Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χόρχε Μπουκάι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χόρχε Μπουκάι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ « ΕΠΟΧΙΚΟΣ»

 
Αρχιμ. Ιγνατίου Χατζηνικολάου

             Ένα έντυπο πρόσφατα έγραφε: « για πολλούς ανθρώπους ο Θεός είναι σαν μία ομπρέλα. Την έχουν στο σπίτι τους λησμονημένη όταν είναι λιακάδα και τη θυμούνται μόνον όταν αρχίσει η βροχή».
            Πρόκειται για μία αντίληψη με τρομακτικές συνέπειες για τον άνθρωπο. Το Θεό τον θυμόμαστε μόνον όταν ερχόμαστε σε δύσκολη θέση και τις περισσότερες φορές τελευταίον, αφού εξαντλήσουμε  όλα τα επιστημονικά μέσα που διαθέτουμε.
            Τα παραπάνω μας θυμίζουν κάποιες περιπτώσεις θαυμάτων του Χριστού στον Οποίο οι ασθενείς κατέφυγαν, αφού πρώτα έτρεξαν στους γιατρούς. Ο Χριστός βλέποντας αυτή την « πίστη» τους θα αναφωνήσει με αγανάκτηση: « Ω γενεά άπιστος και διεφθαρμένη! Έως πότε έσομαι μεθ’ υμών; Έως πότε ανέξομαι υμών;».
            Το Θεό πρέπει πάντοτε να Τον σκεπτόμαστε, να Τον τιμάμε, και να τηρούμε τις εντολές Του. Δεν είναι ο Θεός, ο Χριστός, η Θεοτόκος και οι άγιοι « εποχικοί», ούτε και ανήκουν σε « κατηγορίες»! Το Θεό « συν πάσι τοις αγίοις» θα θυμόμαστε σε όλες τις περιπτώσεις και καταστάσεις της ζωής μας. Κάθε αναπνοή θα είναι και μνήμη Θεού. Ο Θεός δεν είναι ούτε η τελευταία «δοκιμασία» η «επιλογή», ούτε και περιστασιακός. Κ’ ακόμη, δεν είναι μονάχα για τις δύσκολες στιγμές, αλλά και για κάθε στιγμή της ζωής μας.
            Ιδιαίτερα θα τονίσουμε ότι ο Θεός δεν είναι μόνον ο ιατρός των σωμάτων. Η λύση των προβλημάτων μας. Είναι κυρίως και έτσι πρώτα πρέπει να Τον θεωρούμε, και προς Αυτόν να απευθυνόμαστε, ο ιατρός των ψυχών μας. Να είναι «ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου». Μη λησμονούμε ειδικά την περίπτωση της θεραπείας του παραλυτικού της Καπερναούμ. Ενώ τον πήγαν στο Χριστό για να τον θεραπεύσει σωματικά, Εκείνος προτάσσει την άφεση των αμαρτιών από τη θεραπεία του σώματος. « τέκνον, αφέωνται σοι αι αμαρτίαι σου» (Μκ.2,5).
            Πρώτα θα ζητάμε από το Θεό την άφεση των αμαρτιών μας- και μετά τη θεραπεία του σώματος. Δυστυχώς, όχι μονάχα δεν προτάσσουμε την υγεία της ψυχής, αλλά ούτε καν ενδιαφερόμαστε γι’ αυτή, παρά μόνο για το σώμα. Δυστυχώς δεν έχουμε το Θεό πάντα σε κάθε μας βήμα και πολλές φορές αρνούμαστε την πατρότητα Του. Ο Θεός δεν είναι ένα εργαλείο, μία «ομπρέλα», ένα μεταφορικό μέσο για να το χρησιμοποιούμε όταν το χρειασθούμε. Ο Θεός είναι η ζωή μας. Κι αν πέφτουμε σε αμαρτία, σε πλάνη η όταν πεθαίνουμε, συμβαίνει γιατί αποβάλαμε το Θεό από την καρδιά και τη ζωή μας.
            Ο άνθρωπος και οι λαοί δεν πρόκειται να προκόψουμε χωρίς το Θεό στη ζωή μας. Η ζωή μας χωρίς την παρουσία του Θεού είναι μία ζωή έρημη, άβατη και άνυδρη. Μαζί με το Θεό έχουμε το παν. Χωρίς το Θεό βρισκόμαστε στο μηδέν. 
            « γνώρισον μοι, Κύριε, εν η πορεύσομαι, την προς σε ήρα την ψυχή μου…. Μη αποστής απ’ εμού πρόσχες εις την βοήθεια μου, Κύριε της σωτηρίας μου…».

π.Γ.Στ.

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

Η αληθινή αξία του δαχτυλιδιού, Χόρχε Μπουκάι


Υπάρχει μια παλιά ιστορία για ένα παιδί που πήγε να ζητήσει τη βοήθεια ενός σοφού:
“Ήρθα, δάσκαλε, γιατί νοιώθω τόσο ασήμαντος που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα. Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά, ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πως μπορώ να βελτιωθώ; Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;”
Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε:
“Πόσο λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα πρέπει να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Μετά, ίσως..” και ύστερα από μια παύση συνέχισε : “Αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το πρόβλημά μου και μετά να μπορέσω να σε βοηθήσω.”
“Ε…μετά χαράς, δάσκαλε” είπε διστακτικά ο νεαρός, νοιώθοντας ότι τον υποτιμούσαν για άλλη μια φορά και μετέθεταν τις ανάγκες του.
“Ωραία” συνέχισε ο δάσκαλος. Έβγαλε το δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό του χέρι και το έδωσε στο αγόρι, λέγοντας :”Πάρε το άλογο που είναι εκεί έξω και τρέξε στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αυτό το δαχτυλίδι για να πληρώσω ένα χρέος. Είναι ανάγκη να πάρεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς για αυτό. Και με κανέναν τρόπο μη δεχτείς λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί. Πήγαινε και έλα με το χρυσό φλουρί όσο πιο γρήγορα μπορείς.”
Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι κι έφυγε. Μόλις έφτασε στην αγορά άρχισε να προσφέρει το δαχτυλίδι στους εμπόρους που το κοίταζαν με κάποιο ενδιαφέρον, ώσπου ο νεαρός έλεγε τι ζητούσε γι’ αυτό.
Όταν το παιδί έλεγε “ένα χρυσό φλουρί” άλλοι γελούσαν, άλλοι του γύριζαν τις πλάτες και μόνο ένας γέροντας φάνηκε αρκετά ευγενικός για να μπει στον κόπο να του εξηγήσει ότι ένα χρυσό φλουρί ήταν πάρα πολύ για ένα δαχτυλίδι. Θέλοντας να βοηθήσει, ένας του πρόσφερε ένα ασημένιο νόμισμα κι ένα μπακιρένιο τάσι, όμως, ο νεαρός είχε οδηγίες να μη δεχτεί λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί κι έτσι απέρριψε την προσφορά.
Αφού προσπάθησε να πουλήσει το κόσμημα σε όποιον συνάντησε στο δρόμο του στην αγορά – και σίγουρα θα ήταν πάνω από εκατό άτομα – , παραδέχτηκε την αποτυχία του, καβάλησε το  άλογο και γύρισε πίσω.
Πόσο θα ήθελε ο νεαρός να είχε ένα χρυσό φλουρί για να το δώσει στο δάσκαλο και να τον γλυτώσει από το πρόβλημά του. Έτσι, θα έπαιρνε κι αυτός τη συμβουλή και τη βοήθεια του δασκάλου.
Μπήκε μέσα στην κάμαρη.
“Δάσκαλε” είπε, “λυπάμαι. Είναι αδύνατο να τα καταφέρω. Ίσως να μπορούσα να πάρω δύο ή τρία ασημένια, όμως, νομίζω ότι δεν μπορώ να γελάσω κανέναν για την πραγματική αξία του δαχτυλιδιού.”
“Αυτό που είπες είναι πολύ σημαντικό, νεαρέ μου φίλε” απάντησε χαμογελώντας ο δάσκαλος. “Πρέπει πρώτα να μάθουμε την αληθινή αξία του δαχτυλιδιού. Καβάλησε πάλι το άλογο και πήγαινε στον κοσμηματοπώλη. Ποιος άλλος θα ξέρει καλύτερα; Πες του ότι θέλεις να το πουλήσεις και ρώτησέ τον πόσα μπορεί να πιάσει.Ομως, μην του το πουλήσεις όσα κι αν σου προσφέρει. Γύρισε πίσω με το δαχτυλίδι.”
Ο νεαρός καβάλησε  το άλογο κι έφυγε πάλι.
Ο κοσμηματοπώλης εξέτασε το δαχτυλίδι στο φως του κεριού, το κοίταξε με το φακό, το ζύγισε και μετά είπε στο παιδί:
“Πες στο δάσκαλο, αγόρι μου, ότι αν θέλει να το πουλήσει αμέσως, δεν μπορώ να του δώσω παραπάνω από πενήντα οχτώ χρυσά φλουριά για το δαχτυλίδι του.”
“Πενήντα οχτώ χρυσά;” φώναξε το παιδί.
“Ναι” απάντησε ο κοσμηματοπώλης. “Βέβαια,, με λίγη υπομονή θα μπορούσαμε να βγάλουμε γύρω στα εβδομήντα χρυσά φλουριά, όμως, αν είναι επείγον…”
Ο νεαρός έτρεξε συγκινημένος στο σπίτι του δασκάλου να του πει τα καθέκαστα.
“Κάθισε” του είπε ο δάσκαλος αφού τον άκουσε. “Είσαι κι εσύ σαν αυτό το δαχτυλίδι. ‘Ενα πολύτιμο και μοναδικό κόσμημα. Και σαν τέτοιο, πρέπει να σ΄εκτιμήσει ένας αληθινός ειδικός. Γιατί στη ζωή σου γυρίζεις εδώ κι εκεί ζητώντας να εκτιμήσει ο καθένας την πραγματική σου αξία;”
Και μ’ αυτά τα λόγια, έβαλε πάλι το δαχτυλίδι στο μικρό του δάχτυλο του αριστερού του χεριού

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Το κάστρο της ζωής, Χόρχε Μπουκάϊ

 Χόρχε Μπουκάϊ

Υπάρχουν κάποιοι που περπατούν στο κάστρο της ζωής τους προσπαθώντας να μην τους κοστίσει τίποτα, και δεν μπορούν να το ευχαριστηθούν. Υπάρχουν άλλοι που βιάζονται τόσο να φτάσουν νωρίς, που χάνουν τα πάντα χωρίς και αυτοί να ευχαριστηθούν τίποτα. Κάποιοι λίγοι μαθαίνουν αυτό το μάθημα και παίρνουν τον χρόνο τους για κάθε διαδρομή. Ανακαλύπτουν και απολαμβάνουν την κάθε γωνιά, το κάθε βήμα. Ξέρουν πως δε θα είναι δωρεάν, αλλά καταλαβαίνουν ότι το κόστος του να ζεις, αξίζει τον κόπο.

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Τα φτερά είναι για να πετάς, Χόρχε Μπουκάι


Τη μέρα εκείνη ο Χόρχε με περίμενε με ένα παραμύθι.
Όταν μεγάλωσε ο πατέρας του του είπε:
«Παιδί μου, δε γεννιόμαστε όλοι με φτερά. Μπορεί να μην είσαι υποχρεώμενος να πετάξεις, νομίζω όμως πως είναι κρίμα να μείνεις μόνο στο περπάτημα αφού έχεις τα φτερά που ο καλός Θεός σου έδωσε.»
«Μα δεν ξέρω να πετάω» απάντησε ο γιος.
«Σωστά…» είπε ο πατέρας. Και περπατώντας, τον πήγε ως το χείλος του γκρεμού, στο βουνό.
«Βλέπεις γιε μου; Το κενό. Όταν θελήσεις να πετάξεις, θα έρθεις εδώ θα πάρεις βαθιά ανάσα, θα πηδήξεις στην άβυσσο και απλώνοντας τα φτερά σου θα πετάξεις».
Ο γιος αμφέβαλλε.
«Κι αν πέσω;»
«Ακόμα κι αν πέσεις, δε θα σκοτωθείς. Οι λίγες γρατζουνιές θα σε κάνουν πιο δυαντό στην επόμενη προσπάθεια» αποκρίθηκε ο πατέρας.
Το παιδί γύρισε στο χωριό να δει τους φίλους του, τις παρέες του, όλους εκείνους που είχε συντρόφους στην πορεία της ζωής του. Οι πιο στενόμυαλοι του είπαν:
«Είσαι τρελός; Για ποιο λόγο; Ο πατέρας σου είναι μισότρελος…Για ποιο λόγο να πετάξεις; Τι σου χρειάζεται; Γιατί δεν αφήνεις τις ανοησίες; Τι νόημα έχεις να πετάξεις;»
Οι καλύτεροι φίλοι του τον συμβούλεψαν:
«Κι αν είναι αλήθεια; Μα σίγουρα δεν είναι επικίνδυνο; Γιατί δεν αρχίζεις σιγά-σιγά; Δοκίμασε να πηδήξεις από μια σκάλα ή από την κορυφή ενός δέντρου. Αλλά από τον γκρεμό, βρε παιδί μου;…»
Ο νεαρός άκουσε τις συμβουλές όσων τον αγαπούσαν. Ανέβηκε στην κορυφή του δέντρου και, με όλο του το θάρρος, πήδηξε. Άνοιξε τα φτερά του, τα κούνησε στον αέρα με όλη του τη δύναμη αλλά, δυστυχώς, έπεσε στο έδαφος.
Μ’ένα καρούμπαλο στο κεφάλι συνάντησε τον πατέρα του.
«Μου είπες ψέμματα! Δεν μπορώ να πετάξω. Το δοκίμασα και κοίτα πως χτύπησα! Δεν είμαι σαν κι εσένα. Τα φτερά μου είναι μόνο για στολίδι.»
«Παιδί μου» είπε ο πατέρας, «για να πετάξεις, πρέπει να έχεις τον απαραίτητο ελεύθερο χώρο στον αέρα, ώστε τα φτερά σου να ξεδιπλωθούν. Είναι σαν να πέφτεις με αλεξίπτωτο: χρειάζεσαι κάποιο ελάχιστο ύψος για να πηδήξεις.
Για να πετάξεις πρέπει να αρχίσεις να ριψοκινδυνεύεις.
Αν δε θέλεις να το κάνεις, καλύτερα να συμβιβαστείς και να μείνεις για πάντα στο περπάτημα.»

Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

Η Λογική του Μεθυσμένου, Χόρχε Μπουκάι


Ένας τύπος μπαίνει σ΄ ένα μπαρ, κάθεται στη μπάρα και ζητάει πέντε ποτήρια ουίσκι.

"Όλα μαζί;" ρωτάει ο σερβιτόρος.

" Ναι, και τα πέντε" απαντά ο πελάτης, "σκέτα, χωρίς πάγο"

Τον σερβίρει , και ο πελάτης τα πίνει μονορούφι.

"Σερβιτόρε" λέει. "Τώρα, βάλε μου τέσσερα ποτήρια ουίσκι, χωρίς πάγο"

Ενώ αυτός τα σερβίρει, αρχίζει να βλέπει ότι ο πελάτης έχει αποκτήσει ένα χαζό χαμόγελο. Αφού πιει συνεχόμενα και τα τέσσερα ποτήρια, προσπαθεί να σηκωθεί όρθιος, και καθώς αρπάζεται από τη μπάρα αναφωνεί" Αγόρι! Φέρε μου άλλα τρία ποτήρια ουίσκι". Γελάει λίγο και προσθέτει : "Χωρίς πάγο".

Ο σερβιτόρος υπακούει και ο πελάτης τα ξαναπίνει γρήγορα.

Τώρα δεν είναι χαζό μόνο το χαμόγελο αλλά και το βλέμμα.

"Φίλε!" λέει τώρα με δυνατά φωνή, "βάλε μου δύο ποτήρια από το ίδιο"

Το κατεβάζει και φωνάζει για γι΄ άλλη μια φορά στον σερβιτόρο " Aδελφέ! Είσαι σαν αδελφός για μένα..." Γελάει με λόξυγκα και προσθέτει: "Βάλε μου άλλο ένα ποτήρι ουίσκι, χωρίς πάγο. Αλλά μόνο ένα, έτσι; Μονάχα ένα..."

Ο μπάρμαν τον σερβίρει.

Ο τύπος κατεβάζει το ποτήρι και με μία μόνη γουλιά και, εξ αιτίας μιας ακαταμάχητης ζαλάδας, πέφτει στο πάτωμα εντελώς και οριστικά μεθυσμένος.

Από εκεί κάτω, λέει στο σερβιτόρο: "O γιατρός δε θέλει να με πιστέψει, αλλά εσύ είσαι μάρτυρας: " Όσο λιγότερο πίνω, τόσο χειρότερα γίνομαι !"


"Ιστορίες να σκεφτείς"



Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Η θλίψη και η οργή - Χόρχε Μπουκάι



Σ' ΕΝΑ ΜΑΓΕΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν, ή ίσως όπου οι άνθρωποι με­ταφέρονται αδιάκοπα χωρίς να το καταλαβαίνουν...

Σ' ένα βασίλειο μαγεμένο όπου τα αφηρημένα πράγματα γίνονται χειροπιαστά...

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό... μια πανέμορφη λίμνη.

Ήταν μια λίμνη με νερά κρυστάλλινα και καθαρά όπου κολυμπούσαν ψάρια όλων των χρωμάτων, κι όπου όλες οι αποχρώσεις του πράσινου λαμπύριζαν διαρκώς...

Ως εκείνη τη μαγική και διάφανη λίμνη έφτασαν η θλίψη και η οργή για να κάνουν μπάνιο παρέα.

Και οι δύο έβγαλαν τα ρούχα τους και, γυμνές, μπή­καν στη λίμνη.

Η οργή, που βιαζόταν (όπως συμβαίνει πάντα στην οργή χωρίς να ξέρει γιατί), έκανε μπάνιο στα γρήγορα, κι ακόμα πιο γρήγορα βγήκε απ' το νερό...

Αλλά η οργή είναι τυφλή — ή, τέλος πάντων, δεν βλέπει ξεκάθαρα την πραγματικότητα. Έτσι, γυμνή και καθαρή φόρεσε βγαίνοντας απ' το νερό το πρώτο ρούχο που βρήκε…

Και συνέβη εκείνο το ρούχο να μην είναι το δικό της, αλλά της θλίψης...

Κι έτσι, ντυμένη θλίψη, η οργή έφυγε.

Πολύ ήρεμη, πολύ γαλήνια, διατεθειμένη όπως πάντα να παραμείνει σε όποιο μέρος βρίσκεται, η θλίψη τελείωσε το μπάνιο της και - χωρίς καμία βιασύνη – ή καλύτερα χωρίς συναίσθηση του χρόνου που περνάει, τεμπέλικα

και αργά βγήκε από τη λίμνη.

Στην όχθη συνειδητοποίησε ότι τα ρούχα της δεν ήταν πια εκεί.

Όπως όλοι ξέρουμε, αν υπάρχει κάτι που δεν αρέσει καθόλου στη θλίψη, είναι να μένει γυμνή. Έτσι, φόρεσε το μοναδικό ρούχο που υπήρχε δίπλα στη λίμνη: το φόρεμα της οργής

Λένε ότι από τότε, πολλές φορές συναντάμε την οργή τυφλή, σκληρή, τρομερή και θυμωμένη. Αλλά αν στα­ματήσουμε για λίγο και κοιτάξουμε καλύτερα, καταλαβαίνουμε ότι αυτή η οργή που βλέπουμε είναι μόνο μια μεταμφίεση, κι ότι πίσω από την όψη της οργής, στην πραγματικότητα, κρύβεται η θλίψη.





Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ - Χόρχε Μπουκάι


Σηκώνομαι το πρωί.

Βγαίνω από το σπίτι μου.

Υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο.

Δεν την βλέπω

και πέφτω μέσα.


Την επόμενη μέρα

βγαίνω απ' το σπίτι μου,

ξεχνάω ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο,

και ξαναπέφτω μέσα.


Την τρίτη μέρα

βγαίνω απ' το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ

ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο.

Ωστόσο,

δεν το θυμάμαι

και πέφτω μέσα.


Την τέταρτη μέρα

βγαίνω απ' το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ

την τρύπα στο πεζοδρόμιο.

Τη θυμάμαι και,

παρόλα αυτά,

δεν τη βλέπω και πέφτω μέσα.


Την πέμπτη μέρα

βγαίνω απ' το σπίτι μου.

Θυμάμαι ότι πρέπει να έχω στο νου μου

την τρύπα στο πεζοδρόμιο

και περπατάω κοιτάζοντας κάτω.

Την βλέπω και,

παρόλο που την βλέπω,

πέφτω μέσα.


Την έκτη μέρα

βγαίνω απ' το σπίτι μου.

Θυμάμαι την τρύπα στο πεζοδρόμιο.

Πηγαίνω ψάχνοντας την με τα μάτια μου.

Την βλέπω,

προσπαθώ να πηδήξω από πάνω,

αλλά πέφτω μέσα.


Την έβδομη μέρα

βγαίνω απ' το σπίτι μου.

Βλέπω την τρύπα.

Παίρνω φόρα,

πηδάω,

φτάνω με την άκρη των ποδιών μου

ως την άλλη μεριά,

αλλά όχι αρκετά μακριά, και πέφτω μέσα.


Την όγδοη μέρα,

βγαίνω απ' το σπίτι μου,

βλέπω την τρύπα,

παίρνω φόρα,

πηδάω,

φτάνω στην άλλη άκρη!

Αισθάνομαι τόσο υπερήφανος που τα κατάφερα

που χοροπηδάω από τη χαρά μου...

Και, έτσι όπως χοροπηδάω,

ξαναπέφτω μέσα.


Την ένατη μέρα,

βγαίνω απ' το σπίτι μου,

βλέπω την τρύπα,

παίρνω φόρα,

πηδάω

και συνεχίζω τον δρόμο μου.


Τη δέκατη μέρα, σήμερα μόλις,

συνειδητοποιώ

ότι είναι πιο βολικό

να περπατάω…

στο απέναντι πεζοδρόμιο.



Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

Συντομία


ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ σήμερα το ξημέρωμα


έζησα την παιδική μου ηλικία το πρωί


και γύρω στο μεσημέρι


έμπαινα ήδη στην εφηβεία μου.


Και δεν είναι ότι τρόμαξα


που ο χρόνος μου περνάει τόσο βιαστικά.


Μόνο με ανησυχεί λίγο να σκέφτομαι


ότι ίσως αύριο


να είμαι πολύ γέρος


για να κάνω όλα όσα άφησα σ' εκκρεμότητα.


ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ