σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κι οι πηγές μες στον ασβέστη του ήλιου
Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα. Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό. Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα.


