Ο αγαπητός "Αλεξανδρεύς" μας έστειλε την συνέχεια του υπέροχου διηγήματός του "Το αντίτιμον". Για όσους θα ήθελαν να ξαναδιαβάσουν το πρώτο μέρος μπορούν να το βρουν εδώ.
Επιστραφείσα η Αργυρώ προς τον σύζυγον αυτής, έλαβεν και ωδήγησεν αυτόν προς την κλίνην την ευρισκομένην εις το παρακείμενον δωμάτιον. Εβοήθησε να εξαπλώση αφαιρέσασα τα υποδήματα, ανοίξασα το υποκάμισον και λύσασα αυτού την ζώνην. Είτα, στραφείσα ήδη προς την θύραν, είπεν:
-Θα πάγω ως τον παπα Λευτέρη. Να ρθη μετά, να σε διαβάση.
Και μη αναμένουσα απάντησιν εξήλθε του δωματίου και της οικίας. Καθ’ ον χρόνον επορεύετο προς την οικίαν του παπα Λευτέρη, εσκέπτετο ήδη, πάλιν και πολλάκις, τόσον το γεγονός όσον και τους λόγους εκείνους της εξομολογήσεως:
-Ελόγου σου είσαι έτοιμη να την αντέξεις την παιδαγωγία του Θεού στον Αντώνη;
Φθάσασα έμπροσθεν της οικίας του ιερέως εστάθη προς στιγμήν. Η ώρα ήτο ήδη προκεχωρημένη και εδίστασε. Όμως η αγάπη προς τον σύζυγόν της τη επέβαλε όπως κρούση την θύραν, εκβάλλουσα φωνήν άμα τη κρούσει:
-Παπα Λευτέρη, συμπάθα με, η Αργυρώ.
Κατανοήσας ο αγαθός λευίτης ότι ανάγκη μεγίστη έφερε την ευγενή εκείνην ψυχήν έμπροσθεν του οίκου του, επρόβαλε εις το υποφωτιζόμενον παράθυρον και ανοίξας ηρώτησε.
-Τι σου συμβαίνει, ευλογημένη; Μια στιγμή να σ’ ανοίξει η παπαδιά.
Η πρόσχαρος και ευγενής πρεσβυτέρα, ήτις κατανοούσα τον πατρικόν ρόλον του συζύγου είχεν αναλάβη μητρικόν τοιούτον έναντι ολοκλήρου του χωρίου, ήνοιξε την θύραν και ωδήγησεν την ασθμαίνουσα Αργυρώ εις το κεντρικόν δωμάτιον του οίκου.
-Ο παπάς θα κατέβη αμέσως, προσέθεσε κατανοούσα ότι η νυκτερινή εκείνη επίσκεψις δεν ημπορούσε παρά να εμπίπτη εις το απόρρητον της εξομολογήσεως.
Άμα τη αποχωρήσει της παπαδιάς οι λογισμοί κατέκλυσαν την Αργυρώ. Ώσπερ κύματα θαλάσσης εζήτουν να καταπίουν αυτήν.
-Και τι περιμένεις τώρα; Αμ το ’φαγε το κεφάλι του ο αθεόφοβος. Ο αθεόφοβος!!!
Ώσπερ μέλισσα επίμονος η λέξις αύτη ετριγύριζε τον νου της Αργυρώς. Επετίθετο ζητούσα την άνευ όρων παράδοσιν. Εκείνη όμως εξ αγάπης ορμωμένη μετά πάθους και ζήλου ανέλαβεν την υπεράσπισιν του πεσόντος συζύγου.
-Όχι, δεν είναι αθεόφοβος ο Αντώνης μου. Βλάσφημος είναι, το ξέρω. Παιδί την κόλλησε την κακιά συνήθεια στο καράβι. Βρίζανε οι ναύτες κι αυτός μαζί. Τ’ άκουσε τ΄ άκουσε, παιδί πράμα ήτανε και του ‘μεινε το συνήθειο. Μην είχε και κανέναν στο καράβι να τ’ ορμηνέψει; Μα αθεόφοβος; Όχι!
Η τρυφερά εκείνη σύζυγος μετεμορφούτο ήδη εις μητέρα. Μητέρα, ήτις θάλπει και συγχωρεί τον υιόν αυτής ου μόνον όταν θύμα ετέρου τινός γίνηται αλλά και όταν αυτός καθ’ εαυτον πταίη και τα οψώνια της ιδίας αυτού κακίας απολαμβάνη.
-Αργυρώ; Τι είναι ευλογημένη; ηρώτησεν αυτήν ο ιερεύς εισερχόμενος.
-Παπά μου, ο Αντώνης! είπε μόνον.
-Ο Αντώνης; Τι έπαθε ο Αντώνης;
-Βλαστήμησε, παπά μου. Βλαστήμησε μέρα που είναι, την πόρτα στο κατώι που δεν άνοιγε. Κι απέ, δεν δύναται να πη λέξη. Σαν το μοσχάρι το πληγωμένο μουγκανίζει, μα λέξη ανθρωπινή δεν μπορεί να πει.
Κατανοήσας το πρόβλημα ο ιερεύς εκείνος ως να επερίμενε από καιρόν την θείαν δίκην εσηκώθη, κι έκαμε το σταυρό του.
-Μέγας είσαι Κύριε είπε κι ευθέως ερώτησε: Ζη όμως. Έτσι δεν είναι Αργυρώ;
Ζη παπά μου. Τονε λυπήθηκε η χάρη Της.
-Δόξα σοι ο Θεός ανεφώνησε τότε ο λευίτης μη καταστήσας αύθις σαφή τον λόγον της δοξολογίας. Βλέπων δε την απορίαν ζωγραφισμένην εις το πρόσωπον της συνομιλητρίας του προσέθεσε:
-Δοξάζω το Θεό που δεν τον πήρε. Μα περισσότερο τονε δοξάζω που τονε τιμώρησε. Σπεύσας δε να προλάβη τους λογισμούς της Αργυρώς συνεπλήρωσε την φράσιν: Που τονε τιμώρησε εδώ. Σε τούτη τη ζωή. Προσωρινώς.
Η πίστις της Αργυρώς δεν ηδυνήθη να νικήση την συζυγικήν αγάπην της και δάκρυα έρρευσαν επί των παρειών της. Κατενόει την ορθότητα των λεγομένων του ιερέως αλλ΄ ο πόνος του παθήματος του ηγαπημένου της συζύγου ενίκα πάσαν προσπάθειαν αποδοχής του γεγονότος. Η προοπτική ενός βωβού ή μάλλον βρυχωμένου συζύγου ήτο τόσον απεχθής, ώστε ενδομύχως κατ΄ αρχήν, μεγαλοφώνως εν συνεχεία είπε τον λόγον:
-Κάλλιο να το πάθαινα εγώ, παρά ο Αντώνης μου !
συνεχίζεται...
Αλεξανδρεύς
Ανηφορίζουσα η κυρά Αργυρώ προς το επί της κορυφής ευρισκόμενον εκκλησίδιον, το οποίον ο πόθος και η επιμονή των χριστιανών μάλλον ή τα σαθρότατα υλικά – τα συνηγμένα εκ των φυσικών παρακαταθηκών του λόφου: λίθοι, ξύλα, λάσπη κ.λ.π.) διετήρουν ορθόν και αντιστεκόμενον εις την φυσικήν φθοράν είχεν ήδη αρχίσει διάλογον μετά της οικοδεσποίνης του ναού.
-Αχ, Παναγιά μου! Τι με ήβρε την μαύρη! Αχ, του το έλεγα εγώ, του αθεόφοβου. Βρε κόψ’ το. Κόψ’ το το ελάττωμα πριν σε κόψει εκείνο! Τίποτε αυτός. Το χαβά του. Και μου αγρίευε μάλιστα, να τονε φοβηθώ! Που κακός χρόνος να μην τον έβρη!
Αχ, Παναγία μου! Έχεις τα δίκια σου Παρθένα μου ότι και να σου πω! Κανόνισέ τα εσύ, Παρθένα μου.
Ούτως εβόα η δύσμοιρος Αργυρώ ταχύνουσα διαρκώς το βήμα, ουδόλως εμποδιζομένη υπό της αυξανομένης κλίσεως του ανηφορικού δρομίσκου του οδηγούντος εις το εξωκκλήσιον της Παναγίας της καλουμένης «Βοηθείας».
Πλην των κραζόντων τεττίγων και ευαρίθμων πτηνών, άτινα ενθαρρυνόμενα υπό της εσπερινής λήξεως του καύσωνος ελάλλουν, ουδείς έτερος ακροατής ευρίσκετω τη ηλικιωμένη ταύτη γυναικί. Αύτη δε βεβαία έχουσα την πίστιν ότι η των ανθρώπων Μήτηρ μετά προσοχής ήκουε τον πόνο της εσυνέχιζε απτόητος την υπεράσπισιν του πταίσαντος συζύγου.
-Και τι να της πω της Παναγιάς, απευθένετω προς τον απόντα σύζυγον αυτής. Να ‘τανε αρρώστια; Να ‘τανε φτώχεια; Να προστρέξω στη χάρη της. Μα τώρα; Με ποια μούτρα βρε να της ζητήσω χάρη;
Ήτο γνωστόν εις άπαν το χωρίον εκείνον ότι ο σύζυγος της κυρά Αργυρώς ο μπαρμπα-Αντώνης ήτο άνθρωπος αγαθός, δίκαιος και τίμιος. Κατητρύχετο ωστόσο από του φοβερού αμαρτήματος της βλασφημίας. Ότε ενίκα αυτόν ο θυμός εξεστόμιζε λόγους φοβερούς, βδελυρούς και ανοσίους. Εάν δε επεχείρει τις να τον ανακόψη, το αποτέλεσμα ήτο ενάντιον, οδηγών αυτόν εις χειροτέρας και ανοσιωτέρας βλασφημίας.
Ματαίως η δύστηνος Αργυρώ επεχείρει να τον συνετίση. Ματαίως έτεροι συγχωριανοί τω έλεγον πως «Κι αυτοί άντρες είναι βρε αδερφέ και θυμώνουν μα δεν ξερνάνε δα και τέτοια λόγια». Ματαίως ο ευσεβής του χωρίου ιερεύς ο παπα Λευτέρης εζήτει παιδαγωγήσαι τον βλάσφημον εκείνον. Ο χρόνος της ζωής αυτού παρήρχετω και η ευσεβής σύζυγος έτρεμε δια την μέλλουσαν αυτού καταδίκην. Ότε δε εξωμολογείτο τον λογισμόν αυτόν εις τον πνευματικόν της παπα Λευτέρη εκείνος την παρεμύθη λέγων:
-Δεν θα αφήσει ο Θεός, Αργυρώ. Τόσες προσευχές κάμνεις ελόγου σου. Κι ο Αντώνης δεν είναι κακός άνθρωπος. Μα ο σατανάς τον έχει δέσει με τη βλαστήμια και τον κρατάει γερά. Εμείς να ευχόμαστε ο Θεός να τον συνετίσει εδώ στη γη και να τον σώσει.
Άπαξ δε εστάθη και προσέθεσε σκεπτόμενος και κινών την λευκασμένην αυτού κεφαλήν ο αγαθός λευίτης:
-Μα, για πες μου: Ελόγου σου είσαι έτοιμη να την αντέξεις την παιδαγωγίαν του Θεού στον Αντώνη;
Έθεσεν ο έμπειρος εκείνος πνευματικός την ερώτησιν ταύτην γνωρίζων ποίαν βαθυτάτη αγάπη είχεν εις τον πεπτωκότα σύζυγό της η αγαθή εκείνη ψυχή. Αγάπη ήτις υπερέβαινε τα συνήθη μέτρα εξαπλουμένη εις όλην την ύπαρξίν της. Η Αργυρώ εσκέφθη κατ’ ολίγον και ύστερον σοβαρώς ώσπερ προς τριχοκουρίαν ετοιμαζομένη παρήλλαξε το λόγιον της υποταγής λέγουσα:
-Με τη βοήθεια του Θεού, Πάτερ.
Τον λόγον τούτον είχε ήδη λησμονήσει η Αργυρώ μέχρι της προπαρελθούσης νυκτός. Την μοιραίαν εκείνην νύκτα, προσπαθών να κλείσει την θύραν του σταύλου ο Αντώνης εθύμωσε ότι αύτη τω αντεστέκετω∙ και θυμώσας εξέβαλε λόγους τρομερούς, βλασφήμους κατά του προσώπου της Υπεραγίας Θεοτόκου. Είχεν ήδη εισέλθει ο Δεκαπενταύγουστος και ακούσασα τους λόγους τούτους η Αργυρώ επάγωσε. Μυστικώς εδεήθη προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον όπως μη προσμετρήση τω βλασφήμω συζύγω την αμαρτίαν ταύτην. Όμως φευ! Την φοράν ταύτην η δέησις δεν εισηκούσθη και ο βλάσφημος σύζυγος ερυθρός εκ του θυμού επέπεσεν βαρύς επί της δυστροπούσης θυρός, ανοίξας αυτήν βιαίως. Η Αργυρώ έσπευσεν εις βοήθειαν του ψυχή τε και σώματι πεπτωκότος συζύγου.
-Εχτύπησες Αντώνη μου; τον ηρώτησε μη αναφερομένη στας μιαράς βλασφημίας γνωρίζουσα εκ πείρας ότι άλλως θα επέφερε το αντίθετον αποτέλεσμα
Προσπαθήσας να απαντήσει ο πεπτωκώς ουκ ηδύνατο σχηματίσαι λόγον. Η γλώσσα αυτού εδυσκολεύετο να γυρίσει και ουδεμία κατανοητή λέξις εξήρχετο εκ του στόματος ειμή άναρθροι κραυγαί.
Η Αργυρώ ευθύς κατενόησε και υποστηρίξασα τον σύζυγον αυτής τον ωδήγησε εις τον οίκον χορηγήσασα αυτώ ποτήριον ύδατος. Εκείνου δε συνεχίζοντος τον ακατανόητον βρυχηθμόν παρεμύθει αυτόν λέγουσα:
-Σιγά-σιγά, Αντώνη μου. Θα μου τα πεις όλα, είσαι ταραγμένος.
Έπειτα εγκαταλείψασα αυτόν προς στιγμήν εφώρμησε προς το μικρόν εικονοστάσιον και πέσασα χαμαί εξέβαλε βαθύν λυγμόν γινώσκουσα ότι η παιδαγωγία περί ης ωμίλει προφητικώς ο παπα Λευτέρης είχεν έλθει. Κατόπιν εσηκώθη και τανυζομένη μέχρι του εικονοστασίου έλαβε την παλαιάν εικόνα της Θεοτόκου. Δεν την ησπάσθη ως εσυνήθιζε αλλά συγκλείσασσα αυτήν εν τη αγκάλη αυτής τούτον μόνον τον λόγον εψέλλισε:
-Παναγιά μου, μη μας συνεριστείς. Και εσιώπησε.
Εις την σκέψιν της Αργυρούς η ιδία ήτο αμέριστως τω συζύγω αυτής ηνωμένη και εις την τρομεράν εκείνην πτώσιν. Δια τούτο είπεν μη μας συνεριστείς.
(συνεχίζεται)
Αλεξανδρεύς