Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΚΙΜΙΑ ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΚΙΜΙΑ ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Μαρτίου 2008

ΠΟΛΙΤΙΚΗ: μερικοί ορισμοί στην ξεπέτα


Από το αμέσως προηγούμενο άρθρο μου με τίτλο «Ατομική Καλυτέρευση / Κοινωνική Αλλαγή;», καθώς επίσης και από τα σχόλια που κάνατε και για τα οποία σας ευχαριστώ, νομίζω ότι έμειναν κάπως ξεκρέμαστα δυο κυρίως πράγματα: Πρώτον, το τί εστί Πολιτική και δεύτερον, το τί σημαίνει Καλυτέρευση γενικώς». Λέω «κάπως ξεκρέμαστα» διότι έδωσα έναν ορισμό της Πολιτικής, λίγο πολύ στο πόδι είναι αλήθεια, τον οποίον στη συνέχεια επεξέτεινα σε κάποιο σχόλιο, επίσης στο πόδι. Έλεγα λοιπόν στο κείμενο ότι Πολιτική είναι «Η συλλογική δράση με στόχο την αλλαγή ή βελτίωση των θεσμών» και στο σχόλιο ότι Πολιτική είναι κάτι σαν διαπραγμάτευση με διάφορους κοινωνικούς εταίρους.


Τέλος υπάρχει και ένα τρίτο θεωρητικό ζήτημα, αυτό της συνάρθρωσης του Ιδιωτικού με το Δημόσιο και το ρόλο της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και ένα τέταρτο σχετικά με τη συνάρθρωση Ηθικής και Πολιτικής, αλλά θα τα αφήσω για το μέλλον, γιατί αλλιώς θα πάει μακριά η βαλίτσα.

Μιας και μου αρέσουν οι παστρικές δουλειές, αποφάσισα να συμβουλευτώ κάποιον πιο έγκυρο και κατατοπισμένο από μένα και συγκεκριμένα τον κ. Andrew Heywood καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο Orpington College και συγγραφέα του ογκώδους βιβλίου «Εισαγωγή στην Πολιτική», εκδ. ΠΟΛΙΣ, 2006. Ολόκληρο το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στην εξέταση του «Τί είναι Πολιτική» και η ανάλυση καταλαμβάνει γύρω στις 26 σελίδες, πολλές για να τις αναπαράγω, επομένως θα τσιμπολογήσω ό,τι νομίζω ότι είναι πιο διαφωτιστικό.

Η πρώτη-πρώτη πρόταση αρχίζει με το ότι «η Πολιτική είναι συναρπαστική επειδή οι άνθρωποι διαφωνούν» για το πώς πρέπει να ζουν, για το ποιος πρέπει να παίρνει τις αποφάσεις, για το ποιος παίρνει τι, για το πώς πρέπει να διανέμεται η εξουσία, για το αν η κοινωνία πρέπει να βασίζεται στην σύγκρουση ή τη συνεργασία, για το πόσο επιρροή δικαιούται να έχει ένα άτομο, για το πώς πρέπει να επιλύονται ζητήματα διαφωνίας, και άλλα πολλά.

Πολιτική είναι η δραστηριότητα εκείνη μέσω της οποίας τα ανθρώπινα όντα προσπαθούν να βελτιώσουν τη ζωή τους και να δημιουργήσουν την αγαθή κοινωνία, (κατά Αριστοτέλη).

Η πολιτική είναι «συντονισμένη δράση» (κατά Hannah Arendt), διότι για να επηρεάσουν κάποιες μερίδες τους κανόνες του παιχνιδιού ή να εξασφαλίσουν την ισχύ τους πρέπει να ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΟΥΝ. Πολιτική είναι συνεπώς η διαδικασία διευθέτησης των συγκρούσεων σε μια κοινωνία με πολλές αντιτιθέμενες απόψεις, επιθυμίες και ανάγκες.

Ο ορισμός δε που προτείνει ο συγγραφέας για το τι είναι πολιτική είναι αρκετά ευρύς και αναφέρεται στον «ορισμό, τήρηση και τροποποίηση των γενικών κοινωνικών κανόνων. Αν συγκρίνεται τον δικό μου ορισμό με όσα ελέχθησαν μέχρις εδώ, πέφτω κάπου ανάμεσα στην Arendt και τον Heywood. Not bad για αρχάρια!!

Κατόπιν εξετάζονται και αναλύονται τέσσερις διαφορετικές απόψεις περί πολιτικής, τις οποίες θα παρουσιάσω μόνον επιγραμματικά, για να πάρουμε μια μυρωδιά μόνο, οι εξής:

Η πολιτική ως η τέχνη του κυβερνάν
Η πολιτική ως η ενασχόληση με τα κοινά
Η πολιτική ως συμβιβασμός και συναίνεση
Η πολιτική ως εξουσία και διανομή πόρων.

Σχετικά τώρα με το πεδίο εφαρμογής της πολιτικής γίνεται αρκετός λόγος. Η συμβατική άποψη θέλει την πολιτική στενά εννοούμενη να περικλείει θεσμούς και δρώντες που ενεργούν σε μια δημόσια σφαίρα ασχολούμενη με την συλλογική οργάνωση της κοινωνικής ζωής. Όταν όμως η πολιτική γίνεται κατανοητή με όρους εξουσιαστικά δομημένων σχέσεων, μπορεί να θεωρηθεί ότι επενεργεί εξ ίσου και στην ιδιωτική σφαίρα.


Ερωτήματα που θέτει ο συγγραφέας και τα οποία βρίσκω πολύ ενδιαφέροντα.
  • Αν η πολιτική είναι κοινωνική δραστηριότητα γιατί δεν είναι όλες οι κοινωνικές δραστηριότητες πολιτικές;

  • Είναι η πολιτική αναπόφευκτη; Θα μπορούσε να φτάσει σε κάποιο τέλος; (Αμάν αυτοί οι τελισμοί τέλος πάντων!)

  • Είναι δυνατόν να μελετήσει κανείς την πολιτική αντικειμενικά και χωρίς προκαταλήψεις;

Μέχρις εδώ ασχοληθήκαμε επί τροχάδην με την έννοια της πολιτικής. Το επόμενο θέμα που πρέπει να ξεκαθαρίσω είναι σχετικά με το τι εννοώ λέγοντας "καλυτέρευση της κοινωνικής ζωής". Φυσικά, για να είναι καλύτερη η συμβίωση με τους άλλους θα πρέπει να έχουν την πρέπουσα «κοινωνική συμπεριφορά» που να βασίζεται στην ατομική υπευθυνότητα και την αναγνώριση των ορίων της ελευθερίας και δράσης του καθενός από εμάς, όπως πολύ σωστά θίχτηκε στα σχόλια. Παρά ταύτα, καλυτέρευση της κοινωνίας για μένα σημαίνει άλλα πράγματα, όπως μείωση εισοδηματικών ανισοτήτων, δικαιότερη διανομή του πλούτου, εξασφάλιση εργασίας και κοινωνικών παροχών σε όλους, και άλλα πολλά που είναι γνωστά. Σύμφωνα λοιπόν με αυτόν τον ορισμό νομίζω ότι μια μόνο διέξοδος υπάρχει, αυτή της πολιτικής συλλογικής δράσης.

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2008

Τί Είναι, Μάνα, το Έθνος;


Και μιας εδώ δίπλα, στα βόρεια σύνορα μας συμβαίνει ένα κοσμοϊστορικό γεγονός, αυτό της τελικής πράξης του δράματος «Η εθνική συνείδηση της Μακεδονίας», θα ήθελα να κάνω κάποιες γενικές σκέψεις σχετικά με το τι είναι αυτό το «ζώο» που λέγεται έθνος.

ΟΛΙΓΑ ΠΕΡΙ ΕΘΝΟΥΣ

Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι πολλά, αν θελήσουμε να στοχαστούμε για λίγο πάνω σε έννοιες όπως έθνος, εθνότητα, εθνικισμός και εθνική συνείδηση, όχι σαν προϋπάρχουσες, παγιωμένες κατηγορίες, αλλά σαν έννοιες με ρευστά περιεχόμενα, που αρχίζουν να αναφαίνονται και να αποκτούν υπόσταση στον ευρωπαϊκό χάρτη τον 19ο αιώνα, από την γαλλική επανάσταση και εντεύθεν, με την ίδρυση νέων εθνικών κρατών.

Σχηματικά, μπορούμε να διακρίνουμε δύο απόψεις οι οποίες πραγματεύονται την άρθρωση έθνους και κράτους. Σύμφωνα με την πρώτη, η εθνική συνείδηση προϋπάρχει του κρατικού μορφώματος. Πρόκειται εδώ για τη θεωρία της «εθνικής αφύπνισης», των γερμανών ρομαντικών, όπου το έθνος, μια κοινότητα ανθρώπων με κοινή φυλετική καταγωγή, με πρωτογενείς δεσμούς συγγένειας, με ιστορική και πολιτισμική συνέχεια, με τη σφραγίδα της θείας βούλησης, εν τέλει, κάποια στιγμή συνειδητοποιεί τις απαρχές και τα στοιχεία που το συνθέτουν και οδηγείται στην απελευθέρωση και ανεξαρτησία. Το πού οδήγησαν αυτές οι απόψεις την Ευρώπη τον 20ο αιώνα, είναι περιττό να το μνημονεύσουμε.

Σύμφωνα δε, με τη δεύτερη άποψη, που είναι και η επικρατούσα, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει εθνική συνείδηση χωρίς την ύπαρξη κράτους, δηλαδή, το κράτος προηγείται του έθνους, (E. Hobsbawm). Το έθνος, εδώ, συλλαμβάνεται σαν μια ομάδα ανθρώπων, εν προκειμένω της αστικής τάξης, η οποία επιζητεί πολιτική χειραφέτηση, κυριαρχία σε συγκεκριμένο έδαφος και νομιμοποίηση μέσα από νόμους και θεσμούς. Η απόκτηση εθνικής συνείδησης δεν είναι κάτι το αυτονόητο ή κάτι που συμβαίνει αυτόματα, όπως έφτασε να θεωρείται σήμερα, αλλά διαμορφώνεται μέσα σ’ ένα πλαίσιο κοινών απόψεων, σημασιών, συμβόλων και αναπαραστάσεων. Κυρίαρχο ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση παίζουν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, και συγκεκριμένα οι σχολικοί μηχανισμοί, η συγκρότηση ή κατασκευή μιας κοινής παράδοσης, που άλλοτε μπορεί να είναι αληθινή και άλλοτε επινοημένη, (π.χ. οι παραδόσεις για τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά), η αναφορά σε καταγωγικούς μύθους ή αφηγήσεις περί έθνους, η εξύμνηση ενός μεσαιωνικού, (π.χ. το έπος του Διγενή), ή αρχαίου παρελθόντος και η ανάσυρση από αυτό εικόνων, ιστοριών, πρακτικών, τελετουργιών και συμβόλων που όλα αυτά μαζί σκοπεύουν να δώσουν την αίσθηση της κοινότητας, ταύτισης και αλληλεγγύης ανάμεσα σ’ όλους αυτούς, που από διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικές φυλετικές καταγωγές, ακόμα και γλώσσες, βρέθηκαν να ενοικούν τα γεωγραφικά όρια ενός νέου κράτους.


Από τα προλεγόμενα, εύκολα μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι, πριν από το τέλος του 18ου αιώνα οι άνθρωποι δεν αυτοπροσδιορίζονταν σε επίπεδο εθνότητας, (γλώσσα και πολιτισμικά χαρακτηριστικά). Στην δική μας περίπτωση το γεγονός αυτό, (οι Έλληνες, δηλαδή, να αυτοπροσδιορίζονται σαν Έλληνες), άρχισε ήδη να συντελείται αργά και αμυδρά από τον 15ο αιώνα [1], χωρίς όμως να παραβλέπεται το γεγονός ότι η κυρίαρχη ταυτότητα ήταν αυτή του χριστιανού που διαφοροποιούνταν απ’ την αντίστοιχη του μουσουλμάνου. Το έθνος, όμως, σαν πολιτική κοινότητα που διεκδικεί τον δικό της χώρο και τους δικούς της θεσμούς, είναι απότοκο της νεωτερικότητας, του 18ου και 19ου αιώνα, οπότε και αρχίζει να διεκδικεί και την εδαφική και την πολιτική του συγκρότηση.

Το κομβικό ζήτημα είναι να διακρίνει κανείς το έθνος από την εθνότητα, με την έννοια ότι το έθνος κατασκευάζεται από την εθνότητα μέσω του εθνικισμού, [2]. Ο εθνικισμός, σαν πολιτική ιδεολογία, λαμβάνει το πρωτογενές υλικό της εθνότητας, δηλαδή τη γλώσσα, τις ιστορικές μνήμες, τη θρησκεία, κ.α., το οποίο υλικό αναδημιουργεί επιλεκτικά, ανασημασιοδοτεί, ομογενοποιεί και ταξινομεί, για να κατασκευάσει την «εθνική ταυτότητα», το «εθνικό προφίλ» με τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετεί κάθε φορά συγκεκριμένες πολιτικές σκοπιμότητες της άρχουσας τάξης, βλέπε για παράδειγμα Μεγάλη Ιδέα. Υπ’ αυτήν την έννοια το έθνος δεν είναι μια προϋπάρχουσα και ακλόνητη κατασκευή, αλλά με το περιεχόμενό της να δομείται και να διαμορφώνεται ιστορικά όταν μεταβάλλονται οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες.

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Στη διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας οι διάφορες κοινότητες συγκροτούνται με βάση τα θρησκευτικά προσδιορισμένα μιλέτ, που είναι διαφορετικά για τους ορθόδοξους, τους μουσουλμάνους, τους εβραίους και τους αρμένιους, και όχι βάσει των ομιλουμένων γλωσσών ή άλλων προσδιορισμών που να έχουν σχέση με κάποιο κοινό ιστορικό παρελθόν, πολιτισμό ή φυλετική καταγωγή. Μέσα, λοιπόν, στο ορθόδοξο μιλέτ, (ρουμ-μιλέτ) και κάτω από τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, συνυπάρχουν μαζί με τους ελληνόφωνους, σλαβόφωνοι, αλβανόφωνοι και βλαχόφωνοι πληθυσμοί. Παρ’ όλα αυτά, από τα μέσα ήδη του 18ου αιώνα, υπάρχει μια συστηματική προσπάθεια καλλιέργειας εθνικής συνείδησης μέσα από κείμενα Ελλήνων διανοουμένων της αλλοδαπής, επηρεασμένων από το κλίμα του Διαφωτισμού οι οποίοι και χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα σαν μέσο επικοινωνίας. Η φιλολογία δε, που παράγεται την περίοδο αυτή εισάγει για πρώτη φορά τις έννοιες διαφορετικών εθνοτικών ταυτοτήτων στη βαλκανική κοινωνία, επιτυγχάνοντας τη σταδιακή διαφοροποίηση των πληθυσμών της.




Η διαμόρφωση ελληνικής εθνικής συνείδησης μέχρι την έκρηξη της επανάστασης του 1821, αλλά και για τα επόμενα χρόνια, αποτελεί απόρροια ενός ευρύτερου κοινωνικού και οικονομικού μετασχηματισμού που προκύπτει από την ανάπτυξη του εμπορικού κεφαλαίου. Πρόκειται για μια διαδικασία εξελληνισμού χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που συντελέστηκε εξ αιτίας του κύρους, της κινητικότητας και της εμβέλειας των ελλήνων εμπόρων, του αρχαιοελληνικού κλέους, αλλά και της προνομιακής θέσης της ελληνικής γλώσσας στα βαλκάνια. Άλλωστε η ελληνική αποτελεί αφ’ ενός τη γλώσσα της Ορθοδοξίας, αφ’ ετέρου τη μοναδική τυπωμένη γλώσσα από τον 17ο αιώνα και εντεύθεν [3].

Είναι γνωστό ότι στην επανάσταση του 1821 συστρατεύονται παράλληλα με τους ελληνόφωνους και αλλόγλωσσοι χριστιανικοί πληθυσμοί, π.χ. αλβανόφωνοι, ή πληθυσμοί με διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις, οι οποίοι όμως αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους σαν έλληνες, και τούτο, ανάμεσα στα άλλα προαναφερθέντα, και εξ αιτίας της απουσίας άλλων σημαντικών ανταγωνιστικών εθνικισμών την περίοδο εκείνη στα Βαλκάνια. Αυτό θα συμβεί αρκετά αργότερα, στο τέλος του 19ου αιώνα και θα οδηγήσει στον Μακεδονικό Αγώνα και τους Βαλκανικούς Πολέμους λίγο αργότερα, με κύρια αιτία τους ανταγωνισμούς για τον προσεταιρισμό χριστιανικών πληθυσμών με ασαφή ακόμα εθνική συνείδηση στο εθνικό τους σώμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Υψηλάντης καλεί μεταξύ άλλων και Σέρβους και Βουλγάρους ν’αγωνιστούν υπέρ της «φίλης ημών πατρίδος Ελλάδος», σε αρμονία με το πνεύμα των πατέρων τους που θυσιάστηκαν στον Μαραθώνα, τις Θερμοπύλες κ.λ.π., [3].

Το νέο κράτος, λοιπόν, που προέκυψε από τον αγώνα του 1821 έπρεπε να επιστρατεύσει όλα τα μέσα που είχε στη διάθεσή του για να πετύχει την ενσωμάτωση όλων αυτών των πληθυσμών, μιας και προέρχονταν από διαφορετικές περιοχές, να τους ομογενοποιήσει, να επιτύχει την ταύτισή τους με την ευρύτερη πατρίδα αντί με τις τοπικές κοινότητες, να συγκεράσει τοπικές αντιθέσεις, να εξουδετερώσει τοπικά συμφέροντα, να εξομαλύνει τη γλώσσα και να τους εντάξει σ’ ένα κοινό πολιτισμικό περιβάλλον. Είναι χαρακτηριστικό, ότι χρειάστηκαν να περάσουν αρκετά συντάγματα για να προσδιοριστούν τελικά τα συστατικά στοιχεία της ελληνικής ιθαγένειας, μιας ούτε η γλώσσα ούτε η θρησκεία αποδείχτηκαν αποτελεσματικές, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας και τους καθολικούς των νησιών που προφανώς συνεισέφεραν κι αυτοί στον αγώνα, και οι οποίοι κάπως έπρεπε να ενσωματωθούν και αυτοί στο νέο κράτος, [4].

EΠΙΛΟΓΟΣ

Το έθνος δεν είναι κάτι που υπήρχε πάντα. Το έθνος θέλει κόπο και χρόνο να φτιαχτεί. Το έθνος είναι κτητικό. Πρώτα πρώτα, θέλει χώρο, γη που να τη λέει δικιά του, θέλει σύνορα και όρια. Μετά θέλει παρελθόν, θέλει προγόνους ηρωικούς με μεγάλο μπόι και καρδιά. Αλλά και κοινό σκοπό. Κοντολογίς, ένα χαρμάνι από γη, παρελθόν και μέλλον. Θέλει κανάκεμα, θέλει να νοιώθει μοναδικό και περιούσιο. Θέλει τους εθνικούς του ήρωες, τα εθνικά του λάβαρα, τον εθνικό του ύμνο, την εθνική του μουσική, την εθνική βιβλιοθήκη, την εθνική του τράπεζα, το εθνικό του θέατρο, τον εθνικό του κήπο, τον εθνικό του στρατό, το εθνικό σύστημα υγείας, την εθνική του οικονομία, το εθνικό του συμφέρον, τον εθνικό του ποιητή!

Εμάς μας πήρε χρόνο, αλλά το φτιάξαμε όπως και οι περισσότεροι λαοί. Οι Σκοπιανοί θέλουν να κάνουν κιαυτοί το ίδιο. Τίποτε παραπάνω Μόνο που παρα-αργήσανε, έναν αιώνα σχεδόν, και τώρα πια όλα τα πόστα έχουνε πιαστεί. Αναγκαστικά πρέπει να κλέψουν. Και από που θα κλέψουν; Από τους καλύτερους!. Δηλαδή από μας! Και μεις οι αγενείς και οι αχάριστοι τους αποπέμπουμε. Γυρίζουμε πίσω μ’ ένα χαστούκι τη λατρεία και την εκτίμηση που μας δείχνουν. Μακεδονία θέλουν να ονομάζονται αυτοί! Ελλάδα θα τους ονομάσουμε εμείς! Αντί να τους αγκαλιάζουμε στοργικά, να τους στέλνουμε δασκάλους, να τους χτίζουμε Αρσάκεια, να τους μαθαίνουμε Ελληνικά,
τί γαϊδούρια που γινόμαστε καμιά φορά!

Βιβλιογραφία
1.
Π. Μ. Κιτρομηλίδης, «Νοερές κοινότητες και οι απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια», στο Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεώτερη Ελλάδα, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1997
2. Stuart Hall, «Το ζήτημα της πολιτιστικής ταυτότητας», στο Η Νεωτερικότητα Σήμερα, εκδ. Σαββάλα.


Αναφορές

[1]. Π. Πιζάνιας, « Πώς Διαμορφώθηκε η Εθνική Συνείδηση», 25 Μαρτίου 2000, Το Βήμα.
[2]. Ν. Δεμερτζής, «Πότε Δημιουργήθηκε το Ελληνικό Έθνος», 6 Φεβρουαρίου 2005, Το Βήμα.
[3]. Γ. Μηλιός, «Η Διαμόρφωση του Νεοελληνικού Έθνους και Κράτους, ως Διαδικασία Οικονομικής και πληθυσμιακής Ομογενοποίησης»
[4]. Ι. Μichalidis, “The Formation of Greek Citizenship”

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2008

Τι είναι, μάνα, η "Μάζα";


Ακούω συχνά τους φίλους μου να παραπονιούνται πως γράφω μόνο γι’ άσκημα πράγματα, πως βλέπω μόνο την κακή πλευρά των ανθρώπων. «Καλά, τίποτε καλό δεν βρίσκεις για να γράψεις;», μου λένε προκλητικά. [Θέλουν να προσθέσουν και το «βρε συφοριασμένη» στο τέλος, αλλά επειδή είναι φίλοι δεν τολμούν να το πουν, ούτε καν να το διανοηθούν].

Φυσικά και υπάρχει το «καλό», μόνο που εγώ έχω πάθει στραβισμό και κοιτάζω προς ορισμένη κατεύθυνση. Ελπίζω, προσωρινά. Όχι ότι δεν σημειώνω στο τεφτέρι και τα καλά, αυτά που τα 'χω για προσάναμμα σε χαλεπούς καιρούς. Θα αναφερθώ και σε δαύτα, μα στο προσεχώς.

«Καλά», μου λένε πάλι, «ποτέ δε σε βλέπουμε να στοχεύεις τα βέλη σου στα ψηλά. Τον κακό τον λόγο τον έχεις μόνο για τους ανώνυμους, τους διπλανούς σου, τους τυχαίους, τους απλούς, αυτούς που συνιστούν τον μέσο όρο, τους κακόμοιρους, τους κακομοιριασμένους, τους άχρωμους, τους άοσμους, τους φιλήσυχους, τους νοικοκυραίους».

Αλήθεια είναι. Για το λόγο ότι οι παραπάνω είναι και οι περισσότεροι και ότι τους βλέπω πιο συχνά. Μπορεί νάναι λίγοι αυτοί που αποφασίζουν και κινούν τα νήματα, αλλά οι άλλοι, παρ’ όλο που είναι και οι περισσότεροι, θες από φόβο θες από παραίτηση, σκύβουν το κεφάλι και ακολουθούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν κάνουν κι οι ίδιοι κακό. Κακό κάνουμε και όταν δεν κάνουμε τίποτε, ενώ θα μπορούσαμε, για ν’ αποτρέψουμε το κακό. Παθητικοί, αποχαυνωμένοι, ευνουχισμένοι, χειραγωγίσιμοι, χάσκοντας και χασκογελώντας, αγελαίοι, με άγνοια της άγνοιά τους, αυτάρεσκοι και τυφλωμένοι, κοντόφθαλμοι, εστιασμένοι στα δάνεια, στις δόσεις και στα Malls, στα ριάλιτι και στις σειρές, στη μέρα που ’ναι νάρθει μόνο και τίποτε πιο πέρα. Βλέπετε τίποτε το καλό σ’ αυτό; Δεν ξέρω, αλλά εμένα η γιαγιά μου μού έλεγε πως όταν βλέπουμε ένα σπίτι να καίγεται αρπάζουμε έναν κουβά νερό και τρέχουμε, κι όταν βλέπουμε έναν να πνίγεται, κάνουμε το παν να τον τραβήξουμε πίσω στη στεριά. Δεν καθόμαστε να χαζεύουμε από απόσταση, ούτε σβήνουμε τα φώτα και τραβάμε τις κουρτίνες για να μην βλέπουμε, ούτε ανεβάζουμε την ένταση της τηλεόρασης για να μην ακούμε.


Τι είναι Μάζα;

Η Μάζα είναι ένα σώμα με δύναμη εκατομμυρίων. Προφανώς, έχει ιδιότητες διαφορετικές από τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά των ατόμων που τη συναρτούν. Το νερό σαν υγρό έχει τελείως άλλες ιδιότητες από το μεμονωμένο μόριο. Η κυρά Μαρία της διπλανής πόρτας που μου ποτίζει τα λουλούδια όταν λείπω για spa στην Ελβετία είναι άλλο πράγμα απ’ την κυρα Μαρία που κρατά το λάβαρο του ’21 στη διαδήλωση για τις ταυτότητες και το Μακεδονικό. Στην πρώτη περίπτωση είναι άνθρωπος, στη δεύτερη είναι Μάζα.

Η Μάζα είναι εύπιστη, χειραγωγίσιμη, οπαδική. Έχει αδράνεια, είναι διανοητικά κατώτερη από τον μεμονωμένο άνθρωπο. Χρειάζεται αρχηγό και καθοδηγητή στον οποίο είναι έτοιμη να εκχωρήσει αρμοδιότητες που να παίρνει αποφάσεις γιαυτήν. Χρειάζεται θεό, μύθο και θρησκεία.

Στη σημερινή εποχή το τέμπο το δίνουν τα ΜΜΕ, τα οποίοι είναι και οι κυρίαρχοι μηχανισμοί παραγωγής ιδεολογίας και όχι το κράτος όπως ήταν παλιότερα. Μάζα και τηλεόραση αποτελούν ένα πανίσχυρο και θανάσιμο σύμπλεγμα. Το ένα τρέφει τ’ άλλο και τα δυο την εξουσία. Η τηλεόραση εξυπηρετεί συμφέροντα, κυρίως οικονομικά και η ιδεολογία που παράγεται, που εδραιώνεται και διακινείται είναι, όπως είναι και το φυσιολογικό, προς την κατεύθυνση που εξυπηρετεί την παρούσα κοινωνικο-οικονομική τάξη. Το κράτος όπως πάντα, αλλά κυρίως τώρα, είναι έρμαιο των συμφερόντων και βαθμιαία περιθωριοποιείται.


Αυτά.
Μέχρις εδώ, για να μην σας θυμίσω ινστρούχτορα και σιχτιρίσετε. Νομίζω ότι όλα αυτά και άλλα τόσα είναι λίγο-πολύ γνωστά και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω.

Η Μάζα εκχωρεί υποταγή και βούληση και επιζητεί προστασία. Τα ίδια πάνω-κάτω αιτήματα στα οποία στηρίχτηκε και ρίζωσε η δουλοπαροικία. Όταν στα 1861 ο τσάρος Αλέξανδρος ο Β! την κατάργησε, δεν ήταν λίγοι οι δουλοπάροικοι που απεμπόλησαν την ελευθερία τους επιζητώντας πάλι την προστασία του αφέντη. Η Μάζα θέλει ασφάλεια και όχι ελευθερία. Σας θυμίζει τίποτε αυτό μετά την 11/9; Και τι κάνει η Μάζα όταν θεωρήσει, όταν την πείσουν ότι απειλείται; Πογκρόμ! Και τι έρχεται μετά τα πογκρόμ; Ο ολοκληρωτισμός και η ασφυξία!

Τη μάζα την κολάκευαν και συνεχίζουν να την κολακεύουν τόσο οι αριστεροί όσο και οι ακροδεξιοί. Γιαυτούς μάζα είναι λαός, οπαδός, όργανο, ασπίδα. «Ο λαός έχει αισθητήριο, ο λαός μόνο γνωρίζει το καλό και το σωστό», «ό,τι είναι για τον λαό αυτό είναι και το καλό και το δίκαιο», «Τσοβόλα, δώστα όλα», «δίκαιο είναι το δίκαιο του εργάτη», συνθήματα που ακόμα και σήμερα δεν έπαψαν να ακούγονται, με μικρότερη είναι αλήθεια ένταση κι απήχηση, απ’ ότι τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η σημερινή εποχή γύρισε την πλάτη στη Μάζα κι επιστράτευσε τη ρητορεία της να αναδείξει το Εγώ, το άτομο, την ατομικότητα, σαν τις νέες αξίες τις καλύτερα προσαρμοσμένες στην καταναλωτική στροφή της κοινωνίας. Παλιά αυτό που ενδιέφερε ήταν να καταναλώνουν Ιδεολογίες και ως προς αυτό, η Μάζα βόλευε πιότερο. Αλλά για να καταναλώσεις προϊόντα, ρούχα, παπούτσια υπηρεσίες κ.λ.π., πρέπει να είσαι άτομο.

Αλλά τί άτομο; Όχι άτομο-πολίτης αλλά άτομο-καταναλωτής. Άτομο προσαρμοσμένο στις συνθήκες μαζικής παραγωγής, άτομο εγγυητής της ύπαρξης, διεύρυνσης και αναπαραγωγής της διαδικασίας. Οπότε και εγεννήθη το «Μαζικοποιημένο Άτομο». Νεολογισμός θα μου πείτε, αλλά δεν βρίσκω καλύτερη λέξη για να προσδιορίσω το άτομο εκείνο το οποίο ενώ νομίζει ότι έχει γίνει αυτόνομο, μοναδικό και αυτοπραγματωμένο, παντοδύναμο και κυρίαρχο, στην πραγματικότητα δεν αποτελεί παρά μια δίδυμη σταγόνα του διπλανού του ως προς τον τρόπο του φέρεσθαι και σκέπτεσθαι, καθώς και μια αμελητέα ποσότητα στη διαχείριση και άσκηση της εξουσίας. Είναι κωμικό, να βλέπει κανείς άτομα να υπερασπίζονται τις αξίες και τα θέλω τους μ’ ένα λεξιλόγιο πομπώδες, κενό νοήματος, κοινότοπο και πανομοιότυπο με αυτά που εκφύονται και ανακυκλώνονται στα μεσημεριανάδικα τύπου Τατιάνας Δρούζα και των παρομοίων τους. Πόσο σοβαρά να τα πάρεις τα θέλω τους;

Αυτή την «εξατομικευμένη Μάζα» φοβάμαι, αυτή που άγεται απ’ τα πρωινάδικα των 10, απ’ τα μεσημεριανάδικα των 3 και από τα δελτία των 8. Αυτή που επιζητεί γονείς και κηδεμόνες, που πέφτει μόνη της μες τα σκατά, (δάνεια, κάρτες, κ.λ.π.) και μετά ζητάει κάποιον να τη σώσει, αυτή που απ’ τη μια τους ψηφίζει, κι απ’ την άλλη τους βρίζει, και που πάλι θα τους ξαναψηφίσει.



Και κλείνω με μερικά παραδείγματα μέσα από την ιστορία για τη συμπεριφορά της μάζας:
1).
Είναι γνωστό ότι τόσο ο Μοσουλίνι όσο και ο Χίτλερ ήρθαν στην εξουσία όχι με κάποιο πραξικόπημα, αλλά νόμιμα και με εκλογές. Και δεν ήταν διαφορετικοί όταν ήρθαν στην εξουσία απ’ ότι μετά που την κατέκτησαν. Το ποιόν τους ήταν γνωστό εξ αρχής.

2). Ο Μπους εισέβαλε στο Ιράκ, όχι επειδή επιβλήθηκε σε κάποια προϋπάρχουσα αντίθετη θέληση, αλλά επειδή πρώτα φρόντισε να έχει την συναίνεση της πλειοψηφίας του Αμερικανικού λαού, την οποία βεβαίως κατασκεύασε και υφάρπασε με πλαστογραφημένα στοιχεία που διοχέτευσε στα Media. Τις αντίθετες όμως φωνές, οι οποίες, και φυσικά, υπήρχαν, η μάζα όπως πάντα τις αγνόησε.

3). Οι μάζες λάτρεψαν τον Στάλιν σαν θεό, παρά τα αρκετά εκατομμύρια που πέθαναν στα γκούλαγκ, στην Σιβηρία, στην Καρελία, στην Ουκρανία από την εξαναγκασμένη κολεκτιβοποίηση και την επακόλουθη πείνα, καθώς και στα υπόγεια της KGB.

4). Η Ιερά Εξέταση, η Τρομοκρατία στη Γαλλική Επανάσταση, οι διάφορες Νύχτες, (του Αγ. Βαρθολομαίου, των Κρυστάλλων κ.α.) δεν αποτελούν έργα των βασιλιάδων ή του Ροβεσπιέρου ή του Δαντών, αλλά έργα της Μάζας.

Γι αυτό το λόγο γκρινιάζω. Επειδή καμιά φορά φοβάμαι.