Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λόγοι Αθωνιτών Πατέρων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λόγοι Αθωνιτών Πατέρων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: Κύριε, στὴ θλίψη μου, ἄκουσε τὴ φωνὴ τῆς καρδιᾶς μου! «Ἐν τῷ θλίβεσθαί με, εἰσάκουσόν μου τῶν ὀδυνῶν, Κύριε σοὶ κράζω»

Σάββας Ἠλιάδης
Δάσκαλος

Κιλκίς, 27-12-2017

Ὅταν οἱ Ἰσραηλίτες βρίσκονταν στὴν πατρίδα τους τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ εἶχαν κάθε εὐτυχία καὶ ἀνάπαυση καὶ ἀπολάμβαναν ἐκεῖνον τὸν ὡραιότατο καὶ ὑπερθαύμαστο ναὸ τοῦ Σολομῶντος, τότε, ἀντὶ νὰ εὐχαριστοῦν περισσότερο τὸν Θεό, αὐτοὶ ἐπιδόθηκαν σὲ καλοπεράσεις καὶ σὲ εἰδωλολατρίες. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, παραχώρησε ὁ Θεὸς καὶ σκλαβώθηκαν ἀπὸ τοὺς Βαβυλώνιους καὶ ἔμειναν σκλάβοι γιὰ ἑβδομήντα χρόνια (1). Ἔπειτα, ὅταν ἀναλογίστηκαν τὴν προηγούμενη ἄνεση καὶ εὐτυχία ποὺ εἶχαν στὴν πατρίδα τους ἀπὸ τὴ μία, καὶ τὴ θλίψη καὶ τὴ δυστυχία ποὺ δοκίμαζαν στὴ σκλαβιὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη, παρακάλεσαν μὲ καρδιὰ συντετριμμένη τὸν φιλάνθρωπο Κύριο καὶ εἶπαν τὸν 119ο ψαλμὸ τοῦ Δαβίδ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πρῶτος ψαλμὸς τῶν Ἀναβαθμῶν, δηλαδή, τό: «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα, καὶ εἰσήκουσέ μου» (Ψαλμ. 119,1). Ἀπὸ ἐδῶ, ἀπὸ τὸν πρῶτο αὐτὸ Ἀναβαθμὸ τοῦ Δαβίδ, δανείστηκε καὶ ὁ ἱερὸς Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ ποιητὴς τῶν Ἀναβαθμῶν, αὐτὸν τὸν πρῶτο Ἀναβαθμὸ τῆς Ὀκτωήχου. Βέβαια, τὸ «ἐκέκραξα» καὶ τὸ «εἰσήκουσέ μου» ἀναφέρονται σὲ μελλοντικὸ χρόνο, διότι ἡ σκλαβιὰ τῶν Ἰουδαίων ἦλθε ὕστερα ἀπὸ τὴ γραφὴ τῶν Ψαλμῶν. Ὁ Δαβὶδ ὅμως τὰ γράφει αὐτά, σὰν νὰ ἔγιναν στὸ παρελθόν. Ἐπειδὴ οἱ Προφῆτες ἔβλεπαν τόσο φανερὰ τὰ πράγματα μὲ τὸ νοῦ, ὁ ὁποῖος φωτιζόταν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὥστε προέλεγαν τὰ μέλλοντα, σὰν νὰ ἦταν παρελθόντα. Ἔτσι, εἶπε καὶ ὁ χρυσὸς στὴ γλώσσα καὶ στὴν ψυχὴ ἅγιος Ἰωάννης: «Εἶναι συνηθισμένο στοὺς Προφῆτες σὲ πολλὲς περιπτώσεις, νὰ προλέγουν τὰ μέλλοντα ὡς περασμένα. Διότι, ὅπως δὲν μπορεῖ, αὐτὰ ποὺ ἔχουν ἤδη γίνει, νὰ ποῦμε πὼς δὲν ἔχουν γίνει, ἔτσι οὔτε καὶ αὐτὰ τὰ ὁποία, ἂν καὶ εἶναι μελλοντικά, δὲν μπορεῖ νὰ μὴν γίνουν ὁπωσδήποτε. Μ` αὐτὸν τὸν τρόπο, μέσα ἀπὸ τὸ πεπερασμένο κύλισμα καὶ μέτρημα τοῦ χρόνου, προαναγγέλλουν καὶ καταδεικνύουν τὸ ἀμετάβλητο αὐτῶν καὶ τὴ βεβαιότητα ὅτι θὰ γίνουν» (λόγ. εἰς τὸ Πάτερ, εἰ δυνατόν, Τόμω ε΄).
Ἐκεῖνο, λοιπόν, ποὺ ὁ Δαβὶδ τὸ εἶπε σὲ χρόνο παρελθοντικό, αὐτὸ τὸ λέει ἐδῶ ὁ μελωδὸς σὲ χρόνο παροντικό. Ἔτσι λέει ἐγὼ Κύριε, κράζω σὲ σένα, ἐν τῷ θλίβεσθαί με, δηλαδή, στὸν καιρὸ τῆς θλίψης μου. Γι` αὐτό, εὔχομαι κάποτε νὰ ἀκούσεις τὶς ὀδύνες μου, δηλαδή, τοὺς πόνους καὶ τοὺς ἀναστεναγμοὺς τῆς καρδιᾶς μου. Διότι, ἐδῶ ἡ προστακτικὴ «εἰσάκουσον» ἔχει τὴν ἔννοια τῆς εὐκτικῆς, δηλαδή, «εἴθε νὰ μὲ ἀκούσεις», ὅπως καὶ τὸ «Κύριε ἐλέησον», ἀντὶ τοῦ «εἴθε νὰ μὲ ἐλεήσεις». Καὶ ὅλα αὐτὰ βέβαια, ἐπειδὴ δὲν ἐπιτρέπεται σὲ κανέναν νὰ διατάζει τὸν Θεό, γιὰ νὰ κάνει κάτι, ἀλλὰ νὰ τὸν παρακαλάει μὲ θερμὴ προσευχή, ὥστε νὰ δεχτεῖ τὴ βοήθειά του καὶ τὴν συμπαράστασή του. Ἔτσι καὶ ὁ βαθυστόχαστος Εὐστάθιος εἶπε ὅτι, ὅσα ὑποκείμενα μικρότερα παρακαλοῦν τὰ μεγαλύτερα γιὰ κάποια χάρη, πρέπει νὰ παρακαλοῦν μὲ λόγια παρακλητικὰ καὶ ὄχι μὲ προσταγές. Ἂν δέ, χρησιμοποιοῦν στὶς παρακλήσεις τοὺς σχῆμα προστακτικοῦ λόγου, αὐτὸ ἐκλαμβάνεται ὡς εὐχετικό.
Δὲς δέ, ἀγαπητέ, πόσο ὠφέλιμη γιὰ τὴν ψυχὴ εἶναι ἡ θλίψη μέσα στὸν κόσμο καὶ ἡ λύπη τῆς καρδιᾶς. Ἐπειδὴ αὐτή, ἡ θλίψη, καθὼς συγκεντρώνει τὸν νοῦ ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ τὸν συνθλίβει, ὅπως δηλώνει καὶ τὸ ὄνομά της, δηλαδὴ τὸν πιέζει δυνατά, ὅπως καὶ τὸ σωληνάριο σφίγγει τὸ νερό, τὸν κάνει τὸν νοῦ νὰ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό. Γι` αὐτὸ εἶπε τέλεια ὁ χρυσὸς ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας, φέρνοντας καὶ αὐτὸ τὸ ὡραῖο παράδειγμα: «Ὅπως τὰ νερά, ὅσο μὲν κυλᾶνε σὲ ἐπίπεδο μέρος καὶ ἁπλώνονται σ` αὐτὸ μὲ εὐρυχωρία, δὲν ἀνεβαίνουν σὲ ὕψος. Ἂν ὅμως τὰ χέρια τῶν ἀνδρῶν ποὺ ἀνοίγουν κανάλια τὰ στριμώξουν ἀπὸ κάτω καὶ τὰ πιέσουν, θὰ βρεθοῦν σὲ στενὸ χῶρο καὶ θὰ ἐκτοξευθοῦν ψηλότερα ἀκόμη καὶ ἀπὸ κάθε βέλος. Ἔτσι, λοιπὸν εἶναι καὶ ἡ ἀνθρώπινη διάνοια, ὅσο ἀπολαμβάνει τὸν πολὺ καὶ ἄπραγο χρόνο, σκορπίζεται καὶ χάνεται ἀπὸ τὸν ἑαυτό της. Ἂν ὅμως κάποια περίσταση τῆς ζωῆς τὴν πλακώσει, πιέζοντας τὴν δυνατὰ καὶ σκληρά, τότε στέλνει πρὸς τὸν οὐρανὸ τὶς προσευχὲς τῆς καθαρὲς καὶ δυνατὲς» (λόγ. ε΄ περὶ ἀκαταλήπτου. Τόμω στ΄). Γι` αὐτὸ καὶ οἱ Αἰγύπτιοι εἶχαν στὰ ἱερογλυφικά τους τὸ σωληνάριο μὲ τὸ νερὸ καὶ ἔγραφαν ἀπὸ πάνω: «στενότητι ὑψοῦται».
Λοιπόν, ἀπὸ ἐδῶ ὁ ἴδιος ὁ Δαβίδ, θέλοντας νὰ κάνει φανερὸ τὸ κέρδος καὶ τὴν πλάτυνση ποὺ γεννιέται στὴν καρδιὰ ἀπὸ τὴ θλίψη, ἔλεγε ἀλλοῦ: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με» (Ψαλμ. 4,1). Καὶ ὁ Ἠσαΐας: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐμνήσθην σου» (Ἠσ. 26,16). Διότι, ἡ θλίψη τοῦ κόσμου αὐτοῦ, μαζὶ μὲ τὴν λύπη τῆς καρδιᾶς, εἶναι σὰν ἕνα στήριγμα, ποὺ ὑποβαστάζει τὴν καρδιὰ καὶ σὰν ἀναβαθμίδα καὶ σκαλοπάτι, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν πλατυσμὸ καὶ στὴν αἰώνια χαρά. Ὅπως καὶ τὸ ἀντίθετο, ἡ χαρὰ αὐτοῦ τοῦ κόσμου εἶναι ἡ στέρηση ἐκείνης τῆς οὐράνιας χαρᾶς. Καθόσον, ὅσο ὁ ἄνθρωπος πλατύνεται καὶ χαίρεται μὲ τὰ παρόντα γήινα πράγματα, τόσο στενοχωρεῖται καὶ χάνει ἀπὸ τὸ πλάτος τῶν οὐρανίων πραγμάτων καὶ δὲν ξέρει ὁ ταλαίπωρος, πὼς ὅλος αὐτὸς ὁ μέγας κόσμος μὲ ὅλο του τὸ πλάτος, συγκρινόμενος μὲ τὸ ἄπειρο πλάτος τοῦ Θεοῦ, εἶναι μικρὸς καὶ πολὺ στενάχωρος. Ἀντιθέτως δέ, ὅσο ὁ ἄνθρωπος θλίβεται καὶ λυπᾶται στὸν παρόντα κόσμο, τόσο ξεπερνάει μὲ τὸ νοῦ τὸ μικρὸ αὐτὸ πλάτος τοῦ κόσμου. Καὶ ξεπερνώντας τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, τελειώνει σὲ ἕνα πλάτος εὐρύχωρο καὶ ἀμέτρητο. Ὁπότε, βρισκόμενος ἐκεῖ, χαίρεται καὶ ἀναπαύεται στὴν γλυκύτατη θεωρία τοῦ Θεοῦ. Καὶ πρὶν ἀκόμη φτάσει στὸ θάνατο καὶ στὴ διάλυση τοῦ σώματος, ζεῖ μία ζωὴ μακάρια καὶ τελείως εὐτυχισμένη. Γι` αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος θέλοντας νὰ φανερώσει αὐτό, ἔλεγε: «ἐν τῷ κόσμω θλίψιν ἔξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰωάν. 16,33) καὶ ὁ Προφήτης Ἀββακοὺμ θέλοντας νὰ φανερώσει τὴν ἀνακούφιση ποὺ ἀκολουθεῖ μετὰ ἀπὸ μία θλίψη, ἔψαλλε στὴν ὠδή του: «ἀναπαύσομαι ἐν ἡμέρα θλίψεώς μου» (Ἀβ. 3,15).
Ἀλλὰ καὶ σύ, ἀδελφέ, ποὺ διαβάζεις ἢ ψάλλεις ἢ ἀκοῦς αὐτὸν τὸν Ἀναβαθμό, ὅταν τύχει νὰ σὲ καταλάβει κάποια θλίψη, εἴτε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους εἴτε ἀπὸ τοὺς δαίμονες εἴτε ἀπὸ ἀδυναμία τῆς διεφθαρμένης φύσης σου, πρόσεχε καλὰ καὶ μὴν γογγύσεις, οὔτε νὰ κατηγορεῖς τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, πὼς στάθηκαν αἴτιοι τῆς θλίψης σου ἐκείνης, ἀλλὰ ὅλα, τὰ πάντα, νὰ τὰ ἀποδίδεις στὶς ἁμαρτίες σου, δηλαδή, ὅτι ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν σου παραχώρησε ὁ Θεὸς νὰ δοκιμάσεις ἐκείνην τὴ θλίψη, σὰν κανόνα γιὰ τὶς ἁμαρτίες σου. Νὰ εὐχαριστεῖς δὲ τὸν Θεό, λέγοντας μαζὶ μὲ τὸν θεῖο Χρυσόστομο: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν» (Ἐπιστολὴ ια΄ πρὸς Ὀλυμπιάδα)` δηλαδή, ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν θλίψη αὐτὴ καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἄλλες, ὅσες κι ἂν θέλει Ἐκεῖνος νὰ ἔλθουν ἀκόμη. Ἂν εὐχαριστεῖς ἔτσι τὸν Θεό, ἀγαπητέ, νὰ ξέρεις πὼς ἡ θλίψη θὰ σοὺ φέρει πολὺ μεγάλα κέρδη, ὅπως καὶ στοὺς Ἰουδαίους ποὺ αἰχμαλωτίστηκαν, ἔφερε τέτοια μεγάλα κέρδη καὶ ὠφέλειες ἡ θλίψη ἐκείνη.
Ποιὰ δὲ εἶναι τὰ κέρδη πού πρόκειται νὰ σοῦ προσφέρει ἡ θλίψη; Ἄκου πῶς τὰ ἐπιβεβαιώνει ἡ χρυσὴ γραφίδα τοῦ Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος γράφει ὅτι εἶναι, τὸ νὰ εἰσακούεται ἡ προσευχή σου καὶ τὸ νὰ βρίσκεις ἕτοιμη τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ: «Εἶδες τὸ κέρδος τῆς θλίψης; Εἶδες τὴν ἑτοιμότητα τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ; Τὸ μὲν κέρδος τῆς θλίψης ἦταν τὸ ὅτι, ὁδήγησε τοὺς αἰχμαλώτους Ἰουδαίους στὴν καθαρὴ προσευχή. Ἡ δὲ ἑτοιμότητα τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ ὅτι, μόλις αὐτοὶ τὸν παρακάλεσαν, ἀμέσως ἔσκυψε καὶ τοὺς ἄκουσε, ὅπως καὶ στὴν Αἴγυπτο». «ἰδὼν εἶδον τὴν κάκωσιν τοῦ λαοῦ μου τοῦ ἐν Αἰγύπτω καὶ τοῦ στεναγμοῦ αὐτῶν ἤκουσα, καὶ κατέβην ἐξελέσθαι αὐτοὺς» (Πρ. 7,34)· «καὶ σὺ λοιπόν, ἀγαπητέ, ὅταν βρεθεῖς σὲ καιρὸ θλίψεως, μὴν ἀπογοητεύεσαι, ἀλλὰ μᾶλλον τότε σήκω ἐπάνω. Διότι, τότε καὶ ἡ προσευχή σου θὰ εἶναι καθαρότερη καὶ ἡ εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεὸ μεγαλύτερη».
Συμπεραίνει δὲ καὶ ὁ θεῖος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, πὼς οἱ θλίψεις εἶναι ὅπλο τῶν δικαίων καὶ τοὺς ἐπιφέρουν τὴν ποθητὴ εὐημερία στὴ ζωή: «Ἄρα, οἱ θλίψεις εἶναι τὰ ὄπλα τῶν δικαίων, ποὺ τοὺς ἑτοιμάζουν γιὰ τὴν καλὴ ζωή, ἔτσι ὥστε, ὅταν ἀναφωνοῦν πρὸς τὸν Θεὸ μὲ τὴν προσευχή, νὰ εἰσακούονται». Εἶπε δὲ καὶ ὁ ὅσιος Νικήτας ὁ Στηθάτος, ὁ μαθητὴς τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ νέου θεολόγου, στὴ χειρόγραφη ἑρμηνεία του γιὰ τοὺς Ἀναβαθμούς: «Δές, πῶς ἡ προσευχή, ποὺ ἀναπέμπεται στὸν Θεὸ μὲ δάκρυα καὶ πόνο ψυχῆς, εἰσακούεται. «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με, φησίν, ἐκέκραξα, καὶ εἰσήκουσέ μου» (Ψαλμ. 119,1). Πρόσεξε δέ, πώς ἡ παροῦσα ζωὴ τῶν ἁγίων εἶναι γεμάτη ἀπὸ πόνους καὶ θλίψεις καὶ πὼς οἱ θλίψεις αὐτὲς προέρχονται καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπὸ τοὺς δαίμονες».
Μὲ συντομία δέ, ἔτσι ἐξηγεῖται ὁ Ἀναβαθμὸς αὐτός. Ώ, Κύριε, ἐγὼ κράζω, δηλαδή, σοῦ φωνάζω μὲ δυνατὴ φωνή. Τί σοῦ φωνάζω; Πώς, ὅταν θλίβομαι καὶ στεναχωριέμαι ἀπὸ κάποια ἀνάγκη, τότε ἄκουσε τὶς ὀδύνες μου, δηλαδή, τοὺς πόνους καὶ τὶς σπαρακτικὲς φωνὲς τῆς καρδιᾶς μου.
(1) Θὰ μποροῦσε δὲ κάποιος νὰ σταθεῖ μὲ τὴν ἀπορία, γιατί ὁ Θεὸς ἄφησε τοὺς Ἰουδαίους αἰχμαλώτους στὴ Βαβυλώνα καὶ πέρασαν θλίψεις ἑβδομήντα χρόνων, ἄλλους δὲ τοὺς ἀφήνει νὰ θλίβονται μὲ διάφορους πειρασμοὺς γιὰ λιγότερο χρόνο καὶ ἄλλους γιὰ περισσότερο; Σ` αὐτὸ ἀπαντάει ὁ Χρυσορρήμονας ἅγιος: α΄) διότι γίνεται γιὰ περισσότερη δική μας ὠφέλεια, μέχρις ὅτου καθαριστοῦμε μὲ τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὶς θλίψεις` β΄) διότι ὅταν ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ μᾶς ἔρχονται οἱ πειρασμοί, αὐτὸς ξέρει καὶ πότε θὰ μᾶς τοὺς πάρει καὶ γ΄) ὅτι ἐμεῖς πρέπει νὰ προσευχόμαστε καὶ νὰ ζοῦμε στὴν εὐλάβεια καὶ στὴν ἀρετὴ καὶ ὁ Θεὸς ξέρει πότε θὰ δώσει τέλος στοὺς πειρασμοὺς καὶ λέει ὡς ἑξῆς: «Ὁ Θεὸς εἶναι δυνατὸς καὶ μπορεῖ νὰ δώσει τέλος σήμερα σὲ ὅλα στὰ κακά, ἀλλὰ μέχρι νὰ δεῖ πὼς ἐμεῖς ἔχουμε καθαριστεῖ, μέχρι νὰ δεῖ πὼς πραγματοποιήθηκε σταθερὴ καὶ ἀμετακίνητη ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐπιστροφή μας, δὲν δίνει τέλος στὴν θλίψη.
Διότι καὶ ὁ χρυσοχόος, μέχρι νὰ δεῖ τὸν χρυσὸ νὰ καθαρίζεται πολὺ καλὰ, δὲν τὸν παίρνει ἀπὸ τὸ χωνευτήριο, ἔτσι καὶ ὁ Θεός, δὲν ἀφήνει νὰ περάσει αὐτὸ τὸ σύννεφο (τῆς θλίψης καὶ τοῦ πειρασμοῦ) μέχρι νὰ μᾶς συμμορφώσει καλά. Καὶ βέβαια, αὐτὸς ποὺ ἐπιτρέπει τὸν πειρασμό, αὐτὸς ξέρει καὶ τὸν κατάλληλο καιρό, ποὺ θὰ τοῦ δώσει τέλος. Ἔτσι κάνει καὶ ὁ κιθαριστής· οὔτε τεντώνει πολὺ τὴ χορδή, γιὰ νὰ μὴν τὴν σπάσει οὔτε τραβάει πέρα ἀπὸ τὸ κανονικό, γιὰ νὰ μὴν ἀλλοιώσει τὴν μελωδικὴ ἁρμονία. Τὸ ἴδιο κάνει καὶ ὁ Θεός· οὔτε ἀφήνει τὴν ψυχή μας σὲ διαρκῆ ἄνεση οὔτε τὴν κρατάει σὲ μακρὰ θλίψη, ἀλλὰ τὰ κάνει καὶ τὰ δύο σύμφωνα μὲ τὴ δική του σοφία.
Δὲν μᾶς ἀφήνει μὲν νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴν συνεχῆ ἄνεση, γιὰ νὰ μὴν γίνουμε ραθυμότεροι, δὲν μᾶς ἀφήνει δὲ πάλι σὲ συνεχῆ θλίψη, γιὰ νὰ μὴν ἀπογοητευτοῦμε καὶ νὰ μὴν ἀποκάμουμε καὶ ἐντέλει, σ` αὐτὸν παραδίνουμε νὰ ὁρίσει τὸν καιρὸ τῆς ἀπαλλαγῆς μας ἀπὸ τὰ δεινά. Ἐμεῖς τὸ μόνο ποὺ κάνουμε εἶναι ἡ προσευχή. Ἐμεῖς ζοῦμε μὲ εὐλάβεια. Ἡ δική μας δουλειὰ εἶναι νὰ μετακινούμαστε πρὸς τὴν ἀρετή, τοῦ δὲ Θεοῦ ἔργο εἶναι νὰ καταργεῖ τὰ κακά. Διότι ὁ Θεὸς θέλει περισσότερο ἀπὸ σένα νὰ σοῦ σβήσει τὴ φωτιὰ αὐτὴν τοῦ πειρασμοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον δοκιμάζεσαι, ἀλλὰ περιμένει πρῶτα τὴ σωτηρία σου. Ὅπως λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἄνεση προέρχεται ἡ θλίψη, ἔτσι καὶ ἀπὸ τὴ θλίψη πρέπει νὰ περιμένεις τὴν ἄνεση. Διότι δὲν εἶναι πάντοτε χειμώνας οὔτε πάντοτε καλοκαίρι, οὔτε πάντοτε κύματα οὔτε πάντοτε γαλήνη, οὔτε πάντοτε νύχτα οὔτε πάντοτε ἡμέρα. Ἔτσι ἀκριβῶς, δὲν θὰ ὑπάρχει πάντα θλίψη, ἀλλὰ θὰ ἔρθει καὶ ἡ ἄνεση. Μόνο, ἂν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς θλίψης εὐχαριστοῦμε ἀσταμάτητα τὸν Θεό». (Ἀνδριάντ. Δ΄).


Τρίτη 1 Αυγούστου 2017

Οἱ θεριστὲς καὶ τὸ δρεπάνι

Βέβαια, δὲν εἶναι ἐποχὴ θερισμοῦ. Θεριστὴς στὶς μεσογειακὲς χῶρες ὀνομάζεται ὁ Ἰούνιος μήνας καὶ ὁ Ἰούλιος ἁλωνάρης. Ἡ παλιακὴ μάννα, ποὺ δὲν γνώριζε τὰ ὀνόματα τῶν μηνῶν, τοὺς χαρακτήριζε ἀπὸ τὴν ἐργασία ποὺ ἔκαναν
− Πότε γεννήθηκα, μάννα;
− Τὸν θεριστὴ, παιδί μου.
Ἂν καὶ Μάρτιος μήνας λοιπόν, θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν θεριστὴ καὶ τὸ δρεπάνι σ᾽ αὐτὴν τὴν μικρὴ προσλαλιὰ. Ἄλλωστε, καὶ ὁ Χριστός, ὅταν πείνασε καὶ πλησίασε τὴν συκιὰ καὶ δὲν βρῆκε σῦκα, γνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι ἐκείνη τὴν ἐποχὴ δὲν ὑπάρχουν σῦκα. Δὲν τὸν ἔμελε τὸν Χριστὸ γιὰ τὴν ἀκαρπία τῆς συκιᾶς, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀκαρπία τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἄφησε σ᾽ αὐτὸ τὸ ὄμορφο δένδρο μία ἄσχημη εὐχή.
Ἂς προσγειωθοῦμε τώρα σιγά - σιγὰ στὴν πραγματικότητα τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὶς φάσεις τῆς σελήνης καὶ τοῦ ἡλίου.
Ὁ γύφτος, ὅταν μετρᾶ τοὺς μῆνες τοῦ χρόνου, ἀπὸ τὸν Μάρτιο πηδᾶ στὸν Μάϊο. Καὶ τὸν ρωτᾶς:
− Γιατί ὄχι καὶ τὸν Ἀπρίλιο;
− Γιατὶ αὐτὸν τὸν μῆνα φύσηξε κάποτε τόσο δυνατά, ποὺ μᾶς κατέστρεψε τὰ τσαντήρια.
Ἔτσι καὶ κάθε ἐχέφρων Νεοέλληνας, ὅταν μετρᾶ τὶς κυβερνήσεις στὰ μεταπολεμικὰ χρόνια, σίγουρα δὲν θὰ λογαριάση καὶ τοὺς Τσιπραίους γιὰ κρατοῦντες σ᾽ αὐτὸν τὸν τόπο (χωρὶς νὰ λησμονοῦμε βέβαια ὅτι δὲν ὑπῆρξε καλύτερη καὶ ἡ συμπεριφορὰ τῶν προαπελθόντων μακαριστῶν κυβερνήσεων).
Ὁ ἔμπειρος θεριστὴς τὸ δρεπάνι ποὺ βαστᾶ γιὰ νὰ θερίση στάχυα στὸν εὔφορο κάμπο −ὅπου μάλιστα σήμερα μπορεῖ νὰ χρησιμοποιήση καὶ τὸ τρακτέρ− δὲν τὸ βάζει καὶ στὰ μπαΐρια καὶ στὶς πλαγιές. Καὶ ὁ σωστὸς καὶ λογικὸς κυβερνήτης δὲν μπορεῖ νὰ βάλη τοὺς ἴδιους φόρους σὲ ὅλους τοὺς πολίτες καὶ σὲ ὅλες τὶς περιοχές.
Ἐμεῖς μένουμε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Σ᾽ αὐτὸν τὸν ἅγιο τόπο, ἄλλα μοναστήρια εὐτύχησαν νὰ κληρονομήσουν κάμπους καὶ πεδιάδες καὶ ἄλλα κατάξερα μπαΐρια. Ἔτσι, κάποια −δόξα τῷ Θεῷ− ἔχουν τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἐνῶ ἄλλα βιοπορίζονται καὶ καλύπτουν τὶς χρεῖες τους ἀπὸ ἐλεημοσύνες τῶν ἀνθρώπων. Ὅλα αὐτὰ τὰ καθιδρύματα ἀνήκουν στὴν ἐλευθερωμένη Ἑλλάδα. Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς πολιτείας, ποὺ λέγεται πολιτικὸς διοικητής, γνωρίζει τὰ τοῦ Ὄρους καὶ μπορεῖ νὰ ἐπιστήση τὴν προσοχὴ τῶν κρατούντων, ποῦ μποροῦν νὰ βάλουν δρεπάνι καὶ ποῦ πρέπει νὰ τὸ ἀφήσουν κάτω.
Τὸ Ὄρος ἔζησε χίλια χρόνια, γιατὶ ὅλοι οἱ κρατοῦντες φέρθηκαν διακριτικὰ καὶ θυσίασαν πολλὰ συμφέροντα, γιὰ νὰ κρατηθῆ καὶ νὰ συμπληρώση πολλὲς χιλιετίες.
Ὁ νησιώτης ἀγρότης, προτοῦ ἀρχίσει τὸ θέρο, ἔκανε μιὰ βόλτα στὰ χωράφια ποὺ εἶχε σπαρτά. Κι ὅταν γύριζε τὸ βράδυ, ἔλεγε στὴν κυρά του:
− Δυστυχῶς, στὰ τάδε καὶ τάδε χωράφια δὲν μποροῦμε νὰ βάλουμε δρεπάνι· δὲν σηκώθηκε τὸ στάρι.Ἐὰν ὑπάρχη καὶ αὐτὴ ἡ ἐλάχιστη σύνεση τοῦ νησιώτη ἀγρότη στοὺς κρατοῦντες, ἂς τὸ ἐννοήσουνε πὼς μὲ τὸ ἴδιο δρεπάνι δὲν μποροῦνε νὰ θερίσουν ἀπὸ ὅλους τοὺς τόπους.
Ἔπειτα, τὸ κάθε μοναστήρι εἶναι μία ξεχωριστὴ Κοινότητα. Καὶ στὴν πιὸ μικρὴ Κοινότητα τὸ κράτος δίνει μιὰ ἐνίσχυση. Ἐδῶ τίποτα. Καὶ γιὰ φύλακες νὰ μᾶς ἔχη, πρέπει νὰ λογαριάζη ὅτι καὶ νερὸ θέλουμε καὶ δρόμους χρειαζόμαστε καὶ φῶς θέλουμε καὶ διατροφὴ προσδοκοῦμε. Κι ἐμεῖς ἐδῶ δεχόμαστε θεομηνίες καὶ ἄσχημες καιρικὲς συνθῆκες ποὺ καταστρέφουν τὰ πάντα. Ἡ δύστυχη Ἑλλαδίτσα περίμενε νὰ συμβάλη ἡ ἄθεη Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση, γιὰ νὰ ἀναστηλωθῆ αὐτὴ ἡ πόλη ποὺ εἶναι πάνω ἀπ᾽ ὅλες τὶς πόλεις τοῦ κόσμου, τὸ Ἅγιον Ὄρος. Καθόλου ὅμως δὲν σκέπτεται ὅτι ὅλα αὐτὰ ἐδῶ τὰ οἰκοδομήματα δέχονται πολλὲς φθορὲς καὶ ζημιὲς καὶ ἀπὸ τὴν θάλασσα καὶ ἀπὸ τὶς κακὲς καιρικὲς συνθῆκες, καὶ ἔχουν κάθε χρόνο ἀνάγκη συντήρησης, γιὰ νὰ μὴν εἶναι τὰ ἔσχατά τους χείρονα τῶν πρώτων.
Ἔκκληση ποιῶ ὄχι στὰ μυαλὰ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ στὴν καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων ποὺ σέβονται καὶ εὐλαβοῦνται αὐτὸν τὸν ἅγιο τόπο, νὰ μαζέψουν οἱ θεριστὲς τὰ χέρια καὶ τὰ δρεπάνια, γιατὶ θὰ πῶ στοὺς θεριστές: «Ἐσεῖς κακὸ χειρόβολο κι ἐγὼ κακὸ δεμάτι».
Οἱ ψαράδες σήμερα ἔχουνε βυθόμετρο, τὸ ὁποῖο τοὺς ἐπισημαίνει τοὺς ψαρότοπους. Ἂν δὲν διαθέτετε, ἀξιότιμοι κύριοι ὑπουργοί, μάτια νὰ διακρίνετε τὰ χωράφια ποὺ θερίζονται, τοὐλάχιστον χρησιμοποιῆστε τοῦ ψαρᾶ τὸ βυθόμετρο, γιὰ νὰ ξέρετε ποῦ θὰ κάνετε καλάδες. Κι ἐσᾶς τὸ δίχτυ σας νὰ γεμίση κι ἐμᾶς νὰ μὴ μᾶς ἀφανίση καὶ νὰ μὴ μᾶς κατακλύση ὁ γογγυσμὸς καὶ ποῦμε τὴν εὐχὴ ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὴν ἄκαρπη συκῆ: «Νὰ ξεραθῆς καὶ εἰς τὸν αἰῶνα καρπὸ νὰ μὴ δώσης»

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016

Ὁ π. Θεόκλητος Διονυσιάτης γιὰ τοὺς Νεορθοδόξους

Τί εἶναι κατὰ βάθος ἡ διδασκαλία τῶν νεορθοδόξων; Εἶναι ἕνα θεωρητικὸ σύστημα ποὺ συγκροτεῖται ἀπό στοιχεῖα παρέχοντα συνεχή καὶ ἀδιάπτωτη εὐδαιμονία, χαρά, εὐφορία, αἰσιοδοξία, ἐρωτικὲς ἀπολαύσεις, ὑποσχόμενο τὴν τελείωση τῶν βιούντων κατὰ τὰ πρότυπα τῶν νεορθοδόξων μὲ κατάληξη τὸν θεῖον ἔρωτα καὶ τὴν θέωση. Δηλαδὴ πρόκειται γιὰ ἕνα τρόπο ζωῆς, μέσα στὴν Ἐκκλησία, ποὺ συνίσταται ἀπό, κατ' ἐπιλογήν, δογματικὲς καὶ πνευματικὲς θέσεις, ὑφιστάμενες ἀπαραιτήτως, προκρούστιες ἐπεξεργασίες καὶ ὑποτασσσόμενες σὲ ἀναπλαστικὲς μεθοδεύσεις, γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν προσχηματισμένα μοντέλα στὴ θεωρία καὶ τὴν πράξη. Προσφέρουν ἔτσι μία dolce vita, ἀλλὰ προπαντός, ὀρθόδοξη ἀφοῦ δὲν στερεῖται ὀρθοδόξων στοιχείων! Καὶ ἀκριβῶς γι' αὐτὸ καὶ ἀπατηλή.

Ποιὸς δὲν θέλει τὴν εὐτυχία του, τὴ χαρά του καὶ τὴν αἰώνια σωτηρία του; Ἔτσι λοιπὸν ἡ ἀνθολογημένη αὐτὴ διαδαχὴ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία γίνεται ἀποδεκτὴ εὐχαρίστως, σὰν κάτι ἀντι-στασιακό, ἀντι-παλιολιθικό, ἀντι-συντηρητικό, σὰν "μιὰ ἄλλη γλώσσα, μιὰ ἄλλη θεώρηση αὐτοῦ τοῦ χώρου". Ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ αἴρεται πλέον, γιατί δὲν χρειάζεται, ἡ νέκρωση τῆς σάρκας καὶ τῶν παθῶν εἶναι περιττή, ἀφοῦ τὴν ἑτοιμάζουμε γιὰ ἐρωτικὲς ἀπολαύσεις, τηρουμένου βέβαια, τοῦ ὄρου ὅτι "προσφέρεται γιὰ τὴν εὐτυχία τοῦ ἄλλου".

Λόγος περὶ ἐντολῶν δὲν γίνεται, γιὰ νηστεῖες καὶ γενικῶς ἄσκηση γιὰ "στενὴ καὶ τεθλιμμένη" καὶ γιὰ πολέμους μὲ τὸν σατανᾶ καὶ τὰ πάθη, τελεία σιωπή. Ἡ Πατερικὴ Γραμματεία εἶναι καλή, ἀλλὰ ἀνθολογουμένη καὶ καταλλήλως ἑρμηνευομένη, γιὰ νὰ προβάλλει τὴν χαρούμενη Ὀρθοδοξία. Τὰ ἀριστουργήματα τῆς ὀσιακῆς ἐμπειρίας καὶ τῶν θεολογικῶν ἐλλάμψεων ποὺ ἔχουν ἐνσωματωθεῖ στὰ λειτουργικὰ βιβλία τῆς Παρακλητικῆς, τοῦ Τριωδίου, στὰ Μηναῖα, στὸ Θεοτοκάριον, στὸ Πεντηκοστάριον, εἶναι ἀποδεκτά, χωρὶς ὅμως τοὺς θρήνους τῆς μετανοία, χωρὶς τὴν αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος, τῆς ἐνοχῆς, τῆς εὐθύνης, τῶν χρεῶν ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι ἄπειρο πέλαγος ἀγαθότητος καὶ βλέπει τὶς ἀνθρώπινες ἀθλιότητες μὲ κατανόηση ὡς ἀστοχίες, ἀτευξίες.

Λόγος περὶ θείας δικαιοσύνης καὶ ἀνταποδόσεως, δὲν ἔχει θέση στὴ νεορθοδοξία, Ἐπίσης ὁ τὸσο εὔσπλαγχνος καὶ φιλάνθρωπος Κύριος, ἀδύνατον νὰ κολάσει, ἀφοῦ κάτι σχετικὸ τάχα λέγει καὶ ὁ Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, Ὁ φόβος ἔχει ἐκτοπισθεῖ ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ "τρέμω τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως", εἶναι ἄγνωστη γλώσσα, ἀφοῦ θὰ μᾶς δικαιώσει ὁ Κύριος σὰν τὸν Μαρμελάδωφ, μόνο καὶ μόνο γιατί θεωροῦσε τὸν εὐαυτό του ὡς χοῖρο.
Πηγή:Πατερικός

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

''Αββά, τι να κάνω που χάνεται η ψυχή μου;''


Ένας αδελφός πήγε στο όρος της Φέρμης, στον μεγάλο γέροντα, και του είπε: «Αββά, τι να κάνω που χάνεται η ψυχή μου;».
«Γιατί, παιδί μου;» τον ρώτησε ο γέροντας. Ο αδελφός αποκρίθηκε: «Όταν ήμουν στον κόσμο, έκανα στ’ αλήθεια πολλές νηστείες και αγρυπνίες και είχα μέσα μου πολλή κατάνυξη και θέρμη. Τώρα όμως (ενν.: τώρα, που έγινα μοναχός) δεν βλέπω μέσα μου κανένα καλό».
«Πίστεψέ με, παιδί μου», του είπε ο γέροντας, «όσα έκανες όταν ήσουν στον κόσμο, τα έκανες επειδή η κενοδοξία και ο έπαινος των ανθρώπων έβαζαν μέσα σου αυτή την προθυμία, ο Θεός όμως δεν τα δεχόταν.
Γι’ αυτό ούτε ο σατανάς σε πολεμούσε, γιατί δεν τον ένοιαζε να κόψει την προθυμία σου, αφού δεν είχες καμία ωφέλεια από αυτήν...
Τώρα όμως, που είδε ότι έγινες στρατιώτης του Χριστού και βγήκες να τον πολεμήσεις, πήρε και αυτός τα όπλα εναντίον σου. Πλην όμως στον Θεό αρέσει ο ένας ψαλμός που λες τώρα με κατάνυξη, παρά οι χίλιοι που έλεγες στον κόσμο· και δέχεται ο Θεός τη λίγη τωρινή νηστεία σου περισσότερο από τις εβδομάδες που νήστευες στον κόσμο...».
Ο αδελφός απάντησε: «Καθόλου δεν νηστεύω τώρα, αλλά όλα τα καλά που είχα στον κόσμο έφυγαν από εμένα». Και ο γέροντας του είπε: «Αδελφέ, σου φτάνει αυτό που έχεις. Μόνο κάνε υπομονή, και καλά είσαι».
Καθώς όμως ο αδελφός επέμενε και έλεγε: «Αλήθεια, αββά, χάνεται η ψυχή μου», ο γέροντας του είπε: «Πίστεψε, αδελφέ, δεν ήθελα να σου το πω, για να μη βλαφτεί ο λογισμός σου. Επειδή όμως βλέπω ότι ο σατανάς σε έριξε σε αποθάρρυνση, σου λέω:
Το ότι νομίζεις πως όταν ήσουν στον κόσμο έκανες καλά και είχες καλή ζωή, είναι υπερηφάνεια. Έτσι νόμιζε και ο Φαρισαίος και έχασε όλα τα καλά που είχε κάνει.
Επίσης, το ότι τώρα πιστεύεις πως τίποτε καλό δεν κάνεις, σου φτάνει, αδελφέ, για να σωθείς, γιατί είναι ταπείνωση. Έτσι δικαιώθηκε και ο τελώνης, χωρίς να κάνει κανένα καλό.
Γιατί στον Θεό είναι πιο αρεστός ένας άνθρωπος αμαρτωλός και αμελής με συντριβή καρδιάς και ταπείνωση, παρά εκείνος που κάνει πολλά καλά και έχει την ιδέα ότι γενικά κάνει κάτι καλό».
Ο αδελφός ωφελήθηκε πάρα πολύ και έβαλε μετάνοια στον γέροντα λέγοντας:
«Σήμερα, αββά, σώθηκε η ψυχή μου με τη βοήθειά σου».



Ευεργετινός, "Η ταπεινοφροσύνη είναι εντελώς ανίκητη από τους δαίμονες", υπ. 44, τόμος Α΄, Το Περιβόλι της Παναγίας.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

Ευλαβικό αφιέρωμα στον αείμνηστο μοναχό και λόγιο συγγραφέα π. Μωυσή τον Αγιορείτη

Ευλαβικό αφιέρωμα στον αείμνηστο μοναχό και λόγιο συγγραφέα π. Μωυσή τον Αγιορείτη(†1 Ιουνίου 2014).

Προβλήθηκε στην Εκδήλωση με τίτλο «Από το Άγιον Όρος  στον Ουρανό - Αφιέρωμα μνήμης στις δύο σύγχρονες μορφές του Αγίου Όρους τον αρχιμ. Γεώργιο Καψάνη Γρηγοριάτη και τον Γέροντα Μωυσή Αγιορείτη», που πραγματοποιήθηκε στο Αγρίνιο, στην αίθουσα εκδηλώσεων της Χριστιανικής Ενώσεως Αγρινίου, την Δευτέρα 11 Μαΐου 2015, με ομιλητές τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Καστορίας κ. Σεραφείμ και τον Οσιολογιώτατο Ιερομόναχο π. Λουκά Γρηγοριάτη.


Κείμενα-αφήγηση: Νώντας Σκοπετέας
Επιμέλεια-παραγωγή : Ιερά Μονή Μυρτιάς

http://agioritikesmnimes.blogspot.gr/

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

Η έννοια του Νου




 Η λέξη «νους» έχει δύο σημασίες. Ο «νους» συχνά ταυτίζεται με την καρδιά και, όταν λέμε καρδιά, εννοούμε το κέντρο των σωματικών  και ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου. Αυτό εννοούσε ο Χριστός όταν είπε: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Σε άλλες περιπτώσεις όμως ο νους θεωρείται απλώς αυτό που τώρα ονομάζουμε διάνοια ή λογική. Αυτές οι διακρίσεις είναι σημαντικές για αρκετούς λόγους. Εκείνο που προσέχουμε συχνά είναι ότι ο νους  ή η  λογική των ανθρώπων μπορεί να είναι καθαρή, αλλά η καρδιά τους όχι. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος μπορεί σε ορισμένες καταστάσεις  να έχει σωστή κρίση ή να σκέπτεται καθαρά. Όμως, ο ίδιος αυτός άνθρωπος μπορεί να διαπράξει κάποιες πράξεις που γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι αξιόμεμπτες, επειδή η καρδιά του είναι ακάθαρτη. Η καρδιά, το κέντρο της ψυχοσωματικής του ύπαρξης, είναι δέσμια των λογισμών του.


Πηγή: Λεμεσού ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, «Το Ορος της Σιωπής» -Στρατηγικές

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Ο πηλός του πηλού άρχει…




          Πάντες γαρ άνθρωποι είμεθα εκ του χοός γεγενημένοι και πάντες ημάρτομεν.
          Πηλός είμεθα, άγνοιαν έχομεν.
          -Ο πηλός τον πηλόν κλέπτει.
          -Ο πηλός τον πηλόν υβρίζει.
          -Ο πηλό τον πηλόν συκοφαντεί.
          -Ο πηλός του πηλού επαίρεται.
          -Ο πηλός τον πηλόν πλουτεί.
          -Ο πηλός του πηλού άρχει.
          -Ο πηλός τον πηλόν δέρει.
          -Ο πηλός τον πηλόν φυλακίζει.
Και εν γένει ο πηλός του πηλού θεωρείται σοφότερος, δυνατότερος, πλουσιότερος, ευγενέστερος, τιμιότερος πλουτών ανοησίαν και άγνοιαν της ιδίας υπάρξεως του πόθεν και πού ευρέθη, πώς εγεννήθη, τις ο προορισμός του, πού καταλήγει, τι το μετά ταύτα.
          Όλα, λοιπόν, αυτά, επειδή τα κατεβρόχθισεν η λήθη και άγνοια και γέγονε χάος αναισθησίας, δια τούτο οδυνόμεθα εδώ και εις την άλλην ζωήν, όσοι αμετανόητοι. Και ως εκ τούτου πρέπει όποιος βλέπει καλύτερα και είναι ολίγον ξεσκοτισμένος να συγχωρεί και να συμπαθεί τον ομόψυχον και ομόπαθον πλησίον αδελφόν.

          Ιωσήφ του Ησυχαστή 

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015

Λόγοι Αθωνιτών Πατέρων




Αυτό που έχω καταλάβει είναι
ότι δεν υπάρχει φαρμάκι στον άνθρωπο.
Το φαρμάκι γίνεται γλυκό,
όταν το αντιμετωπίσεις πνευματικά.
Βλέπουμε πολλές φορές ένα άνθρωπο να αμαρτάνει.
Λυπείται, όμως πραγματικά μετανοεί,
νιώθει λύπη εξομολογείται και έχει θεία παρηγοριά.
Και όταν δεν νοιώθει αυτή την παρηγοριά,
τότε πρέπει να καταλάβει
ότι κάποια εξέλιξη τον πειράζει μέσα του,
τον πειράζει ο λογισμός
και πρέπει να πάει να το πει αυτό,
οπότε έρχεται η παρηγοριά.