Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ / Δ. Καζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ / Δ. Καζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Μαΐου 2010

Δ. Καζάκης: Διευκρινιστικές Απαντήσεις για την Αναδιάρθρωση του Χρέους


Δ. Καζάκης
13-5-2010

Σχετικά με τα ερωτήματα που τέθηκαν θα προσπαθήσω να απαντήσω όσο πιο επιγραμματικά μπορώ.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά:


1- Η μονομερής άρνηση πληρωμής του χρέους μέσα από την παύση πληρωμών προς τους δανειστές είναι σίγουρο ότι δεν μπορεί να συμβεί εντός ΟΝΕ. Αυτό για δυο λόγους:

Αφενός, γιατί το ευρώ είναι ο πιο αποτελεσματικός μηχανισμός πειθαναγκασμού μιας οικονομίας να ακολουθήσει την προδιαγεγραμμένη πορεία που έχουν αποφασίσει οι τραπεζίτες και οι χρηματιστές της ευρωζώνης.

Αφετέρου, γιατί μια οικονομία που θέλει να ορθοποδήσει, ειδικά μετά από μια τέτοια ενέργεια όπως η μονομερής άρνηση πληρωμής του χρέους, χρειάζεται, έχει ανάγκη το εθνικό της νόμισμα. Διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει.

Αυτό συνεπάγεται αυτόματη έξοδο και από την ΕΕ;

Όχι απαραίτητα. Η συνθήκη του Μάαστριχτ δεν προβλέπει καμμιά διαδικασία αντιμετώπισης του χρέους, εκτός από το γνωστό κριτήριο. Αυτό είναι και καλό και κακό. Καλό γιατί σου επιτρέπει καταρχάς να εμφανίσεις τη μονομερή διαγραφή χρεών ως τον μόνο τρόπο για να εξαλείψεις το χρέος σου, σύμφωνα με τα κριτήρια του Μάαστριχτ.
Κακό γιατί η συνθήκη εναποθέτει στην Κομισιόν και στη Σύνοδο ηγετών τον τρόπο και τα μέσα δημοσιονομικής αντιμετώπισης των κριτηρίων του Μάαστριχτ. Επομένως δεν μπορούν να σε διώξουν εύκολα με βάση τη συνθήκη του Μάαστριχτ. Αντίθετα θα προσπαθήσουν να σε κρατήσουν μέσα για να σε πιέσουν όσο αυτό είναι δυνατό για να ακολουθήσεις τον «ίσιο δρόμο», δηλαδή τον δρόμο των διεθνών τοκογλύφων και κερδοσκόπων.

Δείτε για παράδειγμα τι γίνεται με την Ισλανδία. Η χώρα αυτή, ένα νησί στο βόρειο αρκτικό, παρά το γεγονός ότι είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Ζώνης και μέλος του ΝΑΤΟ, οι ξεσηκωμένοι Ισλανδοί δεν επιτρέπουν στις κυβερνήσεις τους να διαπραγματευτούν το χρέος της χώρας, το οποίο σημειώτεον είναι ιδιωτικό, δηλαδή των ιδιωτικών τραπεζών, που όμως έχει αναγνωρίσει το επίσημο κράτος ως εξωτερικό χρέος της χώρας. Και παρά το γεγονός ότι η άρνηση αυτή τινάζει στο αέρα τα λεγόμενα «ευρωπαϊκά κεκτημένα» (ελευθερία κίνησης κεφαλαίου, ανταγωνισμός, κοκ) η ΕΕ ούτε που σκέφτεται να αρνηθεί την ένταξη της Ισλανδίας στους κόλπους της με βάση την αίτηση που έκανε η χώρα αυτή τον Ιούλιο του 2009.

Βέβαια το διευθυντήριο της ΕΕ ποντάρει στο ότι η ένταξη της Ισλανδίας θα την αναγκάσει να υποταχθεί στις απαιτήσεις των Βρετανών, Γάλλων, Γερμανών και Ολλανδών για αποζημιώσεις. Αυτό όμως που δεν υπολογίζουν είναι ότι οι Ισλανδοί αν και φιλικά διακείμενοι προς την ΕΕ μέχρι πριν ένα χρόνο, σήμερα ούτε που θέλουν να ακούσουν για ΕΕ, ευρώ και ΟΝΕ.

Όπως και να ‘χει αυτό που μετρά πάνω απ’ όλα είναι η αποφασιστικότητα ενός λαού να βρει το δρόμο του και να σταθεί στα πόδια του. Αν η ΕΕ σταθεί εμπόδιο σ’ αυτήν την προσπάθεια, τότε τι θα πρέπει να πράξει ο λαός και η χώρα;

Το σίγουρο είναι ότι από τη στιγμή που η Ελλάδα αποφασίσει να προχωρήσει σε μονομερή άρνηση πληρωμής του χρέους και αποχωρήσει από τη ζώνη του ευρώ, τότε θα δούμε πρωτοφανείς εξελίξεις σ’ όλες τις χώρες της ΕΕ. Θα δούμε να ξεσπάνε ισχυρότατες λαϊκές αντιδράσεις σ’ όλες τις χώρες της ευρωζώνης, ακόμη και στη Γερμανία. Ποιος ευρωπαίος εργαζόμενος θα συνεχίσει να ανέχεται την επ’ αόριστο μονόπλευρη λιτότητα, την καρατόμηση των εργασιακών, ασφαλιστικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του, κοκ στο όνομα του «ισχυρού ευρώ», όταν οι Έλληνες θα δείξουν ότι υπάρχει εναλλακτική; Ιδίως σήμερα που μετά την πρόσφατη απόφαση των ηγετών της ΕΕ φτιάχνεται μηχανισμός αυστηρής επιτροπείας και επιτήρησης με την συνδρομή του ΔΝΤ για όλες τις χώρες της ευρωζώνης. Ο εφιάλτης του ΔΝΤ δεν αφορά πλέον μόνο τους «κακούς» και «τεμπέληδες» Έλληνες, ή μόνο τους «νότιους», αλλά όλους του ευρωπαίους εργαζόμενους.


2- Η εθνικοποίηση των βασικών τραπεζών με πρώτη και κύρια την Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να γίνει χωρίς το κράτος να πληρώσει τίποτε. Μην ξεχνάτε ότι το κράτος έχει ήδη τροφοδοτήσει τις τράπεζες με 28 δις ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν στο μετοχικό κεφάλαιο των τριών-τεσσάρων μεγαλύτερων τραπεζών.

Κι όχι μόνο αυτό. Οι τράπεζες αυτές κατέχουν ήδη στα χαρτοφυλάκια τους σημαντικό μέρος των ελληνικών ομολόγων χρέους, με τα οποία κερδοσκοπούν αντλώντας ρευστότητα από την ΕΚΤ. Και μόνο αυτό αρκεί για το κράτος να πάρει στα χέρια του τις μεγάλες εμπορικές τράπεζες ώστε να σταματήσει αυτή την κερδοσκοπία εις βάρος του. Επιπλέον οι τράπεζες εδώ και χρόνια αρνούνται να πειθαρχήσουν σε εκατοντάδες αποφάσεις των δικαστηρίων της χώρας, αλλά και σε νόμους του κράτους, που αφορούν σε καταστρατήγηση δικαιωμάτων πελατών τους, παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις, απάτες εναντίον οφειλετών, κοκ.

Τι θα κόστιζε στο κράτος να μαζέψει όλες αυτές τις αναδρομικές οφειλές συν τα πρόστιμα και τις καθυστερήσεις – όπως έχει το δικαίωμα – και να τις κάνει απαιτητές εδώ και τώρα από τις τράπεζες παίρνοντας ασφαλιστικά μέτρα εναντίον τους; Κάτι που παρεμπιπτόντως όφειλε να κάνει εδώ και πολλά χρόνια. Στο βαθμό που οι τράπεζες δεν έχουν να πληρώσουν, το κράτος κάλλιστα μπορεί να προχωρήσει σε μετοχοποίηση των οφειλών τους παίρνοντας το «πακέτο των μετοχών» αυτών των τραπεζών στα χέρια του.

Για να μην πούμε τι θα συμβεί αν το κράτος αποφασίσει να ερευνήσει τις τράπεζες για ξέπλυμα χρήματος και μάλιστα από το εξωτερικό. Για να πάρουμε μια ιδέα του μεγέθους της μηχανής ξεπλύματος που έχουν στήσει οι ελληνικές τράπεζες, θα πούμε μόνο ότι με βάση τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος κάθε χρόνο τα τελευταία χρόνια γύρω στα 10 με 20 δις ευρώ εισέρχονται στην χώρα ως repos και προθεσμιακές καταθέσεις σε ελληνικές τράπεζες, παρά το γεγονός ότι τα επιτόκια που δίνονται στην Ελλάδα για τέτοιου είδους καταθέσεις είναι πολύ χαμηλότερα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.


3- Ναι, κάποιες τράπεζες από τις μικρότερες – ειδικά αυτές που είναι πιο εκτεθειμένες σε επενδύσεις με ομόλογα και παράγωγα – θα κινδυνεύσουν να χρεοκοπήσουν. Όμως έτσι ή αλλιώς θα συμβεί αυτό, όπως πηγαίνει η κατάσταση. Με την εθνικοποίηση των βασικών τραπεζών και της Τραπέζης της Ελλάδος, όλες οι τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα (γύρω στις 35) θα αναγκαστούν να προσαρμοστούν σε νέους κανόνες χρηματοπιστωτικής πολιτικής. Αντί οι τράπεζες να συγκεντρώνουν στα χέρια τους όλο το ρευστό της οικονομίας για να πουλάνε δάνεια και να τα τιτλοποιούν κατόπιν, θα αναγκαστούν να διοχετεύουν ρευστότητα σε επιχειρήσεις (κυρίως μικρομεσαίες) και νοικοκυριά με όρους κάθε άλλο παρά σαράφικους, σε περιβάλλον πλήρους διαφάνειας που δεν επιτρέπει κερδοσκοπίες και φούσκες.

Είναι σίγουρο ότι κάποιες από τις τράπεζες που θα παραμείνουν ιδιωτικές δεν θα αντέξουν αυτό το νέο περιβάλλον χρηματοπιστωτικής διαχείρισης και πολιτικής. Θα πτωχεύσουν. Τι να κάνουμε, αυτά έχει η ζωή. Το μόνο που μπορεί και πρέπει να κάνει το κράτος είναι, αφενός, να θεσπίσει ρήτρες, ελέγχους και ποινές που θα αποτρέπουν την δόλια πτώχευση και, αφετέρου, να εγγυηθεί σε κάθε περίπτωση τις λαϊκές καταθέσεις που βρίσκονται στα χέρια αυτών των τραπεζών.


4- Η κύρια δανειακή έκθεση των ΟΤΑ, των πρώην ΔΕΚΟ, αλλά και των περισσοτέρων ιδιωτικών επιχειρήσεων είναι προς το εσωτερικό της χώρας. Δηλαδή προς τις εμπορικές τράπεζες του εσωτερικού. Αυτό σημαίνει ότι την εθνικοποίηση των βασικών τραπεζών θα ακολουθήσει και μια ρύθμιση των χρεών που έχουν συσσωρεύσει οργανισμοί, επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Κάποια από αυτά τα χρέη θα διαγραφούν, ιδίως όταν πρόκειται για χρέη που είναι αδύνατο να αποπληρωθούν από τον οφειλέτη, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία μιας καινούργιας αρχής. Κάποια άλλα θα ρυθμιστούν με τέτοιο τρόπο ώστε να ελαφρύνουν σημαντικά το βάρος της εξυπηρέτησης.

Όσο για τις λίγες πολύ μεγάλες επιχειρήσεις που έχουν δάνεια από το εξωτερικό, αν πρόκειται για ιδιωτικές η παύση πληρωμών του κράτους δεν θα τις επηρεάσει, αν πρόκειται για δημόσιες. Η αποπληρωμή των δανείων του εξωτερικού θα εκτιμηθεί κατά περίπτωση, ανάλογα με το αν και κατά πόσο έχουν συναφθεί για να εκτελεστούν επενδύσεις, ή πρόκειται για τις γνωστές λεόντειες συμβάσεις ρεμούλας και κερδοσκοπίας. Γενικά μια οικονομία σε παραγωγική ανάπτυξη δεν έχει ανάγκη εξωτερικού δανεισμού, η εσωτερική τραπεζική αγορά – στο βαθμό που λειτουργεί αναπτυξιακά – μπορεί κάλλιστα να ικανοποιήσει τις δανειακές ανάγκες επιχειρήσεων και κράτους.

Μόνο όταν πρόκειται για πολύ μεγάλα επενδυτικά σχέδια είναι πιθανό να χρειαστούν δανειακά κεφάλαια από το εξωτερικό. Σ’ αυτή την περίπτωση το κράτος μπορεί να απευθυνθεί στη διεθνή αγορά για τη χρηματοδότηση του συγκεκριμένου επενδυτικού σχεδίου είτε μέσα από διακρατικές συμφωνίες, είτε μέσα από συμπράξεις με πολυεθνικές που θα εξασφαλίζουν και τη μεταφορά τεχνογνωσίας της χώρας, είτε με απευθείας χρηματοδότηση από διεθνείς τράπεζες, χωρίς τη διαμεσολάβηση της αγοράς ομολόγων, κοκ. Τρόποι υπάρχουν πολλοί. Το βασικό είναι η σωστή μελέτη και εφαρμογή του επενδυτικού σχεδίου ώστε η υλοποίησή του να εξασφαλίσει και την αποπληρωμή των δανεικών. Δεν υπάρχουν χώρες στον κόσμο, όσο άσχημα κι αν έχει βαθμολογηθεί η διεθνής πιστοληπτική τους ικανότητα, που να χρειάστηκε με κάποιο τρόπο να βρουν κεφάλαια από την παγκόσμια αγορά και να μην βρήκαν.


5- Καταρχάς η άρνηση της πληρωμής του χρέους δεν μπορεί να γίνει χωρίς την μαχητική υποστήριξη του λαού. Το έχω ξαναγράψει, αλλά φανταστείτε μια κυβέρνηση που θα βγει και αντί να ανακοινώσει περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, κλπ., να πει ότι αρνείται να πληρώσει τους ξένους δανειστές γιατί αρνείται να θέσει τη χώρα και το λαό της στο «γύψο» της ΕΕ και του ΔΝΤ. Αν υπάρξει μια τέτοια κυβέρνηση που υπερασπιζόμενη τη χώρα, τη δουλειά, το εισόδημα, τη σύνταξη και τα δικαιώματα του εργαζόμενου λαού, στείλει κυριολεκτικά στο διάολο τον «μηχανισμό στήριξης» της ΕΕ και του ΔΝΤ, μαζί με τους ξένους δανειστές και για να το κάνει αυτό ζητήσει τη μαχητική στήριξη του λαού, υπάρχει κανείς που αμφισβητεί την πάνδημη ανταπόκριση του λαού; Ποιος θα τολμήσει να πειράξει μια κυβέρνηση που θα έχει ξεσηκώσει το λαό στη μάχη για την υπεράσπιση της χώρας του, της ίδιας της επιβίωσής του;

Σ’ αυτήν ακριβώς τη δύναμη και την αποφασιστικότητα του ίδιου του λαού στηρίζεται η πρόταση για άρνηση της πληρωμής του χρέους. Η πρόταση αυτή προϋποθέτει μια κυβέρνηση που δεν θα κοροϊδεύει το λαό, δεν θα θέλει να τον στείλει να λουφάξει σπίτι του φοβισμένο και με σπασμένο το ηθικό, δεν θα ασκεί πολιτική ερήμην του και σε βάρος του. Χρειάζεται μια κυβέρνηση που θα βλέπει στην κινητοποίηση του λαού τον τρόπο και τα μέσα για την άσκηση της πολιτικής της, θα γκρεμίσει τα στεγανά του κράτους και θα ανοίξει τις πόρτες της εξουσίας σε κάθε πολίτη, σε ολόκληρο το λαό. Γι’ αυτό και θεωρούμε ότι η πρότασή μας έρχεται να επενδύσει σ’ ότι πιο δυνατό, γόνιμο και προοδευτικό διαθέτει ο χαρακτήρας του λαού μας. Αντίθετα με όλες τις άλλες προτάσεις που επενδύουν στις φοβίες, στα πρωτόγονα ένστικτα και τα συντηρητικά αντανακλαστικά του πλήθους.


6- Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που θεωρούμε ότι η άρνηση της πληρωμής του χρέους πρέπει να ξεκινήσει με το δημόσιο άνοιγμα όλων των λογαριασμών του κράτους, με τη δημόσια έρευνα στους λογαριασμούς του κράτους είτε πρόκειται για το χρέος, είτε πρόκειται για το σύνολο των δημοσιονομικών. Ο λαός πρέπει να ξέρει επακριβώς τι έγιναν τα λεφτά του δημοσίου και πώς συσσωρεύτηκε αυτό το χρέος. Είναι θέμα όχι μόνο ηθικής τάξης, αλλά θεμελιώδους εμπιστοσύνης απέναντι σε μια πολιτική που ισχυρίζεται ότι υπηρετεί το συμφέρον του λαού και της χώρας. Ταυτόχρονα θα κατατεθεί νόμος που θα καταργεί με αναδρομική ισχύ τις ασυλίες και παραγραφές για όλους εκείνους που διαχειρίστηκαν το δημόσιο χρήμα. Όποιος πολιτικός, επιχειρηματίας ή άλλος αποδειχθεί ότι συμμετείχε εκούσια στη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος να δημεύεται η περιουσία του και να στέλνεται φυλακή. Είναι θέμα στοιχειώδους πολιτικής εντιμότητας η ικανοποίηση αυτού του βασικού αιτήματος του λαού.



7- Με την άρνηση πληρωμής του χρέους θα απομονωθεί η χώρα; Καταρχάς η χώρα έχει ήδη τεθεί σε «καραντίνα» από την ΕΕ και την ΔΝΤ, προκειμένου να μην «μολυνθούν» οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πολύ απλά ότι η χώρα και ο λαός της έχει καταδικαστεί να υποφέρει και να φυτοζωεί στο απόλυτο περιθώριο της διεθνούς οικονομικής και πολιτικής ζωής μέχρις ότου εξοντωθεί ή δια μαγείας ανανήψει.

Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της η χώρα δεν ήταν τόσο απομονωμένη όσο σήμερα και μάλιστα στα χέρια των πια άγριων αρπακτικών διεθνώς. Η άρνηση της πληρωμής του χρέους αποτελεί μια αφετηρία για να ανοιχτεί η χώρα στη διεθνή οικονομική ζωή, που δεν περιορίζεται στους τέσσερεις τοίχους της ευρωζώνης και της ΕΕ. Από την εποχή που η χώρα εντάχθηκε πρώτα στην ΕΟΚ, κατόπιν στην ΕΕ και αργότερα στην ευρωζώνη, υποβαθμίστηκε η διεθνής της θέση στο παγκόσμιο εμπόριο, περιορίστηκαν απελπιστικά οι διεθνείς της σχέσεις με τον υπόλοιπο κόσμο. Η Ελλάδα σήμερα ελέγχεται από τρεις-τέσσερεις χώρες, που κατά κύριο λόγο ελέγχουν το εξωτερικό της εμπόριο, την εκροή και εισροή των κεφαλαίων στην οικονομία της, το χρέος της, στους εξοπλισμούς της, αλλά και στην πολιτική της.

Δεν μπορεί να συνάψει σχέσεις με κανέναν στον κόσμο με βάση το δικό της συμφέρον, αλλά πρώτα και κύρια με βάση τα συμφέροντα των ισχυρών της «εταίρων» και του διευθυντηρίου της ευρωζώνης. Με την άρνηση της πληρωμής του χρέους και την έξοδο από το ευρώ θα δοθεί η δυνατότητα στη χώρα να ανακάμψει μέσα από την ανάπτυξη των σχέσεων της με όλες τις χώρες και περιοχές του κόσμου στη βάση των δικών της συμφερόντων. Κανείς σήμερα δεν έχει τη δυνατότητα να την απομονώσει. Κανείς δεν διαθέτει τέτοια δύναμη. Είναι τόσο ρευστή η κατάσταση στην παγκόσμια αγορά και οικονομία, που κανείς από τους «μεγάλους» δεν θα ρισκάρει οικονομικό πόλεμο ή αποκλεισμό της χώρας. Ιδίως αν η χώρα εξετάσει άμεσα τη δυνατότητα στρατηγικών συμμαχιών στο επίπεδο της οικονομίας, αλλά και της στρατιωτικο-πολιτικής συνεργασίας με τις χώρες της περιοχής, με τη Ρωσία, την Κίνα, κοκ.

Η μόνη σήμερα χώρα που βρίσκεται υπό καθεστώς αποκλεισμού είναι η Κούβα. Κι όμως παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ένα νησί μόλις 30 ν. μίλια από τις ακτές των ΗΠΑ, ο αποκλεισμός της Κούβας είναι διάτρητος. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας λόγος να υποθέσει κανείς ότι η χώρα, αν τα βάλει με τους διεθνείς τραπεζίτες και φύγει από το ευρώ, θα βρεθεί απομονωμένη. Ίσα-ίσα θα της δοθεί για πρώτη φορά η δυνατότητα να αναβαθμίσει ουσιαστικά το ρόλο της στο διεθνές γίγνεσθαι και να οικοδομήσει γόνιμες και επωφελείς σχέσεις με χώρες και οικονομίες παγκόσμια που μπορούν να της εξασφαλίσουν στρατηγικά αγαθά και εισροές για την οικονομία της χωρίς το «καπέλο» των πολυεθνικών και των εξαρτήσεων από τους ισχυρούς.


8- Θα έχει κόστος μια τέτοια πορεία;
Φυσικά θα έχει. Όμως μιλάμε για άλλου είδους κόστος, άλλου είδους δυσκολίες. Είναι άλλης τάξης ζήτημα οι δυσκολίες που θα υπάρξουν στην προσπάθεια του λαού να γλυτώσει από την καταστροφή, να κατοχυρώσει τη δουλειά του, με όρους σταθερότητας και αξιοπρέπειας, να διασφαλίσει τα δικαιώματά του σε μια πραγματική κοινωνική ασφάλιση και σε αμοιβές που αντιστοιχούν στις πραγματικές του ανάγκες, να φτιάξει μια χώρα που θα είναι υπερήφανος γι’ αυτήν. Και άλλης τάξης ζήτημα είναι οι δυσκολίες και τα αδιέξοδα που πηγάζουν από μια πολιτική που μετατρέπει τους Έλληνες σε «κούληδες» της ΕΕ και του ΔΝΤ. Άλλο η πάλη και το κόστος για να κερδίσει κανείς, αυτός, η οικογένεια και η χώρα του περισσότερα, να καλυτερεύσει τη ζωή του. Κι άλλο η πάλη και το κόστος που φέρνει η απόγνωση και το αδιέξοδο.

Ο Ελληνικός λαός έχει αποδείξει στην ιστορία του ότι για να κατακτήσει μια ελεύθερη και δημοκρατική Ελλάδα είναι ικανός να περάσει «δια πυρός και σιδήρου», να τα βάλει με τις πιο αντίξοες καταστάσεις και να βγει νικητής. Ποιοι είμαστε εμείς σήμερα που θα αμφισβητήσουμε την εσωτερική δύναμη και το φιλότιμο αυτού του λαού; Τι θα μας διαχωρίσει απ’ όλους εκείνους τους σύγχρονους δωσίλογους που προσπαθούν να πείσουν το λαό ότι είναι διεφθαρμένος ως το κόκαλο, ακαμάτης, καλοπερασάκιας, ανίκανος για οτιδήποτε καλό και επομένως καλά κάνουν κι έρχονται οι «ενάρετοι» ξένοι να του μάθουν τρόπους με τον βούρδουλα;

Αν συγκρίνει κανείς το τι γράφουν οι σημερινές φυλλάδες που στηρίζουν τη νέα κατοχή – Αλαφουζαίοι, Λαμπράκηδες, Μπόμπολες, κλπ. – με το τι έγραφαν οι ίδιες περίπου φυλλάδες τον πρώτο καιρό της κατοχής από τους Ναζί, θα διαπιστώσει μια αποκρουστική ομοιότητα. Οι πατεράδες και οι παππούδες των σύγχρονων δωσίλογων έγραφαν τότε για το προπατορικό αμάρτημα του Έλληνα, που δεν του επέτρεψε να γίνει από Ανατολίτης Ευρωπαίος κι έτσι οι αυστηροί πλην άριστα οργανωμένοι και πειθαρχημένοι Γερμανοί της Βέρμαχτ και των Ες Ες ήρθαν για να του φέρουν το φως του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Όμως, οι δικοί μας πατεράδες και παππούδες έδειξαν πώς ετούτος εδώ ο τόπος δεν παράγει μόνο προσκυνημένους, δωσίλογους, λαμόγια και πρωταθλητές της αρπαχτής, αλλά «έναν άλλο λαό» σαν κι αυτόν που περιέγραψε τις ημέρες της απελευθέρωσης ο Γ. Θεοτοκάς:

«Δεν υπάρχει αμφιβολία πώς τούτος ο λαός που βλέπουμε αυτές τις μέρες είναι άλλος από κείνον που ξέραμε, πιο δυναμικός, πιο γενναίος και πιο περήφανος, αληθινά χειραφετημένος και λεύτερος, όπως φαντάζεται κανείς πώς θα ήταν η γενεά του Εικοσιένα, μα όπως δεν ήτανε πια ο αστικοποιημένος λαός που γνωρίσαμε στις μέρες μας

Εναπόκειται σε μας, στη δική μας γενιά, να αποδείξουμε στην πράξη ότι ετούτος «ο λαός που βλέπουμε αυτές τις μέρες είναι άλλος από κείνον που ξέραμε», ότι και τούτος ο λαός έχει ακατάβλητα ιστορικά αποθέματα δύναμης, γενναιότητας, υπερηφάνειας και φιλότιμου σαν την ηρωική γενιά του Εικοσιένα και του Σαράντα-Σαραντατέσσερα. Αυτό είναι το στοίχημα της εποχής μας. Διαφορετικά η χώρα θα χαθεί.


Τέλος, είναι απολύτως λογικό να υπάρχουν απορίες, αμφιβολίες, προβληματισμοί, ακόμη και φοβίες για το πώς θα τα καταφέρουμε σε μια πορεία ριζικά διαφορετική από αυτήν που για δεκαετίες οι κυρίαρχες πολιτικές έχουν δρομολογήσει τη χώρα. Είναι τόσο εθισμένη η κοινωνία να εναποθέτει τις τύχες της στους κουμανταδόρους της εξουσίας, στην ολιγαρχία των αγορών και της πολιτικής, ώστε τώρα που για πρώτη φορά αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να σωθεί από την καταστροφή μόνο αν αναλάβει η ίδια τις τύχες της, είναι λογικό να δειλιάζει, να αισθάνεται αμήχανα, να νιώθει ότι ατενίζει το άγνωστο.

Η αλήθεια είναι ότι λύσεις υπάρχουν και μπορούν να βρεθούν όχι από κάποια αυθεντία, αλλά μέσα από μια συλλογική επεξεργασία και τις ιδέες που μπορούν να κατατεθούν από όλους. Όλοι μας έχουμε τη δυνατότητα να συμβάλουμε στον τρόπο που μια άλλη πορεία αυτού του τόπου είναι δυνατή. Αρκεί να σπάσουμε τα καλούπια που μας έχουν επιβάλει, να απαλλαγούμε από τα ταμπού και τα δεδομένα των άνωθεν και έξωθεν μονοδρόμων. Στη οικονομία, όπως και στη ζωή, δεν υπάρχει τίποτε το a priori δοσμένο, αμετάβλητο και αδιάβλητο. Χρειάζεται απλά να ξεκαθαρίζουμε κάθε φορά τη σκοπιά από την οποία βλέπουμε τα πράγματα, το συμφέρον που πρέπει να υπηρετήσουμε με τη σκέψη και δράση μας. Τα υπόλοιπα θα βρεθούν ως προϊόν συλλογικής προσπάθειας.


Για περισσότερα θα μπορούσαμε να οργανώσουμε μια ανοιχτή συνάντηση όπου θα μπορούσαμε να συζητήσουμε πρόσωπο με πρόσωπο δυνατότητες, εμπόδια και περιορισμούς.

Πάντα στη διάθεσή σας
Δημήτρης Καζάκης
13/5/2010

Τρίτη 11 Μαΐου 2010

Η αναδιάρθρωση του χρέους: παγίδα για τις υπερχρεωμένες χώρες (Δ. Καζάκης)



Γιατί λέτε ψέματα κύριοι της κυβέρνησης;
10/5/2010
Δημήτρης Καζάκης


Η προηγούμενη Πέμπτη, 6 Μαΐου, που ψηφίστηκε με τη διαδικασία του κατεπείγοντος η παράδοση της χώρας στο μηχανισμό κατοχής της ΕΕ και του ΔΝΤ, θα καταγραφεί στην ιστορία με τα μελανότερα χρώματα. Όπως έχει ήδη καταγραφεί στη συνείδηση της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού, που γνωρίζει τι σημαίνει αυτή η παράδοση. Ενώ όλοι εκείνοι που ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν τη βρώμικη δουλειά ελπίζοντας είτε σε κάποια θέση στο νέο καθεστώς κατοχής, είτε σε κάποιο κομμάτι από τη λεία, δεν έχουν καταλάβει ακόμη ότι οδηγώντας την χώρα στην καταστροφή έχουν ήδη καταστρέψει του εαυτούς τους. Η ιστορία δεν ανέχεται αυτουργούς ή μάρτυρες βρώμικων πράξεων. Κι αυτό θα το αντιληφθούν όλοι τους πολύ γρήγορα.


Τι ισχυρίστηκε ο πρωθυπουργός στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα;
«Δεν άκουσα και δεν έχει ακούσει κανένας εναλλακτική λύση. Πολύ θα το θέλαμε. Πείτε, εξηγήστε τι θα συμβεί αν χρεοκοπήσει η χώρα, αν κηρύξει στάση πληρωμών. Τι θα γίνει με τους μισθούς και τις συντάξεις, που όλοι κοπτόμαστε, κατά τα άλλα; Τι θα γίνει, κύριοι της Νέας Δημοκρατίας, με ένα κράτος που δεν μπορεί να δώσει τίποτα; Τι θα γίνει με τις καταθέσεις των κόπων του ελληνικού λαού σε μια οικονομία που θα καταρρεύσει;» (Βουλή, 6/4)


Στο ίδιο μήκος κύματος και ο κ. Παπακωνσταντίνου:
«Το πρόγραμμα το οποίο προτείνουμε σήμερα στους Έλληνες πολίτες, δεν είναι εύκολο, είναι δύσκολο και για πολλούς πολίτες είναι οδυνηρό. Μπορούσαμε να το είχαμε αποφύγει; Θα μπορούσαμε να είχαμε επιχειρήσει να συνεχίσουμε μόνοι μας, να κηρύξουμε μόνοι μας πτώχευση και στάση πληρωμών. Μάλιστα είναι μια επιλογή που προτείνεται από διάφορες μερίδες. Να πούμε «δεν έχω να πληρώσω» και να βάλουμε τη χώρα σε μια δεκαετία ύφεσης και απόλυτης εξαθλίωσης, ιδιαίτερα των πιο φτωχών στρωμάτων του πληθυσμού. Η Κυβέρνηση επέλεξε να μη βιώσει η χώρα αυτήν την εμπειρία.» (Βουλή, 6/4)


Δεν περιμένουμε από τον κ. Παπανδρέου να αναγνωρίσει εναλλακτικές λύσεις. Ποτέ κυβερνήτης αυτού του τόπου δεν αναγνώρισε ότι υπάρχει εναλλακτική πορεία από τον καταστροφικό μονόδρομο που έχει επιλέξει. Άλλωστε ο κ. Παπανδρέου έχει αποδείξει σ’ όλη την πολιτική του θητεία ότι αδυνατεί να αντιληφθεί οτιδήποτε υπερβαίνει τις εκάστοτε εντολές έξωθεν και άνωθεν. Ούτε βέβαια θα περιμέναμε τίποτε καλύτερο από έναν υπουργό οικονομικών, ο οποίος αδυνατεί να αντιληφθεί ότι εκπροσωπεί κυρίαρχο κράτος και δεν είναι πλέον υπάλληλος της ΕΕ και του ΔΝΤ. Είναι δύσκολο να βρει κανείς στη νεότερη πολιτική ιστορία του τόπου πιο ανεύθυνο και ευφάνταστο υπουργό οικονομικών από τον σημερινό, που μόνο με τις δηλώσεις του, περί «τιτανικού», περί επενδυτών που «θα χάσουν το πουκάμισό τους» αν επενδύσουν κατά της Ελλάδας και άλλα τέτοια φαιδρά έφεραν – σκοπίμως ή μη θα το δείξει η ιστορία – τις αγορές σε παροξυσμό εκθέτοντας τη χώρα στις πιο άγριες κερδοσκοπικές πιέσεις.

Όλο αυτό το διάστημα, κάθε κίνηση της κυβέρνησης για την «αποκατάσταση της αξιοπιστίας μας στις αγορές» στοίχησε πανάκριβα στη χώρα και το λαό της. Ποιος θα λογοδοτήσει για τα 13 δις ευρώ που έχει στοιχίσει η πολιτική της κυβέρνησης μέχρι σήμερα μόνο από τα αυξημένα επιτόκια δανεισμού; Ο Μπάμπης; Ποιος θα κληθεί να τα πληρώσει; Φυσικά, όπως πάντα, το γνωστό υποζύγιο, ο Έλληνας εργαζόμενος, ο Έλληνας μικρομεσαίος, ο Έλληνας συνταξιούχος.

Μόνο που αυτή τη φορά οι Έλληνες εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, επαγγελματίες, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, δεν καλούνται απλά να πληρώσουν το μάρμαρο, αλλά να αποδεχτούν την επίσημη υποθήκευση της χώρας τους από την ΕΕ και το ΔΝΤ για να κερδίσουν οι ευρωπαϊκές και αμερικανικές τράπεζες, οι διεθνείς τοκογλύφοι και κερδοσκόποι που κατέχουν τα ελληνικά ομόλογα. Δεν φτάνει που την τελευταία δεκαετία ο ελληνικός λαός έχει πληρώσει κυριολεκτικά από το υστέρημά του μιάμιση φορά το τρέχον δημόσιο χρέος, με το καθεστώς κατοχής που εισήγαγε η κυβέρνηση προβλέπεται μέσα στην επόμενη τριετία να το πληρώσει εξολοκλήρου άλλη μια φορά! Και παρόλα αυτά το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αυξηθεί μέσα στην τριετία περίπου κατά 100 δις ευρώ. Αυτό είναι που υπόσχεται η κυβέρνηση στον ελληνικό λαό.

Όταν ο πρωθυπουργός δήλωσε στο υπουργικό συμβούλιο της 3ης Μαΐου ότι «η αποφυγή της χρεοκοπίας είναι η εθνική κόκκινη γραμμή», δεν σκεφτόταν το εθνικό συμφέρον της χώρας, αλλά το συμφέρον των τραπεζών, των τοκογλύφων και των κερδοσκόπων. Σκεφτόταν επίσης και «τη σταθερότητα του κοινού μας νομίσματος, τη σταθερότητα της Ευρώπης», όπως δήλωσε ο ίδιος μετά την άτυπη σύνοδο στις 7 Μαΐου. Όποιος έχει παρακολουθήσει τα σημειώματά μας γνωρίζει πια πολύ καλά, βήμα το βήμα, τον δρόμο που επέλεξε να ακολουθήσει η κυβέρνηση για να εξυπηρετήσει, αφενός, τους διεθνείς κερδοσκόπους και, αφετέρου, τη «διάσωση του ευρώ».

Όταν λοιπόν ο πρωθυπουργός και οι δικοί του εκφράζουν την αγωνία τους για «αποφυγή της χρεωκοπίας», δεν εννοούν την δεδομένη πτώχευση της χώρας, αλλά τη διασφάλιση με κάθε μέσο και τρόπο των τεράστιων υπερκερδών που προσδοκούν να απομυζήσουν από τη χώρα οι αγορές. Έστω κι αν χρειαστεί να ξεπουληθεί ολόκληρη η χώρα, να καταστραφεί και να πολτοποιηθεί από τον «μηχανισμό στήριξης» της ΕΕ και του ΔΝΤ. Έτσι πιστεύουν οι ευρωκρατούντες ότι θα συγκρατήσουν το ευρώ, που μέρα με τη μέρα η επιβίωσή του γίνεται όλο και πιο προβληματική και αμφίβολη.

Το βασικό δηλαδή για όλους αυτούς είναι να επιβιώσει, κακήν κακώς, το ευρώ. Όσο για το αν θα επιβιώσει η Ελλάδα, όπως και η Πορτογαλία, η Ισπανία, κοκ, τους ενδιαφέρει μόνο στον βαθμό που θίγεται η κερδοφορία των μεγάλων τραπεζών και των αγορών. Αυτό έρχεται να εξασφαλίσει ο «μηχανισμός στήριξης» της ΕΕ και του ΔΝΤ. Πώς δηλαδή μέσα από την επίσημη πτώχευση της Ελλάδας, αλλά και των άλλων χωρών της ευρωζώνης σε παρόμοια κατάσταση, θα επιβιώσουν οι μεγάλες τράπεζες, οι αγορές των «ανοιχτών συνόρων» και το ευρώ.

Και μιλάμε για δεδομένη πτώχευση της χώρας, όχι μόνο γιατί οι αγορές την θεωρούν ως τέτοια και ποντάρουν σ’ αυτήν, αλλά κυρίως γιατί ο ίδιος ο χαρακτήρας του προγράμματος «στήριξης» της ΕΕ και του ΔΝΤ το εξασφαλίζει. Κι αυτό γιατί τα 110 δις ευρώ που υπόσχεται – στο βαθμό που θα δοθούν – όχι μόνο δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της πλήρους αδυναμίας αποπληρωμής του χρέους, αλλά το επιδεινώνουν. Πρόκειται στην ουσία για πρόσθετο δανεισμό της χώρας με όρους και προϋποθέσεις επαχθείς. Γι’ αυτό τον λόγο και ο κ. Παπακωνσταντίνου έφερε την τροπολογία στη Βουλή, που του δίνει εν λευκώ εξουσιοδότηση να κλείνει συμβάσεις με την «τρόικα» δίχως να είναι υποχρεωμένος να τις φέρνει στο κοινοβούλιο και να αποκαλύπτει έτσι το περιεχόμενό τους.


Όμως αυτό που σίγουρα εξασφαλίζει την επίσημη πτώχευση της χώρας είναι οι ίδιοι οι όροι του προγράμματος, που αντί να ανασυντάσσουν με κάποιο τρόπο τα οικονομικά της χώρας, την καταδικάζουν στη χειρότερη ύφεση της μεταπολεμικής ιστορίας της. Ο Ντάνιελ Γκρος, διευθυντής του Κέντρου Μελετών για Ευρωπαϊκές Πολιτικές, ενός ινστιτούτου που χρηματοδοτείται από τις μεγαλύτερες τράπεζες της ΕΕ και την ίδια την Κομισιόν, εκτίμησε πρόσφατα ότι για κάθε 1% μείωση του ΑΕΠ της Ελλάδας σε κρατικές δαπάνες, η συνολική ζήτηση της χώρας πέφτει κατά 2,5% του ΑΕΠ. Αν λοιπόν η κυβέρνηση μειώσει πράγματι τις δαπάνες κατά 15% του ΑΕΠ, το αρχικό σοκ στη ζήτηση μπορεί να υπερβεί το 30% του ΑΕΠ. Ανάλογες εκτιμήσεις κάνουν σχεδόν όλοι οι διεθνείς αναλυτές που βλέπουν την πτώση του ΑΕΠ της χώρας για την τριετία ανάμεσα στο 25 και στο 37%. Αυτό σημαίνει εκτίναξη της επίσημης ανεργίας στο 30% και αντίστοιχη πτώση του καθαρού τζίρου της αγοράς με πάνω από τα 2/3 των μικρομεσαίων επιχειρήσεων να κλείνουν. Τα δεδομένα αυτά θα σημάνουν αναπόφεχτα δημοσιονομική κατάρρευση και μια μακροχρόνια ύφεση, που πολλοί εκτιμούν ότι ίσως να μην είναι αντιστρέψιμη.

Αυτό έκανε τον Σάϊμον Τζόνσον, οικονομικό σύμβουλο του ΔΝΤ και του προέδρου των ΗΠΑ να γράψει στις 7 του μηνός ότι

«η Ελλάδα πρέπει να καταλήξει σε μια αναδιάρθρωση του χρέους. Το πρόγραμμα του ΔΝΤ το κάνει ολοφάνερο – πώς είναι δυνατό η Ελλάδα να πραγματοποιήσει ένα σύνολο από 19% του ΑΕΠ σε περικοπές, μόνο και μόνο για να καταλήξει με 149% του ΑΕΠ σε χρέος και έναν λογαριασμό στο διηνεκές για να πληρώνει στους Γερμανούς, Γάλλους και άλλους ξένους ομολογιούχους περίπου το 10% του ετήσιου εισοδήματος μόνο και μόνο για να καλύπτει τους τόκους;»

Το συμπέρασμα είναι απλό και το εξέφρασε καθαρά η Στέφανι Φλάντερς του BBC στις 6 του μηνός:
«Στην πράξη, βλέποντας το οικονομικό πρόγραμμα με το οποίο συμφώνησε η Ελληνική κυβέρνηση, πολλοί βετεράνοι παλιότερων κρίσεων χρέους θα έλεγαν ότι μια αναδιάρθρωση του χρέους είναι μόνο ζήτημα χρόνου.»


Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε εκατοντάδες ανάλογες εκτιμήσεις από κάθε είδους αναλυτή της διεθνούς αγοράς, των τραπεζών και των θεσμικών επενδυτών, που καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα: η αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας είναι ζήτημα χρόνου! Γι’ αυτό και η αγορά φέρεται αδυσώπητα απέναντι στην Ελλάδα ώστε οι κερδοσκόποι ομολογιούχοι να ισχυροποιήσουν τη θέση τους σε αναμονή μιας αναδιαπραγμάτευσης, που πάντα προηγείται της αναδιάρθρωσης του χρέους.


Τι είναι όμως αναδιάρθρωση του χρέους;
Αναδιάρθρωση του χρέους γίνεται όταν μια χώρα δηλώνει επίσημα ότι αδυνατεί να πληρώσει του δανειστές της και προχωρά σε πτώχευση. Προηγείται ένας κύκλος διαπραγματεύσεων με τους δανειστές ομολογιούχους. Συνήθως οι διαπραγματεύσεις αυτές ξεκινούν πριν καν η χώρα δηλώσει επίσημα πτώχευση και προχωρήσει σε στάση πληρωμών. Όπως ακριβώς κάνει σήμερα και η Ελληνική κυβέρνηση, η οποία εδώ και ένα μήνα έχει προσλάβει ξένους διαμεσολαβητές, όπως την εταιρεία Lazard, που ειδικεύονται στην αναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του χρέους.


Τι αφορούν αυτές οι διαπραγματεύσεις;
Πρώτα και κύρια την αντικατάσταση των ομολόγων που έχουν ήδη στα χέρια τους οι δανειστές του ελληνικού κράτους με νέα μακρύτερης διάρκειας και διαφορετικής αξίας. Με τον τρόπο αυτό το κράτος δεν απαλλάσσεται από το χρέος του, απλά προσπαθεί να το μεταθέσει για αργότερα, γιατί στην παρούσα φάση αδυνατεί να πληρώσει. Φυσικά αυτό δεν γίνεται με το αζημίωτο. Οι ομολογιούχοι για να συμφωνήσουν να ανταλλάξουν τις αξίες που κρατούν με τις νέες αξίες που προσφέρει το κράτος, ζητούν μεγάλες αποζημιώσεις και πολλά ανταλλάγματα. Έτσι μια τέτοια διαπραγμάτευση για την αναδιάρθρωση του χρέους καταλήγει όχι απλά να μεταθέτει το πρόβλημα του χρέους, αλλά αυξάνει σημαντικά και το κόστος της εξυπηρέτησής του.


Ορισμένες φορές, κυρίως μετά από παρέμβαση του ΔΝΤ, εκτιμάται ότι το χρέος είναι τόσο μεγάλο που το κράτος αδυνατεί να το πληρώσει ακόμη κι αν το μετατεθεί στο αόριστο μέλλον. Τότε, μετά πάντα από συμφωνία με τους ομολογιούχους, το κράτος εκδίδει νέα ομόλογα με μειωμένη αξία έναντι των παλιών. Έτσι η Αργεντινή εξέδωσε νέα ομόλογα το 2003 προς αντικατάσταση των παλαιών, στο 30% της αξίας που είχαν τα παλιά. Με αυτόν τον τρόπο διαγράφεται ένα μέρος των χρεών της χώρας και συνεχίζει να αποπληρώνει το υπόλοιπο.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ευνοείται η χώρα.
Κι αυτό γιατί εξαρτάται από το σε ποια χέρια βρίσκονται τα νέα ομόλογα, τι αποζημιώσεις και ανταλλάγματα ζητούν οι κάτοχοι ομολόγων. Στην περίπτωση της Αργεντινής για παράδειγμα, παρά το γεγονός ότι υπήρξε μια σημαντική διαγραφή χρεών της τάξης του 70%, το υπόλοιπο 30% βρέθηκε στα χέρια των πιο αδίστακτων επενδυτικών κεφαλαίων που ονομάζονται γύπες. Αυτά τα επενδυτικά κεφάλαια συνέχισαν όλα αυτά τα χρόνια να πιέζουν την Αργεντινή ζητώντας τεράστιες αποζημιώσεις. Το αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθεί φέτος η Αργεντινή ξανά στο δανεισμό από τη διεθνή αγορά ομολόγων, με επιτόκια που ξεπερνούν το 15%, σε μια προσπάθεια να βρει τα χρήματα για να αποζημιώσει τους γύπες ομολογιούχους. Έτσι μια εντυπωσιακή μονομερής διαγραφή χρέους, η πιο σημαντική των τελευταίων χρόνων, έκλεισε άδοξα με τη χώρα να ξαναπέφτει στα χέρια των διεθνών τοκογλύφων.


Με την τακτική της η ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη καταφέρει να κερδίσουν τα επενδυτικά κεφάλαια γύπες μια καλή θέση στην αγορά του ελληνικού χρέους. Κι έτσι να έχουν καθοριστικό λόγο στις διαπραγματεύσεις για την αναδιάρθρωση του χρέους. Η χώρα ουσιαστικά βρίσκεται στο έλεός τους, χωρίς καμμιά δυνατότητα αντίδρασης, καθώς είναι υποταγμένη στο καθεστώς κατοχής της ΕΕ και του ΔΝΤ. Έτσι μια διαπραγμάτευση σήμερα με τους ξένους ομολογιούχους του ελληνικού χρέους σημαίνει οικιοθελή παράδοση της χώρας στους εκδοροσφαγείς της.


Όπως είμαστε σήμερα κάθε επιχείρηση διαπραγμάτευσης του χρέους θα οδηγήσει αναγκαστικά σε όλο και ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις, σε χειρότερους εκβιασμούς από τις αγορές και κυρίως από όλους εκείνους τους κερδοσκόπους που ξέρουν πώς να εκμεταλλεύονται μια χώρα υπό χρεωκοπία. Σ’ αυτήν την αναδιαπραγμάτευση του χρέους σέρνεται ήδη και η κυβέρνηση, αφού πρώτα τσακιστεί κάθε αντίσταση ή αντίρρηση μέσα από το ξεπούλημα της χώρας. Κι επομένως δεν μπορεί να αποτελεί αίτημα του λαού, ούτε λύση για το χρέος.

Στο κάτω-κάτω της γραφής ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι έχουμε μια κυβέρνηση που προτάσσει το συμφέρον της χώρας και του λαού, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Τι είναι εκείνο που θα αναγκάσει τους δανειστές να καθίσουν στο τραπέζι και να διαπραγματευτούν λύσεις επωφελείς για τη χώρα και το λαό της; Μήπως η καλή τους θέληση; Μάλλον αστείο ακούγεται. Μήπως θα τους εξαναγκάσει η ΕΕ και το ΔΝΤ; Μα οι μεγαλύτεροι δανειστές του ελληνικού δημοσίου είναι οι τράπεζες της ευρωζώνης και των ΗΠΑ.


Τι όπλο διαθέτει ένα κράτος για να εκβιάσει ή να πιέσει τους δανειστές του, ιδίως όταν πρόκειται για διεθνείς τοκογλύφους και κερδοσκόπους;
Μόνο ένα: την άρνηση της πληρωμής του χρέους. Το γεγονός αυτό το ξέρουν πολύ καλά πρώτα και κύρια οι εκπρόσωποι του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου. Γι’ αυτό και όταν στη δεκαετία του ’80 οι χώρες της Λατινικής Αμερικής είχαν βρεθεί σε μια παρόμοια κρίση χρέους και κινδύνευαν κυρίως οι μεγάλες τράπεζες των ΗΠΑ, αλλά και διεθνώς, να υποστούν μεγάλες ζημιές από μια ενδεχόμενη παύση πληρωμών, ο Κίσινγκερ τότε έτρεξε και ξεκαθάρισε τη στρατηγική που έπρεπε να ακολουθηθεί για να «διασωθεί η παγκόσμια οικονομία» του κεφαλαίου:

«Το πρώτο βήμα είναι να αλλάξουμε το πλαίσιο διαπραγμάτευσης, πρέπει να αφαιρεθεί από τους οφειλέτες – στο βαθμό που είναι δυνατό – το όπλο της παύσης των πληρωμών. Οι βιομηχανικές δημοκρατίες χρειάζεται επειγόντως να προσφέρουν κάποιο είδος κρατικής βοήθειας έκτακτης ανάγκης προς τα απειλούμενα πιστωτικά ιδρύματα. Αυτό θα μειώσει τόσο την αίσθηση πανικού, όσο και τη δυνατότητα των οφειλετών να εκβιάζουν.» (Newsweek, 24/1/1983)

Μετά από πολλές πιέσεις όλες οι υπερχρεωμένες χώρες της λατινικής Αμερικής ακολούθησαν τον δρόμο που ήθελε ο Κίσινγκερ. Αποδέχτηκαν δηλαδή τις διάφορες βοήθειες έκτακτης ανάγκης και προχώρησαν σε αναδιαπραγμάτευση του χρέους αντί να αρνηθούν μονομερώς να το πληρώσουν όπως απαιτούσαν τα λαϊκά κινήματα σ’ αυτές τις χώρες. Το αποτέλεσμα ήταν οι χώρες αυτές μετά από σχεδόν δυο δεκαετίες άγριας λιτότητας, μαζικής εξαθλίωσης του πληθυσμού και καταστροφής βρέθηκαν με υπερδιπλάσια δημόσια χρέη από την εποχή της αναδιαπραγμάτευσης τη δεκαετία του ’80. Αυτό έχει κάνει όλους τους λαούς στη Λατινική Αμερική σήμερα να μην θέλουν ούτε να ακούσουν για διαπραγμάτευση του χρέους. Παραμένουν ασυμβίβαστοι στο βασικό τους αίτημα: εδώ και τώρα μονομερής άρνηση της πληρωμής του χρέους, καμμιά κηδεμονία από το ΔΝΤ.

Σε άλλες χώρες κατάφεραν να το επιβάλουν όπως στη Βενεζουέλα το 2001, την Αργεντινή το 2003, τη Βολιβία το 2004, το Εκουαδόρ το 2008, κ.ο.κ, ενώ αλλού ο αγώνας ακόμη συνεχίζεται. Όπου το κατάφεραν οι χώρες κατόρθωσαν να πατήσουν στα πόδια τους, άρχισαν μια νέα πορεία, έστω κι αν δεν έχουν κατορθώσει να λύσουν ακόμη τα προβλήματά τους, έστω κι αν υπάρχουν κάπου-κάπου πισωγυρίσματα. Σε κάθε περίπτωση όμως γλύτωσαν την οικονομική και κοινωνική καταστροφή στην οποία είχαν καταδικαστεί.


Τι σημαίνει όμως άρνηση της πληρωμής του χρέους;
Η κυβέρνηση επίσημα επιχειρεί να το ταυτίσει με την πτώχευση της χώρας, που έτσι ή αλλιώς προετοιμάζει. Η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική. Άρνηση της πληρωμής του χρέους εδώ και τώρα, σημαίνει άμεση παύση πληρωμών προς τους δανειστές.

Με απλά λόγια γλυτώνουμε τα 8 με 11 δις ευρώ που έχουμε να πληρώσουμε στις 19 Μαΐου και για τα οποία η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να αποδεχτεί τα σκληρά μέτρα που ζήτησε η «τρόικα». Γλυτώνουμε τα πάνω από 80 δις ευρώ που είμαστε αναγκασμένοι να καταβάλουμε κάθε χρόνο στους δανειστές μας και για τα οποία είμαστε υποχρεωμένοι να δανειζόμαστε συνεχώς διογκώνοντας το δημόσιο χρέος.


Μα δεν θα έχουμε λεφτά να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις, ισχυρίζεται η κυβέρνηση. Ψέματα. Το 97% όσων δανειστήκαμε την τελευταία δεκαετία πήγαν στην εξυπηρέτηση παλιότερων δανείων. Μόλις το 3% κάλυψε ελλείμματα του δημοσίου. Δεν δανειζόμαστε δηλαδή για να πληρώνουμε μισθούς και συντάξεις, αλλά για να πληρώνουμε παλιότερα δάνεια. Αυτή είναι η αλήθεια.

Μόνο με την πτώχευση και την παύση πληρωμών που ετοιμάζει η κυβέρνηση και οι πάτρωνές της δεν θα πληρώνονται μισθοί και συντάξεις. Μόνο με την πολιτική που ακολουθείται σήμερα είναι σίγουρο ότι αργά ή γρήγορα θα καταντήσουμε σαν την Ιρλανδία που οι περιοριστικές πολιτικές που της επιβλήθηκαν την ανάγκασαν μετά την περικοπή του 13ου και 12ου μισθού να πληρώνει τους δημόσιους υπαλλήλους και συνταξιούχους κάθε δεύτερο ή τρίτο μήνα. Μόνο με αυτή την πολιτική θα βρεθεί στην ανάγκη η κυβέρνηση να δεσμεύσει τις λαϊκές καταθέσεις στις τράπεζες, όπως έγινε στην Αργεντινή, προκειμένου να περισώσει το τραπεζικό σύστημα της χώρας το οποίο βρίσκεται ένα μόλις βήμα πριν την χρεωκοπία.

Αντίθετα, γλυτώνοντας από τον φόρο αίματος που πληρώνει η χώρα στους δανειστές, ο οποίος το 2009 έφτασε στο 35% του ΑΕΠ, όχι μόνο μπορούμε να συνεχίσουμε να πληρώνουμε μισθούς και συντάξεις, αλλά και με τους πόρους που θα περισώσουμε μπορούμε να προχωρήσουμε σε μια γενναία αναδιανομή εισοδημάτων προς όφελος πρώτα και κύρια των μισθωτών και συνταξιούχων. Κι αυτό όχι μόνο ή απλά για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης, ή βελτίωσης του επιπέδου της ζωής τους, αλλά γιατί μόνο έτσι μπορεί να ξεκινήσει μια αληθινή παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.

Μα δεν θα μπορούμε να δανειστούμε για να καλύψουμε το έλλειμμα του κράτους.
Είναι αλήθεια ότι με την άρνηση της χώρας να αναγνωρίσει τις υποχρεώσεις της προς τους δανειστές της, δεν θα μπορέσει ξανά να βγει στη διεθνή αγορά ομολόγων για να δανειστεί. Αυτό όμως δεν είναι κακό, αλλά καλό. Αλλοίμονο αν η χώρα χρειάζεται να δανείζεται από τη διεθνή κερδοσκοπία, τότε το παιχνίδι το έχει χάσει από χέρι. Όπως είπαμε, αν φύγει η εξυπηρέτηση των δανείων, οι πραγματικές δανειακές ανάγκες της χώρας είναι ασήμαντες. Κάλλιστα μπορεί να τις καλύψει από το εσωτερικό με όπλο το δικό της εθνικό νόμισμα, όπως έκανε για δεκαετίες πριν μπει στο ευρώ χωρίς να κινδυνεύει από χρεωκοπία.


Τέλος το έλλειμμα του κράτους δεν αποτελεί ταμπού.
Αν το κράτος σπαταλά τα έσοδά του σε «ημετέρους», σε κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες και μεγαλοεργολάβους και γενικά στο «τάϊσμα» της κομματικής ολιγαρχίας, τότε τα ελλείμματά του είναι εκ φύσεως παρασιτικά και αποτελούν μεγάλο βραχνά για την οικονομία. Αντίθετα, αν το έλλειμμα του κράτους εντάσσεται σε ένα ευρύ δημοκρατικό σχέδιο επενδύσεων στην παραγωγή που εξασφαλίζει για τον εργαζόμενο πληθυσμό σταθερή απασχόληση με αξιοπρεπείς αμοιβές και στην οικονομία ως σύνολο νέο εισόδημα, τότε μπορεί να αποτελέσει έναν από τους στυλοβάτες της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.


Τι θα γίνει όμως με τους γύπες της αγοράς;
Μόνο με την μονομερή άρνηση της πληρωμής του χρέους, δηλαδή με την άρνηση της χώρας να αναγνωρίσει τις υποχρεώσεις της προς τους δανειστές της, μπορούν να αντιμετωπιστούν και οι γύπες. Επίσης η αποχώρηση από την ευρωζώνη δεν παρέχει μόνο τη δυνατότητα να επανέλθουμε στο εθνικό νόμισμα και έτσι να αποκτήσουμε τον έλεγχο της οικονομίας μας, αλλά στερούμε και από τους γύπες την δυνατότητα να αξιοποιήσουν τα ευρωπαϊκά δικαστήρια σε βάρος μας. Γι’ αυτό και το να πτωχεύσει η χώρα εντός του ευρώ είναι ειδικά γι’ αυτά τα επενδυτικά κεφάλαια η πιο πρόσφορη και ενδεδειγμένη λύση για την οποία πληρώνουν αδρά για να την προπαγανδίζουν πολλοί «αδέκαστοι» δημοσιολόγοι.

Όμως μια επαναφορά στο εθνικό νόμισμα δεν σημαίνει διαρκείς υποτιμήσεις και γενικά οικονομική καταστροφή;
Δεν είναι αλήθεια. Η Ελλάδα πριν μπει στο ευρώ υπέστη με τους χειρότερους δυνατούς όρους πάνω από 12 επίσημες υποτιμήσεις της δραχμής σε ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο. Καμιά απ’ αυτές δεν την οδήγησε στη χρεωκοπία. Η επαναφορά στο εθνικό νόμισμα δεν θα γίνει για να την διαθέσουμε βορά στους κερδοσκόπους της παγκόσμιας αγοράς συναλλάγματος, όπως έκαναν ανέκαθεν οι κυβερνήσεις αυτής της χώρας. Γίνεται για να λυτρωθούμε από τις διαρκείς πιέσεις της κερδοσκοπίας, για να ελέγξουμε την οικονομία μας, για να χρηματοδοτήσουμε την παραγωγική της ανάπτυξη, για να στηρίξουμε το λαϊκό εισόδημα, για να αναπροσανατολίσουμε το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας.


Το αν μια υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος είναι καταστροφική ή ενεργητική για την παραγωγή και τα εισοδήματα εξαρτάται από τις πολιτικές που το υποστηρίζουν. Αν συνοδεύεται με πολιτικές σκληρής λιτότητας, παραγωγικής αποεπένδυσης και διάλυσης του κοινωνικού κράτους στο όνομα της «ανταγωνιστικότητας», τότε οδηγεί πράγματι στην καταστροφή. Αν γίνεται για να χρηματοδοτηθεί η παραγωγή και οι εξαγωγές της, αν συνοδεύεται με ισχυρές πολιτικές κοινωνικής προστασίας και στήριξης του λαϊκού εισοδήματος, τότε ακόμη και μια απρόσμενη μεγάλη υποτίμηση δεν θα επιφέρει σοβαρή ζημιά στην οικονομία και την κοινωνία.


Το τραπεζικό σύστημα όμως δεν θα καταρρεύσει;
Το σίγουρο είναι ότι ήδη οι τράπεζες είναι ήδη υπό κατάρρευση. Ο μόνος τρόπος για να διασωθούν, μαζί με τις λαϊκές αποταμιεύσεις και καταθέσεις, είναι η εθνικοποίηση των βασικών τραπεζών και η μεταστροφή τους από ιδρύματα σαράφικης εκμετάλλευσης της επιχείρησης και του νοικοκυριού, σε μοχλούς αναδιοργάνωσης και αναπτυξιακής στήριξης της μικρής και μεσαίας επιχείρησης, του ατομικού παραγωγού και επιχειρηματία, καθώς και του νοικοκυριού. Μόνο με τις τράπεζες στα χέρια του κράτους μπορεί να ελεγχθεί και η ροή κεφαλαίου στο εξωτερικού που αποτελεί εδώ και χρόνια μια από τις πιο μεγάλες πληγές της ελληνικής οικονομίας.


Η μονομερής άρνηση της πληρωμής του χρέους, όπως κι αν την δει κανείς είναι η μόνη λύση για να διασωθεί η χώρα από την πτώχευση και την καταστροφή. Είναι ο μόνος τρόπος για να διασώσουν οι εργαζόμενοι τα εισοδήματά τους, τη δουλειά τους, τις συντάξεις και τα δικαιώματά τους. Είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει προοπτική για τους νέους, τους αγρότες, τους μικρομεσαίους, για την ίδια τη χώρα. Η στάση απέναντι σε αυτό το ζήτημα κρίνει ποιος είναι με ποιον, ποιος πραγματικά παλεύει για τη διάσωση της χώρας και του λαού.


Σημ. Cynical: Παρεμπιπτόντως, σε συνέντεξή του στις 3 Μαίου στη ΝΕΤ, ο υφ. Σαχινίδης αποκάλυψε ότι η προσφυγή στο ΔΝΤ ήταν ΠΡΟΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΗ. Ένα δείγμα παραθέτουμε παρακάτω, ενώ ολόκληρη η συνέντευξη, ΕΔΩ.


“Όταν ανέλαβε το ΠΑΣΟΚ τη διακυβέρνηση της χώρας, διαπίστωσε ότι η μόνη εναλλακτική επιλογή που είχε ήταν να προσφύγει στο ΔΝΤ. Υπάρχουν κάποιοι συγκεκριμένοι κανόνες. Το ΔΝΤ μπορεί να σου δώσει μέχρι και το δεκαπλάσιο ή το εικοσαπλάσιο του ποσού που έχεις καταθέσει. Εμείς έχουμε καταθέσει 1 δισ. στο ΔΝΤ. Άρα, το ΔΝΤ, ως πρώτη επιλογή και μόνη που υπήρχε από τις 5 Οκτωβρίου και μετά, μπορούσε να μας δώσει μέχρι και 10 ή 20 δισ.

Όμως αυτό δε θα έλυνε το πρόβλημά μας. Η χώρα μας έχει ανάγκη τα επόμενα τρία χρόνια να εξασφαλίσει 150 δισ. Είναι ένα τεράστιο ποσό. Είναι ένα πάρα-πάρα πολύ μεγάλο ποσό για να μπορέσεις να το αντλήσεις μέσα από τις αγορές κεφαλαίων”.


Υ.Γ. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον κ. Δ. Καζάκη για το διευκρινιστικό άρθρο που μάς απέστειλε.