Εκτιμώ ιδιαίτερα την εφημερίδα «Καθημερινή», όμως την Κυριακή που μας πέρασε την εκτίμησα ακόμα περισσότερο. Είναι μια εφημερίδα που νοιάζεται για τον πολιτισμό, όπως το αποδεικνύουν τα ειδικά ένθετα που φιλοξενεί, αλλά μόλις χθες άφησε να διαφανεί το πάνω όριο αυτού του νοιαξίματος. Και, έκτοτε δεν μπορώ να κρύψω τη χαρά και την περηφάνια μου.
Στο ειδικό ένθετο «Τέχνες και Γράμματα» της Κυριακής 9 Μαρτίου, 2008, και μάλιστα στην πρώτη-πρώτη σελίδα οι συντάκτριες κ.κ. Επτακοίλη και Πουρνάρα ανακοίνωναν με περισσό ενθουσιασμό τρόπους για την ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Πράγματι, κάτι τέτοιο είναι έγνοια όλων μας, δηλαδή όλοι μας προσδοκούμε να εκμεταλλευτούμε το «πολιτιστικό πλεονέκτημα» της χώρας μας και να προσελκύσουμε αλλοδαπούς για να μας θαυμάζουν. Κουραστήκαμε τόσα χρόνια να αυτοθαυμαζόμαστε. Ποιος δεν θα το ήθελε, να πάρει κάποτε και κάποιος άλλος τη σκυτάλη!
Διαβάζοντας όμως προσεκτικότερα αντιλήφθηκα ότι η «εκμετάλλευση» αναφερόταν με την κυριολεκτική της έννοια, δηλαδή αυτό που προτεινόταν τελικά, εμμέσως πλην σαφώς, ήταν η «ανάδειξη» των ενδόξων μας μνημείων, έναντι αδράς φυσικά αμοιβής, σε ρόλο ντεκόρ ή σκηνικού σε περισπούδαστους γάμους, ή σ’ εκλεκτές οινοποσίες εύθραυστων οισοφάγων, κομπάρσων σε ρομαντικά γεύματα λεπτεπίλεπτων δεσποινίδων, σαν τόπους εκτέλεσης ιδιωτικών συναυλιών και σε εξαιρετικές περιπτώσεις σαν χώρους τέλεσης γάμων, βαπτίσεων και μνημοσύνων. Και σαν καλές δημοσιογράφες που είναι πρόκαναν να αναφέρουν και τα οικονομικά οφέλη αυτού του εγχειρήματος, τα οποία ούτε λίγο ούτε πολύ θα ανέρχονταν σε 1000 ευρώ το κεφάλι για γεύμα με ρετσίνα και τζατζίκι, 1200 αν είχε και παστίτσιο σπιτικό, ενώ αν σερβιριζόταν και αθερίνα μπορεί ν’ ανέβαινε η ταρίφα μέχρι και το διχίλιαρο. Και από την ευχαρίστηση για την περιποίηση οι υψηλοί μας ξένοι μας θα ρεύονται, θα κλάνουν και τρισευτυχισμένοι θα φωνάζουν «Wow»!
Εμ!, ολόκληρη Ακρόπολη να πάει στράφι; Πόσα στρέμματα να ’ναι το μαγαζί. Πόσα τραπεζάκια άραγε να χωράει ο Παρθενώνας; Γέμισε του Zonars απ’ απέναντι, καιρός ν’ ανοίξουμε και την Ακρόπολη, ν’ αποσυμφορηθεί η περιοχή. Κάθεται τ’ απογεύματα και τις νύχτες ανεκμετάλλευτη και το φεγγάρι από κει πάνω στράφι πάει κι αυτό, χωρίς να βρίσκεται κανένας στα ψηλά να το θαυμάζει.
Και γιατί, παρακαλώ, κυρίες μου τόσος ελιτισμός; Γιατί μόνο για τους έχοντες και κατέχοντες; Άσχετες που είστε στα οικονομικά! Βάλτε κάτω τα νούμερα, τις προσθέσεις, τις διαιρέσεις, τους πολλαπλασιασμούς, τα τετραγωνικά και τα τραπεζάκια, να δείτε ότι με το πόπολο το μαγαζί αφήνει παραπάνω, παρά με δυο-τρεις δυσκοίλιους τζιτζιφιόγκους. Και με μια ψησταριά εκεί στην ακρίτσα, με τ’ αεράκι να φουντώνει τα κάρβουνα, το «σουβλάκι Ακρόπολις» θα χτυπάει νούμερα στα διεθνή χρηματιστήρια. Και μετά η Επίδαυρος, στο κόλπο κιαυτή, και το Μπούρτζι και η Δωδώνη και η Μεθώνη και οι Φίλιπποι, ευλογημένος ο τόπος μας, ευλογημένοι κι αυτοί που τα έφτιαξαν για να χαίρονται του κόσμου οι «πεινασμένοι» του πολιτισμού και ‘μεις να τα ‘κονομάμε, έστω και με υποδομές ξένες, υποδομές που φτιάχτηκαν εδώ και 2000 χρόνια!
Και όχι μόνο αυτό, αλλά και οι καθηγητάδες , όσοι απ’ αυτούς ξεπερίσσεψαν απ’ το think tank του Βενιζέλου, στο πόδι κιαυτοί, συνοδοί και ιδιωτικοί ξεναγοί των υψηλών τουριστών μας στις ακροπόλεις, στα κάστρα και τα μουσεία μας.
«Ο πολιτισμός είναι η αιχμή του δόρατος γα τον πολυτελή τουρισμό», απεφάνθη η κ. Κάρεν Φεντόρκο Σεφέρ, διευθύντρια σημαντικού γραφείου πολυτελούς τουρισμού και παράδειγμα προς μίμηση, κατά πως φαίνεται, από τις αντίστοιχες ημεδαπές κυρίες Κάρεν.
Και, ως εκ του θαύματος, σαν μια φλασιά, είδα ολόφωτες μπροστά μου ν’ ακτινοβολούν η ίδια η ουσία και πεμπτουσία του Πολιτισμού, αυτήν ακριβώς που μέρα-νύχτα τόσοι και τόσοι νοματαίοι σ’ αυτήν εδώ την ιστοκόγχη ματαίως προσπαθούσαμε ν’ ανακαλύψουμε.
Ουφ! Ησύχασα επί τέλους!
Στο ειδικό ένθετο «Τέχνες και Γράμματα» της Κυριακής 9 Μαρτίου, 2008, και μάλιστα στην πρώτη-πρώτη σελίδα οι συντάκτριες κ.κ. Επτακοίλη και Πουρνάρα ανακοίνωναν με περισσό ενθουσιασμό τρόπους για την ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Πράγματι, κάτι τέτοιο είναι έγνοια όλων μας, δηλαδή όλοι μας προσδοκούμε να εκμεταλλευτούμε το «πολιτιστικό πλεονέκτημα» της χώρας μας και να προσελκύσουμε αλλοδαπούς για να μας θαυμάζουν. Κουραστήκαμε τόσα χρόνια να αυτοθαυμαζόμαστε. Ποιος δεν θα το ήθελε, να πάρει κάποτε και κάποιος άλλος τη σκυτάλη!
Διαβάζοντας όμως προσεκτικότερα αντιλήφθηκα ότι η «εκμετάλλευση» αναφερόταν με την κυριολεκτική της έννοια, δηλαδή αυτό που προτεινόταν τελικά, εμμέσως πλην σαφώς, ήταν η «ανάδειξη» των ενδόξων μας μνημείων, έναντι αδράς φυσικά αμοιβής, σε ρόλο ντεκόρ ή σκηνικού σε περισπούδαστους γάμους, ή σ’ εκλεκτές οινοποσίες εύθραυστων οισοφάγων, κομπάρσων σε ρομαντικά γεύματα λεπτεπίλεπτων δεσποινίδων, σαν τόπους εκτέλεσης ιδιωτικών συναυλιών και σε εξαιρετικές περιπτώσεις σαν χώρους τέλεσης γάμων, βαπτίσεων και μνημοσύνων. Και σαν καλές δημοσιογράφες που είναι πρόκαναν να αναφέρουν και τα οικονομικά οφέλη αυτού του εγχειρήματος, τα οποία ούτε λίγο ούτε πολύ θα ανέρχονταν σε 1000 ευρώ το κεφάλι για γεύμα με ρετσίνα και τζατζίκι, 1200 αν είχε και παστίτσιο σπιτικό, ενώ αν σερβιριζόταν και αθερίνα μπορεί ν’ ανέβαινε η ταρίφα μέχρι και το διχίλιαρο. Και από την ευχαρίστηση για την περιποίηση οι υψηλοί μας ξένοι μας θα ρεύονται, θα κλάνουν και τρισευτυχισμένοι θα φωνάζουν «Wow»!
Εμ!, ολόκληρη Ακρόπολη να πάει στράφι; Πόσα στρέμματα να ’ναι το μαγαζί. Πόσα τραπεζάκια άραγε να χωράει ο Παρθενώνας; Γέμισε του Zonars απ’ απέναντι, καιρός ν’ ανοίξουμε και την Ακρόπολη, ν’ αποσυμφορηθεί η περιοχή. Κάθεται τ’ απογεύματα και τις νύχτες ανεκμετάλλευτη και το φεγγάρι από κει πάνω στράφι πάει κι αυτό, χωρίς να βρίσκεται κανένας στα ψηλά να το θαυμάζει.
Και γιατί, παρακαλώ, κυρίες μου τόσος ελιτισμός; Γιατί μόνο για τους έχοντες και κατέχοντες; Άσχετες που είστε στα οικονομικά! Βάλτε κάτω τα νούμερα, τις προσθέσεις, τις διαιρέσεις, τους πολλαπλασιασμούς, τα τετραγωνικά και τα τραπεζάκια, να δείτε ότι με το πόπολο το μαγαζί αφήνει παραπάνω, παρά με δυο-τρεις δυσκοίλιους τζιτζιφιόγκους. Και με μια ψησταριά εκεί στην ακρίτσα, με τ’ αεράκι να φουντώνει τα κάρβουνα, το «σουβλάκι Ακρόπολις» θα χτυπάει νούμερα στα διεθνή χρηματιστήρια. Και μετά η Επίδαυρος, στο κόλπο κιαυτή, και το Μπούρτζι και η Δωδώνη και η Μεθώνη και οι Φίλιπποι, ευλογημένος ο τόπος μας, ευλογημένοι κι αυτοί που τα έφτιαξαν για να χαίρονται του κόσμου οι «πεινασμένοι» του πολιτισμού και ‘μεις να τα ‘κονομάμε, έστω και με υποδομές ξένες, υποδομές που φτιάχτηκαν εδώ και 2000 χρόνια!
Και όχι μόνο αυτό, αλλά και οι καθηγητάδες , όσοι απ’ αυτούς ξεπερίσσεψαν απ’ το think tank του Βενιζέλου, στο πόδι κιαυτοί, συνοδοί και ιδιωτικοί ξεναγοί των υψηλών τουριστών μας στις ακροπόλεις, στα κάστρα και τα μουσεία μας.
«Ο πολιτισμός είναι η αιχμή του δόρατος γα τον πολυτελή τουρισμό», απεφάνθη η κ. Κάρεν Φεντόρκο Σεφέρ, διευθύντρια σημαντικού γραφείου πολυτελούς τουρισμού και παράδειγμα προς μίμηση, κατά πως φαίνεται, από τις αντίστοιχες ημεδαπές κυρίες Κάρεν.
Και, ως εκ του θαύματος, σαν μια φλασιά, είδα ολόφωτες μπροστά μου ν’ ακτινοβολούν η ίδια η ουσία και πεμπτουσία του Πολιτισμού, αυτήν ακριβώς που μέρα-νύχτα τόσοι και τόσοι νοματαίοι σ’ αυτήν εδώ την ιστοκόγχη ματαίως προσπαθούσαμε ν’ ανακαλύψουμε.
Ουφ! Ησύχασα επί τέλους!



















