Χαλινούς αποπτύσας, πλ Δ' Ἀγκάλας πατρικάς (2010) Ιερόν Κουτλουμουσιανόν Κελλίον Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου The Holy Monastery Koutloumousiou Kellion of Saint John the Theologian The Holy Mountain Athos
Χαλινούς αποπτύσας, πλ Δ' Ἀγκάλας πατρικάς (2010) Ιερόν Κουτλουμουσιανόν Κελλίον Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου The Holy Monastery Koutloumousiou Kellion of Saint John the Theologian The Holy Mountain Athos
Η Εκκλησία μας σήμερα
τιμά τη μνήμη του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, αγωνιστή
και προμάχου της Ορθοδοξίας σε μια περίοδο αναμέτρησης της Ορθοδοξίας με το
δυτικό σχολαστικισμό, μοναχού που εντρύφησε στα νάματα της Αγιορείτικης
ασκητικής και μυστικής και πολιτείας. Ιεράρχη και συγγραφέα διακεκριμένου στα
θεολογικά γράμματα του 14ου αιώνα. Η πνευματική προσφορά του είναι
πολυσχιδής και ακτινοβόλος, ώστε αναμετριέται με τους μεγάλους Πατέρες της
Εκκλησίας. Ακροθιγώς θα υπογραμμίσουμε δύο βασικά θέματα της Ορθόδοξης
παράδοσης, που απασχόλησαν έντονα τον άγιο Πατέρα.
Το πρόβλημα της γνώσης του Θεού κατέχει κεντρική θέση στη σκέψη του αγίου Γρηγορίου
του Παλαμά. Πριν όμως αναφερθούμε στο κατ’ εξοχήν αυτό θέμα της χριστιανικής
Θεολογίας, ας προσεγγίσουμε εισαγωγικά το αγωνιώδες ερώτημα της ύπαρξης του Θεού, που απασχολεί
όλη την ιστορία της ανθρώπινης σκέψης.
Στην αρχαιότητα έχουμε μεμονωμένα παραδείγματα φιλοσόφων,
που δεν παραδέχονται την ύπαρξη Θεότητος. Σήμερα το αθεϊστικό κίνημα έχει λάβει μεγάλη έκταση, όχι μόνο
μεταξύ φιλοσόφων και διανοουμένων, αλλά ακόμα και σε ευρύτερες μάζες του λαού.
Οι λόγοι που το αθεϊστικό κίνημα έχει λάβει μεγάλη έκταση στο σύγχρονο κόσμο,
είναι πολλοί, ενδεικτικά αναφέρουμε τον
ορθολογισμό, την τεχνοκρατία, την ευδαιμονία του υλισμού και την αδιαφορία που
ξεκινά από επιπόλαιη στάση στα μεγάλα προβλήματα της ζωής. Κυρίως όμως το
αθεϊστικό κίνημα είναι μια αντίδραση
στην εικόνα τοθ Θεού, που παρουσιάζουν πολλές φορές οι κρατούσες θρησκείες, που
για να εξυπηρετήσουν διάφορες ιδεολογίες και ηθικοκοινωνικά συστήματα
δημιουργούν είδωλα κακέκτυπα του Θεού, τα οποία εύκολα καταρρέουν.
Πρέπει να αναφερθούμε και σε μια μεγάλη μερίδα σκεπτικιστών
και αγνωστικιστών, που δεν δίνουν ούτε αρνητική ούτε θετική λύση στο μεγάλο
ερώτημα. Ίσως είναι πιο ειλικρινείς από τους λεγόμενους άθεους, γιατί στέκουν
με ανάλογη σοβαρότατα μπροστά στο μεγάλο ερώτημα, έστω και αν δεν παίρνουν
τελικά θέση.
Είναι αναμφισβήτητο, ότι είναι αδύνατο να αποδειχθεί η
ύπαρξη ή η ανυπαρξία του Θεού με επιστημονική βεβαιότητα, γιατί η επίσημη
ερευνά τον επιστητό κόσμο και άρα έκφεύγει των δυνατοτήτων της. Το θέμα της
αποδοχής ή άρνησης του Θεού αφήνεται στην ελεύθερη προσωπική απόφαση του
ανθρώπου, αν και υπάρχουν πολλές ενδείξεις που ενισχύουν την πίστη στην ύπαρξη
του Θεού.
Το πρόβλημα είναι αν μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει το Θεό,
του οποίου την ύπαρξη αποδέχεται. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς συνεχίζοντας την
πατερική παράδοση της Εκκλησίας διδάσκει ότι ο άνθρωπος είναι δυνατόν να λάβει
γνώση του Θεού. Ποτέ όμως δεν μπορεί να
γνωρίσει την ουσία, το είναι του Θεού, το οποίο παραμένει αμέθεκτο και
απροσπέλαστο στη γνωστική ικανότητα του ανθρώπου. Τι γνωρίζει λοιπόν ο άνθρωπος
από τη σφαίρα του Θεού; Γνωρίζει μόνο τις ενέργειές του, την αποκάλυψη που
κάνει ο ίδιος του Εαυτού Του, με κεντρικό γεγονός την ενανθρώπιση του Υιού και
Λόγου του Θεού. Ο Θεός δεν είναι ο άγνωστος, αλλά αυτοαποκαλύπτεται στην
ανθρωπότητα στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.
Η Αγία Γραφή μας αποκαλύπτει, ότι ο Θεός δεν είναι μια
απρόσωπη δύναμη ή δημιουργική αρχή, αλλά μια προσωπική ύπαρξη. Πολύ
διαφωτιστική είναι η φράση της Π. Δ. που βάζει στο στόμα του Θεού «εγώ ειμί ο
ων». Η ανεπανάληπτη σε βάθος αυτή η έκφραση φανερώνει, ότι ο Θεός είναι ζωή, το
είναι, αυτός που κατ’ εξοχήν υπάρχει. Επίσης χαρακτηριστική είναι η φράση της Κ.
Δ., «ο Θεός αγάπη εστί», που αποκαλύπτει, ότι ο Θεός δεν είναι μια μακάρια
ύπαρξη κλεισμένη στον εαυτό της , αλλά κινείται από αγάπη, δημιουργεί τον κόσμο
και δεν σταματά να ενδιαφέρεται για τη σωτηρία του κόσμου.
Η πίστη στο Θεό, κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, δεν είναι
ένα διανοητικό γεγονός που συνδέεται με την έρευνα, αλλά είναι θέμα κύρια
βιωματικό. Η αποδοχή της ύπαρξης του Θεού συνδέεται με την προσωπική μας ζωή. Η
διαφορά του ένθεου πιστού από τον άθεο φαίνεται από τη ζωή τους. Ο ένθεος δεν
αποδέχεται απλά, θεωρητικά την ύπαρξη του Θεού, αλλ’ αυτή η πίστη του
μεταμορφώνει τη ζωή του. Αυτή η εμπειρία της μεταμόρφωσης στην εποχή του Αγίου
Γρηγορίου του Παλαμά , ήταν διαδεδομένη ευρύτατα μεταξύ των αγιορειτών πατέρων,
των ησυχαστών. Αυτοί συνεδύαζαν την
αυτοσυγκέντρωση και την αδιάλειπτη προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού,
ελέησόν με». Με τη συνεχή άσκηση και
προσευχή οι ησυχαστές μοναχοί οδηγούντο στη θεωρία και μέθεξη της άκτιστης χάρης του Θεού. Αυτό
σημαίνει ότι ο Θεός είναι δυνατόν να έρχεται
σε επικοινωνία με τον άνθρωπο, παραμένει όμως αμέθεκτος και απρόσιτος
στην ουσία του. Ο άνθρωπος, ενώ ζει στην παρούσα ζωή, μετέχει τη ζωής του Θεού.
εδώ δεν έχουμε απλή προσέγγιση του Θεού σαν ζωντανού προσώπου, αλλά προσωπική
γνώση του Θεού. Ο άνθρωπος αποκτά εμπειρία της δόξας του Θεού ανάλογη με εκείνη
που είχαν οι μαθητές του Κυρίου στη Μεταμόρφωση.
Η εμπειρία αυτή αρχίζει με την έλλαμψη του θείου φωτός, και
τη διαρκή θέα της δόξης του Θεού. Σ’ αυτή την πνευματική πανδαισία, που δεν
είναι παρά πραγματοποίηση της ομοίωσης με τον Θεό, δηλαδή της θέωσης,
συμμετέχει όχι μόνο το πνεύμα, αλλά και
το σώμα, που γίνεται και αυτό φωτεινό και αρχίζει ολόκληρος ο άνθρωπος να
αποκτά γεύση «του μέλλοντα αιώνα».
Τώρα μπορεί να γίνει αντιληπτή θεολογικά η ευλάβεια και η
προσκύνηση των λειψάνων των αγίων, που από πολλούς χαρακτηρίζεται ειδωλολατρεία.
Η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης έχει την ιδιαίτερη ευλογία να φυλάει το ιερό λείψανο
του αγίου Γρηγορίου, μαρτύριο της ζωντανής
παρουσίας του αγίου.
Γ.
Μέγα Προκείμενο που ψάλλεται στους Κατανυκτικούς Εσπερινούς τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Μέλος Πέτρου Λαμπαδαρίου, Ήχος Πλ. δ΄ Ψάλλει ο Πρωτοψάλτης τού Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Κηφισιάς Σωτήριος Γεντής ο Χίος.
«Οὐ δάκρυα, οὐδὲ μετάνοιαν ἔχω, οὐδὲ κατάνυξιν∙ αὐτὸς
μοι ταῦτα Σωτήρ, ὡς Θεὸς δώρησαι» (ωδή β΄ Μεγάλου Κανόνος).
(Ούτε δάκρυα ούτε μετάνοια έχω, ούτε κατάνυξη. Ο
Ίδιος, Σωτήρα Χριστέ ως Θεός δώρισέ μου τα).
Πιο δραματική
διαπίστωση για τον άνθρωπο δεν υπάρχει: να βλέπει ότι είναι γεμάτος από
αμαρτίες, γεμάτος δηλαδή από τις πληγές που προκαλούν οι αμαρτίες του – η κάθε
αμαρτία αποτελεί τραύμα για την ψυχοσωματική ύπαρξη του ανθρώπου – κι αυτός να
μην μπορεί να αντιδράσει και να κάνει κάτι για την ίασή του. Σαν τον
μισοπεθαμένο άνθρωπο που έχει κάποια αίσθηση της τραγικότητάς του, αλλά
αδυνατεί να κουνηθεί – περιμένει μόνο τον θάνατό του! Αυτή είναι η θλιβερή
εικόνα που περιγράφει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, ο μεγάλος υμνογράφος της
Εκκλησίας μας, έχοντας υπ’ όψιν του όχι κάποιον γνωστό του ή κάποιους
συνανθρώπους του, αλλά τον ίδιο τον εαυτό του, την ίδια την ψυχή του.
Περιγράφοντας όμως τη δεινή θέση στην οποία βρίσκεται, έχει την απόλυτη
επίγνωση ότι την ίδια στιγμή περιγράφει και την κατάσταση κάθε άλλου ανθρώπου
διαχρονικά και όπου γης. Διότι ο άνθρωπος δυστυχώς είναι ίδιος σε κάθε εποχή
και σε κάθε τόπο: να σέρνεται στον βόρβορο των παθών του, αγόμενος και
συρόμενος από την πολυποίκιλη αμαρτία του, υπόδουλος κυριολεκτικά στην κακία
και τον όφι τον παμπόνηρο που κρύβεται πίσω από αυτήν και την υποδαυλίζει
αδιάκοπα – ο προ και εκτός Χριστού άνθρωπος κατά τρόπο αναγκαστικό, ο μετά
Χριστόν βαπτισμένος άνθρωπος από την αμέλειά του.
Η τραγικότητα
όμως της καταστάσεως αυτής αυξάνει και αποκτά υπέρμετρες διαστάσεις, όταν
κανείς λάβει υπ’ όψιν ότι ο άνθρωπος που κείται ημιθανής από τα θανατηφόρα
τραύματα της αμαρτίας είναι το ον που ο Θεός δημιούργησε ως σύνοψη όλης της
δημιουργίας, της πνευματικής και της υλικής. «Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του
Θεού» πλασμένος, μία μοναδική «επανάληψη» του παντοδύναμου Δημιουργού, δυστυχώς
δεν στάθηκε στο ύψος του. Ξέπεσε, επαναστατώντας κατά του θελήματος του Πατέρα
του, και ομοιώθηκε με τα κτήνη και έγινε ίδιος με αυτά στον τρόπο της ζωής του.
Και τα μεν κτήνη δεν έχουν ευθύνη ως μη έχοντα νου και συνείδηση – θεωρούνται
αδικημένα μάλιστα, γιατί η αγριάδα τους οφείλεται στον άνθρωπο – ο άνθρωπος
όμως είναι απολύτως υπεύθυνος, γιατί ενώ μπορούσε, δεν έπραξε το σωστό. Και το
«μπορούσε» δεν αναφέρεται μόνο στην αρχέγονη κατάσταση όπου πράγματι ο άνθρωπος
ήταν άπειρος αμαρτίας – λογικά δεν μπορεί να εξηγηθεί η πτώση στην αμαρτία –,
αλλά και στη μετά Χριστόν πια εποχή, όπου ο ενσαρκωθείς Θεός μας ανέλαβε τον
άνθρωπο και τον αποκατέστησε, ώστε ο πιστός σ’ Εκείνον να λειτουργεί ως συνέχεια
του Χριστού, ως ένας άλλος Χριστός.
Κι είναι
ευνόητο ότι ο άγιος Ανδρέας, διεκτραγωδώντας την κατάσταση τη δική του και των
λοιπών συνανθρώπων του: να μην αντιδρά για την κατάντια του, μετά Χριστόν!,
αποδίδει με άλλον τρόπο την παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Στο πρόσωπο του
ανθρώπου που δέχτηκε την επίθεση των ληστών και βρέθηκε ημιθανής, είναι ο
ίδιος, είναι ο κάθε άνθρωπος. Και οι ληστές δεν είναι κάποιοι ξένοι, αλλ’ οι
δικοί του λογισμοί, ο επαναστατημένος εαυτός του, τα πάθη του που θέριεψαν από
την επιμονή στην αμαρτία και τον κατέστησαν «πτώμα εξαίσιον!» «Εγώ είμαι αυτός
που περιέπεσε στους ληστές» θα σημειώσει αλλού (ωδή α΄), «και οι ληστές είναι
οι λογισμοί μου. Τραυματίστηκα ολοκληρωτικά από αυτούς κι είμαι γεμάτος τώρα
από μώλωπες».
Λοιπόν,
ομολογεί ο άγιος Ανδρέας εξ ονόματος όλων μας: ενώ χειρότερα δεν μπορώ να πάω,
όμως δεν μετανοώ, δεν χύνω δάκρυα, δεν κατανύσσομαι! Η μετάνοια θα ήταν η μόνη
ενδεδειγμένη στάση για την κατάντια μου - τα δάκρυα θα έπρεπε να πηγάζουν από
την καρδιά σαν από ποτάμι, το πλήγωμα της καρδιάς μου θα έδειχνε ότι έχω
συναίσθηση της πτώσεώς μου. Αλλά δεν τα έχω! Τι με σώζει, τι μας σώζει, στη
χαρισματική εποχή τη μετά Χριστόν; Η πίστη ότι ο Θεός μας είναι φιλάνθρωπος,
γεμάτος στοργή και αγάπη προς τα πλάσματά Του, κι ιδίως τον πρώτο από αυτά, τον
άνθρωπο. Η αγάπη Του που κάνει τον Θεό μας να μας προσφέρει την ίαση και τη
θεραπεία χωρίς να τα αξίζουμε – ως καρπό του ελέους Του, ως δωρεά της
μεγαλωσύνης Του που ξεχύθηκε ιδίως πάνω στον Σταυρό! Για τον Θεό μας, θα πει
και πάλι αλλού θρηνητικά ο άγιος, αρκεί έστω και ένας στεναγμός της ψυχής, ένα
δάκρυ που βγαίνει ως μικρή σταλαματιά. «Άκουσε τους στεναγμούς της ψυχής μου
και δέξου τους σταλαγμούς των οφθαλμών μου, Σωτήρα, και σώσε με». Η μετάνοια
τελικώς, τα δάκρυα που ξεπλένουν την ψυχή, αποτελούν δωρεά του Θεού. «Η
μετάνοια δώρο είναι ουράνιο» (ιερός Χρυσόστομος). Αρκεί μόνο να στρέψουμε, μέσα
στην αδυναμία μας, το βλέμμα μας προς Εκείνον, τον Οποίο ντυθήκαμε, και να
δείξουμε ότι Τον θέλουμε στη ζωή μας. Από κει και πέρα αναλαμβάνει Αυτός! Γιατί
είναι ο Καλός Σαμαρείτης. Χαρά Του είναι η περιποίησή μας και η αποκατάστασή
μας. Και πανηγύρι Του να μας βάλει μαζί Του στον θρόνο Του! Οπότε, η μετάνοια
που ανοίγει τον Ουρανό είναι ένα μυστήριο που δίνεται ως δωρεά σε όποιον βρει
τον «κωδικό» της. Την «ΕΛΠΙΔΑ» στον Θεό!
π. Γεώργιος Δορμπαράκης -Ακολουθείν
Το
μενεξελί δειλινό, η μεγάλη καμπάνα του πρώτου κατανυκτικού εσπερινού, και
ύστερα η μικρή η σύναξη των πιστών, των
όσων πιστών, που περιμένουν με το άκουσμα του Μεγάλου Προκειμένου να δουν και εφέτος να εσοδεύει η Κυρά-Σαρακοστή.
Σοβαρή, σιωπηλή, με το λιπόσαρκο κορμί της να κινείται ανάλαφρα μέσα στο
νυχτωμένο ναό που ευωδιάζει θυμίαμα, μελισσοκέρι και το άρωμα που απόμεινε απο
την πρωινή τη Λειτουργία. Ποιος ξέρει, ίσως να το αναδίνει και ο Αμνός της
Προηγιασμένης που περιμένει πάνω στην Αγία Τράπεζα “σφαγιασθήναι και δοθήναι
εις βρώσιν τοις πιστοίς”.
Εσπέρας προκείμενον, λοιπόν, “Μη
απαστρέψεις το πρόσωπόν σου από του παιδός σου ότι θλίβομαι...”. Οι στίχοι
ακτινοβολούν με ακρίβεια στις ψυχές το Φως της Αναστάσεως, που αν και αργεί,
αχνοφέγγει στο βάθος του χρόνου που άρχισε να ντύνεται από απόψε τα μωβ του
πένθους. Μέχρι να σκορπιστούν οι δάφνες και τα άνθη του Μ. Σαββάτου στο “Ανάστα
ο Θεός...”, μαζί με το φωτεινό, το ανοιξιάτικο χαμόγελο. Μέχρι τότε όμως...
Μέχρι τότε ο δρόμος είναι μακρύς και
ανηφορικός. Κάπου-κάπου, σιμά στα βράδια των Χαιρετισμών στα χαρμολυπικά τα
Σάββατα και τις φωτεινές τις Κυριακές, ξαποσταίνουμε, ως το βράδυ της Κυριακής όμως,
που θ’ ακουστεί και πάλι το Μέγα Προκείμενο. Τότε, λοιπόν, θα περάσει από
εμπρός μας ξανά η Κυρά-Σαρακοστή, για να μας θυμίζει την παρουσία της και εμείς
θα φυτέψουμε στην ψυχή μας άλλον ένα σπόρο υπομονής, καθώς θα συλλαβίζουμε την
ευχή του αγίου της Κατανύξεως, του οσίου Εφραίμ του Σύρου. “Ναι, Κύριε, πνεύμα
υπομονής χάρισαί μοι...”.
Όταν με τη νύχτα που έρχεται,
επιστρέφουμε στα σπίτια μας, νοιώθουμε να μας συντροφεύει η Κυρά-Σαρακοστή και
να θρονιάζεται σε περίοπτη θέση, αφού προηγουμένως μαζέψει όλα τα εδέσματα της
Τυρινής και μας θυμίσει το τραγούδι που το έλεγαν οι παλιές οι γιαγιές, που
σήμερα δεν υπάρχουν πια και μόνο τα λόγια τους περπατούν ανάμεσα μας, όπως οι
σεβάσμιο οι ίσκιοι τους....
“Πάει ου κριάτους πέθανι, ψυχουμαχάει
κι ου τύρους, κι παίρνει την περηφιανιά ου σκόρδους κι ου κρουμύδους”.
Από εκεί και πέρα, αφού μας σερβίρει τα ευώδη νηστίσιμα και ντύνεται το σπίτι με τις χαρμολύπης το χιτώνα, μας οδηγεί στο εικονοστάσι και με περισσή φροντίδα μας δείχνει τη Σταύρωση και την εις Άδου Κάθοδον του Κυρίου, για να μας κομίσει μετά ως πρόσφορο την ελπίδα, όπως ο παπάς το Αντίδωρο στην Προηγιασμένη....
π. Κ. Καλλιανός
Η Εκκλησία είναι σαν μια οικογένεια. Είναι ένα
σπίτι που όλα τα μέλη του μαθαίνουν να λένε το Θεό Πατέρα, με τον τρόπο που
αποκαλούμε τον κατά σάρκα πατέρα μας.
Αλλά διαφορετικά συνειδητοποιεί τη λέξη “πατέρας” το βρέφος αλλιώς το νήπιο,
αλλιώς ο έφηβος, αλλιώς ο ώριμος άνθρωπος. Παρότι λέμε την ίδια λέξη όλοι, έτσι
και εμείς στην Εκκλησία όλοι είμαστε παιδιά του Θεού, αλλά άλλοι είναι νήπια,
βρέφη, έφηβοι, ώριμοι άνθρωποι.
Όμως
μέσα σ’ αυτή την κοινή μας οικογένεια μεγαλώνει κανείς σιγά-σιγά και συνειδητοποιεί την αγάπη του Θεού, την
Αλήθεια και την ελευθερία. Αν προσεγγίζουμε την Εκκλησία ως οικογένεια, τότε,
θα διαπιστώσουμε πως η ποιότητα των σχέσεων μεγαλώνει μέσα σ’ ένα πνεύμα
ελευθερίας και αγάπης.
Να
ξεκαθαρίσουμε κάτι σοβαρή σε σχέση με την Εκκλησία.
Η
Εκκλησία δεν αποτελείται από ανθρώπους που είναι καλύτεροι από άλλους. Η
Εκκλησία αποτελείται από ανθρώπους που επιθυμούν να γίνουν καλύτεροι από αυτό
που είναι οι ίδιοι τώρα. Η Εκκλησία δεν είναι βιτρίνα στην οποία εκτίθενται
τέλειοι χριστιανοί. Αλλά είναι σχολείο στο οποίο προσπαθούν να τελειοποιηθούν
οι χριστιανοί.
Για
να βοηθηθεί ο άνθρωπος να γίνει καλύτερος απ’ αυτό που είναι τώρα η
Εκκλησία μας καλεί να παραδώσουμε τον εαυτό μας στα χέρια του Χριστού, για να
μας σηκώσει από τις πτώσεις μας.
Αυτή
είναι η Μεγάλη Σαρακοστή.
Αγώνας-
διάβαση- πάσχα, ελευθερία-έγερση- Ανάσταση από τη ζωή της αμαρτίας.
Η
Σαρακοστή είναι ένας θυσιαστικός κόπος, προσευχή, νηστεία και ελεημοσύνη ως μέσα για να ξαναποκτήσουμε την
πραγματική μας αξιοπρέπεια, την αληθινή ελευθερία μας και την ικανότητα να
αγαπάμε.
Ο
κόπος της προσευχής γεννάει την ελεήμονα διάθεση να παραιτηθούμε από περιττές
σωματικές απαιτήσεις χάριν της αγάπης του Χριστού υπέρ των αδελφών μας.
Η
νηστεία είναι μια σωματική και ψυχική ανανέωση του εσωτερικού μας, μας μαθαίνει
το θυσιαστικό πολίτευμα της Εκκλησίας του Χριστού και μας γεμίζει με ζεστασιά
τη ψυχή μας.
Ας προσευχηθούμε να θελήσουμε κι εμείς ως μέλη της μεγάλης οικογένειας του Θεού, ώστε όλοι με ένα στόμα να Τον αποκαλούμε Πατέρα μας.
γ.
Ανέκαθεν
οι χριστιανοί περίμεναν τη Μ. Σαρακοστή ως την πιο ευλογημένη περίοδο του
έτους. Και μολονότι γνώριζαν ότι θα δυσκολεύονταν, θα πίεζαν τον εαυτό τους, θα
καλούνταν να κάνουν κάποια πράγματα που θα ήταν πιο δύσκολα, πιο βαριά, όμως
περίμεναν αυτή την περίοδο κάθε χρόνο με πόθο πολύ, με χαρά, με ελπίδα ότι ο
Θεός θα τους ευλογούσε ιδιαίτερα και, βλέποντας τον αγώνα τους, θα τους έδινε
εκείνα ου δεν τους είχε δώσει μέχρι εκείνη την ώρα.
Καθένας λοιπόν έκανε τη σχετική ετοιμασία πως θα αγωνιστεί, πως θα περάσει τη Μ. Τεσσαρακοστή. Οι μοναχοί, που είχαν και την ευχέρεια αυτή, κανόνιζαν που θα αποσυρθούν, που θα καταφύγουν, ώστε και το περιβάλλον και η εξωτερική κατάσταση ακόμη να τους βοηθήσει να φτάσουν στο ύψιστο σημείο του αγώνα, της ασκήσεως, στο σημείο εκείνο που θα ευαρεστούσαν στον Θεό, και ο Θεός θα εκάμπτετο ας πούμε έτσι,, για να τους ελεήσει και να τους ευλογήσει.
Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ
Όπως ακριβώς νηστεύουμε από τις τροφές, έτσι να νηστεύει και η γλώσσα μας και να είναι μακριά από την καταλαλιά, από το ψέμα, από την αργολογία, από την αποδοκιμασία του πλησίον, από την οργή. Παρόμοια να νηστεύουμε με τα μάτια μας, να μην κοιτάζουμε μάταια πράγματα, να μην κοιτάζουμε με αναίδεια και παρρησία. Παρόμοια με όλες τις αισθήσεις” (Αββάς Δωρόθεος)
Η περίοδος της νηστείας χωρίζει τον χρόνο στο ένα
δέκατό του. Η Εκκλησία σκόπιμα μας δίνει την δυνατότητα, μέσα από αυτή την
ευλογημένη περίοδο, να ξαναδούμε τον χρόνο μας μέσα από έναν άλλο τρόπο: αυτόν
της άσκησης και της αυτογνωσίας που μας κάνει να βλέπουμε τον εαυτό μας και τον
πλησίον μας κάτω από ένα άλλο πρίσμα: αυτό της αγάπης που γίνεται υπέρβαση του
“είμαι το κέντρο του κόσμου”.
Αυτός ο τρόπος διαφαίνεται μέσα από τον
επανα-ορισμό τι είναι για τον άνθρωπο οι αισθήσεις: πηγή αγάπης, ζωής και φωτός
ή δρόμος αυτοθέωσης και θέασης του συνανθρώπου ως αντικειμένου χρήσης προς
όφελος; Η ασκητική παράδοση είναι ξεκάθαρη: η νηστεία από τις τροφές είναι η
βάση για την νηστεία από τα πάθη: η γλώσσα να μην γίνεται αφορμή έκφρασης
αποδοκιμασίας του πλησίον εξαιτίας της οργής ή της κατάκρισης ή της μάταιης
φλυαρίας. Τα μάτια να μην εποφθαλμιούν την ακεραιότητα του άλλου, ούτε να
περιεργάζονται την φιλήδονη χρήση του. Το ίδιο και οι άλλες αισθήσεις, να
γίνονται αφορμές συμφιλίωσης και αγάπης ή, τουλάχιστον, αποφυγής της διάσπασης,
του διχασμού, της οικειοποίησης του άλλου ως κτήματός μας. Τα πάντα να
λειτουργούν στην προοπτική της συνάντησης και της επικοινωνίας που ανοίγει τις
καρδιές, όπως επίσης και ο χρόνος της νηστείας να μας κάνει, με ηρεμία και
προσευχή, να βλέπουμε “τι είναι αυτό που μας ενώνει, μας χωρίζει, μας
πληγώνει”, όπως λέει ένα τραγούδι, με τον συνάνθρωπο, ώστε να υπερβούμε την,
κατά βάθος, μοναξιά μας.
Η νηστεία σήμερα, για τους πολλούς, μεγαλύτερους
και μικρότερους, θεωρείται αλλαγή διατροφής, με αφετηρία την εθιμική μας
παράδοση. Συνδυάζεται με μια επιστροφή στην Εκκλησία για το καλό του χρόνου, με
μια προετοιμασία για το Πάσχα, όχι όμως τόσο αυτό της πίστης στην εμπειρία της
ανάστασης και στην προσδοκία της για μας, αλλά στην χαρά και την αλλαγή που μια
γιορτή φέρνει, για να συνεχιστεί η ζωή στους ρυθμούς της. Η υπερπροσφορά
νηστίσιμων τροφών κάνει την νηστεία πιο εύκολη ως προς τις επιλογές και την
στέρηση, ωστόσο μας αποπροσανατολίζει από το περιεχόμενό της. Και επειδή η
εκκοσμίκευση και ο θρησκευτικός αποχρωματισμός κυριαρχούν ως πλειοψηφικά
ρεύματα, σε επίπεδο διαμόρφωσης της ζωής (ΜΜΕ, Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης,
διασκέδαση και εστίαση), δεν έχουμε ουσιαστική αλλαγή, αληθινό δεκατισμό του
χρόνου.
Κλειδί και πάλι είναι η οικογένεια. Η νηστεία μπορεί να γίνει αφορμή και ευκαιρία τα μέλη της να μαζεύονται συχνότερα γύρω από το κοινό τραπέζι. Να νηστεύουν από τις ατομικές επιλογές τους. Να συναντιούνται στις εκκλησιαστικές ακολουθίες της Σαρακοστής, ιδίως σε απογευματινές προηγιασμένες, Χαιρετισμούς και τις Κυριακές. Να ξαναβλέπουν τα προγράμματα της ζωής και τους χαρακτήρες συζητώντας περισσότερο. Και να νηστεύουν από την θέαση του άλλου ως μέσου για τον εγωτικό μας θρίαμβο, δίδοντας χρόνο για σπουδή του στην προοπτική της αγάπης. Ο λόγος του Θεού, η προσευχή, η μελέτη, η εξομολόγηση, η ελεημοσύνη είναι τρόποι που συνδράμουν!
π. Θεμιστοκλής
Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην
«Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τετάρτης 2 Μαρτίου 2022
ΒΗΜΑΤΑ
Νοερά
προσευχή ή ευχή ονομάζεται η προσευχή “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλό”. Λέγεται και
μονολόγιστη ευχή, επειδή αποτελεί συνεχή επανάληψη των ίδιων λέξεων.
Απευθυνόμαστε στον Κύριο, σ’ Αυτόν που
μας έχει δημιουργήσει. Κατόπιν ομολογούμε, ότι Αυτός ο Κύριος είναι ο ιστορικός
θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός που έλαβε ανθρώπινη σάρκα από την Υπεραγία Θεοτόκο.
Με το “Υιέ του Θεού” διακηρύττουμε, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι το δεύτερο
πρόσωπο της Αγίας Τριάδας μέσω του οποίου γνωρίσαμε τον Πατέρα, που μας
απέστειλε το Άγιο Πνεύμα. Απ’ Αυτόν τον τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο ζητάμε
ταπεινά να ελεήσει εμάς τους αμαρτωλούς.
Με την “ευχή” προσφέρουμε ταπεινά την ασθένειά μας στον ιατρό των ψυχών
και των σωμάτων, για να τα θεραπεύσει. Ζώντας μέσα στην “ευχή” προχωρούμε και
αυξάνουμε στη γνώση του μεγαλείου του Θεού. Απευθυνόμαστε στον Κύριο να βασιλεύσει
στη ζωή μας και να γίνεται το κέντρο της ζωής μας. Να δίνει νόημα στα έργα και
τις σκέψεις μας και να πλημμυρίζει την ύπαρξη μας με μια δυνατή αγάπη που δεν
είναι δυνατό να περιγράψει ανθρώπινος νους.
Η “ευχή” οδηγεί στη βασιλεία του
πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Κι όταν με πίστη και υπομονή
επιμείνουμε στην “ευχή” νοιώθουμε τη
φιλανθρωπία του Κυρίου να μας γεμίζει από το φως Του, να μας γεμίζει από Ζωή,
γιατί Αυτός είναι το φως του ανθρώπου.
Οδηγός και διδάσκαλος σ’ αυτή την
πνευματική εργασία, μετά τον Κύριο είναι η Παναγία Μητέρα Του. Εκεί με τον
καθημερινό της αγώνα συμμάζεψε το νου της από όλα τα αισθητά του κόσμου και τον
συγκέντρωσε στον μόνο αγαθό και πηγή αγαθότητας Θεό. Και αυτή η συνεχής
πνευματική εργασία της Υπεραγίας Θεοτόκου την έκανε άξια να γίνει η μητέρα του
Κυρίου, να γίνει Θεοτόκος.
Έτσι και κάθε πιστός που εργάζεται
πνευματικά με την “ευχή” και προσπαθεί να καθαρίσει την ψυχή του, γίνεται τόπος
κατάλληλος για να έρθει ο Κύριος και να γεννηθεί μέσα του.
Αυτή η ανάπαυση με την οποία γεμίζει η
ανθρώπινη ύπαρξη με την παρουσία του Θεού, όταν βρει τον άνθρωπο έτοιμο και
καθαρό για την εργασία της “ευχής”, είναι που δίνει περισσότερο φως στη ζωή
του.
Και για να μην χάσουν αυτή την ανάπαυση οι άγιοι μάρτυρες προτιμούν
να χύσουν το αίμα τους, και οι όσιοι να ταλαιπωρήσουν τη σάρκα τους με
υπεράνθρωπες στερήσεις στην έρημο και στη μοναξιά. Έτσι είναι. Ο πόθος των
επουρανίων αγαθών, όταν τον γευτεί ο άνθρωπος είναι πιο δυνατός και ισχυρός απο
τα βάσανα και τις στερήσεις.
Και σήμερα ζώντας μέσα σ’ ένα κόσμο “κατείδωλο”, που προσπαθεί
να μας πείσει πως ο σκοπός της ζωής μας είναι
η ευμάρεια και απόλαυση των υλικών αγαθών για να σκλαβώσει το μεγαλείο
της εικόνας του Θεού, που φέρουμε μέσα μας, μπορεί όποιος θέλει ν’ ακολουθήσει το παράδειγμα της αγίας
Θεοτόκου και των αγίων και να βρει τη λύτρωση και τη σωτηρία.
Θα ήταν ευχής έργο, όποιος θέλει με τη
χάρη του Θεού, να βρει μια ήσυχη ώρα κάθε ήμερα να λέει την “ευχή”,
προσπαθώντας να κρατά τον νου του στην
προσευχή και να διώχνει κάθε άλλη σκέψη
ή λογισμό. Βέβαια αυτό δεν είναι εύκολο, θέλει κόπο, προσπάθεια, υπομονή και
επιμονή.
Είναι αυτονόητο ότι όλα αυτά
κατορθώνονται μαζί με τη συμμετοχή μας στα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας μας, με
τον αγώνα για κάθαρση της ψυχής από τα πάθη και με την καθοδήγηση του πνευματικού
μας πατέρα.
Αρκεί εμείς να βάζουμε την καλή μας διάθεση και από εκεί και πέρα η χάρη του Θεού θα μας δώσει τη δύναμη για να συνεχίσουμε τον πνευματικό μας αγώνα.
Καλή σαρακοστή και καλό αγώνα
γ.
Από: Α. Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή - Πορεία προς το Πάσχα, μτφρ. Ελένη
Γκανούρη, εκδ. Ακρίτας,
Αθήνα 1999.
Η Μεγάλη Σαρακοστή: «Ένας τρόπος ζωής»
Με την
παρακολούθηση των ακολουθιών, με τη νηστεία, ακόμα και με την προσευχή σε τακτά
διαστήματα δεν εξαντλείται η όλη προσπάθεια στη διάρκεια της Μεγάλης
Σαρακοστής. Ή μάλλον για να είναι όλα αυτά αποτελεσματικά και να έχουν νόημα,
πρέπει να υποστηρίζονται και από αυτή την ίδια τη ζωή. Χρειάζεται δηλαδή ένας
«τρόπος ζωής» πού να μην έρχεται σε αντίθεση με όλα αυτά και να μην οδηγεί σε
μια «διασπασμένη» ύπαρξη. Στο παρελθόν, στις ορθόδοξες χώρες η ίδια η κοινωνία
πρόσφερε μια τέτοια υποστήριξη με τον συνδυασμό που είχε στα έθιμα, στις
εξωτερικές αλλαγές, με τη νομοθεσία, με τους δημόσιους και ιδιωτικούς
κανονισμούς, με όλα δηλαδή όσα περιλαμβάνονται στη λέξη πολιτισμός.
Κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή ολόκληρη η κοινωνία υποδεχόταν ένα
συγκεκριμένο ρυθμό ζωής, ορισμένους κανόνες που υπενθύμιζαν στα άτομα-μέλη της
κοινωνίας την περίοδο της Σαρακοστής. Στη Ρωσία, λόγου χάρη, δεν μπορούσε
κανείς εύκολα να ξεχάσει τη Σαρακοστή γιατί οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν
διαφορετικά αυτή την περίοδο· τα θέατρα έκλειναν και, σε παλιότερους καιρούς,
τα δικαστήρια ανέβαλλαν τη λειτουργία τους. Φυσικά όλα αυτά τα ερεθίσματα από
μόνα τους, είναι φανερό, ότι δεν ήταν δυνατό να αναγκάσουν τον άνθρωπο να
οδηγηθεί στη μετάνοια ή σε μια πιο ζωντανή θρησκευτική ζωή. Αλλά όμως
δημιουργούσαν μια ορισμένη ατμόσφαιρα - ένα είδος σαρακοστιανού κλίματος - όπου
η ατομική προσπάθεια γινόταν ευκολότερη. Ακριβώς επειδή είμαστε αδύναμοι
χρειαζόμαστε τις εξωτερικές υπενθυμίσεις, τα σύμβολα, τα σημάδια. Φυσικά πάντα
υπάρχει ο κίνδυνος αυτά τα εξωτερικά σύμβολα ν' αποκτήσουν αυτοτέλεια, να
γίνουν αυτοσκοπός, και έτσι αντί να είναι απλά μια υπενθύμιση, να γίνουν για
την κοινή αντίληψη το μόνο περιεχόμενο της Μεγάλης Σαρακοστής. Αυτόν τον
κίνδυνο τον έχουμε επισημάνει παραπάνω όταν μιλήσαμε για τις εξωτερικές
συνήθειες και τα πανηγύρια που αντικαθιστούν τη γνήσια προσωπική προσπάθεια. Αν
όμως καταλάβουμε σωστά αυτές τις συνήθειες τότε θα γίνουν ο «κρίκος» που
συνδέει την πνευματική προσπάθεια με τη ζωή.
Ψάλλει ο Άρχων Πρωτοψάλτης της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Χρύσανθος Θεοδοσόπουλος σε ζωντανή ηχογράφηση από τον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης
Κάθε φορά που προσεγγίζουμε τις περιόδους
των Τεσσαρακοστών, πολλοί άνθρωποι-ακόμη και θρησκευόμενοι- δυσανασχετούν με την υπόθεση της νηστείας και
αμφισβητούν τον πανάρχαιο αυτό θεσμό της Εκκλησίας.
Σ’
αυτούς, λοιπόν, τους αμφισβητίες απευθύνονται όσα ακολουθούν.
Ο
άνθρωπος για να πετύχει στην όποια δουλειά του, πρέπει να καταβάλλει πολύ κόπο
και χρόνο. Αλλά και ένας μαθητής προκειμένου να αφομοιώσει γνώσεις ωφέλιμες για
την επίγεια ζωή, πρέπει να αφιερώσει πολλά χρόνια -ιδιαίτερα σήμερα- στο θέμα
της εκπαίδευσης του. Αν για την επίγεια ζωή μας απαιτείται τέτοιος κόπος για να
επιβιώσουμε και να διακριθούμε, πόσο περισσότερο πρέπει να κοπιάσουμε για την
πνευματική μας προσέγγιση στη γνώση του Θεού. Χωρίς αγώνα και άσκηση πως
μπορούμε ν’ αυξήσουμε τις αρετές, να
πολεμήσουμε τα πάθη χωρίς νηστεία στις τροφές και τις συνήθειές μας, χωρίς
συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας;
Η
ίδια η φύση του ανθρώπου απαιτεί την
άσκηση στη ζωή μας. Επειδή στην
ανθρώπινη ζωή κυριαρχεί η φθορά και ο θάνατος, καθίσταται αναγκαίο ο άνθρωπος
με τη βοήθεια του Θεού να αντισταθεί σ’ αυτή την αντίθεη δύναμη του πονηρού και
να λάβει τη χάρη του Θεού. Σ’ αυτή την αναγκαία εργασία μας είναι απαραίτητη η
άσκηση.
Η
άσκηση δεν είναι κάτι το προαιρετικό ή περιττό στη ζωή μας. Η ζωή του
χριστιανού είναι συνυφασμένη με την αλήθεια της ζωής του, είναι ένα εργαλείο
απαραίτητο για να πετύχει τη σωτηρία του.
Η
νηστεία λ. χ. , η αποχή του πιστού από ορισμένες τροφές για ορισμένα χρονικά
διαστήματα ή ημέρες, είναι μια επιβολή της θελήσεώς μας πάνω στη φυσική
επιθυμία του σώματός μας για τροφή και ιδιαίτερα πάνω στην πλεονεξία για ηδονή,
που συνοδεύουν συνήθως αυτή την φυσική μας επιθυμία. Όταν, λοιπόν, κανείς
καταφέρει με την συνεχή άσκηση της νηστείας να επιβληθεί στη φυσική αυτή
επιθυμία, τότε θα μπορέσει να επιβληθεί και στα υπόλοιπα βασανιστικά πάθη που
τον ταλαιπωρούν, όπως ο εγωισμός, η φιλαργυρία, ο θυμός, η φιλοδοξία, ο φθόνος,
η φιληδονία, η μνησικακία κ. α.
Η
ορθόδοξη ασκητική δεν έχει καμία σχέση με τη δυτική νοοτροπία, που καθορίζει
ακριβώς πόση ώρα πριν από τη θεία Κοινωνία μπορεί ο πιστός να λάβει από τα
διάφορα είδη τροφίμων, δημιουργώντας μια κατ’ επίφαση νηστεία, με σκοπό να
επαναπαύσει τη συνείδηση των πιστών. Αλλά μια τέτοια αντίληψη για τη νηστεία τη
δέχονται μόνο όσοι θεωρούν την Εκκλησία σαν μια οργάνωση που οφείλουν να τηρούν
κάποιες διατάξεις, για να νιώθουν ότι
είναι τακτοποιημένοι μαζί της. Και όχι σαν πιστοί που ζουν την Εκκλησία ως
γεγονός προσωπικής ενώσεως με τον Θεό.
Ο
πιστός προσπαθεί να νηστέψει με φιλοτιμία όσο μπορεί περισσότερο, γιατί σκοπός
του είναι να προσεγγίσει την αγάπη του Θεού, και όχι να αρκεστεί σε μια
μηδαμινή ικανοποίηση που προέρχεται από την απόλαυση των υλικών αγαθών.
Οι
καθιερωμένες νηστείες της Εκκλησίας αποτελούν ένα μέτρο και ένα δείκτη για τους
πιστούς, καθώς και μια πνευματική βοήθεια, και ποτέ ένα νόμο ή υποχρέωση που
λειτουργεί ξεχωριστά και αδιάφορα από κάθε συγκεκριμένο πρόσωπο.
Οι
καθιερωμένες νηστείες είναι κάτι το λογικό και κατορθωτό για έναν υγιή
πνευματικά και σωματικά άνθρωπο. Όταν κάποιος πιστός έχει κάποιο πρόβλημα, με
τη συμβουλή του πνευματικού του μπορεί να ρυθμίζει και τη διάρκεια και το χρόνο
της νηστείας του, με γνώμονα το πνευματικό του συμφέρον και τη σωτηρία του.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερο λάθος και δείγμα έλλειψης αγάπης προς τον σύγχρονο καταναλωτικό άνθρωπο από το νομίσουμε ότι τον βοηθάμε, με το να νοθεύσουμε, να υποτιμήσουμε ή να κάνουμε εύκολη την Αλήθεια και τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Ούτε είναι σωστό να αιχμαλωτίσουμε στα όρια της λογικής το μυστήριο της σωτηρίας μας. Ή ακόμα χειρότερα να υποτάξουμε την Αλήθεια στις απαιτήσεις της σύγχρονης ευδαιμονιστικής κοινωνίας για να γίνουμε δήθεν αρεστοί.
Καλή
Τεσσαρακοστή
Του π. Ἰωάννη
Νικόπουλου
Κατά την
Δευτέρα Παρουσία δεν θα ερωτηθώ για τη δίαιτα μου, δεν θα ερωτηθώ για την
ασκηση μου, θα ερωτηθώ όμως για τις σχέσεις μου με τους συνανθρώπους μου: Αν
εθρεψα πεινασμένους, αν ξεδίψασα διψασμένους, αν εντυσα γυμνούς, αν επισκέφθηκα
φυλακισμένους, ασθενείς κ.λ.π. Αν μοιράστηκα δηλαδή τη ζωή μου με τους αλλους
τους αδελφούς μου. Γιατι μια εγωκεντρικη ζωη, χωρισμενη απο τον συνανθρωπο,
ειναι μια ζωη ξενη, που δεν ειναι για μενα, που δεν μου ανηκει, μια «παρα
φυσιν» ζωη, μια ζωη «κλεμμενη», χωρις προοπτικη. Ομως, η αγάπη μας για το Θεό
και η πορεια μας προς το «καθ΄ομοιωσιν» εκφράζεται και πραγματοποιειται με την
αγάπη μας προς τους ελαχίστους αδελφούς του Χριστού: «Εφ’ οσον εποιήσατε ενι
τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε»! Και αδελφός του Χριστού
είναι ο κάθε ανθρωπος… Το Θεό, με αλλα λογια, τον λατρεύουμε και τον τιμούμε
καλύτερα στο προσωπο του πλησίον. Τι λέει ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής; Είναι
ψεύτης οποιος λεει ότι αγαπάει το Θεό που δεν βλέπει και δεν αγαπάει τον
συνάνθρωπο που βλέπει… Η αγάπη, δηλαδη, προς τον συνάνθρωπο ανοίγει το δρόμο
προς την Βασιλεία των Ουρανών.
Τώρα, τη Μ.
Σαρακοστή θα προσπαθήσουμε να επιστρέψουμε στη σχέση μας με το Θεό και στη
σχεση μας με το συνάνθρωπο. Με τη χάρη του Θεού θα μαλακώσει η καρδιά μας, θα
ανοίξει και θα γίνει η πολυποθητη «από-κέντρωση» (Θα ανοίξουμε χώρο μέσα μας
για το Θεό και το συνάνθρωπο). Το σιγουρο ειναι οτι: Επιστρέφω στο Θεό μόνο αν
επιστρέψω στον συνάνθρωπο και επιστρέφω στον συνάνθρωπο μόνο αν επιστρέψω στο
Θεό. Ο Κύριος δεν μας μιλάει απλώς για νηστεία αλλά για προσευχή και νηστεία… Αν νηστεύουμε το κάνουμε για να
γίνουμε ικανότεροι στη προσευχή = επιστροφή στο Θεό. Και αν νηστεύουμε το
κάνουμε για να εξοικονομήσουμε χρήματα και να ασκήσουμε την ελεημοσύνη, τη φιλαδελφεία και
τη φιλανθρωπία = επιστροφή στη
σχέση μας με το συνάνθρωπο! Ειθε αυτή τη Σαρακοστή να τη βιώσουμε σαν μια
εποχήεσωτερικής ανοιξης = ευκαιρία επιστροφής στον εαυτό μας, στον συνάνθρωπό
μας, στο Θεό μας. Αμην!
Ζωή που δε μοιράζεται, εἶναι ζωή κλεμμένη – Το Zωντανό Iστολόγιο (istologio.org)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΤΡΙΗΜΕΡΟ
π. Δημητρίου Μπόκου
Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι το
αντίδοτο που δόθηκε στον άνθρωπο για να συνέρχεται από την κραιπάλη της ζωής
και τη μέθη της ηδονοθηρίας. Στον αντίποδα της ασυδοσίας των παθών και του
βακχικού αποκριάτικου ξεφαντώματος η Εκκλησία προβάλλει ως ενδεδειγμένο τρόπο
ζωής και πνευματικής ανόδου την άσκηση.
Στη βασική επιδίωξη του σύγχρονου ανθρώπου για άμεση πρόσβαση σε ό,τι αρεστό
και ευχάριστο, σε ό,τι θωπεύει το εγωκεντρικό θέλημα, αντιπαρατίθεται η
αναζήτηση του ορθού και αληθινού βίου. Ύψιστο κριτήριο στην αναζήτηση αυτή, η
αμετακίνητη κρίση του Θεού, εν αντιθέσει προς τα ευμετάβολα θελήματα του
ανθρώπου. «Δίκαιος ει, Κύριε, και ευθείαι αι κρίσεις σου… Θεός, αληθινά τα έργα
αυτού».
Η άσκηση, ως
υπακοή στον θείο νόμο, αποτρέπει την υποδούλωση στα ολέθρια ψυχοφθόρα, αλλά και
σωματοκτόνα πάθη. Κάνει τον άνθρωπο «αυτοκράτορα». Πραγματικό ηνίοχο. Από
δούλο, κυρίαρχο. Του δίνει τον έλεγχο, τα ηνία του εαυτού του, για να μην
άγεται και φέρεται, και μάλιστα από εξευτελιστικές ενίοτε επιθυμίες. Είναι
άριστη μέθοδος αυτοελέγχου.
Η Μεγάλη Σαρακοστή
είναι αγώνας κατά των παθών. Μετά την ψυχολογική προετοιμασία τριών εβδομάδων,
με τον εσπερινό της συγχώρησης (Κυριακή
της Τυρινής) είμαστε στην ώρα μηδέν. Ο πόλεμος αρχίζει. Το στάδιο ανοίγει και
«οι βουλόμενοι αθλήσαι» εισέρχονται. Το οπλοστάσιο υπερπλήρες. Η πανοπλία του
Σταυρού έτοιμη, τα όπλα του φωτός στη θέση τους: «Ως τείχος άρρηκτον κατέχοντες την
πίστιν, ως θώρακα την
προσευχήν και περικεφαλαίαν την
ελεημοσύνην, αντί μαχαίρας την
νηστείαν». «Η πάνοπλος εγκράτεια» δίνει το δυναμικό έναυσμα για τη μάχη με μια
συντριπτική πρώτη βολή: Το ιερό
τριήμερο. Τί είναι αυτό;
Είναι η πλήρης
αποχή από τροφή και νερό κατά τις
τρεις πρώτες μέρες της Σαρακοστής, δηλαδή μέχρι την πρώτη
Προηγιασμένη, που γινόταν την Τετάρτη εσπέρας. Για όσους βέβαια μπορούσαν. Οι
πιο δυνατοί μάλιστα συνέχιζαν: «Οι δυνάμενοι μενέτωσαν νήστεις έως της
Παρασκευής». Ακόμα και όσοι την Τετάρτη μετείχαν στη μετά τη Θεία Κοινωνία λιτή
τράπεζα ξηροφαγίας, την Πέμπτη της α΄ εβδομάδας δεν έτρωγαν τίποτα. «Μένομεν
νηστεύοντες έως της Παρασκευής». Ολομέτωπη δηλαδή επιθετική ενέργεια κατά των
παθών. Όχι ημίμετρα.
Αλλά και εδώ,
όλα γίνονται με διάκριση.
Ποτέ δεν αναιρείται ο βασικός κανόνας, ότι η άσκηση γίνεται πάντα και
μόνο κατά τη δύναμη και την ειδική
κατάσταση του καθενός.
Καλή Σαρακοστή!
ΝΗΣΤΕΙΑ, Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ
π.
Δημητρίου Μπόκου
Νηστεία σήμερα; Στην εποχή μας;
Μα πού βρισκόμαστε;
Σε δεύτερη μοίρα δυστυχώς έχει
υποβαθμισθεί στη συνείδηση πολλών Χριστιανών το σπουδαιότατο θέμα της νηστείας.
Δίνοντας δήθεν σημασία σε πιο «πνευματικά» θέματα, και στο ελαφρά τη καρδία
διατυμπανιζόμενο, ότι δεν βλάπτουν τα εισερχόμενα από το στόμα, αλλά τα
εξερχόμενα από την καρδιά, κάποιοι καταργούν εντελώς τη νηστεία ή της δίνουν
ελάχιστη σημασία. Ακόμη και ιερείς και θεολόγοι καταθέτουν δυστυχώς παρόμοιες
απόψεις. Κάποιοι, παρεξηγώντας τον διαχωρισμό μεταξύ αληθούς και ανωφελούς
νηστείας, στον οποίο επιμένουν ιδιαίτερα οι αγιογραφικές και πατερικές
παραινέσεις, περιφρονούν τη νηστεία απερίφραστα και την εξοβελίζουν εντελώς από
τη ζωή τους.
Αναδιφώντας
όμως στον ιερό λειμώνα του Τριωδίου, ανακαλύπτουμε πολύ νωρίς το πόσο εξαίρεται
η αρετή της νηστείας. Ήδη στο θαυμάσιο δοξαστικό των Αίνων της Κυριακής της
Απόκρεω γίνεται θερμή προτροπή να νηστέψουμε. «Προκαθάρωμεν εαυτούς,
αδελφοί, τη βασιλίδι των αρετών· ιδού
γαρ παραγέγονε, πλούτον ημίν αγαθών κομίζουσα, των παθών κατευνάζει τα οιδήματα, και τω Δεσπότῃ καταλλάττει
τους πταίσαντας».
Όχι μόνο δεν περιθωριοποιείται
η νηστεία, αλλά ούτε λίγο ούτε πολύ ονομάζεται βασίλισσα των αρετών. Μήπως όμως
φαντάζει λίγο υπερβολικό αυτό; Συνήθως ο τίτλος αυτός διεκδικείται από πολλές
άλλες σπουδαίες αρετές. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος π. χ. αναγορεύει την προσευχή σε βασίλισσα των
αρετών. Ο Χρυσόστομος εκθειάζει την ελεημοσύνη: «Πολλή χρησώμεθα τη ελεημοσύνη. Αύτη γάρ
εστιν η βασίλισσα των αρετών». Ο άγιος Αντώνιος και άλλοι ονομάζουν
βασίλισσα και αρετή των αρετών τη διάκριση. Ο
δε Παύλος στεφανώνει πάνω από όλα την αγάπη (βλ. και άρθρο μας: Η αδελφή της νηστείας,
Σαρακοστή 2019).
Και ότι ταύτα ούτως έχουν,
ουδείς αντιλέγει. Πώς λοιπόν και η εγκράτεια αποκαλείται βασιλίδα των αρετών;
Επειδή ακριβώς κομίζει «πλούτον ημίν αγαθών». Αυτή μας εισάγει
στις άλλες αρετές. Είναι η αρχή των πάντων. Όλα τα πνευματικά επιτεύγματα των
αγίων έχουν αφετηρία τους τη νηστεία. Ο Μωυσής «θεόπτης εχρημάτισε» και «τω
Κτίστη συνόμιλος» και «θεατής των αρρήτων», αφού
πρώτα καθάρισε τα μάτια της ψυχής του με τη νηστεία. Ο Ηλίας «τη
νηστεία λαμπρυνθείς ανεφέρετο επί το ύψος το ουράνιον… Άρμα πυρός έλαβεν Ηλίαν
τον θαυμαστόν νηστεία οπλισάμενον». Οι άγιοι Τρεις Παίδες έσβησαν τη
φλόγα της καμίνου «νηστείας πυρί στομωθέντες», επειδή η ψυχή
τους είχε γίνει κοφτερή (ακονίσθηκε) με τη φωτιά της νηστείας. Η νηστεία
τους «έσβεσε δύναμιν πυρός». Η νηστεία του Δανιήλ «έφραξε
στόματα λεόντων». Η νηστεία ανέδειξε τον Παύλο «φρικτόν
ουρανοδρόμον». Όλοι οι άγιοι, «αναζωσάμενοι τον καλόν της
νηστείας αγώνα», πέτυχαν θαυμαστά κατορθώματα.
Αναφερόμαστε βέβαια πάντοτε όχι
στη νηστεία που μισεί και αποστρέφεται ο Θεός, αλλά στη συνολική εγκράτεια που
ασκεί ο «μη μόνον γαστρός, αλλά και των άλλων εισόδων της αμαρτίας
κρατών». «Αληθής νηστεία η των κακών αλλοτρίωσις». Μόνο αυτή η νηστεία
είναι προϋπόθεση, αναγκαία και σημαντική, των άλλων αρετών. Οι αναφορές του
Κατανυκτικού Τριωδίου σ’ αυτήν είναι τόσο έντονες, που εκπλήττουν ευχάριστα.
Έτσι, η εγκράτεια οδηγεί:
Εις «παγκαρπίαν των θείων εντολών του
Χριστού».
Μας εισάγει στον
Παράδεισο. «Ποθήσωμεν εγκράτειαν, ίνα μη έξω θρηνήσωμεν του
Παραδείσου, αλλ' εις αυτόν ελευσώμεθα».
Κατευνάζει τα πάθη μας. «Νηστεύοντες,
τας καμίνους πάντων παθών κατασβέσωμεν».
Είναι μάχαιρα, «ήτις εκτέμνει από
καρδίας πάσαν κακίαν».
Είναι «η των
πνευματικών αγώνων αρχή, η κατά των δαιμόνων νίκη, η πάνοπλος εγκράτεια, η των Αγγέλων ευπρέπεια, η προς Θεόν
παρρησία».
«Ο
Κύριος εν νηστεία είλε (=νίκησε) τον
εχθρόν, εν τούτω (με
τη νηστεία) και ημείς θραύσωμεν αυτού τα βέλη και ένεδρα».
Η είσοδος της νηστείας
είναι «ημέρα σωτήριος».
«Υπερευλογημένη
και πολύφωτος χάρις» είναι
η νηστεία και αναλάμπει «ηλίου φαιδρότερον».
Αποτελεί «στερρόν» και «θαυμαστόν όπλον».
Αποκαλείται «άμωμος,
πάνσεπτος, σωτήριος», και είναι «των ψυχών σωτηρία, μήτηρ
της σωφροσύνης, κατήγορος της αμαρτίας και συνήγορος της μετανοίας, πολιτεία
των αγγέλων, φαιδροτέρα των αρετών, συμπολίτις των ουρανών».
Θαυμαστοί όντως χαρακτηρισμοί
για τη νηστεία και την εγκράτεια! Παντού ονομάζεται «τρυφή» και «φαιδρότης», δηλαδή
απόλαυση και όχι ταλαιπωρία. Είναι αυτή που μας ξανακάνει οικήτορες του
Παραδείσου, από όπου μας είχε εξώσει η ακρασία του Αδάμ. Ο ίδιος ο Κύριος υπέδειξε
να νικήσουμε «διά νηστείας» τον διάβολο, ενδυόμενοι «τον
φωτεινόν της νηστείας χιτώνα», αντί να θεοποιούμε την γαστέρα.
Πώς τα καταφέρνει τόσο όμορφα,
τόσο αποτελεσματικά η νηστεία;
Απλούστατα, επειδή οδηγεί άμεσα στη βάση της όλης
πνευματικής ζωής, την ταπείνωση. Λέγει στο Γεροντικό: «Η
οδός της ταπεινώσεώς εστιν οι
κόποι οι σωματικοί εν γνώσει» και το να βάζεις τον εαυτό
σου κάτω από όλους και το να προσεύχεσαι αδιάλειπτα στον Θεό. Η σωματική
άσκηση, η νηστεία, η εγκράτεια, ανήκουν στους σωματικούς κόπους. Σκληραγωγούν
το σώμα. Γιατί όμως λέγει ότι οι σωματικοί κόποι (όταν φυσικά γίνονται με σωστό
φρόνημα, «εν γνώσει») προξενούν την ταπεινοφροσύνη; Πώς
σχετίζεται ο σωματικός κόπος με την ψυχική διάθεση; Μας το εξηγεί θαυμάσια ο
αββάς Δωρόθεος.
«Μετά την πτώση του ανθρώπου η
ψυχή αιχμαλωτίσθηκε στη φιληδονία και εγκλωβίστηκε στην ψεύτικη αυτονομία της.
Αγάπησε τα σωματικά πάθη. Έγινε ολόκληρη σάρκα. Ας θυμηθούμε τί λέγει ο Θεός
για τους προ του κατακλυσμού ανθρώπους: Δεν θα παραμείνει το πνεύμα μου στους
ανθρώπους αυτούς, «διά το είναι αυτούς σάρκας» (Γεν. 6, 3). Έτσι λοιπόν η ψυχή
έφτασε να συμπάσχει με το σώμα και να ταυτίζεται με τη δική του διάθεση. Και
πράγματι, άλλη διάθεση έχει η ψυχή του υγιούς και άλλη του αρρώστου. Άλλη του
πεινασμένου και άλλη του χορτάτου. Άλλιώς αισθάνεται αυτός που είναι καβαλάρης
σε άλογο, αλλιώς αυτός που είναι σε γαϊδουράκι. Αλλιώς αυτός που κάθεται σε
θρόνο, αλλιώς αυτός που κάθεται χάμω. Αλλιώς αυτός που φοράει καλά και ακριβά
ρούχα, αλλιώς αυτός που ντύνεται με κουρέλια».
Όταν
λοιπόν για κάποιο λόγο ταπεινώνεται το σώμα, συνταπεινώνεται και η ψυχή. Και ο κόπος είναι μια απ’ τις
αιτίες που ταπεινώνουν το σώμα Πολύ σωστά λοιπόν διδάσκουν οι άγιοι, ότι οι
σωματικοί κόποι οδηγούν στην ταπείνωση. Και η νηστεία (η εγκράτεια γενικά)
είναι άριστη σωματική άσκηση, κακοπάθεια, κόπος. Άρα και άριστος τρόπος για να
καλλιεργεί ο άνθρωπος το «μη υψηλοφρονείν παρ’ ο δει φρονείν». Η
νηστεία δηλαδή γίνεται είσοδος και πύλη για όλο το πνευματικό μας οικοδόμημα,
αφού το να μη φρονούμε τα υψηλά είναι το θεμέλιο της πνευματικής ζωής. Το πόσο
σημαντικό είναι αυτό, φαίνεται από τα τραγικά αποτελέσματα της υψηλοφροσύνης, η
οποία φτάνει στο να περιφρονεί και να απορρίπτει όχι μόνο τους ανθρώπους, αλλά
ακόμα και τον Θεό. Ο αββάς Δωρόθεος πάλι μας δίνει ένα παράδειγμα.
- Είδα κάποτε, λέγει,
κάποιον που έφτασε σ’ αυτή την ελεεινή κατάσταση. Όταν του έλεγε κανένας κάτι,
αυτός τον έφτυνε, δηλαδή τον περιφρονούσε και έλεγε: «Σιγά και κάτι μας είπες
τώρα! Ποιος είσαι συ; Δεν αξίζει κανένας, παρά μόνο ο Ζωσιμάς και οι μαθητές
του». Μετά άρχισε να τούς περιφρονεί και αυτούς λέγοντας: «Κανένας δεν αξίζει,
παρά μόνο ο Μακάριος». Μετά από λίγο: «Και τί είναι ο Μακάριος; Ένα τίποτε.
Μόνο ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος αξίζουν». Κατόπιν άρχισε να τους περιφρονεί
και αυτούς λέγοντας: «Και τί είναι ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος; Κανένας άλλος
δεν αξίζει, παρά μόνο ο Πέτρος και ο Παύλος». Του λέω λοιπόν: «Σίγουρα,
αδελφέ, θα τους περιφρονήσεις κι αυτούς». Ε, πιστέψτε με, μετά από λίγο καιρό
άρχισε να λέει: «Και τί είναι ο Πέτρος και ο Παύλος; Κανένας δεν αξίζει, παρά
μόνο η Αγία Τριάδα». Ύστερα όμως περηφανεύθηκε και εναντίον του ίδιου του Θεού
και τρελλάθηκε τελείως (Αββά Δωροθέου, Διδασκαλία Β΄, Περί
ταπεινοφροσύνης).
Και να, που μόλις πρόσφατα
γίναμε δυστυχώς μάρτυρες τέτοιων τραγικών καταστάσεων. Είδαμε τον άνθρωπο να
ορθώνει ιταμό το ανάστημά του μπρος στον Θεό με υπερφίαλο παραλήρημα. Στις 8
Μαρτίου 2021 στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων υπέρ διαβόητου
τρομοκράτη, νεαροί διαδηλωτές, με προεξάρχουσα καθηγήτρια Πανεπιστημίου,
έσκισαν με αλαζονικούς καγχασμούς εικόνα της Παναγίας, ποδοπατώντας την μαζί με
τον Σταυρό στο έδαφος. Πώς πρόλαβε να αλαζονευτεί τόσο πολύ ο νέος άνθρωπος, να
γίνει αυτοείδωλο και
να υψώνεται υπεράνω του Θεού;
Να, από τι φοβερά πράγματα μας
προφυλάττει η ταπείνωση. Και να, γιατί η νηστεία, επειδή ακριβώς μας οδηγεί
στην ταπείνωση, τιτλοφορείται επάξια βασίλισσα των αρετών.
Με αδιάπτωτη λοιπόν την ψυχική
μας εγρήγορση, ας διαπλεύσουμε το μέγα πέλαγος της πνευματικής μας βιοτής,
ευθυδρομώντας στα κύματα των πολλών μας παθών με το πηδάλιο των σωτηρίων
προσταγμάτων του ιερού Τριωδίου: «Εγκρατεία την σάρκα ταπεινώσαι πάντες σπουδάσωμεν, το θείον
υπερχόμενοι στάδιον της αμώμου
νηστείας. …Σταυρώσωμεν τα μέλη δι’ εγκρατείας. …Εγκρατεία
τα πάθη νεκρώσωμεν, τη
νηστεία το πνεύμα πτερώσωμεν προς ουρανόν».
Σαρακοστή 2021
Α
ν τ ι ύ λ η
Ι.
Ναός Αγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα
Τηλ.
26820 25861/23075/6980 898 504
e-mail: antiyli.gr@gmail.com