Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ: Tα μνημόνια καταπόντισαν την ανταγωνιστικότητα!


Για να τελειώνουμε με το παραμύθι της χαμηλής ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας και για το πώς τα προγράμματα λιτότητας από το 2010 και εντεύθεν συνέβαλαν στην ανάκτησή της, δεν έχουμε παρά να ρίξουμε μια ματιά στο παραπάνω διάγραμμα.

Σύμφωνα με στοιχεία των ετήσιων εκθέσεων του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) τα οποία είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα του από το 2006-2007 ώς το 2013-2014, βλέπουμε ότι ο συνολικός δείκτης ανταγωνιστικότητας της χώρας μας βαίνει συνεχώς μειούμενος. Ενώ η ανταγωνιστικότητα την δήθεν περίοδο της ασωτείας, 2006-2007 ήταν στο 4.12, με άριστα το 7 το οποίο παρεμπιπτόντως δεν πιάνει καμια χώρα, πέρσι ήταν στο 3.86, και σήμερα που πηδάμε απ' τη χαρά μας, έχει μόλις πάει στο 3.93. 

Αν κοιτάξουμε δε τις κατατάξεις, και πάλι η πτώση τον καιρό των μνημονίων είναι θεαματική.

Από την 61η θέση το 2006-2007, τα επόμενα χρόνια πέφτουμε σταθερά στην 65η, 67η, 71η, 83η, 90η, 96η θέση και φέτος στην 91η. Κι όλα αυτά με την πιο τρομερή εσωτερική υποτίμηση που έχει ποτέ λάβει χώρα. 

Και τίθεται το ερώτημα; Θα είμαστε ευχαριστημένοι αν πιάσουμε την ανταγωνιστικότητα του τρισκατάρατου 2006? Προφανώς, γιατί δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια. Και πάλι καλά να λες.

Ειναι δυνατόν να είμαστε τόσο τυφλοί; Υπάρχει σήμερα κάποιος, έστω ένας που δεν πανηγυρίζει;



Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Το Ελληνικό Παράδοξο





Όλη η φιλοσοφία των απανωτών μνημονιακών σχεδίων ήταν να επιβληθεί εσωτερική υποτίμηση μέσω της δραστικής μείωση μισθών, ώστε να πέσει το μισθολογικό κόστος, και οι επιχειρήσεις να αυξήσουν τις εξαγωγές, λόγω αύξησης της ανταγωνιστικότητάς τους. Έτσι η ανάπτυξη και η ευημερία θα έρθει μέσω των εξαγωγών, όπως ευαγγελίζονταν. 

Πολύ απλοικό στ' αλήθεια σχέδιο, για νάναι αληθινό. Και πράγματι, πέρασε ξυστά απ' την πραγματικότητα, μόνο που δεν την άγγιξε.

Η αύξηση της ανταγωνιστικότητας μιας χώρας σε σχέση με τους εμπορικούς ανταγωνιστές της εξαρτάται από πολλούς παράγονες, με τους μισθούς να είναι από τους τελευταίους. Είναι το φορολογικό, είναι το κόστος χρήματος, είναι το κόστος της ενέργειας, είναι το νόμισμα και οι συναλλαγματικές ισοτιμίες σε σχέση με τους ανταγωνιστες, είναι το είδος των εξαγώγιμων προιόντων και η κατά καιρούς ζήτησή τους κλπ, πράγματα που φαίνονται πολύ λογικά σε όλους εκτός των καμμένων θρησκόληπτων εγκεφάλων της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας. Είναι σαν να θέλεις να αναπαραστήσεις σωστά με ένα σημείο ένα κόσμο ο οποίος κινείται στις 10 διαστάσεις. Ό,τι ευφυείς προσεγγίσεις και να κάνεις, η πραγματικότητα, αυτή των 10 διαστάσεων για παράδειγμα, θα σου βγάζει τη γλώσσα.

Και πράγματι, οι ελληνικές εξαγωγές, παρά τις τόσες μισθολογικές μειώσεις, μετά βίας σήκωσαν κεφάλι, για να το ξαναβυθίσουν αμέσως μετά. Κι αν δεν ηταν τα πετρελαιοειδή, ούτε κι αυτό θα συνέβαινε.

Τα παρακάτω δυο διαγράμματα είναι από το Bruegel και δείχνουν τη σχέση αναμεσα στο REER και τις επιδόσεις στις εξαγωγές μιας σειράς χωρών, ανάμεσά τους και η Ελλάδα.

Χοντρικά, το REER είναι ο λόγος του μοναδιαίου κόστους εργασίας μιας χώρας σε σχέση με το μοναδιαίο κόστος εργασίας των κυριότερων (εδώ 30) εμπορικών της εταίρων, όπου ο λόγος αυτός σταθμίζεται από τη συναλλαγματική ισοτιμία των νομισμάτων τους και από το βαθμό της μεταξύ τους εμπορικής δραστηριότητας.

Το πρώτο διάγραμμα (κόκκινο) δίνει τη σχέση την "καλή" περίοδο 2000-2007 και το δεύτερο (μπλε) την "κακή", 2008-2013.

Αν επικεντρώσουμε στην Ελλάδα τι παρατηρούμε; 

Ότι την "κακή" περίοδο, ναι μεν έχουμε βελτίωση του REER (μισθολογικό κόστος) κατά 10 μονάδες, οι εξαγωγές όμως αντί να βελτιωθούν, Χειροτέρεψαν κατά επίσης 10 μονάδες!

Για τις υπόλοιπες χώρες μπορείτε να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα.






Το λεγόμενο Ελληνικό Παράδοξο, δηλαδή η ανάλογη σχέση πτώσης μισθολογικού κόστους (κόκκινο) και πτώσης εξαγωγών (μπλε), φαίνεται ολοκάθαρα στο παρακάτω διάγραμμα.



 











Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Επίδραση του κατώτατου μισθού στην απασχόληση



Σε αντίθεση με δημοσκοπήσεις και ενδελεχείς εμπειρικές μελέτες από επιστημονικούς και επιχειρηματικούς φορείς ότι το κόστος εργασίας είναι το τελευταίο από το οποίο δελεάζεται ο υποψήφιος επενδυτής, καθώς προηγούνται άλλοι σημαντικότεροι παράγοντες, όπως το φορολογικό, η πολιτική σταθερότητα, η εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού, οι υποδομές κ.α., στη χώρα μας η επιμονή στον συγκεκριμένο παράγοντα, σαν να πρόκειται για τη σημαντικότερη προωθητική μηχανή για την ανάκτηση της υπολείπουσας ανταγωνιστικότητας, μπορεί να ερμηνευτεί, αν αποκλείσουμε την άγνοια, μόνο με όρους κανιβαλισμού και μισανθρωπίας.

Παρ' όλα αυτά θα επιχειρήσουμε να αγγίξουμε το θέμα για άλλη μια φορά, υπό το φως μιας νέας (Φεβρουάριος 2013) έρευνας, μετα-έρευνας ουσιαστικά, η οποία διεξήχθη από τον οικονομολόγο John Schmitt στο Κέντρο Έρευνας για την Οικονομία και την Πολιτική (CEPR) στην Ουάσιγκτον.

Η εργασία με τον τίτλο “Γιατί ο κατώτατος μισθός δεν έχει ορατή επίδραση στην εργασία”, λαμβάνοντας υπ' όψιν όλα τα διαθέσιμα στοιχεία στις ΗΠΑ από το 2000 και μετά, επανεξετάζει την επίδραση που έχει η αύξηση του κατώτερου μισθού σε έντεκα διαφορετικούς τομείς, όπως οι τιμές, η ανεργία, η κερδοφορία, τα κοινωνικά επιδόματα, οι ώρες απασχόλησης, η αποτελεσματικότητα κ.α. Και το αποτέλεσμα είναι αυτό που αποτυπώνεται και στον τίτλο: Μηδαμινό έως κανένα.

Το κεντρικό συμπέρασμα της εργασίας είναι ότι οι πιο σημαντικές επιδράσεις εντοπίζονται 1) στην αύξηση του κύκλου εργασιών, 2) στη βελτίωση της οργάνωσης, 3) στη μείωση των μισθών των υψηλόμισθων και 4) σε μικρές αυξήσεις των τιμών. Όπως γράφει και ο Schmitt αύξηση του ωρομίσθιου από $7.25 σε $9, όπως προτείνει ο Ομπάμα, ενώ είναι πολύ σημαντικό για τον εργαζόμενο, καμιά ένδειξη δεν υπάρχει που να δείχνει ότι αυξάνει την ανεργία.

Όταν για 44 χρόνια, από το 1947 ως το 1969 ο κατώτατος μισθός συμβάδιζε με την παραγωγικότητα, η ανεργία ήταν μικρότερη του 4%, όσο και ο ρυθμός ανάπτυξης. Όπως είδαμε και σε προηγούμενη ανάρτηση, από το 1970 και μετά η παραγωγικότητα και ο κατώτατος μισθός παίρνουν διαζύγιο. Αν συμβάδιζαν, τότε ο κατώτατος μισθός θα πρέπει να ήταν στα $16.54. Παρ' όλη την καθήλωση για δεκαετίες του πραγματικού κατώτατου μισθού, η ανεργία διπλασιάστηκε.

Ολόκληρη η μελέτη: ΕΔΩ


Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Το ωραίο τραπεζικό καρτελάκι που ράβεται...


Όλα ξεκίνησαν από κείνη την περισπούδαστη έκθεση του ΙΟΒΕ, (του Στουρνάρα), η οποία λίγο πολύ έγραφε ότι αν άνοιγαν όλα τα κλειστά επαγγέλματα της χώρας, το ΑΕΠ θα απογειωνόταν κατά 13%, (αν θυμάμαι καλά). Μπορεί και παραπάνω, και να την αδικώ. Και όταν μιλούσε και μιλά για κλειστά επαγγέλματα εννοούσε και εννοεί αυτά του φαρμακοποιού, του συμβολαιογράφου, του ταξιτζή, του περιπτερά κλπ, άσχετα αν τα ταξί κυκλώνουν δυο και τρεις φορές το τετράγωνο για να τσιμπήσουν κανέναν καψερό και τα φαρμακεία έχουν γίνει τόσα πολλά που δεν χωράνε πια στο δρόμο, το ίδιο και τα περίπτερα, που από τον πολύ ανταγωνισμό και αφραγκία αρχίζουν ένα ένα και κλείνουν. 

Ενώ λοιπόν το ΔΝΤ δοξάζει το άνοιγμα και τον ανταγωνισμό, (άκουγα πάλι πριν από λίγο την τσαπερδόνα την Κριστίν να τα υμνεί), από την άλλη πλευρά αυτή και η παρέα της κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους να κλείσουν κάποια άλλα επαγγέλματα. Όχι δεν εννοούν αυτό του πολιτικού, που είναι θεόκλειστο και κλειδαμπαρωμένο. Είδαμε τι πήγε να γίνει στας Ευρώπας, όταν ο Τσίπρας τόλμησε λιγάκι να τ' αερίσει. Ποιος θεός είδε τη Μέρκελ και δεν τη φοβήθηκε.

Εδώ, μιλάμε για το επάγγελμα του τραπεζίτη. Ενώ όλα τα επαγγέλματα ανοίγουν, αυτό του τραπεζίτη κλείνει. Εκεί που είχαμε καμιά δεκαριά τράπεζες, έρχεται ο φετφάς και προστάζει μόνο τέσσερις. Πάλι καλύτερα, θα μου πείτε από τις δυόμιση του Μάνου. 

Όχι ότι δεν ήταν και πρότερα έτσι, αλλά όπως και να το κάνουμε, μ' ένα τραπεζικό κουαρτέτο είναι πιο εύκολο το καρτελάκι. Άλλο να κάθονται μια ντουζίνα κυρίες στο τραπέζι, κι άλλο μονάχα τέσσερις. Τα πράγματα απλουστεύουν και η κατανόηση περισσεύει. 

Αν λοιπόν η χώρα "χρειάζεται" μόνο τέσσερις τράπεζες, γιατί να χρειάζεται μερικά εκατομμύρια περίπτερα και κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες φαρμακεία; Μήπως ο ανταγωνισμός αυξάνει αντίστροφα για την τράπεζα απ' ότι για το περίπτερο; Μήπως ο ανταγωνισμός εξαρτάται από το μέγεθος και την εμβέλεια αυτού που κατεβαίνει στην αρένα; Δηλαδή, όσο μεγαλώνει το οικονομικό εκτόπισμα μια επιχείρησης, μήπως ο ανταγωνισμός θα δουλεύει καλύτερα όσο λιγότεροι είναι οι παίχτες;

Τι να πω! Δεν έχω κατανοήσει καλά τη θεωρία, φαίνεται. Κυρίως όμως τις εξαιρέσεις της...

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Γνωρίζει κανείς πόσο μειώθηκε η ανταγωνιστικότητα;



Αν θέλουν οι δημοσιογράφοι να κάνουν σωστά τη δουλειά τους, θα πρέπει κάθε φορά που καλούν βουλευτή ή πολιτικό στις εκπομπές τους, αντί να τους χαϊδεύουν, να τους βάζουν και μερικές βασικές ερωτήσεις σχετικές με βασικά οικονομικά στοιχεία της χώρας και όχι να ανέχονται τις όσες παπάρες που αυτοί οι τελευταίοι, χωρίς να έχουν καμία συναίσθηση, με ευκολία εκστομίζουν. Δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί η ψήφιση των μέτρων στη βουλή στο οποιοδήποτε τσουλάκι που δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το τι καλείται να ψηφίσει.

Για παράδειγμα:

Ας τους ρωτήσουν για το μέγεθος της ανταγωνιστικότητας. Ας τους ρωτήσουν για το μέγεθος του κατώτατου μισθού και ας τους ρωτήσουν για το ποια η σχέση αυτών των μεγεθών με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Και μετά ας κάνουν τον κόπο να μάς ενημερώσουν. Δεν είναι δυνατόν αυτοί που θα ψηφίσουν μέτρα αξιολόγησης να μην έχουν πρώτα αξιολογηθεί οι ίδιοι.

Ιδού λοιπόν, το έργο των δημοσιογράφων, οι οποίοι και είναι οι μόνοι που μπορούν με εύσχημο τρόπο να το κάνουν.


Και μια και το 'φερε η κουβέντα, ας δούμε πόσο έχει μεταβληθεί τελευταία η ανταγωνιστικότητα στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες που ενδιαφέρουν. Οι μπλε μπάρες δείχνουν τη σωρευτική αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας (αντίστροφο της ανταγωνιστικότητας) την περίοδο 2005-2008, ενώ οι κόκκινες, κατά τη διάρκεια της κρίσης, 2009-2011.

Η Ελλάδα είναι η μοναδική όπου το μ.κ.ε. μειώθηκε κατά 5,3% από το 2009 μέχρι σήμερα. Αντίστοιχα στην Ιρλανδία το μκε μειώθηκε ελάχιστα.

Επίσης και κατά την προηγούμενη περίοδο, 2005-2008, η μετρηθείσα σωρευτική αύξηση στην Ελλάδα κατά περίπου 8%, ήταν πολύ μικρότερη από το σύνολο των χωρών της ΕΖ, εκτός Γερμανίας βεβαίως και Βελγίου.




Σχετικά τώρα με τον κατώτατο μισθό. Στο παρακάτω διάγραμμα απεικονίζεται η αναλογία αυτού ως προς τις μέσες μηνιαίες αποδοχές της συγκεκριμένης χώρας. Οι μπλε μπαρες είναι για το 2010, οι κόκκινες για το 2011.



Βλέπουμε ότι για Ελλάδα ο κατώτατος μισθός για το 2010 ανέρχεται στο 50% περίπου των μέσων μηνιαίων αποδοχών. Και αυτή η αναλογία είναι μέσα σε λογικά πλαίσια σε σχέση με άλλες χώρες που τον έχουν θεσπίσει.

Αν σάς παραξενεύει η μεγάλη "αύξηση" το 2011, είναι γιατί οι μέσες αποδοχές έχουν καταποντιστεί κατά 18.7%.


Ας κάνουν λοιπόν την εξής ερώτηση, οι φίλτατοι δημοσιογράφοι: Πόση μείωση του μ.κ.ε. και του κατώτατου μισθού θα θεωρήσουν οι κ.κ. βουλευτές ότι θα είναι αρκετή; Και να επιμείνουν σε μια απάντηση ποσοτική και τεκμηριωμένη. Ειδάλλως να διαπομπεύονται και να εξαναγκάζονται σε παραίτηση.


Υ.Γ. Στοιχεία από το EconoMonitor, της ομάδας Roubini.


Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Η απώλεια Ανταγωνιστικότητας οφείλεται στην αύξηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας Ευρώ/Δολαρίου




Τα διαγράμματα και τα στοιχεία είναι από την Ετήσια Έκθεση 2010, του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, με τη συμβολή του Ηλία Ιωακείμογλου

Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης «Πόσο συνδέεται το μισθολογικό κόστος με την ανταγωνιστικότητα;» είχαμε αφήσει ασχολίαστο ένα σημαντικό ερώτημα σχετικά με το είδος του νομίσματος βάσει του οποίου διεξάγεται το εξαγωγικό εμπόριο και την επίδραση των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Το διεθνές εμπόριο της Ελλάδας (αγαθών και υπηρεσιών) δεν διεξάγεται μόνον με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά με ένα ευρύτερο σύνολο χωρών, εκ των οποίων 35 καλύπτουν το μεγαλύτερο ποσοστό των διεθνών ανταλλαγών της Ελλάδας. Οι εμπορικές συναλλαγές με την ΕΖ μάλιστα καλύπτουν ένα ποσοστό λίγο μεγαλύτερο του 50% του εξωτερικού εμπορίου της Ελλάδας.
Η Ανταγωνιστικότητα δεν αποτελεί αυθύπαρκτο μέγεθος, αλλά αποκτά νόημα μόνο σε σχέση με άλλες χώρες. Επειδή δε ως κύριο νόμισμα διεθνών συναλλαγών χρησιμοποιείται το δολάριο, είναι λογικό να εξετάσουμε πώς αυτό επηρεάζει τις ποσότητες που ορίζουν το μοναδιαίο κόστος εργασίας (μ.κ.ε.) και εξ αυτού την ανταγωνιστικότητα. Το μ.κ.ε. δεν πρέπει να συγκρίνεται με το αντίστοιχο κάποιας μεμονωμένης χώρας, ειδικά της Γερμανίας που είναι και το σύνηθες, αλλά με το σύνολο των χωρών με τις οποίες έχουμε εμπορικές σχέσεις, φυσικά με το ανάλογο στατιστικό βάρος.

A. Μεταβολή της Παραγωγικότητας
Με βάση τα παραπάνω ας εξετάσουμε τη μεταβολή της Παραγωγικότητας στο χρονικο διάστημα 1995-2009 έναντι των 35 κυριότερων ανταγωνιστριών χωρών.

Όπως φαίνεται στο προηγούμενο διάγραμμα, η αύξηση της παραγωγικότητας στην Ελλάδα, κατά τα έτη 1995-2003, υπήρξε θεαματική: με βάση 100 το έτος 1995, η παραγωγικότητα εργασίας είχε αυξηθεί το 2003 κατά 12% περισσότερο από όσο στις 35 ανταγωνίστριες χώρες. Το προβάδισμα που απέκτησε έτσι η ελληνική οικονομία διατηρήθηκε εν συνεχεία μέχρι το 2009.

Η ταχεία αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα, σε σύγκριση με τις 35 ανταγωνίστριες χώρες, συνοδεύτηκε από αυξήσεις των ονομαστικών αποδοχών (ετήσιες ακαθάριστες αποδοχές ανά απασχολούμενο) που ακολούθησαν και αυτές ρυθμούς υψηλότερους από τις 35 ανταγωνίστριες χώρες.
Εντούτοις, οι ρυθμοί αύξησης των δύο μεγεθών στο σύνολο της περιόδου 1995-2009 ήταν παραπλήσιοι, με αποτέλεσμα να διατηρείται η σχετική σταθερότητα του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος της Ελλάδας έναντι των 35 ανταγωνιστριών χωρών (υπολογισμοί σε εθνικά νομίσματα) Οι υπολογισμοί αυτοί έχουν γίνει σε εθνικό νόμισμα και δεν λαμβάνουν επομένως υπόψη τους την επίπτωση που έχει στην ανταγωνιστικότητα η ισοτιμία του ευρώ.

B. Μεταβολή των Μέσων Ακαθάριστων Αποδοχών
Οι μέσες ακαθάριστες αποδοχές στην Ελλάδα, όντως παρουσίασαν σημαντική άνοδο σε σχέση με τις αντίστοιχες στην ΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, ο λόγος αποδοχών Ελλάδας/ ευρωζώνης αυξήθηκε από το 50% περίπου το 1995 σε 75% περίπου το 2009.

Σε σχέση όμως με τις 35 κυριότερες ανταγωνίστριες χώρες με τις οποίες πραγματοποιείται το μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικού εμπορίου της Ελλάδας, η αύξηση των μέσων ακαθάριστων αποδοχών ανήλθε, κατά τα έτη 1995-2009, σε 12,5%.

Ο υπολογισμός αυτός έχει γίνει σε εθνικό νόμισμα και ως εκ τούτου δεν λαμβάνει υπόψη του τις μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ. Προκειμένου να συνυπολογίσουμε στην σύγκριση των μισθών Ελλάδας / 35 ανταγωνιστριών χωρών την επίπτωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ, μετατρέπουμε όλες τις αποδοχές σε έναν κοινό νόμισμα (εν προκειμένω το δολάριο) και διαμορφώνουμε εκ νέου έναν δείκτη που εκφράζει την αναλογία μισθών στην Ελλάδα έναντι των ανταγωνιστριών χωρών.

Όπως φαίνεται στο παρακάτω διάγραμμα, ο δείκτης που συγκρίνει τις αμοιβές στην Ελλάδα με τις αντίστοιχες στις 35 ανταγωνίστριες χώρες, σε κοινό νόμισμα (σε δολάρια), παρουσιάζει εξέλιξη κατά πολύ διαφορετική από την αντίστοιχη του δείκτη σε εθνικά νομίσματα: Ενώ οι αποδοχές στην Ελλάδα, υπολογισμένες σε εθνικά νομίσματα, αυξήθηκαν κατά 12,5% περισσότερο από ό,τι οι αποδοχές στις ανταγωνίστριες χώρες, παρουσίασαν αύξηση (+30%) όταν τις υπολογίζουμε σε δολάρια (όταν δηλαδή λαμβάνεται υπόψη η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ έναντι των άλλων νομισμάτων).

C. Μεταβολή του Μοναδιαίου Κόστους Εργασίας
Η αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στην Ελλάδα έναντι των 35 κυριοτέρων ανταγωνιστριών χωρών, σε δολάρια, κατά το 2001-2008, ήταν μεγάλη (περίπου 20%). Τίθεται στο σημείο αυτό το ερώτημα εάν για την αύξηση αυτή ευθύνονται οι εργαζόμενοι ή εάν πρόκειται για αύξηση που θα έπρεπε να αποδοθεί στις συναλλαγματικές ισοτιμίες. Επειδή οι ανταγωνίστριες χώρες δεν έχουν όλες κοινό νόμισμα με την Ελλάδα, αλλά διατηρούν τα δικά τους εθνικά νομίσματα, εάν θέλουμε να συγκρίνουμε την ανταγωνιστικότητα κόστους εργασίας (δηλαδή την ανταγωνιστικότητα στο βαθμό που εξαρτάται από το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος) μεταξύ Ελλάδας και ανταγωνιστριών χωρών, τότε θα πρέπει να υπολογίσουμε το κόστος εργασίας στις διάφορες χώρες στο ίδιο νόμισμα (σε δολάρια).

Εάν όμως θέλουμε να υπολογίσουμε πόσο επέδρασαν στην ανταγωνιστικότητα κόστους ο ιαπαιτήσεις των μισθωτών, επομένως οι αυξήσεις των μισθών (λαμβανομένης υπόψη και της παραγωγικότητας της εργασίας), τότε θα πρέπει να συγκρίνουμε το μοναδιαίο κόστος εργασίας σε εθνικά νομίσματα –αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος να αποδώσουμε στις αυξήσεις των μισθών, μεταβολές που οφείλονται στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.Υπάρχει δηλαδή ο κίνδυνος να εμφανίζεται κάθε ανατίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ έναντι των νομισμάτων των εμπορικών εταίρων της Ελλάδας ως αποτέλεσμα των υποτιθέμενων παράλογων απαιτήσεων των εργαζομένων.

Με βάση τέτοια λανθασμένα συμπεράσματα καλούνται οι εργαζόμενοι, επιδεικνύοντας αυτοσυγκράτηση, να αναλάβουν εκείνοι την αναπλήρωση της απώλειας ανταγωνιστικότητας που οφείλεται στην αύξηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Ωστόσο, το ρίσκο από τις δυσμενείς μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι ένα ρίσκο που πρέπει να αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις, όχι οι μισθωτοί, ακριβώς όπως αυτές ωφελούνται όταν οι μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι ευνοϊκές.


Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

Πόσο συνδέεται η Ανταγωνιστικότητα με το μισθολογικό κόστος;




Η δικαιολόγηση της μείωσης του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και ο αποκεφαλισμός του 13ου και 14ου, πατάνε πρωτίστως στην αφήγηση της χαμηλής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, ένα ωραίο παραμύθι το οποίο βρίσκει ένθερμους οπαδούς από τη μια πλευρά και αμήχανους ακροατές από την άλλη. Η εγκεφαλική παράλυση που έχει επέλθει από το γκεμπελικού τύπου «πες, πες, κάτι θα μείνει», δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για μια ψύχραιμη διερεύνηση του κεφαλαίου ανταγωνιστικότητα.

Σε πρώτη ματιά, κάποια από τα ερωτήματα που εγείρονται είναι τα εξής:
  1. Πώς υπολογίζεται αυτή η ανταγωνιστικότητα τέλος πάντων; Η ανταγωνιστικότητα αναπαρίσταται από έναν αριθμό, οπότε λογικά θα υπάρχει και κάποιος τύπος που να την ορίζει.
  2. Εφ’ όσον η ανταγωνιστικότητα ορίζεται από κάποιο τύπο, είναι ο ορισμός αυτός μοναδικός ή υπάρχουν και άλλοι διαφορετικοί τύποι που να την ορίζουν;
  3. Όταν μιλάμε για ανταγωνιστικότητα, δεν θα έπρεπε να ορίσουμε και το ποιους λαμβάνουμε σαν ανταγωνιστές, ως προς τους οποίους και αυτή υπολογίζεται;

Εύλογα θα μού πείτε ερωτήματα, αν και οι ώρες είναι τέτοιες που η μάχη δεν παίρνει να δωθεί επί ορισμών, αλλά στους δρόμους και με άλλα μέσα. Παρά ταύτα, μια και το άρχισα, θα το συνεχίσω, για το λόγο ότι οι αλητείες δεν πρέπει να μένουν αναπάντητες, έστω και αν οι όποιες απαντήσεις και ανασκευές είναι επί της ουσίας άχρηστες.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ 1.
Η ανταγωνιστικότητα στην κυρίαρχη αφήγηση συνδέεται άμεσα με το μισθολογικό κόστος, συσχέτιση την οποία και πρέπει να αποδεχτούμε, μιας και παρουσιάζεται σαν ένας άλλος φυσικός και αμετάβλητος, πέραν θεού και ανθρώπων, Νόμος.

Ας πούμε λοιπόν δυο λόγια για το πώς μετριέται η ανταγωνιστικότητα. Σύμφωνα με ένα διαδεδομένο ορισμό, και θα διαπιστώσετε το γιατί, η ανταγωνιστικότητα ορίζεται ως το αντίστροφο του Μοναδιαίου Κόστους Εργασίας (unit labor cost), το οποίο με τη σειρά του ορίζεται ως:

Ο λόγος του κόστους εργασίας ανά εργαζόμενο, (μισθός+εισφορές), ως προς τον αριθμό μονάδων προϊόντος ανά εργαζόμενο, δηλαδή την παραγωγικότητα της εργασίας του. Ουσιαστικά, το μοναδιαίο κόστος εργασίας είναι το κόστος (ας πούμε σε ευρώ) για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος.

Όπως βλέπουμε λοιπόν στον παράγοντα ανταγωνιστικότητα (με τον προαναφερθέντα ορισμό) υπεισέρχονται οι εξής συνιστώσες:
  1. μισθολογικό κόστος
  2. μη-μισθολογικό κόστος
  3. παραγωγικότητα της εργασίας και
  4. συναλλαγματική ισοτιμία σε δολάρια, όταν πρόκειται για εξαγωγές σε χώρες με διαφορετικό νόμισμα, για να υπάρχει κοινό μέτρο σύγκρισης στο μισθολογικό κόστος.

Βάσει του ορισμού αυτού είναι φανερό ότι το μισθολογικό κόστος δεν είναι το μοναδικό που μπορεί να πειραχτεί, όπως ισχυρίζονται ο κ. Παπαδήμος και οι συν αυτώ. (Βέβαια ούτε ο κ. Παπαδήμος, ούτε ο κ. Βενιζέλος είναι οικονομολόγοι, γιαυτό και κάποιες ανοησίες μπορούμε να τους τις συγχωρήσουμε). Το ότι επικεντρώνονται στο μισθολογικό κόστος, οφείλεται αφ’ ενός στην ιδεολογική τους αφετηρία, εκ της οποίας προκύπτει και ο ορισμός αυτός, και αφ’ ετέρου στο ότι μια άλλη παράμετρος, λ.χ. η παραγωγικότητα θα έπαιρνε αρκετό χρόνο για να μεταβληθεί. Χώρια, που δεν είναι και πολύ γνωστοί οι λόγοι που κάνουν την παραγωγικότητα μιας χώρας να μεταβάλλεται. Αυτοί μπορεί να είναι είτε εσωτερικοί, στα πλαίσια μιας εταιρίας, είτε εξωτερικοί, όπως π.χ. το συνολικό νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τις εργασιακές σχέσεις. Δεν υπάρχει δε καμιά απόδειξη για το ποιος απ’ αυτούς έχει και τη μεγαλύτερη βαρύτητα.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ 2.
Από τους πολλούς, όμως, υπάρχει και ένας άλλος ενδεικτικός ορισμός, (Levy Institute, wp_651), όπου ως ανταγωνιστικότητα ορίζεται το αντίστροφο του Μοναδιαίου Κόστους Κεφαλαίου, (unit capital cost), δηλαδή ως ο λόγος της παραγωγικότητας του κεφαλαίου ως προς το ονομαστικό ποσοστό κέρδους. Κοντολογίς, μεγάλο κέρδος μικρή ανταγωνιστικότητα, και μεγάλη παραγωγικότητα του κεφαλαίου, μεγάλη ανταγωνιστικότητα.

Ο πρώτος ορισμός λοιπόν, βάζει στο στόχαστρο της ανταγωνιστικότητας τον μισθό των εργαζομένων, ενώ ο δεύτερος το κέρδος του εργοδότη και την παραγωγικότητα του επενδεδυμένου κεφαλαίου. Η πτώση δηλαδή της ανταγωνιστικότητας μπορεί να οφείλεται είτε στην αύξηση του εργατικού κόστους, είτε στην αύξηση του ποσοστού κέρδους. Διαλέγεται και παίρνετε! Το γιατί επιλέγεται ο πρώτος ορισμός, δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε, κι αυτό για όσους θεωρούν ότι τα οικονομικά είναι αμόλυντα από ιδεολογικές αναφορές.

ΠΑΡΑΔΟΞΟ του Kaldor [1]
Με όποιον όμως ορισμό και να μετρηθεί η ανταγωνιστικότητα, δεν υπάρχει κανένα ιστορικό και εμπειρικό δεδομένο που να συνδέει την ανάπτυξη με τη μείωση του κόστους εργασίας. Ως προς αυτό, υπάρχει το λεγόμενο παράδοξο του Kaldor, σύμφωνα με το οποίο, χώρες οι οποίες μεταπολεμικά επέδειξαν τη μεγαλύτερη αύξηση του εργασιακού κόστους, πήραν επίσης και μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς. Επομένως, η πίστη ότι η ανταγωνιστικότητα θα αυξηθεί με μείωση του μισθού, σε αντίθεση με την αύξηση της παραγωγικότητας, είναι το λιγότερο αφελής και απλοϊκή. Σύμφωνα με τον Kaldor, η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται από τη δυναμική εξέλιξη του μισθού και της παραγωγικότητας.
Ανάλυση μιας μεταγενέστερης περιόδου, 1978-1994, από κάποιον άλλο ερευνητή (Fagerber) [2], επιβεβαίωσε το προηγούμενο παράδοξο του Kaldor, ότι δηλαδή, η κοινή αντίληψη ότι μικρό μισθολογικό κόστος οδηγεί σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας είναι επιεικώς αφελής.

Μέχρι τώρα λοιπόν έχουμε δει τα εξής:
  1. Δεν υπάρχει μοναδικός ορισμός για το πώς μετριέται η ανταγωνιστικότητα
  2. Δεν υπάρχει μοναδικός τρόπος για το πώς μετριέται η παραγωγικότητα
  3. Δεν υπάρχει συμφωνημένος ορισμός για το πώς μετριέται το μοναδιαίο κόστος εργασίας.
  4. Δεν υπάρχει εμπειρική επιβεβαίωση ανάμεσα στη μείωση του μισθολογικού κόστους και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας.

Και στο σημείο αυτό θα ξαναδώσω το ίδιο χαρακτηριστικό γράφημα για τη χρονική εξέλιξη του μοναδιαίου κόστους εργασίας (αντίστροφο της ανταγωνιστικότητας) στην Ελλάδα, μετρημένο από τους πλέον αξιόπιστους οργανισμούς. Το χάος ως προς την ακριβή τιμή του είναι εύγλωττο, και δεν χρειάζεται σχολιασμό.

Ως προς το τρίτο δε, ερώτημα που έθεσα αρχικά, δηλ ανταγωνιστικότητα σε σχέση με ποιους;, θα επανέλθω σε επόμενη ανάρτηση.

[1] Kaldor, N. 1978. “The Effect of Devaluations on Trade in Manufactures.” in Further
Essays on Applied Economics. London: Duckworth.
————. 1971. “Conflicts in national economic objectives.” Economic Journal
81(321): 1–1631
————. 1970. “The case for regional policies.” Scottish Journal of Political Economy
17(3): 337–348.

[2] Fagerberg, J. 1996. “Technology and competitiveness.” Oxford Review of Economic
Policy 12(3): 39–51.
————. 1988. “International competitiveness.” The Economic Journal 98(June): 355–374.

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Η σαλάτα των οικονομικών στοιχείων και οι μπούρδες περί ανταγωνιστικότητας



Η εσωτερική υποτίμηση με όλα τα γνωστά παραλειπόμενα, στην οποία έχει υποβληθεί η χώρα η δική μας και άλλες γείτονες χώρες του νότου, βασίζεται πάνω σε ένα απλοϊκό ορισμό του τι συνιστά ανταγωνιστικότητα ή ακόμα απλούστερα στο τι συνιστά μοναδιαίο κόστος εργασίας, (μκε).

Το μοναδιαίο κόστος εργασίας για ένα προϊόν (q), έχει οριστεί ως ο λόγος του κόστους του εργαζόμενου, (κόστος στο οποίο αθροίζονται ο μισθός, η περίθαλψη, η ασφάλιση, η εισφορά στη σύνταξη, και ό,τι άλλο συνεισφέρει ο εργοδότης), ως προς την παραγωγικότητα της εργασίας, που είναι το ανά εργαζόμενο παραγόμενο προϊόν.


Από την εξίσωση αυτή γίνεται φανερό ότι ο αριθμητής αφορά τον εργαζόμενο, με το μισθό και τις κοινωνικές παροχές εκ μέρους του εργοδότη, ενώ ο παρονομαστής, τον ίδιο τον εργοδότη, μιας και αυτός είναι υπεύθυνος για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας μέσω επενδύσεων σε τεχνολογικό εξοπλισμό και καλύτερη οργάνωση της παραγωγής.


Η αύξηση λοιπόν της περιλάλητης ανταγωνιστικότητας, δηλαδή η μείωση του μκε, θα μπορούσε να επέλθει είτε από τη μείωση του αριθμητή, είτε από την αύξηση του παρονομαστή. Για τους γνωστούς όμως λόγους σε αυτό το κλάσμα έχει αποφασιστεί με ωραίο και συντονισμένο τρόπο να πειραχτεί ο αριθμητής, δλδ οι μειώσει μισθών, ενώ ο παρονομαστής έχει αφεθεί άθικτος, με το κυριότερο κανείς να μην έχει ασχοληθεί με τις αιτίες που η παραγωγικότητα όλα αυτά τα χρόνια έβαινε φθίνουσα, παρά το γεγονός ότι η κερδοφορία του κεφαλαίου στην Ελλάδα ήταν κατά πολύ υψηλότερη του μέσου όρου της ΟΝΕ.


Οι διάφοροι λοιπόν πολιτικοί, με τα ποικιλόμορφα παραδείσια πτηνά που ως οικονομικοί σύμβουλοι τους περιζώνουν, αποφάσισαν ότι η εσωτερική υποτίμηση προς χάριν της ανταγωνιστικότητας θα έπρεπε να πάει ως το 30%, διότι έτσι έλεγαν τα stoixeia, και η αδιαφιλονίκητη αλήθεια των αριθμών.


Αν η οικονομία ήταν μια οποιαδήποτε επιστήμη, θα ήταν απολύτως θεμιτό κάποιος να παρουσίαζε ένα διάγραμμα, όπως το παρακάτω. Είναι κι αυτό μέσα στον πυρήνα κάθε επιστήμης, να μην υπάρχει συμφωνία για την εξέλιξη ενός φαινομένου, ανάλογα με το μοντέλο και τα data που ο εκάστοτε επιστήμονας διαλέγει για να το προσεγγίσει, ειδικά αν είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο.

Πηγή: εδώ


Το διάγραμμα αυτό δείχνει τη μεταβολή του μκε σε σχέση με τους εμπορικούς μας εταίρους, από τη μέρα εισόδου μας στην ΟΝΕ σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΕΚΤ, του ΟΟΣΑ, του ΔΝΤ, της ΤτΕ, της Eurostat και της Eurobank.


Προσέξτε δε, ότι αφορά την μέτρηση ενός μόνο δείκτη, για τον οποίο έχει συμφωνηθεί ο ορισμός του και για τον οποίο υπάρχουν πραγματικά στατιστικά στοιχεία. Διότι δεν είναι καθόλου αυτονόητο, ούτε υπάρχει καθολική συμφωνία για το πώς ορίζεται η ανταγωνιστικότητα μιας χώρας. Αλλά αυτό ας το αφήσουμε προς το παρόν στην άκρη. Επίσης, το διάγραμμα αυτό δεν αφορά τιμές οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν εξαχθεί από κάποιο μοντέλο για το οποίο θα ήταν εύλογο να υπάρχουν και ενστάσεις. Όχι. Το εν λόγω διάγραμμα προκύπτει από στατιστικά στοιχεία τα οποία έχουν αντικατασταθεί στην ίδια και την αυτή εξίσωση, από την οποία θα περίμενε κανείς να έχει προκύψει και η ίδια τιμή ανταγωνιστικότητας, ανεξάρτητα του ποιος κάνει την αντικατάσταση. Αμ δε!


Όπως είναι φανερό, υπάρχει τόση μεγάλη διασπορά των τιμών, που θαρρείς ότι κάθε καμπύλη απεικονίζει και κάποιο εντελώς διαφορετικό φαινόμενο. Και αυτό συμβαίνει μάλιστα από την creme de la creme των οικονομολόγων που στελεχώνουν τα πλέον ευυπόληπτα μαγαζιά που καθορίζουν τις τύχες μας. Σκεφτείτε λοιπόν τι θα συνέβαινε αν στην εν λόγω εικόνα συμπεριλαμβάναμε τις μετρήσεις (και όχι τις εκτιμήσεις), και άλλων οικονομολόγων από λιγότερο ευυπόληπτα μαγαζιά. Δεν είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι οι καμπύλες θα γέμιζαν όλο το διαθέσιμο χώρο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να βγει κανένα απολύτως συμπέρασμα για τη μεταβολή της ανταγωνιστικότητας της πατρίδας μας την κρίσιμη αυτή δεκαετία.


Τι θα έλεγε κάποιος για το μκε του 2005; Σύμφωνα λοιπόν, με το ΔΝΤ αυτό θα είχε μειωθεί κατά 5%, ενώ σύμφωνα με την ΤτΕ θα είχε αυξηθεί κατά 16%. Συνολικά όμως, θα πρέπει να δώσουμε εύσημα στο ΔΝΤ, το οποίο δίνει και τη μικρότερη πτώση της ανταγωνιστικότητας σε σχέση με τα άλλα ευαγή ιδρύματα. Αντιθέτως ο ΟΟΣΑ δίνει πτώση γύρω στο 20%.


Κι ενώ κάθε σώφρων θνητός αδυνατεί να βγάλει συμπέρασμα, κάποιοι, με περισσή έπαρση και ανοησία, βγάζουν, και μάλιστα πολύ συγκεκριμένο. Το να γράψουν στ' αρχίδια τους τον κόσμο που είναι πίσω από τους αριθμούς και υφίσταται τις συνέπειες αυτών, το καταλαβαίνω, αλλά να γράφουν ταυτόχρονα στ' αρχίδια τους, (αν φυσικά έχουν), και τα "οικονομικά στοιχεία", έ, αυτό πάει πολύ...


Άραγε, τι θα έλεγε ο θλιβερός Παπακωνσταντίνου αν τον ρώταγε κάποιος για το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας τη δεκαετία; Ποιο νούμερο θα διάλεγε; Είμαι απολύτως σίγουρη ότι θα διάλεγε αυτό το οποίο θα συμφωνούσε με το κόψιμο που εξ αρχής είχε αποφασίσει να κάνει. Έτσι απλά.


Αυτή είναι η οικονομία. Καλή σαν επιστήμη, αλλά όταν συμπλέκεται με την πολιτική, γίνεται η τρισαθλιοτέρα.


Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

Οι κακές συνέπειες του ανταγωνισμού


του Ν. P.

Με αφορμή την πρόσφατη ανάρτηση της Cynical «Τα δώρα των ιδιωτικοποιήσεων» (23/5/2011), ήθελα να πω συμπληρωματικά μερικά πράγματα:

  • Το θεωρητικό μέρος. Οι φοιτητές στις οικονομικές σχολές μαθαίνουν ότι οι αγορές διατάσσονται ως εξής: Η κοινωνικά ωφελιμότερη αγορά είναι ο ελεύθερος ανταγωνισμός: Παράγονται οι μεγαλύτερες ποσότητες κάποιου αγαθού ή υπηρεσίας και διατίθενται στη χαμηλότερη τιμή ανά μονάδα. Η δυσμενέστερη αγορά είναι το μονοπώλιο: παράγονται οι μικρότερες ποσότητες κάποιου αγαθού ή υπηρεσίας και διατίθενται στην υψηλότερη τιμή ανά μονάδα. Το ολιγοπώλιο είναι και από τις δύο απόψεις, (ποσότητα – τιμή), κάπου στη μέση. Αν μάλιστα υπάρχει συνεννόηση μεταξύ των ανταγωνιστών μιλάμε για καρτέλ και σχεδόν εξομοιώνεται με μονοπώλιο, ενώ αν δεν υπάρχει καμία συνεννόηση φτάνουμε περίπου στον ελεύθερο ανταγωνισμό. Άρα, με βάση τα παραπάνω, ο καθένας νομιμοποιείται να βγαίνει και να λέει ότι μας συμφέρει ο ανταγωνισμός. ΟΜΩΣ ΠΡΟΣΟΧΗ!, (αυτό δεν λέγεται στους φοιτητές), η βασική υπόθεση για να φτάσουμε στα πιο πάνω συμπεράσματα, είναι ότι ο κάθε παραγωγός μεγιστοποιεί τα κέρδη του. Αν ένα μονοπώλιο δεν στοχεύει σε μεγιστοποίηση των κερδών του, και τέτοιο είναι ένα κρατικό μονοπώλιο, μια επιχείρηση κοινής ωφέλειας, κλπ, δεν μπορούμε με κανέναν τρόπο να φτάσουμε στα πιο πάνω συμπεράσματα. Ίσα – ίσα, επειδή ένα μονοπώλιο έχει οικονομίες κλίμακας που δεν μπορούν να τις φτάσουν 2 – 3 ανταγωνιστές που μοιράζονται την αγορά, τότε ένα τέτοιο μη – κερδοσκοπικό μονοπώλιο είναι η βέλτιστη κοινωνικά λύση. Από εδώ και πέρα μπορούν να επιστρατευτούν άλλου τύπου επιχειρήματα εναντίον ενός κρατικού μονοπωλίου σχετικά με γραφειοκρατία, έλλειψη κινήτρων κλπ, αλλά πάντως να ξεκαθαρίσουμε ότι τα συμπεράσματα της θεωρητικής ανάλυσης των αγορών καταρρέουν

  • Το πρακτικό μέρος. Έστω ότι τα άλλα επιχειρήματα που ανέφερα, γραφειοκρατία, έλλειψη κινήτρων, κλπ, ισχύουν, (και πράγματι ισχύουν σε μεγάλο βαθμό). Εδώ πρέπει να σκεφτούμε δύο πράγματα.
    • α) Κάθε μεγάλος οργανισμός, δημόσιος ή ιδιωτικός παρουσιάζει δυσλειτουργίες όταν γιγαντώνεται, δεν είναι αυτό χαρακτηριστικό μόνο του δημόσιου οργανισμού. Όσοι από εμάς έχουν δουλέψει σε ιδιωτικές πολυεθνικές εταιρείες μεγέθους αρκετών δεκάδων χιλιάδων υπαλλήλων το ξέρουν. Οι απέξω το αγνοούν. Φυσικά, μια δημόσια επιχείρηση ενός διαλυμένου κράτους μπορεί να φτάσει σε σημείο που μια ιδιωτική εταιρεία δεν θα φτάσει, ενδεχομένως, ποτέ: Πολιτικές παρεμβάσεις, υπερδιορισμοί, ευνοιοκρατία, κλπ. Αυτό όμως δεν είναι απαραίτητο να γίνει. Ειδικά, στο παρελθόν, όταν ο ιδιωτικός τομέας είχε περιοριστεί σε κάποιους κλάδους και δεν είχε τις σημερινές βλέψεις, οι δημόσιοι οργανισμοί όχι μόνο δούλευαν ικανοποιητικά αλλά έφεραν σε πέρας τεράστια έργα υποδομής που ποτέ κανένας ιδιώτης δεν θα αναλάμβανε λόγω της τεράστιας επένδυσης και του μεγάλου χρόνου απόσβεσης. Όταν όμως από το ΄80 και μετά ο ιδιωτικός τομέας είδε τα κέρδη του να μειώνονται και θέλησε να επεκταθεί, παίρνοντας μάλιστα έτοιμες τις υποδομές για να τις εκμεταλλευτεί, οι πολιτικές παρεμβάσεις, οι υπερδιορισμοί κλπ, κλπ διάβρωσαν τους δημόσιους οργανισμούς. Θέλω να πω με λίγα λόγια ότι ένας δημόσιος οργανισμός ΜΠΟΡΕΙ κάτω από κάποιες προϋποθέσεις να λειτουργήσει ικανοποιητικά, το έχει κάνει στο παρελθόν και στην Ελλάδα και παντού στον κόσμο.
    • β) Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι μια ιδιωτική επιχείρηση θα είνα πάντα πιο αποτελεσματική από μια δημόσια, πρέπει να αναλογιστούμε μήπως τα κοινωνικά οφέλη της αποτελεσματικότητας αυτής εξανεμίζονται από τα υψηλά κέρδη που θέλει να επιτύχει ο ιδιώτης. Πέρα από τα παραδείγματα που δίνει η Cynical στην ανάρτησή της, εγώ θα θυμίσω από τα καθ’ ημάς, το παράδειγμα της απελευθέρωσης της υπηρεσίας πληροφοριών τηλεφωνικού καταλόγου, το πρώην 131, που εξυπηρετείται τώρα από 11888 και 11880. Το παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό, διότι αφορά τον τομέα των τηλεπικοινωνιών και των τηλεφωνικών κέντρων όπου η τεχνολογία ρίχνει τα κόστη με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Η θεωρία προέβλεπε δραματική μείωση των τιμών. Η πράξη διέψευσε τη θεωρία αφού η υπηρεσία απο 0,34 ευρώ πήγε στα 0,40 ευρώ και μετά στα 0,69. Ο μάγκας ιδιώτης αντί να ανταγωνιστεί με την καλή του οργάνωση και τα χαμηλά του κόστη το «αναποτελεσματικό δημόσιο», προτίμησε να τα χώσει στη διαφήμιση και ανέβασε την τιμή !!!

  • Οι συνέπεις του ανταγωνισμού: Και φτάσαμε σε ένα, κατά τη γνώμη μου, ΚΕΝΤΡΙΚΟ σημείο που αποσιωπάται: Παιδιά, ο ανταγωνισμός έχει τεράστιο εταιρικό και κοινωνικό κόστος ! Η θεωρία λέει ότι οι εταιρείες θα ανταγωνιστούν στην ποιότητα και στις τιμές. Στην πράξη δαπανούν τεράστια ποσά και ενέργεια στον μεταξύ τους αδυσώπητο αγώνα (διαφήμιση, δίκτυα πωλήσεων, συμμαχίες, επιβολή standards, κλπ) και ρίχνουν τα κόστη αυτά στους καταναλωτές. Η ένταση αυτής της μάχης διαφέρει πολύ από κλάδο σε κλάδο, εγώ θα αναφερθώ στη δική μου εμπειρία, που είναι από μεγάλη, (πολύ μεγάλη), πολυεθνική εταιρεία πληροφορικής. Οι παραγωγικά εργαζόμενοι υπάλληλοι είναι αυτοί που κάνουν την ανάπτυξη του software (developers) και αυτοί που το υποστηρίζουν (support). Μόνο η δουλειά αυτών πηγαίνει στον πελάτη, γιατί ο πελάτης αγοράζει software. Αντίθετα, η δουλειά των πωλητών και όσων τμημάτων τους υποστηρίζουν δεν πάει στον πελάτη, αναλώνεται στον ανταγωνισμό με άλλες εταιρείες. Λοιπόν, στη δική μας εταιρεία, (και αντίστοιχη είναι η κατάσταση σε όλον τον κλάδο), τα πράγματα έχουν ως εξής: από κάθε 100 EUR που εισπράττει η εταιρεία, τα 20 είναι κέρδη, τα 14 πάνε στα παραγωγικά τμήματα, (μαζί με τη managerial ιεραρχία που τους αντιστοιχεί), και τα υπόλοιπα 66 στα μη παραγωγικά τμήματα. Ένας λόγος που οι παραγωγικά εργαζόμενοι είναι τόσο φτηνοί, είναι γιατί δουλεύουν κάπου στον 3ο κόσμο, (Ινδία, Κίνα, κλπ), με αντίστοιχους μισθούς, και ελάχιστα bonus, ενώ οι πωλητές που πρέπει να συναντάν τους πελάτες face to face ζουν στις πλούσιες χώρες και έχουν αντίστοιχους μισθούς και τεράστια bonus ! Δύσκολο να το πιστέψεις αν δεν είσαι από μέσα: Ο Πελάτης πληρώνει 100 για να πάρει 14. Τέλος, σε αυτή την αδυσώπητη μάχη υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Νικητής δεν είναι ο καλύτερος, αυτός δηλαδή που παρέχει το καλύτερο προϊόν στη χαμηλότερη τιμή, αλλά ο οικονομικά ισχυρότερος, ο οποίος έχει μια γκάμα πλεονεκτημάτων άλλου επιπέδου που «δεν παίζονται». Η επόμενη κίνηση είναι η εξαγορά των μικρότερων ανταγωνιστών, και η ταχύτατη δημιουργία πολύ κλειστού ολιγοπωλίου.
  • Συμπέρασμα: Η υπόθεση των ιδιωτικοποιήσεων και του ανταγωνισμού έχει πολλές παραμέτρους. Η νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα κρύβει ιδιοτέλεια και έχει σαθρές θεωρητικές βάσεις