
Και μιας εδώ δίπλα, στα βόρεια σύνορα μας συμβαίνει ένα κοσμοϊστορικό γεγονός, αυτό της τελικής πράξης του δράματος «Η εθνική συνείδηση της Μακεδονίας», θα ήθελα να κάνω κάποιες γενικές σκέψεις σχετικά με το τι είναι αυτό το «ζώο» που λέγεται έθνος.
ΟΛΙΓΑ ΠΕΡΙ ΕΘΝΟΥΣ
Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι πολλά, αν θελήσουμε να στοχαστούμε για λίγο πάνω σε έννοιες όπως έθνος, εθνότητα, εθνικισμός και εθνική συνείδηση, όχι σαν προϋπάρχουσες, παγιωμένες κατηγορίες, αλλά σαν έννοιες με ρευστά περιεχόμενα, που αρχίζουν να αναφαίνονται και να αποκτούν υπόσταση στον ευρωπαϊκό χάρτη τον 19ο αιώνα, από την γαλλική επανάσταση και εντεύθεν, με την ίδρυση νέων εθνικών κρατών.
Σχηματικά, μπορούμε να διακρίνουμε δύο απόψεις οι οποίες πραγματεύονται την άρθρωση έθνους και κράτους. Σύμφωνα με την πρώτη, η εθνική συνείδηση προϋπάρχει του κρατικού μορφώματος. Πρόκειται εδώ για τη θεωρία της «εθνικής αφύπνισης», των γερμανών ρομαντικών, όπου το έθνος, μια κοινότητα ανθρώπων με κοινή φυλετική καταγωγή, με πρωτογενείς δεσμούς συγγένειας, με ιστορική και πολιτισμική συνέχεια, με τη σφραγίδα της θείας βούλησης, εν τέλει, κάποια στιγμή συνειδητοποιεί τις απαρχές και τα στοιχεία που το συνθέτουν και οδηγείται στην απελευθέρωση και ανεξαρτησία. Το πού οδήγησαν αυτές οι απόψεις την Ευρώπη τον 20ο αιώνα, είναι περιττό να το μνημονεύσουμε.
Σύμφωνα δε, με τη δεύτερη άποψη, που είναι και η επικρατούσα, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει εθνική συνείδηση χωρίς την ύπαρξη κράτους, δηλαδή, το κράτος προηγείται του έθνους, (E. Hobsbawm). Το έθνος, εδώ, συλλαμβάνεται σαν μια ομάδα ανθρώπων, εν προκειμένω της αστικής τάξης, η οποία επιζητεί πολιτική χειραφέτηση, κυριαρχία σε συγκεκριμένο έδαφος και νομιμοποίηση μέσα από νόμους και θεσμούς. Η απόκτηση εθνικής συνείδησης δεν είναι κάτι το αυτονόητο ή κάτι που συμβαίνει αυτόματα, όπως έφτασε να θεωρείται σήμερα, αλλά διαμορφώνεται μέσα σ’ ένα πλαίσιο κοινών απόψεων, σημασιών, συμβόλων και αναπαραστάσεων. Κυρίαρχο ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση παίζουν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, και συγκεκριμένα οι σχολικοί μηχανισμοί, η συγκρότηση ή κατασκευή μιας κοινής παράδοσης, που άλλοτε μπορεί να είναι αληθινή και άλλοτε επινοημένη, (π.χ. οι παραδόσεις για τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά), η αναφορά σε καταγωγικούς μύθους ή αφηγήσεις περί έθνους, η εξύμνηση ενός μεσαιωνικού, (π.χ. το έπος του Διγενή), ή αρχαίου παρελθόντος και η ανάσυρση από αυτό εικόνων, ιστοριών, πρακτικών, τελετουργιών και συμβόλων που όλα αυτά μαζί σκοπεύουν να δώσουν την αίσθηση της κοινότητας, ταύτισης και αλληλεγγύης ανάμεσα σ’ όλους αυτούς, που από διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικές φυλετικές καταγωγές, ακόμα και γλώσσες, βρέθηκαν να ενοικούν τα γεωγραφικά όρια ενός νέου κράτους.

Από τα προλεγόμενα, εύκολα μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι, πριν από το τέλος του 18ου αιώνα οι άνθρωποι δεν αυτοπροσδιορίζονταν σε επίπεδο εθνότητας, (γλώσσα και πολιτισμικά χαρακτηριστικά). Στην δική μας περίπτωση το γεγονός αυτό, (οι Έλληνες, δηλαδή, να αυτοπροσδιορίζονται σαν Έλληνες), άρχισε ήδη να συντελείται αργά και αμυδρά από τον
15ο αιώνα [1], χωρίς όμως να παραβλέπεται το γεγονός ότι η
κυρίαρχη ταυτότητα ήταν αυτή του χριστιανού που διαφοροποιούνταν απ’ την αντίστοιχη του μουσουλμάνου.
Το έθνος, όμως, σαν πολιτική κοινότητα που διεκδικεί τον δικό της χώρο και τους δικούς της θεσμούς, είναι
απότοκο της νεωτερικότητας, του 18ου και 19ου αιώνα, οπότε και αρχίζει να διεκδικεί και την εδαφική και την πολιτική του συγκρότηση.
Το κομβικό ζήτημα είναι να διακρίνει κανείς το έθνος από την εθνότητα, με την έννοια ότι το έθνος κατασκευάζεται από την εθνότητα μέσω του εθνικισμού, [2]. Ο εθνικισμός, σαν πολιτική ιδεολογία, λαμβάνει το πρωτογενές υλικό της εθνότητας, δηλαδή τη γλώσσα, τις ιστορικές μνήμες, τη θρησκεία, κ.α., το οποίο υλικό αναδημιουργεί επιλεκτικά, ανασημασιοδοτεί, ομογενοποιεί και ταξινομεί, για να κατασκευάσει την «εθνική ταυτότητα», το «εθνικό προφίλ» με τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετεί κάθε φορά συγκεκριμένες πολιτικές σκοπιμότητες της άρχουσας τάξης, βλέπε για παράδειγμα Μεγάλη Ιδέα. Υπ’ αυτήν την έννοια το έθνος δεν είναι μια προϋπάρχουσα και ακλόνητη κατασκευή, αλλά με το περιεχόμενό της να δομείται και να διαμορφώνεται ιστορικά όταν μεταβάλλονται οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες.
ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ
Στη διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας οι διάφορες κοινότητες συγκροτούνται με βάση τα θρησκευτικά προσδιορισμένα μιλέτ, που είναι διαφορετικά για τους ορθόδοξους, τους μουσουλμάνους, τους εβραίους και τους αρμένιους, και όχι βάσει των ομιλουμένων γλωσσών ή άλλων προσδιορισμών που να έχουν σχέση με κάποιο κοινό ιστορικό παρελθόν, πολιτισμό ή φυλετική καταγωγή. Μέσα, λοιπόν, στο ορθόδοξο μιλέτ, (ρουμ-μιλέτ) και κάτω από τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, συνυπάρχουν μαζί με τους ελληνόφωνους, σλαβόφωνοι, αλβανόφωνοι και βλαχόφωνοι πληθυσμοί. Παρ’ όλα αυτά, από τα μέσα ήδη του 18ου αιώνα, υπάρχει μια συστηματική προσπάθεια καλλιέργειας εθνικής συνείδησης μέσα από κείμενα Ελλήνων διανοουμένων της αλλοδαπής, επηρεασμένων από το κλίμα του Διαφωτισμού οι οποίοι και χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα σαν μέσο επικοινωνίας. Η φιλολογία δε, που παράγεται την περίοδο αυτή εισάγει για πρώτη φορά τις έννοιες διαφορετικών εθνοτικών ταυτοτήτων στη βαλκανική κοινωνία, επιτυγχάνοντας τη σταδιακή διαφοροποίηση των πληθυσμών της.

Η διαμόρφωση ελληνικής εθνικής συνείδησης μέχρι την έκρηξη της επανάστασης του 1821, αλλά και για τα επόμενα χρόνια, αποτελεί απόρροια ενός ευρύτερου κοινωνικού και οικονομικού μετασχηματισμού που προκύπτει από την ανάπτυξη του εμπορικού κεφαλαίου. Πρόκειται για μια διαδικασία εξελληνισμού χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που συντελέστηκε εξ αιτίας του κύρους, της κινητικότητας και της εμβέλειας των ελλήνων εμπόρων, του αρχαιοελληνικού κλέους, αλλά και της προνομιακής θέσης της ελληνικής γλώσσας στα βαλκάνια. Άλλωστε η ελληνική αποτελεί αφ’ ενός τη γλώσσα της Ορθοδοξίας, αφ’ ετέρου τη μοναδική τυπωμένη γλώσσα από τον 17ο αιώνα και εντεύθεν [3].
Είναι γνωστό ότι στην επανάσταση του 1821 συστρατεύονται παράλληλα με τους ελληνόφωνους και αλλόγλωσσοι χριστιανικοί πληθυσμοί, π.χ. αλβανόφωνοι, ή πληθυσμοί με διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις, οι οποίοι όμως αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους σαν έλληνες, και τούτο, ανάμεσα στα άλλα προαναφερθέντα, και εξ αιτίας της απουσίας άλλων σημαντικών ανταγωνιστικών εθνικισμών την περίοδο εκείνη στα Βαλκάνια. Αυτό θα συμβεί αρκετά αργότερα, στο τέλος του 19ου αιώνα και θα οδηγήσει στον Μακεδονικό Αγώνα και τους Βαλκανικούς Πολέμους λίγο αργότερα, με κύρια αιτία τους ανταγωνισμούς για τον προσεταιρισμό χριστιανικών πληθυσμών με ασαφή ακόμα εθνική συνείδηση στο εθνικό τους σώμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Υψηλάντης καλεί μεταξύ άλλων και Σέρβους και Βουλγάρους ν’αγωνιστούν υπέρ της «φίλης ημών πατρίδος Ελλάδος», σε αρμονία με το πνεύμα των πατέρων τους που θυσιάστηκαν στον Μαραθώνα, τις Θερμοπύλες κ.λ.π., [3].
Το νέο κράτος, λοιπόν, που προέκυψε από τον αγώνα του 1821 έπρεπε να επιστρατεύσει όλα τα μέσα που είχε στη διάθεσή του για να πετύχει την ενσωμάτωση όλων αυτών των πληθυσμών, μιας και προέρχονταν από διαφορετικές περιοχές, να τους ομογενοποιήσει, να επιτύχει την ταύτισή τους με την ευρύτερη πατρίδα αντί με τις τοπικές κοινότητες, να συγκεράσει τοπικές αντιθέσεις, να εξουδετερώσει τοπικά συμφέροντα, να εξομαλύνει τη γλώσσα και να τους εντάξει σ’ ένα κοινό πολιτισμικό περιβάλλον. Είναι χαρακτηριστικό, ότι χρειάστηκαν να περάσουν αρκετά συντάγματα για να προσδιοριστούν τελικά τα συστατικά στοιχεία της ελληνικής ιθαγένειας, μιας ούτε η γλώσσα ούτε η θρησκεία αποδείχτηκαν αποτελεσματικές, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας και τους καθολικούς των νησιών που προφανώς συνεισέφεραν κι αυτοί στον αγώνα, και οι οποίοι κάπως έπρεπε να ενσωματωθούν και αυτοί στο νέο κράτος, [4].
EΠΙΛΟΓΟΣ
Το έθνος δεν είναι κάτι που υπήρχε πάντα. Το έθνος θέλει κόπο και χρόνο να φτιαχτεί. Το έθνος είναι κτητικό. Πρώτα πρώτα, θέλει χώρο, γη που να τη λέει δικιά του, θέλει σύνορα και όρια. Μετά θέλει παρελθόν, θέλει προγόνους ηρωικούς με μεγάλο μπόι και καρδιά. Αλλά και κοινό σκοπό. Κοντολογίς, ένα χαρμάνι από γη, παρελθόν και μέλλον. Θέλει κανάκεμα, θέλει να νοιώθει μοναδικό και περιούσιο. Θέλει τους εθνικούς του ήρωες, τα εθνικά του λάβαρα, τον εθνικό του ύμνο, την εθνική του μουσική, την εθνική βιβλιοθήκη, την εθνική του τράπεζα, το εθνικό του θέατρο, τον εθνικό του κήπο, τον εθνικό του στρατό, το εθνικό σύστημα υγείας, την εθνική του οικονομία, το εθνικό του συμφέρον, τον εθνικό του ποιητή!
Εμάς μας πήρε χρόνο, αλλά το φτιάξαμε όπως και οι περισσότεροι λαοί. Οι Σκοπιανοί θέλουν να κάνουν κιαυτοί το ίδιο. Τίποτε παραπάνω Μόνο που παρα-αργήσανε, έναν αιώνα σχεδόν, και τώρα πια όλα τα πόστα έχουνε πιαστεί. Αναγκαστικά πρέπει να κλέψουν. Και από που θα κλέψουν; Από τους καλύτερους!. Δηλαδή από μας! Και μεις οι αγενείς και οι αχάριστοι τους αποπέμπουμε. Γυρίζουμε πίσω μ’ ένα χαστούκι τη λατρεία και την εκτίμηση που μας δείχνουν. Μακεδονία θέλουν να ονομάζονται αυτοί! Ελλάδα θα τους ονομάσουμε εμείς! Αντί να τους αγκαλιάζουμε στοργικά, να τους στέλνουμε δασκάλους, να τους χτίζουμε Αρσάκεια, να τους μαθαίνουμε Ελληνικά,
τί γαϊδούρια που γινόμαστε καμιά φορά!
Βιβλιογραφία
1. Π. Μ. Κιτρομηλίδης, «Νοερές κοινότητες και οι απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια», στο Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεώτερη Ελλάδα, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1997
2. Stuart Hall, «Το ζήτημα της πολιτιστικής ταυτότητας», στο Η Νεωτερικότητα Σήμερα, εκδ. Σαββάλα.
Αναφορές
[1]. Π. Πιζάνιας, «
Πώς Διαμορφώθηκε η Εθνική Συνείδηση», 25 Μαρτίου 2000, Το Βήμα.
[2]. Ν. Δεμερτζής, «
Πότε Δημιουργήθηκε το Ελληνικό Έθνος», 6 Φεβρουαρίου 2005, Το Βήμα.
[3].
Γ. Μηλιός, «Η Διαμόρφωση του Νεοελληνικού Έθνους και Κράτους, ως Διαδικασία Οικονομικής και πληθυσμιακής Ομογενοποίησης»[4]. Ι. Μichalidis, “The Formation of Greek Citizenship”