κομμάτι στο πολιτικό ψηφιδωτό που είχε δημιουργήσει ο Λυκούργος.
Παραδίδεται επίσης από τον Ξενοφώντα πως ο Λυκούργος ήταν αυτός που συνέταξε και τους κανονισμούς για τη μάχη των εφήβων (στον Πλατανιστά). Στη «μάχη» αυτή χωρίς όπλα, η οποία ήταν καθοριστικής σημασίας αλλά και ένας σημαντικός σταθμός στην εξέλιξη της ενηλικίωσης. Η «καρτερία» ήταν μια δοκιμασία επιδείξεως της αντοχής στον πόνο δημοσίως. Θεωρείται πως εισηγητής της τελετής της διαμαστιγώσεως (αγώνας καρτερίας), ήταν ο Λυκούργος.
Σίγουρα αυτό το μυστηριώδες πρόσωπο ο Λυκούργος, που η ύπαρξή του οριοβατεί ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα, θα πρέπει να είχε μελετήσει επί μακρόν την συμπεριφορά του λύκου και της κοινωνίας του, πριν συντάξει την Μεγάλη Ρήτρα. Άλλωστε και το όνομά του μήπως δεν παραπέμπει εκεί, κατά μια εκδοχή; Λυκούργος < λύκος + έργον>. Επικρατέστερη άποψη βέβαια είναι το θέμα της λέξεως λυκ να προέρχεται από το ουσιαστικό λύκη, «πρωινό φως, χάραμα», συνεπώς πρέπει να εξεταστεί σοβαρά και η πιθανότητα να προέρχεται από το ουσιαστικό λυκαεργός – λυκούργειος, ο εργαζόμενος λαμπρά έργα. Η Πυθία κατά την επίσκεψη του Λυκούργου στους Δελφούς τον είχε προσφωνήσει ως "Λυκόεργε", Λυκόεργο, που ήταν επίθετα του Απόλλωνος, (Ηρόδ. Ιστορίαι. Α΄. 65). Ο λύκος δημιουργός, ο αρχιτέκτων, ο σοφός, Sol Invictus.
Οι ομοίοι με την ενηλικίωσή τους στελέχωναν τις δωδεκαμελείς ομάδες που ονομάζονταν συσκηνίες. Προφανώς, επειδή έμεναν μαζί σε σκηνές ή ιδιαίτερα οικήματα. Αρκετοί από τους θεσμούς της συντηρητικής όπως νομίζεται Σπάρτης, όπως ήταν και αυτός της συσκηνίας προέρχονταν από μια παλιά παράδοση, ίσως όχι έτσι οργανωμένοι και δομημένοι, αφού θεωρείται έργο και αυτό του Λυκούργου. Μόνο μετά την συμπλήρωση του τριακοστού έτους της ηλικίας τους οι ομοίοι μπορούσαν να δειπνούν και να κοιμούνται στις οικίες τους με τις γυναίκες τους κάποιες ημέρες το χρόνο. Και αυτό για τον Λυκούργο είχε σίγουρα παιδαγωγικό σκοπό, που είχε να κάνει μάλλον με την συζυγική διαγωγή και συμπεριφορά.
Ο Λυκούργος πιστεύοντας στην ευγονία των πολιτών, τους επέβαλε να γυμνάζονται. Εκτός των νέων και οι νέες της Σπάρτης ακολουθούσαν ένα πρόγραμμα αγωγής, ώστε εκτός των άλλων ωφελειών που είχαν, να τεκνοποιούν υγιή παιδιά. Ο Λυκούργος κατάφερε ώστε οι Σπαρτιάτες να έχουν φίλαθλο και ηρωικό πνεύμα.
Λέγεται πως ο Λυκούργος επέβαλε μέσα από την Ρήτρα άπαντες οι πολίτες της Σπάρτης να τρέφουν μακριά (μαλλιά) κόμη. Ο Λυκούργος όπως αναφέρεται στην Μεγάλη Ρήτρα εισηγήθηκε τον ερυθρό τρίβωνα, επειδή έβλεπε πως η απόχρωση αυτή ήταν ιδανικότερη για τους άνδρες, που έχουν ως στόχο να νικούν στο πεδίο της μάχης.
Ο ίδιος ο Λυκούργος, αναφέρεται πως είχε απαντήσει, όταν τον ρώτησαν γιατί όρισε την συχνή μετακίνηση του στρατοπέδου: «Για να προκαλούμε περισσότερο κακό στους εχθρούς», (Πλούτ. Ηθικά. 24. Λυκούργος). Αλλά και στην Λακεδαίμονα μπορεί να παρατηρήσει κανείς πως υπάρχουν πανάρχαιες αναπαραστάσεις των Διοσκούρων, ως ιππέων. Μήπως συνάμα αποτυπώνουν την αριστοκρατική τάξη των ιππέων στην προ Λυκούργου εποχή; Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο τιμητικός τίτλος ιππείς να αντανακλά στη μνήμη μιας ιδιαίτερης τάξης ευγενών, που στο παρελθόν, ίσως προ Λυκούργου υπήρξαν έξοχο ιππικό σώμα.
Η θρυλική επανίδρυση της Σπάρτης στις όχθες του Ευρώτα από τον Λυκούργο σηματοδότησε μια σειρά από κοσμογονικές αλλαγές, οι οποίες με την σειρά τους θα επηρεάσουν αλυσιδωτά και ριζικά, πολιτικά συστήματα σε πολλές χρονικές περιόδους. Ο νομοθέτης Λυκούργος, δημιουργώντας με τις ρήτρες του μια ισορροπία εξουσιών, μεταξύ των αριστοκρατικών φατριών της πόλεως, συγχρόνως θα σημάνει την στρατιωτική πρωτοκαθεδρία της Σπάρτης.

Πηγή: Δημήτριος Θ. Κατσούλης, Εκδόσεις Παύλος, Αθήνα 2010

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

Φυλές, φύλα, έθνη και το φυλετικό κράτος στην Αρχαία Ελλάδα


Δημήτριος E. Ευαγγελίδης: Λεξικό των αρχαίων ελληνικών και περιελλαδικών φύλων (Dictionary of ancient peoples of Greece and adjacent areas) -  "Κυρομάνος" Θεσσαλονίκη 2005 (2nd edition).

ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ
Για την πλήρη κατανόηση των θεμάτων του παρόντος Λεξικού, θεωρήσαμε απαραίτητες κάποιες διευκρινίσεις όρων και εννοιών, τις οποίες οι μεν ειδικοί και οι ασχολούμενοι με ζητήματα Ανθρωπολογίας, Γενετικής, Εθνολογίας κ.λ.π. ίσως αντιμετωπίσουν ως περιττές, αλλά είναι πολύ πιθανόν να αποδειχθούν απαραίτητες στον μέσο αναγνώστη, ο οποίος δεν είναι βέβαια υποχρεωμένος να γνωρίζει οπωσδήποτε την χρήση των όρων φυλή, φύλο, έθνος από τους αρχαίους συγγραφείς, οι οποίοι τους χρησιμοποιούσαν με άλλη έννοια και επομένως είναι αναμενόμενο να του δημιουργούνται συχνά απορίες και παρανοήσεις.
Η πλέον συνηθισμένη παρανόηση και σύγχυση δημιουργείται γύρω από τον όρο φυλή, τον οποίο γνωρίζει με την σημερινή τρέχουσα γενική χρήση του, που υποδηλώνει ευρύτερα ανθρώπινα σύνολα π.χ. η ελληνική φυλή, η ιαπωνική φυλή, η Μαύρη φυλή, η Κίτρινη φυλή κ.λ.π.
Είναι όμως σχεδόν βέβαιο ότι έχει διαβάσει ή έχει ακούσει επίσης ότι οι Ίωνες, αποτελούσαν μια από τις 4 φυλές στις οποίες διακρίνονταν οι αρχαίοι Έλληνες. Ανατρέχοντας στο λήμμα Ίωνες του παρόντος Λεξικού θα διαβάσει ότι αποτελούσαν ένα αρχαιοελληνικό φύλο δηλ. μια υποδιαίρεση της φυλής των Ελλήνων και επί πλέον ότι οι Ίωνες υποδιαιρούνταν σε τέσσερα μικρότερα υποσύνολα που ονομάζονταν επίσης φυλές: Τους Αιγικορείς, τους Αργαδείς, τους Γελέοντες και τους Όπλητες.
Είναι πολύ πιθανόν επίσης να έχει διαβάσει ότι στην αρχαία Αθήνα όταν ο Κλεισθένης μεταρρύθμισε την νομοθεσία του Σόλωνος, κατήργησε τις 4 αρχικές Ιωνικές φυλές και προχώρησε στην διαίρεση των Αθηναίων πολιτών σε 10 «φυλές» από επωνύμους ήρωες, που ήσαν οι ακόλουθες: Ερεχθηΐς, Αιγηΐς, Πανδιονίς, Λεοντίς, Ακαμαντίς, Οινηΐς, Κεκροπίς, Ιπποθοοντίς, Αιαντίς, Αντιοχίς. Κάθε «φυλή» τέλος, υποδιαιρέθηκε σε 10 Δήμους.
Μετά από αυτά, θεωρούμε κάτι παραπάνω από βέβαιο, ότι ήδη έχει δημιουργηθεί πρόβλημα και σύγχυση σχετικά με το τι ακριβώς είναι φύλο, τι είναι φυλή και ποιες οι διαφορές τους. Πιστεύουμε λοιπόν ότι γίνεται προφανής η ανάγκη να υπάρξουν κάποιες απαραίτητες διευκρινίσεις.
Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν την λέξη «έθνος» για να δηλώσουν μια ευρύτερη ομάδα όπως οι Ίωνες, οι Δωριείς, οι Αχαιοί, οι Μολοσσοί, οι Μακεδόνες. Τα βασικά γνωρίσματα που διέκριναν ένα τέτοιο «έθνος» από ένα άλλο, ήσαν η διαφορετική ελληνική διάλεκτος και τα ιδιαίτερα ήθη και έθιμα, αλλά και θρησκευτικές λατρείες που είχε αναπτύξει στους κόλπους του αυτό το «έθνος», κυρίως όμως η διαφορετική προέλευσή του. Η διαφορετική προέλευση αποτυπωνόταν στην γενεαλογία αυτού του φύλου, δηλαδή ποιος ήταν ο γενάρχης του, ο οποίος συνήθως ήταν και ο επώνυμος του συγκεκριμένου «έθνους».
Γενάρχης των Ελλήνων ήταν ο γιος του Δευκαλίωνος και της Πύρρας ο Έλλην, στον οποίον ανήγαγαν όλοι οι αρχαίοι Έλληνες την καταγωγή τους, άρα και την συγγένεια μεταξύ τους. Από τον Έλληνα και την νύμφη Ορσηΐδα γεννήθηκαν ο Δώρος, ο Ξούθος και ο Αίολος, από δε τον Ξούθο και την Κρέουσα (την κόρη του βασιλέα της Αθήνας Ερεχθέα), ο Αχαιός και ο Ίων. Αυτοί υπήρξαν οι γενάρχες των τεσσάρων μεγάλων υποδιαιρέσεων - «εθνών»- της αρχαίας ελληνικής φυλής.
Έτσι οι Ίωνες θεωρούσαν γενάρχη τους, αλλά και επώνυμό τους, τον Ίωνα, οι Δωριείς τον Δώρο κ.λ.π. Κατά τον Ησίοδο, γιοι του Δία και της Θυΐας (αδελφής του Δευκαλίωνα) ήσαν ο Μάγνης και ο Μακεδών, οι γενάρχες αντίστοιχα των Μαγνήτων και των Μακεδόνων.
Κάθε μία μεγάλη φυλετική υποδιαίρεση («έθνος»), συνήθως είχε μικρότερες υποδιαιρέσεις, τις Φυλές (θα χρησιμοποιούμε τον όρο με κεφαλαίο όταν αναφερόμαστε στην αρχαιοελληνική του χρήση). Οι Ίωνες π.χ. χωρίζονταν σε 4 Φυλές όπως προαναφέραμε, οι Δωριείς σε 3, στους Υλλείς, τους Δυμάνες και τους Παμφύλους. Οι Αρκάδες σε 5, στους Ευτρησίους, τους Κυνουρίους, τους Μαιναλίους, τους Παρρασίους και τους Αζάνες.
Τα υπόλοιπα μικρότερα αρχαιοελληνικά φύλα χωρίζονταν σε υπο-ομάδες για τις οποίες χρησιμοποιούνταν οι όροι «φρατρία», «φράτρα» (δωρ.) ή «φρήτρη» (ιων.), «πάτρα», «πατριά».
Οι λέξεις φυλή και φύλο σήμαιναν αρχικώς φύτρα, καταγωγή (από το ρήμα φύομαι), στον Όμηρο και αλλού η λέξη «φύλον» είναι συνώνυμη του γένους. Η λέξη «έθνος» δήλωνε εκτός από ανθρώπινες ομάδες και άλλες κατηγορίες ομάδων όπως «έθνεα μελισσάων», «έθνος χηνών ή γεράνων ή κύκνων», «έθνος νεκρών» κ.λ.π. Παρατηρούμε ότι οι όροι δεν είχαν αυστηρά προσδιορισμένο περιεχόμενο και δεν ήσαν ιεραρχημένοι μεταξύ τους. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι να δημιουργείται σύγχυση και ασάφεια.
Για να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο, θα επιχειρήσουμε την διευκρίνιση και τον προσδιορισμό όρων και εννοιών σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες επιστημονικές αντιλήψεις.
Θα ξεκινήσουμε με τον όρο φυλή, όπως αυτός χρησιμοποιείται από την σύγχρονη Βιολογία και Ανθρωπολογία. Στην κλίμακα ταξινόμησης των οργανισμών, η φυλή αποτελεί την αμέσως κατώτερη υποδιαίρεση του είδους, της βασικής βιολογικής και συστηματικής μονάδας. Ειδικότερα στην Ανθρωπολογία ο σύγχρονος άνθρωπος (Homo sapiens = Άνθρωπος ο σοφός), αποτελεί εδώ και 20.000 χρόνια περίπου, το μοναδικό είδος ανθρώπου, μετά την εξαφάνιση του Ανθρώπου του Νεάντερταλ (Homo neanderthalensis). Ο σύγχρονος άνθρωπος αποτελεί πολυτυπικό είδος, δηλ. διακρίνεται σε περισσότερους του ενός τύπους, από τους οποίους ο καθένας αποτελεί και μια μεγάλη ανθρώπινη ομάδα που καλείται από τους Ανθρωπολόγους Φυλετική Ομάδα. Τέτοιες Φυλετικές Ομάδες είναι σήμερα η Λευκή, η Μαύρη (Νεγρική), η Κίτρινη (Μογγολική) κ.λ.π. Κάθε Φυλετική Ομάδα διακρίνεται σε επιμέρους φυλές, όπως π.χ. η Λευκή Φυλετική Ομάδα διακρίνεται στην Μεσογειακή φυλή, την Διναρική φυλή, την Βόρεια (Νορδική), την Αλπική κ.λ.π.
Συνδυασμός ανθρωπολογικών και πολιτιστικών στοιχείων θα εξειδικεύσει τις φυλές και βαθμιαία θα προκύψουν τα έθνη με την σύγχρονη έννοια. Ο πλέον σύγχρονος ορισμός του έθνους είναι ο ακόλουθος: Μια ομογενής (κατά το μάλλον ή ήττον) ανθρωπολογικά και πολιτιστικά κοινότητα ανθρώπων, την οποία χαρακτηρίζουν η κοινή καταγωγή, η κοινά διαμορφωμένη ιστορική συνείδηση, το κοινό εθνικό αίσθημα και χαρακτήρας και τέλος, η κοινή εθνική βούληση. Υπάρχουν και ορισμένα άλλα χαρακτηριστικά ενός έθνους, τα λεγόμενα δευτερεύοντα, που συντελούν μεν στην ενδυνάμωση των δεσμών μεταξύ των μελών του, αλλά δεν θεωρούνται αποφασιστικής σημασίας. Τέτοια είναι η γλώσσα, η θρησκεία, τα κοινά ήθη και έθιμα κ.λ.π. Παρατηρούμε ότι υπάρχει διαφοροποίηση από τον παλαιότερο ορισμό που αναφερόταν σε τέσσερα βασικά γνωρίσματα του έθνους: Τα όμαιμον, το ομόγλωσσον, το ομόθρησκον και το ομότροπον (Ηρόδοτος, Η΄144).
Σε σχέση με τον ορισμό της φυλής που προαναφέραμε, έχει τονισθεί, ότι το έθνος δημιουργείται με την άνοδο μιας φυλής σε ανώτερο επίπεδο συνειδητοποίησης και πολιτισμού. Η δημιουργία ενός Έθνους είναι φαινόμενο διαχρονικό και ψυχολογικό, αποτελεί δε πνευματικό γεγονός που συντελείται εντός των κόλπων μιας ομογενούς, κατά το μάλλον ή ήττον, ανθρωπολογικώς ομάδος. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η δημιουργία της εθνικής συνείδησης. Χρησιμοποιούμε στο παρόν Λεξικό τον όρο φυλή με την έννοια που περιγράψαμε παραπάνω (ως αποτέλεσμα συνδυασμού ανθρωπολογικών και πολιτιστικών στοιχείων) όταν αναφερόμαστε π.χ. στην Ελληνική φυλή, η οποία προέκυψε από την συγχώνευση τριών τουλάχιστον στοιχείων: Από τους αυτόχθονες ολιγάριθμους Μεσολιθικούς κατοίκους του ελλαδικού χώρου, τους Νεολιθικούς κατοίκους της χώρας (Μινωΐτες, Λέλεγες, Κυλικράνες κ.λ.π.) που ανήκαν στο λεγόμενο «Μεσογειακό υπόστρωμα» και τέλος τα Αριοευρωπαϊκά φύλα που θα εγκατασταθούν σε δύο κύματα στον ελλαδικό χώρο. Το πρώτο κύμα εγκαταστάσεων τοποθετείται στο τέλος της Νεολιθικής – αρχές της Εποχής του Χαλκού (γύρω στο 3000 π. Χ.). Οι λαοί αυτού του κύματος θα διεισδύσουν βαθμιαία και θα αναμιχθούν, χωρίς πολεμικές συγκρούσεις (όπως φαίνεται), με τους παλαιότερους κατοίκους του ελλαδικού χώρου. Θα αποτελέσουν την ομάδα λαών που αναφέρεται με τον όρο «προελληνικοί αριοευρωπαϊκοί λαοί» και θα γίνουν γνωστοί ως Πελασγοί, Αίμονες, Καύκωνες, Ύαντες κ.λ.π. Θα συγχωνευθούν σταδιακά με τους προϋπάρχοντες κατοίκους από τους οποίους θα παραλάβουν αρκετά πολιτιστικά στοιχεία και κυρίως την Θρησκεία της «Μεγάλης Θεάς» και τις μητριαρχικές δομές της κοινωνίας τους.
Όπως έχει αναφερθεί και στο Ιστορικό Περίγραμμα, στην αρχή του παρόντος Λεξικού και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, το δεύτερο κύμα εγκαταστάσεων πραγματοποιήθηκε γύρω στο 2200 / 2100 π.Χ. γύρω από τον ορεινό όγκο της Πίνδου.
Οι νεοφερμένοι (Πρωτοέλληνες), μιλούσαν μια πρώτη μορφή της Ελληνικής γλώσσας (Πρωτο-ελληνική), η οποία βαθμιαία θα διαφοροποιηθεί σε τρεις μεγάλες διαλεκτικές ομάδες: Την Δυτική (Ηπειρωτική), την Νοτιοανατολική (Ιωνική) και την λεγομένη Κεντρική, η οποία διακρινόταν σε δύο παραλλαγές και από τις οποίες θα προκύψουν δύο ακόμη ομάδες, η Πρωτο-αιολική και η πρόδρομος της Αρκαδοκυπριακής (βλ. Χάρτη 1).

Χάρτης 1

Οι φορείς αυτών των διαλέκτων υπήρξαν οι βασικοί κλάδοι από τους οποίους θα προκύψουν αργότερα τα διάφορα ελληνικά φύλα: Τρεις από αυτές τις μεγάλες ομάδες-κλάδους οι Ίωνες, οι (Πρωτο-) Αιολείς και οι Αρκάδες, μετά το 1900 π.Χ. θα αρχίσουν να μετακινούνται νοτιότερα και η τέταρτη (Ηπειρωτική) νοτιοδυτικά.
Οι φορείς της μιας από τις δύο παραλλαγές της Κεντρικής διαλέκτου (της Πρωτο-αιολικής), θα εγκατασταθούν αρχικά στην ΝΑ Θεσσαλία, στην περιοχή που θα γίνει αργότερα γνωστή ως Αχαΐα Φθιώτις, όπου θα αφομοιώσουν ένα προελληνικό αριοευρωπαϊκό φύλο (το οποίο ονομάζουμε συμβατικά Πρωτο-Αχαιούς), από το οποίο θα πάρουν την ονομασία τους και ορισμένα λατρευτικά στοιχεία. Γύρω στο 1600 π.Χ. θα μετακινηθούν και πάλι νοτιότερα και θα εγκατασταθούν οριστικά στην Πελοπόννησο. Αυτοί υπήρξαν οι περίφημοι Αχαιοί, οι δημιουργοί του εκπληκτικού Μυκηναϊκού Πολιτισμού. Αποκαλούνται συνήθως Μυκηναίοι προς αποφυγήν συγχύσεως (οι κάτοικοι της Αχαΐας των κλασσικών χρόνων ομιλούσαν μια Δυτική διάλεκτο, συγγενή με την Δωρική, η οποία αποκαλείται Νέο-Αχαΐκή) και η γλώσσα τους Μυκηναϊκή, η οποία έγινε γνωστή μετά την αποκρυπτογράφηση των πινακίδων με την Γραμμική Β.
Γύρω στο 1125 π.Χ. θα σημειωθεί η Δωρική μετανάστευση και η κατάκτηση της Πελοποννήσου, η οποία θα επιφέρει σοβαρότατες ανακατατάξεις στον ελλαδικό χώρο αλλά και στις περιοχές του Αιγαίου και των ακτών της Δυτ. Μικράς Ασίας. Όλες αυτές οι συγχωνεύσεις, οι διασπάσεις και οι αναδιατάξεις μεταξύ των πληθυσμών του ελλαδικού χώρου θα έχουν ως τελικό αποτέλεσμα την αποκρυστάλλωση των ελληνικών φύλων των Ιστορικών χρόνων που περιγράφονται στο παρόν Λεξικό. Για τις υποδιαιρέσεις των φύλων σε Φυλές, θα ήταν σκοπιμότερη η χρήση του όρου «υπο-φύλα» που έχει ήδη προταθεί (βλ. Ι.Ε.Ε. τομ. Β΄ σελ. 35) ώστε να αποφεύγεται η σύγχυση με τον σύγχρονο όρο φυλή, αλλά επειδή στο κείμενο προτιμήθηκε ο αρχαιοελληνικός όρος, προχωρήσαμε στις επεξηγήσεις αυτού του Επιμέτρου.

Χάρτης 2

Θεωρούμε τέλος χρήσιμη και την παράθεση ορισμένων πληροφοριών για την πολιτειακή-κρατική συγκρότηση και εσωτερική οργάνωση των αρχαιοελληνικών φύλων. Τα φύλα αυτά προχώρησαν στην θέσμιση δύο τύπων κρατικής συγκρότησης: Ο ένας τύπος, περισσότερο αρχέγονος, ήταν η μορφή του «φυλετικού κράτους», όπως ονομάζεται από τους νεώτερους ερευνητές (βλ. Ι.Ε.Ε. τομ. Β΄ σελ. 34). Ο άλλος τύπος, που προέκυψε εξελικτικά από τον προηγούμενο ήταν η «πόλις», η οργάνωση της οποίας θα φθάσει το αποκορύφωμά της στην διάρκεια των κλασσικών χρόνων.
Φυλετικά κράτη σχημάτιζαν τόσο τα προελληνικά αριοευρωπαϊκά φύλα, όσο και τα Πρωτο-ελληνικά, πριν ακόμη εγκατασταθούν στον ελλαδικό χώρο.
Νέος τύπος κράτους εμφανίσθηκε στον ελλαδικό χώρο στην διάρκεια της Μυκηναϊκής Εποχής (Υστεροελλαδική 1600-1100 π.Χ.), αλλά εξαφανίσθηκε μετά την κατάρρευση του Μυκηναϊκού κόσμου. Τον ονομάζουμε συμβατικά Ανακτορικό. Είναι αυτός που έγινε γνωστός από την αποκρυπτογράφηση και ανάγνωση των πινακίδων της Πύλου, αλλά φαίνεται ότι επικράτησε και σε άλλα κράτη του Μυκηναϊκού κόσμου. Τα ελληνικά φύλα που παρέμειναν έξω από τα όρια του Μυκηναϊκού Πολιτισμού, καθώς και ορισμένα που κατοικούσαν σε απομονωμένες και δυσπρόσιτες περιοχές, διατήρησαν τον τύπο του φυλετικού κράτους.
Σε όσες επίσης περιοχές οι Μυκηναίοι επέβαλαν την κυριαρχία τους, δεν έθιξαν τις δομές της φυλετικής οργανώσεως των πληθυσμών που κυβέρνησαν, όπως στους Ίωνες της Αττικής και τους Αρκάδες. Ο τύπος του φυλετικού κράτους παρέμεινε αμετάβλητος και στην διάρκεια των αναστατώσεων και μεταναστεύσεων που ακολούθησαν την Δωρική κατάκτηση. Διατηρήθηκε όχι μόνον στα φύλα που παρέμειναν ανεπηρέαστα από τις μετακινήσεις και δεν διασπάσθηκαν, αλλά και στα νέα φύλα που διαμορφώθηκαν από συγχωνεύσεις και αναδιατάξεις άλλων φύλων μεταξύ 1100 και 800 π.Χ. περίπου. Από τους κλάδους των Δωριέων και των Ιώνων θα σχηματισθούν δεκάδες νέων φυλετικών κρατών. Στον βαθμό που γνωρίζουμε πλέον την εσωτερική δομή και λειτουργία ορισμένων από τα ελληνικά κράτη φυλετικού τύπου, όπως και θεσμούς φυλετικής καταγωγής που επιβίωσαν σε κράτη του τύπου της «πόλεως», αλλά και σε διάφορα «κοινά», είμαστε σε θέση να αποκαταστήσουνε σήμερα τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού φυλετικού κράτους και να τα συγκρίνουμε με τα χαρακτηριστικά αναλόγων κρατών άλλων αριοευρωπαϊκών λαών.
Από την αρχή της συγκροτήσεώς του, συνήθως με την συνένωση δύο, τριών ή περισσοτέρων συγγενών κατά κανόνα πατριών, ένα αρχαιοελληνικό φύλο αποτελούσε ένα είδος κράτους: Είχε έναν αρχηγό, διέθετε άλλα όργανα διοικήσεως, στελέχωση, εθιμικό δημόσιο δίκαιο, διεξήγαγε πολέμους και πραγματοποιούσε άλλες επιχειρήσεις που αποφασίζονταν από τους φορείς της εξουσίας σύμφωνα με καθιερωμένη διαδικασία (βλ. Ι.Ε.Ε. τομ. Β΄ σελ. 34).
Η μόνιμη εγκατάσταση δεν αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την σύσταση του φυλετικού κράτους. Ένα φύλο που μετανάστευε ήταν ένα κινούμενο κράτος.
Τα όρια της επικράτειας και κυριαρχίας ενός φύλου συνέπιπταν με τα όρια του φυλετικού του κράτους, γεγονός που συνέβαλλε στην ενίσχυση της ιδιομορφίας του και στην ισχυροποίηση της ενότητός του.
Όταν ένα τμήμα φύλου απομακρυνόταν αμετάκλητα από τα υπόλοιπα, για οποιονδήποτε λόγο, συγκροτούσε νέο φυλετικό κράτος, απαιτούσε όμως μεγάλο χρονικό διάστημα για να αποκτήσει νέα πολιτιστικά χαρακτηριστικά και συνείδηση ξεχωριστής φυλετικής ενότητος.
Η ίδια διαδικασία συνέβαινε και όταν προέκυπτε νέο φύλο από την πολιτική ένωση δύο ή περισσοτέρων φύλων ή τμημάτων από περισσότερα φύλα.
Το φυλετικό κράτος λειτουργούσε κατά κύριο λόγο ως πολεμικός μηχανισμός. Πιθανόν όμως να παρενέβαινε ρυθμιστικά και σε διαφορές ή προστριβές που δημιουργούνταν μεταξύ των μικροτέρων υποδιαιρέσεών του, Φυλών (=υπο-φύλων) ή φρατριών (=πατριών).
Επικεφαλής του φυλετικού κράτους ήταν ένας αρχηγός, του οποίου ο αρχικός τίτλος δεν μας είναι γνωστός. Στους Ιστορικούς χρόνους είχε τον τίτλο αρχαγέτας, ταγός, βασιλεύς. Ο όρος βασιλεύς, είναι κληρονομιά της Μυκηναϊκής Εποχής και σήμαινε έναν τοπικό ηγεμόνα, έναν τοπάρχη, ενώ γνωρίζουμε ότι ο τίτλος του ανωτάτου άρχοντος ήταν Άναξ (Fάναξ). Για τους άλλους δύο τίτλους δεν μας είναι γνωστή η αρχική τους χρήση.
Η εξουσία του αρχηγού πήγαζε από την συνέλευση των πολεμιστών. Φαίνεται ότι σε παλαιότερες εποχές μάλιστα, εκλεγόταν από αυτήν την συνέλευση. Αργότερα έγινε κληρονομικός, αλλά αναγορευόταν από το ίδιο σώμα.
Μετά το τέλος της Μυκηναϊκής Εποχής και των αναστατώσεων που ακολούθησαν, το έθιμο της εκλογής αναβίωσε, λόγω της ανάγκης που προέκυψε να υπάρξουν βασιλείς στα νέα φυλετικά κράτη που δημιουργήθηκαν.
Η υπεροχή του φύλου έναντι του ηγεμόνα του, αποκαλύπτει το γεγονός ότι η γη ανήκε στο φύλο συνολικά. Έπειτα από μια εδαφική επέκταση ή μετά την εγκατάστασή του σε νέα χώρα, το φύλο εκχωρούσε στον βασιλέα ένα κτήμα, που λεγόταν «τέμενος» και ήταν αρκετό ώστε να εξασφαλισθεί στον ίδιο και στον οίκο του επίπεδο διαβίωσης σημαντικά υψηλότερο από οποιαδήποτε άλλη οικογένεια. Άλλα τεμένη αφιερώνονταν στους θεούς του φύλου και αυτά τα «ιερά τεμένη» ήσαν τα πιο γνωστά. Η υπόλοιπη έκταση μοιραζόταν σε δυο μέρη από τα οποία το ένα παρέμεινε ιδιοκτησία του φύλου, ενώ το άλλο μοιραζόταν στις αμέσως μικρότερες υποδιαιρέσεις του φύλου, Φυλές (=υπο-φύλα) ή φρατρίες (= πατριές).
Μετά από την ανάρρησή του, ο αρχηγός του φύλου ήταν ανώτερος από την συνέλευση των πολεμιστών. Την συγκαλούσε όποτε έκρινε ο ίδιος, όχι για να την συμβουλευτεί, αλλά για της ανακοινώσει τις αποφάσεις του. Αυτές όμως έπαιρναν το χρίσμα της νομιμότητος όταν είχαν την επιδοκιμασία της συνέλευσης που εκδηλωνόταν δια βοής.
Παρ’ όλο όμως που ο αρχηγός ενός φύλου ασκούσε την εξουσία του χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, εν τούτοις δεν μπορούσε να παραβεί τους άγραφους νόμους της κοινότητας. Έτσι τελικώς ήταν υποχρεωμένος να υποταχθεί στην ολότητα που είχε διαμορφώσει και καθιερώσει αυτούς τους νόμους.
Ως επικεφαλής του φύλου, ο αρχηγός-βασιλεύς εκτελούσε και θρησκευτικά καθήκοντα όπως δημόσιες θυσίες, για να εξασφαλίσει την εύνοια των Θεών ή για να τους ευχαριστήσει εκ μέρους όλων. Πρέπει να τονίσουμε όμως ότι οι βασιλείς των ελληνικών φύλων ουδέποτε θεωρήθηκαν ως φορείς θεϊκών δυνάμεων και ουδέποτε τους αποδόθηκαν θεϊκές ιδιότητες όπως συνέβη σε άλλους λαούς. Παρέμειναν όμως ισχυρές μερικές από τις πανάρχαιες αντιλήψεις που συνέδεαν την ευημερία της κοινότητος με την αρετή, την δικαιοσύνη, την ευσέβεια των βασιλέων και με το χάρισμα της αποτροπής των κακών που το έπαιρναν από τους Θεούς.
Ο αρχηγός του φύλου έπρεπε να συγκεντρώνει στο πρόσωπό του σωματική αλκή, ανδρεία και όσο το δυνατόν περισσότερα προσόντα και ικανότητες μεγάλου πολεμιστή. Επί πλέον έπρεπε να διαθέτει ηγετικές ικανότητες, ορθή κρίση, ευγλωττία και να έχει τέλος και την εύνοια των Θεών.
Επειδή οι άνδρες που συγκέντρωναν όλα τα προσόντα που προαναφέραμε ήσαν αν όχι σπάνιοι, τουλάχιστον λίγοι και προέρχονταν συνήθως από συγκεκριμένες οικογένειες που καλλιεργούσαν κληρονομικά αυτές τις αρετές και επί πλέον ισχυρίζονταν ότι είχαν προγόνους θεούς ή ήρωες, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι την περίοδο της αιρετής βασιλείας, ο κύκλος των υποψηφίων βασιλέων ήταν πολύ στενός και περιορισμένος.
Από τα πανάρχαια χρόνια, δίπλα στον βασιλιά υπήρχε ένα συμβούλιο, που τα μέλη του - κατά κανόνα ηλικιωμένα - φαίνεται πως εκπροσωπούσαν τις μικρότερες υποδιαιρέσεις του φύλου. Αυτό το σώμα συνεργαζόταν με τον βασιλιά και τα μέλη του διατύπωναν γνώμες και απόψεις για σημαντικά θέματα, είχε δε την εξουσία να χαρίζει τεμένη από την περιουσία του φύλου.
Επί πλέον οι υποδιαιρέσεις ενός φύλου, οι Φυλές (=υπο-φύλα), είχαν επικεφαλής έναν άρχοντα, ο οποίος στην Αθήνα έφερε τον τίτλο «φυλοβασιλεύς».
Οι ακόμη μικρότερες υποδιαιρέσεις, οι οποίες συνήθως χαρακτηρίζονται με τον όρο «φρατρίαι», διεδραμάτιζαν έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο και αποτελούσαν την βάση της πυραμίδας που σχημάτιζε ένα φυλετικό κράτος. Ένα άτομο ανήκε πρωταρχικά σε μια φρατρία, μετά σε μια Φυλή και τέλος σε ένα φύλο. Οι γεννήσεις και οι υιοθεσίες δηλώνονταν στις φρατρίες, κάτι που διατηρήθηκε σε πολλά ελληνικά κράτη μέχρι τους κλασσικούς χρόνους. Η δήλωση αυτή ήταν το σπουδαιότερο γεγονός στην ζωή κάποιου αφού έτσι θεμελίωνε την ιδιότητα του πολίτη. Όσοι δεν ήσαν μέλη φρατριών δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα. Οι φρατρίες περιλάμβαναν έναν αριθμό γενών, που σε μερικά μέρη ονομάζονταν «πάτραι» ή «πατριαί», όρους που ήσαν συνώνυμοι με την ίδια την φρατρία.
Όπως έχουμε αναφέρει το φυλετικό κράτος κυριάρχησε ως θεσμός μέχρι τον 8ο αιώνα π.Χ. Τότε αρχίζει η διαμόρφωση ενός άλλου τύπου κράτους, γνωστό με τον όρο «πόλις». Πρέπει όμως να αναφερθεί ότι οι βασικές αρχές του φυλετικού κράτους περιείχαν τα σπέρματα όλων των θεσμών που συναντούμε σε μεταγενέστερα ελληνικά πολιτεύματα όπως την βασιλεία, που σε ορισμένα κράτη θα εξελιχθεί σε μοναρχία, ενώ σε άλλα θα καταργηθεί, την βουλή, την συνέλευση δηλ. όλων των πολιτών, που θα παραμείνει σε όλα τα πολιτειακά συστήματα, την συνέλευση των πολεμιστών, που θα εξελιχθεί στην εκκλησία του δήμου και τέλος την οργάνωση του κράτους μέχρι το επίπεδο του γένους, του βασικού κυττάρου ενός αρχαιοελληνικού φύλου.
Δ. Ε. Ε.