Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Βail out για τους μετόχους, εδώ και τώρα!


Μια απορία μου γεννήθηκε και θα ήθελα να πάρω κάποια απάντηση.

Όταν κάποιος ιδιώτης επενδυτής ή κάποιο fund, ή κάποιο ασφαλιστικό ταμείο επενδύει στην τάδε και τη δείνα μετοχή και ο εκδότης αυτής της τάδε και της δείνα μετοχής φουντάρει την επιχείρησή του ή όταν τα κέρδη της μειώνονται ή όταν το χρηματιστήριο το ίδιο φουντάρει επειδή κάποια πεταλούδα στο Πεκίνο γριπιάστηκε, ποιος έρχεται να διασώσει τον ιδιώτη επενδυτή που έκανε λάθος το λογαριασμό ή απλά είχε κακή τύχη;

Ποιος ήρθε να διασώσει τα ασφαλιστικά ταμεία που έχασαν κάποια δις ευρώ από δομημένα ομόλογα ή από μετοχές επειδή έπεσε η αξία τους; Καλά να πάθουν είναι η απάντηση, που βρέθηκαν εκεί που δεν τους σπέρνουν!

Και τώρα, γιατί γίνεται τόση φασαρία για τους ιδιώτες επενδυτές που θα χάσουν ένα ποσοστό από τα ομόλογα του δημοσίου, στα οποία είχαν την κακή τύχη να επενδύσουν;

Γιατί γίνεται τόση φασαρία γι αυτά και δεν γίνεται καμιά για την πτώση των τιμών των μετοχών; Δεν είναι άδικο; Γιατί κουρεύουν τους μεν με ελαφρά καρδιά, και δεν τολμάνε να πειράξουν τρίχα στους δε; Άλλα μαλλιά έχουν οι ομολογιούχοι;

Για λόγους λοιπόν ίσης μεταχείρισης και δικαιοσύνης, δεν θα έπρεπε και οι τελευταίοι να περάσουν από τον πάγκο του κουρέα;


Υ.Γ. Για τα ασφαλιστικα ταμεία και τις αιτιες κατάρρευσης δειτε παλιοτερη αναρτηση

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Πόση είναι τελικά η έκθεση των Ταμείων σε ομόλογα;


Πριν εξετάσουμε το ύψος των ομολόγων που κατέχουν τα ασφαλιστικά ταμεία ας δούμε κατ’ αρχήν πόσα είναι αυτά τα ταμεία.

Με το Νόμο 3655/2008, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα μας περιορίστηκαν από 133 σε 21:


5 φορείς κύριας σύνταξης:

α) το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ,

β) ο Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών,

γ) ο ΟΓΑ,

δ) το Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων στο οποίο εντάσσονται όλοι όσοι μέχρι σήμερα ήταν ασφαλισμένοι στους κλάδους του Ταμείου Νομικών, του ΤΣΑΥ και του ΤΣΜΕΔΕ.

ε) το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού ΜΜΕ(ΕΤΑΠ-ΜΜΕ)


8 φορείς επικουρικής σύνταξης, κατ’ άλλους 6:

α) Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών(ΕΤΕΑΜ,

β) Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα(ΤΕΑΙΤ),

γ) Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας(ΤΑΥΤΕΚΩ),

δ) Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων(ΤΕΑΔΥ),

ε) Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Πρόνοιας Απασχολουμένων στα Σώματα Ασφαλείας(ΤΕΑΠΑΣΑ),

ζ) Ενιαίο Ταμείο Τραπεζοϋπαλλήλων(ΕΤΑΤ).


5 φορείς πρόνοιας:

α) Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων

β) Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα

γ) Ταμείο Υγείας Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, το οποίο εντάσσεται στο αντίστοιχο Ταμείο Δημοσίων Υπαλλήλων

δ)

ε) …

και

3 φορείς υγείας/αλληλοβοηθείας.


Σύμφωνα με ένα άρθρο του Πάνου Τσακλόγλου, Καθηγητή στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, η συνολική περιουσία των φορέων κοινωνικής ασφάλισης στα τέλη του Σεπτεμβρίου του 2009 ήταν περίπου 31 δις ευρώ. Από το ποσό αυτό, 53% ήταν επενδυμένο σε καταθέσεις (κυρίως στην Τράπεζα της Ελλάδος), 30% σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (συμπεριλαμβανόμενων και των δομημένων), 8% σε μετοχές του Χρηματιστηρίου Αθηνών, 4% σε αμοιβαία και 5% σε ακίνητα (αποτιμημένα με αντικειμενικές τιμές). Από αυτά συνάγεται ότι η έκθεση των ταμείων σε ομόλογα ανέρχεται στα περίπου 9.3 δις ευρώ.


Άλλα δημοσιεύματα, όπως αυτό, (αναδημοσίευση από Reuters) φέρουν την έκθεση των ταμείων στο δημόσιο χρέος στα 8 δις ευρώ, ενώ σε άρθρο του στο bankingnews ο Π. Λεωτσάκος, την ανεβάζει κάπου ανάμεσα στα 15-20 δις ευρώ! Σε άλλα δημοσιεύματα, τα ομόλογα των ταμείων και διαφόρων δημοσίων φορέων (?), οι οποίοι όμως δεν κατονομάζονται ανέρχονται στα 29 δις ευρώ.

Εκτιμάται δε ότι τη μεγαλύτερη έκθεση την έχουν τα ταμεία του Ο.Τ.Ε., Ι.Κ.Α., τραπεζών, του ΤΣΜΕΔΕ, του Ο.Γ.Α., και του ΟΑΕΕ.


Ποια είναι τελικά η αλήθεια;

Ψάχνοντας και διασταυρώνοντας στοιχεία, κατέληξα ότι το ΙΚΑ αυτή τη στιγμή κατέχει ομόλογα ύψους 1.9 δις ευρώ.

Για το ΤΣΜΕΔΕ, τα πράγματα ήταν σχετικά εύκολα. Στο υπ΄αρ. 2607 Δελτίο του ΤΕΕ εκδοθέν στις 8/11/2010 σ. 50, αναγράφεται ρητά ότι τα ομόλογα ελληνικού δημοσίου που κατέχει ανέρχονται στα 207.542.186,00 ευρώ.

Για τον ΟΑΕΕ τα ομόλογα στην κατοχή του αποτιμώνται στα 65 εκ. ευρώ.

Σχετικά με το Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ), ο Ριζοσπάστης

δίνει κάποια ενδεικτικά νούμερα για τον Νοέμβρη του 2008, λέγοντας συγκεκριμένα ότι έχουν «τζογαριστεί» σε ομόλογα σταθερού επιτοκίου 15 εκατομμύρια ευρώ, και σε «δομημένα ομόλογα» 13 εκατομμύρια ευρώ. Ας υποθέσουμε ότι το τελικό ύψος δεν διαφέρει σημαντικά από το άθροισμα αυτών των δυο ομολόγων, δλδ στα 28 εκατ.


Αν αθροίσουμε όλα τα προηγούμενα, (ΙΚΑ, ΟΑΕΕ, ΤΣΕΜΔΕ, ΤΠΔΥ) έχουμε ένα σύνολο ίσο με 2,263 δις ευρώ. Για τον ΟΤΕ και ΟΓΑ, τα οποία είναι και τα πλέον πιθανά να έχουν επενδύσει μεγάλα ποσά σε ομόλογα, στάθηκε αδύνατο να βρω κάποια πληροφορία. Αλλά και πάλι θεωρώ αδύνατον η έκθεσή τους να είναι μεγαλύτερη από αυτήν της προηγούμενης ομάδας. Αν την θεωρήσουμε κι αυτή ίση με 2,2 δις, τότε τα πλουσιότερα και μεγαλύτερα ταμεία της χώρας θα βρίσκονται να κατέχουν ομόλογα δημοσίου χρέους ύψους περίπου 5 δις ευρώ.

Μέχρι τα 8, 9 ή 20 δις ευρώ, που είδαμε προηγουμένως, υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση η οποία και θα πρέπει να δικαιολογηθεί. Αν όχι, τότε η έκθεση των ταμείων είναι πολύ μικρότερη από αυτή που διαχέεται στον τύπο και επομένως το επιχείρημα ότι ένα γερό κούρεμα θα βύθιζε τα ταμεία, είναι πολύ πιθανόν να μην ευσταθεί.


Για το λόγο αυτό, χρειάζεται άμεσα μια αξιόπιστη εκτίμηση της ακριβούς έκθεσης των ταμείων, ώστε να προχωρήσουμε σ’ ένα καλό κουρέα στα γρήγορα και προπάντων χωρίς ενοχές.

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

Υπηρέτες ή Εχθροί του Λαού;


Μ’ όσα κοσμητικά επίθετα και να χαρακτηρίσεις τη φάρα που συνέταξε το ασφαλιστικό νομοσχέδιο και μ’ όσα άλλα το αληταριό που το ψήφισε, πάλι λίγα θα είναι. Δεν είναι μόνο ότι παίρνουν θέση απέναντι σε όλη την κοινωνία, και στα ίδια τα παιδιά τους ακόμα, αλλά ότι το κάνουν με γνώμονα την πιο ποταπή ιδιοτέλεια.


Αν η φάρα των εμπνευστών και συντακτών του νομοσχεδίου έχει μια κάποια δικαιολογία, μιας και ουδέποτε είχε την ελάχιστη σχέση με την ελληνική κοινωνία, παρά μόνο μέσα από τους παραμορφωτικούς καθρέπτες των συμφερόντων των δικών τους και των δημοσίων σχέσεων τα οποία και προσδοκούν να εξαργυρώσουν, η άλλη, η φάρα των 159 βουλευτών, η ψωμολυσσασμένη για ψήφους, τις οποίες πολύ γρήγορα θα βγει στη ζητιανιά ν’ αναζητήσει, φαινομενικά δεν μπορεί να προβάλει κανένα πρόσχημα για τη συνενοχή της. Κι όμως υπάρχει. Και αυτό είναι η σωτηρία της δικής τους αποκλειστικά σύνταξης, μέσω της προσδοκίας μιας δεύτερης επανεκλογής για μια δεύτερη τετραετία.


Μπορεί με τη στάση τους αυτή να βάζουν σε ρίσκο την ψήφο εμπιστοσύνης των ψηφοφόρων τους, την οποία ευελπιστούν να ανακτήσουν με διάφορα καραγκιοζλίκια αντλημένα από το πλούσιο ρεπερτόριο της μέχρι τούδε ιστορίας των πολιτικών πρακτικών, από την άλλη όμως γλιτώνουν την σίγουρη αποπομπή τους απ’ το μαντρί, (βλ. λίστα), σε περίπτωση άρνησης υποταγής στα κελεύσματα του Μεγάλου Τσομπάνη.


Μπορείτε να ρίξετε την ψήφο σας σε όποιο κόμμα θέλετε στις επόμενες εκλογές, άλλωστε κανένα δεν πρόκειται, από δω και πέρα, να έχει στιβαρή λαϊκή νομιμοποίηση, αλλά αυτό που μπορείτε να κάνετε είναι να μην την δώσετε σ’ αυτούς τους 159 που καταδικάζοντας μια ολόκληρη κοινωνία και για πολλές γενιές που θα ‘ρθουν, φρόντισαν πάνω απ’ όλα να σώσουν το δικό τους ευτελές τομάρι εις βάρος των υπολοίπων, μπαίνοντας στη λίστα όχι των υπηρετών του λαού, αλλά των δολίων εχθρών του. Δεν θα υπάρξει καμιά καλύτερη τιμωρία από το να αποτύχουν να εξασφαλίσουν την παχυλή βουλευτική τους σύνταξη, η οποία είναι και το ισχυρότερο κίνητρο για να εμπλακούν στην πολιτική, αν υποθέσουμε ότι είναι κατ’ ελάχιστον έντιμοι και ηθικοί.


Και κάτι τελευταίο. Υπάρχει στ’ αλήθεια κανείς που προσδοκά να εξασφαλίσει σύνταξη; Υπάρχει κανείς που να πιστεύει ότι οι βαριές εισφορές που πληρώνει κάθε μήνα κάποτε θα του γυρίσουν πίσω; Όχι. Και ο λόγος είναι απλός, μιας και τα νούμερα δεν βγαίνουν.


Εξηγούμαι: καλώς εχόντων των πραγμάτων, κάποιος θα μπορεί να βγει στη σύνταξη μετά από 40 χρόνια συνεχούς δουλειάς και στα 65. Δηλαδή, θα πρέπει να αρχίσει να εργάζεται κανονικά από τα 25 του. 18 χρονών αποφοιτά από το Λύκειο, θέλει 4 χρόνια στην καλύτερη περίπτωση να ερμοτελειώσει κάποιες σπουδές, 1 χρόνο στρατός, και άντε 1 χρόνος αέρας για την περίπτωση που ενδιάμεσα του τύχει καμιά αναποδιά. Έτσι φτάνουμε στη σημαδιακή ηλικία των 25. Πόση είναι όμως η ανεργία στις ηλικίες αυτές; 25% με 30%. Δηλαδή στην καλύτερη των περιπτώσεων μόνο ένας στους τέσσερις θα είναι ο τυχερός που θα μπορεί να εκπληρώσει το πλάνο των ακατονόμαστων.


Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι ένα τέταρτο της κοινωνίας καταδικάζεται από τώρα και με συνοπτικές διαδικασίες ώστε να μην μπορεί να συνταξιοδοτηθεί κανονικά.


Και ακόμα καθόμαστε και τους κοιτάμε!


Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Οι Αιτίες Κατάρρευσης των Ταμείων


Αν κάποιος βγει μια βόλτα στο δρόμο και ρωτήσει έτσι στην τύχη γιατί μακελεύουν τις συντάξεις, τη μία και μοναδική απάντηση, που θα πάρει, θα είναι ότι τα λεφτά των Ταμείων απλά φαγώθηκαν. Μέχρις εδώ καλά. Αν όμως προχωρήσει λίγο παρακάτω και ρωτήσει ποιοι τα φάγανε τα λεφτά, εκεί οι απαντήσεις διίστανται.


Α. ΕΚΔΟΧΗ

Οι πιο πολλοί θα κοιτάξουν πάλι γύρω τους και θ’ αρχίσουν να απαριθμούν περιπτώσεις γειτόνων, συγγενών, γνωστών και φίλων που είτε βγήκανε στη σύνταξη νωρίς για τον άλφα ή βήτα λόγω, είτε εκμεταλλεύτηκαν τρύπες του νόμου για να εισπράξουν συντάξεις που δεν τις δικαιούνταν. Θα θυμηθούν, για παράδειγμα, τη γυναίκα που βγήκε στα 50 με ανήλικο παιδί, θα θυμηθούν το μπατζανάκη που βγήκε κι εγώ δεν ξέρω στα πόσα, λόγω αναπηρίας, θα θυμηθούνε την Μαρίκα που έφυγε απ’ τον ΟΤΕ με εθελούσια, ή από την Αττικής, πάλι με εθελούσια στα σαρανταφεύγα, θα φέρουν στη μνήμη τον τάδε στρατιωτικό, μια χαρά τζόβενο στα σαραντακάτι του, που είναι τώρα κι αυτός στη σύνταξη και κάνει βάρδια τα πρωινά σε ταξί, κ.ο.κ


Και οι περιπτώσεις αρχίζουν να σωρεύονται μες’ το μυαλό και να το πνίγουν. Αν κατορθώσει όμως να διατηρήσει για λίγο την ψυχραιμία του, θα διαπιστώσει ότι οι περισσότερες απ’ αυτές που ανακάλεσε, δεν ήταν περιπτώσεις απατεωνιάς, αλλά χρήσεις καθ’ όλα νόμιμων δικαιωμάτων πρόωρης συνταξιοδότησης. Δικαιωμάτων, που είτε είχαν σαν στόχο την ελάφρυνση ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων, είτε την ελάφρυνση των ίδιων των κρατικών υπηρεσιών από πλεονάζον προσωπικό.


Γίνεται λοιπόν φανερό, ότι αυτό που ενοχλεί δεν είναι η κατάχρηση, αλλά αυτό το ίδιο το κοινωνικό δικαίωμα, το περιεχόμενο του οποίου, μέσα σε μια περίοδο μερικών δεκαετιών έχει πλέον απολέσει αρκετές από τις πρότερες ποιότητές του, ώστε κάτι που παλιότερα αναγνωριζόταν σαν τέτοιο, σήμερα να προσλαμβάνεται σαν κατάχρηση, ανευθυνότητα και αντικοινωνική συμπεριφορά.


Και εδώ νομίζω ότι είναι το ζουμί της όλης ιστορίας, η μετάλλαξη δηλαδή, και το ξέφτισμα των αισθημάτων αλληλεγγύης της κοινωνίας, που αποτελούν και τη μαγιά για να «πιάσουν» οι κοινωνικές πολιτικές. Η αναγκαιότητα ύπαρξης κοινωνικού κράτους, κατεδαφίζεται μεν στην πράξη, από την άλλη όμως έχει ουσιαστικά κατεδαφιστεί και στη συνείδηση αρκετών, παρά τα περί αντιθέτου λεγόμενα. Διότι ναι μεν κοινωνικές πολιτικές συνεχίζουν να υφίστανται, υφίστανται όμως με διαφορετικό πρόσωπο, όπου το κράτος αντί να παρέχει και να αναγνωρίζει δικαιώματα, παρέχει κατά το δοκούν φιλευσπλαχνία, την οποία μπορεί και να αίρει χωρίς να λογοδοτεί και να δεσμεύεται. Εύγλωττο παράδειγμα των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ δικαιώματος και φιλευσπλαχνίας αποτελούν 1) η πρόσφατη άρση της καταβολής της δεύτερης δόσης του επιδόματος αλληλεγγύης στις αδύναμες ομάδες, αυτοστιγμεί και παραχρήμα, χωρίς δεύτερη κουβέντα δηλαδή και 2) η μετατροπή της 13ης και 14ης σύνταξης και μισθού σε επιδόματα, τα οποία και, σύμφωνα με το προηγούμενο παράδειγμα, καθόλου δεν αποκλείεται να έχουν την ίδια με αυτό τύχη.


Μιας και σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αυτά τα δυο συγχέονται, τεχνηέντως και σκοπίμως θα πρόσθετα, μια ανοιχτή συζήτηση περί της φύσεως του κοινωνικού κράτους θα ήταν παραπάνω από απαραίτητη. Δύσκολοι καιροί για κάτι τέτοιο, μιας και η κοινωνία σαν τέτοια δεν ήταν ποτέ της σε χειρότερες στιγμές.


Β. ΕΚΔΟΧΗ

Ας πάμε τώρα και στην άλλη, τη μικρότερη πληθυσμιακή κατηγορία, η οποία στην ερώτηση ποιοι τα φάγανε τα λεφτά των Ταμείων, θα απαντούσε ότι τα λεφτά φαγώθηκαν «αλλιώς». Σ’ αυτό λοιπόν το «αλλιώς» προτίθεμαι να αφιερώσω κάποιες παραπάνω γραμμές, παρουσιάζοντας την πονεμένη ιστορία των Ταμείων ήτις ξεκινάει ήδη από το 1950.


Κατ’ αρχήν, οι παράγοντες που θεωρητικώς επηρεάζουν την υγεία των ασφαλιστικών ταμείων, κατά σειρά παρουσίασης και όχι σπουδαιότητας, είναι οι ακόλουθοι:

  1. Οι εθελούσιες έξοδοι,
  2. Το δημογραφικό,
  3. Η αύξηση της ανεργίας,
  4. Η εισφοροδιαφυγή και οι ανείσπρακτες εισφορές από

4α) ανασφάλιστη εργασία και

4β) διαγραφές και ευνοϊκές ρυθμίσεις οφειλών,

  1. H μη απόδοση οφειλών από το κράτος
  2. O τζόγος.


Προς το παρόν και πριν αρχίσουμε την εξιστόρηση, ας αφήσουμε στην άκρη τις εθελούσιες εξόδους και το δημογραφικό, παράγοντες, προφανώς, πέραν της βούλησης των εργαζομένων.


Με την επιβάρυνση των ταμείων λόγων των εθελουσίων εξόδων δεν πρόκειται ν’ ασχοληθώ στο παρόν σημείωμα, λόγω έλλειψης στοιχείων, αλλά και διάθεσης να ψάξω περαιτέρω.


Για το δημογραφικό έχω υπ’ όψιν μου τα εξής δεδομένα.

Πρώτα την έκθεση της ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, η οποία δια στόματος Ρομπόλη αποφαίνεται (2007), ότι το δημογραφικό δεν θα αποτελέσει πρόβλημα, παρά σε 20 από τώρα χρόνια. (Περιοδικό Αντί, Οκτώβρης 2007).


Και δεύτερον, τη δημοσίευση του Θ. Μαριόλη με τίτλο «Το Υποτιθέμενο και το Πραγματικό Πρόβλημα του Ασφαλιστικού Συστήματος» που αναρτήσαμε εδώ, στην οποία η κρίση των Ταμείων περιγράφεται κατά κύριο λόγο ως κρίση ταμειακή, λόγω εισφοροδιαφυγής και ανασφάλιστης εργασίας, μιας και η αναλογία ανέργων και συνταξιούχων ανά εργαζόμενο, της τάξης του 0.63, είναι αφενός, αισθητά μικρότερη από το 2, που αποτελεί και το όριο κατάρρευσης του ασφαλιστικού, και, αφετέρου, απολύτως αντίστοιχη με αυτήν που ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες (π.χ. Γερμανία, Ισπανία, Φινλανδία, όπου κυμαίνεται ανάμεσα στο 0.57 και το 0.67).


Επιπλέον, λόγω της διαφαινόμενης οικονομικής επιβράδυνσης εξ αιτίας των νέων μέτρων, είναι περισσότερο από σίγουρο ότι το προσδόκιμο ζωής των ελλήνων είτε θα μειωθεί κάτω από τα σημερινά επίπεδα, είτε θα υπάρξει επιβράδυνση του ρυθμού αύξησής του, παράγοντες οι οποίοι αναμένεται να μεγαλώσουν κι άλλο το λόγο εργαζομένων προς συνταξιούχους, υπό την προϋπόθεση ότι ο αριθμητής θα παραμείνει σταθερός. Το ότι δεν θα παραμείνει, αλλά θα μειωθεί, όπως καταλαβαίνετε είναι ένα ζήτημα που δεν μπορεί να χρεωθεί στο δημογραφικό.


Η αύξηση της ανεργίας, αναμένεται να επιδεινώσει την κατάσταση των Ταμείων, αλλά δεν μπορούμε να χρεώσουμε κι αυτό στους εργαζόμενους. Το αντίθετο μάλιστα.


Ας πάμε τώρα στους υπόλοιπους, 4 έως 6, παράγοντες που αποτελούν και την καρδιά του προβλήματος.

Τα Ταμεία χάνουν πολλά χρήματα από την αδήλωτη και εντελώς ανασφάλιστη εργασία, την οποία ο Σ. Ρομπόλης υπολογίζει στο 25% των εργαζομένων, δλδ, σε 1,100,000 εργαζόμενους. Σχετικά με τη μερικώς ασφαλισμένη εργασία, τα στοιχεία δείχνουν ότι ένας έλληνας που απασχολείται για 25 ημέρες ασφαλίζεται κατά μέσο όρο για 17 μέρες, ενώ ένας αλλοδαπός, για 14. Σύμφωνα με το Υπ. Εργασίας (11/1/2010) η εισφοροδιαφυγή αγγίζει το 30%, όταν στην ΕΕ κυμαίνεται μεταξύ 5-10%. Ανέρχεται δε σε 8 δις ευρώ το χρόνο, και οι ανείσπρακτες εισφορές σε άλλο τόσο (7,5 δις ευρώ), την ώρα που το οργανικό έλλειμμα του ΙΚΑ βρίσκεται στα 1,200 δις, που αντιστοιχεί στο 1/13 των οφειλών προς αυτό.


Η αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία αποτελούν τον ένα πόλο της εισφοροδιαφυγής. Ο άλλος, είναι οι διαγραφές χρεών οφειλετών προς τα Ταμεία και οι πολύ ευνοϊκές ρυθμίσεις για μεγάλου ύψους οφειλόμενες εισφορές. Σύμφωνα με τον πρόεδρο των εργαζομένων του ΙΚΑ για το 2007, η εισφοροδιαφυγή ξεπερνούσε τα 2 δις ευρώ, με τον ένα στους 6 εργαζόμενους να είναι ανασφάλιστοι και με τη μία στις 7 επιχειρήσεις να μην γνωρίζουν κατά πού πέφτει το ΙΚΑ. Μόνο από τα χρέη των τραπεζών στα πέντε ταμεία των τραπεζοϋπαλλήλων που εντάχθηκαν πρόσφατα στο ΙΚΑ, το ταμείο επιβαρύνθηκε με 405,6 εκατ. ευρώ. Οι οφειλές 263 φαρμακευτικών εταιρειών μόνο για την τελευταία 4ετία ανέρχονται σε 350 εκατομμύρια ευρώ. Συνολικά 39.000 επιχειρήσεις (το 18% του συνόλου) που δήλωσαν ότι απασχολούν προσωπικό το 2009, δεν πλήρωσαν καθόλου εισφορές. Από αυτές, 850 χρωστούν διαπιστωμένα από το ίδιο ΙΚΑ, πάνω από 500.000 ευρώ η κάθε μία. Κι όλα αυτά λόγω της ηθελημένης ή μη αδυναμίας ελέγχου, με τα 13 ειδικά ελεγκτικά κέντρα να μην λειτουργούν ή να υπολειτουργούν.


Αν τα στοιχεία περί εισφοροδιαφυγής που έδωσε ο ΥΠΟΙΚ για το 2010, (8 δις), και ο πρόεδρος των εργαζομένων του ΙΚΑ για το 2007, (2 δις), είναι σωστά, παρατηρούμε στην τριετία μια ιλιγγιώδη αύξηση, της τάξης των 300%. Παρά ταύτα ανείσπρακτες εισφορές είναι αρκετά δύσκολο να υπολογιστούν με ακρίβεια, οπότε καλό είναι να διατηρούμε μερικές επιφυλάξεις. Για παράδειγμα σε κάποιο άλλο άρθρο, ο Ρομπόλης τις ανεβάζει για το έτος 2007 στα περίπου 4 δις. Κατά κανόνα δε το κράτος από το 1955 κατορθώνει και εισπράττει μόνο το 10-12% των οφειλών.


Ας δούμε τώρα και ποια είναι η στάση του κράτους απέναντι στα Ταμεία. Όχι μόνο σήμερα, αλλά διαχρονικά. Ας είναι καλά ο Γ. Δραγασάκης ο οποίος σε άρθρο του στην ΑΥΓΗ της 6/5/2007 κάθισε και υπολόγισε την αφαίμαξη της περιουσίας τους από το 1950 και εντεύθεν, μέχρι το 2006.


Χοντρικά, διακρίνει 3 φάσεις.

α) τη φάση της παθητικής διαχείρισης από το 1951-1993, την οποία και ονομάζει τη φάση της μεγάλης κλοπής,

β) τη φάση από το 1994-2004, την οποία ονομάζει φάση του ενεργητικού τζόγου και

γ) την τελευταία φάση των δομημένων ομολόγων και του τζόγου.


Αναλυτικά:

η φάση α) χαρακτηρίζεται από αρνητικές αποδόσεις, εξανέμιση των όποιων πλεονασμάτων, και αφαίμαξη μεγάλου μέρους των εισφορών των εργαζομένων. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, όπως επέβαλε ο αναγκαστικός νόμος 1611/1950, τα διαθέσιμα των ταμείων κατετίθεντο υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος στην οποία τοκίζονταν με ένα επιτόκιο που καθοριζόταν από τη Νομισματική Επιτροπή. Μέχρι και το 1993, η αναφερόμενη στον πίνακα "απόδοση" δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας επενδυτικής ή άλλης ενεργητικής διαχείρισης, αλλά ταυτίζεται με το εκάστοτε διοικητικά οριζόμενο επιτόκιο. Για το μεγαλύτερο μέρος αυτής της περιόδου το επιτόκιο αυτό οριζόταν σε επίπεδα χαμηλότερα από το τρέχον επιτόκιο ταμιευτηρίου καθώς και από τον πληθωρισμό, με αποτέλεσμα την αρνητική απόδοση και τη μείωση της πραγματικής αξίας των καταθέσεων.


Ενδεικτικό είναι ότι τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας το επιτόκιο έμεινε στο 4%, ενώ ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 15,5% το 1973 και στο 26,8% το 1974. Μόνο στα δύο αυτά έτη τα πλεονάσματα των ταμείων έχασαν το 1/3 της αξίας τους. Η αφαίμαξη όμως συνεχίστηκε για όλη την περίοδο με ελάχιστες εξαιρέσεις τόσο επί κυβερνήσεων Ν.Δ. όσο και επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ.


Το πιο σκανδαλώδες είναι ότι, ενώ την περίοδο αυτή οι δανειακές ανάγκες του κράτους αυξάνονταν, δεν επετράπη στα ταμεία να επενδύουν τα διαθέσιμά τους σε τίτλους του δημοσίου. Έτσι, πέραν της απώλειας λόγω του πληθωρισμού και των χαμηλών επιτοκίων, τα ταμεία είχαν μεγάλα διαφυγόντα κέρδη λόγω της μη επένδυσής τους σε ομόλογα του Δημοσίου, τα οποία, μάλιστα, τότε είχαν πολύ υψηλά επιτόκια.


Η φάση β) χαρακτηρίζεται από μια πρώτη προσπάθεια ενεργητικής διαχείρισης της περιουσίας των ταμείων. Ήδη, με τους νόμους που είχαν ψηφιστεί επί Ν.Δ. (ν. 2042/92) είχε επιτραπεί στα ταμεία να επενδύουν μέχρι 20% των διαθεσίμων τους σε μετοχές και ακίνητα, ενώ για τους τίτλους του δημοσίου δεν υπήρχαν περιορισμοί. Αυτή όμως η προσπάθεια επιχειρείται χωρίς σαφή στρατηγική και χωρίς τις θεσμικές και άλλες υποδομές που μια τέτοια πολιτική προϋποθέτει για να είναι ασφαλής και αποδοτική για τα ταμεία.


Το καθεστώς των κομματικών διοικήσεων διατηρείται, τα ταμεία μένουν ανοργάνωτα, ακόμη και χωρίς ισολογισμούς, ενώ το σύστημα υποστήριξης των ταμείων, όπως και εκείνο της εποπτείας τους παραμένει διάτρητο, η αναγκαία κατάρτιση εξειδικευμένων στελεχών δεν υλοποιείται.


Σα να μην έφτανε αυτό, την ώρα που η χρηματιστηριακή φούσκα ωρίμαζε και πολλοί θεσμικοί παράγοντες, όπως η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ανησυχούσαν, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επιλέγει εκείνη ακριβώς τη στιγμή για να αυξήσει το όριο επενδύσεων σε μετοχές από 20% στο 23% (ν.2676/99), ενώ επιτρέπει με ευκολία την υπέρβαση και του ορίου αυτού. Η "ενεργητική διαχείριση", δηλαδή, προσδέθηκε σε μια λογική "τζόγου" και η χειραγώγηση από την κυβέρνηση συμπληρώνεται πλέον από μια νέα χειραγώγηση από τις αγορές.


Μέρος των πλεονασμάτων των ταμείων αξιοποιήθηκε για την "τόνωση της κεφαλαιαγοράς" και για τη διευκόλυνση των ιδιωτικοποιήσεων. Αυτός ο δίδυμος στόχος συνοψίζει την πολιτική των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ εκείνης της περιόδου. Οι κυβερνήσεις της περιόδου ανέχθηκαν ή και καλλιέργησαν χρηματιστηριακές κερδοσκοπικές αυταπάτες, αντί να προστατεύσουν τα ταμεία απ' αυτές. Έτσι, πολλά ταμεία ενεπλάκησαν σε κερδοσκοπικά παιχνίδια ερήμην των μελών τους. Και όσα ταμεία από ανάγκη ή από φόβο πούλησαν τις μετοχές τους στη φάση της κατάρρευσης του χρηματιστηρίου κατέγραψαν μεγάλες ζημιές.


Στη φάση γ) τα Ταμεία, χωρίς ειδική τεχνογνωσία, διαφάνεια και δημοκρατική συγκρότηση εμπλέκονται ακόμα περισσότερο σε επενδυτικούς κινδύνους με τα γνωστά αποτελέσματα των δομημένων ομολόγων και της μεγάλης χασούρας.


Η πρόσφατη οικονομική κρίση, έτσι αδύναμα όπως τα βρίσκει από την περιπέτεια του χρηματιστηρίου, στο οποίο χάθηκαν γύρω στα 3.5 δις ευρώ, έρχεται και τα αποτελειώνει. Συγκεκριμένα, η εικόνα τους στο τέλος του 2008 δεν είναι ιδιαίτερα καλή. Οι απώλειες των επενδεδυμένων κεφαλαίων σε μετοχές που υπέστησαν καθίζηση, κατά ~82% τραπεζικές, αγγίζουν περίπου το 80%, εντός ενός έτους, ή αλλιώς τα 3,8 δις ευρώ. Τα αμοιβαία κεφάλαια σημειώνουν απώλειες της τάξεως του 32%, ενώ τα δομημένα ομόλογα που διατηρούν τα Ταμεία στα χαρτοφυλάκιά τους εμφανίζουν απώλειες της τάξεως του 40%.


Οι δε συνολικές απώλειες μέχρι τον Φεβρουάριο του 2009 ήταν της τάξης των 5,5 δις ευρώ. Σκεφτείτε λοιπόν τι γίνεται σήμερα.


Στο ασφαλιστικό μας σύστημα οι εισφορές προέρχονται από τρεις διαφορετικές μεριές, από τους ασφαλισμένους, από τους εργοδότες και από το κράτος. Το τελευταίο είναι υποχρεωμένο να καταθέτει ποσό ίσαμε το 1% του ΑΕΠ στα ασφαλιστικά ταμεία. Αν τα είδατε βέβαια ποτέ εσείς, να μάς το πείτε. Για παράδειγμα στον Προϋπολογισμό του 2008, το ποσό της κρατικής επιχορήγησης που εγγράφεται για το ΙΚΑ είναι μόνο 1.900 δισ. ευρώ, αντί των 3.386 δισ. που είναι υποχρεωμένο βάσει το Νόμου (άρθρο 4 παρ. 1α Ν.3029/2002) να δώσει.


Το πόσα έχουν χάσει τα Ταμεία μόνο από το κράτος δεν το γνωρίζω, και αμφιβάλω αν κανείς το γνωρίζει έστω και στο περίπου. Με στοιχεία του ΠΑΣΟΚ οι οφειλές του κράτους προς τα ταμεία αυξήθηκαν από 2,7 δις το 2003 σε 11 δις ευρώ το 2008, (αύξηση 307%). Αντιστοίχως η ιατροφαρμακευτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 120%. Οι οφειλές των Ταμείων προς τα νοσοκομεία εκτοξεύθηκαν κατά 417%, ενώ δραματικές αυξήσεις εμφανίζουν τα ελλείμματα των μεγάλων Ταμείων. Μόνο το έλλειμμα στον Οργανισμό Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών από 35 εκατ. το 2003 έφθασε πέρυσι τα 600 εκατ. ευρώ.


Για να δούμε το μέγεθος της καταστροφής των ταμείων από το κράτος, ας αντιστοιχίσουμε τις οφειλές του για το 2008 (11 δις) με το ολικό ποσό που πρέπει να καταβάλει για συντάξεις, (23 δις). Και αν δούμε το σύνολο των εισφορών των εργαζομένων που είναι πάλι 23 δις, βλέπουμε τότε καθαρά την αιτία που τα ταμεία αυτή τη στιγμή έχουν τεράστια ελλείμματα και τα οποία προφανώς αγνοούν όσοι δηλώνουν υπέρμαχοι της εκδοχής Α, ότι δηλαδή τα λεφτά των ταμείων φαγώθηκαν από την Μαιρούλα, την Καιτούλα, και τον μπαρμπα Μήτσο.