Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Η αφόρητη γραφειοκρατία του ιδιωτικού τομέα




Όταν μιλάμε για γραφειοκρατία ο νους του καθενός πηγαίνει φυσικά στην κρατική γραφειοκρατία, η οποία έχει συνδεθεί με ποικίλα στερεότυπα, όπως σπατάλη, αναποτελεσματικότητα και διαφθορά. Η πάταξη επομένως όλων των ανωτέρω δυσλειτουργιών θα επέλθει μόνο με τη συρρίκνωση του κράτους και την αξιολόγηση, εξου και η πρεμούρα με τις ιδιωτικοποιήσεις και την απόσπαση ζωτικών για την κοινωνία λειτουργιών από το κράτος και την απόδοσή τους σε ιδιωτικούς οργανισμούς. Μπορεί οι περισσότεροι να ενοχλούνται με τη χρήση της λέξης “στερεότυπα”, μιας και είναι εντελώς πεπεισμένοι ότι έτσι έχουν τα πράγματα, δύσκολα όμως θα προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τις πεποιθήσεις τους. Επειδή στην Ελλάδα δεν θεωρείται αναγκαίο να υποστηρίζει κάποιος τις απόψεις του με απτά στοιχεία, τα οποία είναι αρκετό να υποκαθίστανται με αβανταδόρικες ατάκες, ανεκδοτολογικά περιστατικά, λογοδιάρροια και ακατάσχετη παραθυράτη μπουρδολογία, θα προστρέξουμε πάλι στις ΗΠΑ και στα δικά τους στατιστικά στοιχεία.



70% των αμερικανών συμφωνούν ότι η κυβέρνηση είναι σπάταλη και αναποτελεσματική, κι ότι το μισό από το ένα δολάριο που πάει στα ασφαλιστικά ταμεία χάνεται στο βόθρο της σπατάλης. Το Λογιστήριο του Κράτους όμως έχει άλλη γνώμη. Το ίδιο και η Έκθεση του Al Gore για την Κυβερνητική Αποδοτικότητα που εξέτασε ενδελεχώς όλα τα κλιμάκια της κρατικής γραφειοκρατίας. Το εύρημα ότι η σπατάλη συνοψίζεται σε λιγότερα από δυο σεντ στο δολάριο δεν φαίνεται ότι αρκεί να αναστρέψει πάγιες αντιλήψεις, βαθιά ριζωμένες από τον βομβαρδισμό δεκαετιών της ιδιωτικής προπαγάνδας των ΜΜΕ.



Κι έτσι, εξ αιτίας του βομβαρδισμού αυτού είναι αδιανόητο να βρεθεί έστω και μια σταλιά χώρος να χωρέσει την γραφειοκρατία του ιδιωτικού τομέα, γραφειοκρατία η οποία μεταφράζεται ομοίως σε σπατάλη, αναποτελεσματικότητα και διαφθορά (έχει κανείς αντίρρηση ως προς αυτό;). Μοιάζει σα σχήμα οξύμωρο, αλλά γιαυτό ευθύνεται η προπαγάνδα και όχι η πραγματικότητα. Η πληθώρα των ερευνών σχετικά με την σύγκριση της αποδοτικότητας των κυβερνήσεων και των ιδιωτικών οργανισμών στην παροχή δημόσιων αγαθών, όπως ενέργεια και νερό δεν παρήγαγε κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς, ούτε ως κόστος, ούτε ως ποιότητα. Εκεί όμως που τα αποτελέσματα είναι σαφή και με μεγάλη διαφορά υπέρ των κρατικών παρόχων είναι στην υγεία και την εκπαίδευση.



Το ότι το αμερικανικό σύστημα υγείας είναι εξωφρενικά ακριβό και επιλεκτικό σε σύγκριση ας πούμε με το βρετανικό είναι πασίγνωστο και τεκμηριωμένο. Αντιστοιχεί στο 13.6% του ΑΕΠ, ενώ ο μέσος όρος των 13 βιομηχανοποιημένων χωρών του ΟΟΣΑ είναι στο 8.2%. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την ανώτατη εκπαίδευση, όπου τα κόστη των ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι πάνω από τριπλάσια σε σχέση με αυτά των δημοσίων και πολιτειακών.



Τι είναι αυτό όμως που ανεβάζει το κόστος της ιδιωτικής περίθαλψης; Η γραφεικρατία!



Τα διοικητικά κόστη στις ΗΠΑ απομυζούν 31 σεντ για κάθε δολάριο που δαπανάται στην Υγεία, σε σύγκριση με 17 σεντ στον Καναδά. Και πού οφείλεται αυτή η διαφορά; Στη χαρτούρα και στο υπερβολικό προσωπικό. Ο μεγαλύτερος πάροχος υγείας στη Μασαχουσέτη απασχολεί 6682 άτομα για 2.7 εκ. συνδρομητές, πολύ περισσότερα απ' ότι το κρατικό σύστημα υγείας του Καναδά για 25 εκ. . Και γιατί χρειάζονται τόσοι πολλοί; Όπως λέει ο Κρούγκμαν, όχι φυσικά για να παρέχουν καλύτερες υπηρεσίες, αλλά για να κινούν διαδικασίες ώστε να μεταφέρουν τα κόστη σε οποιονδήποτε άλλο εκτός της δικής τους εταιρίας.





Άλλοι λόγοι είναι η επικάλυψη πολλών εταιριών για τον ίδιο λόγο. Κάθε ιδιωτική ασφαλιστική εταιρία πρέπει να διατηρεί τα δικά της αρχεία και να αναπτύσσει το δικό της σύστημα κάλυψης, τιμολόγησης και πληρωμών. Κι αν στα έξοδα υπολογίσουμε και το κέρδος, όλα αυτά προσθέτουν ένα 15%-25% στο ιδιωτικό ασφαλιστικό πρόγραμμα. Αντιθέτως τα διοικητικά κόστη του κυβερνητικού Medicair ανέρχονται μόλις στο 3%.



Ας πάμε τώρα στην Εκπαίδευση.



Βάσει του γνωστού νεοφιλελεύθερου μάντρα ότι ο ανταγωνισμός παρέχει καλύτερες υπηρεσίες και σε χαμηλότερο κόστος, θα έπρεπε τα ιδιωτικά πανεπιστήμια στις ΗΠΑ να κατέβαζαν το κόστος όχι μόνο το δικό τους, αλλά και των δημοσίων. Αυτό που συνέβη όμως είναι ότι αντί να κατεβάσουν το κόστος το ανέβασαν και μάλιστα το πολλαπλασίασαν. Για παράδειγμα, στο πολιτειακό πανεπιστήμιο της Μινεσσότα, τα δίδακτρα ανέβηκαν πάνω από δυο φορές στη δεκαετία, στα 13.500 δολάρια. Στα ιδιωτικά η αύξηση ήταν μικρότερη, αλλά με δίδακτρα στα 30.000 δολάρια κατά μέσο όρο τα περιθώρια είναι αντικειμενικά στενά.



Και ο λόγος της αποτυχίας; Πάλι η γραφεικρατία και τα κόστη της!





Όπως φαίνεται στο παραπάνω γράφημα, οι κάθετες μπάρες στ' αριστερά δείχνουν, ενδεικτικά για το πανεπιστήμιο της Μινεσσότα, το ποσοστό αύξησης του κόστους την περίοδο 2001-2012 των διοικητικών δαπανών, κατά 45% και των δαπανών που σχετίζονται αποκλειστικά με τη διδασκαλία, όπως μισθοί καθηγητών, εργαστήρια κλπ., κατά 15.6%. Η διαφορά είναι παραπάνω από εμφανής. Την ίδια περίοδο η αύξηση των φοιτητών είναι 22.4%,.



Οι καμπύλες στα δεξιά αναφέρονται σ' όλα τα πανεπιστήμια συνολικά, τόσο στα δημόσια, όσο και στα ιδιωτικά και δείχνουν την αύξηση των διδάκτρων, κατά 92%, πολύ παερισσότερο από την αύξηση του κόστους της ιατρικής περίθαλψης (47%) και του δείκτη τιμών καταναλωτή (27%). Από τη σύγκριση των δυο αυτών γραφημάτων είναι εμφανές πού πηγαίνουν τα δίδακτρα. Στη διοίκηση και όχι στη διδασκαλία.



Θα μου αντιτείνετε όμως ότι αυτό δεν αφορά τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, αλλά μόνο τα δημόσια. Είναι όμως λάθος. Διότι η αναλογία διοικητικού προσωπικού προς φοιτητές είναι μεγαλύτερη στα ιδιωτικά, απ' ότι στα δημόσια: 9 διοικητικοί για 100 φοιτητές στα ιδιωτικά, 8, στα δημόσια. Ειδικά για το Vanderbilt η αναλογία φτάνει στους 64 διοικητικούς ανά 100 φοιτητές, στο Rochester τους 40 και στο John Hopkins, τους 31. Την περίοδο 1975-2005 ο αριθμός των διοικητικών στα δημόσια πανεπιστήμια αυξήθηκε κατά 66%, ενώ στα ιδιωτικά κατά ...135%.



Και φυσικά οι πανεπιστημιακές διοικήσεις έχουν και τα δικά τους golden boys, με μισθούς που αγγίζουν το εκατομμύριο. Και όπως μετά την κρίση τα τραπεζικά golden boys συνέχισαν να διεκδικούν και να λαμβάνουν τα χρυσά τους bonus, με τα χρήματα των φορολογουμένων αυτή τη φορά, κάτι παρόμοιο συνέβη και στην πλειονότητα των πανεπιστημίων. Οι διοικήσεις προτίμησαν να παγώσουν τις προσλήψεις και τους μισθούς του διδακτικού προσωπικού, να κλείσουν τμήματα και να απολύσουν διδάσκοντες, παρά να πειράξουν έστω και ένα σεντ από τις παχυλές αμοιβές τους.



Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια εν τέλει αποτέλεσαν κακή παρέα για τα δημόσια, για το λόγο ότι τα ανάγκασαν να δρουν με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια. Δηλαδή να πασχίζουν με όρους marketing να προσελκύουν εξωτερικές χορηγίες και φοιτητές, που σημαίνει να αναγκάζονται να ξοδεύουν το 1/4 τουλάχιστον του προυπολογισμού τους σε συμβούλους, σε άσχετα meetings, σε κατάρτιση στρατηγικών πλάνων, το περιεχόμενο των οποίων ουδείς μπορούσε να θυμηθεί τον επόμενο μήνα, σε επιτροπές επί επιτροπών για θέματα που έπρεπε να εφευρεθούν ώστε οι διοικήσεις να διατηρούν τα πόστα τους και την ισχύ, σε διοικητικές ιεραρχίες απίθανης κλιμάκωσης και μηδενικής επαφής, σε κατασκευή πολυτελών campus με πισίνες, τζακούζι, τοίχους αναρρίχησης κλπ για να γητεύουν φοιτητές και να κερδίζουν θέσεις στις αξιολογήσεις των League Tables, σε psychobubble σεμινάρια για “την ενδυνάμωση του εσωτερικού κόσμου” και “για το πώς να γίνεις επιτυχημένος”, και σε ο,τιδήποτε μαρκετίστικο και εξω-εκπαιδευτικό.



Πάντως, όσοι σκέφτηκαν να εξομοιώσουν την Εκπαίδευση και την Υγεία με συνήθη προιόντα, θα πρέπει να απογοητεύτηκαν γιατί τα συγκεκριμένα αποδείχτηκαν εντελώς απείθαρχα και προδοτικά των προσδοκιών.




INFO

Deans List: Hiring Spree Fattens College Bureaucracy—And Tuition

The Case FOR Bureaucracy

 


Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Ιδιωτικά Κολλέγια-ΑΤΜs


Ένα χρόνο πριν, ο υπουργός Πανεπιστημίων της Βρετανίας, David Willetts, υπέγραφε ένα υψιπετές άρθρο στην Telegraph στο οποίο εξυμνούσε τις δικής του έμπνευσης ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που θα έφερναν τα πάνω-κάτω στην ανώτατη εκπαίδευση. Τα κύρια σημεία ήταν η ενσωμάτωση στο σύστημα κρατικής δανειοδότησης και φοιτητών σε ιδιωτικά κολλέγια και πανεπιστήμια, (κερδοσκοπικά ή μη-κερδοσκοπικά, αδιάφορο), καθώς και η άρση προϋπαρχόντων περιορισμών βάσει των οποίων ένα ίδρυμα δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πανεπιστήμιο, και συνεπώς να δανειοδοτηθεί ως τέτοιο, αν ο αριθμός των φοιτητών του ήταν κατώτερος των 4000. Το σκεπτικό της μεταρρύθμισης ήταν ότι η αύξηση του ανταγωνισμού εξ αιτίας της διεύρυνσης των παρόχων ανώτατης εκπαίδευσης, θα αποτυπωνόταν και στην ποιότητα του εκπαιδευτικού προϊόντος.

Ως ανεμένετο, τα “πάνω-κάτω” ήρθαν, και μάλιστα γρηγορότερα απ' ότι υπολόγιζε ο κύριος υπουργός, ο οποίος δεν παρέλειπε συνάμα, να λοιδωρεί ως “εύκολη κριτική” τις ανησυχίες πολλών για την ενδεχόμενη πτώση της ποιότητας. 

Πράγματι, πριν αλέκτωρ λαλήσαι, η ιδιωτική πρωτοβουλία, μη χάνοντας καιρό, ανταποκρίθηκε τάχιστα στην πρόσκληση ιδιοποίησης κρατικών πόρων, ιδρύοντας, μέσα σε μια νύχτα που λένε, 674 ιδιωτικά κολλέγια, προσελκύοντας ταυτόχρονα 160,000 φοιτητές. Μέσα δε, στον ίδιο χρόνο τα κρατικά ταμεία είδαν να φεύγουν προς αυτά πόροι £900 εκατ. για το 2013, από μόλις £40 εκατ. που ήταν το 2010. 

Οι λόγοι της ραγδαίας αυτής άνθισης ήταν αφ' ενός τα χαμηλότερα δίδακτρα, 5000 λίρες κατά μέσο όρο, σε σύγκριση με τις 8000 λίρες των δημοσίων και αφ' ετέρου αυτό πού έφερε σήμερα στο φως ο Guardian μετά από ενδελεχείς έρευνες αρκετών μηνών. 

...Κάποια από τα νεοπαγή ιδιωτικά κολλέγια λειτουργούσαν απλά ως ATMs!

To London School of Science and Technology (LSST) είναι ένα συμπαγές συγκρότημα γραφείων κάπου στο Wembley, το οποίο μέσα σε δυο χρόνια τριπλασίασε τον αριθμό των φοιτητών του, σε 1500 και θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει το πρότυπο που ο κ. Willetts ονειρευόταν. Το ίδιο και το London School of Business and Finance, το οποίο δεν πίστευε στα μάτια του, όταν από 50 μόλις φοιτητές, σε χρόνο ρεκόρ βρέθηκε να κουμαντάρει 6000. Κι όλοι αυτοί με τα δανειάκια τους στην τσέπη, ένεκα της ριζοσπαστικής μεταρρύθμισης, ντε, του κ. Υπουργού.

Κάθε νορμάλ φοιτητής στη Βρετανία δικαιούται μέχρι 11,000 λίρες δάνειο το χρόνο για δίδακτρα και έξοδα διαβίωσης. Το δάνειο αυτό υποχρεούται να το αποπληρώσει σε 30 χρόνια και εφ' όσον ο ετήσιος μισθός του ξεπερνάει τις 21,000 λίρες. Σήμερα, με τη στενότητα στην αγορά εργασίας και τη χαμηλή ποιότητα των προσφερόμενων θέσεων, πολλοί απόφοιτοι αδυνατούν είτε να βρουν δουλειά, είτε όσοι βρίσκουν είναι με μισθό λίγο πάνω από το όριο των 21,000, γεγονός που τους δυσκολεύει στην εξόφληση των δόσεων. Υπολογίζεται ότι το 45% των αποφοίτων δεν θα καταφέρουν να αποπληρώσουν το δάνειό τους, αλλά αυτό είναι μια μακριά κουβέντα, απλά την αναφερουμε μιας και ο δικός μας Σαμαράς, όπως παλιότερα κι ο ΓΑΠ, τα ανέσυρε στη διακαναλική ως τη λύση στο πρόβλημα της χρηματοδότησης των ΑΕΙ. Αλλά, να ήταν μόνο αυτή μια από τις ανοησίες που για ώρες ξεστόμιζε...

Τι συνέβη λοιπόν και τα ιδιωτικά κολλέγια άρχισαν να φυτρώνουν σαν μανιτάρια; Εντάξει, ήταν τα δάνεια των φοιτητών που έμπαιναν στον κορβανά των κολλεγίων, αλλά ήταν και κάτι άλλο που αύξανε τις ροές. Και προφανώς, δεν ήταν ο ανταγωνισμός και το καλύτερο εκπαιδευτικό προϊόν που προσέφεραν. 

Αυτό που στηνόταν από κάτω, ήταν μια ανομολόγητη συμφωνία σύμφωνα με την οποία, τα μεν κολλέγια έκαναν σκόντο στην ποιότητα των φοιτητών που εγγράφονταν, και τα στραβά μάτια ως προς την παρακολούθηση και την παρουσία τους στο ίδρυμα, οι δε φοιτητές εισέπρατταν το δάνειο και εξαφανίζονταν πίσω στις πατρίδες τους όπου τα χρήματα αυτά είχαν πολύ μεγαλύτερη αξία απ' ότι στη Βρετανία.

Και όλα φαίνονταν να κυλάνε ρολόι, ώσπου, προσέξτε, μια εφημερίδα άρχισε να μυρίζεται ότι κάτι πήγαινε στραβά.

Ο κ. Υπουργός περί άλλων ετύρβαζε απόλυτα σίγουρος ότι το αλάθητο δόγμα της αγοράς και πάλι θα θριάμβευε.


YΓ: Πριν από 2 ακριβώς χρόνια γράφαμε για τη Βόμβα των Φοιτητικών Δανείων στις ΗΠΑ.



Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Οι 314 συνεπωνυμίες του ΕΚΠΑ: Θαύμα!


Με μεγάλη συμπάθεια άκουγα χθες το βράδυ τον κ. Αρβανιτόπουλο να εκθέτει το δράμα του στην κ. Σία του ΣΚΑΙ αναφερόμενος στον μεγάλο πολύποδα των 314 με το ίδιο επώνυμο συγγενών, που εδώ και καιρό πνίγει το ΕΚΠΑ, εισχωρώντας σε κάθε του ρωγμή.

Είναι αλήθεια ότι αγανάκτησα με την τόση ξεδιαντροπιά, (των συγγενών να εξηγούμαστε). Αλλά και εξεπλάγην με την ευκαρπία και αναπαραγωγική άνθηση του ελληνικού στοιχείου των τελευταίων δεκαετιών.

Κάθισα λοιπόν και πήρα μολύβι και χαρτί να υπολογίσω το θαύμα.

Ας υποθέσουμε ότι ένας άνδρας και μια γυναίκα, ηλικίας μικρότερης των 65 και 60 ετών, αμφότεροι υπάλληλοι του ΕΚΠΑ ερωτεύονται, έρχονται εις γάμου κοινωνία και γεννούν μπόλικα παιδιά, ας πούμε 4, αριθμός που σαφώς είναι πάνω απ' τον μέσο όρο της ελληνικής οικογένειας. Αλλά ας μην κάνουμε σκόντο και τσιγκουνιές.

Αυτά τα 4 παιδιά παντρεύονται και το κάθε ζευγάρι κάνει άλλα 4 παιδιά.  Και ας υποθέσουμε ότι όλοι αυτοί επίσης, γυναίκες, άνδρες και παιδιά, έχουν άπαντες προσληφθεί και δουλεύουν στο ΕΚΠΑ ως διοικητικοί υπάλληλοι. 

Ας καθίσουμε λοιπόν, κι ας τους μετρήσουμε:

2 = ο παππούς και η γιαγιά.
8 = τα 4 παιδιά και οι 4 σύζυγοι
32 = τα 16 εγγόνια και οι 16 σύζυγοι αυτών.

Κάνουμε τη σούμα και μάς βγαίνουν: 42 διοικητικοί υπάλληλοι από ένα και μόνο πυρήνα. Και μάλιστα, υπό την προυπόθεση ότι όλα τα παιδιά των δυο γενεών έχουν βγει αποκλειστικά αρσενικά, έτσι ώστε και οι γυναίκες τους να έχουν το ίδιο επίθετο με τους άνδρες τους.

Για να βρούμε, λοιπόν 314 διοικητικούς υπαλλήλους με το ίδιο επίθετο, θα πρέπει μόνο ο παππούς του αρχικού πυρήνα να έχει εφτά αδέλφια και όλα αυτά να είναι κατ' αποκλειστικότητα αρσενικά, και φυσικά να κάνουν μόνο αρσενικά παιδιά, κι όχι λιγότερα από 4 το ζευγάρι.

Είναι αλήθεια ότι απ' το αποτέλεσμα των υπολογισμών μου, δυσκολεύτηκα να πιστέψω τον κ. Αρβανιτόπουλο. Αλλά, σαν καθηγητής Πανεπιστημίου που είναι δεν μπορεί να κάνει λάθος, σκέφτηκα.

Ίσως γεννιούνται τόσες τερατώδεις οικογένειες, επειδή είναι τόσο διεφθαρμένα τα πανεπιστήμιά μας. Δεν ξέρω. Μάλλον. Ίσως. Σίγουρα. Για να το λέει ο Υπουργός!




Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Μετρώντας την ποιότητα με το υποδεκάμετρο


Κοινωνίες που χάνουν τη συνοχή τους, χάνουν και τις πρότερες κοινές αναφορές, καθώς και τις πρότερες κοινές τους αξίες και στόχους. Κυρίως όμως χάνουν την εμπιστοσύνη του ενός προς τον άλλον, όπως και τη δυνατότητα να συνεννοούνται. 

Στις περιπτώσεις αυτές, οι κοινωνίες συγκρατούνται, και όχι συγκροτούνται είτε με την πυγμή του κράτους και των νόμων, οπότε γίνονται ολοκληρωτικές, είτε στη βάση αυστηρών και αποστειρωμένων διοικητικών ρυθμίσεων, προς τις οποίες υπακούν επειδή πείθονται ότι είναι ουδέτερες και αντικειμενικές. Η διοίκηση του κράτους και η διαχείριση του ανθρώπινου  δυναμικού μέσω της πιστοποίησης και αξιολόγησης δίνουν την εντύπωση ότι ενσωματώνουν αυτά τα χαρακτηριστικά, άσχετο αν ξύνοντας λίγο πιο κάτω από την επιφάνεια προκύπτει η ταξικότητα και η υστεροβουλία τους, με το να δίνεται έμφαση σε ορισμένα χαρακτηριστικά και να παραμερίζονται άλλα, είτε σκοπίμως, είτε λόγω εγγενούς αδυναμίας να προσδιοριστούν. 

Η εμμονή στην ποιοτική διακυβέρνηση, όπως παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια,  ουσιαστικά υποδηλώνει την ανικανότητα, την αναπηρία και την έλλειψη έμπνευσης και οράματος των κυβερνητών, οι οποίοι το μόνο που μπορούν να καταφέρουν είναι η καταφυγή σε ενός τύπου τεχνοκρατικής, δηλαδή επιστημονικής και αδιαμφισβήτητης όπως διαδίδουν, διακυβέρνησης και η οχύρωση πίσω από μια αρμαθιά αριθμών. 

Η ποιότητα όμως μιας διαδικασίας, ή ενός προϊόντος δεν μπορεί να προσεγγιστεί πάντα με αριθμούς, ή σε πολλές περιπτώσεις καθόλου. Μπορεί για παράδειγμα μια ηλεκτρική συσκευή να πάρει πιστοποιητικό ποιότητος που σημαίνει ότι δεν θα χαλάσει γρήγορα, αφού έχει υποβληθεί σε μια σειρά δοκιμασιών, αλλά ποτέ δεν θα υπάρξει διαδικασία που να μπορεί ν' αποφανθεί για την ποιότητα ενός κρασιού ή ενός μαγειρεμένου φαγητού. Το όποιο πρωτόκολλο μπορεί να αξιολογεί ποσοτικά την φρεσκάδα, τη γνησιότητα και την ποικιλία καθ' ενός των συστατικών που τα απαρτίζουν, αλλά δεν θα μπορέσει ποτέ να αξιολογήσει το άρωμα, τη γεύση και την ικανοποίηση του ουρανίσκου και της μύτης. Που στο κάτω κάτω είναι και αυτά που κάνουν το ένα κρασί να ξεχωρίζει από το άλλο, ή το ένα ουίσκι, από το διπλανό του.

Η ποιότητα είναι ένα χαρακτηριστικό, το οποίο δεν μπορεί να αναλυθεί, ούτε να προκύψει από το άθροισμα των ποιοτήτων των μερών που το απαρτίζουν. Και φυσικά δεν μπορεί να μετρηθεί. Αν μιλούσαμε με όρους φυσικής, θα έλεγα ότι είναι ένα αναδυόμενο (emergent) χαρακτηριστικό, που δεν ανάγεται στα επί μέρους.

Αν αυτό ισχύει για την αξιολόγηση του κρασιού, πόσο μάλλον ισχύει και για την αξιολόγηση της Παιδείας και των ιδρυμάτων που έχουν θεσπιστεί να την παρέχουν. Οι διάφορες τεχνικές αξιολόγησης στη βάση μετρήσιμων ποσοτήτων όπως αριθμός διδασκόντων, λόγος μαθητών προς εκπαιδευτικούς, βαθμοί στα διάφορα τεστ, κλπ, το μόνο που δεν κατορθώνουν είναι η αξιολόγηση του "μαθήματος", ιδωμένου σαν μια ολοκληρωμένη θεατρική παράσταση που κατασταλάζει ποικίλα συναισθήματα, εντυπώσεις και γνώσεις, που πυροδοτεί αναζητήσεις και εκτοξεύσεις του νου, που λύνει κόμπους και κρυμμένες ψυχικές και διανοητικές δυνατότητες στον καθένα μαθητή ξεχωριστά. Αυτό κανένα ερωτηματολόγιο δεν μπορεί να καταγράψει. Ο καλός δάσκαλος δεν είναι δάσκαλος που φτιάχνεται ξέχωρα απ' την κοινωνία σε κάποιο εργαστήριο με κάποιες συμφωνημένες προδιαγραφές. Ο δάσκαλος είναι προϊόν της κοινωνίας που ζει, όπως και ο καθένας από μας, και όταν μια κοινωνία παράγει σκουπίδια, κι οι δάσκαλοι που βγάζει, σκουπίδια θα είναι κι αυτοί. Πανομοιότυποι, μετρήσιμοι και αναλώσιμοι.

Παρακολουθώ, εδώ και καιρό το γράψε-σβήσε ερωτηματολογίων και κριτηρίων για να συνταχθεί το πιο αξιόπιστο μετρίδι για την κατάταξη σχολείων και πανεπιστημίων, στις ιερές Βέδες της Σαγκάης ή των Times. Για την "Αξιολόγηση των Μηχανισμών Αξιολόγησης των Πανεπιστημίων" γράφαμε πριν από δυο ακριβώς χρόνια, ΕΔΩ, όπου και είναι καταγεγραμμένα τα κριτήρια "ποιότητας". 

Είναι προφανές ότι στο κυνήγι της ανόδου στις εν λόγω λίστες, τα πανεπιστήμια θα προσπαθήσουν να προσαρμοστούν στα ποσοτικά κριτήρια που τίθενται. Και αυτό κάνουν, δίνοντας την ψευδαίσθηση στους μεν εαυτούς τους ότι αναβαθμίζονται, στους δε υποψήφιους φοιτητές-επενδυτές γνώσης ότι κάνουν μια καλύτερη ποιοτικά επιλογή.    

Η εμπειρία τόσων χρόνων που ακολουθείται η πρακτική αυτή παγκοσμίως, και όχι μόνον στην εκπαίδευση, έχει δείξει ότι όσο περισσότεροι δείκτες αναπτύσσονται, τόσο παράλληλα αναπτύσσονται  και τεχνικές για να τους ικανοποιούν. Όταν άρχισε να δίνεται προτεραιότητα στον αριθμό δημοσιεύσεων ενός ερευνητή για την εξέλιξη και το status του, τόσο άρχισαν και οι δημοσιεύσεις να πληθαίνουν, όχι με καινούργια πράγματα, αλλά με το αναμάσημα και την ανακύκλωση των παλιών. Για παράδειγμα βγήκε πληθώρα επιστημονικών περιοδικών που δέχονταν εργασίες, τα κριτήρια δημοσίευσης άρχισαν να χαλαρώνουν, και χαρακτηριστικά, οι δημοσιεύσεις σε πρακτικά συνεδρίων, σε αντίθεση με την πρακτική λίγων χρόνων πριν, άρχισαν να διαβαθμίζονται σαν δημοσιεύσεις καθ' αυτές και να μετράνε στα βιογραφικά.


Γιατί, όμως, κάθισα κι έγραψα όλα αυτά; Διότι πριν λίγες μέρες πήρε το αυτί μου κάποιον στην τηλεόραση, τον οποίο δεν θυμάμαι, να λέει ότι ο λόγος που οι "αιώνιοι" φοιτητές  πρέπει να σβηστούν από τα κιτάπια των πανεπιστημίων είναι ότι μάς τρώνε βαθμούς στους πίνακες κατάταξης των πανεπιστημίων, διότι με την παρουσία τους αλλάζουν τη σχέση διδασκομένων προς διδάσκοντες.

Ας υποθέσουμε ότι οι λίστες καθαρίζονται από τους "αιώνιους" φοιτητές και ότι λόγω βελτίωσης  του κριτηρίου αυτού τα ελληνικά πανεπιστήμια κατορθώνουν και ανεβαίνουν αρκετές βαθμίδες στους πίνακες της Σαγκάης. Στα μάτια ενός ανύποπτου λοιπόν, η Ελλάδα θα φαντάζει ότι έχει προχωρήσει με επιτυχία την αναβάθμιση των πανεπιστημίων της, θα δέχεται συγχαρητήρια από το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες,  και πιθανόν κάποιοι να έρχονται και να εκλιπαρούν για το μυστικό της συνταγής του ελληνικού θαύματος.

Κι αν το κάνει αυτό η Ελλάδα, σίγουρα δεν θα είναι η πρώτη, κι ούτε φυσικά θα το έχει σκεφτεί από μόνη της...



Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Τα κάλπικα νομίσματα της Εκπαίδευσης





Στα δύσκολα χρόνια μετά την κατάρρευση της Αργεντινής, μεγάλο μέρος του πληθυσμού, στερημένο από εργασία και χρήματα κατόρθωσε να επιβιώσει μέσω της ανταλλακτικής οικονομίας, όπως άλλωστε γίνεται κι εδώ με πάνω από 30 δίκτυα να λειτουργούν, με μερικά δε εξ αυτών να έχουν εκδώσει και το δικό τους τοπικό νόμισμα, όπως ΣΑΝΟ στη Σύρο, ΤΕΜ στο Βόλο, Φασούλι στην Αθήνα, Καερέτι στην Ιεράπετρα κ.α. 

Στην Αργεντινή το ανταλλακτικό (trueque) νόμισμα (creditos) χρησιμοποιούνταν από περίπου το 7% του πληθυσμού, ενώ τα εμπορεύματα και οι υπηρεσίες που ανταλλάσσονταν ανέρχονταν σε πολλές εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια. Όλα τα καλά όμως έχουν και ένα τέλος. Το σύστημα κάποια στιγμή κατέρρευσε από τα εκατομμύρια των πλαστών νομισμάτων που εισέρρευσαν σε μια αλληλέγγυα και έξω από το τραπεζικό σύστημα οικονομία. Για παράδειγμα, μόνο σε μια έφοδό της η αστυνομία κατάσχεσε 2 εκ. creditos. Το πλαστό λοιπόν νόμισμα κατέστρεψε το καλό και το χρήσιμο.

Στη σημερινή Ελλάδα, η έκταση της ανταλλακτικής οικονομίας δεν είναι ακόμα τέτοια ώστε να κινδυνέψει να υπονομευτεί από κάλπικα σανό και φασούλια. Υπονομεύεται όμως με μια παρόμοια διαδικασία και μάλιστα με νόμους και εικονικές ψηφοφορίες στη βουλή, ένα άλλο νόμισμα, το εκπαιδευτικό. 

Το μεσοπρόθεσμο, το οποίο με κολπάκια, ανοησίες, προχειρότητες, ονειροφαντασίες και πολύ δημιουργική λογιστική λανσάρει τον ορθό δρόμο προς τον καπιταλισμό, ταυτόχρονα θεωρεί ως υποχρέωσή του να τελειώνει και με μερικές άλλες εκκρεμότητες, λόγου χάρη με την ανώτατη εκπαίδευση και τα πανεπιστήμια. Συγκεκριμένα, καταργεί κάθε περιορισμό στη λειτουργία  των κολεγίων, των οποίων οι απόφοιτοι θα έχουν ίσα επαγγελματικά δικαιώματα με τους αποφοίτους της ανώτατης εκπαίδευσης. Είναι δε η πρώτη φορά που μέσω franchising αναγνωρίζονται πτυχία των κολεγίων. Αρχιτέκτονας ας πούμε του ΕΜΠ θα έχει την ίδια άδεια να χτίζει σπίτια με τον απόφοιτο γνωστού Κολεγίου, το οποίο λόγω έλλειψης μαθητών για το πρώτο έτος τοποθετούσε τους νέους πελάτες κατευθείαν στο δεύτερο, ή ενός άλλου Κολεγίου που το πτυχίο εξασφαλιζόταν με ένα συνοπτικό πακέτο 20 μαθημάτων και αρκετές επισκέψεις σε αρχιτεκτονήματα πλουσιόσπιτων της Εκάλης και του Ψυχικού.

Κατ’ αναλογία λοιπόν, όπως το κάλπικο credito κατέστρεψε το καλό, έτσι και τα διάφορα κάλπικα creditos των διάφορων κάλπικων Κολεγίων, αντί να συμβάλλουν σε καλύτερη εκπαίδευση, σιγά σιγά θα διαβρώσουν και ό,τι καλό υπάρχει μέχρι στιγμής.


Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Θεσμοθετημένη Ανθρωποφαγία



Η Χρυσή Αυγή καλπάζει και παίρνει τον Νόμο στα χέρια της, «εφαρμόζοντάς» τον, όπου θάλει και κατά πως θέλει. Το καλό είναι ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας αντιδρά, το κακό όμως είναι ότι ένα σημαντικό κομμάτι της, το καλοβλέπει. Η κυβέρνηση φαίνεται προς το παρόν να αντιδρά, δεν θέλει όμως και πολύ, ν’ αλλάξουν οι συσχετισμοί, το φαινόμενο να γενικευτεί και σιγά-σιγά να γίνει η αγουρίδα, μέλι. Ο κοινωνικός κανιβαλισμός δεν είναι φαινόμενο αυτοφυές, αλλά καλλιεργείται με επιμέλεια και στοργή, καιρό τώρα, στα θερμοκήπια των ΜΜΕ και των όποιων κυβερνητικών φερέφωνων.  

Στην προσπάθειά τους, οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων, να πιάσουν τη μικρή φοροδιαφυγή, γιατί η μεγάλη είναι ιερή και ανέγγιχτη, νομοθετούν το χαφιεδισμό, δηλαδή τις ανώνυμες καταγγελίες πολιτών ενάντια σε όποιον υποπτεύονται ότι ζει πάνω από τις δυνατότητες, τις οποίες, ο πάσα εις νομίζει ότι μπορεί να να σταθμίσει επακριβώς, με μόνα εργαλεία το κουτσουμπολιό, και το μπανιστήρι στα ξένα οικοξενειακά ενδότερα. Τελευταία δε, κυοφορείται και η ιδέα της χρηματικής επιβράβευσης με ένα μέρος των χρημάτων που το κράτος κατορθώσει ν’ ανακτήσει, στις περιπτώσεις εκείνες των πολιτών, που οι υποψίες τους επί των γειτόνων επιβεβαιωθούν. Με τον τρόπο αυτό, και εφ’ όσον η λαμπρή αυτή ιδέα τελεσφορήσει, οι πολίτες-επιτηρητές, με το ιδιαίτερο μαντικό χάρισμα, θα μπορούν να αυξάνουν τα εισοδήματά τους και να προβαίνουν σε κερδοφόρες επενδύσεις σε μεγαλύτερης εμβέλειας τηλεσκόπια. Έτσι, οι φοροφυγάδες θα μπορούν να αντιμετωπιστούν με την ίδια αποτελεσματικότητα, όπως αντιμετωπίζονταν και οι κομμουνισταί σε παλιότερες ένδοξες εποχές της χώρας μας, με την συνδρομή πάντα, κάποιων άλλων διορατικών πολιτών.

Η Βρετανία, σύμφωνα με τον Economist (8/9/12), έχει εξελιχθεί σε μια ιδιαιτέρως ξενοφοβική χώρα, με υψηλή θερμοκρασία ξενοφοβίας και ξενοφαγίας, υψηλότερη απ’ όποια άλλη πολιτισμένη ευρωπαϊκή χώρα. Ο Κάμερον, ανησυχεί ιδιατέρως για την εισροή μεταναστών και έχει βάλει τον δείκτη ανοχής στο νούμερο των 100,000 ετησίως,  ως το 2015. Πρόσφατα στατιστικά στοιχεία έδειξαν ότι η καθαρή εισροή για το 2011 ήταν 216,000, άρα προτίθεται να κόψει τους μισούς, μπας και η βρετανική κοινωνία εξευμενιστεί μπροστά στην αυξανόμενη ανεργία και την προοπτική μετανάστευσης σε άλλες τρίτες χώρες, εκτός. Παρεμπιπτόντως, οι Βρετανοί τελευταία, μεταναστεύουν σε πολύ μεγαλύτερα ποσοστά, απ’ ότι οι υπόλοιποι λαοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε για αναζήτηση εργασίας, είτε για σπουδές, ιδιαίτερα μετά τον τριπλασιασμό των διδάκτρων στις 9,000 λίρες το χρόνο.   

Επειδή, όμως και κάτω και από τις καλύτερες προϋποθέσεις, η μείωση που ονειρεύεται ο Κάμερον είναι δύσκολο να επιτευχθεί, αυτό που σοφίστηκε ήταν αφ΄ενός να βάλει όρια στον αριθμό των ξένων, εκτός ΕΕ, φοιτητών που έρχονται για σπουδές στα βρετανικά πανεπιστήμια, και να απαγορεύσει ταυτόχρονα την παράταση της διαμονής τους μετά το πέρας των σπουδών, αφ’ ετέρου να καταστήσει τα ίδια τα πανεπιστήμια υπεύθυνα για τις περιπτώσεις που κάποιοι από τους φοιτητές που αποφοίτησαν δεν επέστρεψαν στις πατρίδες τους. Ουσιαστικά, η Βρετανική κυβέρνηση επιδιώκει να μεταθέσει το πρόβλημα της επιτήρησης των συνόρων της χώρας και της αστυνόμευσης των αποφοίτων, στους ίδιους τους πανεπιστημιακούς δασκάλους.  Να τους δίνει, δηλαδή, την άδεια να εισβάλουν σε σπίτια αλλοδαπών, να τους σταματούν στο δρόμο και στις pub και να τσεκάρουν μαζί με τα διάφορα άλλα έγγραφα και το αν απέκτησαν πτυχίο και πότε!

Για του λόγου το αληθές, πρόβα τζενεράλε έγινε στις 26 Αυγούστου, οπότε και η υπηρεσία επιτήρησης συνόρων ανακάλεσε την άδεια του London Metropolitan University να δέχεται και να διδάσκει φοιτητές εκτός ΕΕ, για το λόγο ότι μερικοί από αυτούς δεν είχαν τις πρέπουσες βίζες εισόδου.

Η βρετανική ακροδεξιά, μπορεί να κοιμάται ήσυχη. Και η δική μας επίσης, 




Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

ΗΠΑ: Η βόμβα των φοιτητικών δανείων



Πριν από περίπου ένα χρόνο, ο κ. Παπανδρέου, όντας ακόμα πρωθυπουργός είχε ανακοινώσει εντελώς φυσικά και με την… ελαφράδα που τον διακρίνει ότι ανάμεσα στις μεταρρυθμίσεις της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα προβλεπόταν και η δυνατότητα των φοιτητών να λαμβάνουν χαμηλότοκα δάνεια για τη χρηματοδότηση των σπουδών τους. Αν και θα του συγχωρούσαμε το ατόπημα να μιλά για σκοινί στο σπίτι του κρεμασμένου, δηλαδή για επιπλέον δανεισμό στα ήδη μέχρι το λαιμό υπερχρεωμένα νοικοκυριά, εντούτοις δεν θα του επιτρέπαμε να αγνοεί τις επιπτώσεις της πρακτικής αυτής στον φοιτητόκοσμο των ΗΠΑ. 
Το σήμα κινδύνου ήρθε τα τελευταία χρόνια από τους δικηγόρους, οι οποίοι είδαν μια σημαντική αύξηση στον αριθμό των πελατών που ζητούν προστασία από κατασχέσεις, εξαιτίας φοιτητικών δανείων που αδυνατούν να εξοφλήσουν. Και επειδή σε πολλά από τα δάνεια αυτά έχουν μπει ως εγγυητές οι γονείς, οι τελευταίοι κινδυνεύουν από κατασχέσεις καταθέσεων και ακινήτων.
Πολλοί πλέον μιλούν για την επόμενη βόμβα χρέους. Και οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Το φοιτητικό χρέος αυτή τη στιγμή ανέρχεται στα 867 δισ. δολάρια, ποσό που υπερβαίνει το χρέος των πιστωτικών καρτών, το οποίο κυμαίνεται στα 704 δισ. δολάρια. Από τα 37 εκατ. φοιτητών-οφειλετών, το 14,4% ήδη έχει αρχίσει να μένει πίσω στις δόσεις. Και με την εμμένουσα ανεργία, το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί. Με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το μέσο ποσό που χρωστά κάθε απόφοιτος εκτιμάται στα 25.250 δολ., ένα 10% χρωστά περισσότερο από 50.000, ενώ ένα 3% φτάνει τα 100.000 δολ. Το ποσό, δε, που αντιστοιχεί στους γονείς ανέρχεται στα 34.000 δολ. Και το χειρότερο, τα νούμερα αυτά δείχνουν μια ανησυχητικά αυξητική τάση. 
Με τα δίδακτρα να έχουν αυξηθεί πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι οι μισθοί, η υπόθεση «σπουδές» απευθύνεται πλέον μόνο στα μεγαλύτερα εισοδήματα. Στα τελευταία 15 χρόνια ώς το 2016, το μέσο κόστος φοίτησης θα έχει διπλασιαστεί. Φυσικά, το ίδιο και τα χρέη. 
Σε αντίθεση όμως με τα δάνεια των σπιτιών, ένας φοιτητής δεν μπορεί να χρεοκοπήσει. Το δάνειο θα τον κυνηγά όσο ζει, αναγκάζοντάς τον να προστρέχει σε πρόσθετο δανεισμό από τις τράπεζες για να το εξυπηρετεί, δρόμος που προφανώς, όπως συνέβη και με τα κράτη, οδηγεί σε αδιέξοδο.
Ως παραφυάδα του Occupy, φυσικό ήταν να οργανωθεί και κίνημα ενάντια στο φοιτητικό χρέος με δράσεις, πορείες, και διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα.

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Το ιδεολόγημα της αξιοκρατίας και η αναπαραγωγή των ελίτ



Την περασμένη Δευτέρα, (12/3), εμφανίστηκε στους Times της Ν. Υόρκης ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο υπό τον τίτλο «Η αναπαραγωγή των προνομίων», το οποίο αποδεικνύει με εντυπωσιακά στοιχεία αυτό που όλοι υποπτευόμασταν, πώς δηλαδή η ανώτερη εκπαίδευση στις ΗΠΑ περιορίζεται ολοένα και περισσότερο στα πλέον προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, τα οποία και αναπαράγει.

«Αντί να ωθεί, όπως το ελατήριο, την κοινωνική κινητικότητα, όπως συνέβαινε τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β! παγκόσμιο πόλεμο, η πανεπιστημιακή μόρφωση σήμερα ενισχύει την ταξική διαστρωμάτωση, με την συντριπτική πλειοψηφία των αμερικανών 25 έως 29 ετών που κατέχουν πανεπιστημιακό δίπλωμα να προέρχονται από οικογένειες με εισόδημα πάνω από το διάμεσο».

Συγκεκριμένα, το 74% των αμερικανών που φοιτούν στα λεγόμενα «ανταγωνιστικά» πανεπιστήμια, όπως το Harvard, Emory, Stanford κλπ, προέρχονται από οικογένειες που κατατάσσονται στο ανώτατο εισοδηματικό κλιμάκιο, ενώ μόνο το 3% εξ αυτών προέρχεται από οικογένειες που βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα της εισοδηματικής κλίμακας.

Και τούτο, διότι οι μαθητές των χαμηλότερων εισοδημάτων για να ανταπεξέλθουν στα δίδακτρα και τα έξοδα διαβίωσης, βασίζονται αποκλειστικά στις κρατικές υποτροφίες, τα λεγόμενα Pell grants, τα οποία όμως κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες μειώνονται συστηματικά, παρά το γεγονός ότι τα δίδακτρα αυξάνονται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Για παράδειγμα, ενώ οι υποτροφίες την περίοδο 1979-80 κάλυπταν το 99% των εξόδων σε κολλέγιο διετούς φοίτησης, σήμερα δεν καλύπτουν παρά το 62%, ενώ για φοίτηση στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, όπου κατά κανόνα σπουδάζει η ελίτ, καλύπτουν μόνο το 15%. Βλέπουμε λοιπόν εδώ, το αποτύπωμα μιας συνειδητής πολιτικής η οποία χωρίς να κρατά καν τα προσχήματα, στοχεύει στον αποκλεισμό των φτωχότερων στρωμάτων από την τριτοβάθμια εκπαίδευση και τη συνεπακόλουθη κοινωνική άνοδο. Και έτσι εξηγείται το φαινόμενο, απόφοιτοι Λυκείου με την ίδια βαθμολογία στα τεστ εισαγωγής να έχουν σχεδόν τη μισή πιθανότητα, (44%), να συνεχίσουν και να τελειώσουν το πανεπιστήμιο αν ανήκουν στα χαμηλότερα εισοδήματα, σε σχέση με αυτούς που ανήκουν στα υψηλότερα, (80%).

Αφήνουμε δε απ’ έξω το αυτονόητο, ότι η επίδοση στα τεστ αυτά βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με το κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον του μαθητή, με τις μεγαλύτερες επιδόσεις να παρατηρούνται σε μαθητές από οικογένειες με ετήσιο εισόδημα μεγαλύτερο των 200,000 δολαρίων. Αν και αυτά τα δυο συσχετίζονταν ανέκαθεν, εν τούτοις το χάσμα κατά τα τελευταία 40 χρόνια διευρύνθηκε σημαντικά. Για παράδειγμα ανάμεσα στο 1970-2009 το ποσοστό των αποφοίτων πανεπιστημίου από χαμηλά εισοδήματα μεταβλήθηκε ελάχιστα. Συγκεκριμένα από το 6.2% μόλις και μετά βίας πήγε στο 8.3%. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και στα υψηλότερα πατώματα. Εκεί, στο ίδιο χρονικό διάστημα το ποσοστό σχεδόν διπλασιάστηκε, πηγαίνοντας από το 40.2% στο 82.4%.

Το ενδιαφέρον όμως εστιάζεται στο ότι οι αντιδημοκρατικές αυτές εκπαιδευτικές πολιτικές στηρίζονται στο προσφάτως σερβιρισμένο από τις ελίτ, ιδεολόγημα της αξιοκρατίας σύμφωνα με το οποίο η επιλογή γίνεται με τρόπο αδιάβλητο, ώστε να αναδεικνύονται οι καλύτεροι και οι εξυπνότεροι. Στην πραγματικότητα όμως, όπως φαίνεται καθαρά από τα προηγούμενα αποτελέσματα, το ιδεολόγημα της αξιοκρατίας όχι μόνο δικαιολογεί, μα και δημιουργεί την ανισότητα και εκεί όπου υπάρχει, την διευρύνει. Σε μια κοινωνία ανισοτήτων για να υπάρξει σταθερότητα, αυτοί που κατέχουν θα πρέπει να πείσουν αυτούς που δεν κατέχουν ότι καλώς δεν κατέχουν, διότι αυτό είναι το δίκαιο, και ότι αυτό υπαγορεύει η φυσική τάξη των πραγμάτων, σύμφωνα με την οποία οι πλέον προικισμένοι (ταλαντούχοι), οι πλέον μορφωμένοι, οι πλέον σκληρά εργαζόμενοι και οι πλέον ηθικοί είναι αυτοί που θα αναδειχτούν. Παρά ταύτα όμως, οι όποιες φυσικές ανισότητες, οι οποίες είναι υπαρκτές, ούτε στο ελάχιστο δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την παρατηρούμενη οικονομική ανισότητα.

Η πολιτική περιχαράκωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν αποτελεί προνόμιο μόνο των ΗΠΑ. Είδαμε πέρσι να συμβαίνει το ίδιο και στη Βρετανία με τον τριπλασιασμό των διδάκτρων, τα οποία φτάνουν τις 9000 λίρες το χρόνο, ποσό απαγορευτικό ακόμα και για τα μεσαία στρώματα. Πολιτικές εισαγωγής διδάκτρων, ως μέσο φραγής της εισόδου των λιγότερο προνομιούχων στα πανεπιστήμια, ακολουθούνται από ολοένα και περισσότερες χώρες, ενώ σύντομα και η Ελλάδα θα βρεθεί στην ίδια τροχιά, όσον αφορά το πρώτο πτυχίο, διότι οι περισσότερες μεταπτυχιακές σπουδές πληρώνονται ήδη αδρά.

Η αποδιάρθρωση της παραγωγής τις τελευταίες δεκαετίες στο σύνολο σχεδόν του δυτικού κόσμου δημιούργησε στρατιές ανέργων πτυχιούχων ή υποαπασχολούμενων σε θέσεις αναντίστοιχες και κατώτερες των γνώσεων και των δεξιοτήτων τους. Για παράδειγμα περσινά στοιχεία στη Βρετανία έδειξαν ότι η ανεργία ανάμεσα στους νέους πτυχιούχους εκτινάχτηκε από το 11% στο 20.3%. Με τέτοια απογοητευτικά νούμερα λοιπόν, μπαίνει ευθέως το ερώτημα τού τι χρειάζονται πλέον τα πανεπιστήμια, στο βαθμό μάλιστα που τις τελευταίες δεκαετίες ο ρόλος τους έχει μετατεθεί από την καλλιέργεια του πνεύματος και της κριτικής γνώσης, στην σκέτη εξυπηρέτηση της οικονομίας της αγοράς.

Έτσι, καθόλου τυχαία παρατηρούμε το δημόσιο μαζικό πανεπιστήμιο ν’ αφήνεται στην τύχη του, ν’ απαξιώνεται ή να κλείνει, ενώ οι πόρτες για τα παιδιά των μη προνομιούχων τάξεων να στενεύουν ακόμα περισσότερο. Στο σύνολο των βρετανικών πανεπιστημίων, το ποσοστό των παιδιών από εργατικές οικογένειες ανέρχεται στο 32.3%, ενώ για τα ελίτ πανεπιστήμια του Κέιμπριτζ και της Οξφόρδης το ποσοστό αυτό κατεβαίνει ακόμα πιο πολύ, στο 12.6% και 11.5% αντίστοιχα.

Η ίδια αλλαγή σύνθεσης παρατηρείται και στις γαλλικές grandes écoles. Το μερίδιο των φοιτητών εργατικής προέλευσης στις τέσσερεις πιο φημισμένες απ’ αυτές έπεσε από το 29% στη δεκαετία του ’50, στο 9% στη δεκαετία του ’90, αφήνοντας περισσότερο χώρο στις ελίτ να απομονώνονται και να αναπαράγονται ανενόχλητα. Δεν είναι τυχαίο ότι 7 από τους 12 υπουργούς της γαλλικής κυβέρνησης προέρχονται από τις τάξεις τους, όπως επίσης και το 46% των διοικητών και προέδρων των σημαντικότερων γαλλικών επιχειρήσεων και οργανισμών.

Στη Γερμανία, αντίθετα, δεν υπάρχουν ελίτ πανεπιστήμια, (η λέξη ελίτ ακόμα αποτελεί ταμπού), ενώ η τριτοβάθμια εκπαίδευση στο σύνολό της έχαιρε μέχρι πρότινος μεγάλης εκτίμησης για την ποιότητα των σπουδών που παρείχε. Αυτός μάλλον θα ήταν και ο κύριος λόγος που τα γερμανικά πανεπιστήμια δεν βρέθηκαν ποτέ στις πρώτες θέσεις των διεθνών πινάκων κατάταξης, για τον τρόπο κατάρτισης των οποίων, είχαμε αναφερθεί εκτενώς ΕΔΩ κι ΕΔΩ. Μετά όμως από σχοινοτενείς συζητήσεις, η Μέρκελ αποφάσισε κι αυτή, κάπως αργά είναι αλήθεια, να διοχετεύσει 2 δις ευρώ με σκοπό να αναβαθμίσει γύρω στα δέκα πανεπιστήμια στην κατηγορία των ελίτ. Το πώς αυτή η πρωτοβουλία θα «αναβαθμίσει» και την κοινωνία δεν είναι δύσκολο να το φανταστούμε…

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

Ανισότητα και Εκπαίδευση


Σχολιάζοντας ο Krugman την πρόσφατη έκθεση του γραφείου προϋπολογισμού της Βουλής για την εκρηκτική διεύρυνση της ανισότητας στις ΗΠΑ, έγραφε στους ΝΥΤ για το πώς τα διάφορα «έγκυρα» thinks tanks θα προσπαθήσουν να θολώσουν τα νερά μέσα από τις εμβριθείς και τις, όπως πάντα, αντικειμενικές αναλύσεις τους. Ότι τάχατες δεν είναι το σύστημα αυτό που ανατροφοδοτεί, ανακυκλώνει και γιγαντώνει την οικονομική ανισότητα, αλλά οι δεξιότητες και η ελλιπής εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού, το οποίο καθίσταται το ίδιο υπεύθυνο για την κακιά του τη μοίρα και την αδυναμία του να δρέψει τους γλυκείς καρπούς του αμερικανικού ονείρου. Τι μάς λένε δηλαδή; Ότι όποιος έχει ταλέντο, όποιος έχει μυαλό, όποιος έχει κώλο να στρωθεί στο διάβασμα και την σκληρή δουλειά στο τέλος δεν έχει παρά να ελπίζει να συμπεριληφθεί σ’ αυτό το ευλογημένο από τη φύση 1%, και γιατί όχι και στο 0.1%.


Αυτή λοιπόν είναι και η βάση πάνω στην οποία εξυφαίνεται και το παραμύθι της αξιοκρατίας. Μόνο που, για κακή τους τύχη η πραγματικότητα είναι άλλη και διαφορετική. Τι να κάνουμε; Θα επιστρατεύσουμε και πάλι ένα διάγραμμα.


Αν η πάνω πάνω και επιθετικά ανοδική καμπύλη δείχνει τη σωρευτική αύξηση του εισοδήματος του 1% πιο πλούσιων αμερικανών, στα τελευταία 35 χρόνια, οι καμπύλες που μόλις και μετά βίας διακρίνονται στο κάτω κάτω του γραφήματος, δείχνουν την ίδια ποσότητα για κατηγορίες εργαζομένων ανάλογα με το επίπεδο εκπαίδευσής τους. Χοντρικά, εργαζόμενοι χωρίς απολυτήριο της μέσης εκπαίδευσης είδαν τα εισοδήματά τους να μειώνονται, ενώ η αύξηση του εισοδήματος κι αυτών ακόμα με μεταπτυχιακές σπουδές ήταν πενιχρή, σε ποσοστό λιγότερο του 30%. Η διαφορά δε ανάμεσα σε απλούς και ενισχυμένους πτυχιούχους με μεταπτυχιακά, διδακτορικά και συναφή αξεσουάρ, είναι μηδαμινή.


Και ποια είναι η ταυτότητα αυτών που βρέθηκαν στο 1%, θα αναρωτηθεί ο ανυποψίαστος αναγνώστης; Σε ποσοστό 70%, όπως γράφει αλλού ο Krugman, είναι οι αεριτζήδες των χρηματιστηρίων, τα golden boys, και γενικά τα αστέρια της Wall Street και άλλων παρεμφερών κωλάδικων...

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Εκπαιδεύοντας όχι για το Kέρδος...


«Η μεγαλύτερη κρίση, που αυτή τη στιγμή περνάει σχεδόν απαρατήρητη, και η οποία θα αποδειχθεί πολύ πιο καταστροφική για το μέλλον της δημοκρατικής αυτο-κυβέρνησης, ακόμα κι από την οικονομική κρίση, είναι η κρίση στην εκπαίδευση». Αυτά γράφει η Martha Nussbaum σε ένα από τα άρθρα της με τίτλο «Εκπαιδεύονται όχι για το Kέρδος, Εκπαιδεύοντας για την Eλευθερία».


Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε αποσπάσματα του εκτεταμένου αυτού άρθρου. Περιέχει πολλά ενδιαφέροντα σημεία, και άλλα τα οποία δεν μας βρίσκουν σύμφωνους, όπως για παράδειγμα η χρηματοδότηση των ΑΕΙ από ιδιώτες στους οποίους αποδίδει τα αγνότερα των κινήτρων. Παρά ταύτα, αξίζει να διαβαστεί για την ουσιαστική κριτική της στη λογική του εκπαιδευτικού συστήματος των περισσότερων χωρών σήμερα.


«Ριζικές αλλαγές συμβαίνουν σ' αυτά που οι δημοκρατικές κοινωνίες διδάσκουν στους νέους, και τα οποία δεν έχουν καλοσκεφτεί. Πρόθυμα για κέρδος, τα κράτη και τα εκπαιδευτικά τους συστήματα, χαραμίζουν αστόχαστα δεξιότητες, οι οποίες είναι απαραίτητες για να κρατούν τη δημοκρατία ζωντανή. Αν η τάση αυτή συνεχιστεί, τα κράτη σε όλο τον κόσμο σύντομα θα ικανοποιούν τις φριχτές προβλέψεις του Rabindranath Tagor, με το να παράγουν γενιές χρήσιμων μηχανών, παρά πολίτες οι οποίοι μπορούν να σκεφτούν από μόνοι τους, να κρίνουν την παράδοση και να κατανοούν τη σημασία της δυστυχίας και των κατορθωμάτων των άλλων ανθρώπων.


Η Ιστορία έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου ο ηθικός άνθρωπος, ο ολοκληρωμένος άνθρωπος, ολοένα και περισσότερο δίνει χώρο, σχεδόν χωρίς καν να το γνωρίζει, στον αγοραίο, στον άνθρωπο περιορισμένου σκοπού. Η διαδικασία αυτή γιγαντώνεται σε αναλογία και δύναμη, προκαλώντας τη διατάραξη της ηθικής ισορροπίας του ατόμου, συσκοτίζοντας την ανθρώπινη πλευρά του κάτω από τη σκιά μιας απρόσωπης οργάνωσης.


Οι ανθρωπιστικές επιστήμες και οι τέχνες εξοβελίζονται σχεδόν σε κάθε μέρος του κόσμου. Ιδωμένες από αυτούς που ασκούν πολιτική, σαν περιττά μπιχλιμπίδια, σε εποχές μάλιστα, όπου πρέπει να γίνονται περικοπές σε κάθε τι άχρηστο, ώστε να επιτευχθεί η αύξηση της ανταγωνιστικότητας στην παγκόσμια αγορά, χάνουν τάχιστα τη θέση τους στα προγράμματα σπουδών, για να μην αναφερθούμε και στα μυαλά και τις καρδιές των γονιών και των παιδιών.


Πράγματι, οι ανθρωπιστικές πλευρές της επιστήμης και των κοινωνικών επιστημών, η φαντασία δηλαδή, η δημιουργικότητα και η ακριβής κριτική σκέψη, χάνουν επίσης έδαφος, καθώς τα κράτη προσανατολίζονται στο κυνήγι του βραχυπρόθεσμου κέρδους με την καλλιέργεια χρήσιμων, και εφαρμοσμένων δεξιοτήτων, κατάλληλων για να αποφέρουν κέρδος».


Ένα, από τα τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα που παραθέτει η Nussbaum, αφορά στα κριτήρια αξιολόγησης των πανεπιστημιακών και των ερευνητικών τους δραστηριοτήτων στα βρετανικά πανεπιστήμια από την επιτροπή RAE ( Research Assessment Exercise). Σύμφωνα με τα νέα κριτήρια, το 25% της βαθμολογία κάθε ερευνητή θα βασίζεται στην «απήχηση» που αυτός έχει προσωπικά, γεγονός το οποίο μεθερμηνεύεται ως η ατομική του συμβολή στην οικονομική ανάπτυξη και επιτυχία. Έτσι, οι των ανθρωπιστικών επιστημών θα υποχρεωθούν να μετατραπούν σε πωλητές προϊόντων, και τότε μόνο θα μπορούν να δικαιολογούν πόρους και την ίδια τους την ύπαρξη, εφ’ όσον αποδείξουν την βραχυπρόθεσμη οικονομική τους συμβολή. Το αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι ότι από το 2009 που πρωτοεφαρμόστηκε, πολλά τμήματα φιλοσοφίας υποχρεώθηκαν σε λουκέτο. Δεδομένου, ότι κάθε κράτος επιδιώκει την οικονομική του ανάπτυξη, πολύ λίγες ερωτήσεις έχουν τεθεί, τόσο στον αναπτυσσόμενο, όσο και στον αναπτυγμένο κόσμο για την κατεύθυνση της παιδείας και, μαζί μ’ αυτή, της δημοκρατικής κοινωνίας.


Το 1867, ο John Stuart Mill επαινούσε τα σκωτικά πανεπιστήμια για τη δέσμευσή τους στην πλατειά δημοκρατική παιδεία, στην οποία μετείχαν όλοι οι φοιτητές ανεξαρτήτως του ειδικού πεδίου, το οποίο είχαν διαλέξει να σπουδάσουν. «Η διακυβέρνηση και η κοινωνία των πολιτών», έλεγε, «είναι από τα πλέον περίπλοκα ζητήματα που έχει να αντιμετωπίσει ο ανθρώπινος νους. Και αυτός που θα συνδιαλλαγεί μαζί τους σαν στοχαστής και όχι σαν οπαδός, χρειάζεται όχι μόνο μια γενική γνώση των κύριων συνιστωσών της ζωής, αλλά και μια πειθαρχημένη και εξασκημένη κατανόηση αυτών, πάνω στις αρχές και τους κανόνες της υψηλής σκέψης. Και η υψηλή σκέψη κατακτάται με τη μελέτη της λογικής και των φιλοσοφικών επιχειρημάτων».


Και περαιτέρω, ο Mill, εξυμνούσε τον τρόπο με τον οποίον εκλεπτύνονται και καλλιεργούνται η φαντασία και το ηθικό συναίσθημα, μέσα δηλαδή από τη μελέτη της ποίησης και της λογοτεχνίας. Αν επρόκειτο ο Mill να γυρίσει στην Αγγλία, την στενότητα αντίληψης της οποία πάντοτε ελεεινολογούσε, θα ανακάλυπτε ότι η πλατιά παιδεία ποτέ δεν βρήκε εκεί καλή υποδοχή. Αν γιαυτόν ο εχθρός της δημοκρατικής παιδείας ήταν η ελιτίστικη κλασσική εκπαίδευση, που διδασκόταν μηχανιστικά και άψυχα, χωρίς να στοχεύει στον εμπλουτισμό της ψυχής και τη δημιουργία πολιτών, σήμερα ο εχθρός είναι η ανελέητη δίψα των κρατών για οικονομικά οφέλη, η οποία και οδηγεί τις αντίστοιχες εκπαιδευτικές πολιτικές.


Επομένως, τι είδους νοητικές ποιότητες θα χρειαζόταν να παράγουμε, αν ήμασταν προσκολλημένοι στο οικονομικό κέρδος και μόνο, θεωρώντας το ως το μοναδικό κριτήριο ανάπτυξης και ποιότητας ζωής; Σύμφωνα με τη νέα θεώρηση των πραγμάτων, ο στόχος κάθε κράτους θα πρέπει να είναι η οικονομική ανάπτυξη, χωρίς να νοιάζεται για την κατανομή του πλούτου, την κοινωνική ισότητα, τις προϋποθέσεις για μια σταθερή δημοκρατία, την ισότητα των φύλων, την ίση πρόσβαση στην υγεία και παιδεία.


Ένα παράδειγμα του τι αυτό το μοντέλο αφήνει εκτός, είναι η Νότια Αφρική στην περίοδο του απαρχάιντ, με τους οικονομικούς της δείκτες να εκτοξεύονται. Υπήρχε πολύς πλούτος εκείνη την εποχή, ο οποίος και επιβραβευόταν, αγνοώντας ταυτόχρονα τις φοβερές ανισότητες, τη φυλετική καταπίεση και την ανεπαρκή περίθαλψη και μόρφωση. Οι κατακτήσεις στην υγεία και παιδεία πολύ λίγο συσχετισμό έχουν με την οικονομική ανάπτυξη. Ούτε φυσικά και οι πολιτικές και θρησκευτικές ελευθερίες, όπως φαίνεται από το παράδειγμα της Κίνας. Ούτε προφανώς και η δημοκρατία.


Κάποια, επίσης, κρατίδια της Ινδίας, (Andhra Pradesh, Gujarat), είδαν αύξηση του ΑΕΠ εξ αιτίας της εκπαίδευσης μια τενχικής ελίτ η οποία έχει καταστήσει την περιοχή ελκυστική στους ξένους επενδυτές. Παρά ταύτα, τα οικονομικά αποτελέσματα δεν έχουν διαχυθεί στο φτωχό αγροτικό λαό, ούτε στην εκπαίδευση, ούτε στην υγεία. Φυσικά, η νοοτροπία που κυριαρχεί, είναι ότι δεν υπάρχει λόγος να τους μορφώσεις όλους αυτούς. (Σημ. δική μου. Αυτό ακριβώς κατοχυρώνεται σήμερα και στην Ελλάδα με τον νέο νόμο για τα ΑΕΙ). Το βασικό πρόβλημα με την αποτίμηση του ΑΕΠ, είναι ότι δίνει μεγάλους βαθμούς σε κράτη στα οποία ενδημούν τεράστιες ανισότητες.


Αυτή είναι και η μεγάλη αλήθεια με την εκπαίδευση. Δεδομένης της φύσης της πληροφορικής, τα κράτη μπορούν να αυξάνουν το ΑΕΠ τους χωρίς να νοιάζονται και πολύ για την εξάπλωση της μόρφωσης, αφού μπορούν να δημιουργούν μια ανταγωνιστική τεχνοκρατική και επιχειρηματική ελίτ. Η Ινδία ειδικά, το δρόμο αυτό, τον πήγε μέχρι το τέρμα!


Έτσι η κριτική σκέψη, δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο της εκπαίδευσης που στοχεύει στην οικονομική μεγέθυνση και ποτέ άλλωστε δεν υπήρξε σε χώρες που την κυνήγησαν ανελέητα, όπως η Σιγκαπούρη και η Κίνα.


Εδώ, θα κλείσω, με ένα απόσπασμα από άρθρο του Stefan Collini, καθηγητή λογοτεχνίας από το Cambridge, ο οποίος σχολιάζει τα κριτήρια αξιολόγησης του RAE:


" Ο λόγος που κανόνες όπως αυτοί δεν προκαλούν ισχυρή αντίδραση είναι ότι τις προηγούμενες τρεις δεκαετίες οι ευαισθησίες μας έχουν νεκρωθεί από τον πολλαπλασιασμό της γλώσσας της γραφειοκρατίας, όπως «ικανοποίηση του χρήστη», «οι δυνάμεις της αγοράς», «λογοδοσία», κ.λ.π. Πιθανόν, τ’ αυτιά μας, να μην μπορούν πλέον ν’ ακούσουν πόσο ανόητη και αμφιλεγόμενη είναι η φράση «Πλαίσιο για την Αριστεία στην Έρευνα», ή πόσο γελοία είναι η πρόταση, η ποιότητα μιας έρευνας να αξιολογείται από τον «αριθμό των εξωτερικών χρηστών αυτής», ή από τη γκάμα των «δεικτών απήχησης».


Αντί ν’ αφήνουμε όλη αυτή τη σαχλαμάρα να γίνεται το μοναδικό λεξιλόγιο στη δημόσια συζήτηση, αξίζει να επιμείνουμε ότι αυτό που ονομάζουμε ανθρωπιστικές επιστήμες, είναι μια συλλογή τρόπων συνάντησης της ανθρώπινης δραστηριότητας σε όλον της τον πλούτο και ποικιλία. Το να επιχειρήσουμε να εμβαθύνουμε την κατανόησή μας γιαυτή και την άλλη πλευρά της δραστηριότητας, αποτελεί σκοπό από μόνο του.


Αν δεν ανατραπούν αυτοί οι κανόνες αξιολόγησης, οι καθηγητές στα βρετανικά πανεπιστήμια θα μετατραπούν σε πωλητές, από πόρτα σε πόρτα, εκχυδαϊσμένων εκδόσεων των προϊόντων τους για κατανάλωση στις αγορές".


Και καταλήγει, « Μπορεί και να μην είναι τόσο αργά για να το εμποδίσουμε να συμβεί!».


Υ.Γ. Τις ευχαριστίες μου στον Γιάννη Β. ο οποίος και μού έθεσε υπ' όψιν το άρθρο της Nussbaum.

Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

Κι οι τράπεζες στα πανεπιστήμια



Ποιος είπε ότι ο νέος φρέσκος νόμος για τα ανώτατα ιδρύματα δεν είναι φιλολαϊκός και ανθρώπινος; Είσαι φτωχός και δεν έχεις φράγκα να σπουδάσεις; Ουδέν πρόβλημα! Τα χαμηλότοκα δάνεια είναι εδώ, στον πάγκο και σε περιμένουν! Τι κι αν τα δάνεια βούλιαξαν τα κράτη και τον κόσμο. Μήπως και τα στεγαστικά, χαμηλότοκα δεν ήταν; Όμως, παρ’ όλα αυτά, το χούι, χούι. Και η κονόμα, κονόμα. Και η κυβέρνηση προστάτης και μεσάζων των τραπεζών. Με το αζημίωτο;


Στο κάτω-κάτω, δεν μπορείς να έχεις το θράσος να θέλεις να σπουδάσεις, και μετά να απολαμβάνεις τους τεράστιους μισθούς των κόπων σου, χωρίς να βάλεις το χέρι στο τσέπη. Γιατί να πληρώνει ο ένας και ο άλλος τίμιος φορολογούμενος τη φιλοδοξία του καθενός; Σπούδασες; Θα πληρώσεις! Με δάνειο!


Η ιστορία λοιπόν έχει δυο σκέλη. Πρώτα ότι η εκπαίδευση γίνεται θέμα ατομικό, το οποίον ουδόλως αφορά την κοινωνία, και το οποίο είναι απολύτως σωστό, γιατί φρόντισαν η εκπαίδευση να μην αφορά πλέον την κοινωνία και το καλό της, και δεύτερον ότι στις χώρες όπου το φιλολαϊκό αυτό μέτρο εφαρμόστηκε πριν από μας και για μας, οι φοιτητές μαζί με το πτυχίο τους, παίρνουν σαν δώρο και μια θηλιά. Για να πνιγούν. Από τα δάνεια που αβγάτισαν.


Το μέσο φοιτητικό δάνειο φλερτάρει πλέον με τα $100,000, λένε οι κακές γλώσσες απ’ την Αμερική, εξ αιτίας των τόκων και των προστίμων για τους κακοπληρωτές. Το δε συνολικό ποσό που χρωστάνε οι μπαταχτσήδες πρώην φοιτητές κοντεύει το ένα τρις δολάρια, ποσό που ξεπερνάει το συνολικό χρέος από τις πιστωτικές κάρτες. Όπως μας πληροφορεί η καλή WSJ, στο δεύτερο τρίμηνο φέτος, το όριο ανοχής των 90 ημερών είχε περάσει το 11,2% των φοιτητικών δανείων, ποσοστό που συγκρίνεται με το 12,2% αυτών που «ξέχασαν» να εξοφλήσουν τις κάρτες τους.


Τι έγινε ρε παιδιά ο άγιος ανταγωνισμός που ρίχνει τις τιμές; Δεν κάνατε τα πανεπιστήμια ιδιωτικά για να αυξηθεί ο ανταγωνισμός; Πού πήγε η θεωρία; Λάθος κι αυτή; Κρίμα, κι εμείς είμαστε έτοιμοι να την ακολουθήσουμε, έστω και στη δύση της. Αυτό που αντικρίζει ο αμερικανός φοιτητής είναι η συνεχής αύξηση των διδάκτρων, και η συνεχής αύξηση του κόστους διαβίωσης στις εστίες. Ιδιωτικά πανεπιστήμια βλέπουν το 77% ως το 85% των νέων φοιτητών να περνούν το κατώφλι τους και μ’ ένα δάνειο παραμάσχαλα.


Θα σου πω εγώ τι κάνει ο ανταγωνισμός και κατά πόσο ρίχνει τις τιμές. Δεν τις ρίχνει, διότι είναι ο ανταγωνισμός αυτός ο ίδιος που τις ανεβάζει. Πώς θα προσελκύσεις νέο κόσμο, νέους πελάτες από τους οποίους εξαρτάται και η χρηματοδότησή σου σαν πανεπιστήμιο, αν δεν φυτέψεις γκαζόν απ’ άκρη σ’ άκρη, αν δεν στήσεις πισίνες ολυμπιακών διαστάσεων, αν δεν βγάλεις τα ιλουστρασιόν φυλλαδιάκια σου, αν δεν μοστράρεις το θυρεό σου, αν δεν ανακαινίσεις τα δωμάτια με τζακούζι και spa; Καμιά τύχει να περάσει πελάτης απ’ έξω. Κι αν δεν μπορεί να πληρώσει τα spa και τα τζακούζι; Ουδέν πρόβλημα! Υπάρχουν τα δάνεια! Όπως ακριβώς γινόταν και με τους πατεράδες τους που δεν τους έφτανε ο μισθός και χρεώνονταν μέχρι το κεφάλι.


Κι ενώ με την κρίση, δηλαδή με τις επιλογές του tea party ουσιαστικά, τελείωσαν τα grants, και οι τράπεζες κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς πελάτες, βρέθηκε η λύση: Δανειστείτε!


Και τι γίνεται από μισθούς και δουλειές; Από τα $30,000 που ήταν ο μέσος μισθός για τους νέους αποφοίτους, κατέβηκε στα $27,000, ενώ μόνο το 56% αυτών μπόρεσε να βρει δουλειά μέσα στο χρόνο, συγκρινόμενο με το 90% πριν από την ύφεση.


Και σε αντίθεση με τα καταναλωτικά δάνεια, τα φοιτητικά θα σε κυνηγούν εφ’ όρου ζωής με παρακρατήσεις από τους μισθούς, εφ’ όσον κάποτε αποκτήσεις μισθό, με παρακρατήσεις από τις επιστροφές φόρου και με ισόβιο αποκλεισμό από τις δουλειές του δημόσιου τομέα.



Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία πίσω από τα δάνεια, με τους εμπνευστές του σχεδίου να χαμογελάνε σαρδόνια, προσπαθώντας μάταια να κρύψουν τα σάπια τους τα δόντια...