Ξαφνικά είδα δεκάδες χέρια να σηκώνονται θυμωμένα και να κατευθύνονται απειλητικά προς τον ομιλητή. Κουνιόντουσαν όλα μαζί, θαρρείς σε στοίχιση, δίπλωναν και ξεδίπλωναν με παλμό, με νεύρο, με αγανάκτηση. Ανάλογες ήταν και οι φωνές διαμαρτυρίας που τα συνόδευαν. Ο κόσμος είχε σηκωθεί απ’ τα καθίσματα και ούρλιαζε αλλόφρων. Ο ξεσηκωμός είχε γενικευτεί πια σε όλη την αίθουσα και το πλήθος ήταν αδύνατον να συγκρατηθεί.
Αν είχαμε προβλέψει αυτά που θα ξεστόμιζε ο Άλκης από το βήμα, δεν θα είχαμε έρθει με άδεια χέρια, αλλά θα είχαμε φροντίσει να φέρουμε από τα πριν και προμήθειες. «Πού είναι οι ντομάτες;» Ακούστηκε μια φωνή από τα πλάγια, που τάχιστα ξαπλώθηκε σε κάθε γωνιά, και στα καθίσματα από κάτω ακόμα. «Ναι, ναι! Μόνο με ντομάτες ξεπλένεται αυτή η Ύβρις!», ακούστηκε από παντού ο βρυχηθμός του θυμού.
Τι είχε πει λοιπόν ο Άλκης;
Ότι απλά, Έρωτας δεν υπάρχει! Κι ούτε ποτέ υπήρξε, κι ότι τάχατες αυτά είναι μια ιδεοληψία που μας την φόρεσε η λογοτεχνία και δη ο ρομαντισμός.
Κι όλα αυτά πάνω στην ώρα που στην περίφημη «Περί Έρωτος και Θανάτου» συζήτηση στο Dasein, είχαμε πια μπει, μετά από κοιλόπονο δυο και βάλε ωρών, σε κάποιο δρόμο καλό, με τον Έρωτα και τον Θάνατο να είναι στο τσακ να δώσουν τα χέρια και να φιλιώσουν.
Γύρισα στο σπίτι συνοφρυωμένη, αναλογιζόμενη σ’ όλο το δρόμο τι στο διάολο έκανα τόσα χρόνια. Με μια ιδέα λοιπόν ήμασταν ερωτευμένοι, με ένα σύννεφο, με ένα φάντασμα; Και ο Νίκος και ο Γιώργος και ο Γιάννης, και καμιά τριανταριά ακόμη, τι ήταν τέλος πάντων αυτοί; Πλατωνικές φιγούρες; Απόντες; Αχ, βρε Άλκη, δεν μας τα λες καλά, είπα από μέσα μου και τον πέταξα στην άκρη.
Αμ’ δε! Μπορεί να τον διέγραψα προς στιγμή, όμως τα λόγια ξαναήρθαν το βράδυ και μου έκαναν ντε και καλά επίσκεψη στο κρεβάτι. Συνήθως ο Άλκης ξέρει τι λέει, αναλογίστηκα. Μόνο που την ώρα εκείνη που τα ξεστόμισε δεν ήταν και η πλέον κατάλληλη. Κάποια αλήθεια θα είχαν. Δεν μπορεί. Τα γυρόφερνα, τα ξαναγυρόφερνα αλλά να τα ταιριάξω, μού ήταν δύσκολο.
«Σήκω» είπα από μέσα μου, «δεν έχει ύπνο γι απόψε. Ή θα τον λύσεις τον γρίφο ή θα σε τρώει μια ζωή η αμφιβολία. Άχρηστη!». Ευτυχώς που το σπίτι είναι καλά εξοπλισμένο στο να δίνει άμεσα τις πρώτες βοήθειες. Πήρα τη σκάλα και σκαρφάλωσα στο τελευταίο ράφι της βιβλιοθήκης. Καλά το θυμόμουν. Ήταν εκεί, σχεδόν αχρησιμοποίητο, παρά τις συμβουλές που μου είχαν δώσει ότι επρόκειτο για το καλύτερο kit πρώτων βοηθειών σε χαλεπούς καιρούς. Κοίταξα και μερικά άλλα, αλλά μου φάνηκαν αδιάφορα. Το κατέβασα, το πήγα στο μπάνιο να ξεπλύνω από πάνω του τη σκόνη του χρόνου και έπεσα με τα μούτρα στο ξεφύλλισμα. Ξεφύλλιζα, ξεφύλλιζα η ώρα είχε πάει τέσσερις και κάτι, αλλά μέσα στο πυρετό της αναζήτησης αυτό ήταν λιγότερο κι από λεπτομέρεια. Θα ήταν κοντά πέντε όταν έφτασα επιτέλους εκεί που νόμιζα ότι βρισκόταν το κλειδί. Βιβλίο ΙV, σελίδες 215-216, Κεφάλαιο «Ο Μύθος στη Λογοτεχνία».
Άρχισα να διαβάζω φωναχτά, πιο πολύ για να κρατηθώ ξύπνια.
«...Αν η λογοτεχνία μπορεί να καυχηθεί ότι επέδρασε επί των ευρωπαϊκών ηθών, αυτό αναμφισβήτητα το χρωστά στο μύθο μας. Ακριβέστερα, στη Ρητορική του Μύθου, κληροδότημα του προβηγκιανού έρωτα. Δεν είναι ανάγκη να υποθέσουμε εδώ κάποια μαγική κυριαρχία των ήχων και της γλώσσας επί των πράξεών μας. Η υιοθέτηση μιας ορισμένης συμβατικής γλώσσας συνεπάγεται και ευνοεί φυσιολογικά την εκδήλωση των υποδόριων εκείνων αισθημάτων, που τους ταιριάζει περισσότερο η έκφραση αυτού του τύπου. Με την έννοια αυτή μπορούμε να αναρωτηθούμε: πόσοι άνθρωποι θα είχαν ερωτευθεί εάν δεν είχαν ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος για έρωτα;...»
Ντααααν!!! Τι θέλει δηλαδή να πει ο ποιητής; Ότι χωρίς το μύθο και χωρίς τη γλώσσα να τον εκφράζει δεν θα είχαμε αυτά τα συναισθήματα; Συνέχισα αποσβολωμένη.
«...Πάθος και έκφραση δεν διαχωρίζονται. Το πάθος έχει την πηγή του στην ορμή εκείνη του πνεύματος που παραλλήλως γεννά και τη γλώσσα. Αφ’ ης στιγμής η ορμή αυτή ξεπεράσει το ένστικτο και γίνει πραγματικό πάθος, τείνει με την ίδια κίνηση ν’ αφηγηθεί τον εαυτό της, είτε να δικαιολογηθεί, είτε να εξυμνηθεί, είτε απλώς για να συντηρηθεί... Τα αισθήματα, που δοκιμάζει η ελίτ και έπειτα οι μάζες δια μιμήσεως είναι λογοτεχνικές δημιουργίες με την έννοια ότι μια ορισμένη ρητορική αποτελεί επαρκή συνθήκη για να τους αποσπάσει τη συγκατάθεση, συνεπώς να τους αλώσει τη συνείδηση. Ελλείψει της ρητορικής αυτής τα αισθήματα αυτά θα υπήρχαν οπωσδήποτε αλλά με τρόπο τυχαίο, μη αναγνωριζόμενο, ως ανομολόγητες παραδοξότητες λαθραίας εισαγωγής. Όμως πάντοτε παρατηρούμε ότι η επινόηση μιας ρητορικής έφερνε ταχύτατα στο προσκήνιο ορισμένες λανθάνουσες δυνάμεις της καρδιάς. Η παράσταση του Βέρθερου για παράδειγμα προκάλεσε κύμα αυτοκτονιών... Και τούτο γιατί για να θαυμάσεις την απλή φύση, για να αποδεχτείς ορισμένες μελαγχολίες και για να αυτοκτονήσεις ακόμα πρέπει να είσαι σε θέση να «εξηγήσεις» στον εαυτό σου ή στους άλλους αυτό που αισθάνεσαι. Όσο πιο συναισθηματικός είναι ένας άνθρωπος, τόσες περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν να είναι πολυλογάς και εύγλωττος. Και επίσης όσο περισσότερο παθιασμένος είναι ένας άνθρωπος τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει να επανεφεύρει τις εικόνες της ρητορικής· να επανακαλύψει την ανάγκη τους· να μορφοποιηθεί αυθορμήτως καθ’ ομοίωσιν του «μετάρσιου», το οποίο οι εικόνες αυτές έκαναν αλησμόνητο...»
Υ.Γ. Η βοήθεια ήταν τελικά το βιβλίο «Ο Έρως και η Δύση» του Ντενί Ντε Ρουζμόν, εκδ. Ίνδικτος, Β! Έκδοση, 2002.
Είμαι σίγουρη ότι ο Άλκης δεν είχε διαβάσει αυτό το συγκεκριμένο. Ποιες είναι τότε οι πηγές σου, Άλκη;
Α! Για δείτε και αυτό! Κι άλλος "Επινόησε τον Έρωτα!"
















