Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αστική Κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αστική Κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

ΣΟΛΩΝ ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ: ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ


ΣΟΛΩΝ ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Σ Ε Ι Σ Α Χ Θ Ε Ι Α
(Προπομπός της Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α Σ)

Σαν ποιό άφησαν στη μέση απ' όσα μ' έκαμαν
να συγκαλέσω το λ α ό σε σύναξη;

Μπρος στου καιρού το δικαστήριο,
μάρτυρα άριστον έχω την τρανή μητέρα
των θεών του Ολύμπου, τούτη δω τη μαύρη Γη,
που πάνωθέ της πέτρες σήκωσα πολλές,
των χ ρ ε ώ ν σ η μ ά δ ι α.
Σ κ λ ά β α πρώτα αυτή'τανε
και τώρα Λ ε ύ τ ε ρ η είναι
κι Α θ η ν α ί ο υ ς πολλούς,
που δίκια ή άδικα είχαν π ο υ λ η θ ε ί μακριά,
στη θεόχτιστη Π α τ ρ ί δ α τους ξανάφερα
άλλοι, που χ ρ έ η αβάσταχτα τους πιέζανε,
μόνοι είχαν φύγει, και γυρνώντας δω κι εκεί
την αττική τη γ λ ώ σ σ α είχαν ξεχάσει πιά,
κι απ' της σκλαβιάς άλλοι υποφέραν την ντροπή
εδώ στον τόπο, μπρος στ' αγρίεμα
τρέμοντας των αφεντάδων.
Ό λ ο υ ς τους Λ ε υ τ έ ρ ω σ α


Και βία μαζί και Δ ί κ ι ο συνταιριάζοντας
τα' φερα τούτα εγώ ως στην άκρη,
δυνατά, έτσι ό π ω ς είχα τάξει.
Ν ό μ ο υ ς όρισα ό μ ο ι ο υ ς
με τους μεγάλους και για τους μικρούς
το Δ ί κ ι ο δρόμο... στον καθένα δείχνοντας.
Αν τη βουκέντρα κάποιος άλλος έπιανε,
άνθρωπος φιλοχρήματος, κακόβουλος,
αντίς για μέ, το Λ α ό δεν θα τον δάμαζε
γιατί... αν παραδεχόμουν όσα θ' άρεσε σ' αυτούς
εδώ να πάθουνε οι αντίπαλοι
κι όσα στου νού τους βάζουν τούτοι για κεινούς,
η Π ό λ η απ' άντρες πλήθος.. θα' μενε ο ρ φ α ν ή.

Γι' αυτό ά μ υ ν α κρατούσα απ' όλες τις μεριές,
λύκος ζωσμένος... από σκυλολόι πυκνό.

(Μετάφραση: Θρ. Σταύρου
................................
Ο Σόλων (περ. 639 - 559 π.Χ.) 
Αθηναίος Νομοθέτης, Φιλόσοφος, Ποιητής 
Ένας από τους επτά Σοφούς της αρχαίας Ελλάδας.
Γεννήθηκε το 640 π.Χ. στην Αθήνα
και καταγόταν από την οικογένεια των Κοδριδών 
στην οποία ανήκε και ο τελευταίος βασιλιάς των Αθηναίων Κόδρος.
Αρχικά ασχολήθηκε με το εμπόριο και ταξίδεψε σε Αίγυπτο και Ασία. 
Με δική του παρότρυνση οι Αθηναίοι κατάφεραν
να αποσπάσουν την Σαλαμίνα από τους Μεγαρείς.

Το 594 π.Χ. εκλέχθηκε Ά ρ χ ο ν τ α ς 
και απέκτησε την εξουσία να νομοθετεί.
Η Ν ο μ ο θ ε σ ί α του γράφτηκε σε ξύλινες πλάκες 
οι οποίες στήθηκαν στο Πρυτανείο.
Από τις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε ήταν...
η παραχώρηση Δ ι κ α ι ω μ ά τ ω ν και στον Λαό 
για την εκλογή των αρχόντων και...
η ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ, από το σ ε ί ω και ά χ θ ο ς 
που σημαίνει βάρος ( Α π ο τ ί ν α ξ η ς Βαρών)
^
Στα πλαίσια της Σ ε ι σ ά χ θ ε ι α ς... 
ο Σόλων κ α τ ά ρ γ η σ ε... τα χρέη ιδιωτών
προς ιδιώτες και προς το δημόσιο
α π ε λ ε υ θ έ ρ ω σ ε όσους Αθηναίους 
είχαν γίνει δούλοι λόγω χρεών στην ίδια την Αθήνα 
και επανέφερε στην πόλη όσους εν τω μεταξύ 
είχαν μεταπωληθεί ως δούλοι στο εξωτερικό. 
Για να μην επαναληφθεί το φαινόμενο, 
κ α τ ά ρ γ η σ ε το δανεισμό με εγγύηση το σώμα 
(προσωπική ελευθερία) του δανειολήπτη 
και των μελών της οικογένειάς του. 
Α μ ν ή σ τ ε υ σ ε επίσης... 
τα αδικήματα που επέφεραν 
στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.

Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Gianni Morandi - Ho visto un film



Nicola Sacco e Bartolomeo Vanzetti 
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ.... στις 9 Απρίλη του 1927...
Οι.. Νίκολα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντζέτι 
κ α τ α δ ι κ ά ζ ο ν τ α ι σε θάνατο για "φόνο" 
Η δίωξή τους ήταν πολιτική...

Η ιστορία τους έγινε..
Κινηματογραφική Ταινία και... Τραγούδι
^


ΕΙΔΑ ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ - Ho visto un film
Ζείς, περπατάς, εργάζεσαι, 
βλέπεις, τραγουδάς... 
μετά έρχεται κάποιος... 
και σε δένει χεροπόδαρα, 
και σου κλείνει το στόμα... 
και σου δένει τα μάτια.

Είδα μια Ταινία: Νικόλα και Μπάρτ 
Την ζ ω ή... του Νικόλα και του Μπάρτ 
Το θ ά ν α τ ο... του Νικόλα και του Μπάρτ 
Σας Α γ α π ώ... Νικόλα και Μπάρτ.

Άν το να πεθαίνεις... σημαίνει αγαπάς, 
αν το να πεθαίνεις... σημαίνει αγωνίζεσαι, 
Τον θανατό σ α ς... τον χαρίζουμε, 
στον "άνθρωπο" που άνθρωπος δεν είναι.

Αυτά τα χέρια... είναι για να δουλεύουν, 
Αυτά τα μάτια... είναι για να βλέπουν, 
Αυτά τα πόδια... είναι για να περπατούν, 
Αυτό το στόμα... είναι για να τραγουδά.

Τραγουδώ για Σ α ς... Νικόλα και Μπάρτ, 
για ό π ο ι ο ν... μισεί την σκλαβιά, 
για ό π ο ι ο ν... αγαπά την Αλήθεια 
Τραγουδώ δυνατά... για τη Λ ε υ τ ε ρ ι ά. 
Με τα χέρια δεν ικετεύω 
Με τα μάτια μου δεν κλαίω, 
με τα πόδια δεν δραπετεύω, 
με το στόμα θα τραγουδώ.

Τραγουδώ για Σ α ς... Νικόλα και Μπάρτ, 
για ό π ο ι ο ν... μισεί την σκλαβιά, 
για ό π ο ι ο ν... αγαπά την Αλήθεια 
Τραγουδώ δυνατά για τη Λ ε υ τ ε ρ ι ά . 
Δεν είναι μόνο δύο, ο Νικόλα και ο Μπάρτ, 
ό λ ο ι... είμαστε Νικόλα και Μπάρτ 
ό λ ο ς... ο κόσμος είναι Νικόλα και Μπάρτ 
Ας τραγουδήσουμε τη Λ Ε Υ Τ Ε Ρ Ι Α.

Τραγουδά: Gianni Morandi 
Μετάφραση: Lunapiena
^
Ho visto un film

Tu vivi, cammini lavori, guardi, parti, canti 

poi viene qualcuno e ti lega le mani e i piedi
e ti chiude la bocca e ti chiude gli occhi.
Ho visto un film: Nicola e Bart
la vita di Nicola e Bart
la morte di Nicola e Bart
amo voi Nicola e Bart.

Se morir vuol dire amare
se morir vuol dire lottar
la vostra morte la regaliam
all'uomo che uomo non è.

Queste mani per lavorar
questi occhi per guardar
questi piedi per camminar
questa bocca per cantar.
Canto a voi Nicola e Bart
per chi odia la schiavitù
per chi ama la verità
canto forte libertà.

Con le mani non supplicherò
con i miei occhi non piangerò
con i piedi non fuggirò
con la bocca canterò.
Canto a voi Nicola e Bart
per chi odia la schiavitù
per chi ama la verità
canto forte libertà.

Non più due Nicola e Bart
tutti siam Nicola e Bart
tutto il mondo è Nicola e Bart
su cantiamo libertà.

canta: Gianni Morandi
per Nicola Sacco e Bartolomeo Vanzetti

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ


Γ. ΡΙΤΣΟΣ: Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο.
Σ ή μ ε ρ α... το στρατόπεδο σ ω π α ί ν ε ι.
Σήμερα ο ήλιος τρέμει αγκιστρωμένος στη σιωπή
όπως τρέμει το σακάκι του σκοτωμένου... 
στο συρματόπλεγμα.
Σ ή μ ε ρ α... ο κόσμος είναι λυπημένος.
Ξεκρέμασαν μια μεγάλη καμπάνα 
και την ακούμπησαν στη γη.
Μες στο χαλκό της κ α ρ δ ι ο χ τ υ π ά... η Ειρήνη.
Σ ι ω π ή... Ακούστε τούτη την καμπάνα.
Σιωπή. 
Οι Λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το Μ έ γ α φέρετρο του ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ.

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: ΚΑΘΑΡΣΙΣ



ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: ΚΑΘΑΡΣΙΣ

«Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ενα και, 
χαίδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ - παφ, παφ, παφ, παφ -, 
«έχετε λίγη σκόνη» να είπω «κύριε Aλφα».
Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνιά, κι όταν αντίκριζα 
την κοιλιά του άλλου, αφού θα 'χα επί τόσα χρόνια 
παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, 
να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: 
«Ωχ, αυτός ο Αλφα, κύριε Βήτα...»
Έπρεπε πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ 
την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλωσω 
το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχθώ 
όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. 
Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή 
και ν' αρθρώσω: «Δούλος σας, κύριε μου».
Αλλά πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. 
Εκεί η λ η σ τ ε ί α γινόταν υπό λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, 
μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή δεν θα υπήρχα. 
Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, 
θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. 
Θα ε μ ά θ α ι ν α τη συνθηματική τους γλώσσα. 
Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε:
«πεντακόσιες χιλιάδες». Ένα ε π ί μ ο ν ο τίναγμα 
της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος».
Θα εκέρδιζα την ε μ π ι σ τ ο σ ύ ν η όλων. 
Και, μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου,
θα έγραφα εγώ την απάντηση:
«Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ...»
Έπρεπε να σ κ ύ ψ ω, να σκύψω, να σκύψω. 
Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. 
Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.
Κ α ν ά γ ι ε ς!
Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. 
Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαρας μου.
Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει
η πνοή που θα σας σαρώσει.
Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. 
Επέρασα τρεις πόρτες, τρια πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, 
με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, 
τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστριες,
χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου
ασφαλή. Εμπήκα σ' ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες
όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημία.
Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. 
Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. 
Με ήβρε η νύχτα...»

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Tάκης Σινόπουλος: καιόμενος


κ α ι ό μ ε ν ο ς
Κοιτάχτε... μπήκε στη φωτιά!

είπε ένας από το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα.
Ήταν στ’ αλήθεια αυτός 
που απόστρεψε το πρόσωπο, 
όταν του μιλήσαμε.
Και τ ώ ρ α... κ α ί γ ε τ α ι.
Μα... δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί.
Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου 
φτιαγμένος να παραξενεύομαι.
Π ο ι ο ς... είναι τούτος 
που αναλίσκεται... περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο... 
δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή.
Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά... μην την ανακατεύεις,
μου είπαν.
Όμως... ε κ ε ί ν ο ς... 
καίγονταν μονάχος.... Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν
τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν Ή λ ι ο ς....

Στην εποχή μας όπως και
σε περασμένες εποχές
Ά λ λ ο ι... είναι μέσα στη φωτιά
κι άλλοι... χειροκροτούνε.

Ο ποιητής  μ ο ι ρ ά ζ ε τ α ι  στα δυο.
Τάκης Σινόπουλος

Μπ. Μπρεχτ: Ιστορίες του κ. Κόϋνερ


Για την α λ ή θ ε ι α
Στον κ. Κ., το στοχαστή, πήγε ο μαθητής Τιφ
 και του είπε:
-Θέλω να μάθω την αλήθεια. 
-Ποιαν αλήθεια; 
Θ έ λ ε ι ς... να μάθεις την αλήθεια 
για το εμπόριο των ψαριών;
Ή μήπως θέλεις να μάθεις την αλήθεια 
για το φορολογικό σύστημα; 
Αν μαθαίνοντας την αλήθεια 
για το εμπόριο των ψαριών 
πάψεις να πληρώνεις α κ ρ ι β ά... 
τα ψάρια τους, 
τότε... δε θα σου πουν π ο τ έ την αλήθεια, 
είπε ο κ. Κ.

Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

Günter Grass: «Το όνειδος της Ευρώπης»


Günter Grass: «Το όνειδος της Ευρώπης»
 .......................
«..Σ τ ε ρ η μ έ ν η... από πνεύμα
Ε σ ύ... θα φθαρείς χ ω ρ ί ς τη Χώρα
που το πνεύμα της
Εσένα Ευρώπη.. ε δ η μ ι ο ύ ρ γ η σ ε»

Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

Δ. Ζερβουδάκης- Γ. Αετόπουλος: Μετανάστης


 
ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ

Από ποιάς γης τα μέρη... βρέθηκες εδώ
Μικρό πουλί... ντυμένο μ ε τ α ν ά σ τ η ς.

Να τ α ξ ι δ ε ύ ε ι ς με κορμί..
που κουρελιάσαν οι ανέμοι
Να μ α σ τ ι γ ώ ν ο υ ν την ψυχή σου.. 
κακοί και ά δ ι κ ο ι... καιροί
Μέσα σε τρύπες... σε λαγούμια μεσ' το χώμα 
να χωρέσεις τη ζ ω ή σου
Και να θ υ μ ά σ α ι... μια Πατρίδα, 
που ίσως π ο τ έ.. δεν ξαναδείς.

Από ποιάς γης τα μέρη.. βρέθηκες εδώ
Μικρό πουλί.. ντυμένο μ ε τ α ν ά σ τ η ς.

Απ' τα φανάρια της ζωής.. στους υπονόμους
Στα σ α π ι ο κ ά ρ α β α του πόνου.. 
λ α θ ρ α ί ο ς.. ποντικός
Να αναρωτιέσαι σαν περνάς, 
μπροστά απ' τους αστυνόμους
Αν θα γυρίσεις... στην πατρίδα...
Αν θα γυρίσεις... στην πατρίδα ζ ω ν τ α ν ό ς.

Από ποιάς γης τα μέρη.. βρέθηκες εδώ
Μικρό πουλί.. ντυμένο μ ε τ α ν ά σ τ η ς.

Δ. Ζερβουδάκης- Γ. Αετόπουλος

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ



«Αλήθεια -των αδυνάτων αδύνατο

π ο τ έ ς... δεν εκατάφερα να καταλάβω 

α υ τ ά... τα όντα που δεν βλέπουνε

το τερατώδες κ ο ι ν ό γνώρισμα τ’ ανθρώπου 

το ε φ ή μ ε ρ ο.. της παράλογης ζωής του

κι ανακαλύπτουνε.. δ ι α φ ο ρ έ ς

γιομάτοι μ ί σ ο ς... διαφορές

σε χρώμα δέρματος / φυλή / θρησκεία»


ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ


από... «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες»

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ: Μετανάστες


 
Για τον όρο «Μ ε τ α ν ά σ τ ε ς»
Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ' όνομα που μας δίναν:
«Μ ε τ α ν ά σ τ ε ς».
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. 
Εμείς, ωστόσο... δε φύγαμε γ ι α τ ί.. το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. 
Ο ύ τ ε... και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κ ρ υ φ ά. 
Μας κ υ ν η γ ή σ α ν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, 
σπίτι δε θα 'ναι, μα... ε ξ ο ρ ί α.
Έτσι, απομένουμε δω πέρα, α σ ύ χ α σ τ ο ι, 
όσο μπορούμε.. πιο κοντά στα σύνορα,
προσμένοντας του γ υ ρ ι σ μ ο ύ τη μέρα, 
καραδοκώντας το παραμικρό σημάδι αλλαγής 
στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ' ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα... να ξεχνάμε, 
τίποτα....ν' απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ' απ' όσα έγιναν, 
τ ί π ο τ α... δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! 
Α κ ο ύ μ ε... ίσαμ' εδώ τα ο υ ρ λ ι α χ τ ά 
που αντιλαλούν απ' τα στρατόπεδά τους. 
Ε μ ε ί ς οι ίδιοι... μοιάζουμε 
των ε γ κ λ η μ ά τ ω ν τους.. α π ό η χ ο ς, 
που κατάφερε... τα σύνορα να δρασκελίσει. 
Ο καθένας μας... περπατώντας μες στο πλήθος 
με παπούτσια ξ ε σ κ ι σ μ έ ν α,
μαρτυράει την ντροπή... που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κ α ν έ ν α ς μας... δε θα μείνει εδώ. 
Η τ ε λ ε υ τ α ί α λέξη.... δεν ειπώθηκε ακόμα.


Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης,
Εκδόσεις "Θεμέλιο"
........

Ο Μ. ΜΠΡΕΧΤ, έγραψε αυτό το Ποίημα το 1937.
Από το 1933 ως το 1947 έζησε αυτοεξόριστος
στη Σκανδιναβία και 
αργότερα στις ΗΠΑ,
εξαιτίας του ναζιστικού καθεστώτος..
Έριξαν στην πυρά τα βιβλία του 
και του αφαίρεσαν την ιθαγένεια, 
κηρύσσοντάς τον 
α ν ε π ι θ ύ μ η τ ο.. στην πατρίδα του.

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

Αλ. Παπαδιαμάντης: Οιωνός


«Οἰωνός» Παπαδιαμάντης Ἀλέξανδρος

Tὸ ἐκήρυξεν ὁ θεῖος Ὅμηρος πρὸ ἐτῶν τρισχιλίων: 
Εἷς οἰωνὸς ἄριστος !...
Εὗρεν εὐκαιρίαν νὰ βάλῃ εἰς τὸ στόμα τοῦ Ἕκτορος 
ὅλην τὴν ἀηδίαν, ὅσην τοῦ ἐνέπνεον κατὰ βάθος 
οἰωνοὶ καὶ οἰωνοσκόποι,
 καίτοι, λόγῳ τοῦ ἐπικοῦ ἀξιώματος, 
ἦτο ἠναγκασμένος, ὁ θεσπέσιος, 
νὰ περιγράφῃ μετὰ μεγάλης σοβαρότητος 
ὅλας τὰς τελετὰς καὶ τὰς ἀσκήσεις τῶν θυσιῶν, 
καὶ τῶν οἰωνῶν, καὶ τῶν μαντευμάτων.
Καὶ ὁ Κάτων, ὁ ἄκαμπτος Ρωμαῖος,
 εἶπε, χίλια ἔτη ὕστερον: Si augur augurem...
Δηλαδή, ἐὰν οἰωνοσκόπος συναντήσῃ οἰωνοσκόπον, 
δὲν ἠμπορεῖ νὰ κράτησῃ τὰ γέλια...
Οἱ μόνοι ἀληθεῖς οἰωνοὶ εἶναι τὰ  π ρ ά γ μ α τ α. 
Πλήν, ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλοι συμβολικοί, 
ἐναέριοι ἢ ἐπίγειοι οἰωνοί,
 ἔρχονται ἐπικουρικῶς μόνον, 
διὰ ν' ἀνοίξουν τὰ ὄμματα τῶν τυφλῶν, 
ὅ σ ο ι... δὲν βλέπουν τὰ πράγματα.

Ἀφοῦ αἰτήσω συγγνώμην ἀπὸ τὸν ἀναγνώστην
 διὰ τὸ βάναυσον καὶ ὄχι πολὺ κόσμιον
 ἴσως τοῦ συμβόλου ἐνταῦθα, θὰ διηγηθῶ ἕνα οἰωνόν.
Ἕνα καιρόν, δύο νέοι, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς μοὶ ἐτύγχανε, 
διὰ νὰ εἴπω κατὰ Πλάτωνα, ἐγγύτατα γένους ὤν 
καὶ ἐν τῷ αὐτῷ οἰκῶν, ἔκαμναν τὸν ἔρωτα 
εἰς μίαν νέαν, ἥτις δὲν εἶχεν εἴδησιν τοῦ πράγματος. 
Διότι εἶχεν ἴσως τόσους λατρευτάς, 
ὅσας χιλιάδας προῖκα. 
Δὲν εἶχε καιρὸν ἡ ἰδία, 
μὲ τὰς ἁβρὰς καὶ τρυφερὰς χεῖράς της,
 καὶ μὲ τοὺς μεγάλους τακεροὺς ὀφθαλμούς της, 
νὰ μετρήσῃ οὔτε τὸν σωρὸν τῆς μιᾶς 
οὔτε τὴν ἄγελην τῶν ἄλλων.
Ἴσως οἱ δύο, περὶ ὧν ὁ λόγος, 
δὲν ἦσαν 
τόσον ὑγιῶς προικοθῆραι, ὅσον νοσηρῶς αἰσθηματικοί. 
Ἡ κόρη ἦτο χαριεστάτη. Μετεῖχε καλῶν αἰσθημάτων
 καὶ δὲν ἦτο ἄμοιρος καλῆς ἀγωγῆς. 
Ἐξαιρέσει τῆς οἰήσεως καὶ τοῦ ἐξιππασμοῦ 
τῶν νεοπλούτων, κατὰ τὰ ἄλλα ἦτο ἄμεμπτος. 
Ἀδιάφορον ὅμως.
Ἓν δειλινόν, ἢ μίαν ἑσπέραν, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλά, 
φθινοπώρου ἀρχομένου, οἱ δύο νέοι ἐκάθηντο ὑπαίθριοι, 
χωριστὰ ὁ καθείς, ἔξωθεν ζυθοπωλείου, 
καὶ ἐκοίταζαν ἀντικρὺ τὸν ἐξώστην της. 
Ἐπερίμεναν πότε νὰ φανῇ. 
Ἤλπιζον νὰ πέση ἐπ' αὐτοὺς ἡ ματιά της ἢ ποθεινή.
Τὸ ἐλάχιστον τυχαῖον βλέμμα της ἦσαν ἱκανοὶ 
νὰ τὸ ἐκλάβουν ὡς σκόπιμον καὶ σημαντικόν, 
καὶ πλάττον εὐτυχίαν δι’ αὐτούς. 
Μωρότεροι τοῦ Ναρκίσσου, κατωπτρίζοντο
 ὄχι εἰς τὸ φεῦγον ρεῦμα τοῦ ρύακος, 
ἀλλ' εἰς τὸ ἀεικίνητον βλέμμα τῆς κόρης.
Ἡ κόρη ἐξῆλθεν. Ἐκοίταξεν ἐδῶ, ἐκοίταξεν ἐκεῖ,
 ἴσαξε τὰ μαλλιά της, ἔρριψε βλέμμα εἰς τοὺς δύο νέους, 
τοὺς ἀφῆκε νὰ τὴν κοιτάζουν καὶ νὰ χάσκουν, 
καὶ προσήλωσε τὸ ὄμμα εἰς ἕν ἀόριστον 
ὑψηλὸν σημεῖον τῆς πόλεως ἢ τοῦ ὁρίζοντος, 
εἰς ἓν κωδωνοστάσιον ἢ ἓν νέφος.
 Ποῦ ἀλλοῦ;
Ἐντοσούτῳ ἐκεῖνοι τὴν ἐθώπευον, τὴν ἔτρωγον, 
τὴν ἔλειχον, τὴν ἐπιπίλιζον, ἐνετρύφων μὲ τὸ βλέμμα, 
καὶ ἦσαν οἰκτρῶς εὐτυχεῖς. 
Ὅσον καὶ οἱ ἔγκλειστοι τῶν ὑγιεινῶν οἴκων.
Τέλος ὁ εἷς ἀπέσπασε τὸ ὄμμα.
Ἴσως τοῦ ἦλθεν ἀμυδρὰ ἡ συναίσθησις τοῦ κωμικοῦ. 
Τὸ βλέμμα του ἔπεσε χαμαί, εἰς τὴν γῆν. 
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὑπῆρχεν ἐκεῖ, ὑπὸ τὸν ἐξώστην, 
μία μεγάλη, λευκή, ὑπερήφανος σκύλα. 
Ὡραία σκύλα, γένους ἐκλεκτοῦ. 
Ἡ σκύλα ἐχαμήλωνε κάτω τὴν κεφαλὴν κ
αὶ ἔψαχνε καὶ ἐζήτει τροφήν. 
Ὄπισθεν τῆς οὐρᾶς της ἵσταντο δύο μικρά, οἰκτρὰ κυνάρια. 
Τὰ δύο κυνάρια ἐμάχοντο μεταξὺ των, ἔγρυζον, 
ἔτριζον τοὺς ὀδόντας, καὶ ἐζήτουν, πότε τὸ ἕν, πότε τὸ ἄλλο
 (καὶ πάλιν αἰτῶ συγγνώμην), νὰ ἐπιβῶσι τῆς σκύλας. 
Ἀλλὰ δὲν ἔφθαναν.
Τὰ νῶτα τῆς σκύλας ἦσαν πολὺ ὑψηλά.
Θὰ τοὺς ἐχρειάζετο σκαλωσιὰ διὰ ν' ἀναβῶσιν.
Ἡ μεγάλη, εὔμορφη σκύλα, οὔτε ἐγύριζε νὰ τὰ ἰδῇ,
 τὰ δύο κυνάρια. Ἔκυπτε χαμαί, ἐξηκολούθει νὰ ψάχνῃ,
 καὶ δὲν ἠνωχλεῖτο ποσῶς ἀπὸ τὰς παιδιὰς 
οὔτε ἀπὸ τὰς ἐπιχειρήσεις των. 
Οὔτε τὰ ἐνεθάρρυνε, οὔτε τὰ ἀπεθάρρυνε. 
Προφανῶς, εἶχε πεποίθησιν εἰς τὰ ὑψηλὰ νῶτα της.
Τὰ δύο κυνάρια ἐξηκολούθουν νὰ μάχωνται, 
νὰ γρύζουν καὶ νὰ δαγκάνονται, ἑωσότου, 
τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἔφθασε μέγας, μαῦρος σκύλος.
Ὁ μαῦρος σκύλος ἐγαύγισε μεγαλοπρεπῶς, 
ἔδειξε τοὺς ὀδόντας, ἐφυγάδευσε τὰ δύο κυνάρια, 
καὶ ἔμεινε κύριος τοῦ πεδίου, ἐκρέμασε τὴν γλῶσσαν, 
ὠργίασεν, ἐγαύγισε... καὶ γαυγίζει ἀκόμη.
Τὸ σύμβολον ἦτο εὔγλωττον. Ὁ οἰωνὸς ὡμίλει ἀφ' ἑαυτοῦ.
Ὁ νέος ὁ εἷς, «ὁ ἐγγύτατα καὶ ἐν τῷ αὐτῷ οἰκῶν», 
τὸ ἐνόησεν, ἔφυγε, καὶ ἀκόμη φεύγει, διότι δὲν ἦτο ἱκανὸς
 νὰ τὰ βγάλῃ πέρα μὲ τὸν μαῦρον σκύλον.
 Ὁ ἄλλος δὲν ἐβράδυνε νὰ τὸν ἀκολούθησῃ.
Ἀλλὰ τί ἐχρειάζετο ὁ οἰωνός;
Μήπως δὲν ἦσαν τὰ πράγματα; 
Μήπως δὲν ἦτο ἡ δυσαναλογία τοῦ πλούτου 
καὶ τῆς κοινωνικῆς θέσεως, καὶ τὸ ὕψος τῶν νώτων;
Ὁμοίως, καὶ παντοῦ ἀλλοῦ.
Τί χρειάζεται... ὁ  ο ἰ ω ν ό ς;
Μήπως δὲν εἶναι τὰ πράγματα;

Εἷς οἰωνὸς ἄριστος. 
Ἀλλὰ τίς ἔβαλεν εἰς πρᾶξιν τὴν συμβουλὴν 
τοῦ θειοτάτου ἀρχαίου ποιητοῦ;
 Ἐκ τῆς π α ρ ο ύ σ η ς  ἡμῶν γενεὰς 
τὶς ἠ μ ύ ν θ η... περὶ πάτρης;
Ἠμύνθησαν περὶ πάτρης οἱ ἄστοργοι πολιτικοί, 
οἱ ἐκ περιτροπῆς μητρυιοὶ 
τοῦ ταλαιπώρου ὠρφανισμένου  Γ έ ν ο υ ς, τοῦ 
«στειρεύοντος πρὶν καὶ ἠτεκνωμένου δεινῶς σήμερον»;
Ἄμυνα περὶ πάτρης... δὲν εἶναι αἱ σπασμωδικαί, 
κακομελέτητοι καὶ κακοσύντακτοι ἐπιστρατεῖαι, 
οὐδὲ τὰ σκωριασμένης ἐπιδεικτικότητος θωρηκτά. 
Ἄ μ υ ν α  περὶ πάτρης... θὰ ἦτο 
ἡ εὐσυνείδητος λειτουργία τῶν θεσμῶν, 
ἡ ἐθνικὴ ἀγωγή, ἡ χρηστὴ διοίκησις, 
ἡ καταπολέμησις τοῦ ξένου ὑλισμοῦ καὶ τοῦ πιθηκισμοῦ,
 τοῦ διαφθείραντος τὸ φρόνημα 
καὶ ἐκφυλίσαντος σήμερον τὸ ἔθνος, 
καὶ ἡ π ρ ό λ η ψ ι ς... τῆς χρεοκοπίας. 

Τίς ἠμύνθη περὶ πάτρης; 
Καὶ τί πταίει ἡ γλαῦξ, ἡ θρηνοῦσα ἐπὶ ἐρειπίων; 
Πταίουν οἱ πλάσαντες τὰ ἐρείπια. 
Καὶ τὰ ἐρείπια τὰ ἔπλασαν 
οἱ ἀ ν ί κ α ν ο ι... κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος.
Καὶ σήμερον, νέον ἔτος ἄρχεται. 
Καὶ πάλιν τί χρειάζονται οἱ οἰωνοί;
Ο ἰ ω ν ο ὶ... εἶναι τὰ πράγματα.
Μόνον ὁ λαὸς λέγει: «Κάθε πέρσι καλύτερα».
Ἂς εὐχηθῶμεν τὸ ἀρχόμενον ἔτος 
νὰ μὴ εἶναι χειρότερον ἀπὸ τὸ ἔτος τὸ φεῦγον.