Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρασιατική Καταστροφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρασιατική Καταστροφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022

Συγκλονιστικό κείμενο για τον Χρυσόστομο Σμύρνης

 

Συγκλονιστικό κείμενο για τον Χρυσόστομο Σμύρνης Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Το συγκλονιστικότερο κείμενο που, κατ΄εμέ, γράφτηκε για το έργο και το Μαρτύριο του Αγίου Μητροπολίτου Σμύρνης Χρυσοστόμου είναι αυτό που ανέγνωσε στις 13 Νοεμβρίου 1962 στη Μεγάλη Αίθουσα του Πανεπιστημίου Αθηνών ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Λεωνίδας Φιλιππίδης, που διετέλεσε και πρύτανις του εν λόγω Πανεπιστημίου κατά το ακαδημαϊκό έτος 1965-66.

Για τον Εθνοϊερομάρτυρα Χρυσόστομο έχουν γραφεί πολλά βιβλία με έγκυρες όσο και συνταρακτικές μαρτυρίες περί του μαρτυρίου του. Ένα από τα σπουδαιότερα θεωρείται του Σπυρίδωνος Λοβέρδου. Καταπληκτικό σε συγγραφική δύναμη κυκλοφορήθηκε το 1929. Όμως δεν μπορεί να παραβληθεί με το κείμενο του Λεωνίδα Φιλιππίδη. Κι αυτό γιατί ο αείμνηστος καθηγητής συνδυάζει τη συγκλονιστική περιγραφή με τα βιώματα που απέκτησε ζώντας κοντά στον Άγιο Εθνοϊερομάρτυρα Μητροπολίτη Σμύρνης ως διευθυντής του Ιδιαιτέρου του Γραφείου επί δύο και πλέον χρόνια, τα πιο κρίσιμα, τραγικά και βασανιστικά για τη ζωή του. 

Ως προς την εργατικότητά του Αγίου ο Φιλιππίδης γράφει: «Από της 5ης πρωινής ευρίσκετο εις το γραφείον του, αποσφραγίζων και παραδίδων εις τον ιδιαίτερον Γραμματέα του (Σημ, γρ. Δηλαδή σε εκείνον) την επίσημον και προσωπικήν αλληλογραφίαν. Ο όγκος των απαντήσεων έπρεπε να υπογραφή την 11ην νυκτερινήν και να ταχυδρομηθή το μεσονύκτιον, ενώ η σύνταξις εκθέσεων επί της καταστάσεως παρεξέτεινε την εργασίαν πολύ πέρα του μεσονυκτίου...Είναι ζήτημα αν ανεπαύετο τρεις ώρας κατά το εικοσιτετράωρον».

Στη Μικρά Ασία, μη υπαρχούσης ελληνικής κρατικής εξουσίας, το βάρος αυτό είχε επωμισθή η εθναρχούσα εκκλησιαστική ηγεσία άνευ επαρκών οικονομικών μέσων. Γράφει σχετικώς ο Λεωνίδας Φιλιππίδης για τον άγιο Μητροπολίτη Σμύρνης: 

« Μη κεκτημένος ο ίδιος περιουσίαν, είχεν ανά πάσαν στιγμήν εις την διαθεσίν του τον πλούτον των ευκαταστάτων εκ του ποιμνίου του εις χρήμα και εις είδη. Προίκα εζήτει απ’ αυτού εις παντός είδους υφάσματα, ρουχισμόν και οικιακά σκεύη η πτωχή χήρα δια την ορφανήν κόρην της; Με εν σημείωμά του προς υφασματέμπορον και με δεύτερον προς έμπορον οικιακών σκευών εχορηγούντο εις αυτήν πλήρης ρουχισμός και οικοσκευή. Τα ναύλα της δεν είχε άλλη πτωχή δια να ταξειδεύση προς λουτροθεραπείαν;- σημείωμα προς τον πλοιοκτήτην ή τον πράκτορά του και εξεδίδετο αμέσως εισιτήριον μετ΄ επιστροφής, εβοηθείτο δε και χρηματικώς η αιτούσα υπό του Μητροπολίτου. δια τα λοιπά της έξοδα...Μόλις οι έμποροι και τα Γραφεία αντίκρυζον σημείωμα με τον δικέφαλον και με τον γραφικόν χαρακτήρα, την υπογραφήν και την σφραγίδα του Μητροπολίτου εξετέλουν το σημείωμα αμέσως και πλήρως... Κατάπληκτος έμεινα ότε ημέραν τινά παρέστην εις τον εξής διάλογον μεταξύ του Μητροπολίτου και εμπόρου:

-Δεσπότη μου ήρθα να μου πείτε τι παράπονο έχετε μαζί μου;

-Παράπονον αγαπητέ μου, γιατί;

-Γιατί Δεσπότη μου, έχετε δύο εβδομάδες να μου στείλετε χαρτί να δώσω πράγμα σε χριστιανό! Αυτά τα χαρτιά σας για εμάς είναι ευλογία!...». 

Θα συνεχίσουμε την προσεχή Τρίτη τα περί του Εθνοϊερομάρτυρος Χρυσοστόμου, του Μεγαλομάρτυρα κατά τον αείμνηστο Φιλιππίδη.

Πατερικός: Συγκλονιστικό κείμενο για τον Χρυσόστομο Σμύρνης (paterikos.blogspot.com)

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2022

Αιτίες και παράγοντες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Μία ιστορική τραγωδία

 

100 χρόνια μετά την τραγική βίωση της Μικρασιατικής Καταστροφής, επιχειρείται μία συνολική προσπάθεια καταγραφής του κλίματος που προηγήθηκε και οδήγησε αναπόφευκτα σε αυτό το μεγάλο ιστορικό τραύμα για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό. Η κρατική Ελλάδα τραυμάτισε ανεπανόρθωτα τον Ελληνισμό της Ανατολής. Σκοπός της συζήτησης του Μανώλη Βαρδή και του Νίκου Μαυρίδη δεν είναι να αναλυθούν τα στρατιωτικά και τα πολιτικά γεγονότα αυτής της περιόδου, αλλά να χαρτογραφηθεί το περιβάλλον (εσωτερικό και εξωτερικό) της βασανιστικής πορείας προς την καταστροφή της Σμύρνης και του Ελληνισμού της Ιωνίας

Αντιφωνο

Τετάρτη 11 Μαΐου 2022

Ένα κεράκι μνήμης για τους Μικρασιάτες πρόσφυγες

 

Μικρασιατική Καταστροφή
Δεν Ξεχνώ

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη Μικρασιατική καταστροφή θα κάνω μια σύντομη αναφορά σε μία μεγάλη μορφή του μικρασιατικού τραγουδιού, τον Δημήτρη Ατραϊδη (1900- 1970), στο τραγούδι του: “Σαν πλησιάσει ο καιρός”, σε στίχους Δ. Σέμση.

          Οι στίχοι του τραγουδιού:

                   Σαν πλησιάσει ο καιρός, τα μάτια μου να κλείσω

                   επιθυμώ στον τόπο μου, εκεί να ξεψυχήσω.

                   Φωτιά θα βάλω μόνος μου, να κάψω το κορμί μου

                   γιατί δεν βρίσκεται γιατρός να γιάνει την πληγή μου.

                   Αφήστε με να καίγομαι, ώσπου να γίνει στάχτη

                   και μες στη στάχτη θα βρεθούν, τα έρημά μου πάθη.

                   Αφήστε με να κοιμηθώ, τα μάτια μου να κλείσω

                   έχω μεγάλα βάσανα, από το νου να σβήσω.

                   Τέτοια πληγή που έχω γω, είναι μεγάλο ντέρτι

                   γιατρός είναι ο θάνατος, τον καρτερώ να έρθει.

          Το συγκεκριμένο τραγούδι του Ατραϊδι βασικό θέμα που εγείρεται είναι η  επιθυμία του συνθέτη να “κλείσει τα μάτια του” στον τόπο καταγωγής του, τη Σμύρνη, την οποία εγκατέλειψε ως πρόσφυγας λόγω της Καταστροφής του 1922. Συγκεκριμένα, μέσω ορισμένων γλωσσικών επιλογών ο στιχουργός Δ. Σέμσης αποτυπώνει με γλαφυρό και εναργή τρόπο την εικόνα του θανάτου που διατρέχει ολόκληρο το τραγούδι.

          Το τραγούδι “Σαν πλησιάσει ο καιρός” μπορεί να αναγνωσθεί γλωσσικά αλλά και ψυχολογικά.

          Κατ’ αρχάς μέσω της μεταφοράς “τα μάτια μου να κλείσω”, αποδίδεται το αναπόδραστο του θανάτου, η αναπόφευκτη κατάληξη του ανθρώπινου βίου, ενώ με το τοπικό επίρρημα “εκεί” δίπλα στον στίχο  “να ξεψυχήσω”, υπογραμμίζεται η αγεφύρωτη απόσταση του συνθέτη από την πατρίδα. Τελευταία του επιθυμία, ωστόσο δεν είναι παρά η επιστροφή στη Σμύρνη, την οποία, όπως καθίσταται σαφές μέσω της κτητικής αντωνυμίας  “μου” , θεωρεί πατρίδα του, ακόμη κι αν βρίσκεται πολλά χιλιόμετρα μακριά. Επιπρόσθετα με τη χρήση της υποτακτικής, στους στίχους “να κλείσω” και να “κλείσω’, η οποία αντανακλά το προσδοκώμενο και το επιθυμητό που βιώνει ο καλλιτέχνης, προσδίδεται ιδιαίτερη έμφαση στον  άσβεστο πόνο του επαναπατρισμού, αλλά  και της εθνικής υπερηφάνειας που τον χαρακτηρίζει. Στο τέλος του τραγουδιού, ενώ ο θάνατος είναι στην πραγματικότητα απευκταίος, το ποιητικό υποκείμενο τον επιδιώκει, προκειμένου να λάβει την ίαση και τη θεραπεία για τους καημούς του (“μεγάλο βάσανο”), “μεγάλο ντέρτι”), όπως φανερώνει η προσωποποίηση του θανάτου στον τελευταίο στίχο του τραγουδιού (“γιατρός είναι ο θάνατος”).

          Αλλά πέρα από τα γλωσσικά που μπορεί να αναδείξει κανείς, μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει, νομίζω, η ψυχολογική προσέγγιση του τραγουδιού. Στο συγκεκριμένο τραγούδι τα ψυχικά τραύματα που εγχαράσσονται στην ψυχή και τη μνήμη των προσφύγων λόγω της οδύνης του ξεριζωμού αποτυπώνονται με τις λέξεις “φωτιά”, “καίω”, “καίγομαι” και “στάχτη”.

          Με τον τρόπο αυτόν, η προσφυγιά παρομοιάζεται με πυρκαγιά που “απανθρακώνει” τους ανθρώπους, καθώς προκαλεί θλίψη, πικρία και απελπισία. Μάλιστα ο βεβαρημένος ψυχισμός του ποιητικού υποκειμένου το οδηγεί στην αυτοχειρία (“φωτιά θα βάλω μόνος μου, να κάψω το κορμί μου”), αφού ο θάνατος αποτελεί τη μόνη διέξοδο προς τη λύτρωση από τον ανείπωτο αυτόν πόνο. Η επανάληψη της προστακτικής “αφήστε με” υποδηλώνει την έντονη προτροπή και παράκληση του καλλιτέχνη, ώστε να μην επιχειρήσει κανείς να τον αποτρέψει από αυτήν την πράξη απελπισίας.

          Έτσι το τραγούδι “Σαν πλησιάσει ο καιρός” του Ατραϊδη εκφράζει τους καημούς, τον πόνο και την θλίψη ενός ολόκληρου κόσμου, στη μνήμη του οποίου η Σμύρνη παρέμεινε πάντοτε η “πατρίδα” του.

          Καίτη Μπαλτά. Μια γλωσσική και ψυχολογική προσέγγιση του τραγουδιού: “Σαν πλησιάσει ο καιρός”.

“ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ”, φ. 1099

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2022

Ἡ Σμύρνη τῶν Ἑλλήνων

 


Ἡ Σμύρνη εἶναι μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες Ἑλληνικὲς πόλεις, τῆς ἀρχαίας καὶ τῆς Ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της ὡς καὶ τὰ νεώτερα χρόνια. Ἡ ἀνάπτυξή της σὲ ὅλες τὶς ἐποχὲς ὀφείλεται στὴ γεωγραφική της θέση, τὴν ἐνδοχώρα καὶ τὸ λιμάνι της, παράγοντες ποὺ τὴν εὐνόησαν.

Στὴν ἀρχαιότητα ἦταν γνωστὴ ὡς μιὰ ἀπὸ τὶς πόλεις ποὺ… διεκδικοῦσαν τὴν καταγωγὴ τοῦ Ὁμήρου. Οἱ μυθικὲς παραδόσεις ἀναφέρουν ὅτι ἱδρύθηκε ἀπὸ τὴν ἀμαζόνα Σμύρνα ἢ Σμύρνη ἢ ἀπὸ τὸν Θησέα. Οἱ ἀρχαιολογικὲς μαρτυρίες ἐπιβεβαιώνουν τὸ ἱστορικὸ πυρῆνα τοῦ μύθου. Ἡ πρώτη κατοίκηση τῆς Σμύρνης ἐντοπίστηκε σὲ μιὰ μικρὴ χερσόνησο στὴ βορειοανατολικὴ ἀκτὴ τοῦ κόλπου τῆς Σμύρνης, τὴ γνωστὴ Μπαϊρακλή, ἡ ὁποία ἔχει τὸν ἔλεγχο τῆς περιοχῆς καὶ ἦταν ἰδιαίτερα ἀσφαλής, ἀφοῦ προστατευόταν ἀπὸ τὴν θάλασσα[1].

Ἡ ἀρχαία πόλη ἱδρύθηκε ἀπὸ τοὺς Αἰολεῖς τὸ 1.100 π. Χ. Τὸν 8ο αἰ. Ἴωνες ἀπὸ τὴν Κολοφώνα, παραγκώνισαν τοὺς Αἰολεῖς, ἐγκαταστάθηκαν στὴν Σμύρνη καὶ τὴν ἔκαναν μέρος τῆς Ἰωνικῆς Δωδεκάπολης. Μεγάλη ἀκμὴ γνώρισε ἡ πόλη καὶ τὸ λιμάνι της, τὸ Ναύλοχον, κατὰ τοὺς ἀρχαϊκοὺς χρόνους. Στὴν Ἀρχαϊκὴ περίοδο ἡ Σμύρνη, μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες ἀποικίες, ὅπως ἡ Μίλητος, ἡ Ἔφεσος, ἡ Τεὼς καὶ οἱ Ἐρυθρές, ἦταν πόλεις-κράτη ποὺ διοικοῦνταν μὲ βάση τὸ ἀριστοκρατικὸ σύστημα, μὲ ἕνα βασιλέα[2]. Σύμφωνα μὲ τὸ Θέογνι (500 π. Χ.), αὐτὸ ποὺ κατέστρεψε τὴ Σμύρνη ἦταν ἡ περηφάνια της. Ὁ Μίμνερμος, καταγόμενος ἀπὸ τὴ Σμύρνη, ἔγραψε γιὰ τὸν ἐκφυλισμὸ τῶν πολιτῶν στὶς μέρες του, καθὼς δὲν μποροῦσαν πιὰ νὰ ἀντισταθοῦν στὴ λυδικὴ προέλαση. Ὁ Ἀλυάττης Γ' (609-560 π. Χ.) κατέκτησε τὴν πόλη καὶ τὴ λεηλάτησε.

Ἡ Σμύρνη ὡς οἰκισμὸς δὲν ἔπαψε νὰ ὑπάρχει, ἀλλὰ ὁ ἑλληνικὸς τρόπος ζωῆς καὶ ἡ πολιτικὴ ἑνότητα καταστράφηκαν καὶ ἡ πόλη-κράτος, ποὺ ἐκείνη τὴν περίοδο ξεχώριζε ἀνάμεσα στὰ χωριὰ τῆς περιβάλλουσας ὑπαίθρου χώρας, ἀναδιοργανώθηκε ἡ ἴδια ὡς χωριό. Ἀναφέρεται σὲ ἕνα χωρίο τοῦ Πινδάρου καὶ σὲ μιὰ ἐπιγραφὴ τοῦ 388 π. Χ., ὡστόσο τὸ μεγαλεῖο της εἶχε χαθεῖ. 

Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἦταν αὐτὸς ποὺ ἐπανίδρυσε τὴ πόλη τὸ 334 π.Χ. καὶ ἐπανέφερε τὴν παλιά της αἴγλη. Ὡστόσο, τὸ σχέδιο αὐτὸ ὁλοκληρώθηκε ἀπὸ τοὺς διαδόχους του, Ἀντίγονο (316-301 π. Χ.) καὶ Λυσίμαχο (301-281 π. Χ.), οἱ ὁποῖοι  τὴν ἐπέκτειναν καὶ τὴν ὀχύρωσαν. Στὴν πραγματικότητα ὁ Λυσίμαχος μετονόμασε τὴν πόλη  σὲ Εὐρυδίκη, ἀπὸ τὴν κόρη του, ἕνα ὄνομα ποὺ ἡ Σμύρνη τὸ διατήρησε ἕως τὸ 281 π. Χ. 

Κατὰ τὴν Ἑλληνιστικὴ περίοδο διακοσμήθηκε μὲ ἐξαιρετικὰ ἀρχιτεκτονικὰ ἔργα, ἡ ὁποία ξανακτίστηκε στὴν περιοχὴ ὅπου βρίσκεται ἡ σύγχρονη πόλη. Ἰδιαίτερα ἀκμάζουσα περίοδος ἦταν τὸ τέλος τοῦ 3ου αἰ. π.Χ., ὅταν ἡ Σμύρνη πέρασε στὴ σφαῖρα ἐπιρροῆς τῶν βασιλέων τῆς Περγάμου. Ὡστόσο, τὸ 197 π. Χ. ἡ πόλη ξαφνικὰ ἀποστάτησε ἀπὸ τὸ βασιλιᾶ Εὐμένη τῆς Περγάμου καὶ στράφηκε γιὰ βοήθεια στὴ Ρώμη μαζὶ μὲ τὴ Λάμψακο καὶ τὴν Ἀλεξάνδρεια Τρωάδα. Ἡ τελευταία ἄδραξε τὴν εὐκαιρία καί, ὅταν οἱ ρωμαϊκὲς κοόρτεις στάλθηκαν στὴ Μικρὰ Ἀσία, ἡ πόλη χρησιμοποιήθηκε ὡς προπύργιο γιὰ τὴν ἀνατολικὴ ἐξάπλωση τῆς Ρώμης ἐξαιτίας τοῦ ἐξαιρετικοῦ φυσικοῦ λιμανιοῦ της. Ἔκτοτε παρέμεινε πιστὴ σύμμαχος τῆς Ρώμης. 

Ἡ Ρωμαϊκὴ περίοδος γιὰ τὴ Σμύρνη ἦταν σημαντικὴ ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις. Μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς ἐπαρχίας τῆς Μ. Ἀσίας θεωρήθηκε μητρόπολη: ἐκεῖ διοργανώνονταν περιοδικὰ δικαστήρια καὶ πραγματοποιοῦνταν συχνὲς ἐπισκέψεις τοῦ κυβερνήτη. Ἐξακολούθησε νὰ παρέχει βοήθεια στὸ ρωμαϊκὸ στρατὸ πολλαπλῶς. Μέσῳ μιᾶς σειρᾶς αὐτοκρατορικῶν δωρεῶν καὶ τοπικῶν εὐεργεσιῶν, τὸ 2ο αἰῶνα ἡ ὀμορφιὰ τῆς πόλης ἀνταγωνιζόταν ἐκείνη τῆς Ἐφέσου  τῆς Περγάμου καὶ μερικοὶ μάλιστα θεωροῦσαν τὴ Σμύρνη «τὴν πιὸ ὄμορφη πόλη τῆς Ἀσίας».

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

1922…

 


Του Θανάση Τζιούμπα

…Αιώνες πριν η παλίρροια της ιστορίας μας ταξίδεψε πέρα από τις Συμπληγάδες, πέρα από τις Ηράκλειες στήλες, ως την Αλεξάνδρεια την Εσχάτη. Τώρα η άμπωτις μας έριξε πίσω στον βράχο που μας γέννησε, τσακισμένους, να κουβαλάμε εκτός από τα ωραία ερείπια του ποιητή και τις μνήμες της Αιολικής, της Ιωνικής, της Δωρικής απέναντι γης, αυτές που χάσαμε εκατό χρόνια πριν.

…1922: Το αίμα πότισε το Κάλε Γκρότο, την Εξέχουσα του Αφιόν, το Αλί Βεράν, τις προκυμαίες της «Γκιαούρ» Σμύρνης. Οίκαδε λοιπόν.

…Στεργιάδης, Παπούλας, Χατζηανέστης, Γούναρης, Κωνσταντίνος Β΄. Οι Ερινύες των εμφύλιων που διατρέχουν θαρρείς το γονιδίωμα ενός λαού.

…Οι ήρωες και οι προδότες, Ο Λεωνίδας κι ο Εφιάλτης, Ο Διάκος κι ο Πήλιος Γούσης.

…Λέγαμε κάποτε ότι μας αρκεί να κουβαλάμε τους βωμούς μας στα καράβια μας, σαν τα ξύλινα τείχη της Πυθίας ή σαν τις Κιβωτούς. Τώρα όμως τα καράβια μας φέρουν σημαίες ευκαιρίας κι οι καραβοκύρηδες κολυμπούν στην λησμονιά του Σίτυ.

..Λέγαμε κάποτε ότι το θάμπος από τις λαμπερές φορεσιές της παλιάς μας γιορτής είναι η κληρονομιά μας. Τώρα οι φορεσιές είναι κουρέλια και το θάμπος δεν είναι παρά το μετείκασμα της παλιάς δόξας στα δικά μας -κι όχι των άλλων- μάτια.

…Συρρικνωθήκαμε γεωγραφικά, συρρικνωθήκαμε δημογραφικά, συρρικνωθήκαμε πολιτισμικά, συρρικνωθήκαμε ψυχικά.

Κι όμως, ενάντια στους καιρούς:

…Είναι η ώρα να ξαναμετρηθούμε με τους εαυτούς μας και το πεπρωμένο μας.

…Να ξαναβρούμε την άφθαρτη κληρονομιά, αυτή που θάλλει μέσα στον πολιτισμό μας που πρέπει να ξαναανακαλύψουμε, την γλώσσα που πρέπει να ξανακαλλιεργήσουμε, το φιλότιμο που πρέπει να ξαναθυμηθούμε, το πνεύμα της αντίστασης που κάλυψε το ευρωπαϊκό μας ενύπνιο.

…Είναι η ώρα να σκάψουμε την πέτρα για να ξαναβρούμε την ρίζα.

…Είναι η ώρα να είμαστε σκληροί στην μνήμη, χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας.

…Είναι ώρα να θυμηθούμε τους μάρτυρες μας, παλιούς και σύγχρονους.

…Είναι η ώρα να ξαναβρούμε το νήμα, τις μουσικές, είναι η ώρα να μοιραστούμε τα καινούργια μας τραγούδια.

…Είναι ώρα να ψηλώσουμε για να μπορέσουμε να αντικρύσουμε κατάματα αυτό που ήμασταν κάποτε κι αυτό που μπορούμε να γίνουμε τώρα.

…“Γιατί αν δεν πραγματοποιήσουμε το αδύνατο, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το αδιανόητο”, όπως ειπώθηκε σε άλλους χωροχρόνους.

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2021

Μνήμη, δηλαδή βούληση

 

Η απόδοση τιμής μνήμης στα θύματα της γενοκτονίας, που βάδισαν με απίστευτη για τα σημερινά μέτρα γενναιότητα προς τον μαρτυρικό θάνατο, περιφρονώντας τον άλλο δρόμο, της υποταγής και του εκτουρκισμού-όλοι γνωρίζουμε πως συγκροτήθηκε το τουρκικό έθνος στα αιματοπότιστα χώματα της Μικρασίας- δεν είναι μόνο στοιχειώδες ηθικό καθήκον προς εκείνες τις ψυχές αλλά και αναγνώριση πως χωρίς μνήμη δεν υπάρχει αξιοπρέπεια και χωρίς αξιοπρέπεια δεν έχει νόημα η ζωή. Η μνήμη όμως δεν μεταφέρεται μηχανικά-το βλέπουμε ακόμη και σε απογόνους θυμάτων που συναγελάζονται με τον θύτη, κι όχι από χριστιανική μεγαλοψυχία αλλά από ταπεινές ενορμήσεις.

          Χωρίς βούληση η μνήμη παύει να είναι αυτό το λυπημένο μα αξιοπρεπές φως και γίνεται κάρβουνο, κάποτε και στάχτη. Εύκολα τότε εξαφανίζεται-πανάρχαια μέθοδος για να μη πονάς- και υποκαθίσταται από ιδεολογίες ή και από συμφέροντα. Για τούτο οφείλουμε να μη ξεχνάμε και εκείνους που διαφύλαξαν την ιερή μνήμη των θυμάτων. Γιατί, όσο κι αν μοιάζει εξωφρενικό σε νεώτερους, είχαμε φτάσει στην κατάντια, πριν σαράντα χρόνια, να εορτάζονται αυτήν ακριβώς την ημέρα, στο λεγόμενο “σπίτι του Κεμάλ” στη Θεσσαλονίκη, παρουσία Ελλήνων επισήμων, τα εκατό χρόνια από την γέννηση του Τούρκου Αδόλφου. Έλειψε η μνήμη; Όχι. Έλειψε η βούληση. Η βούληση  να υπερασπιζόμαστε εμπράκτως την μνήμη των θυμάτων αρνούμενοι κάθε συνδιαλλαγή με τους θύτες μέχρι την ημέρα που κάποιος πρόεδρος της τουρκικής δημοκρατίας θα γονατίσει μπροστά σ’ ένα μνημείο της γενοκτονίας, σ’ ένα μνημείο στην Σαμψούντα, εκεί που πριν από εκατόν δύο χρόνια αποβιβάστηκε ο Κεμάλ για να ολοκληρώσει  ένα από τα πιο ειδεχθή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Κ. Χατζηαντωνίου, “ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ” Αρ. Φυλ. 1079

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Κρητικός παπάς που τόλμησε να λειτουργήσει στην Αγία Σοφία 466 χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης


Τον Ιανουάριο του 1919, στην Κωνσταντινούπολη, έλαβε χώρα ένα γεγονός, το οποίο οι περισσότεροι Έλληνες αγνοούν. 466 χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους, ο ναός της Αγίας Σοφίας που μέχρι τότε λειτουργούσε ως τζαμί, μετετράπη για λίγη ώρα ξανά σε ελληνικό χριστιανικό ναό και τελέστηκε Θεία Λειτουργία. Πρωταγωνιστής αυτού του συγκλονιστικού γεγονότος της εθνικής μας ζωής, ήταν ο παπα-Λευτέρης Νουφράκης από τις Αλώνες Ρεθύμνου, ο οποίος υπηρετούσε ως στρατιωτικός ιερέας στη Β’ Ελληνική Μεραρχία, μια από τις δύο Μεραρχίες που συμμετείχαν στις αρχές του 1919 στο «συμμαχικό» εκστρατευτικό σώμα στην Ουκρανία. Η Μεραρχία αυτή στο δρόμο προς την Ουκρανία στάθμευσε για λίγο στην Κωνσταντινούπολη, την Πόλη των ονείρων του ελληνικού λαού, η οποία βρισκόταν τότε υπό «συμμαχική επικυριαρχία», ύστερα από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Μια ομάδα Ελλήνων αξιωματικών με επικεφαλής το γενναίο Κρητικό και μαζί του τον ταξίαρχο Φραντζή, τον ταγματάρχη Λιαρομάτη, τον λοχαγό Σταματίου και τον υπολοχαγό Νικολάου αγνάντευαν από το πλοίο την πόλη και την Αγια-Σοφιά, κρύβοντας βαθιά μέσα στην καρδιά τους το μεγάλο μυστικό τους, τη μεγάλη απόφαση που είχαν πάρει το περασμένο βράδυ, ύστερα από πρόταση και έντονη επιμονή του λιονταρόψυχου Κρητικού παπα-Λευτέρη Νουφράκη. Να βγουν δηλαδή στην πόλη και να λειτουργήσουν στην Αγια-Σοφιά. Όλοι τους ήταν διστακτικοί, όταν άκουσαν τον παπα-Λευτέρη να τους προτείνει το μεγάλο εγχείρημα. Ήξεραν ότι τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Η Αγια-Σοφιά, ήταν ακόμη τζαμί, σίγουρα κάποιοι φύλακες θα ήταν εκεί, κάποιοι άλλοι θα πήγαιναν για προσευχή, δεν ήταν δύσκολο από τη μια στιγμή στην άλλη να γεμίσει η εκκλησία. Ύστερα ήταν και οι ανώτεροί τους που δεν θα έβλεπαν με καλό μάτι αυτή την ενέργεια, η οποία σίγουρα θα προκαλούσε θύελλα αντιδράσεων από τους «συμμάχους» για την «προκλητικότητά» της. Ίσως μάλιστα να δημιουργείτο και διπλωματικό επεισόδιο που θα έφερνε σε δύσκολη θέση την ελληνική κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο. Όμως ο παπα-Λευτέρης έχει πάρει την απόφασή του, ήταν αποφασιστικός και κατηγορηματικός.
- Αν δεν έρθετε εσείς, θα πάω μοναχός μου! Μόνο ένα ψάλτη θέλω. Εσύ, Κωνσταντίνε (Λιαρομάτη), θα μου κάνεις τον ψάλτη;
- Εντάξει, παππούλη, του απάντησε ο Ταγματάρχης, που πήρε και αυτός την ίδια απόφαση, κι όλα πια είχαν μπει στο δρόμο τους.
Τελικά, μαζί τους πήγαν και οι άλλοι.
Το πλοίο που μετέφερε τη Μεραρχία είχε αγκυροβολήσει στ’ ανοιχτά, γι αυτό επιβιβάστηκαν σε μια βάρκα στην οποία κωπηλατούσε ένας Ρωμιός της Πόλης και σε λίγο αποβιβάστηκαν στην προκυμαία. Ο Κοσμάς, ο ντόπιος βαρκάρης, έδεσε τη βάρκα και τους οδήγησε από τον συντομότερο δρόμο στην Αγια-Σοφιά. Η πόρτα ήταν ανοιχτή λες και τους περίμενε. Ο Τούρκος φύλακας κάτι πήγε να πει στη γλώσσα του, όμως τον καθήλωσε στη θέση του και τον άφησε άφωνο ένα άγριο κι αποφασιστικό βλέμμα του ταξίαρχου Φραντζή. Όλοι μπήκαν μέσα σε ευλάβεια και προχώρησαν κάνοντας το σταυρό τους. Ο παπα-Λευτέρης ψιθύρισε με μεγάλη συγκίνηση: «Εισελεύσομαι εις τον οίκον σου, προσκυνήσω προς Ναόν Αγίον σου εν φόβω.».

Προχωρεί γρήγορα, δεν χρονοτριβεί. Εντοπίζει το χώρο στον οποίο βρισκόταν το Ιερό και η Αγία Τράπεζα. Βρίσκει ένα τραπεζάκι, το τοποθετεί σ’ αυτή τη θέση, ανοίγει την τσάντα του, βγάζει όλα τα απαραίτητα για τη Θεία Λειτουργία, βάζει το πετραχήλι του και αρχίζει.
- Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
- Αμήν, αποκρίνεται ο ταγματάρχης Λιαρομάτης και η θεία λειτουργία στην Αγια-Σοφιά έχει αρχίσει.
Οι αξιωματικοί μοιάζουν να τα ‘χουν χαμένα, όλα έγιναν τόσο ξαφνικά και φαίνονται απίστευτα. Η Θεία Λειτουργία προχωρεί κανονικά. Η Αγια-Σοφιά ύστερα από 466 ολόκληρα χρόνια ξαναλειτουργείται! Ο παπα-Λευτέρης συνεχίζει. Όλα γίνονται ιεροπρεπώς, σύμφωνα με το τυπικό της Εκκλησίας. Ακούγονται τα «Ειρηνικά», το «Κύριε ελέησον», «ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού.», που γράφτηκε από τον ίδιο τον Ιουστινιανό με την προσταγή και την φροντίδα του οποίου χτίστηκε και η Αγια-Σοφιά. Ακολουθεί η «Μικρή Είσοδος», το «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ.», ο «Απόστολος» από τον ταξίαρχο Φραντζή και το «Ευαγγελικό Ανάγνωσμα» από τον παπα-Λευτέρη. Χρέη νεωκόρου εκτελεί ο υπολοχαγός Νικολάου. Στο μεταξύ η Αγια-Σοφιά αρχίζει να γεμίζει με Τούρκους. Ο παπα-Νουφράκης δεν πτοείται και συνεχίζει. Οι άλλοι κοιτάζουν σαστισμένοι πότε τον ατρόμητο παπά και πότε τους Τούρκους που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρακολουθούν σιωπηλοί μη μπορώντας ίσως να πιστέψουν στα μάτια τους, γιατί αυτό που γινόταν εκείνη την ώρα μέσα στην Αγια-Σοφιά, ήταν πραγματικά κάτι το απίστευτο. Μετά το «Ευαγγέλιο» ακολουθεί το «Χερουβικό» από τον ταγματάρχη Λιαρομάτη, ενώ ο παπα-Λευτέρης τοποθετεί το αντιμήνσιο πάνω στο τραπεζάκι, για να κάνει την «Προσκομιδή». Οι Τούρκοι συνεχώς πληθαίνουν. Οι ώρες είναι δύσκολες, αλλά και ανεπανάληπτες, επικές. Ο παπα-Νουφράκης συνεχίζει. Βγάζει από την τσάντα ένα μικρό «Άγιο Ποτήριο», ένα δισκάριο, ένα μαχαιράκι, ένα μικρό πρόσφορο κι ένα μικρό μπουκαλάκι με νάμα. Με ιερή συγκίνηση και κατάνυξη κάνει την προσκομιδή, ενώ ο Λιαρομάτης συνεχίζει να ψάλει το «Χερουβικό». Όταν ολοκλήρωσε την «Προσκομιδή», στρέφεται στον υπολοχαγό Νικολάου, του λέει ν’ ανάψει το κερί για να ακολουθήσει η «Μεγάλη Είσοδος». Ο νεαρός υπολοχαγός προχωρεί μπροστά με το αναμμένο κερί και ακολουθεί ο παπάς βροντοφωνάζοντας: «Πάααντων ημών μνησθείη Κύριος ο Θεός.».
Στη συνέχεια ακολουθούν οι «Αιτήσεις» και το «Πιστεύω», το οποίο είπε ο Φραντζής. Στο μεταξύ η Αγια-Σοφιά, έχει γεμίσει με Τούρκους κι ανάμεσά τους υπάρχουν και πολλοί Έλληνες της Πόλης, που βρέθηκαν εκεί αυτή την ώρα και παρακολουθούν με συγκίνηση τη λειτουργία, χωρίς να τολμούν να εξωτερικεύσουν τα συναισθήματά τους «δια τον φόβον των Ιουδαίων», δηλαδή των Τούρκων. Μόνο κάποιες στιγμές δεν μπορούν να συγκρατήσουν τα δάκρυα που τρέχουν από τα μάτια τους και για να μην προδοθούν φροντίζουν και τα σκουπίζουν πριν γίνουν «πύρινο» ποτάμι και τότε ποιός θα μπορούσε να τα συγκρατήσει. Η Λειτουργία στο μεταξύ φτάνει στο ιερότερο σημείο της, την «Αναφορά». Ο παπα-Λευτέρης με πάλλουσα από τη συγκίνηση φωνή λέει: «Τα σα εκ των Σω, Σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα».

Όλοι οι αξιωματικοί γονατίζουν και η φωνή του ταγματάρχη Λιαρομάτη ακούγεται να ψέλνει το «Σε υμνούμεν, Σε ευλογούμεν, Σοι ευχαριστούμεν Κύριε και δεόμεθά Σου ο Θεός ημών». Σε λίγη ώρα η αναίμακτη θυσία του κυρίου μας έχει τελειώσει στην Αγια-Σοφιά, ύστερα από 466 ολόκληρα χρόνια! Ακολουθεί το «Άξιον Εστί», το «Πάτερ ημών», το «Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε» και όλοι οι αξιωματικοί πλησιάζουν και κοινωνούν τα «Άχραντα Μυστήρια». Ο παπα-Λευτέρης λέει γρήγορα τις ευχές και ενώ ο Λιαρομάτης ψέλνει το «Ειη το όνομα Κυρίου ευλογημένον.» καταλύει το υπόλοιπον της Θείας Κοινωνίας και απευθυνόμενος στον υπολοχαγό Νικολάου του λέει: «Μάζεψέ τα γρήγορα όλα και βάλ’ τα μέσα στην τσάντα». Ύστερα κάνει την «Απόλυση».
Η Θεία Λειτουργία στην Αγια-Σοφιά, έχει ολοκληρωθεί. Ένα όνειρο δεκάδων γενεών Ελλήνων έχει γίνει πραγματικότητα. Ο παπα-Νουφράκης και οι τέσσερις αξιωματικοί είναι έτοιμοι να αποχωρήσουν και να επιστρέψουν στο πλοίο. Η Εκκλησία όμως είναι γεμάτη Τούρκους, οι οποίοι έχουν αρχίσει να γίνονται άγριοι, επιθετικοί συνειδητοποιώντας τι ακριβώς είχε συμβεί. Η ζωή τους κινδυνεύει άμεσα. Όμως δε διστάζουν, πλησιάζει ο ένας τον άλλο, γίνονται «ένα σώμα», μια γροθιά και προχωρούν προς την έξοδο. Οι Τούρκοι είναι έτοιμοι να τους επιτεθούν, όταν ένας Τούρκος αξιωματούχος παρουσιάζεται με την ακολουθία του και τους λέει: «Ντουρούν χέμεν..»
(Αφήστε τους να περάσουν). Το είπε με μίσος. Θα ήθελε να βάψει τα χέρια του στο αίμα τους, όμως εκείνη τη στιγμή έτσι έπρεπε να γίνει, αυτό επέβαλαν τα συμφέροντα της πατρίδας του, δεν ήταν χρήσιμο γι αυτούς να σκοτώσουν τώρα πέντε Ρωμιούς αξιωματικούς μέσα στην Αγια-Σοφιά. Δεν ξεχνά ότι στ’ ανοιχτά της Πόλης βρίσκονται δύο ετοιμοπόλεμες ελληνικές Μεραρχίες κι ακόμη ότι η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται ουσιαστικά υπό την επικυριαρχία των νικητών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στους οποίους βέβαια δεν συμπεριλαμβάνονται οι Τούρκοι. Στο άκουσμα αυτών των λόγων οι Τούρκοι υποχωρούν. Ο παπα-Νουφράκης και οι άλλοι αξιωματικοί βγαίνουν από την Αγια-Σοφιά και κατευθυνόμενοι προς την προκυμαία, όπου τους περιμένει η βάρκα. Ένας μεγαλόσωμος Τούρκος τους ακολουθεί, σηκώνει ένα ξύλο και ορμά για να χτυπήσει τον παπα-Νουφράκη. Διαισθάνεται, ξέρει ότι αυτός ο παπάς είναι ο εμπνευστής, ο δημιουργός αυτού του γεγονότος. Ο ηρωικός παπάς σκύβει για να προφυλαχθεί, αλλά ο Τούρκος καταφέρνει και τον χτυπά στον ώμο. Λυγίζει το σώμα του από τον αβάσταχτο πόνο, όμως μαζεύει τις δυνάμεις του, ανασηκώνεται και συνεχίζει να προχωρεί. Στο μεταξύ ο ταγματάρχης Λιαρομάτης και ο λοχαγός Σταματίου αφοπλίζουν τον Τούρκο, που είναι έτοιμος για να δώσει το πιο δυνατό κι ίσως το τελειωτικό χτύπημα στον παπά. Ήδη, πλησιάζουν στη βάρκα. Μπαίνουν όλοι μέσα. Ο Κοσμάς μαζεύει τα σχοινιά και αρχίζει γρήγορα να κωπηλατεί. Σε λίγο βρίσκονται πάνω στο ελληνικό πολεμικό πλοίο ασφαλείς και θριαμβευτές.
Ακολούθησε διπλωματικό επεισόδιο και οι «σύμμαχοι» διαμαρτυρήθηκαν έντονα στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος αναγκάστηκε να επιπλήξει τον παπα-Λευτέρη Νουφράκη. Όμως κρυφά επικοινώνησε μαζί του και επαίνεσε και συνεχάρη τον πατριώτη ιερέα, που «έστω και για λίγη ώρα ζωντάνεψε μέσα στην Αγια-Σοφιά τα πιο ιερά όνειρα του Έθνους μας».


Αυτό ήταν σε γενικές γραμμές το ιστορικό της Θείας Λειτουργίας που έγινε ύστερα από 446 χρόνια στην Αγια-Σοφιά από τον ηρωικό παπα-Λευτέρη Νουφράκη.Σήμερα δεν υπάρχει καμία προτομή του στο χωριό του, στην πόλη του Ρεθύμνου, στον περίβολο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης ή σε κάποια πλατεία της πρωτεύουσας της Ελλάδας. Κανένας δρόμος, έστω και ο πιο ασήμαντος, δε φέρει το όνομά του. Καμία αναφορά δε γίνεται στη ζωή και στη δράση του στα πλαίσια της τοπικής ή της εθνικής μας ιστορίας. Τίποτε απ’ όλα δεν έχει γίνει! Όχι γι αυτόν. Αυτός το χρέος του το έκαμε χωρίς να αποβλέπει σε κανενός είδους ανταπόδοση. Αλλά για μας, για μας που έχουμε ανάγκη από τέτοια ηρωικά πρότυπα, από ισχυρά στηρίγματα, για να, μπορέσουμε να κρατήσουμε και να διασώσουμε ό,τι είναι δυνατόν από την ταυτότητά μας, από τα ιδανικά του γένους μας, από την ίδια την ψυχή μας.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

13 Σεπτεμβρίου 1922: Αρχίζει η καταστροφή της Σμύρνης από τους Τούρκους


Άγνωστες μαρτυρίες έρχονται στο φως για πρώτη φορά και διαλύουν κάθε αμφιβολία για τα δραματικά γεγονότα
Ποιος έκαψε τη Σμύρνη; Πλέον δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Το βιβλίο του Βρετανού συγγραφέα Τζάιλς Μίλτον «Ο Χαμένος Παράδεισος, Σμύρνη 1922» βασίστηκε σε, ανέκδοτα μέχρι σήμερα, γράμματα και ημερολόγια Λεβαντίνων της Σμύρνης. Οι μαρτυρίες Αμερικανών, Βρετανών και Γάλλων που είδαν Τούρκους στρατιώτες με βαρέλια γεμάτα πετρέλαιο να ραντίζουν τα κτίρια στην αρμενική συνοικία και να βάζουν φωτιά, δίνουν την πιο κατηγορηματική απάντηση στο ιστορικό ερώτημα. Αναπάντητα όμως συνεχίζουν να παραμένουν τα γιατί μπροστά σε τόσο ανθρώπινο πόνο και παραλογισμό: την ώρα που οι ορχήστρες των βρετανικών πλοίων έπαιζαν για να μην ακούγονται οι κραυγές των προσφύγων, οικογένειες κρύβονταν σε τάφους για να γλιτώσουν. Οι οδυνηρές σκηνές τις οποίες παρακολούθησε εκείνο το πρωί ο αιδεσιμώτατος Ντόμπσον δεν ήταν τίποτα μπροστά στη σφαγή στην οποία έγιναν μάρτυρες τα μέλη της Πυροσβεστικής της Σμύρνης. Οι πυροσβέστες ήταν Έλληνες και Τούρκοι, ο σταθμός των οποίων χρηματοδοτείτο εν μέρει από ασφαλιστικές εταιρείες του Λονδίνου.
Σε αυτές τις εταιρείες είχαν ασφαλιστεί τα πιο εντυπωσιακά κτίρια της Σμύρνης και έτσι ήταν προς το συμφέρον τους να τα προστατεύσουν από τη φωτιά. Οι πυροσβέστες είχαν ήδη σπεύσει να σβήσουν φωτιές από τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης. Τώρα, στις 10.30 το πρωί, υπήρχαν αναφορές για μια καινούργια φωτιά στην οδό Suyane, στην αρμενική συνοικία. Μεταξύ εκείνων που εστάλησαν να σβήσουν τη φωτιά ήταν ο αρχιπυροσβέστης Τσορμπάτζης από τους πιο παλιούς στο πυροσβεστικό σώμα της Σμύρνης. Τόσα χρόνια είχαν δει πολλά τα μάτια του, τίποτα όμως δεν τον είχε προετοιμάσει για τον όλεθρο που θα συναντούσε. «Σε όλα τα σπίτια που μπήκα, έβλεπα πτώματα», διηγήθηκε. «Σε ένα σπίτι, ακολούθησα τη γραμμή του αίματος που έφθανε σ´ ένα ντουλάπι. Το άνοιξα και πάγωσα. Μέσα βρισκόταν το νεκρό κορμί μιας κοπέλας με τα στήθη της κομμένα…».

Όταν βγήκε πάλι στον δρόμο, ο Τσορμπάτζης είδε πολλούς Τούρκους φαντάρους. «Παντού κυκλοφορούσαν ένοπλοι στρατιώτες. Κάποιος από αυτούς μπήκε σ´ ένα σπίτι όπου κρυβόταν μια αρμένικη οικογένεια και τους έσφαξε. Όταν βγήκε έξω, το μαχαίρι του έσταζε αίμα. Το σκούπισε στις μπότες του». (…)
Ξεφόρτωναν βαρέλια
Την ίδια στιγμή που ο Αμερικανός πρόξενος Τζορτζ Χόρτον προσπαθούσε να απομακρύνει από τη Σμύρνη τους Αμερικανούς υπηκόους, ένας δάσκαλος ονόματι Κρικόρ Μπαγκτζιάν―ο οποίος κρυβόταν στην ταράτσα της Αρμενικής Λέσχης στην οδό Rechidie―παρακολουθούσε κάτι πολύ ανησυχητικό. Στην άκρη του δρόμου μια ομάδα στρατιωτών ξεφόρτωνε μεγάλα βαρέλια. «Δεν είδα το περιεχόμενό τους», έγραψε, «αλλά κρίνοντας από το χρώμα και το σχήμα τους, ήταν ίδια με τα βαρέλια που χρησιμοποιούσε η Ρetroleum Company της Σμύρνης. Κάθε βαρέλι το φυλούσαν 2-3 Τούρκοι στρατιώτες και το μετέφεραν στην άλλη πλευρά του δρόμου προς την αρμενική εκκλησία. Αισθάνθηκα ένα ρίγος στην πλάτη μου καθώς συνειδητοποίησα τον σκοπό όλων αυτών των προετοιμασιών». Ο Μπαγκτζιάν και οι φίλοι του παρακολουθούσαν από την κρυψώνα τους να ξεφορτώνονται όλο και περισσότερα βαρέλια στην αρμενική συνοικία. «Τα τοποθετούσαν σε απόσταση 200 μέτρων το ένα από το άλλο και όταν τελείωσαν… άκουσα κάτι που μπορώ να περιγράψω ως “ήχους βροχής που πέφτει στη σκεπή”». Οι Τούρκοι στρατιώτες ψέκαζαν τα κτίρια με πετρέλαιο. «Αισθανόμασταν τις σταγόνες να πέφτουν πάνω μας», έγραψε ο Κρικόρ, «καθώς οι στρατιώτες από τον δρόμο έριχναν με κουβάδες πάνω στους τοίχους ένα υγρό. Μόλις το μύρισα στα ρούχα μου, δεν είχα καμία αμφιβολία ότι ήταν πετρέλαιο».
Ακολούθησαν φωτιές
Από τους πρώτους που τις πρόσεξαν ήταν η Μίνι Μιλς, διευθύντρια του Αμερικανικού Κολεγίου Θηλέων. Μόλις είχε τελειώσει το γεύμα της όταν αντελήφθη ότι ένα από τα γειτονικά κτίρια καιγόταν. Σηκώθηκε όρθια για να παρατηρήσει καλύτερα και εξεπλάγη από το θέαμα: «Είδα με τα μάτια μου έναν Τούρκο αξιωματικό να μπαίνει σ´ ένα σπίτι κρατώντας τενεκέδες με πετρέλαιο ή βενζίνη και σε λίγα λεπτά το σπίτι είχε παραδοθεί στις φλόγες». Δεν ήταν η μόνη στο Κολέγιο που είδε το ξέσπασμα της φωτιάς. «Οι καθηγητές μας αλλά και μαθήτριες είδαν Τούρκους με στρατιωτικές στολές, φαντάρους και αξιωματικούς, να χρησιμοποιούν μακριά στειλιάρια με κουρέλια στην άκρη, τα οποία είχαν εμποτιστεί σε ένα δοχείο με υγρό. Έμπαιναν με αυτά σε σπίτια τα οποία σε λίγο καίγονταν». Λίγα λεπτά αργότερα η Κινγκ Μπιρτζ, σύζυγος Αμερικανού ιεραποστόλου, παρατήρησε μια κολόνα καπνού να υψώνεται πάνω από την αρμενική συνοικία. «Ανέβηκα στον πύργο του Αμερικανικού Κολεγίου και με ένα ζευγάρια κιάλια μπορούσα να ξεχωρίσω τις φιγούρες Τούρκων στρατιωτών που έβαζαν φωτιά σε σπίτια».

Αξιόπιστοι μάρτυρεςΕίναι αρκετοί οι αξιόπιστοι μάρτυρες που αργότερα θα κατέθεταν για τον ρόλο των στρατιωτών του Κεμάλ στο ξέσπασμα της φωτιάς. Ο Κλάφλιν Ντέιβις του αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού είδε Τούρκους να ρίχνουν εύφλεκτο υλικό κατά μήκος ενός δρόμου στον οποίο κατευθυνόταν η φωτιά.
Ο μεσιέ Ζουμπέρ, διευθυντής της τράπεζας Credit Foncier στη Σμύρνη, βρήκε το κουράγιο να ρωτήσει μια ομάδα Τούρκων στρατιωτών τι έκαναν. «Απάντησαν νευρικά ότι εκτελούσαν εντολές να ανατινάξουν και να κάψουν όλα τα σπίτια της περιοχής».
Γάλλος επιχειρηματίας―του οποίου τα συμφέροντα του επέβαλλαν να καταθέσει ανώνυμα―δήλωσε ότι στρατιώτες έβαλαν φωτιά σε όλα τα καταστήματα της οδού Ηadji Stamon, ακολουθώντας τις οδηγίες τού πρώην επικεφαλής της τουρκικής αστυνομίας στο Κορδελιό.
Εύφλεκτο υγρόΚάποιοι από τους κατοίκους της πόλης εγκατέλειψαν τα σπίτια τους πριν η φωτιά τους αποκόψει από τους δρόμους διαφυγής. Οι Αρμένιοι καθολικοί πατέρες του τάγματος Μεχιταριάν εγκατέλειψαν το μοναστήρι τους και κατευθύνθηκαν προς το γαλλικό προξενείο. Στις παρυφές της αρμενικής συνοικίας είδαν πολλές αποδείξεις εμπρησμού. «Καθώς περπατούσαμε, παρατηρήσαμε άδεια δοχεία πετρελαίου και βενζίνης σκορπισμένα εδώ και εκεί και υγρό να τρέχει στους δρόμους», έγραψε ένας εξ αυτών. «Ήταν σίγουρα πετρέλαιο ή βενζίνη. Είδαμε Τούρκους στρατιώτες σε ένα αυτοκίνητο οι οποίοι, με τη βοήθεια μιας αντλίας, ψέκαζαν όλα τα σπίτια από τα οποία περνούσαν με αυτό το εύφλεκτο υγρό».


Μέχρι τις 2 το μεσημέρι, το μεγαλύτερο μέρος της αρμενικής συνοικίας είχε παραδοθεί στις φλόγες: οι εκκλησίες του Αγίου Στεφάνου και της Αγίας Παρασκευής, το αρμενικό νοσοκομείο και εκατοντάδες σπίτια, καφενεία και καταστήματα. Η αρμενική συνοικία έπρεπε να έχει αντισταθεί περισσότερο στις φλόγες. Πολλά από τα κτίρια είχαν ξανακτιστεί στο τέλος του 19ου αιώνα και οι δρόμοι είχαν διαπλατυνθεί ώστε να μη μεταδίδεται η φωτιά από το ένα τετράγωνο στο άλλο. Όμως αυτό θα προστάτευε την περιοχή σε άλλες περιπτώσεις, όχι τώρα που τα σπίτια είχαν καταβρεχθεί με πετρέλαιο. «Οι φλόγες θέριευαν συνεχώς», έγραψε ο Οράν Ράμπερ, τουρίστας που είχε φθάσει στη Σμύρνη λίγες ημέρες νωρίτερα. Στα σύγχρονα χρονικά, δεν υπάρχει πιθανώς κάτι που να μπορεί να συγκριθεί με εκείνη τη νύχτα της 13ης Σεπτεμβρίου στη Σμύρνη». [SUΝDΑΥ ΤΙΜΕS]
Αδιάψευστα στοιχεία
“Το βιβλίο του Τζάιλς Μίλτον «Ρaradise Lost, Smyrna 1922. Τhe Destruction of Ιslam’s City of Τolerance» (Ο Χαμένος Παράδεισος, Σμύρνη 1922. Η καταστροφή της ισλαμικής πόλης της ανοχής), εκδόσεις Sceptre, έγινε δεκτό με εγκωμιαστικές κριτικές από τις μεγαλύτερες βρετανικές εφημερίδες. Για «δυνατή και συγκινητική αφήγηση» έγραψαν οι ‘Sunday Τimes’ κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στον «αιματηρό κατακερματισμό της πολυπολιτισμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον Α´ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Μίλτον έχει γράψει ένα αξιομνημόνευτο βιβλίο για ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας. Ξεκαθαρίζει, άπαξ διά παντός, ποιος έκαψε τη Σμύρνη, προβάλλοντας αδιάψευστα στοιχεία για τη μεταφορά χιλιάδων βαρελιών πετρελαίου από τους Τούρκους στρατιώτες σε όλες τις περιοχές της πόλης εκτός από την τουρκική συνοικία. Οι Τούρκοι περιέλουσαν όλα τα σπίτια με πετρέλαιο και άναψαν φωτιές, με την πλήρη έγκριση του Μουσταφά Κεμάλ ο οποίος ήταν αποφασισμένος να δώσει την τελική λύση στο “πρόβλημα των μειονοτήτων” προκειμένου να εξασφαλίσει τη μελλοντική σταθερότητα της νεόκοπης Τουρκικής Δημοκρατίας. Ένα σχετικά ομοιογενές τουρκικό κράτος πράγματι δημιουργήθηκε, όμως όπως δείχνει ο Μίλτον, το κόστος ήταν αφάνταστο σε μία από τις πιο τρομερές ανθρωπιστικές καταστροφές του 20ού αιώνα». [Ιndependent]
Το στομάχει σφίγγεται
«Η συναρπαστική καταγραφή των γεγονότων από τον Μίλτον για την καταστροφή της Σμύρνης βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ανέκδοτα μέχρι τώρα γράμματα και ημερολόγια που προέρχονται από μέλη εύπορων “λεβαντίνικων” οικογενειών της πόλης. Οι μαρτυρίες της σφαγής από αυτόπτες μάρτυρες κάνουν το στομάχι σου να σφίγγεται καθώς διαβάζεις…»

«Οι εντολές μας είναι να κάψουμε τα σπίτια»

Μέχρι σήμερα, οι περισσότεροι Τούρκοι επιμένουν στον ισχυρισμό ότι η φωτιά―που σύντομα θα έπαιρνε τρομακτικές διαστάσεις―αποτελούσε πράξη σαμποτάζ από την πλευρά των Ελλήνων και των Αρμενίων. Όμως υπάρχουν πολλές αμερόληπτες περιγραφές που αποδεικνύουν ότι ο τουρκικός στρατός σκόπιμα έβαλε φωτιά στη Σμύρνη. Κάποιοι από τους μάρτυρες ανήκαν στο πυροσβεστικό σώμα της Σμύρνης. Αργότερα εκλήθησαν να καταθέσουν ενόρκως σε βρετανικό δικαστήριο σε δίκη που ξεκίνησε η ασφαλιστική εταιρεία Guardian.
Ένας από αυτούς ήταν ο αρχιπυροσβέστης Τσορμπάτζης, που έφτασε από τους πρώτους στον τόπο απ´ όπου ξεκίνησε η πυρκαγιά. Καταφθάνοντας στην οδό Τchoukour ανέβηκε σε μια σκεπή προκειμένου να εκτιμήσει το μέγεθος της φωτιάς. «Μετά κατέβηκα σ´ ένα από τα δωμάτια όπου συνάντησα έναν πάνοπλο Τούρκο στρατιώτη. Έβαζε φωτιά στο εσωτερικό ενός συρταριού. Με κοίταξε άγρια αλλά έφυγε. Στα ρουθούνια μου ήρθε η έντονη μυρωδιά του πετρελαίου».
Ο συνάδελφος του αρχιπυροσβέστη Τσορμπάτζη, Εμμανουήλ Κατσαρός, είχε μια παρόμοια εμπειρία. Κατάβρεχε την Αρμενική Λέσχη με νερό σε μια προσπάθεια να εμποδίσει την προέλαση της φωτιάς όταν είδε δύο Τούρκους στρατιώτες να μπαίνουν στο κτίριο με τενεκέδες γεμάτους πετρέλαιο.
Διαμαρτυρήθηκε όταν τους είδε να τους αδειάζουν στο πάτωμα. «Από τη μία προσπαθούμε να σταματήσουμε τις φωτιές και από την άλλη τις ανάβετε», τους είπε. «Εσύ έχεις τις δικές σου εντολές», του απάντησε ο ένας στρατιώτης, «και εμείς έχουμε τις δικές μας. Το κτίριο είναι αρμενική ιδιοκτησία. Οι εντολές μας είναι να το κάψουμε».
Σε άλλα μέρη, οι πυροσβέστες ανακάλυψαν ότι δεν μπορούσαν να παλέψουν με τις φλόγες επειδή οι μάνικές τους είχαν κοπεί. Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο παρά να περιμένουν να σβήσει η φωτιά από μόνη της. Όμως αυτό φαινόταν όλο και πιο απίθανο μια και ο άνεμος―που ήδη ήταν δυνατός―ενισχυόταν από τα ανατολικά.
Οι τρεις διαφορετικές φωτιές που είχαν εντοπιστεί από τους μάρτυρες γύρω στις 12 το μεσημέρι είχαν, κατά τη 1.30 μ.μ., ενωθεί σε μια μεγάλη πυρκαγιά που μαινόταν σε όλη την αρμενική συνοικία. Όταν ο Γκαραμπέντ Χατσεριάν σκαρφάλωσε στη σκεπή του σπιτιού της οικογένειας Βερκίν, σκέφτηκε ότι η πυρκαγιά ήταν εκτός ελέγχου. «Ένα τεράστιο σύννεφο καπνού απλωνόταν πάνω από τη συνοικία», έγραψε. «Η φωτιά εξαπλωνόταν προς δύο κατευθύνσεις, απόδειξη ότι είχε εσκεμμένα ξεκινήσει από διάφορα σημεία ταυτόχρονα». Ο Χατσεριάν κατάλαβε ότι τα πράγματα θα δυσκόλευαν αφού η πυρκαγιά εξανάγκαζε χιλιάδες ανθρώπους να βγουν στους δρόμους.
«Τρεις τρόποι για να πεθάνεις» Η προκυμαία της Σμύρνης έγινε το σκηνικό της ανθρώπινης εξαθλίωσης Χιλιάδες άνθρωποι που προσπαθούσαν να γλιτώσουν από τις φλόγες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να στραφούν προς την προκυμαία. Όπως έγραψε ο Αμερικανός πρόξενος Τζορτζ Χόρτον, «καθώς η πυρκαγιά εξαπλωνόταν προς την παραλία, το κύμα των ανθρώπων που κατευθύνονταν στην προκυμαία όλο και μεγάλωνε: ηλικιωμένοι, νέοι, γυναίκες, παιδιά, άρρωστοι.
Όσοι δεν μπορούσαν να περπατήσουν μεταφέρονταν σε φορεία ή στους ώμους των συγγενών τους». Μεταξύ αυτών ήταν και κάποιος γνωστός του πρόξενου, ένας ηλικιωμένος Έλληνας γιατρός ονόματι Αργυρόπουλος, ο οποίος δεν μπόρεσε να αντέξει την όλη κατάσταση. Υπέστη καρδιακό επεισόδιο και πέθανε στην προβλήτα.


«Ήταν μια σκηνή τρόμου και ανθρώπινων δεινών χωρίς προηγούμενο», έγραψε ο Χόρτον. «Όλοι αυτοί οι χιλιάδες άνθρωποι ήταν στριμωγμένοι σε έναν στενό δρόμο ανάμεσα στην πόλη που καιγόταν και στα βαθιά νερά του κόλπου». (…) Η προκυμαία της Σμύρνης έγινε το σκηνικό της ανθρώπινης εξαθλίωσης. Μήκους περίπου 3 χιλιομέτρων και πολύ φαρδιά, ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να φιλοξενήσει εκατοντάδες χιλιάδες άστεγους.
Η μετατροπή της σε αυτοσχέδιο προσφυγικό καταυλισμό ήταν γρήγορη και δραματική. Λίγες ημέρες νωρίτερα, η προκυμαία ήταν τόπος χαράς. Τώρα, την ευθυμία είχε αντικαταστήσει η εξαθλίωση. Την ώρα που έπεφτε το σκοτάδι εκείνη την τρομερή Τετάρτη, στην προκυμαία της Σμύρνης βρίσκονταν περίπου μισό εκατομμύριο πρόσφυγες. Κινδύνευαν να καούν ζωντανοί, καθώς οι φλόγες πλέον είχαν πλησιάσει τη θάλασσα. Επικρατούσε μια φοβερή ζέστη που μεταδιδόταν από κτίριο σε κτίριο. Η ζέστη ήταν τόσο έντονη, ώστε οι κάβοι που έδεναν τα πλοία στην αποβάθρα είχαν αρχίσει να καίγονται. Όλα τα σκάφη απομακρύνθηκαν περίπου 250 μέτρα από την προκυμαία.

«Οι φλόγες θέριευαν συνεχώς», έγραψε ο Οράν Ράμπερ, τουρίστας που είχε φθάσει στη Σμύρνη λίγες ημέρες νωρίτερα. «Οι κραυγές του απεγνωσμένου πλήθους στην αποβάθρα ακούγονταν ένα μίλι μακριά. Είχαν να επιλέξουν μεταξύ τριών ειδών θανάτου: τη φωτιά πίσω τους, τους Τούρκους που παραμόνευαν στα σοκάκια και τον ωκεανό μπροστά τους…. Στα σύγχρονα χρονικά, δεν υπάρχει πιθανώς κάτι που να μπορεί να συγκριθεί με εκείνη τη νύχτα της 13ης Σεπτεμβρίου στη Σμύρνη».