Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Ποτέ μην αμφισβητήσεις όσα είναι από το Θεό



          Ένα διασκευασμένο αληθινό παραμύθι
 
          Ένας ορειβάτης ξεκίνησε την περιπέτεια του μετά από πολλά χρόνια προετοιμασίας. Όμως , επειδή ήθελε τη δόξα μόνο για τον εαυτό του, αποφάσισε να σκαρφαλώσει το βουνό μόνος. Η νύχτα, λοιπόν έπεσε βαριά και ο άνδρας δεν έβλεπε τίποτα. Όλα ήταν μαύρα. Μηδενική ορατότητα. Το φεγγάρι και τα άστρα είχαν καλυφθεί από σύννεφα. Καθώς ο άνδρας ανέβαινε και απείχε λίγα μόνο  μέτρα από την κορυφή του βουνού γλίστρησε και έπεσε στο κενό με μεγάλη ταχύτητα ορειβάτης, που το μόνο που έβλεπε καθώς έπεφτε ήταν μαύρες κουκκίδες, είχε την τρομερή αίσθηση της βαρύτητας να τον τραβά. Συνέχεια να πέφτει….
          Και σε κείνες τις στιγμές του μεγάλου φόβου ήρθαν στο μυαλό του όλα τα καλά και τα άσχημα επεισόδια της ζωής του. Σκεπτόταν, τώρα, το πόσο κοντά στο θάνατο ήταν, όταν ξαφνικά ένοιωσε το σχοινί που ήταν δεμένο στη μέση του να τον τραβά δυνατά. Το σώμα του ακροβάτη κρεμόταν πλέον στον αέρα. Μόνο το σκοινί τον κρατούσε ζωντανό.
          Εκείνη τη στιγμή της αμηχανίας και καμιάς άλλης επιλογής, φώναξε:
          -Θεέ μου, βοήθησε  με!
          Ξαφνικά, μια βαθειά φωνή, προερχόμενη από τον ουρανό, απάντησε!
          -Τι θέλεις να κάνω;
          -Σώσε με, Θεέ μου!
          -Αληθινά, νομίζεις ότι μπορώ να σε σώσω;
          -Βέβαια, πιστεύω ότι Εσύ μπορείς!
          -Τότε κόψε το σχοινί που είναι δεμένο στη μέση σου…
          Και το έκοψε…
          Η ομάδα διάσωσης, την άλλη μέρα, περισυνέλεξε σώο τον ορειβάτη. Από πάνω του κρεμόταν ένα σχοινί που υπείχε ΜΟΝΟ τρία μέτρα μακριά από τη γη…
          Κι εσύ;
          Εγώ;
          Όλοι μας;
          Πόσο κολλημένοι είμαστε στο σχοινί μας, σε καθετί που μας κρατά δέσμιους;
          Ποτέ μην αμφισβητήσεις όσα είναι από το Θεό. Ποτέ δεν θα πρέπει να λες ότι σε έχει ξεχάσει ή σε έχει εγκαταλείψει. Ποτέ μη νομίζεις ότι δεν σε φροντίζει.
          Θυμήσου ότι σε κρατάει πάντα με το χέρι Του. Και η επιλογή να απλώσει το δικό σου χέρι… ανήκει σε εσένα. 

Πηγή: Περιοδικό «Ο ΟΝΗΣΙΜΟΣ» τ, 13 2012

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2009

O κρυμμένος θησαυρός

Παραμύθι από την Ιταλία

Ο Τζιάνι έσπρωξε την πόρτα του παλιού αγροτόσπιτου. "-Σινιόρ Μπρούνο, καλησπέρα!" φώναξε.

"-Έλα μέσα, έλα, πέρασε, Τζιάνι", απάντησε ο σινιόρ Μπρούνο. "-Χαίρομαι να σε βλέπω. Έλα, κάτσε να πιούμε ένα κρασάκι".

Οι δυο άντρες ήπιανε κρασί και κουβέντιασαν για τον καιρό και για τα σπαρτά τους. Κάποια στιγμή ο Τζιάνι είπε:

"-Σινιόρ Μπρούνο, μου φαίνεται πως έχεις κάποια στενοχώρια. Τι σου συμβαίνει?"

Ο σινιόρ Μπρούνο αναστέναξε. "-Αχ, είναι για τον εγγονό μου, το Μάριο", είπε. "-Είναι καλό παιδί, αλλά τεμπέλης. Όλη τη μέρα βρίσκεται ξαπλωμένος σε μια κούνια και δε λέει να κάνει την παραμικρή δουλειά. Δεν ξέρω τι να κάνω μαζί του".

Ο Τζιάνι έμεινε για λίγο σιωπηλός. "-Σκέφτηκα κάτι", είπε ύστερα, "-που ίσως μπορεί να λύσει το πρόβλημα". Και εξήγησε το σχέδιό του στο σινιόρ Μπρούνο.

Ο γέρο παππούς γέλασε. "-Καλό είναι. Ας ελπίσουμε ότι θα πετύχει", είπε.

Το άλλο πρωί στις έντεκα, ο Τζιάνι πήρε το δρόμο για το αγροτόσπιτο, όπου βρήκε το Μάριο στην κούνια του, να μισοκοιμάται κάτω από τις ακτίνες του ήλιου.

"-Καλημέρα Μάριο", είπε κι έβγαλε από την τσέπη του έναν παλιό τσαλακωμένο χάρτη και τον εξέταζε.

"-Βρήκα αυτό τον παλιό χάρτη", είπε. "-Διαβάζεται πολύ δύσκολα. Όμως, μοιάζει να λέει ότι κάπου εδώ, σ' αυτό το χωράφι, είναι κρυμμένα πενήντα χρυσά φλουριά".

Ο Μάριο ανακάθισε. "-Πενήντα χρυσά φλουριά? Θα μπορούσα να κάνω πολλά πράγματα μ' αυτά. Πάμε να ψάξουμε!" είπε και πήδηξε κάτω από την κούνια.

Ο Μάριο και ο Τζιάνι, κι οι δυο μαζί έτρεξαν στο χωράφι, στάθηκαν και το κοίταξαν. Το είχαν πνίξει τ' αγριόχορτα.

"-Πρέπει να καθαρίσουμε πρώτα το χωράφι, πριν αρχίσουμε να ψάχνουμε για χρυσάφι", είπε ο Μάριο κι έτρεξε στην αποθήκη να φέρει εργαλεία. Μετά, εργάστηκε ολόκληρη την ημέρα, καθαρίζοντας τ' αγριόχορτα.

Το άλλο πρωί ο Μάριο σηκώθηκε νωρίς κι όταν ο Τζιάνι έφτασε στο χωράφι, ήταν στρωμένος στη δουλειά. Μεγάλα σύννεφα από σκόνη γέμιζαν τον αέρα, γιατί το χώμα ήτανε κατάξερο.

"-Πρέπει να ποτίσεις", είπε ο Τζιάνι κι ο Μάριο έτρεξε κι έφερε ένα σωλήνα και πότισε όλο το χωράφι.

Ο Τζιάνι, έβγαλε να μελετήσει το χάρτη του. "-Ίσως θα έπρεπε να ξεκινήσεις να σκάβεις από εκεί", είπε, δείχνοντας σε κάποιο σημείο του χωραφιού.

Εκείνη τη στιγμή, μια παρέα από παιδιά που γύριζαν από το σχολείο, χύθηκε μέσα στο χωράφι.

"-Πρέπει να τα διώξουμε από εδώ", είπε ο Μάριο. "-Μπορεί να βρούνε τα φλουριά".

"-Το ξέρω! Θα ρίξω λίπασμα", είπε ο Τζιάνι. "-Αυτό, θα τα κρατήσει μακρυά".

Έτρεξε κι έφερε ένα άλογο και ένα κάρο. Πήγε στο στάβλο, γέμισε το κάρο με λίπασμα και το 'φερε και το σκόρπισε σ' όλο το χωράφι. Ύστερα άρχισε να σκαλίζει το χώμα σ' όλες τις μεριές.

Ο Μάριο έσκαψε ολόκληρο το χωράφι, μα δε βρήκε κανένα φλουρί. Απογοητευμένος και θυμωμένος, αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι.

Δεν είχε πάρει είδηση ότι ο Τζιάνι έριχνε σπόρους, καθώς πηγαινοερχόταν στο χωράφι. "-Ίσως να μην μπόρεσα να διαβάσω σωστά το χάρτη", είπε ο Τζιάνι στον Μάριο, όταν γύρισε στο σπίτι. "-Θα τον στείλλω σ΄ένα φίλο μου που ξέρω ότι διαβάζει τέτοιους χάρτες. Μόλις μου απαντήσει, θα 'ρθω να σου πω".

Ο Μάριο περίμενε βδομάδες και βδομάδες. Επιτέλους, κάποιο πρωί έφτασε ο Τζιάνι. "-Έλα να δεις το χωράφι σου", του είπε. Οι δυό τους, μαζί κι ο σινιόρ Μπρούνο, ο γέρο παππούς, ξεκίνησαν για 'κει. Όταν έφτασαν, ο Μάριο στάθηκε και κοίταξε κατάπληκτος. Όλο το χωράφι ήτανε γεμάτο σειρές σειρές δροσερά μαρούλια!

"-Βλέπεις τι πέτυχες, με όλα τα καθαρίσματα, τα ποτίσματα, τα σκαψίματα και τα λιπάσματά σου? Εγώ, το μόνο που έκανα, ήταν να φυτέψω μερικούς σπόρους".

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, έφτασε ένας έμπορος με το άλογο και το κάρο του. "-Όλα αυτά τα μαρούλια, σας τα δίνουμε για πενήντα φλουριά", είπε στον έμπορο ο σινιόρ Μπρούνο. Ο έμπορος, έβγαλε και μέτρησε τα φλουριά και τα 'δωσε στον γέρο παππού.

Ο Μάριο και ο Τζιάνι μάζεψαν όλα τα μαρούλια και τα φόρτωσαν στο κάρο του εμπόρου.

"-Να τα τα πενήντα φλουριά σου", γέλασε ο παππούς, δίνοντας τα λεφτά στον Μάριο. "-Βρίσκονταν πάντα μέσα στο χωράφι. Δεν είχες παρά να το καλλιεργήσεις"..


Παραμύθι Μυθικό



Τρίτη 30 Ιουνίου 2009

O άνθρωπος, το άλογό του και το σκυλί του

Παραμύθι

Ένας άνθρωπος, το άλογό του και το σκυλί του περπατούσαν σ ένα δρόμο. Καθώς περνούσαν δίπλα από ένα τεράστιο δέντρο, έπεσε ένας κεραυνός και όλοι έμειναν στον τόπο. Αλλά ο άνθρωπος δεν αντιλήφθηκε ότι είχε πια αφήσει τον κόσμο τούτο και συνέχισε να περπατάει με τα ζώα του. Μερικές φορές οι πεθαμένοι θέλουν χρόνο για να συνειδητοποιήσουν τη νέα τους κατάσταση...

Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς, ανηφορικός, ο ήλιος έκαιγε και αυτοί είχαν ιδρώσει και διψούσαν πολύ.

Σε μια στροφή διέκριναν μια μεγαλόπρεπη πύλη, καμωμένη ολόκληρη από μάρμαρο, που οδηγούσε σε μία πλατεία στρωμένη με χρυσάφι, που στο κέντρο της είχε μία πηγή από όπου ανάβλυζε κρυστάλλινο νερό.

Ο οδοιπόρος προχώρησε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο:

"Καλημέρα"

"Καλημέρα", απάντησε ο φύλακας

"Ποιος είναι αυτός ο τόσο όμορφος τόπος;"

"Είναι ο παράδεισος"

"Ωραία που φτάσαμε στον παράδεισο, διψάμε πολύ"

"Μπορείτε να μπείτε,κύριε, και να πιείτε όσο θέλετε" και ο φύλακας έδειξε την πηγή

"Το άλογο και το σκυλί μου διψάνε κι αυτά"

"Λυπάμαι πολύ" είπε ο φύλακας "Εδώ δεν επιτρέπονται ζώα"

Ο άνθρωπος στενοχωρήθηκε επειδή διψούσε πολύ, αλλά δεν ήθελε να πιει νερό μόνο αυτός. Ευχαρίστησε το φύλακα και συνέχισε το δρόμο του.

Αφού περπάτησαν πολλή ώρα στην ανηφόρα, εξαντλημένοι πια, έφτασαν σ ένα μέρος που είχε για είσοδο μια παλιά ξύλινη πύλη που οδηγούσε σ ένα χωματόδρομο πλαισιωμένο από δέντρα.

Στη σκιά ενός από τα δέντρα καθόταν ένας άνθρωπος μ ένα καπέλο στο κεφάλι, ίσως και να κοιμόταν.

"Καλημέρα" είπε ο οδοιπόρος.

Ο άνθρωπος έγνεψε με το κεφάλι

"Διψάμε πολύ, εγώ το άλογό μου και το σκυλί μου"

"Έχει μια πηγή σ' εκείνες τις πέτρες" είπε ο άνθρωπος δείχνοντας το σημείο "Πιείτε όσο θέλετε"

Ο άνθρωπος, το άλογο και το σκυλί πήγαν ως την πηγή και έσβησαν τη δίψα τους. Ο οδοιπόρος γύρισε για να τον ευχαριστήσει.

"Ελάτε πάλι όποτε θέλετε" απάντησε ο άνθρωπος

"Αλήθεια, πως λέγεται αυτό το μέρος;"

"Παράδεισος"

"Παράδεισος;;" Μα ο φύλακας της μαρμαρένιας πύλης είπε ότι ο παράδεισος ήταν εκεί!"

"Εκεί δεν είναι ο παράδεισος, είναι η κόλαση"

Ο οδοιπόρος τα χασε "Πρέπει να τους απαγορεύετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας! Αυτό σίγουρα θα προξενεί μεγάλα μπερδέματα!"

"Καθόλου, αντίθετα μας κάνουν μεγάλη χάρη. Επειδή εκεί μένουν όλοι αυτοί που είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερούς τους φίλους..."

Paulo Coelho ( ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΥΘΙΚΟ)