Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλφαβητάρι του Νεοέλληνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλφαβητάρι του Νεοέλληνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2018

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΗΣΣΟΝΟΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ



Η ελληνική πολιτεία δίνει την εντύπωση ότι ζητά ένα εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο θα κυριαρχήσει και πάλι η αρχή της ήσσονος προσπαθείας. Δεν είναι μόνο η κατάργηση των εξετάσεων στα περισσότερα μαθήματα του Γυμνασίου και του Λυκείου, με αποτέλεσμα στην σκέψη των μαθητών να επικρατεί η αντίληψη περί κύριων γνώσεων και δευτερευόντων, μαθημάτων που χρειάζονται προσπάθεια και άλλων που περιθωριοποιούνται. Δεν είναι μόνο ο πολύ χαμηλός μέσος όρος που απαιτείται για την προαγωγή από την μία τάξη στην άλλη. Είναι και η κατάσταση στα μεγάλα πανεπιστήμια, στα οποία η γνώση δεν δείχνει να είναι η προτεραιότητα, αλλά υπερτονίζεται η ενασχόληση των φοιτητών με κοινωνικούς αγώνες, με άρνηση της εντατικοποίησης των σπουδών, ενώ τα πάντα φαίνεται ότι θα λυθούν με αύξηση της χρηματοδότησης της παιδείας. Αυτονόητο είναι πώς όσα χρήματα επενδύονται στην εκπαίδευση, είναι προς όφελος όλων. Το πρόβλημα όμως της προσωπικής κατάκτησης της γνώσης έχει να κάνει με τον προσωπικό κόπο και την αξιοποίηση όσων μέσων υπάρχουν, τα οποία έχουν αυξηθεί με την χρήση του Διαδικτύου.

                Η πρόσφατη εικόνα των μαθητών και των φοιτητών να εισβάλλουν στο γραφείο του Υπουργού Παιδείας, πέρα από τον αποπροσανατολισμό στην κοινή γνώμη για άλλα προβλήματα, μαρτυρεί σύγχυση σε επίπεδο κοινωνίας και αυτών που την διαμορφώνουν ιδεολογικά. Ενώ η πραγματικότητα απαιτεί πολύν κόπο για τους νέους, ιδίως όταν η αγορά εργασίας περιορίζει τα δικαιώματά τους, ελαττώνει τους μισθούς, αυξάνει το ωράριο και τις απαιτήσεις από αυτούς, κι ενώ η μόνη λύση είναι η κατάρτιση η οποία θα δημιουργήσει περιθώρια για εύρεση αξιοπρεπούς εργασίας, τουλάχιστον γι’  αυτούς που θέλουν να μορφωθούν, βλέπουμε η φρασεολογία των όσων εκφράζουν το θεωρητικά «αγωνιστικό» τμήμα της νεολαίας να λειτουργεί στην προοπτική της απόλαυσης της νιότης, της χαράς της ζωής, με όσο το δυνατόν λιγότερο κόπο και με περισσότερα δικαιώματα. Η πλειοψηφία των νέων αλλά και των μεγαλυτέρων βλέπει με συμπάθεια την νοοτροπία αυτή ή έχει συμβιβαστεί με τις εικόνες πραγματικής ντροπής που αντικρίζουμε στα πανεπιστήμια, κυρίως της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης (σκουπίδια, διακίνηση ναρκωτικών, παραεμπόριο, επιβίωση των κομματικών φοιτητικών παρατάξεων) και γι’  αυτό δεν αντιδρά.

                Όποιος ισχυριστεί ότι είναι κακό οι μαθητές και οι φοιτητές να χαίρονται την ζωή τους, σφάλλει. Το ερώτημα είναι από πού πηγάζει αυτή  η χαρά και γιατί είναι αποκλεισμένη από την κατάκτηση της γνώσης. Χαρούμενος είναι αυτός που προσπαθεί, που μαθαίνει, που ανοίγει τον νου και την καρδιά του στην κριτική σκέψη. Χαρούμενος είναι αυτός που νιώθει ότι ο κόπος του αναγνωρίζεται. Που δεν φοβάται να εξετασθεί, να διαγωνισθεί δηλαδή, ώστε να αποδείξει και στον εαυτό του και στους άλλους ότι κοπιάζει και ότι ο κόπος του έχε αποτελέσματα. Η πολιτεία θα άξιζε να στρέψει το ενδιαφέρον της στην ρύθμιση της αγοράς εργασίας ώστε ο νέος που μπορεί και παλεύει να μην αντιμετωπίζεται ως σκλάβος και να αφήσει κατά μέρος νοοτροπίες ήσσονος προσπαθείας.

                Η Εκκλησία δείχνει ολοένα και περισσότερο να αδιαφορεί. Σιωπά, ενώ η ασκητική της ευλογεί τον κόπο, τόσο για τον επιούσιο άρτο όσο και για την προαγωγή στην πνευματικότητα. Αν αγαπάμε τον Θεό, τον πλησίον, την ζωή μας, η αγάπη  γεννά αφιέρωση στην σχέση. Είναι μία άλλη νοοτροπία που αξίζει να επισημανθεί και με λόγους και με βιοτή! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 31 Οκτωβρίου 2018

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

Η εφηβική “οίηση”




          Ένα από τα άλλα ελαττώματα της εφηβείας είναι η ‘”Οίησις”. Ο έφηβος νομίζει ότι τα  ξέρει όλα. Το παιδί πριν από τα 12 του χρόνια λέγει πως ο πατέρας του τα ξέρει όλα. Στα 15 χρόνια: ξέρω κι εγώ τόσα πολλά, όσα και ο πατέρας μου. Στα 20 λέγει και πιστεύει πως ο πατέρας του δεν ξέρει απολύτως τίποτα. Στα τριάντα σκέπτεται πως θα μπορούσα να ρωτήσω ίσως  και τον πατέρα . Στα 40: κι όμως ο πατέρας κάτι ξέρει, και στα 50 αναφωνεί: Ο πατέρας τα ξέρει όλα και στα 60 : Αχ, να μπορούσα να ρωτούσα τον πατέρα μου!



          Ο παιδαγωγός

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Χρεοκοπία στο τετράγωνο



            Πριν από τριάντα χρόνια οι φωστήρες της πατρίδας μας έκαναν ό,τι μπορούσαν για να καθιερωθεί το μονοτονικό σύστημα και αυτό το θεώρησαν πρόοδο. Τότε ο αείμνηστος Κορνήλιος Καστοριάδης είχε δηλώσει : «Η κατάργηση των τόνων και των πνευμάτων είναι η κατάργηση της ορθογραφίας που είναι τελικά η κατάργηση της συνέχειας. Ήδη τα παιδιά δεν μπορούν να  καταλάβουν λ.χ. Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη κ.α. , γιατί αυτοί είναι γεμάτοι από τον πλούτο των αρχαίων Ελληνικών. Δηλ. προσπαθούμε να καταστρέψουμε ό,τι είχαμε κτίσει. Αυτό είναι το δράμα του σύγχρονου Ελληνισμού.
            Αυτόν λοιπόν τον εκβαρβαρισμό ζούμε σήμερα με ποικίλες μορφές.
            Η δε εφημερίδα « Καθημερινή» (15-10 2011) γράφει: « Είναι κοινός τόπος ότι της οικονομικής και κοινωνικής χρεοκοπίας προηγήθηκε η γλωσσική μας  χρεοκοπία, δια των απλουστεύσεων και του μονοτονικού. Η δε κοινωνική αναγέννηση, ακόμα δε και η οικονομική ανάκαμψη, προϋποθέτει την αποιδεολογικοποίηση της γλώσσας μας…. Η αποθέωση της ήσσονος προσπάθειας των «απλουστευμένων» λύσεων, της απαξίωσης κάθε κανόνα, ακόμα και των γραμματικών, δεν οδηγεί παρά στη χρεοκοπία και την ερήμωση».

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011

Γλώσσα

 Γεώργιος Σεφέρης

Όλα γίνουνται στην Ελλάδα σα να μας κινεί ένα θανάσι­μο μίσος για τη λαλιά μας. Το κακό είναι τόσο μεγάλο πού μόνο σαν ένα φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας θα μπορούσε κανείς να το εξηγήσει. Ίσως, ποιος ξέρει, οι «απωθήσεις» πού προκάλεσε μια δασκαλοκρατία πολλών αιώνων έπρεπε να καταλήξουν στις σημερινές μας νευρώσεις. Στα χρόνια μας, πρέπει να μην το ξεχνάμε, το ζήτημα δεν είναι πια αν θα γράφουμε καθαρεύουσα ή δημοτική. Το τραγικό ζήτημα είναι αν θα γράφουμε ή όχι ελληνικά· αν θα γράφουμε ελληνικά ή ένα οποιοδήποτε ελληνόμορφο εσπεράντο. Δυστυχώς όλα γίνουνται σα να προτιμούμε το εσπεράντο· σα να θέλουμε να ξεκάνουμε με όλα τα μέσα τη γλώσσα μας.

Ένα παράδειγμα, 1946.

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

Το αίτημα για βελτίωση της Παιδείας

Χρήστος Γιανναράς

Το αίτημα για βελτίωση της Παιδείας ήταν μάλλον η πρώτη καθολική απαίτηση του λαού μας πού ανάγκασε την πολιτική να έρθει αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα ποιότητας της ζωής. Απογυμνωμένοι από κάθε άλλο δράμα, στόχο και προοπτική του εθνικού μας βίου (έξω από τις ωμά υλιστικές απαιτήσεις της καταναλωτικής «ανά­πτυξης») αρπαχτήκαμε από το αίτημα για Παιδεία σαν από μια ελάχιστη καινούργια «Μεγάλη Ιδέα». Ό παραλληλισμός δεν είναι ολότελα ρητορικός. Το στα­θερό συμπέρασμα κάθε κριτικής, μεμψίμοιρης ή μελετη­μένης, σε οποιονδήποτε χώρο του δημόσιου βίου κι αν αφορά, συγκεφαλαιώνεται τα τελευταία χρόνια πάντα στην ίδια επωδό: Δεν έχουμε Παιδεία, δεν μπορεί να γίνει τίπο­τα χωρίς Παιδεία. Είναι τόσο καθολική και επίμονη αυτή η επανάληψη, ώστε το αίτημα για σωστή Παιδεία να διαγράφεται αμυδρά πίσω από την κοινή μας κριτική για την κακοδαιμονία του ρωμέϊκου, σαν το θαυματουργό ελιξίριο πού θα μπορούσε κάποτε να αναστήσει το ταπεινωμένο μας γένος. Σίγουρα, μια μικρή-Μεγάλη Ιδέα.

Η «Μεγάλη Ιδέα» της Παιδείας, 1977

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Ελληνική παιδεία


Χρήστος Γιανναράς

Προτού αρθρώσει σοβαρό λόγο για την παιδεία οποιαδήποτε πολιτική παράταξη ή κυβέρνηση έχει να απαντήσει σε ένα καίριο ερώτημα: Τί ήταν ο Ελληνισμός πριν να συγκροτηθεί σε εθνικό κράτος; Η Ελλάδα απέκτησε για πρώτη φορά γεωγραφικά σύνορα μόλις πριν από εκατόν εβδομήντα χρόνια. Για τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια που εντοπιζόταν η ιστορική υπόσταση του Ελληνισμού, ποια ήταν η εθνική του ταυτότητα; Αν αύριο το πρωί οι Τούρ­κοι καταλάβουν όχι τη βραχονησίδα Ύμια, αλλά κάποια νησιά του Αιγαίου ή τη Θράκη ή και την υπόλοιπη Κύ­προ, τί θα αλλάξει ουσιαστικά στη ζωή των κατοίκων αυτών των περιοχών; Απλώς θα πληγωθεί ο συλλογικός τους εγωισμός, ή θα απειληθεί κάποια πολύτιμη και αναν­τικατάστατη ποιότητα της ζωής τους; Κι αν αυτή η ξεχωριστή ποιότητα συνιστά την ιδιαιτερότητα του πολιτι­σμού των Ελλήνων, ποια παιδεία στην Ελλάδα τις τε­λευταίες δεκαετίες φώτισε και καλλιέργησε μια τέτοια ελληνικότητα;

Εκκρεμείς εθνικές επέτειοι, 1996.

Παρασκευή 29 Απριλίου 2011

Οι συναντήσεις του πνεύματος


Όδυσσέας Ελύτης

Στη γαλάζια λεκάνη του Αιγαίου πού ενώνει και χωρίζει συνάμα τις τρεις ιστορικές ηπείρους, συντελέστηκαν ανέκαθεν οι πιο τολμηρές κι οι πιο γόνιμες συναντήσεις του πνεύματος. Ο Ελληνισμός, παρών πάντοτε στα χείλη της λεκάνης αυτής (και τότε μονάχα οντάς σε θέση να ολο­κληρώνει το νόημα της αποστολής του μέσα στον κόσμο), γινόταν ο ενσυνείδητος λειτουργός μιας ακατάπαυστης αφομοιωτικής ενέργειας, πού με υλικό παρμένο από την Α­νατολή και τη Δύση εξακολουθητικά πλαστουργούσε πρό­τυπα πολιτισμού, διάφορα και στην ουσία και στη μορφή από κείνα πού του είχαν χρησιμέψει για πρώτη ύλη. Στον ομφαλό λοιπόν του Αιγαίου έβλεπε το φως, όχι απλά και μόνο η ισορρόπηση δύο κόσμων, αλλά ένας τρίτος κόσμος, ισοδύναμος με τους δυο άλλους σε πρωτογένεια και αλή­θεια. Ο κόσμος αυτός στην εξέλιξη του γνώρισε πολλές φά­σεις. Όμως, για ένα μάτι πού ξέρει να βλέπει, όλες αυτές οι φάσεις διαπερνούνται κατά βάθος από το ίδιο χαρακτη­ριστικό ρεύμα πού ζωοποιά κινήθηκε σε όλες τις περιπε­τειώδεις ανελίξεις της φυλής, και σήμανε πάντοτε την ορθή αντιστοιχία, του φυσικού και του νοητού κόσμου.
Οι εικονογραφίες του Στρατηγού Μακρυγιάννη, 1946.

Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

Δύστυχη Ελλάδα

Οδυσσέας Ελύτης

(Ή Δύση), όταν είχε αρχίσει να υπάρχει, ανάμεσα σ' αύτη και στην Ελλάδα είχε παρεμβληθεί ένας απίστευτα παρερμηνευμένος Χριστιανισμός. [...] Αφήνω πια την Αναγέννηση. Αύτη ήταν ο μεγάλος εχθρός. Η μεγάλη παρα­χάραξη. [...]
[...] Η παρερμηνεία του βαθύτερου ελληνικού πνεύματος από τους ξένους, πού δυσκολεύει τη συνεννόηση μας, και πού γι' αυτήν είμαστε εμείς υπεύθυνοι. [...] Δύστυχη Ελλάδα, να 'ταν οι ξένοι μονάχα· μα και οι Έλ­ληνες; Και καλά, οι Έλληνες γενικά· μα και οι πιο κοντι­νοί μας, οι «διανοούμενοι»; Να βλέπουν τον τόπο τους με συγκατάβαση, σα μια οποιαδήποτε μικρή χώρα της Μέσης Ανατολής; Επειδή τα Πανεπιστήμια δεν έχουν συγχρονισμένα εργαστήρια, για να μην πω: κι επειδή τα ου­ρητήρια δε διαθέτουν ηλεκτρονικό μάτι; Ε, λοιπόν, κι εγώ θα το εξομολογηθώ με μιαν ειλικρίνεια πού δεν αξίζει να την ειρωνευθεί κανείς: νιώθω ένας αριστοκράτης πού έχει — ο μόνος πού έχει — το προνόμιο να λέει τον ουρανό «ουρανό» και τη θάλασσα «θάλασσα», ακριβώς όπως η Σαπφώ, ακριβώς όπως ο Ρωμανός, εδώ και χιλιάδες χρόνια, και μόνον έτσι να βλέπω αλήθεια το γαλάζιο του αι­θέρος ή ν' ακούω το ρόχθο του πελάγους.

Το χρονικό μιας δεκαετίας 1974.

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Η Ελλάδα, Οδ.Ελύτης


 Οδυσσέας Ελύτης

Η Ελλάδα, στη σημερινή μορφή της, σαστίζει τον επισκέπτη, τον κάνει να χάνει το δρόμο του. Πολύ μικρή και πολύ μεγάλη συνάμα — όχι μόνο στο χρόνο άλλα και στο χώρο: Λίγα τετραγωνικά χιλιόμετρα έκτασης όπου χωρούν εκατό και πλέον υψηλά βουνά, χίλια και πλέον μικρά ή μεγάλα νησιά. Κι από το άλλο μέρος, μυριάδες χιλιόμετρα ιστορίας, όπου η δράση, με τα ίδια επάνω-κάτω χαρα­κτηριστικά, επαναλαμβάνεται και συνοψίζεται με τέσσερις ή πέντε μοναδικούς τύπους. Υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν ίσαμε σήμερα την ίδια γλώσσα — μοναδικό φαινό­μενο σε όλο το δυτικό κόσμο και τα φυσικά στοιχεία, οι βράχοι, τα δέντρα, οι θάλασσες, πού φλέγονται κάτω από τον ίδιον ήλιο και κατοικούνται από τις ίδιες υπερφυσικές δυνάμεις.


Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Χριστιανισμός και Ελληνισμός


Θεόδωρος Ζιάκας

Ό χριστιανισμός δεν επιβλήθηκε στους Έλληνες. Ο Ελληνισμός τον εγκολπώθηκε, τον έκανε δικό του γιατί ο χριστιανισμός ανταποκρινόταν σε βαθύτερες αναζητήσεις του. Το ότι πήρε τις απαντήσεις στα ερωτήματα του από ένα άλλο έθνος, δεν αναιρεί την ελληνική συνέχεια, αφού τα συγκεκριμένα ερωτήματα και οι συγκεκριμένες απαντήσεις δεν είχαν κανένα νόημα για το εν λόγω έθνος (τους Εβραίους). Το βάπτισμα του Ελληνισμού δεν αναίρεσε την ελληνικότητα του.

Η εκλειψη του υποκειμένου, 1996.

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

Αυτεπίγνωση, Οδυσσέας Ελύτης

Όδυσσέας Ελύτης

Να έπαιρνε πότε πότε η συνεδρίαση του Κοινοβουλίου τις προεκτάσεις πού παίρνει ένα δάκρυ όταν διαθλά τις αθλιότητες όλες κι απομένει να λάμπει σαν μονόπετρο. Να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουνε για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά απ' το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυ­σες συνθήκες, όπως ο δικός μας λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι, το χράμι, όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων.
Τί σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής πού αξιώθηκαν κι έφτασαν ως τις κοινότητες; Ποιος καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή, πού μπορούσε μια μέρα να μας οδηγήσει σ' ένα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα; Όπου το κοινόν αίσθημα να συμπίπτει με κείνο των αρίστων. Τί έγινε η φύση πού μαντεύουμε αλλά δεν τη βλέ­πουμε; Ο αέρας πού ακούμε άλλα δεν τον εισπνέουμε;

Τα δημόσια και τα ιδιωτικά, 1983.

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Παιδεία


Γ.Σεφέρης

Μόρφωση και μάθηση είναι άσκηση της ζωής· και η άσκηση της ζωής έχει πολλά να κερδίσει από ανθρώ­πους σαν τον (ζωγράφο) Θεόφιλο πού βρήκαν το δρόμο τους ψηλαφώντας, μόνοι μέσα στα σκοτεινά μονοπάτια μιας πολύ καλλιεργημένης, καθώς νομίζω, ομαδικής ψυχής όπως είναι η ψυχή του λαού μας. Έχει πολλά να κερδίσει· και πριν απ' όλα να μάθει πώς να φυλάγεται από τη μισή μόρφωση και από τη μισή μάθηση πού καταντά στρέ­βλωση και νάρκη. Από την άποψη αυτή θα μου ήταν πο­λύ δύσκολο να παραδεχτώ πώς είναι αμόρφωτος ο Θεό­φιλος... Η ελληνική πνευματική κληρονομιά είναι τόσο με­γάλη πού αλήθεια δεν ξέρει κανείς ποιους μπορεί να δια­λέξει για να πραγματοποιήσει τις βουλές της. Είναι στιγ­μές πού την κρατούν στα χέρια τους οι πιο φημισμένοι άνθρωποι πού ακούστηκαν ποτέ στον κόσμο, και είναι στιγμές πού πάει και φωλιάζει ανάμεσα στους ανώνυμους, περιμένοντας να φανερωθούν ξανά οι άρχοντες επώνυμοι. Είναι σπουδαίο το δίδαγμα πού αντλεί κανείς όταν λάβει τον κόπο να κοιτάξει αυτή την ατέλειωτη περιπέτεια. Το δημοτικό τραγούδι να φωτίζει τον Όμηρο και ο Αισχύλος να συμπληρώνεται από το δημοτικό τραγούδι, στην ευαι­σθησία ενός και του ίδιου ανθρώπου, δεν είναι λίγο πράγ­μα - και αυτό μόνο στην Ελλάδα μπορεί να γίνει. Μιλώ χωρίς υπεροψία, γιατί δεν ξεχνώ πως μόνο στην Ελλάδα μπορούν να γίνουν ακόμη τα πιο απίστευτα παραστρατήματα.

Θεόφιλος, 1947



Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Φρόνημα

Ιερά Κοινότης του Αγίου Όρους


Τα ήθη και τα έθιμα μας είναι λειτουρ­γικά. Και η αγωγή, το ήθος, η παιδεία μας είναι της Εκκλησίας. Ό άξονας στην παράδοσι και στη ζωή μας είναι ο Θεάνθρωπος. Το κέντρο κάθε χωρίου ο ναός. Όλη η ενορία, όλο το χωριό μια οικογένεια, μια Εκκλησία. Γιορτές και πα­νηγύρια οι γιορτές της Εκκλησίας. Και την ήμερα των εορτών της Εκκλησίας οι αργίες, οι γιορτές και τα τρα­γούδια.

Η ψυχαγωγία σεμνή. Και τα δημοτικά τραγούδια, τα λόγια και ο ήχος, σχετίζονται με τον ήχο (και το ήθος) της Εκκλησίας. Και συχνά ο λαϊκός τραγουδιστής είναι και ο ψάλτης της Εκκλησίας.

Θυμάσαι τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά: Όπως από την απρόσιτη ουσία του Θεού προχέεται και προΐεται η άκτιστη ενέργεια, η χάρι, το φως, το κάλλος το εράσμιο πού θεώνει τον άνθρωπο και τα έργα του και τον κόσμο όλο, έτσι και από την αστείρευτη πηγή της Εκκλησίας, από τα άγια των αγίων της θείας Λειτουργίας της, αρδεύεται όλη η ζωή. Ευλογείται κάθε εκδήλωσι. Από τη γέννα του αν­θρώπου, τη βάφτισι, το γάμο, μέχρι το εξόδιο. Όλα αγιάζονται, ευλογούνται. Και όλα αγιάζουν, διδά­σκουν. Οι χαρές αποκτούν νόημα αιώνιο και οι δοκιμασίες φανερώνονται ευλογίες ανεξάντλητες. Αυτό γίνεται στην προσωπική ζωή κάθε πιστού, στη ζωή όλης της εκκλησιαστικής κοινότητος, στη ζωή του Γένους μας.


Το Άγιον Όρος και η παιδεία του Γένους μας, 1984



Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Φρόνημα


Ζήσιμος Λορεντζάτος


Στα γράμματα (άλλα και σε άλλες εκδηλώσεις κάθε πολιτισμού ανθρωπίνου) δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε πεθαμένους και ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση. Έχομε πεθαμένους πού κατευθύνουν τη ζωή μας, τη ζωή του σήμερα ή κάθε νιόκοπης γενιάς, όπως έχομε ζωντανους πού όσο περισσότερο φωνάζουν, τόσο περισσότερο βλέπομε πώς είναι πρωθύστερα πεθαμένοι: και αυτό είναι παράδοση — να ζουν μοναχά οι ζωντανοί (και ας έχουν, καμιά φορά, μερικοί από αυτούς πεθάνει χρόνους πρωτύτερα). Και κάθε νιόκοπη πάλι γενιά, κατευθύνει εκείνη τη ζωή της παράδοσης: και αυτό είναι παράδοση. Από την άποψη αυτή, εκείνο πού λέμε ή ονομάζομε πρωτοποριακό δεν υπάρχει. Είναι μια άπλερη φαντασία μας. Μοναχά η παράδοση υπάρχει πλέρια. Γιατί η παράδοση είναι η ζωή, και μάλιστα η ανώτερη φάση της ζωής πού δεν ξεχωρίζει πεθαμένους από ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση. Κά­θε φορά πού έχομε αληθινή ζωή έχομε παράδοση. Έχομε προσθήκη, περπάτημα, πλουτισμό της παράδοσης. Οι έσχατοι γίνονται πρώτοι, οι πρώτοι έσχατοι. Όσοι απο­τελούν την παράδοση μπορεί να πει κανένας πώς έχουν όλοι την ίδια πάντα χρονολογία, τη σημερινή. Η παράδο­ση δεν είναι τα περασμένα ή τα μελλούμενα, αν και είναι περισσότερο τα μελλούμενα παρά τα περασμένα, αφού η παράδοση ζει στό αιώνιο τώρα: και αυτό είναι παράδοση. Μια δύναμη πού συμβαδίζει με τη ζωή και πού η ζωή (στην Ανώτερη φάση της) συμβαδίζει μαζί της: ζωή και παράδοση ταυτόσημες.




Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Παιδεία

Χρήστος Γιανναράς


Το αίτημα για βελτίωση της Παιδείας ήταν μάλλον η πρώτη καθολική απαίτηση του λαού μας πού ανάγκασε την πολιτική να έρθει αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα ποιότητας της ζωής. Απογυμνωμένοι από κάθε άλλο δράμα, στόχο και προοπτική του εθνικού μας βίου (έξω από τις ωμά υλιστικές απαιτήσεις της καταναλωτικής «ανά­πτυξης») αρπαχτήκαμε από το αίτημα για Παιδεία σαν από μια ελάχιστη καινούργια «Μεγάλη Ιδέα». Ό παραλληλισμός δεν είναι ολότελα ρητορικός. Το στα­θερό συμπέρασμα κάθε κριτικής, μεμψίμοιρης ή μελετη­μένης, σε οποιονδήποτε χώρο του δημόσιου βίου κι αν αφορά, συγκεφαλαιώνεται τα τελευταία χρόνια πάντα στην ίδια επωδό: Δεν έχουμε Παιδεία, δεν μπορεί να γίνει τίπο­τα χωρίς Παιδεία. Είναι τόσο καθολική και επίμονη αυτή η επανάληψη, ώστε το αίτημα για σωστή Παιδεία να διαγράφεται αμυδρά πίσω από την κοινή μας κριτική για την κακοδαιμονία του ρωμέϊκου, σαν το θαυματουργό ελιξίριο πού θα μπορούσε κάποτε να αναστήσει το ταπεινωμένο μας γένος. Σίγουρα, μια μικρή-Μεγάλη Ιδέα.


Η «Μεγάλη Ιδέα» της Παιδείας, 1977



Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Φρόνημα

Δημήτρης Πικιώνης


Είναι αναμφίβολο πώς τα επιτακτικά προβλήματα της εποχής μας απαίτησαν από μέρους μας την ανάπτυξη της ρασιοναλιστικής σκέψης.

Όσο τούτη είναι γέννημα αδήριτης ανάγκης, είναι νόμι­μη κι ωφέλιμη. Είναι όμως άνομη και καταστρεπτική, όταν δε μας επιβάλλεται από την ανάγκη των πραγμάτων, μα είναι μια φυγή του ατόμου από την ίδια του την ψυχική ή πνευματική φτώχεια.

Γίνεται κανείς ρασιοναλιστής, όταν η εσωτερική δράση κι ακοή και όσφρηση και γεύση της ιερότητας της ζωής, αυτά πού χαρακτήριζαν την ανυποκατάστατη ζύμη κάθε αυθεντικής παράδοσης πολιτισμού και Τέχνης, έχουν ολότελα χαθεί απ' την ψυχή του. Σ' αυτή την περίπτωση ο ρασιοναλισμός δεν είναι πια παρά ο δρόμος οπού για να τον ακολουθήσει κανείς δεν χρειάζεται τίποτα να θυσιάσει.

Εις τις ψυχές λοιπόν οπού δεν έχουν τίποτα να θυσιάσουν, γιατί δεν έχουν τίποτα να λατρέψουν, δεν απομένει παρά τούτη η διέξοδος, ως φυγή από τη στυγνή πραγματικότητα του «είναι» των. Μη έχοντας οι ίδιοι ιερά, ποδοπατούν τα ιερά των άλλων, και τούτο κάνοντας κομπάζουν «ως δι' ένδειξιν ρώμης» (φράση του Ταγκόρ).


"Εκθεση προς τον Κων. Δοξιάδη, 1961.


Ρασιοναλισμός = ο ορθολογισμός, η συνολική φιλοσοφική κατεύθυνση που αποδέχεται ως μοναδική ουσία της πραγματικότητας, ως γνώμονα και αφετηρία γνώσεως τη λογική σκέψη.


Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Η γλώσσα, Γ.Σεφέρης

Γ. Σεφέρης


Ο Θεός μας χάρισε μια γλώσσα ζωντανή, εύρωστη, πεισματάρα και χαριτωμένη, πού αντέχει ακόμη, μολονότι έχουμε εξαπολύσει όλα τα θεριά για να τη φάνε· έφαγαν όσο μπόρεσαν, αλλά απομένει μαγιά. Έτσι θα 'λεγα, παραφρά­ζοντας τον Μακρυγιάννη. Δεν ξέρω πόσο θα βαστάξει ακόμη αυτό. Εκείνο πού ξέρω είναι ότι η μαγιά λιγοστεύει και δε μένει πια καιρός για να μένουμε αμέριμνοι. Δεν είναι καινούργια τα σημεία πού δείχνουν πώς αν συνεχίσουμε τον ίδιο δρόμο, αν αφεθούμε μοιρολατρικά στη δύναμη των πραγμάτων, θα βρεθούμε στο τέλος μπροστά σε μια γλώσ­σα εξευτελισμένη, πολύσπερμη και ασπόνδυλη.


Ή γλώσσα στην ποίηση μας, 1964.



Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Φρόνημα

Ζήσιμος Λορεντζάτος


Στα γράμματα (άλλα και σε άλλες εκδηλώσεις κάθε πολιτισμού ανθρωπίνου) δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε πεθαμένους και ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση. Έχομε πεθαμένους πού κατευθύνουν τη ζωή μας, τη ζωή του σήμερα ή κάθε νιόκοπης γενιάς, όπως έχομε ζωντανούς πού όσο περισσότερο φωνάζουν, τόσο περισσότερο βλέπομε πώς είναι πρωθύστερα πεθαμένοι: και αυτό είναι παράδοση — να ζουν μοναχά οι ζωντανοί (και ας έχουν, καμιά φορά, μερικοί από αυτούς πεθάνει χρόνους πρωτύτερα). Και κάθε νιόκοπη πάλι γενιά, κατευθύνει εκείνη τη ζωή της παράδοσης: και αυτό είναι παράδοση. Από την άποψη αυτή, εκείνο πού λέμε ή ονομάζομε πρωτοποριακό δεν υπάρχει. Είναι μια άπλερη φαντασία μας. Μοναχά η παράδοση υπάρχει πλέρια. Γιατί η παράδοση είναι η ζωή, και μάλιστα η ανώτερη φάση της ζωής πού δεν ξεχωρίζει πεθαμένους από ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση. Κά­θε φορά πού έχομε αληθινή ζωή έχομε παράδοση. Έχομε προσθήκη, περπάτημα, πλουτισμό της παράδοσης. Οι έσχατοι γίνονται πρώτοι, οι πρώτοι έσχατοι. Όσοι απο­τελούν την παράδοση μπορεί να πει κανένας πώς έχουν όλοι την ίδια πάντα χρονολογία, τη σημερινή. Η παράδο­ση δεν είναι τα περασμένα ή τα μελλούμενα, αν και είναι περισσότερο τα μελλούμενα παρά τα περασμένα, αφού η

παράδοση ζει στό αιώνιο τώρα: και αυτό είναι παράδοση. Μια δύναμη πού συμβαδίζει με τη ζωή και πού η ζωή (στην Ανώτερη φάση της) συμβαδίζει μαζί της: ζωή και παράδοση ταυτόσημες.


Ρωμιές, 1979


Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

Η γλώσσα μας, Οδ. Ελύτης


Η συρρίκνωση του Ελληνισμού μετά την επικράτηση των εθνικισμών - δεν το συνειδητοποιήσαμε ποτέ όσο έπρεπε - μας αποστέρησε από τον τρόπο να βλέπουμε τα πράγματα με την ανοιχτοσύνη εκείνη και την ισχύ που διέθετε το ίδιο μας το γλωσσικό όργανο σε μια μεγάλη έκταση του πολιτισμένου τότε κόσμου. Απ' αυτή την άποψη, όσο περίεργο και αν φαίνεται, ο πριν από τους δύο παγκόσμιους πολέμους υπήκοος του μικροσκοπικού τούτου κράτους ανάσαινε τον αέρα μιας περίπου αυτοκρατορίας. Οι δυνατότητες του να κινηθεί χωρίς διαβατήριο γλώσσας καλύπτανε μεγάλα μέρη της Ιταλίας και της Αυστρίας, ολόκληρη την Αίγυπτο, τη νότιο Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία του Καυκάσου και, φυσικά, την Κωνσταντινούπολη με την ενδοχώρα της, ως κάτω, κατά μήκος του Αιγαίου, τη λεγόμενη στις μέρες μας νοτιοδυτική Τουρκία.

Είναι, το ξέρω, δύσκολο ν’ αξιολογείς το σημερινό μολύβι σαν χθεσινό χρυσάφι· και όμως, αν θέλεις να κρίνεις αντικειμενικά (θέλω να πω, να ‘ρθεις στη θέση ενός μεγαλοαστού την εποχή πού οι μεγαλοαστοί, αντί να παίζουν κούμ-κάν, δημιουργούσανε την Ελλάδα), πρέπει να το πράξεις. Εάν όχι τίποτε άλλο, για ν' αντιληφθείς πόσο διαφορετική νοοτροπία μπορεί να έχει κάποιος πού, από τη Βιέννη ως την Οδησσό και από την Τεργέστη ως το Πόρτ-Σάιντ, νιώθει σαν στο σπίτι του.



Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, 1977.