Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τι να σημαίνει άραγε;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τι να σημαίνει άραγε;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ- ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Σ’ αγαπώ η σε θέλω;
          Στους καιρούς μας το “σ’ αγαπώ” δεν λέγεται τόσο εύκολα. Οι άνθρωποι, επειδή έχουμε μάθει ότι οι επιθυμίες μας είναι το παν, προτάσσουμε στην σχέση το “σε θέλω”.

          Παλαιότερα η αγάπη θεωρούνταν προϋπόθεση για την εκπλήρωση της επιθυμίας και γι’ αυτό ο γάμος ήταν η αναμενόμενη έκβαση σχέσης, η οποία κρίνονταν ως σοβαρή όταν προχωρούσε στην προοπτική της οικογένειας, Ακόμη κι αν οι σχέσεις δεν κρατούσαν πού, και κοινωνικά δεν θεωρούνταν αποδεκτή η ολοκλήρωσή τους εφόσον δεν γινόταν εντός του γάμου ή, τουλάχιστον, με την βεβαιότητα ότι ο γάμος θα ακολουθήσει. Σήμερα, ο γάμος μοιάζει μακρινή προοπτική για αυτούς που ηλικιακά είναι από 20 έως 30 ετών.

          Πολλοί πλησιάζουν τα σαράντα  για να το αποφασίσουν. Προηγείται η καριέρα, η διασκέδαση, το “σε θέλω”. Και γι’ αυτό η μη συγκατάβαση της Εκκλησίας στις προγαμιαίες σχέσεις θεωρείται σήμερα  ως εκτός τόπου και χρόνου νοοτροπία, ένας συντηρητισμός αχρείαστος και ανεφάρμοστος.

          Έτσι, το “σε θέλω” γίνεται έκφραση ενός πόθου, συχνά μόνο σωματικού. Λειτουργεί στην προοπτική της εκτόνωσης της επιθυμίας για τον άλλον σε επίπεδο ηδονής. Η σαρκικότητα  θεοποιείται. Το κορμί θεάται αυτονομημένο από την όλη  ύπαρξη, γίνεται καρπός προς αμοιβαία βρώση, ενώ η σχέση αντιμετωπίζεται ως μία προοπτική επιθυμητή, αλλά όχι αναγκαία. Το “σε θέλω” γίνεται σήμα κατατεθέν όλων των ηλικιών. Η εικόνα του άλλου γεννά την λαγνεία στον νου και την ίδια στιγμή κάνει την ψυχή να παραδίδεται στο εφήμερο.

          Γι’ αυτό ο έρωτας  γρήγορα μετατρέπεται σε ρουτίνα κι αυτό  διαφαίνεται όταν το “σε  θέλω” γίνεται καθήκον ή συνήθεια. Όταν υποχωρεί μπροστά στα παιδιά, την καριέρα, την δόξα. Όταν υποκαθίσταται από την εικόνα μας στα Μ. Κ. Δ. Χωρίς το “σε θέλω” έρωτας δε υπάρχει. Μόνο με το “σε θέλω” ο έρωτας περνά. Έτσι έρχεται και η απιστία στην σχέση, όταν το “σε θέλω” αλλάζει πρόσωπο στο οποίο εκφράζεται. Όταν το μέχρι τώρα  αντικείμενο του πόθου δεν μπορεί να προσελκύσει την κίνηση της καρδιάς και του κορμιού, διότι όλα έχουν κορεσθεί, έχουν  παραδοθεί στην πλήξη ή έχουν αντικατασταθεί από άλλης ποιότητας ηδονές, όπως η δόξα και το χρήμα.

          Το “σε θέλω” χωρίς το “σ’ αγαπώ” εν έχει νόημα. Το ένα ενώνει τα σώματα, το άλλο ενώνει τις υπάρξεις. Διότι η αγάπη για τον άλλο τον καθιστά υποκείμενο, πρόσωπο με μοναδική αξία. Γεννά σεβασμό στα συναισθήματά  του, στα “θέλω” του, αλλά και απόφαση για υπέρβαση του “εγώ” μας, κυρίως στον δυσκολότερο χώρο του που ε'ιναι οι επιθυμίες.

          Ό, τι δηλαδή αποθεώνει ο πολιτισμός μας ως προϋπόθεση ευτυχίας , η αληθινή αγάπη υποτάσσει στην κοινωνία των υπάρξεων. Μας λέει ότι πρώτα πρέπει να βρούμε και να αποφασίσουμε συνοδοιπορία, μεν γνώμονα την ανοχή σε όλα, και την ίδια στιγμή με τον αγώνα  να προοδεύσουμε στο να γινόμαστε η χαρά του άλλου, διορθώνοντας  με την βοήθεια του Θεού τα πάθη και τα λάθη μας.

          Να ένας δρόμος τον οποίο η Εκκλησία θα μπορούσε να προτάξει, για να εξηγήσει μετά το γιατί λέει ΟΧΙ σε κάθε θέλω χωρίς αγάπη!
       Πρωτ. Θεμ.Μουρτζανός

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018

ΙΝΑ ΣΟΥ Η ΠΡΟΚΟΠΗ ΦΑΝΕΡΑ Η ΕΝ ΠΑΣΙΝ

Οι άνθρωποι ζητούμε προκοπή σε κάποιους βασικούς τομείς της ζωής μας. Να έχουμε μία εργασία από αξιοπρεπή έως καλή, να έχουμε ανταμοιβή  μέσα από αυτήν, να έχουμε αποδοχή από τους άλλους ανθρώπους, να αισθανόμαστε ότι ελέγχουμε την ζωή μας, να απολαμβάνουμε όσα περισσότερα μπορούμε, να μαθαίνουμε γράμματα και να μπορούμε να συμμετέχουμε στις δραστηριότητες της ζωής με ψηλά το κεφάλι, να ζητούν οι άλλοι την γνώμη μας, να μας αναγνωρίζονται οι κόποι μας. Υπάρχει όμως ένας τομέας της ζωής τον οποίο δεν συμπεριλαμβάνουμε στα προαπαιτούμενα της προόδου μας. Αυτός έχει να κάνει με την πνευματική μας πορεία και κατάσταση. Την αρετή κατά Θεόν. Οι γονείς απαιτούμε από τα παιδιά μας καλούς βαθμούς στο σχολείο και πρόοδο στο Πανεπιστήμιο. Απαιτούμε από αυτά να μην μας ενοχλούν με κακές συμπεριφορές, να έχουν δηλαδή την ετικέτα του «καλού παιδιού», και να μπορούν να μας κάνουν υπερήφανους. Δεν σκεπτόμαστε όμως ότι υπάρχει τόσο για μας όσο και για εκείνα μια άλλη διάσταση προόδου που είναι και η πιο σημαντική στην ζωή.
        Είναι η πρόοδος κατά Θεόν. Είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να στρέφεται προς τον ουρανό, αλλά και προς τον πλησίον και προς τον εαυτό του και να επιλέγει συγκεκριμένους αγώνες και κόπους, βάζοντας στόχο να αγαπά τον Θεό με όλη του την καρδιά και την ύπαρξη και αυτό να φαίνεται στην αλήθεια, την αρετή και την αγάπη. Αν κάποιος προοδεύσει σ’  αυτά τα μονοπάτια, τότε έχει προοδεύσει εν πάσι και όχι μόνο αυτό. Η πρόοδός του γίνεται εμφανής. «Τύπος γίνου των πιστών, εν λόγω, εν αναστροφή, εν αγάπη, εν πνεύματι, εν πίστει, εν αγνεία...πρόσεχε τη αναγνώσει, τη παρακλήσει, τη διδασκαλία, μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ό εδόθη σοι διά προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου. Ταύτα μελέτα, εν τούτοις ίσθι, ίνα σου η προκοπή φανερά η εν πάσιν» (Α’  Τιμ. 4, 15). « Να γίνεις υπόδειγμα για τους πιστούς με τον λόγο, με την συμπεριφορά σου, με την αγάπη, με την πνευματική ζωή, με την πίστη, με την αγνότητα. Συγκέντρωσε την προσοχή σου στην ανάγνωση των Γραφών, στις συμβουλές και στην διδασκαλία. Μην αφήνεις αχρησιμοποίητο το χάρισμα που έχεις και που σου δόθηκε όταν ύστερα από υπόδειξη των προφητών της εκκλησίας, σε χειροτόνησαν οι πρεσβύτεροι. Αυτά να έχεις στον νου σου, μ’  αυτά να ασχολείσαι, ώστε η πρόοδός σου να είναι φανερή σε όλα», λέει ο απόστολος Παύλος στον μαθητή του Τιμόθεο, επίσκοπο Εφέσου.    
         Όλα όσα αναφέρει ο απόστολος μαρτυρούν την επίγνωση ότι υπάρχει μία άλλη πρόοδος.  Είναι αυτή που πηγάζει από τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και βιώνεται με τον τρόπο της Εκκλησίας. Είναι η πρόοδος στην αλήθεια, στην επίγνωση δηλαδή ότι ο Θεός όχι μόνο μας δημιούργησε και μας ανακαίνισε διά Ιησού Χριστού, αλλά και ότι είναι παρών στην ζωή μας.  Αυτό σημαίνει ότι εντός της υπάρξεώς μας, αλλά και σε κάθε κίνηση μπορούμε να βιώνουμε την παρουσία Του, την ανακαινιστική Του πνοή, το νόημα που μας δίνει Αυτός, προχωρώντας προς μία συνεχή επιστροφή προς Εκείνον, την Αρχή και το Τέλος μας. Αυτή η αλήθεια βιώνεται αυθεντικά μόνο στην ζωή της Εκκλησίας, στην οποία δεν είμαστε μόνο αποδέκτες της χάριτος  του Θεού διά των μυστηρίων, αλλά και αγωνιστές, καταθέτουμε δηλαδή την δική μας προαίρεση, τον δικό μας αγώνα, το δικό μας μάτωμα να νικήσουμε πάθη, λογισμούς, αισθήματα ανωτερότητας και να παλέψουμε στρεφόμενοι προς τον Θεό να διαχειριστούμε τις περιστάσεις μας.
Η αλήθεια του Θεού δεν είναι για παθητική κατανάλωση, η οποία δίνει η ψευδαίσθηση της αυτάρκειας. Είναι προτροπή και υπόμνηση για δυναμική μετοχή σ’  αυτήν, μέσα από τον κόπο τόσο της καρδιάς, όσο και όλης της  ύπαρξης για αρετή. Η αρετή δεν είναι μόνο στην εξωτερική συμπεριφορά, διότι τότε θα μας έδινε ένα προσωπείο, υποκριτικό τις περισσότερες φορές και όχι μεταμορφωτικό. Η αρετή έγκειται στην επιλογή μας να μη συμβιβαζόμαστε με τις ρίζες των παθών μας, αλλά να παλεύουμε να τις μεταποιήσουμε οχήματα που θα μας οδηγούν στον δρόμο του Θεού. Τον θυμό σε δημιουργικότητα εναντίον του κακού. Την υπερηφάνεια σε χαρά γιατί είμαστε μέλη του σώματος του Χριστού και κατανόηση στους αδελφούς μας για ό,τι δεν είναι. Την εξωστρέφεια και την περιέργεια για τον κόσμο και τους άλλους, σε δίψα για μάθηση των τρόπων με τους οποίους ο Θεός παρεμβαίνει στην Ιστορία και καλλιέργεια πνευματικότητας. Την τάση για ψέμα σε ταπείνωση. Την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, σε ελπίδα προς τον Θεό. Την τάση για εξουσία και επικράτηση σε ταπεινή διακονία και προσφορά. Και βεβαίως μία συνεχή μετάνοια, η οποία οδηγεί στην επαναβεβαίωση της επιθυμίας μας ο Θεός να είναι ο οδηγός μας.
Τέλος, υπάρχει η πρόοδος στην αγάπη. Δεν είναι μόνο η βοήθεια στις ανάγκες του πλησίον μας. Είναι και η προσευχή γι’  αυτόν. Είναι το άνοιγμα της καρδιάς σε όλους τους ανθρώπους, χωρίς εξαιρέσεις. Είναι η προσφορά των χαρισμάτων μας στον πλησίον και όχι η κατακράτησή τους για τον εαυτό μας. Είναι «το διδόναι μάλλον ή το λαμβάνειν». Είναι η θυσία. Η παραίτηση από το εγώ μας, για να το ξαναβρούμε μέσα από την χαρά του άλλου. Είναι το να γίνει ο άνθρωπος παράδειγμα, όχι γιατί το επιδιώκει, αλλά μέσα από την φωτεινότητα της ζωής του, η οποία χαρακτηρίζεται από την σταυρική αγάπη τόσο για τον Θεό όσο και για τον συνάνθρωπο. Δεν είναι η πρόοδος στην αγάπη μία ακτιβιστική έκφραση καλών πράξεων, αλλά μία συνειδητή επιλογή να γίνουμε ο πλησίον του πλησίον μας.
Η κατά Θεόν πρόοδος έρχεται να συναντήσει την αντίληψη του κόσμου για την πρόοδο. Η Εκκλησία δεν είναι μία πρόταση αναχωρητισμού, ούτε μία πρόταση ιδιωτείας στην ζωή. Ο αναχωρητισμός είναι χάρισμα που δίδεται σε εκείνους που ο Θεός επιλέγει. Για τους υπόλοιπους  η κατά Θεόν πρόοδος συναντά την κατά κόσμον, την μπολιάζει, την ανακαινίζει, υποδεικνύει την σχετικότητά της και μας κάνει να γνωρίζουμε το αιώνιο και να το εμπιστευόμαστε, πέρα από το πρόσκαιρο. Μας κάνει με ελευθερία να παραδίδουμε την καρδιά μας και την ζωή μας στο θέλημα του Θεού, να κοπιάζουμε χωρίς αγωνία και να ζητούμε την αναπλήρωση των όσων μας λείπουν από Αυτόν που αν Τον έχουμε, έχουμε βρει το Παν. Διότι ο Χριστός είναι το Παν στην ζωή μας και η πρόοδός κοντά Του είναι πρόοδος εν πάσι.


Κέρκυρα, 21 Ιανουαρίου 2018 

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr

Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2018

Ανήκω στον Χριστό!

Κάποιος Ρωμαίος αυτοκράτορας είχε ένα ελάφι, που το αγαπούσε υπερβολικά. Για να είναι βέβαιος ότι κανείς δεν θα το ακουμπούσε, πέρασε στο λαιμό του μια χρυσή επιγραφή που έλεγε: “Μην με αγγίζεις. Ανήκω στον Καίσαρα”.
          Με τη βάπτισή μας κι εμείς φέρουμε πάνω μας τη σφραγίδα του Χριστού. Μην με πειράζεις! Λέμε στον εχθρό.
          Ανήκω στον Χριστό!
          Και σήμερα και όλα τα χρόνια!
          Και τώρα και για πάντα!


          “Προς τη ΝΙΚΗ”, τ. 815

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Τρομερή η ευθύνη των αναδόχων: Τι ακριβώς σημαίνει πνευματικός γονιός, ποιο το μέλημά του;


Κανένας δὲν μποροῦσε νὰ βαπτισθεῖ καὶ νὰ γίνει μέλος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς μέχρι τώρα, ἐὰν δὲν διδασκόταν καὶ δὲν ἀποδεχόταν τὶς ἀλήθειες τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Τὸ ἔργο τῆς διδασκαλίας τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως ἀνῆκε κυρίως στὸν ἐπίσκοπο. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκεῖνος δὲν ἐπαρκοῦσε νὰ κατηχεῖ ὅλους τους προσερχόμενους στὸν χριστιανισμό, ἀνέθετε καὶ στοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας τὸ ἔργο τῆς κατηχήσεως. Ὁ ἐπίσκοπος ἢ οἱ ἐπιτετραμμένοι πρὸς τοῦτο πρεσβύτεροι ὄχι μόνο κατηχοῦσαν ἀλλὰ καὶ ἐξέταζαν ἂν οἱ κατηχούμενοι ἔκαναν κτῆμα τοὺς αὐτὰ ποὺ διδαχθῆκαν.
Ἀργότερα καθὼς πληθυνθῆκαν οἱ χριστιανοί, ἐπικράτησε δὲ καὶ ὁ νηπιοβαπτισμός, δὲν ἐπαρκοῦσαν πλέον οὔτε οἱ πρεσβύτεροι γιὰ τὸ ἔργο τῆς κατηχήσεως, τὸ ὁποῖο στὴ περίπτωση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ γινόταν ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἐνῷ ὅμως οἱ πρεσβύτεροι δὲν ἐπαρκοῦσαν ἡ κατήχηση ἔπρεπε νὰ γίνει ὁπωσδήποτε, διότι ἀλλιῶς τὸ βάπτισμα θὰ καταντοῦσε ξηρὸς τύπος. «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεῖς σωθήσεται»(Μαρκ16,16). Δὲν εἶπε ἁπλῶς «ὁ βαπτισθεῖς», ὁ Κύριος, ἀλλὰ «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεῖς». Καὶ γιὰ νὰ πιστεύσει πρέπει νὰ ἀκούσει, νὰ πληροφορηθεῖ τὸ περιεχόμενο τοῦ κηρύγματος. «Πῶς πιστεύσουσιν οὗ οὐκ ἤκουσαν; Πῶς δὲ ἀκούσουσι χωρὶς κηρύσσοντος(Ρώμ.1,14). Ἦταν τόσο βασικὸ τὸ θέμα τῆς κατηχήσεως, ὥστε ὁ 47ος κανὼν τῆς ἓν Λαοδικείας συνόδου νὰ ζητᾷ γι’ αὐτοὺς ποὺ βαπτίσθηκαν πρὶν περατωθεῖ ἡ κατήχηση, ἐπειδὴ λόγω σοβαρᾶς νόσου κινδύνευαν νὰ πεθάνουν, νὰ συμπληρώσουν τὴν κατήχηση τοὺς μόλις θεραπευθοῦν. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία συναισθανόμενη τὴν εὐθύνη τῆς ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπαρκοῦσαν οἱ πρεσβύτεροι διὰ τὴν κατήχηση τῶν νηπίων, δὲν ἀρκέσθηκε στοὺς γονεῖς τοῦ νηπίου -ποὺ ὁπωσδήποτε ἔπρεπε νὰ εἶναι χριστιανοὶ καὶ μάλιστα συνειδητοί- ἀλλὰ ζήτησε καὶ ἐγγυήσεις πρόσθετες. Δημιούργησε τὸν θεσμὸ τῶν ἀναδόχων, κατὰ τὸν ὁποῖον, ὑποχρεωτικῶς στὴ βάπτιση τοῦ νηπίου πρέπει νὰ παρίσταται κάποιος λαϊκός. Αὐτὸς θὰ πρέπει νὰ δώσει ἐξ ὀνόματος τοῦ νηπίου τὶς ὑποσχέσεις τῆς ἀποτάξεως ἀπὸ τὸν Σατανᾶ καὶ τῆς συντάξεως μὲ τὸν Χριστό, καὶ αὐτὸς θὰ πρέπει ν’ ἀναλάβει ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα νὰ ἐνσωματωθεῖ τὸ μωρὸ πλήρως στὴν Ἐκκλησία, διὰ τῆς σωστῆς κατηχήσεως καὶ βιώσεως τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
Συνεπῶς ἡ Ἐκκλησία στὸν ἀνάδοχο ἀνέθεσε καὶ ἐμπιστεύθηκε τὸ δικό της καθῆκον καὶ ἔργο ἀπὸ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ. Θεώρησε τὸν ἀνάδοχο ἐκπρόσωπο, ἐντολοδόχο, πληρεξούσιο, τοῦ ποιμένος (ἐπισκόπου ἢ πρεσβυτέρου) στὸ δύσκολο ἔργο τῆς κατηχήσεως καὶ τῆς κατὰ Χριστὸν ὀρθοπραξίας. Γι’ αὐτὸ στὴν εὐχὴ τῆς τριχοκουρίας, κατὰ τὴν τελετὴ τῆς βαπτίσεως, ἡ ἐκκλησία εὔχεται « …τὸν προσελθόντα δοῦλον σου…εὐλόγησον ἅμα τῷ αὐτοῦ ἀναδόχω καὶ δὸς αὐτοὶς πάντα μελετᾶν ἐν τῷ νόμῳ σου καὶ τὰ εὐάρεστα σοὶ πράττειν…». Ὁ τίτλος ποὺ προσδίδεται στὸν ἀνάδοχο, «πνευματικὸς πατὴρ » τοῦ ἀναδεκτοῦ του, εἶναι καὶ αὐτὸς δηλωτικὸς ὅτι ὁ ἀνάδοχος ἐκτελεῖ κατ’ ἀνάθεση ἔργο ποὺ ἀνήκει στὸν ἱερέα. Διότι πνευματικὸς πατὴρ ὀνομάζεται ὁ ἔχων τὸ ἱερατικὸ ἀξίωμα καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τῶν μυστηρίων καὶ τῆς κατηχήσεως δημιουργεῖ πνευματικὰ παιδιά. Καὶ οἱ γονεῖς ἀνατρέφουν τὰ παιδιὰ τοὺς «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου (Ἐφεσ.6,4), ἀλλὰ αὐτοὶ ἐνεργοῦν ἐξ ἰδίας ὑποχρεώσεως καὶ εὐθύνης ἐνῷ ὁ ἀνάδοχος ἐνεργεῖ κατ’ ἀνάθεση τοῦ ποιμένος. Καὶ ναὶ μὲν τὸν ἀνάδοχο διαλέγουν οἱ γονεῖς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχει πάντοτε συγκατάθεση τοῦ ποιμένος, ἔστω καὶ σιωπηρά. Τώρα ἂν ὑπάρχουν λόγοι σοβαροὶ ἀκαταλληλότητος τοῦ ἀναδόχου (ἀνήθικος, ἄσωτος, ἀσεβής, ἄπιστος, ἐντελῶς ἀκατήχητος καὶ ἀθεολόγητος), ὁ ἱερεὺς ὄχι μόνο μπορεῖ ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλεται ν’ ἀρνηθεῖ νὰ τὸν δεχθεῖ ὡς ἐκπρόσωπό του.
Περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸ θεσμὸ τῶν ἀναδόχων, μπορεῖ νὰ δεῖ ὅποιος ἐνδιαφέρεται, στὸ βιβλίο τοῦ ἀρχιμ. Ἐπιφανείου Θεοδωροπούλου «Προγαμιαίαι σχέσεις, πολιτικὸς γάμος, ἀμβλώσεις», ἐκδόσεις Ὀρθοδόξου Τύπου, Ἀθῆνα 1986, σέλ.45 καὶ μάλιστα ἀπὸ 51 καὶ ἑξῆς». Περιληπτικὴ διασκευὴ τῶν ὅσων ἐκθέτει τὸ προαναφερθὲν βιβλίο ἀποτελοῦν τὰ ὅσα παραθέσαμε




ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Το νόημα του "οράν"




            Στη Βίβλο γίνεται λόγος για τη σημασία του «βλέπω». Όλες οι μεγάλες φυσιογνωμίες της Π.Δ. ήθελαν να δουν το Θεό. Ο προφήτης και θεόπτης Μωυσής ζητά από το Θεό «εμφάνισόν μοι σεαυτόν», για ν’ ακούσει το «ου δύνει ιδείν το πρόσωπόν  μου και ζήσεται». Το μήνυμα του ευαγγελίου και των επιστολών της Κ. Διαθήκης  είναι «ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα μαρτυρούμεν». Οι μαθητές του Χριστού ζητούν από το Χριστό «δείξον ημίν τον πατέρα» και απαντά «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα». Ο Κύριος μακαρίζει τους «καθαρούς τη καρδία και τους υπόσχεται ότι «αυτοί τον Θεό όψονται». Η έσχατη πλήρωση της επίγειας ζωής είναι η θεωρία του Θεού «πρόσωπον προς πρόσωπον». Γι’ αυτό οι άγιοι επιδιώκουν τη θεοπτία κατά δύναμιν βέβαια.
            Το «βλέπω», το «οράν» είναι από τις σπουδαιότερες ανθρώπινες δυνατότητες, γιατί:
-          Με τα μάτια δεχόμαστε το φως και ανακλάται νικιέται το χάος, το σκοτάδι. Βλέπουμε και διακρίνουμε τον κόσμο, την τάξη, την αρμονία. Βλέπω σημαίνει γνωρίζω, διαβρώνω, μαθαίνω. Το «βλέπω». Λέμε και αινούμε «το καταλαβαίνω». Κάθε επιστήμη αρχίζει με την παρατήρηση και καταλήγει στην εποπτεία. Είναι η μεγάλη δωρεά του ματιού. Έτσι βλέπω σημαίνει αναγνωρίζω τον κόσμο δίπλα μου και στέκομαι σωστά μέσα σ’ αυτόν.
-          Βλέπω σημαίνει ενώνομαι με ό, τι βλέπω. Ό, τι βλέπουμε εισέρχεται μέσα μας ασυνείδητα. Βλέποντας ξεπερνούμε τη μόνωση και τον πλάνητα εσωτερικά μας κόσμο. Ό, τι βλέπουμε  πρέπει να το συνοδεύει η αγάπη, αλλιώς το βλέμμα μας γίνεται περίεργο, αδιάφορο, εγωιστικό, κακό, εχθρικό αποτρόπαιο.. Ένα βλέμμα  τραυματίζει και χωρίζει. Ο κόσμος σήμερα ξέχασε το βλέμμα της αγάπης και είναι παγωμένο, αδιάφορο και εχθρικό. Σ’ ένα τέτοιο κόσμο ο άνθρωπος νιώθει ανεπανόρθωτα μόνος.
-          Με ό, τι βλέπουμε οδηγούμαστε σε κάτι πέρα και πάνω απ’ ό, τι βλέπουμε. Βλέποντας έναν άνθρωπο, βλέπω περισσότερο απ’ ό, τι βλέπω. Έτσι με την όραση αγόμαστε στο Θεό. «Τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσης κόσμου τοις νοήμασιν καθοράται». Και από τα κτίσματα οδηγούμαστε στον Κτίστη. Όταν όμως ο άνθρωπος τυφλώνεται πνευματικά, νομίζοντας ότι βλέπει, ουσιαστικά είναι τυφλός. Και για να μην συμβαίνει αυτό πρέπει να είμαστε «δεκτικοί φωτός», όπως λέγει ο άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός.
Ας διερωτηθούμε: εμείς με τη ματιά μας στεκόμαστε σωστά μέσα στον κόσμο; Έχουμε βλέμμα αγάπης; Μας οδηγεί στο Θεό; Βέβαια όταν το βλέμμα μας πέφτει στην αταξία, το μίσος, την αδικία, την αποξένωση, τον πόνο, τη δαιμονική διάσπαση, τότε είναι αλήθεια ότι κουράζεται, και λέμε:  Πού είναι ο Θεός;
Σε τέτοιες στιγμές ας κλείσουμε τα σωματικά μας μάτια και τότε μπορεί να σταθεί μπροστά μας η Εικόνα Εκείνου που μας κοιτάζει μ’ ένα βλέμμα γεμάτο βάθος, δύναμη και αγάπη.

      Συνοπτική παρουσίαση κειμένου Μητρ. Κορωνείας κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Τι να σημαίνει άραγε;


Ε τ φρον σ φρει, φρε κα φρου˙ 
ε δ’ γανακτες, 
κα σαυτν λυπες κα τ φρον σ φρει.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος