Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010

Ο Έρωτας ως Ρητορική Επινόηση


Ξαφνικά είδα δεκάδες χέρια να σηκώνονται θυμωμένα και να κατευθύνονται απειλητικά προς τον ομιλητή. Κουνιόντουσαν όλα μαζί, θαρρείς σε στοίχιση, δίπλωναν και ξεδίπλωναν με παλμό, με νεύρο, με αγανάκτηση. Ανάλογες ήταν και οι φωνές διαμαρτυρίας που τα συνόδευαν. Ο κόσμος είχε σηκωθεί απ’ τα καθίσματα και ούρλιαζε αλλόφρων. Ο ξεσηκωμός είχε γενικευτεί πια σε όλη την αίθουσα και το πλήθος ήταν αδύνατον να συγκρατηθεί.


Αν είχαμε προβλέψει αυτά που θα ξεστόμιζε ο Άλκης από το βήμα, δεν θα είχαμε έρθει με άδεια χέρια, αλλά θα είχαμε φροντίσει να φέρουμε από τα πριν και προμήθειες. «Πού είναι οι ντομάτες;» Ακούστηκε μια φωνή από τα πλάγια, που τάχιστα ξαπλώθηκε σε κάθε γωνιά, και στα καθίσματα από κάτω ακόμα. «Ναι, ναι! Μόνο με ντομάτες ξεπλένεται αυτή η Ύβρις!», ακούστηκε από παντού ο βρυχηθμός του θυμού.


Τι είχε πει λοιπόν ο Άλκης;


Ότι απλά, Έρωτας δεν υπάρχει! Κι ούτε ποτέ υπήρξε, κι ότι τάχατες αυτά είναι μια ιδεοληψία που μας την φόρεσε η λογοτεχνία και δη ο ρομαντισμός.


Κι όλα αυτά πάνω στην ώρα που στην περίφημη «Περί Έρωτος και Θανάτου» συζήτηση στο Dasein, είχαμε πια μπει, μετά από κοιλόπονο δυο και βάλε ωρών, σε κάποιο δρόμο καλό, με τον Έρωτα και τον Θάνατο να είναι στο τσακ να δώσουν τα χέρια και να φιλιώσουν.


Γύρισα στο σπίτι συνοφρυωμένη, αναλογιζόμενη σ’ όλο το δρόμο τι στο διάολο έκανα τόσα χρόνια. Με μια ιδέα λοιπόν ήμασταν ερωτευμένοι, με ένα σύννεφο, με ένα φάντασμα; Και ο Νίκος και ο Γιώργος και ο Γιάννης, και καμιά τριανταριά ακόμη, τι ήταν τέλος πάντων αυτοί; Πλατωνικές φιγούρες; Απόντες; Αχ, βρε Άλκη, δεν μας τα λες καλά, είπα από μέσα μου και τον πέταξα στην άκρη.


Αμ’ δε! Μπορεί να τον διέγραψα προς στιγμή, όμως τα λόγια ξαναήρθαν το βράδυ και μου έκαναν ντε και καλά επίσκεψη στο κρεβάτι. Συνήθως ο Άλκης ξέρει τι λέει, αναλογίστηκα. Μόνο που την ώρα εκείνη που τα ξεστόμισε δεν ήταν και η πλέον κατάλληλη. Κάποια αλήθεια θα είχαν. Δεν μπορεί. Τα γυρόφερνα, τα ξαναγυρόφερνα αλλά να τα ταιριάξω, μού ήταν δύσκολο.


«Σήκω» είπα από μέσα μου, «δεν έχει ύπνο γι απόψε. Ή θα τον λύσεις τον γρίφο ή θα σε τρώει μια ζωή η αμφιβολία. Άχρηστη!». Ευτυχώς που το σπίτι είναι καλά εξοπλισμένο στο να δίνει άμεσα τις πρώτες βοήθειες. Πήρα τη σκάλα και σκαρφάλωσα στο τελευταίο ράφι της βιβλιοθήκης. Καλά το θυμόμουν. Ήταν εκεί, σχεδόν αχρησιμοποίητο, παρά τις συμβουλές που μου είχαν δώσει ότι επρόκειτο για το καλύτερο kit πρώτων βοηθειών σε χαλεπούς καιρούς. Κοίταξα και μερικά άλλα, αλλά μου φάνηκαν αδιάφορα. Το κατέβασα, το πήγα στο μπάνιο να ξεπλύνω από πάνω του τη σκόνη του χρόνου και έπεσα με τα μούτρα στο ξεφύλλισμα. Ξεφύλλιζα, ξεφύλλιζα η ώρα είχε πάει τέσσερις και κάτι, αλλά μέσα στο πυρετό της αναζήτησης αυτό ήταν λιγότερο κι από λεπτομέρεια. Θα ήταν κοντά πέντε όταν έφτασα επιτέλους εκεί που νόμιζα ότι βρισκόταν το κλειδί. Βιβλίο ΙV, σελίδες 215-216, Κεφάλαιο «Ο Μύθος στη Λογοτεχνία».


Άρχισα να διαβάζω φωναχτά, πιο πολύ για να κρατηθώ ξύπνια.


«...Αν η λογοτεχνία μπορεί να καυχηθεί ότι επέδρασε επί των ευρωπαϊκών ηθών, αυτό αναμφισβήτητα το χρωστά στο μύθο μας. Ακριβέστερα, στη Ρητορική του Μύθου, κληροδότημα του προβηγκιανού έρωτα. Δεν είναι ανάγκη να υποθέσουμε εδώ κάποια μαγική κυριαρχία των ήχων και της γλώσσας επί των πράξεών μας. Η υιοθέτηση μιας ορισμένης συμβατικής γλώσσας συνεπάγεται και ευνοεί φυσιολογικά την εκδήλωση των υποδόριων εκείνων αισθημάτων, που τους ταιριάζει περισσότερο η έκφραση αυτού του τύπου. Με την έννοια αυτή μπορούμε να αναρωτηθούμε: πόσοι άνθρωποι θα είχαν ερωτευθεί εάν δεν είχαν ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος για έρωτα;...»


Ντααααν!!! Τι θέλει δηλαδή να πει ο ποιητής; Ότι χωρίς το μύθο και χωρίς τη γλώσσα να τον εκφράζει δεν θα είχαμε αυτά τα συναισθήματα; Συνέχισα αποσβολωμένη.


«...Πάθος και έκφραση δεν διαχωρίζονται. Το πάθος έχει την πηγή του στην ορμή εκείνη του πνεύματος που παραλλήλως γεννά και τη γλώσσα. Αφ’ ης στιγμής η ορμή αυτή ξεπεράσει το ένστικτο και γίνει πραγματικό πάθος, τείνει με την ίδια κίνηση ν’ αφηγηθεί τον εαυτό της, είτε να δικαιολογηθεί, είτε να εξυμνηθεί, είτε απλώς για να συντηρηθεί... Τα αισθήματα, που δοκιμάζει η ελίτ και έπειτα οι μάζες δια μιμήσεως είναι λογοτεχνικές δημιουργίες με την έννοια ότι μια ορισμένη ρητορική αποτελεί επαρκή συνθήκη για να τους αποσπάσει τη συγκατάθεση, συνεπώς να τους αλώσει τη συνείδηση. Ελλείψει της ρητορικής αυτής τα αισθήματα αυτά θα υπήρχαν οπωσδήποτε αλλά με τρόπο τυχαίο, μη αναγνωριζόμενο, ως ανομολόγητες παραδοξότητες λαθραίας εισαγωγής. Όμως πάντοτε παρατηρούμε ότι η επινόηση μιας ρητορικής έφερνε ταχύτατα στο προσκήνιο ορισμένες λανθάνουσες δυνάμεις της καρδιάς. Η παράσταση του Βέρθερου για παράδειγμα προκάλεσε κύμα αυτοκτονιών... Και τούτο γιατί για να θαυμάσεις την απλή φύση, για να αποδεχτείς ορισμένες μελαγχολίες και για να αυτοκτονήσεις ακόμα πρέπει να είσαι σε θέση να «εξηγήσεις» στον εαυτό σου ή στους άλλους αυτό που αισθάνεσαι. Όσο πιο συναισθηματικός είναι ένας άνθρωπος, τόσες περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν να είναι πολυλογάς και εύγλωττος. Και επίσης όσο περισσότερο παθιασμένος είναι ένας άνθρωπος τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει να επανεφεύρει τις εικόνες της ρητορικής· να επανακαλύψει την ανάγκη τους· να μορφοποιηθεί αυθορμήτως καθ’ ομοίωσιν του «μετάρσιου», το οποίο οι εικόνες αυτές έκαναν αλησμόνητο...»



Υ.Γ. Η βοήθεια ήταν τελικά το βιβλίο «Ο Έρως και η Δύση» του Ντενί Ντε Ρουζμόν, εκδ. Ίνδικτος, Β! Έκδοση, 2002.

Είμαι σίγουρη ότι ο Άλκης δεν είχε διαβάσει αυτό το συγκεκριμένο. Ποιες είναι τότε οι πηγές σου, Άλκη;


Α! Για δείτε και αυτό! Κι άλλος "Επινόησε τον Έρωτα!"

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Έρως και Θάνατος: η Σύζευξη


Όταν μιλάς για Έρωτα συνήθως μιλάς για τη Ζωή και την κατάφασή της. Όταν μιλάς για Θάνατο, συνήθως μιλάς για την καταστροφή και την άρνηση της Ζωής. Ο έρωτας συνάδει με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και το ένστικτο της ηδονής, με την ενότητα και τη σύνθεση, ενώ το ένστικτο του θανάτου με την απώλεια και την αποσύνθεση.


Το ένα λοιπόν θα μπορούσε να νοηθεί ως το Α, ενώ το άλλο ως το Ω. Το ένα, ως ο αντίθετος πόλος του άλλου. Μπορεί να το σκεφτόμαστε έτσι, αλλά πολύ συχνά δεν βιώνεται και έτσι. Κοντολογίς ο Έρωτας και ο Θάνατος φαίνεται να συμπλέουν και να συμπλέκονται σε ένα αξεδιάλυτο δίπολο ζεύγμα. Γεγονός που υποστηρίζεται από πληθώρα λογοτεχνικών και κινηματογραφικών έργων, λαϊκά τραγούδια, αλλά και από προσωπικές εμπειρίες.


Ας θυμηθούμε τον Όσιμα με την «Αυτοκρατορία των Αισθήσεων» όπου ο Ishida φτάνει στην υπέρτατη ηδονή αφήνοντας την Abe να τον στραγγαλίσει πάνω στην ερωτική πράξη. Ή τον «Νεκρό» του Bataille και την ερωτική έκσταση της Μαρίας μπροστά στο πτώμα του Εντουάρ. Στα ερωτικά τραγούδια δε, δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι η σύζευξη έρωτα-θανάτου απαντάται τουλάχιστον στα μισά από αυτά.


Τι είναι λοιπόν αυτό που φέρνει το ένα στο άλλο τόσο κοντά; Γιατί ένας ερωτευμένος να αισθάνεται ότι πατάει με το ένα πόδι στα ουράνια και με το άλλο στα τάρταρα;


Οι ερμηνείες, πολλές και ποικίλες.

Ας πούμε ότι είναι η προσφορά, το ολοκληρωτικό δόσιμο και εξ αυτού η ολοκληρωτική απώλεια και διάλυση του Εγώ του ενός μέσα στο Εγώ του Άλλου. Έρωτας λοιπόν, όπως Θυσία.


Ας πούμε ότι συνδετικός ιστός μπορεί να είναι ο Φόβος. Φόβος και για τον ένα, φόβος και για τον άλλο. Έρωτας λοιπόν, όπως Φόβος.


Ας πούμε ακόμα ότι ο έρωτας είναι η βίωση του απόλυτου και του ορίου. Έρωτας λοιπόν, ως Τέλος.


Έρωτας ρομαντικός, επίμονος, έμμονος, δυσβάσταχτος, διαλυτικός. Έρωτας λοιπόν, ως Αυτοκαταστροφή. Αλλά κι ο Θάνατος, ως Λύτρωση


Έρωτας, ως Θρήνος και ως Πένθος γι αυτό που αγαπάμε και που φοβόμαστε ότι θα χάσουμε.


Έρωτας, ως Μαθητεία στην Απώλεια.


Επιπλέον, Έρωτας, ως ένστικτο ζωής, ως Απομάκρυνση δηλαδή από τη δυσφορία και τη δυσαρέσκεια, ως προσέγγιση της ηρεμίας και της αταραξίας,


Έρωτας λοιπόν, ως Θάνατος!


Υ.Γ. Θραύσματα από μια συζήτηση στο Dasein.


Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

Τα Κβάντα του Έρωτα


Σ’ αυτή τη ζωή υπάρχουν πράγματα που μπορούν να μετρηθούν και άλλα που βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας των μετρητικών μηχανισμών. Για παράδειγμα, μπορούμε να μετρήσουμε το βάρος, το μήκος, τη μάζα, το φορτίο, τις αποστάσεις κ.α., σε άλλα πράγματα μπορούμε να μετρήσουμε μόνο διαφορές, όπως είναι η εντροπία και το δυναμικό, ενώ κάποια άλλα τα αποδεχόμαστε στο περίπου, χωρίς να έχουν ακόμα εφευρεθεί κάποιες μέθοδοι ποσοτικής αποτίμησής τους.

Αν, για παράδειγμα ρωτήσουμε τον καλό μας πόσο μας αγαπά, το πιο πιθανό είναι να απαντήσει «τόσο». Πόσο όμως είναι το «τόσο»; Πόσο ευχαριστημένοι μένουμε αναγκάζοντάς τον να τεντώνει στην έκταση, έως εκεί που δεν παίρνει άλλο πια, τα χέρια του ή να προσθέτει όλο και πιο πολλά όμικρον στη λέξη «τόσοοοοο» στα γράμματά του; Ό,τι και να κάνει, δεν υπάρχει κάποιος αντικειμενικός τρόπος να πειστούμε ότι μας αγαπάει πιο πολύ απ’ την Τασία που τον γυροφέρνει, και να αποκτήσουμε έτσι την πολυπόθητη εσωτερική μας ηρεμία.

Η εποχή μας, που έχει την τάση να κατατάσσει, να ομαδοποιεί, να ιεραρχεί και να διαβαθμίζει, πλέον, με τρόπο ποσοτικό πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις και συναισθήματα, που έως πρόσφατα κινούνταν στο χώρο του άϋλου και αποτιμώντο με κριτήρια ποιοτικά και σχετικά ασαφή, δεν θα μπορούσε να αφήσει απ’ έξω και το συναίσθημα του Έρωτα, αυτό που ο μη ακριβής προσδιορισμός του μεγέθους του αποτελεί πρόξενο μεγάλης ψυχικής αστάθειας και βασανιστικής αϋπνίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, λοιπόν, δεν έχουμε παρά να προσφύγουμε στα φώτα της Επιστήμης, η οποία αντί να τρέχει τριάντα και βαλε χρόνια να κβαντώνει με το στανιό και ανεπιτυχώς το πεδίο της βαρύτητας, [πράγμα που θα άνοιγε το δρόμο για την ενοποίηση των θεμελιωδών δυνάμεων], θα μπορούσε κάλλιστα να επιδοθεί σε κάτι απείρως χρησιμότερο, όπως ο ποσοτικός προσδιορισμός του μεγέθους του έρωτα για να λύσει επί τέλους τα βασανιστικά άγχη των πανταχού ερωτευμένων.

Η πρόταση που θέλω να καταθέσω είναι ότι υπάρχει τρόπος να το αποτιμήσουμε με την εισαγωγή αντίστοιχων κβάντων (όπως π.χ. τα κβάντα ενέργειας), υπό την προϋπόθεση ότι ο Έρωτας:

1. συνιστά ενεργειακό πεδίο εντός του οποίου και ανταλλάσσεται ανάμεσα στους άμεσα ενδιαφερόμενους με τη βοήθεια στοιχειωδών σωματιδίων, των κβάντων του Έρωτα, και

2. ότι η κβάντωση μπορεί να επιτευχθεί με τις γνωστές μαθηματικές μεθόδους.

Για ιστορικούς λόγους, η σχέση Αγάπης με κβάντωση είναι πολύ παλιά, αρκεί να σας θυμίσω τους στίχους «..λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω..» από δημοφιλές άσμα περασμένης εποχής, οι οποίοι καταδεικνύουν τον λαϊκό προϊδεασμό για το κβαντικό υπόστρωμα της Αγάπης, εφ’ όσον τα ψίχουλα, σαν αυτόνομες μετρητικές μονάδες αποτελούν τον προσφορότερο τρόπο εκλαΐκευσης του φαινομένου της κβάντωσης στον γενικό και αμύητο πληθυσμό.

Από την άλλη μεριά, η Αγάπη είναι και κύμα. Θα έχετε προφανώς ακούσει, αλλά κυρίως νοιώσει την έκφραση «ένα ζεστό κύμα αγάπης ήρθε και με πλημμύρισε», πράγμα που σημαίνει ότι, σύμφωνα με τον κυματο-σωματιδιακό δυϊσμό, η Αγάπη δεν μπορεί παρά να ανήκει στο Κβαντικό Βασίλειο.

ΟΛΙΓΗ ΦΥΣΙΚΗ
Για να πάρουμε μια ιδέα περί κβαντικών πεδίων θα σας αναφέρω ότι στη φύση τα σώματα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους ανταλλάσσοντας τα κατάλληλα μποζόνια-σωματίδια τα οποία διαφέρουν ανάλογα με τον τύπο της αλληλεπίδρασης. Οι βασικές αλληλεπιδράσεις στη φύση είναι τέσσερις: ηλεκτρομαγνητικές, βαρυτικές, ασθενείς και ισχυρές πυρηνικές, η δε έννοια του πεδίου εισήχθη για να αποφύγουμε την ενοχλητική εκδοχή της ακαριαίας δράσης που ως γνωστόν απαγορεύεται από την Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας του Einstein. Για παράδειγμα στην περίπτωση των ηλεκτρομαγνητικών δυνάμεων δια των οποίων αλληλεπιδρούν φορτισμένα σωματίδια, τα σωματίδια-μποζόνια που ανταλλάσσονται και καθιστούν δυνατή την αλληλεπίδραση, είναι τα γνωστά μας φωτόνια. Οι βαρυτικές αλληλεπιδράσεις πραγματοποιούνται με την ανταλλαγή βαρυτονίων (που ακόμα τα ψάχνουμε), ενώ στις ισχυρές πυρηνικές δυνάμεις που υφίστανται ανάμεσα στα quarks η αλληλεπίδραση γίνεται με την ανταλλαγή των γλουονίων. Στις ασθενείς, τα αντίστοιχα μποζόνια είναι τα W και Ζ τα οποία και βρήκαμε.

Με την μικρή αυτή εισαγωγή το τοπίο αρχίζει να ξεκαθαρίζει αρκετά, ενώ με την επίκληση της Θεωρίας των Φερομονών, νομίζω ότι το θέμα θα έχει πλήρως διασαφηνισθεί.

Είναι γνωστό ότι κάποια είδη ζώων εκλύουν ορισμένου τύπου ορμόνες, τις φερομόνες, μεγάλα μη πτητικά μόρια, δια μέσου των οποίων ανταλλάσσουν με τα όμοιά τους χημικά σήματα και πληροφορίες, ανάμεσα στα άλλα και την ερωτική τους διάθεση. Χάρις όμως τις φιλότιμες προσπάθειες των βιολόγων, που παρά τις αντίξοες συνθήκες και τα προβλήματα εντοπισμού του αντίστοιχου οργάνου ανίχνευσης φερομονών στον άνθρωπο, (Vomeronasal Organ, VNO), συνεχίζουν ακάθεκτοι να ερευνούν, σήμερα μπορούμε να πούμε ότι είμαστε σε καλό δρόμο, όχι όμως και στο τέρμα, ως προς την κατανόηση του τρόπου δράσης και ανταλλαγής τους.

Η θεωρία που εισηγούμαι, δηλαδή η εισαγωγή ενός κβαντικού ερωτικού πεδίου, εντός του οποίου ο έρωτας ανάμεσα στα άτομα διαμεσολαβείται από την ανταλλαγή πακέτων μορίων φερομονών, νομίζω πως πρόκειται να λειτουργήσει προς τη σωστή κατεύθυνση. Στην περίπτωση αυτή, νομίζω ότι θα είμαστε σε θέση να προβούμε σε έναν ακριβή ΠΟΣΟΤΙΚΟ προσδιορισμού του ερωτικού περιεχομένου μιας σχέσης, και να απαλλάξουμε από την αγωνία τους απανταχού ερωτευμένους.

Τι μεγαλύτερη υπηρεσία θα μπορούσε να προσφέρει η Επιστήμη στον Άνθρωπο;