Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση από Αμερική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση από Αμερική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Edgar Allan Poe


Όνειρο Μέσα σ’ ένα όνειρο

Δέξου το φιλί αυτό στο μέτωπο!
Και, φεύγοντας μακριά σου τώρα,
Έτσι άφησέ με να ομολογήσω-
Ότι δεν έχεις άδικο, εσύ που θεωρείς
Ότι οι μέρες μου υπήρξαν ένα όνειρο:
Κι όμως κι αν η ελπίδα έχει πετάξει μακριά
Σε μια νύκτα, ή σε μια μέρα,
Μέσα σε μια οπτασία, ή σε καμιά
Είναι ως εκ τούτου λιγότερο χαμένη;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
Δεν είναι παρά ένα όνειρο μέσα σ’ ένα όνειρο.

Στέκομαι μεσ' το βρυχηθμό
Μιας κυματοδαρμένης ακτής,
Και μεσ' το χέρι μου κρατώ
Κόκκους απ’ τη χρυσαφένια άμμο-
Πόσο λίγοι! Κι όμως πώς γλιστρούν
Μεσ’απ’τα δάκτυλα μου προς την άβυσσο,
Ενώ θρηνώ- ενώ θρηνώ!
Ω Θεέ! Δεν μπορώ να τους συγκρατήσω
Με μια πιο σφιχτή λαβή;
Ω Θεέ! Δεν μπορώ να γλιτώσω
Μονάχα έναν απ’ το ανηλεές κύμα;
Είναι όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
μόνο ένα όνειρο μέσα σ’ ένα όνειρο.

Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

Walt Whitman - Ναπολέων Λαπαθιώτης


Δάκρυα! Δάκρυα! Δάκρυα!
Μέσ΄ την ερμιά και μέσ΄ τη νύχτα, δάκρυα,
Που πέφτουν, πέφτουν στάλα – στάλα 
στο λευκό ακρογιάλι
κι η αμμουδιά τα πίνει,
Δάκρυα και μήτ΄ έν΄ άστρο 
που να λάμπει όλα άνελπα και μαύρα,
Δάκρυα που τρέχουν 
απ΄ τα υγρά τα μάτια μιανής μορφής
με σκεπασμένο πρόσωπο·
Ω ποια είν΄ αυτή η σκιά; 
Η οπτασία αυτή 
που κλαίει μέσ’ τα σκοτάδια;
Ποιος όγκος άμορφος, εκεί, 
είναι κι αυτός σκυφτός στην αμμουδιά;

Κύματα δάκρυα και λυγμοί, αγωνίες
 που μέσα πνίγονται κραυγές τρελές.
Μην είσ΄ εσύ, εσύ τάχα,
 ενσαρκωμένη τρικυμία, που υψώνεσαι έτσι
και περνάς στον όρμο βιαστικά!

Ω τρικυμία νυχτερινή, πένθιμη κι αγριωπή, 
με τον αγέρα σου – όλο σπασμούς κι αλλοφροσύνη!
Ω σκιά τόσο ήρεμη κι αξιόπρεπη τη μέρα, 
με το γαλήνιο πρόσωπό σου 
και με την ταχτικιά περπατησά σου
Όμως τη νύχτα, άμα κανένας δε σε βλέπει
 και ξεσπάς – σε τι αβάσταχτον ωκεανόν 
μεταμορφώνεσαι. 

Από δάκρυα! δάκρυα! δάκρυα!

Ουώλτ Ουίτμαν (1819-1892) 
Αμερικανός Ποιητής
από τη συλλογή "Φύλλα Χλόης" - 1855
Μετάφραση:  Ναπολέων Λαπαθιώτης 

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Ralph Waldo Emerson: Φίλος είναι..


"Φ ί λ ο ς είναι εκείνος... 
που πλάι του νοιώθω τόσο ειλικρινά, 
που μπορώ να σκέφτομαι δυνατά"

Un amico è una persona 
con cui posso essere sincero,
in sua presenza 
posso pensare ad alta voce»

Ralph Waldo Emerson
μεταφρ. Lunapiena

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Walt Whitman: O Captain! my Captain!


αφιερωμένο στον... Abraham Lincoln

Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! 
Το φοβερό τ α ξ ί δ ι μας έχει τελειώσει·
Το πλοίο βάσταξε κάθε βιτσιά, 
το έπαθλο που αποζητήσαμε... το έχουμε σηκώσει·
Το λιμάνι είναι κοντά, ακούω τις καμπάνες, 
συνεπαρμένο κόσμο,
Ενώ τα μάτια τους ακολουθούν τη σταθερή καρίνα,
το σκάφος βλοσυρό και θαρραλέο:

Μα ω καρδιά! καρδιά! καρδιά!
Ω οι αιμοσταγείς στάλες του κόκκινου,
Εκεί στη γέφυρα που ο Καπετάνιος μου ξαπλώνει
Πεσμένος κρύος και νεκρός.

Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου!
Ορθώσου... κι άκου τις καμπάνες·
Ορθώσου – για σένα τη σημαία κυματίζουν –
για σένα η σάλπιγγα ηχεί·
Για σένα ανθοδέσμες... και μετάξινα στεφάνια
– για σένα στις ακτές μαζεύονται τα πλήθη·
Σένα ζητούν... οι μάζες οι παλλόμενες,
στρέφοντας τα ανυπόμονα πρόσωπά τους·

Να Καπετάνιε! πατέρα αγαπημένε!
Το χέρι αυτό κάτω από το κεφάλι σου·
Όνειρο είναι... πως πάνω στο κατάστρωμα,
Είσαι πεσμένος κρύος και νεκρός.

Ο Καπετάνιος μου... δε μ' απαντά,
τα χείλη του ακούνητα κι ωχρά·
Ο πατέρας μου... το χέρι μου δε νιώθει,
σφιγμό δε θα 'χει πια... ποτέ ξανά·
Το πλοίο έδεσε άγκυρα... σώο και αβλαβές,
η πλεύση του... ανήκει πια στο χθες·
Από ταξίδι φοβερό.. το π λ ο ί ο νικητής,
εισπλέει με σκοπό επιτυχή·

Πανηγυρίστε, ω ακτές, χτυπάτε, ω καμπάνες!
Όμως εγώ... με πάτημα θρηνητικό,
Γυρνώ τη γέφυρα... που ο Καπετάνιος μου ξαπλώνει
Πεσμένος κρύος και νεκρός.

Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Edgar Allan Poe: Το Κοράκι

Το Κοράκι 

Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα
κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο
μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο
σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου.
"Κανένας ξένος", σκέφτηκα "οπού χτυπά τη πόρτα,
              τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ' άλλο".

Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν.
Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα
να δώσει με παρηγορία στη λύπη το βιβλίο,
για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη
όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει
                                      για πάντα ούτε όνομα.

Και τ' αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες
με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς,
και για να πάψει τ' άγριο το χτύπημα η καρδιά μου
σηκώθηκα φωνάζοντας: "Θα είναι κάποιος ξένος
όπου ζητά να κοιμηθεί έδω στη κάμαρά μου
            αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι".

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο,
"Κύριε" είπα, "ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε,
γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος,
ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα"
κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα
           σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ' άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο
κι "Ελεονόρα" μοναχά ακούγονταν η ηχώ
από τη λέξη που 'βγαινε απ' τα ανοιχτά μου χείλη.
                  Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ' άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα,
άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα.
"Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι,
ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο,
ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω,
                 θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ' άλλο.

'Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε
και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν' αμφιβάλλει λίγο,
επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα
απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη.
                Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ' άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.
"Χωρίς λοφίο", ρώτησα, "κι αν είν' η κεφαλή σου
δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι,
που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ' όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ' όνομά σου!"
          Και το κοράκι απάντησε: "Ποτέ από 'δω και πια".

Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί
ν' ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα
αν κι η μικρή απάντηση που μου 'δωσε δεν ήταν
καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα,
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη
απάνω από τη πόρτα σου να λέει:
                                               "Ποτέ πια".

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
δεν είπε άλλη λέξη πια σα να 'ταν η ψυχή του
από τις λέξεις: "Ποτέ πια", γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
"Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να 'ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις".
          Μα το πουλί απάντησε: "Ποτέ από δω και πια".

Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου 'πε
πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω.
"Σίγουρα" σκέφτηκα, "αυτό που λέει και ξαναλέει
θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ' το τραγούδι
που θα 'λεγεν ολημερίς και του 'καμε να λέει
λυπητερά το "Ποτέ πια" για τη χαμένη ελπίδα".

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ' έφερε γέλιο
κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του
και βυθισμένος σ' όνειρα προσπάθησα να έβρω
τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
το άχαρο, τ' απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις:
                                                   "Ποτέ Πια!".

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι
που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας,
εκεί όπου η αγάπη μου δε θ' ακουμπήσει
                                                             πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να 'ταν μυρωμένος
από 'να θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι
και Σεραφείμ το κούναγαν και τ' αλαφρά τους πόδια
ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου.
"Ναυαγισμένε" φώναξα, "αναβολή σου στέλνει
με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη
για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Λεονόρα.
Πιες απ' το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα
εκείνην όπου χάθηκε". Και το Κοράκι είπε:
                                   "Ποτέ από δω και πια!".

Είπα: "Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων
είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ
είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε,
αλλ' άφοβε, στον κόσμο αυτόπου κατοικεί ο Τρόμος,
πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο
της λύπης κανά βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία;
Πες μου!", μα κείνο απάντησε:
                                       "Ποτέ από δω και πια!".

"Προφήτη", είπα, "δαίμονα, της Συφοράς πουλί,
Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ' ορκίζω,
που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα,
εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν,
πες μου αν στον Παράδεισο θε ν' αγκαλιάσω κείνη,
εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα";
Και το κοράκι απάντησε:
                                         "Ποτέ από δω και πια!".

"Ας γίν' η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις",
εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του.
"Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα
ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας
ούτ' ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν' αφήσεις
ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας
βγάλ' απ' τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που 'χεις μπήξει
και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!"
Και το Κοράκι απάντησε:
                                        "Ποτέ από δω και πια!".

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει,
στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα
και τ' αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν
όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι
ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι.
Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια
να βγει απ' τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς
που φαίνεται στο πάτωμα.
                                      Ποτέ από δω και πια!

Μετάφραση: Κώστας Ουράνης

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου


Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
μπόρεσα να καταλάβω ότι,
ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη 
απλώς με προειδοποιούσαν 
να μη ζω ενάντια στην αλήθεια της ζωής μου.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε
Α Υ Θ Ε Ν Τ Ι Κ Ο Τ Η Τ Α.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
κατάλαβα σε τι δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος,
όταν του επέβαλα τις επιθυμίες μου.
Και όταν μάλιστα δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή
και ούτε ήταν έτοιμος ο άνθρωπος,
ακόμα και αν αυτός ήμουν εγώ.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε
Κ Α Τ Α Ν Ο Η Σ Η.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
έπαψα να λαχταρώ για μια άλλη ζωή
και έβλεπα γύρω μου ότι τα πάντα 
μου έλεγαν να μεγαλώσω.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε
Ω Ρ Ι Μ Ο Τ Η Τ Α.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
κατάλαβα ότι σε κάθε περίσταση 
ήμουν στο κατάλληλο μέρος
και πάντα στην κατάλληλη στιγμή.
Αυτό με έκανε να γαληνέψω.
Σήμερα, ξέρω ότι αυτό το λέμε
Α Λ Η Θ Ε Ι Α.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
έπαψα να στερούμαι τον ελεύθερο χρόνο μου 
και να κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον.
Σήμερα, κάνω μόνο ότι μου αρέσει 
και με γεμίζει χαρά,
o,τι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά.
Με το δικό μου τρόπο 
και με τους δικούς μου ρυθμούς.
Σήμερα, ξέρω ότι αυτό το λέμε
Ε Ι Λ Ι Κ Ρ Ι Ν Ε Ι Α.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
απελευθερώθηκα 
από ότι δεν ήταν υγιεινό για μένα.
Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις και
οτιδήποτε με απομάκρυνε από τον εαυτό μου.
Παλιά, αυτό το έλεγα "υγιή εγωισμό".
Σήμερα, ξέρω ότι αυτό το λέμε
Α Γ Α Π Η..  Ε Α Υ Τ Ο Υ

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
έπαψα να έχω πάντα δίκιο. 
Έτσι έσφαλα πολύ λιγότερο.
Σήμερα, ξέρω ότι αυτό το λέμε
Α Π Λ Ο Τ Η Τ Α.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
αρνήθηκα να συνεχίσω να ζω 
στο παρελθόν μου
και να ανησυχώ για το μέλλον μου.
Τώρα ζω κάθε μέρα την κάθε στιγμή
που ξέρω ότι ΟΛΑ συμβαίνουν.
Σήμερα, ξέρω ότι αυτό το λέμε
Π Λ Η Ρ Ο Τ Η Τ Α.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
συνειδητοποίησα ότι, οι σκέψεις μου 
με έκαναν ένα άτομο μίζερο και άρρωστο.
Όταν επικαλέστηκα την δύναμη της καρδιάς μου,
η λογική μου βρήκε ένα πολύτιμο σύμμαχο.
Σήμερα, αυτό το λέω
Σ Ο Φ Ι Α... της  Κ Α Ρ Δ Ι Α Σ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
κατάλαβα ότι, δεν πρέπει να φοβόμαστε
τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις 
και οποιαδήποτε προβλήματα αντιμετωπίζουμε
με τον εαυτό μας ή με τους άλλους.
Αυτό το λέμε
Α Υ Τ Ο Ε Κ Τ Ι Μ Η Σ Η.

Ξέρω ότι από τις εκρήξεις στο Σύμπαν
γεννιούνται νέα αστέρια.
Σήμερα ξέρω ότι,
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η Ζ Ω Η.

Από το βιβλίο «When I loved myself enough»
 των Kim & Alison McMillen.
Το περιέλαβε ο Τσάρλι Τσάπλιν 
σε ομιλία του στα 70στά γενέθλιά του