Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Μια Ματιά στη Βόρεια Κορέα



Τα πρόσφατα κοινά ναυτικά γυμνάσια αμερικανικών και νοτιοκορεατικών δυνάμεων στις ανατολικές θάλασσες της χερσονήσου, που διεξήχθησαν προς εκφοβισμό της Pyongyang εξ αιτίας της βύθισης, σύμφωνα με ισχυρισμούς των αντιπάλων της, που μπορεί και να μην είναι αληθινοί, ενός νοτιοκορεατικού πολεμικού πλοίου με κόστος, πέραν του πλοίου, και της ζωής 46 ψυχών, με έκαναν να στραφώ και προς αυτή τη μεριά του πλανήτη, την τόσο δυσφημισμένη και αόρατη όχι μόνο από τους δορυφόρους, κατά τη διάρκεια της νύχτας, αλλά, το χειρότερο, και από τους κοινούς θνητούς του υπόλοιπου φωτεινού πλανήτη.



Η Βόρειος Κορέα, η εμμονή και το αγκάθι στο μάτι της Αμερικής, η αιχμή του άξονα του κακού, το βασίλειο του διαβόλου, τυχαίνει να κατοικείται από 23 εκατομμύρια κατοίκους, οι οποίοι όμως είναι άνθρωποι κανονικοί όπως κι εμείς, και φυσικά όχι διάβολοι. Η Βόρειος Κορέα είναι όντως κατασκότεινη τις νύχτες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και ακατοίκητη. Είναι γνωστή η περιπέτεια της χώρας στην προσπάθειά της να αναπτύξει πυρηνική τεχνολογία, την οποία, σύμφωνα με βορειοκορεατικές πηγές θέλει να χρησιμοποιήσει για ειρηνικούς σκοπούς, ώστε τα σπίτια να έχουν φως και τηλεόραση τα βράδια, ώστε οι δρόμοι να είναι φωτεινοί, ώστε οι ανελκυστήρες να μην σταματάνε ξαφνικά στη μέση των ορόφων, ενώ σύμφωνα με νοτιοκορεατικές πηγές την θέλει για πολεμικούς σκοπούς ώστε να καταστρέψει τους μισητούς νότιους εχθρούς και τους άλλους παραπέρα.



Ευρισκόμενη σε εμπορικό αποκλεισμό, εδώ και κάμποσα χρόνια, ύστερα από απόφαση των Ηνωμένων Εθνών, αδυνατεί όχι μόνο να δώσει φως και ενέργεια στους κατοίκους της, αλλά, το κυριότερο, τροφή. Τα παιδιά της Βόρειας Κορέας υποσιτίζονται και μάλιστα λένε ότι η διαφορά στη σωματική διάπλαση είναι εμφανέστατη όταν συγκρίνονται με συνομήλικα της Νότιας. Για το λόγο αυτό, στη χώρα δρουν διάφορες επισιτιστικές ΜΚΟ, οι οποίες μέχρι τώρα βασιζόμενες σε δωρεές πονόψυχων χωρών μπορούσαν να εξασφαλίζουν τροφή για περίπου 6,5 εκατομμύρια ανθρώπους. Σήμερα όμως, εξ αιτίας των πυρηνικών αξιώσεων της χώρας, η βοήθεια αυτή έχει στερέψει κατά πολύ, ώστε οι προμήθειες από το εξωτερικό να φτάνουν μόνο για 2 εκατομμύρια μερίδες και όχι για παραπάνω. Χωρίς το πρόβλημα τροφής να είναι τόσο οξύ, όπως τη δεκαετία του 1990, όπου εκατοντάδες χιλιάδες πέθαιναν αβοήθητοι από την πείνα, εν τούτοις είναι υπαρκτό.




Μοιραία στο μυαλό μου έρχεται η Γάζα και η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Τόσο οι λαοί της Γάζας, όσο και της Βόρειας Κορέας αποκλείονται και τιμωρούνται συλλογικά για τις επιλογές της ηγεσίας τους. Καταδικάζονται στην ανέχεια, στην πείνα, στις στερήσεις από το Ισραήλ στη μια περίπτωση, και εδώ είναι το χειρότερο, από τη διεθνή κοινότητα, στην άλλη. Κι ενώ για τη Γάζα η παγκόσμια αλληλεγγύη των λαών είναι ορατή και δεδηλωμένη, για τη Βόρεια Κορέα είναι σχεδόν ανύπαρκτη, παγιδευμένη δυστυχώς στη δαιμονολογική αφήγηση που εξυφαίνεται από τις πολιτικές επιλογές της υπερδύναμης. Δεν παραγνωρίζω την ύπαρξη πυρηνικών, τα οποία βρίσκονται πέρα από τον έλεγχο της διεθνούς κοινότητας, αλλά σε τελευταία ανάλυση, αυτό δεν αποτελεί επιλογή του λαού για να υφίσταται τις συνέπειες του αποκλεισμού και να βρίσκεται κάτω από συνεχή απειλή εισβολής και πολέμου.




Πέρασα αρκετές ώρες γεμάτη περιέργεια ψάχνοντας φωτογραφίες, βίντεο και αφηγήσεις τουριστών από τη χώρα του «κακού». Ναι, για όσους ενδιαφέρονται, οργανώνονται τουριστικά ταξίδια προς τη Βόρεια Κορέα, με σημείο εκκίνησης το Πεκίνο. Φυσικά χρειάζονται βίζα και clearance, διαδικασίες που παίρνουν αρκετό χρόνο. Χάζευα το υλικό με αρκετή δυσπιστία στην αρχή, η οποία όμως σιγά σιγά μεταμορφώθηκε σε έκπληξη. Είναι αλήθεια ότι δεν περίμενα να δω αυτά που είδα. Οι εντυπώσεις μου ήταν κυρίως από την πρωτεύουσα των δυο εκατομμυρίων κατοίκων, την Pyongyang, η οποία, όπως λένε αποτελεί και τη βιτρίνα της χώρας, τόσο σε έργα, όσο και σε πληθυσμό, μιας και δεν επιτρέπεται στον οποιοδήποτε από τους γηγενείς να πατά τα χώματά της, παρά μόνο σε όσους χαίρουν της εμπιστοσύνης του Dear Leader.


Αν αφήσω στην άκρη τα αγάλματα, τα γλυπτά, και τις φωτογραφίες του Kim Jong-Il, που βρίσκονται σε κάθε βήμα, η πόλη, κτισμένη στις όχθες ενός ποταμού, κατακλύζεται από πολλά υψηλά κτίρια, από ουρανοξύστες, από συγκροτήματα κατοικιών που φαίνονται σε καλή κατάσταση, από τεράστιες, μα άδειες από κυκλοφορία, λεωφόρους, από μεγάλα και άψογα πάρκα, ενώ αυτό που χτυπάει αμέσως στο μάτι είναι η απαστράπτουσα καθαριότητα των δρόμων και των δημόσιων χώρων, η τάξη και η νοικοκυροσύνη.

Εκείνο όμως που με άφησε άφωνη ήταν οι σταθμοί του μετρό, πεντακάθαροι, και με βασιλική πολυτέλεια, όπως θα διαπιστώσετε κι απ’ τις φωτογραφίες. Φυσικά, μπορεί κανείς ν’ αντιτείνει ότι κάποιοι από αυτούς θα αποτελούν τη βιτρίνα, ενώ οι υπόλοιποι θα ρημάζουν. Μπορεί να είναι και έτσι, αν και η συνολική εικόνα που αποκόμισα συνολικά από την πόλη δεν ήταν αυτή της εγκατάλειψης και της φθοράς.



Τα αυτοκίνητα, όπως είπα είναι λίγα στους δρόμους, αλλά δικής τους κατασκευής και μάλιστα ψάρεψα και μια φωτογραφία μεγάλης διαφημιστικής πινακίδας, όπως και ένα βίντεο με διαφημίσεις που τις παίζουν στις τηλεοράσεις τους. Στη χώρα υπάρχει και δίκτυο κινητών τηλεφώνων, το οποίο ξαφνιάστηκα όταν έμαθα ότι το έστησε ο “δικός” μας Αιγύπτιος Naguib Sawiris, ο ίδιος που αγόρασε και το δίκτυο της Wind. Τώρα, για τους περίεργους, πληροφορίες για το πόσα κινητά κυκλοφορούν και για το ποιοι τα κατέχουν, δεν έχω να σάς δώσω. Υποθέτω λίγοι, και όσοι ανήκουν στην ελίτ.


Η χώρα διαθέτει και υπολογιστές στα σχολεία και πανεπιστήμια, συνδεδεμένους μεταξύ τους, αλλά όχι προς το εξωτερικό. Άκουσα ένα φοιτητή, σε άψογα αγγλικά, να λέει σε μια αμερικανίδα δημοσιογράφο ότι για ό,τι προγράμματα και πληροφορίες χρειάζονται έχει μεριμνήσει ο ίδιος ο Dear Leader. Σε κάποιο δε βίντεο πήρε το μάτι μου πως οι οθόνες ήταν Dell. Πώς να έφτασαν άραγε μέχρις εκεί; Από την Κίνα σίγουρα με την οποία διατηρεί εμπορικές σχέσεις. Όταν τον ρώτησε η δημοσιογράφος πώς έμαθε να μιλάει τόσο καλά αγγλικά, της απάντησε ότι εξασκήθηκε παρακολουθώντας αμερικανικά βίντεο. Πριν της πέσουν τα μαλλιά της γυναίκας, ο φοιτητής διευκρίνισε ότι τα βίντεο ήταν το Dancing in the Rain, η Mary Poppins, και κάποια άλλα που δεν συγκράτησα, φαντάζομαι αναλόγου περιεχομένου.



Η χώρα έχει επίσης δική της αεροπορική εταιρία, την Air Koryo, με στόλο από ρωσικά Ιλιούσιν και Τουπόλεφ, τα οποία προσεγγίζουν διάφορα αεροδρόμια της Αφρικής, της Ασίας, του Καναδά και τελευταία και της Ευρώπης, αφού πήρε άδεια μετά τη μερική ανανέωση του στόλου της. Οι ξένοι τουρίστες περιέγραφαν ότι τουλάχιστον στις πτήσεις για Πεκίνο, ήταν γεμάτα από μη προσεγγίσιμους βορειοκορεάτες, αλλά άντε να μάθεις την κοινωνική τους ιεραρχία και το σκοπό του ταξιδιού τους.

Η εικονική μου περιήγηση στο εσωτερικό της χώρας κράτησε μέρες και ώρες, μέσω υλικού που μου παρείχε άφθονο το διαδίκτυο. Μάζεψα φωτογραφίες από εμπορικά κέντρα, από εξωτερικά πλάνα των ιδιωτικών αγορών, τις οποίες αναγκάστηκε η ηγεσία να επιτρέψει για να αντιμετωπίσει την έλλειψη τροφίμων, από διαφημιστικά σποτ, από εσωτερικά ξενοδοχείων, βιβλιοθηκών, σχολείων, παιδικών σταθμών, σπιτιών, και από ό,τι βάζει ο νους σας. Είτε βιτρίνα ήταν αυτά, που μάλλον ήταν, διότι κανείς ξένος δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί ελεύθερα όπου θέλει, παρά μόνο με συνοδεία ξεναγών-οδηγών, ούτε φυσικά επιτρέπεται να αγοράζει ο,τιδήποτε από την αγορά, είτε όχι, η συνολική εικόνα που αποκόμισα δεν μου ήταν δυσάρεστη.


Για να προλάβω τυχόν αντιρρήσεις, δεν θέλησα να κάνω καμιά αναφορά, ούτε να σχολιάσω το καθεστώς, τους περιορισμούς, τις ανελευθερίες κλπ. Ούτε επίσης, να προβώ σε συγκρίσεις με τη Δύση, από άποψη εκμοντερνισμού και ποικιλίας αγαθών και εμπορευμάτων. Ο σκοπός μου ήταν να δω, την όχι και τόσο άγνωστη χώρα τελικά, με όσο το δυνατόν καθαρά και ανεπηρέαστα από πολιτικές συσχετίσεις, μάτια.


Για έκπληξη, άφησα να δείξω στο τέλος τρία βίντεο, το ένα από μια κορεάτικη boutique, το δεύτερο από ένα fast food shop και το τρίτο, να προσπαθεί να δελεάσει για το πόσο ωραία είναι να ζεις στην Pyongyang... Το όλο setting στα δυο τελευταία και η προσπάθεια να μιμηθούν την Αμερική είναι ιδιαίτερα εμφανή.




Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Νταβαντούρια στις Πρέσπες




Ένας τόπος όμως δεν είναι τόσο τα τοπία του, όσο οι άνθρωποι και η ιστορία τους. Οι φιλόξενοι κι οι ανοιχτόκαρδοι δίνουν λάμψη ακόμα και σ’ ένα ταπεινό και συνηθισμένο σκηνικό, ενώ οι κακορίζικοι χαντακώνουν ακόμα και το πιο ονειρεμένο. Το παρελθόν παίζει κι αυτό παιχνίδια με τα μάτια δίνοντας στη φύση μαγεία, μυστήριο, υπόσταση και καρδιά. Στο Φραγκοκάστελλο για παράδειγμα, δίπλα στα Σφακιά, εκεί γύρω στα τέλη του Μάη, και μόλις ο ήλιος σκάσει, το κάστρο στοιχειώνεται, εδώ και διακόσια κοντά χρόνια, από φιγούρες νεκρών πολεμιστών, τους Δροσουλίτες. Στο Γράμμο, όταν σουρουπώνει, πίσω απ’ τα θροΐσματα των φύλλων της οξιάς ακούγεται έντονα ποδοβολητό αλόγων, ενώ ποιος πέρασε απ’ τον Ενιπέα και δεν είδε τις νεράιδες και τα ξωτικά να χαριεντίζονται στα κρυστάλλινα νερά του.


Εδώ στις Πρέσπες, νοιώθω το χώμα ότι δεν είναι απλά το χώμα που πατάω, το χώμα που γεννάει χορτάρια και δέντρα, που τρέφει σκουλήκια, που δίνει φωλιά στους αρουραίους, αλλά το χώμα που κάποτε μάτωσε. Το βουνό απέναντι δεν είναι απλά ένα κάποιο βουνό, αλλά το βουνό που τις νύχτες έδινε άσυλο στις γυναίκες με την αγριωπή όψη, τ’ ανάκατα μαλλιά και το μαχαίρι σφιχτά στο στόμα. Είναι το βουνό που σείστηκε από κραυγές μανάδων και τσιρίδες παιδιών. Τίποτε δεν είναι αθώο εκεί πάνω, παρά τα τόσα χρόνια που πέρασαν, κι ας ξεγελιέται το μάτι απ’ την ομορφιά και την ελαφράδα του αέρα. Όσο και να θέλεις να το αγνοήσεις, τα βουνά τριγύρω είναι γεμάτα φαντάσματα. Για μας τους ξένους, όμως.


Οι ντόπιοι δεν ζούνε με αυτά, ίσως οι λίγοι παλιοί, όσοι τα κατάφεραν δηλαδή και ξέμειναν. Αυτό το κατάλαβα αρκετά γρήγορα. Οι Πρέσπες σήμερα φτιάχνουν μεθοδικά μιαν άλλη ιστορία, μ’ ενθουσιασμό και με μεράκι. Άφησαν το παρελθόν στην άκρη και έπιασαν τη φύση απ’ τα κέρατα. Στην αρχή τα μπέρδευα, δεν ήξερα το ποιος και το γιατί. Πολλά τα καλαίσθητα περίπτερα πληροφόρησης για τη λίμνη, για τα πουλιά και τα ψάρια της, για τις πολυάριθμες βυζαντινές εκκλησίες και τ΄ ασκηταριά της, σκορπισμένα εδώ κι εκεί σε διάφορα χωριά, στον Αγ. Γερμανό, στην Πύλη, στο Βροντερό. Δεν μπορούσα όμως να καταλάβω γιατί τόσα πολλά.


Ένα απόγευμα, μόλις που ‘χε σκοτεινιάσει πέρασα απ’ το μπαρ του Θάνου. Ένα καλαίσθητο πέτρινο οίκημα, χτισμένο στην πλαγιά, με θέα κάτω στις λίμνες, μ’ αναμμένα κούτσουρα στο τζάκι και στην τσαγιέρα μυρωδάτο τσάι του βουνού. Άλλος κανείς στο μαγαζί. Κι αναρωτιόμουν τι το ‘θελε ο χριστιανός και το κρατούσε, έτσι στη μέση του πουθενά. Πόσο γελάστηκα! Δεν πέρασε ώρα, κουβέντα στη κουβέντα ξεχαστήκαμε είναι αλήθεια, και το μαγαζί άρχιζε να γεμίζει και να γεμίζει. Πρώτη έσκασε μύτη η Ματίλντ, έχωσε το κεφάλι απ’ το άνοιγμα της πόρτας, πέταξε ένα «Γεια σας μάγκες!» με έντονη γαλλική προφορά, κι εξαφανίστηκε στο σκοτάδι. Πριν καλά καλά το συνειδητοποιήσω, νάσου και μια παρέα από γαλλάκια. «Ρε, τι γίνεται εδώ; Από πού φύτρωσε αυτός ο κόσμος;», αναρωτήθηκα, με το στόμα να χάσκει από την έκπληξη. Κατά τα μεσάνυχτα, ο νεαρόκοσμος ήταν τόσο πολύς που οι τοίχοι ξεχειλωμένοι πια απ’ το στριμωξίδι και τη φασαρία, μετά βίας κράταγαν το εσωτερικό τους φορτίο.


Έτσι γνώρισα την Έλλη και τα «παιδιά» της. Παιδιά από τη Γαλλία, την Αυστρία, την Ιορδανία, ακόμα κι απ’ την Αρμενία, καμιά δεκαριά, όλα στα είκοσι, εθελοντές της EVS (European Volunteers Service) που είχαν έρθει επί τούτου απ’ τις πατρίδες τους για να προσφέρουν εθελοντική εργασία στην περιοχή, από εξάμηνο έως και χρόνο. Έτσι έμαθα ότι το πρώτο περίπτερο που συναντούσα κάθε πρωί στο δρόμο μου από τον Αγ. Γερμανό προς τις λίμνες ανήκε στο Πολιτιστικό Τρίγωνο Πρεσπών, μια μη-κυβερνητική οργάνωση που δρα από το 2000 στην περιοχή με ποικίλες πολιτιστικές δράσεις που στοχεύουν στην ενημέρωση, κατάρτιση, ψυχαγωγία και μεταφορά τεχνογνωσίας στις τοπικές κοινότητες, και κυρίως στους νέους. Με τη βοήθεια των εθελοντών έχουν οργανωθεί στέκι νεολαίας και internet καφέ, εργαστήρια μουσικής, συναυλίες, αθλητικές συναντήσεις, ενημερωτικές ομιλίες σε σχολεία και αλλού και άλλα πολλά.


Η Έλλη, δεν σώνει να μιλάει γιαυτά, τα μάτια της αστραποβολούν όταν διηγείται για το πώς άρχισαν όλα, για την ημέρα που «είδε το φως» και δέθηκε στη μοίρα του «Τριγώνου», για τη νύχτα που εγκατέλειψε για πάντα την ταβέρνα που της έτρωγε τα νιάτα και τα σωθικά. Μετά εννιά χρόνια στο κουρμπέτι δηλώνει αναγεννημένη και γεμάτη. Δεν χρειάζεται να το πει. Κάνει «μπαμ» από μακριά.


Ο Λάζαρος μαζί με τον Φρανσουά, που ήρθε πριν από χρόνια στο «Πολιτιστικό Τρίγωνο» σαν εθελοντής δουλεύουν σε μια άλλη μη-κυβερνητική οργάνωση, αυτή τη φορά περιβαλλοντική, με το όνομα «Εταιρία Προστασίας Πρεσπών». Έτσι μου λύθηκε κι η απορία για το πού ανήκε το δεύτερο κατά σειρά περίπτερο που συναντούσα στο δρόμο μου τα πρωινά. Η ΕΠΠ, η πιο παλιά στην περιοχή δραστηριοποιείται ήδη από το 1991 και σήμερα που στέριωσε πια, περιλαμβάνει στους κόλπους της πάνω από 10 περιβαλλοντικές οργανώσεις από την Ελλάδα, Γαλλία, Δανία και Ην. Βασίλειο. Μεταξύ αυτών η WWF, ο Αρκτούρος, η Ελληνική και η Δανική Ορνιθολογική εταιρία, οι Φίλοι των Πρεσπών, το Μουσείο Γουλανδρή και άλλες «ων ουκ έστιν αριθμός».


Μεγάλη της επιτυχία η ανασύσταση την τελευταία πενταετία των υγρών λιβαδιών, κατά την οποία παραδόθηκαν στις παραλίμνιες περιοχές γύρω στα 700 στρέμματα πολύτιμα λιβάδια καλλιέργειας ζωοτροφών, διατροφής και αναπαραγωγής των ψαριών, τα οποία απροστάτευτα καθώς ήταν έπεφταν θύμα στην ακόρεστη προέλαση των καλαμιώνων που τα εξαφάνιζαν.


Το 2000 πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Διασυνοριακού Πάρκου Πρεσπών με τη συμμετοχή των τριών όμορων κρατών, κι έκτοτε προωθεί ήπιες μορφές ανάπτυξης, βιολογικές καλλιέργειες, και φυσικά παρακολουθεί τη στάθμη της λίμνης, τους πληθυσμούς των ψαριών και λαμβάνει μέτρα προστασίας για τους συμπαθέστατους πελεκάνους, ερωδιούς, κορμοράνους και για όσα άλλα απειλούμενα είδη.


Έτσι, μ’ αυτά και με 'κείνα, μού ήταν πια ξεκάθαρο για το πού ανήκε πλέον το τρίτο και μακράν πιο εντυπωσιακό κτίριο που έβλεπα κι απορούσα στο κέντρο του Αγ. Γερμανού, καθώς και το εξ ίσου εντυπωσιακό πληροφοριακό κέντρο στην Πύλη. Δια της μεθόδου λοιπόν του αποκλεισμού δεν ήταν δύσκολο να συμπεράνω ότι εδώ θα έπρεπε να κατοικοεδρεύει ο «Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Πρεσπών», μια Κυβερνητική πλέον Οργάνωση, η οποία ιδρύθηκε το 2003 με συμμετέχοντες τα Υπουργεία Περιβάλλοντος, Γεωργίας, Ανάπτυξης και Εξωτερικών, τη Νομαρχία Φλωρίνης, το Δήμο Πρεσπών και άλλους δημόσιους φορείς. Ο Φορέας δραστηριοποιείται κυρίως στην ενημέρωση των επισκεπτών για τα κάλλη της περιοχής μέσα από τρία οργανωμένα πληροφοριακά κέντρα, στον Αγ. Γερμανό, στην Πύλη και το Βροντερό. Ιστοσελίδα δυστυχώς δεν υπάρχει για να σας παραπέμψω.



Νταβαντούρια δεν γίνονται μόνο τα καλοκαίρια στις βραχονησίδες. Γίνονται και το χειμώνα στις Πρέσπες. Έτσι από στόμα σε στόμα κυκλοφόρησε το νέο για τη μπάντα που θα ερχόταν το Σάββατο το βράδυ, πρώτα στο καζάνι του Πελεκάνου στον Αγ. Γερμανό και μετά στου “Mimallones” για τα περαιτέρω. Κλαρίνα, χάλκινα, ακορντεόν, δημοτικά κυρίως, μια μακεδονίτικα, μια ηπειρώτικα, έπεφτε ανάμεσα κι από λίγο «Μελαχρινάκι», μια μυρωδιά από «Πιτσιρίκα», μια πρέζα από «Πριγκηπέσα», ανάστατος ο κόσμος και τα χωριά τριγύρω, η πίστα στιγμή δεν βρήκε χρόνο ν’ ανασάνει, αναψοκοκκίνιζαν τα μάγουλα, η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη από την έξαψη, με τον Διόνυσο παρόντα και τον Πάνα από κοντά να περιφέρεται και να ξεσηκώνει, ξεφύσαγαν οι χοντροί, τα στήθια πήγαιναν κι έρχονταν στα τσιφτετέλια, οι κώλοι ανέβαιναν-κατέβαιναν στα πηδηχτά, ο τύπος με το άσπρο πουκάμισο ξεπέρναγε τον Νουρέγιεφ στα ακροβατικά, κρίμα που δεν μπορώ να τον εκθέσω φωτογραφικά, είχε πάει κοντά τρεις, δεν άντεχα άλλο, τους αγκάλιασα όλους νοερά, και υποσχέθηκα κι εδώ ότι θα ξαναγυρίσω.


Αυτή την υπόσχεση λέω να την κρατήσω.


Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Σκηνές από δυο λίμνες: Πρέσπες




Τα βουνά, λέω, δεν μπορεί να φτιάχτηκαν από μόνα τους, μ’ όλες αυτές τις πτυχές και τις ρυτίδες που τ’ αυλακώνουν, μ’ όλες αυτές τις κορφές και τις κορφούλες που ξεπηδάνε η μια μέσα απ’ την άλλη τόσο αρμονικά. Να, όταν ακόμα στη γη κατοικούσαν οι γίγαντες, κάποιο χέρι από δαύτους θα βούτηξε μια μέρα τα δάχτυλα σ’ ένα πιθάρι μέλι, κι όπως θα το τράβαγε προς τα έξω, με τα μέλια να κυλούν και να στάζουν απ’ τις άκρες σαν αργοκίνητα ποτάμια, κάποια απ’ αυτά, αν εκείνη τη στιγμή τα φύσαγε μια κρύα πνοή, θα κοκάλωναν και θα έφτιαχναν το πρώτο βουνό. Ένα ξανθό βουνό, στο χρώμα του μελιού και της βελανιδιάς του φθινοπώρου. Με ένα δεύτερο βούτηγμα στο πιθάρι, θα έφτιαχνε μια νέα κορφή εκεί δίπλα, και κέφι να ‘χε ο γίγαντας, μέλι στο μέλι θα φτιάχνονταν έτσι όλα τα βουνά της γης. Το σούρουπο, που τα βουνά παίρνουν και σκουραίνουν, ο γίγαντας θα βούταγε τα δάχτυλα σ’ ένα πελώριο καζάνι ζεστή σοκολάτα, ενώ για την πάχνη του πρωινού θα τα πασπάλιζε με χούφτες από άχνη ζάχαρη.



Θα ‘μουν φαίνεται πολύ πεινασμένη, για ν’ αλλάζω τόσο πολύ το σενάριο της δημιουργίας. Ή πάλι, μπορεί να ‘τανε κι από το σκίρτημα, την έξαψη που ένοιωθα στη θέα τους, συναίσθημα παρόμοιο με αυτό που αφήνει στο στόμα η γεύση του γλυκού. Σπάνια η θέα του ωραίου δεν σε βάζει στον πειρασμό να το αγγίξεις, να το γευτείς, να τ’ αγκαλιάσεις. Είτε κορμί είναι αυτό, είτε βουνό. Το μάτι από μόνο δεν αρκεί Είναι κι οι άλλες αισθήσεις που ζητούν επίμονα το μερτικό τους. Μ’ ένα βουνό δεν ξεμπερδεύεις αν δεν το περπατήσεις, αν δεν ξαπλώσεις στο σώμα του, αν δεν εξερευνήσεις τα σπλάχνα του, αν δεν αγγίξεις τις πτυχές του, αν δεν πιεις νερό από τις φλέβες του. Κι αν δεν του πάρεις τον αέρα πατώντας την κορυφή του, το βουνό θα είναι πάντα εκεί να σου βγάζει τη γλώσσα και να σε περιγελά.



Αυτή τη φορά αρκέστηκα στο να τα βλέπω και να τα θαυμάζω από απόσταση έτσι πως έφερναν βόλτα γύρω-γύρω τις δυο ξακουστές λίμνες, μάνα με κόρη, στα βορειοδυτικά σύνορα της χώρας. Όπου και να ‘ριχνες το μάτι πετονιά, θα έπιανες κι απ’ ένα βουνό στ’ αγκίστρι. Βουνά στην πρώτη γραμμή πάνω στις λίμνες, άλλα πιο ψηλά κι απόκρημνα να στοιχίζονται σε μια δεύτερη γραμμή από πίσω, και μετά στο βάθος, μια τρίτη και μια τέταρτη σειρά πιο στριμωγμένες από την πρώτη, μια απέραντη θάλασσα δηλαδή από βουνοκορφές, όχι πολύ παραπάνω από τα 2000 μ. η καθεμιά τους, χιονοσκεπείς οι υψηλότερες, ακάλυπτες ακόμα οι χαμηλότερες, αλλά όχι ακόμα για πολύ, οι στιγμές ευφορίας όπου να ‘ναι θα έπαιρναν τέλος, όπως το μαρτυρούσαν τα ανήσυχα πετάγματα των πουλιών πάνω απ’ τα καλάμια και οι σποραδικές παγωμένες ριπές του αγέρα απ’ το βοριά. Όπως η μύτη πιάνει από νωρίς την καταιγίδα που είναι να ‘ρθει, με τον ίδιο τρόπο το δέρμα πιάνει τον χιονιά που είναι στο δρόμο και κατεβαίνει.



Σήμερα όμως ο ήλιος είχε την τιμητική του, όχι όμως χωρίς εμπόδια, μιας κι είχε κάτι πελώριους θύσανους από άσπρα σύννεφα εδώ κι εκεί ν’ αντιπαλέψει. Παρ’ όλα αυτά το νερό ήταν το ίδιο βαθύ μπλε, όπως αυτό που δίνουν στο Αιγαίο τ' Αυγουστιάτικα μελτέμια, τα καλάμια στις όχθες άστραφταν με μια εκτυφλωτικά κίτρινη ώχρα, όπως τα ώριμα στάχυα του καλοκαιριού, και τα χορτάρια στα λιβάδια ήταν ηλεκτρισμένα πράσινα. Κίτρινα, πράσινα, μπλε, κορεσμένα και πηχτά, μια πανδαισία χρωμάτων της γης, ένα τελευταίο ξέσπασμα γιορτής πριν την κατήφεια και τη μουντάδα του χειμώνα.



Η Μεγάλη Πρέσπα, πράγματι μεγάλη όπως και τ’ όνομά της, θάλασσα τη λένε οι ντόπιοι, έρχεται κι αγκαλιάζει τρεις χώρες, που όμως δεν βρήκαν ακόμα τον τρόπο να επικοινωνήσουν, να κάνουν δηλαδή το απλό, οι βάρκες της μιας να μπορούν να δένουν στους μόλους της άλλης. Μόνο για τα ψάρια, τα γριβάδια και τις πέστροφες δεν υπάρχει φραγμός, ίσως και για τις σουσουράδες και πιθανόν και για τους πελεκάνους.



Η Μικρή Πρέσπα, μ’ ένα στενό κανάλι να τη χωρίζει από τη μάνα της, απλωμένη στο χάρτη σαν ένα τεράστιο τσιγκέλι, ανήκει εξ’ ολοκλήρου στην Ελλάδα, εκτός από ένα μικρό κομμάτι της ουρίτσας της που βρέχει έναν μικροσκοπικό αλβανικό κολπίσκο, ίσα-ίσα μια πάβλα να χωράει και τίποτα παραπάνω. Και πίσω απ’ τον κολπίσκο η Κορυτσά, μια ανάσα απ’ τη δική μας η ανάσα της. Τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά. Το ίδιο και η Αχρίδα. Δεν είναι παρά ένα βουνό που στέκεται ανάμεσα σ’ αυτή και τη Μεγάλη Πρέσπα. Κι είναι κι αυτή τόσο όμορφη! Και γύρω απ’ τη λίμνη χωριά, που όσο πάνε και πυκνώνουν. Όπου και να γυρίσεις το μάτι τα βλέπεις, οσμίζεσαι τους ανθρώπους τους, λίγο αυτί να στήσεις μιαν ήσυχη νύχτα, λίγο ο αέρας να είναι ευνοϊκός, και δεν θέλει πολύ ν’ ακούσεις τις μουσικές και τα πανηγύρια τους.




Κέντρο της γης πριν από αιώνες, με τους πραματευτάδες να διασχίζουν τα νερά της, με τις βάρκες να ξεφορτώνουν εμπορεύματα και με τους εμπόρους να γεμίζουν νομίσματα τις κασέλες τους. 10000 νοματαίοι πριν τον πόλεμο, μετά βίας 1200 με 1300 σήμερα, κι αυτοί ξενόφερτοι, κυρίως πόντιοι το 1923, κυρίως βλάχοι το 1953. Τους τελευταίους τούς έφεραν να ξαναζωντανέψουν μια περιοχή που σφραγίστηκε απ’ την αδελφική σφαγή, το παιδομάζωμα, το ξερίζωμα, τη φωτιά, την αντάρα. Κάποιοι έφυγαν με την ήττα στην Αλβανία και τα Σκόπια, οι υπόλοιποι για αλλού, για να μη θυμούνται. Σήμερα ο πληθυσμός είναι μοιρασμένος στα τρία: βλάχοι, πόντιοι και ντόπιοι, ως επί το πλείστον σλαβόφωνοι, χωρίς ίχνος ντοπιολαλιάς και αρκετά διαφοροποιημένοι από τον υπόλοιπο νομό.



Στην περιοχή όμως, πέρα από τα περίφημα φασόλια, και δη τους «γίγαντες ελέφαντες», συμβαίνουν και πολλά άλλα εντυπωσιακά πράγματα τα οποία υπόσχομαι να περιγράψω σε μια επόμενη ανάρτηση.








Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

Τα Ωραία Βουνά


Δεν ξέρω αν το πήρατε χαμπάρι, αλλά έχουμε φθινόπωρο. Και το φθινόπωρο είναι η εποχή που αρχίζουν οι βροχές, που τα δέντρα ρίχνουν τα φύλλα και οι πεζοπόροι παίρνουν τα βουνά. Ειδικά, όταν τα βουνά είναι δασωμένα με οξιές που τέτοια εποχή αρχίζουν και παίρνουν τα πιο γήινα από τα χρώματα της γης.


Δεν χρειάζεται να τρέχουμε στο Vermont να τα θαυμάσουμε . Δόξα τω θεώ η χώρα μας έχει πολλά και ωραία βουνά. Και πολλά καλά μονοπάτια που τα διατρέχουν. Και πολλούς καλούς ανθρώπους που τα περπατούν, τα συντηρούν και δεν τα αφήνουν να χορταριάσουν και να χαθούν στο χρόνο.

Οι παρακάτω φωτογραφίες είναι από τα Πιέρια όρη.



Στο βάθος ο Όλυμπος, όπου διακρίνονται ο Μύτικας και το Στεφάνι.


Περιοχή κοντά στην κορυφή Φλάμπουρο, (διακρίνεται στα δεξιά) στα 2,000 περίπου μέτρα.




Εδώ μια από τις λίμνες του Αλιάκμονα κοντά στο Βελβεντό, όπως φαίνεται από το εξαιρετικό καταφύγιο του ΣΕΟ Κοζάνης στα 1945 m, καθιστώντας το ένα από τα υψηλότερα της χώρας.

Και πιο κάτω, κάποιοι "κούκοι" που αντί να βρίσκονται στις θέσεις τους και να μας δείχνουν το δρόμο, τους πιάσαμε στα πράσα να χαζολογούν και να κουτσομπολεύουν.



Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2008

Tαξίδι στο Aberdeen


Στα μεγάλα γεωγραφικά πλάτη, υπάρχει μια παραθαλάσσια πόλη κτισμένη ανάμεσα στις εκβολές των ποταμών Dee και Don. Ο Dee, που έχει μήκος 140 Km, περνάει από την περιοχή Royal Deeside, όπου άλλοτε συνήθιζε να κάνει τις διακοπές της η βασιλική οικογένεια και χύνεται στη βόρεια θάλασσα, στα νότια του άλλου ποταμού, του Don, με το ίδιο πάνω κάτω μήκος, κοντά στα 130 Km. Οι δυο αυτοί ποταμοί χαρίσανε το όνομά της στην πόλη Aberdeen, στη βορειανατολική Σκοτία, που σημαίνει κάτι ανάμεσα σε δυο ποτάμια. Παλιά λεγόταν Aberdon, δηλαδή η πόλη στη συμβολή του Don με τη θάλασσα, αλλά αργότερα, για λόγους ίσως δικαιοσύνης, μιας και ο Don δεν ήταν δα και πιο σπουδαίος ποταμός από τον Dee, μετονομάστηκε σε Aberdeen, δηλαδή η πόλη στη συμβολή του Dee αυτή τη φορά.

Το λιμάνι του Aberdeen
Αρκετές πόλεις έτυχε ν’ αλλάξουν την ονομασία τους στη διάρκεια της ζωής τους, με ξεχωριστό παράδειγμα την Αγία Πετρούπολη, που ξεκίνησε από St. Petersburg, από τον ιδρυτή της τον μεγάλο Πέτρο, μετά το γύρισε σε Petrograd, μετά σε Leningrad, και μετά, πρόσφατα δηλαδή, πάλι πίσω σε St. Petersburg. Πάντα υπήρχε μια ιστορική αιτία, ίσως ένα καινούργιο όνομα που έμπαινε δυναμικά στο προσκήνιο και έπρεπε να τιμηθεί ή επειδή συνέτρεχαν λόγοι εθνικής απελευθέρωσης, που όπως ήταν φυσικό υπήρχε η θέληση αποκοπής από παλαιότερες ονομασίες και σύμβολα, ή τέλος οτιδήποτε άλλο. Αλλά, μια ολόκληρη πόλη, σοβαρή κατά τα άλλα, να παραπαίει ανάμεσα σε δυο παιχνιδιάρικα ποτάμια, με κουδουνιστά ονόματα, πρώτη φορά μου λάχαινε.

Τo Aberdeen είναι γνωστό για δυο πράγματα, πρώτον, για τις πάμπολλες πλατφόρμες πετρελαίου στα ανοιχτά των ακτών του, έως μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, που το καθιστούν την ενεργειακή πρωτεύουσα της Αγγλίας, και δεύτερον, για τα κτίρια με τις γρανιτένιες όψεις, που μετά τη βροχή αλλά και στη λιακάδα λαμπυρίζουν και σπινθηροβολούν, δίνοντας φως σε μια πόλη κατά τα άλλα σκούρα και μουντή. Α!, παρ’ ολίγο να ξεχνούσα και τον περίφημο σολομό Σκοτίας, ο οποίος παρεμπιπτόντως δεν λείπει από τα ράφια του Βασιλόπουλου, κι έτσι δεν χρειάστηκε να τον μεταφέρω από τόσο μακριά. Παρ’ όλο που γνώριζα τα περί πετρελαίου κ.λ.π., δεν το περίμενα ότι το αεροδρόμιο, στο χώρο των αφίξεων μάλιστα, εκεί όπου η κάθε πόλη βάζει τα καλά της προσπαθώντας να ξελογιάσει τον επισκέπτη με τα κάλλη της, θα ήταν γεμάτο από διαφημιστικές πινακίδες τρυπανιών για άντληση, ή άλλων ογκωδών εξειδικευμένων εργαλείων. Και όπως ήταν φυσικό ξαφνιάστηκα.

Το πρώτο πράγμα που πρωτοψάχνω όταν φτάνω σε μια ξένη πόλη είναι οι δρόμοι διαφυγής της, δηλαδή πώς μπορώ να τη χρησιμοποιήσω σαν σκαλί για να πάω παραπέρα και μακρύτερα. Το Aberdeen, παρ’ όλο το μέγεθός του, 210,000 κάτοικοι, πληρούσε αυτές τις προϋποθέσεις, μιας και είχε καθημερινά πολλές απ’ ευθείας πτήσεις για Παρίσι, Άμστερνταμ, Όσλο, Δανία, και φυσικά Λονδίνο. Άσε που το λιμάνι του συνδέεται δυο-τρεις φορές την εβδομάδα με τα νησιά Orkney και τα Shetlands ακόμα βορειότερα. Ωραίος τόπος σκέφτηκα. Μπορείς να φύγεις όποτε θέλεις και κυρίως να φτάσεις σχετικά εύκολα, μετά από πολύωρο ταξίδι φυσικά, στα ονειρεμένα τοπία του Βορρά. Αυτή τη φορά δεν το επιχείρησα, όμως ευελπιστώ κάποια άλλη.



Εν τάχει, το Aberdeen βρίσκεται στο ίδιο περίπου γεωγραφικό πλάτος με τη Ρίγα και το Γκέτεμποργκ, αλλά το κλίμα του είναι σαφώς ηπιότερο, σπάνια η θερμοκρασία πέφτει κάτω από το μηδέν, που σημαίνει ότι επίσης και σπάνια χιονίζει. Όπως όμως σε όλα τα βόρεια κλίματα, ο καιρός αλλάζει και απότομα και πολλές φορές κατά τη διάρκεια της μέρας.
Πάντως οι ατρόμητοι Αμπερντιανοί εκμεταλλεύονται την ωραία του παραλία και κατά τους καλοκαιρινούς μήνες τής δίνουν και καταλαβαίνει. Ενώ, οι άλλοι των δυτικών νησιών, στις Εβρίδες, ούτε που τολμούν ακόμα και το δαχτυλάκι τους να βρέξουν, ακόμα και τη θερμότερη μέρα του καλοκαιριού.

παραλια Esplanades

Η πόλη είναι παλιά, με ευρήματα που μαρτυρούν ιστορία έως και 8000 χρόνια πίσω, (δεν είναι μόνο η Ελλάδα που έχει ιστορία), ενώ οι εποχές που τη διαδέχτηκαν της άφησαν κληρονομιά πολλά λαμπρά κτήρια, καθώς και δυο πανεπιστήμια, το Πανεπιστήμιο του Aberdeen και το Robert Gordon, εκ των οποίων το πρώτο ιδρύθηκε το 1495, παρακαλώ, ενώ το δεύτερο το 1992, με την ανωτατοποίηση όλων των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από τη Θάτσερ. Όπως περίπου έγινε και με τα δικά μας ΤΕΙ εδώ. Παρά τη θεσμική τους όμως εξομοίωση με τα πανεπιστήμια, πολλά πρώην Polytechnics δεν κατόρθωσαν να βρούνε το δρόμο τους σε καλύτερες θέσεις στα περίφημα League Tables των Βρετανικών πανεπιστημίων. Έτσι και με την Ανατολική Γερμανία. Μπορεί με την επανένωση να βαφτίστηκε μέσα σε μια νύχτα Δυτική, ακόμα όμως δεν κατόρθωσε να γίνει τέτοια και επί της ουσίας, παρά τα τεράστια ποσά που ξοδεύτηκαν και ξοδεύονται.


H πόλη



Πανεπιστήμιο του Aberdeen



Marishall College



Πανεπιστήμιο του Aberdeen

Περπατώντας ένα μεσημεράκι στην κεντρική λεωφόρο της πόλης, και χαζεύοντας τα καταστήματα με τις φανταστικές τιμές σε ρούχα και παπούτσια, κοντοστάθηκα να θαυμάσω μια πολύ επιβλητική, παλιά εκκλησία. Τα τραπεζάκια που είχε στο προαύλιό της δεν με παραξένεψαν γιατί φαντάστηκα ότι θα ήταν προσφορά του ιεράρχη στους εκκλησιαζόμενους πιστούς αλλά και τους περαστικούς. Πλησιάζοντας όμως αντιλήφθηκα και ένα πίνακα με μενού και ποτά. Κάτι άρχισα να ψυλλιάζομαι και μην μπορώντας να κρατήσω άλλο την περιέργειά μου, διέσχισα το κατώφλι της και βρέθηκα μπροστά στο πιο επιβλητικό μπαρ που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Με μια τεράστια ορθογώνια μπάρα στη μέση της, σκούρα ξύλινα έπιπλα, και παντού κεριά, θαρρείς ότι αυτός ήταν και ο μοναδικός φωτισμός του χώρου, μαζί βέβαια με το φως που έμπαινε από τα τεράστια βιτρώ με την κλασική χριστιανική εικονογραφία. Αμέσως σκέφτηκα τον Καναδά, όπου και κει για λόγους έλλειψης πιστών πολλές εκκλησίες στην εξοχή είχαν μετατραπεί σε εστιατόρια και μπαρ. Να λοιπόν, που τα έχουμε πλέον και στη γειτονιά μας. Ο χώρος ήταν ήσυχος και σκέφτηκα, ότι πιθανόν να ήταν μια προϋπόθεση που έπρεπε να εκπληρώσει ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης, σαν ελάχιστο δείγμα σεβασμού στο χώρο. Αμ, δε! Λίγο παρακάτω μια άλλη εκκλησία είχε μετατραπεί σε κλαμπ, με εκκωφαντική μουσική και όλα τα συνοδευτικά. Και ποιος ξέρει πόσες άλλες που δεν είχα πάρει χαμπάρι. Σύντομα όμως, οι απορίες μου λύθηκαν. Διάβασα, ότι το Aberdeen είναι μια από τις πιο άπιστες πόλεις της Αγγλίας, σε ποσοστό περίπου 50%. Και ότι λόγω έλλειψης πιστών οι εκκλησίες βγήκαν στο σφυρί. Το βράδυ ονειρεύτηκα τι θα μπορούσαν να γίνουν κάποιες άλλες εκκλησίες στα καθ’ ημάς. Αλλά γρήγορα συνήλθα. Εδώ είναι Βαλκάνια σκέφτηκα, και ξενέρωσα.


Τα περίφημα Highlands, ο παράδεισος των απανταχού πεζοπόρων με τα εκπληκτικά τοπία βρίσκεται στα βορειοδυτικά της Σκοτίας. Δεν μπόρεσα να πάω αυτή τη φορά, αλλά μια μέρα κατάφερα να πάρω το τρένο και να επισκεφτώ την πρωτεύουσά τους το Inverness, μια πόλη 70,000 περίπου κατοίκων στο βορρά, δυο ώρες μακριά από το Aberdeen. Αληθινό κόσμημα, με εκπληκτική φύση, πάνω στη θάλασσα, στο μυχό ενός στενού κόλπου και με ένα κρυστάλλινο ποτάμι να τη διασχίζει. Τα σπίτια κουκλίστικα, το ένα πιο όμορφο από τα άλλο και τα δημόσια κτήρια περιστόλιστα και επιβλητικά, πράγμα που ξαφνιάζει σε μια τέτοια ακριτική περιοχή, για να μην αναφερθώ και στο επιβλητικό κάστρο που δεσπόζει στην κορυφή ενός λόφου στο μέσον της πόλης. Δεν ξέρω, αλλά σε πολλά σημεία μου θύμισε μια από τις μικρές μεσαιωνικές πόλεις της Γερμανίας. Ίσως το τοπίο, η βλάστηση, το ποτάμι, η ζωή στους πεζόδρομους με τους μικροπωλητές και τους μουσικούς, τα περιποιημένα και κομψά καφέ. Προς στιγμήν, είχα την αίσθηση ότι βρίσκομαι στη Γερμανία. Σε κάποια δε υπαίθρια αγορά έπεσα πάνω σ’ ένα stand που το κρατούσαν Τούρκοι, με πάγκους γεμάτους κανταΐφια, μπακλαβάδες και άλλα καλούδια της Ανατολής. Πού; Στο Inverness!


Λίγο δε παρακάτω, χαζεύοντας ένα γραφείο ταξιδίων είδα ότι θα μπορούσα να κάνω μια βδομάδα διακοπές στο Zante, στο Laganas και στα δωμάτια της κυρα-Τασίας για 239 λίρες, όλα πληρωμένα. Υπολόγισα στα γρήγορα πόσο κόστισε το αεροπορικό εισιτήριο από Ελλάδα-Σκοτία και πίσω, και κόντεψα να πάθω συγκοπή. Αχ αυτή η αγορά, όταν δουλεύει ο ανταγωνισμός!


Επίσης πληροφορήθηκα από ευμεγέθεις ταμπέλες στους δρόμους τι θα πάθαινα αν τολμούσα να βγω με ένα ποτήρι μπύρα στο δρόμο. Πέρα από διαπόμπευση που είναι δωρεάν, θα έπρεπε να πληρώσω πρόστιμο έως και 500 λίρες. Τώρα κατάλαβα πώς πλουτίζουν οι δήμοι στην Αγγλία, και πώς καταφέρνουν και κάνουν όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα για την πόλη τους. Όπως επίσης, και γιατί ξελυσσάνε τα εγγλεζόπουλα στα Μάλια, στο Φαληράκι και την Κέρκυρα.



To ταξίδι ήταν σύντομο, πήγα αρκετά βόρεια, μου άνοιξε η όρεξη για ακόμα πιο ψηλά, εφοδιάστηκα με όλα τα απαραίτητα δρομολόγια και έπεσα πάλι με τα μούτρα στους χάρτες, δεν συνάντησα ακρίτες αλλά κοσμοπολίτες, και μέχρι που να τακτοποιήσω τις εικόνες στο κεφάλι μου θα έχω βάλει πλώρη πάλι για κει. Έτσι, θα ήθελα τουλάχιστον.