Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Της αξιολόγησης το κάγκελο!



Την άποψή μας για τη νεοφιλελεύθερη εμμονή της μέτρησης, αξιολόγησης και κατάταξης των πάντων, όσων μπορούν και όσων αντικειμενικά δεν μπορούν να καταταχθούν σε αμερόληπτες ιεραρχικές δομές, την έχουμε  εκφράσει πολλάκις και δεν θα την επαναλάβουμε.

Επί του παρόντος όμως, μιας και η επικείμενη εξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων βρίσκεται ήδη στο προσκήνιο ας δούμε από πιο κοντά περί τίνος πρόκειται. Τι γνωρίζουμε όμως; Ελάχιστα, όχι γιατί μάς το κρύβουν, αλλά γιατί δεν υπάρχει και τίποτε συγκεκριμένο να γνωρίσουμε. Πέρα από πυρέσουσσες παραθυράτες αντιπαραθέσεις για το αν η αξιολόγηση οδηγεί ή όχι σε απολύσεις, αντιπαράθεση για το φύλο των αγγέλων τελικά, γιατί η συγκυβέρνηση δεν έχει κανένα λόγο σ' αυτή τη φάση να το παραδεχτεί, και γιατί η αντιπολίτευση δεν έχει κανένα σημάδι που να το αποδεικνύει, τίποτε επί της ουσίας δεν έχει λεχθεί, για το ποιος δηλαδή θα αξιολογεί και για το ποια θα είναι τα κριτήρια της αξιολόγησης, τα οποία και αποτελούν την πεμπτουσία της αξιολογητικής διαδικασίας.

Το μόνο που γνωρίζουμε είναι μια τεχνική προσέγγιση, αυτή της ποσόστωσης, η οποία όμως αν το καλοσκεφτούμε δεν δείχνει τίποτε άλλο παρά την δυσπιστία των εισηγητών στην εγγυρότητα της αξιολόγησης γενικά, ανεξάρτητα από κριτήρια, μιας και αυτά δεν έχουν ακόμα θεσπιστεί και τα οποία μπορεί να είναι τα οποιαδήποτε. 

Ας το δούμε πιο συγκεκριμένα. Ποια είναι η ορθολογική διαδικασία για μια αξιολόγηση; 

Καταστρώνουμε πρώτα ένα σχεδιάγραμμα του οργανισμού, καθορίζουμε τις δραστηριότητας και τον αριθμό των ατόμων που νομίζουμε ότι επαρκούν για τη διεκπεραίωση των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων και κατόπιν πηγαίνουμε στο διαθέσιμο υπαλληλικό προσωπικό το οποίο και κατανέμουμε στις υπάρχουσες θέσεις, αφού ταιριάξουμε τα απαιτούμενα προσόντα με τα διαθέσιμα. Αν ο οργανισμός χρειάζεται για παράδειγμα 10 γραμματείς με ύψος άνω του 1.70 μ, παίρνουμε απλά τους 10 πιο ψηλούς γραμματείς και βλέπουμε τι κάνουμε με τους υπόλοιπους κοντούς, που μπορεί να είναι πέντε, δέκα ή κανένας. Με τον ίδιο τρόπο συμπληρώνουμε και τις υπόλοιπες θέσεις του οργανισμού. Αν το προσωπικό υπολείπεται των θέσεων ή περισσεύει αυτό είναι έτερον εκάτερον και η λύση που θα δοθεί θα είναι κατόπιν πολιτικής αποφάσεως, πέρα δηλαδή από την αξιολόγηση, η οποία όπως θέλει να λέγεται είναι μια αντικειμενική διαδικασία.

Τι κάνει τώρα ο Μητσοτάκης; Ακριβώς ό,τι κάνει και ο λαικάριος! 

Ο οποίος αποφασίζει εκ των προτέρων και εντελώς αυθαίρετα ότι ο πάγκος θα έχει τριών λογιών πορτοκάλια και αυγά με βάση το κριτήριο του μεγέθους. Πάει το πρωί στο κτήμα ή το κοτέτσι, μαζεύει τα πορτοκάλια ή τα αυγά, τα βάζει κάτω και λέει ότι από τα 90 που έκοψα από τα δέντρα ή από τα 90 αυγά που γέννησαν το βράδυ οι κότες, τα μεγαλύτερα 30 θα τα ονομάσω ΑΑΑ, τα επόμενα 30, ΑΑ και τα τελευταία 30, Α. 

Φυσικά θα μπορούσε πάλι αυθαίρετα να ορίσει ότι στον πάγκο θα υπήρχαν δυο ή τεσσάρων ή εκατό ειδών πορτοκάλια και αυγά, χωρίς κανέναν περιορισμό, διότι οι θέσεις στον πάγκο είναι όλες ισοδύναμες και δεν απαιτεί κάθε μια από αυτές ιδιαίτερα προσόντα για να καλυφθεί. Αν αποφάσιζε να χωρίσει τον πάγκο σε δυο λογιών αυγά, από 45 σε κάθε κατηγορία, τότε 15 αυγά που πριν ανήκαν στην μεσαία κατηγορία ΑΑ, τώρα θα βρίσκονταν στην πρώτη. Προφανώς, αυτό δεν θα έλεγε τίποτα για την ποιότητα των αυγών, μιας και ανάλογα με τις διαθέσεις του αυγουλέμπορα ένα αυγό θα μπορούσε να θεωρηθεί είτε άριστο είτε δευτεράντζα.

Αν ο Μητσοτάκης πίστευε πραγματικά πως μπορούσε να υπάρξει αντικειμενική αξιολόγηση θα έπραττε όπως ακριβώς περιγράψαμε τρεις παραγράφους παραπάνω. Με το να θεσπίζει αυθαίρετες ποσοστώσεις,  κάνει όπως και ο μικροπωλητής των λαικών αγορών, δηλαδή παρακάμπτει a priori την αντικειμενικότητα της διαδικασίας.

Γιατί το κάνει όμως αυτό; Διότι το λέει η Τρόικα. Πιστεύει πραγματικά η Τρόικα ότι μια τέτοια αξιολόγηση μπορεί να είναι αντικειμενική και να βοηθήσει όντως "στην αναβάθμιση του δημόσιου τομέα και στην καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη;". Ούτε καν! Γιατί το κάνει όμως; 

Πολύ απλά για να αναγκάσει τις πολιτικές συμμορίες που κυβέρνησαν τόσα χρόνια την Ελλάδα να ταπεινωθούν τόσο ώστε να σκύψουν και να φάνε τελικά τον ίδιο τους τον εμετό. Όπως ακριβώς έκανε και η γιαγιά μου στα απείθαρχα εγγόνια της.


Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Αξιολόγηση καθηγητών, με βάση τους βαθμούς των μαθητών τους!



Αυτό που συμβαίνει τους τελευταίους δυο-τρεις μήνες στο χώρο της Παιδείας και δη της δευτεροβάθμιας είναι  εντελώς πρωτόγνωρο. Και εντοπίζεται στο αενάως ανακυκλούμενο ζήτημα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Συγκεκριμένα, ενώ για δεκαετία τουλάχιστον, η κωλυσιεργία στην αξιολόγηση προερχόταν από την πλευρά των εκπαιδευτικών, στις μέρες μας συμβαίνει το εντελώς ανάποδο, με την κυβέρνηση να είναι αυτή που την παρακάμπτει.

Γιατί δεν το κάνει; Ο πρώτος λόγος είναι και ο προφανής. Η κυβέρνηση βιάζεται να πιάσει τα quota των κεφαλών, όπως απαιτεί το reminder του Paul. Όταν με το καλό πατήσει το πόδι του στην Αθήνα, όπως παράγγειλε, θέλει να βρει έτοιμα τα σφαχτά στο κατώφλι του, αριθμημένα και ζυγισμένα, μαρκαρισμένα και επιμελώς πακεταρισμένα.

Ο δεύτερος λόγος είναι λιγότερο προφανής, αλλά είναι, κατά τη γνώμη μου και ο πιο ουσιαστικός. Στην πραγματικότητα, η όποια τέτοια αξιολόγηση, ώστε να προκύψουν τα συμφωνηθέντα σφαχτά, δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί, όχι γιατί δεν υπάρχει χρόνος (για παράδειγμα, η κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε ριχτεί στη δουλειά από πέρσι, όταν και πέρασε το Νόμο 4072/2012 περί αξιολογήσεων και άλλων συναφών θεμάτων), αλλά γιατί η δυσκολία είναι δομική και αντικειμενική. Δηλαδή, Structural!

Τουτέστιν, δεν είναι δυνατόν να βρεθούν κριτήρια ικανά να κατατάξουν κάποιες δεκάδες έως εκατοντάδες χιλιάδες εκπαιδευτικών σε μια κλίμακα προοδευτικά, και χωρίς μαζικές ισοψηφίες.  Όπως αντιλαμβάνεστε μια τέτοια κλίμακα μπορεί φερ’ ειπείν να λειτουργήσει στα πλαίσια ενός μόνο σχολείου, και πάλι ενδεικτικά, δεν μπορεί όμως να αποτελέσει απόλυτο κριτήριο σοβαρότερων ζητημάτων, όπως είναι οι απολύσεις.

Αν ανατρέξει κάποιος στα κριτήρια αξιολόγησης του άρθρου 329 του ψηφισθέντος νόμου (που όμως ακυρώθηκε λόγω εκπρόθεσμης υποβολής στο ΣΤΕ του συνοδευτικού ΠΔ, το οποίο θα εξειδίκευε τα κριτήρια), αντιλαμβάνεται τον έντονα ποιοτικό, (και πώς θα ήταν διαφορετικά;) χαρακτήρα τους.  Τέτοιον, που κάθε αντιστοίχηση σε κάποιον συγκεκριμένο αριθμό, ώστε να προκύψει ένας από τους ακόλουθους χαρακτηρισμούς του κρινόμενου δασκάλου/καθηγητή, - ελλιπής, επαρκής, καλός ή εξαιρετικός-, να καθίσταται άκρως προβληματική.

Εκτός από ελάχιστες και καραμπινάτες περιπτώσεις κακών δασκάλων, τα όρια ανάμεσα στο καλός και επαρκής είναι ασαφή και δυσδιάκριτα. Όπου αποπειράθηκαν τέτοιου είδους μαζικές αξιολογήσεις τα αποτελέσματα ήταν τραγελαφικά, δείτε για παράδειγμα τι συνέβη με τις πρόσφατες προσλήψεις  στη Δημόσια Τηλεόραση.

Πώς όμως είναι δυνατόν να γίνει μια μαζική αξιολόγηση ποιοτικών χαρακτηριστικών με την όσο δυνατόν μεγαλύτερη διαφοροποίηση, αντικειμενικότητα και καλύτερη αντιστοίχηση σε αριθμητικές κλίμακες;

Τη «λύση» στο δύσκολο αυτό πρόβλημα τη βρήκαν, πού αλλού; στις ΗΠΑ, όπου χρόνια τώρα παλεύουν να αναβαθμίσουν την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με μέτρα που πρωτίστως στοχεύουν στην εξουδετέρωση των ισχυρών συνδικάτων των δασκάλων. Η ιδέα λοιπόν, είναι η αξιολόγηση να περνάει μέσα από τους βαθμούς των μαθητών τους, οι οποίοι είναι και οι μόνες μετρήσιμες ποσότητες. Αν οι μαθητές είναι παίρνουν καλούς βαθμούς σε κάποιο μάθημα, τότε τα εύσημα τα παίρνει ο δάσκαλος που διδάσκει το συγκεκριμένο μάθημα. Κοντολογίς, από τον ένα παραλογισμό πέφτουμε στον άλλο. Αλλά ας το αφήσουμε αυτό στην άκρη και ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε κοντά σε μια αντικειμενική και αλάνθαστη αξιολόγηση. Πώς όμως θα παρακάμψουμε το πρόβλημα του πληθωρισμού των βαθμών; Είναι λογικό, για λόγους αυτοπροστασίας, οι δάσκαλοι να είναι ιδιαίτεροι επιεικείς στη βαθμολόγηση των μαθητών τους.

Κι όμως υπάρχει λύση, η οποία είναι η υιοθέτηση των «Standardized Tests», δηλαδή ενιαίων σε όλη την επικράτεια βιομηχανοποιημένων διαγωνισμάτων τα οποία θα μπορούν να βαθμολογούνται ακόμα κι από υπολογιστή, όπως αυτά των «Multiple Choice».

Αν έρθουμε τώρα στα καθ’ ημάς, βλέπουμε να διαγράφεται, ακόμα αχνά, ένα παρόμοιο story. Τα δικά μας «Standardized Tests» λέγονται «Πανελλήνιες». Δεν είναι ακριβώς βιομηχανοποιημένες, αλλά είναι ενιαίες για όλους τους μαθητές. Επομένως αποτελούν ένα καλό πάτημα για να βαθμολογήσει κάποιος πέρα από τους μαθητές και τα σχολεία, και τους καθηγητές τους ίδιους. Επειδή όμως, γίνονται άπαξ του μαθητικού βίου, όπου σημαντικό ρόλο παίζει και η τύχη, το όλο σύστημα θα μπορούσε να παρακάμψει τον αστάθμητο αυτό παράγοντα αν επαναλάμβανε συχνότερα εξετάσεις τύπου «Πανελλήνιες».

Όπερ και εγένετο! Το «Νέο Σχολείο» που θεσπίστηκε πρόσφατα μετά βαΐων και κλάδων προβλέπει ακριβώς αυτό: «Πανελλήνιες» επί τρία. Αν και προς το παρόν δεν υπάρχει εμφανής σκέψη για μια τέτοια σύνδεση, εν τούτοις η προετοιμασία του εδάφους ώστε αυτό να συμβεί «ομαλά» στο ορατό μέλλον μας κάνει καχύποπτους και μας βάζει σε πονηρές σκέψεις.


Εν πάσει περιπτώσει το πρόβλημα της Παιδείας δεν είναι η αξιολόγηση. Σε όποια χώρα κι αν κοιτάξεις, εκτός ίσως της Φινλανδίας, όλες οι υπόλοιπες δεν τα βρίσκουν με το εκπαιδευτικό τους σύστημα, είτε αξιολογούν τα σχολειά τους είτε όχι. Σχολεία καλά φτιάχνεις όταν η οικονομία είναι σε άνοδο και οι προσδοκίες μεγάλες και πολλές.  Για παράδειγμα, η Κίνα δεν έφτιαξε πρώτα τα σχολεία της για να δρέψει μετά τους καρπούς της ανάπτυξης. Αυτό που συνέβη ήταν το ακριβώς αντίθετο.  


Το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελεί αντανάκλαση της κοινωνίας. Όσο σκατά είναι αυτή, άλλο τόσο είναι τα σχολεία της. Ας μην περιμένουμε πολλά…

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Το Λυκόφως των Ελίτ



Η αξιοκρατία είναι μια πραγματικά συναρπαστική λέξη. Παραπέμπει στο ευγενές ιδανικό μιας κοινωνίας το οποίο δεν έχει ακόμα επιτευχθεί, και τούτο διότι η κοινωνία δεν λειτουργεί αξιοκρατικά. Πείτε ότι λειτουργεί πελατειακά και ρουσφετολογικά, πείτε το με όρους οικογενειοκρατίας και τζακιών, πείτε το με όποιον τρόπο θέλετε, αλλά, αν η κοινωνία αφηνόταν να αναδείξει και να οδηγηθεί από τους καλύτερους, από τους εξυπνότερους και από τους πλέον ταλαντούχους, τότε δεν θα αντιμετώπιζε τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, και όλα θα λειτουργούσαν εύρυθμα και άψογα.

Αυτά λέει η επίσημη αφήγηση, η οποία εδώ και καιρό έχει βρει το κόλπο να χρησιμοποιεί σαν δούρειους ίππους λέξεις, (αφού πρώτα τις ανασκολοπίσει), του ευγενούς λεξιλογίου, της ηθικής και των υψηλών ιδεών, για να διασπαρθεί, να νεκρώσει τις κριτικές αντιστάσεις και να εγκατασταθεί στο νου και το θυμικό των κοινωνιών. Το πρότυπο μιας κοινωνίας που θα κυβερνάται από αυτούς που θα αναδεικνύουν αξιοκρατικοί μηχανισμοί, είτε μέσω της εκπαίδευσης, είτε μέσω ανοιχτών συστημάτων επιλογής (βλ. open government), εύκολα συγχέεται με την ανάγκη που έχει ο καθένας να επιλέγει τον καλύτερο μηχανικό, καλύτερο τεχνίτη, καλύτερο γιατρό, αδυνατώντας ως εκ τούτου να κάνει τη διάκριση ότι πρόκειται για δυο τελείως διαφορετικής τάξης ζητήματα. Ότι δηλαδή, η αξιοκρατική κοινωνία όπως την οραματίζεται και την εμπεδώνει η σύγχρονη νεοφιλελεύθερη σκέψη κάθε άλλο έχει να κάνει με τους καλύτερους γιατρούς, τεχνικούς κλπ, αλλά με την εμπέδωση της ανισότητας και τη νομιμοποίηση της κυριαρχίας των πάσης φύσεως ελίτ, της διακυβέρνησης και του πλούτου, αν και οι διαχωριστικές γραμμές αυτών των δυο έχουν πάψει πλέον να υφίστανται. 

Το «Λυκόφως των Ελίτ: Η Αμερική μετά την Αξιοκρατία» είναι ένα νέο βιβλίο του Chris Hayes, ενός εκ των εκδοτών του αριστερού αμερικανικού περιοδικού «The Nation», το οποίο έρχεται να βάλει τον δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων του ιδεολογήματος της αξιοκρατίας και των συνεπειών αυτής. Εν ολίγοις, ο κεντρικός άξονας του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από το γιατί η πυραμίδα που οικοδομείται πάνω στην αξία, έχει φτάσει να καθρεφτίζει την πυραμίδα του πλούτου και του κεφαλαίου.  Η επιχειρηματολογία του Hayes βασίζεται στο ότι η Αξιοκρατία για να είναι λειτουργική χρειάζεται την Αρχή της Διαφοράς (την ιδέα δηλαδή ύπαρξης φυσικών ιεραρχιών του ταλέντου) και την Αρχή της Κινητικότητας, (την αναγκαιότητα δηλαδή ύπαρξης διαδικασιών επιλογής οι οποίες θα ανταμείβουν την αξία και θα τιμωρούν την αποτυχία). Αυτό, όμως, που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι η ανισότητα που παράγεται σε μια αξιοκρατική κοινωνία, μεγαλώνει τόσο, ώστε να υπονομεύει τους μηχανισμούς της κινητικότητας, πάνω στους οποίους υποτίθεται ότι στηρίζεται. Και μιας και αυτό συμβεί, αυτοί που κατόρθωσαν ήδη να αναρριχηθούν, βρίσκουν πάντα τρόπους ώστε να τραβήξουν και τη σκάλα που τους ανέβασε, ή να την αφήσουν μόνο για τους συγγενείς και φίλους, για τους δικούς τους ανθρώπους, δηλαδή. Έτσι, η ήδη υπάρχουσα ανισότητα παράγει ακόμα μεγαλύτερη ανισότητα, είτε μέσω της φορολογίας, είτε μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, από το οποίο ωφελούνται όλο και περισσότερο όσοι μπορούν να πληρώνουν τα ιδιαίτερα μαθήματα για να περάσουν τα τεστ εισαγωγής στα καλά σχολεία, ή τα υψηλά δίδακτρα για την εισαγωγή στα περίβλεπτα πανεπιστήμια. 

Ο Hayes επικαλείται πολλά παραδείγματα από τη σύγχρονη αμερικανική πραγματικότητα  για να φωτίσει τον τρόπο, που, υψηλών αμοιβών και άκρως ανταγωνιστικά, περιβάλλοντα γίνονται επιρρεπή σε απάτες, δολοπλοκίες και νόθευση των κανόνων του παιχνιδιού, προς ίδιον όφελος. Οι σύγχρονες ελίτ δεν έχουν μόνο αποτύχει στο ρόλο τους, αλλά επιπλέον έχουν μονώσει τους εαυτούς τους από τη λογοδοσία, την κριτική και την τιμωρία τις οποίες, όμως, απαιτούν και εφαρμόζουν στους λαούς. Η εξυπνάδα και η ικανότητα, τις οποίες οι σύγχρονες ελίτ λατρεύουν με πάθος, στην πραγματικότητα δεν σημαίνουν παρά την ικανότητα παράκαμψης των κανόνων, για την ορθή εφαρμογή των οποίων επίσης υποκριτικά κόπτονται, ή τη θέσπιση νέων, που θα τις επιτρέπουν να διατηρούν την ισχύ που απέκτησαν και συνεπώς να διαιωνίζονται. Ο σφοδρός ανταγωνισμός, ο οποίος είναι σύμφυτος με την «αξιοκρατική κοινωνία», εμπεριέχει ταυτόχρονα και τα κίνητρα για κάθε ανομία και απάτη, ενώ ενθαρρύνει και νομιμοποιεί συμπεριφορές που αναλώνονται στο κυνήγι της επιτυχίας, αρκεί στο τέλος το κυνήγι αυτό να αποβεί νικηφόρο και να αποφέρει κέρδος. Δεν είναι τυχαίο ότι κεντρικά συνθήματα στο λεξιλόγιο της αξιοκρατίας αποτελούν η «Επιτυχία» και ο «Ανταγωνισμός». Και τούτο, γιατί τα καλά πράγματα στη ζωή, όπως μια καλή και σταθερή εργασία, γίνονται ολοένα και σπανιότερα, επομένως, πρέπει κάποιος να πιστέψει στον συνεχή και ανηλεή ανταγωνισμό για να τ’ αποκτήσει. Σε μια διαφορετική κοινωνία, όμως, όπου ο καθένας θα μπορούσε να έχει μια ικανοποιητική δουλειά και ζωή, δεν θα χρειαζόταν να κολυμπήσει στα βρώμικα νερά της αξιοκρατίας για να τα γευτεί.

Το συμπέρασμα του βιβλίου είναι ότι η Αξιοκρατία είναι όχι μόνο υποκριτική, αλλά και οι ελίτ που παράγει, στο τέλος τέλος,  κάθε άλλο παρά ικανές είναι. Οι κήρυκες της αξιοκρατίας αποδέχονται κατ’ ουσίαν την ανάγκη ύπαρξης και διαιώνισης των κοινωνικών ανισοτήτων, αποδίδοντάς τις στη φυσική ανισότητα των προσώπων, και όχι στην ανισότητα των ευκαιριών. Έχοντας δε τραβήξει τη σκάλα που οδηγεί προς τα πάνω πατώματα, και μένοντας απομονωμένες στους μύθους και το ναρκισσισμό τους,  έχουν χάσει κάθε επαφή με την κοινωνία και τα προβλήματά της. 

Και καταλήγει: «Αν θέλουμε Αξιοκρατία, ας εργαστούμε για την Ισότητα, καθ’ ότι στη ρίζα της ανισότητας της ισχύος και των ευκαιριών, κατοικοεδρεύει η ανισότητα στην κατανομή του πλούτου».

Το αστείο είναι ότι ο όρος αξιοκρατία, σαν κοινωνικός θεσμός, περιγράφεται για πρώτη φορά από τον Michael Young σε σατιρικό βιβλίο της δεκαετίας του 1950, υπό τον τίτλο «Η Άνοδος της Αξιοκρατίας». Το βιβλίο είναι του είδους του Οργουελιανού «Θαυμαστού Καινούργιου Κόσμου», και αναφέρεται σε ένα δυστοπικό μέλλον, στο οποίο η επιλογή των ταγών της κοινωνίας γίνεται ανάμεσα στους πιο έξυπνους, τους πιο παραγωγικούς και τους πιο δουλευταράδες. Όταν πολύ αργότερα, ο Young, ανακάλυψε ότι η λέξη «αξιοκρατία», την οποία είχε χρησιμοποιήσει σκωπτικά, είχε υιοθετηθεί σαν πραγματικό κοινωνικό μοντέλο, θορυβήθηκε τόσο, ώστε να αναφωνήσει:  ‘Όχι, όχι, όχι, δεν το εννοούσα έτσι. Το εννοούσα σαν τι φοβερό όραμα θα ήταν για μια κοινωνία να αθετήσει τη δημοκρατική δέσμευση της ισότητας και να εκχωρήσει τις σπουδαίες αποφάσεις σε ανθρώπους επιλεγμένους για το μυαλό τους και οποιαδήποτε άλλα χαρακτηριστικά. 

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Το ιδεολόγημα της αξιοκρατίας και η αναπαραγωγή των ελίτ



Την περασμένη Δευτέρα, (12/3), εμφανίστηκε στους Times της Ν. Υόρκης ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο υπό τον τίτλο «Η αναπαραγωγή των προνομίων», το οποίο αποδεικνύει με εντυπωσιακά στοιχεία αυτό που όλοι υποπτευόμασταν, πώς δηλαδή η ανώτερη εκπαίδευση στις ΗΠΑ περιορίζεται ολοένα και περισσότερο στα πλέον προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, τα οποία και αναπαράγει.

«Αντί να ωθεί, όπως το ελατήριο, την κοινωνική κινητικότητα, όπως συνέβαινε τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β! παγκόσμιο πόλεμο, η πανεπιστημιακή μόρφωση σήμερα ενισχύει την ταξική διαστρωμάτωση, με την συντριπτική πλειοψηφία των αμερικανών 25 έως 29 ετών που κατέχουν πανεπιστημιακό δίπλωμα να προέρχονται από οικογένειες με εισόδημα πάνω από το διάμεσο».

Συγκεκριμένα, το 74% των αμερικανών που φοιτούν στα λεγόμενα «ανταγωνιστικά» πανεπιστήμια, όπως το Harvard, Emory, Stanford κλπ, προέρχονται από οικογένειες που κατατάσσονται στο ανώτατο εισοδηματικό κλιμάκιο, ενώ μόνο το 3% εξ αυτών προέρχεται από οικογένειες που βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα της εισοδηματικής κλίμακας.

Και τούτο, διότι οι μαθητές των χαμηλότερων εισοδημάτων για να ανταπεξέλθουν στα δίδακτρα και τα έξοδα διαβίωσης, βασίζονται αποκλειστικά στις κρατικές υποτροφίες, τα λεγόμενα Pell grants, τα οποία όμως κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες μειώνονται συστηματικά, παρά το γεγονός ότι τα δίδακτρα αυξάνονται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Για παράδειγμα, ενώ οι υποτροφίες την περίοδο 1979-80 κάλυπταν το 99% των εξόδων σε κολλέγιο διετούς φοίτησης, σήμερα δεν καλύπτουν παρά το 62%, ενώ για φοίτηση στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, όπου κατά κανόνα σπουδάζει η ελίτ, καλύπτουν μόνο το 15%. Βλέπουμε λοιπόν εδώ, το αποτύπωμα μιας συνειδητής πολιτικής η οποία χωρίς να κρατά καν τα προσχήματα, στοχεύει στον αποκλεισμό των φτωχότερων στρωμάτων από την τριτοβάθμια εκπαίδευση και τη συνεπακόλουθη κοινωνική άνοδο. Και έτσι εξηγείται το φαινόμενο, απόφοιτοι Λυκείου με την ίδια βαθμολογία στα τεστ εισαγωγής να έχουν σχεδόν τη μισή πιθανότητα, (44%), να συνεχίσουν και να τελειώσουν το πανεπιστήμιο αν ανήκουν στα χαμηλότερα εισοδήματα, σε σχέση με αυτούς που ανήκουν στα υψηλότερα, (80%).

Αφήνουμε δε απ’ έξω το αυτονόητο, ότι η επίδοση στα τεστ αυτά βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με το κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον του μαθητή, με τις μεγαλύτερες επιδόσεις να παρατηρούνται σε μαθητές από οικογένειες με ετήσιο εισόδημα μεγαλύτερο των 200,000 δολαρίων. Αν και αυτά τα δυο συσχετίζονταν ανέκαθεν, εν τούτοις το χάσμα κατά τα τελευταία 40 χρόνια διευρύνθηκε σημαντικά. Για παράδειγμα ανάμεσα στο 1970-2009 το ποσοστό των αποφοίτων πανεπιστημίου από χαμηλά εισοδήματα μεταβλήθηκε ελάχιστα. Συγκεκριμένα από το 6.2% μόλις και μετά βίας πήγε στο 8.3%. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και στα υψηλότερα πατώματα. Εκεί, στο ίδιο χρονικό διάστημα το ποσοστό σχεδόν διπλασιάστηκε, πηγαίνοντας από το 40.2% στο 82.4%.

Το ενδιαφέρον όμως εστιάζεται στο ότι οι αντιδημοκρατικές αυτές εκπαιδευτικές πολιτικές στηρίζονται στο προσφάτως σερβιρισμένο από τις ελίτ, ιδεολόγημα της αξιοκρατίας σύμφωνα με το οποίο η επιλογή γίνεται με τρόπο αδιάβλητο, ώστε να αναδεικνύονται οι καλύτεροι και οι εξυπνότεροι. Στην πραγματικότητα όμως, όπως φαίνεται καθαρά από τα προηγούμενα αποτελέσματα, το ιδεολόγημα της αξιοκρατίας όχι μόνο δικαιολογεί, μα και δημιουργεί την ανισότητα και εκεί όπου υπάρχει, την διευρύνει. Σε μια κοινωνία ανισοτήτων για να υπάρξει σταθερότητα, αυτοί που κατέχουν θα πρέπει να πείσουν αυτούς που δεν κατέχουν ότι καλώς δεν κατέχουν, διότι αυτό είναι το δίκαιο, και ότι αυτό υπαγορεύει η φυσική τάξη των πραγμάτων, σύμφωνα με την οποία οι πλέον προικισμένοι (ταλαντούχοι), οι πλέον μορφωμένοι, οι πλέον σκληρά εργαζόμενοι και οι πλέον ηθικοί είναι αυτοί που θα αναδειχτούν. Παρά ταύτα όμως, οι όποιες φυσικές ανισότητες, οι οποίες είναι υπαρκτές, ούτε στο ελάχιστο δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την παρατηρούμενη οικονομική ανισότητα.

Η πολιτική περιχαράκωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν αποτελεί προνόμιο μόνο των ΗΠΑ. Είδαμε πέρσι να συμβαίνει το ίδιο και στη Βρετανία με τον τριπλασιασμό των διδάκτρων, τα οποία φτάνουν τις 9000 λίρες το χρόνο, ποσό απαγορευτικό ακόμα και για τα μεσαία στρώματα. Πολιτικές εισαγωγής διδάκτρων, ως μέσο φραγής της εισόδου των λιγότερο προνομιούχων στα πανεπιστήμια, ακολουθούνται από ολοένα και περισσότερες χώρες, ενώ σύντομα και η Ελλάδα θα βρεθεί στην ίδια τροχιά, όσον αφορά το πρώτο πτυχίο, διότι οι περισσότερες μεταπτυχιακές σπουδές πληρώνονται ήδη αδρά.

Η αποδιάρθρωση της παραγωγής τις τελευταίες δεκαετίες στο σύνολο σχεδόν του δυτικού κόσμου δημιούργησε στρατιές ανέργων πτυχιούχων ή υποαπασχολούμενων σε θέσεις αναντίστοιχες και κατώτερες των γνώσεων και των δεξιοτήτων τους. Για παράδειγμα περσινά στοιχεία στη Βρετανία έδειξαν ότι η ανεργία ανάμεσα στους νέους πτυχιούχους εκτινάχτηκε από το 11% στο 20.3%. Με τέτοια απογοητευτικά νούμερα λοιπόν, μπαίνει ευθέως το ερώτημα τού τι χρειάζονται πλέον τα πανεπιστήμια, στο βαθμό μάλιστα που τις τελευταίες δεκαετίες ο ρόλος τους έχει μετατεθεί από την καλλιέργεια του πνεύματος και της κριτικής γνώσης, στην σκέτη εξυπηρέτηση της οικονομίας της αγοράς.

Έτσι, καθόλου τυχαία παρατηρούμε το δημόσιο μαζικό πανεπιστήμιο ν’ αφήνεται στην τύχη του, ν’ απαξιώνεται ή να κλείνει, ενώ οι πόρτες για τα παιδιά των μη προνομιούχων τάξεων να στενεύουν ακόμα περισσότερο. Στο σύνολο των βρετανικών πανεπιστημίων, το ποσοστό των παιδιών από εργατικές οικογένειες ανέρχεται στο 32.3%, ενώ για τα ελίτ πανεπιστήμια του Κέιμπριτζ και της Οξφόρδης το ποσοστό αυτό κατεβαίνει ακόμα πιο πολύ, στο 12.6% και 11.5% αντίστοιχα.

Η ίδια αλλαγή σύνθεσης παρατηρείται και στις γαλλικές grandes écoles. Το μερίδιο των φοιτητών εργατικής προέλευσης στις τέσσερεις πιο φημισμένες απ’ αυτές έπεσε από το 29% στη δεκαετία του ’50, στο 9% στη δεκαετία του ’90, αφήνοντας περισσότερο χώρο στις ελίτ να απομονώνονται και να αναπαράγονται ανενόχλητα. Δεν είναι τυχαίο ότι 7 από τους 12 υπουργούς της γαλλικής κυβέρνησης προέρχονται από τις τάξεις τους, όπως επίσης και το 46% των διοικητών και προέδρων των σημαντικότερων γαλλικών επιχειρήσεων και οργανισμών.

Στη Γερμανία, αντίθετα, δεν υπάρχουν ελίτ πανεπιστήμια, (η λέξη ελίτ ακόμα αποτελεί ταμπού), ενώ η τριτοβάθμια εκπαίδευση στο σύνολό της έχαιρε μέχρι πρότινος μεγάλης εκτίμησης για την ποιότητα των σπουδών που παρείχε. Αυτός μάλλον θα ήταν και ο κύριος λόγος που τα γερμανικά πανεπιστήμια δεν βρέθηκαν ποτέ στις πρώτες θέσεις των διεθνών πινάκων κατάταξης, για τον τρόπο κατάρτισης των οποίων, είχαμε αναφερθεί εκτενώς ΕΔΩ κι ΕΔΩ. Μετά όμως από σχοινοτενείς συζητήσεις, η Μέρκελ αποφάσισε κι αυτή, κάπως αργά είναι αλήθεια, να διοχετεύσει 2 δις ευρώ με σκοπό να αναβαθμίσει γύρω στα δέκα πανεπιστήμια στην κατηγορία των ελίτ. Το πώς αυτή η πρωτοβουλία θα «αναβαθμίσει» και την κοινωνία δεν είναι δύσκολο να το φανταστούμε…

Σάββατο 27 Αυγούστου 2011

Οι πολιτικές συνδηλώσεις του περί "αρίστων" λόγου


Θα έπρεπε να είχαμε μάθει πια να αναγνωρίζουμε τα τερτίπια με τα οποία η παρούσα κυβέρνηση αποσπά ή επιχειρεί να αποσπάσει τη πλέον δυνατή συναίνεση στις πολιτικές της. Όχι ότι δεν ήταν σε χρήση και σε παρελθόντες χρόνους, μόνο που δεν τα πολυέπιαναν οι πολιτικοί στα χέρια τους, κι αυτό για να μην χάνουν από τη συνεχή τριβή, την αξία τους σαν όπλα επιβολής και αχρηστεύονται.


Το “Καραμανλής ή τανκς”, αν δεν κάνω λάθος, απετέλεσε το πρώτο τέχνασμα μεταπολιτευτικά για την απόσπαση συναίνεσης μέσω διλημματικών φράσεων μεγάλου contrast. Η εντύπωση που έκανε φαίνεται ότι ήταν τόσο μεγάλη ώστε να μείνει για πάντα στην ιστορία. Αυτό λοιπόν που επιδιώκεται να υιοθετηθεί από την κοινή γνώμη, αντιπαρατίθεται δίπλα δίπλα και κολλητά με κάτι εναλλακτικό που είναι όμως εξώφθαλμα ακραίο. Τα τανκς και η βαρβαρότητα, όταν αντιπαρατίθενται στον Καραμανλή και το σοσιαλισμό, δεν είναι το ίδιο πράγμα με την αντιπαράθεση του μήλου απέναντι στο πορτοκάλι, ή της Κόκα Κόλα απέναντι στην Πέπσι Κόλα. Στη μια περίπτωση πρόκειται για επιλογή, στην άλλη για στυγνό εκβιασμό. Στη μια περίπτωση το υποκείμενο είναι ελεύθερο να αποφασίσει, στην άλλη, χειραγωγείται και καθοδηγείται προς μια μόνο κατεύθυνση αλυσοδέσμιο.


Ο Παπανδρέου ή η εταιρία που τον μανατζάρει, είδε τις διλημματικές φράσεις σαν ένα εύχρηστο γκατζετάκι για να ασκεί μέσω αυτού πολιτική. Κάθε φορά που εντέλλεται να περάσει κάτι, κατασκευάζει μια διλημματική έκφραση, βγαίνει στο μεϊντάνι, την διαλαλεί και περιμένει το ψάρι να τσιμπήσει. Από το ΔΝΤ ή πτώχευση, στο Μνημόνιο ή πτώχευση, κι από κει στο Μεσοπρόθεσμο ή χρεοκοπία, η κυβέρνηση πορεύεται επικοινωνιακά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Φυσικά, το ίδιο τέχνασμα δεν μπορείς να το χρησιμοποιείς επ' άπειρον. Κάποια στιγμή, σαν τον ψεύτη βοσκό του παραμυθιού, θα σε πάρουνε χαμπάρι, και αμέσως μετά στο κυνήγι, αν είσαι τυχερός, γιατί υπάρχουν και χειρότερα.


Μέσα λοιπόν στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η ρητορική περί “αριστείας”. Η αριστεία, από μόνη της είναι ηθικός και όχι πολιτικός όρος. Η δε κατά κόρον εκμετάλλευση από την κυβέρνηση, της αίγλης που αυτή φέρει είναι εντελώς αναμενόμενη και σύμφωνη με τον σφετερισμό ολόκληρου του ηθικολογικού λεξιλογίου από τον νεοφιλελευθερισμό, όπως δείξαμε στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση. Αλλά η εταιρία μάρκετιγκ, που χρέος της είναι να κάνει τις πολιτικές από δύσπεπτες, εύπεπτες και να τις προωθεί στις μάζες με τα ντελικάτα στομάχια, δεν ικανοποιείται μόνο με αυτό, αλλά αμπαλλάρει κι από πάνω την “αριστεία” με μια διλημματική έκφραση, ώστε να διασφαλίσει διπλά το καλωσόρισμα του προϊόντος της.


Η αντιπαράθεση εδώ του “άριστου” γίνεται με το “αρεστό”, σε ένα εύστοχο λογοπαίγνιο, που μόνο οι ατάκες του Καρατζαφέρη το ξεπερνούν σε ευρηματικότητα. Μπρος στις αρνητικές συνδηλώσεις του “αρεστού”, που παραπέμπει στην παθογένεια του παλαιοκομματικού συστήματος και την ευνοιοκρατία, η “αριστεία”, σαν τον πολικό αστέρα δείχνει τον δρόμο του εξισωτισμού, όπου η επιτυχία προκύπτει μόνο από την ατομική προσπάθεια και ικανότητα, και έξω από κάθε κοινωνική αναφορά.


Το κατά πόσον η ανέλιξη των αρίστων αποτελεί πρόταγμα και πρωτεύοντα όρο της δημοκρατίας το είχαμε αναλύσει πριν από δυόμιση περίπου χρόνια στο “Ιδεολόγημα της Αξιοκρατίας”. Τότε φαινόταν ακόμα αιρετικό, αλλά μου κάνει εντύπωση, πως ακόμα και σήμερα, μετά από τα όσα έχουν γραφεί και λεχθεί τόσο στην Ελλάδα (βλ. Τέλλογλου), όσο και στον ευρωπαικό χώρο για την ανεπάρκεια πλέον της δημοκρατίας να χειριστεί τα σημερινά περίπλοκα προβλήματα, και την αναγκαιότητα περιστολής αυτής και ανάθεσης της διακυβέρνησης στα χέρια καλά εκπαιδευμένων ελίτ (βλ. "Από την ανικανότητα των ηγετών, στην ανικανότητα της δημοκρατίας"), η ρητορική περί “αριστείας” εξακολουθεί να εκλαμβάνεται γυμνή και αποκομμένη από τον περίγυρο μέσα στον οποίο αναπτύσσεται και τις σκοπιμότητες τις οποίες εξυπηρετεί.


Η έννοια της "αριστείας", στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο την προωθεί η κυβέρνηση, ουδόλως έχει να κάνει με τον καλό γιατρό, μηχανικό, κτίστη ή δάσκαλο. Απεναντίας, στοχεύει στην εμπέδωση της αναγκαιότητας αλλαγής/εδραίωσης του πολιτεύματος, από δημοκρατία που ψευτο-είναι σε ολιγαρχία. Άλλωστε και η αριστοκρατία σαν πολίτευμα, τη λέξη "άριστος" εμπεριέχει στα σπλάχνα της.


Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

Η ιδεοληψία περί "αριστείας"


Ο νεοφιλελευθερισμός κατόρθωσε να επιβάλλει την αγοραία ιδεολογία με ένα ιδιαίτερα δόλιο τρόπο, έχοντας χρησιμοποιήσει σαν δούρειο ίππο αφ' ενός το ηθικοπλαστικό λεξιλόγιο του Αυλωνίτη, αφ' ετέρου τις λογικές κατηγορίες του Αριστοτέλη και βάλε. Έτσι πιάνοντας πρώτο τραπέζι πίστα στα ψηλότερα μπαλκόνια της ανθρώπινης υπόστασης, όπως λόγος (πνεύμα) και ηθική, πρακτικά έβαζε φραγή σε όλους τους δρόμους που τον αμφισβητούσαν, καθ' όσον ποιος θα ήταν αυτός που θα τολμούσε να διαγράψει και να αρνηθεί τις δυο σεβάσμιες αυτές κυρίες. Κανείς δεν θα ήθελε να φέρει το στίγμα του παράλογου και του ανήθικου.


Κι επειδή οι αγορές, θεωρούμενες ως το πλέον ορθά σκεπτόμενο υποκείμενο, είναι φυσιολογικό και να νομοθετούν, το αποτέλεσμα που προκύπτει από τη ζεύξη αυτή είναι η εξίσωση του νόμιμου με το ηθικό. Συνοψίζοντας: Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία εκπροσωπεί την ηθική και τη λογική. Ως πατενταρισμένο δε λογικό υποκείμενο, σε σχέση πάντα με τον αισθηματία και φαντασιόπληκτο λαό, εντέλλεται προφανώς και να νομοθετεί. Επειδή, όμως, όπως είδαμε προηγουμένως, πέρα από λογικό υποκείμενο είναι και ηθικό, ευκόλως συνάγεται ότι οι νόμοι της αγοράς εμπίπτουν και στις επιταγές του ηθικού κανόνα, τον οποίο και ικανοποιούν.


Οι αγορές επομένως, πληρούν ταυτόχρονα τους όρους της λογικής, της ηθικής και της δικαιοσύνης. Τουτέστιν, οι αγορές είναι τέλειες, τουτέστιν οι αγορές είναι ο θεός! Ο,τιδήποτε δε, δεν εμπεριέχεται σ' αυτές, δικαίως θεωρείται ατελές και εξοβελισταίο, αιρετικό και κολάσιμο. Αν η Παιδεία μέχρι τώρα παρέμενε σαν μίασμα στον περίβολο της εκκλησίας των αγορών, με το καινούργιο νομοσχέδιο εξαγνίζεται και εγκαθίσταται πλέον θριαμβευτικά, στο Ιερό.


Όλα αυτά μάς είναι αρκετά γνώριμα. Καλό όμως είναι από καιρό σε καιρό να τα επαναλαμβάνουμε, και να τα εμπεδώνουμε.


Σχετικά τώρα με το περί παιδείας νομοσχέδιο: Βάζει όλες τις προδιαγραφές για να καταστήσει την παιδεία ένα ελκυστικό, και σύγχρονο προϊόν που θα μοσχοβολά και θα κάνει στράκες στα ράφια. Ένα προϊόν χρειάζεται ράφια και βιτρίνα για να προβληθεί, χρειάζεται καλή και τριζάτη συσκευασία, χρειάζεται ένα καλό μαρκετινγ και διαφήμιση, χρειάζεται μάνατζερς για να σχεδιάζουν την παραγωγή, χρειάζεται πιστοποίηση και τυποποίηση, χρειάζεται κοστολόγηση, μα πάνω απ' όλα χρειάζεται κάθε βράδυ να γεμίζει τη μπάνκα με φρέσκο μυρωδάτο χρήμα. Δεν υπάρχει περίπτωση να κυκλοφορήσει προϊόν στην αγορά που να μην έχει περάσει απ' όλα τα προηγούμενα στάδια. Αυτό, που κάνει κάτι να είναι προιόν, είναι η δυνατότητά του να αποκτά μοναδικό κωδικό, λογότυπο, αμπαλλάζ και τιμή. Έτσι μπορεί να εξάγεται και να εισάγεται σε οποιοδήποετε μέρος του κόσμου, να μεταφέρεται με containers και να πληρώνει δασμό στα τελωνεία.


Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το προϊόν παιδεία. Η Βρετανία, για παράδειγμα, εξάγει πολλά τέτοια εκπαιδευτικά προϊόντα, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης σε όλο τον κόσμο. Είτε είσαι στην Αφρική και στα Εμιράτα, είτε είσαι στην Κίνα, ο αφρικανός, ο άραβας και ο κινέζος θα αγοράσουν το ίδιο ακριβώς προϊόν, με τον ίδιο τρόπο που αγοράζουν το ίδιο σαμπουάν Palmolive, το ίδιο απορρυπαντικό Tide, και το ίδιο κινητό Nokia.


Κάθε εργοστάσιο παραγωγής εκπαιδευτικού προϊόντος διαφημίζει, όπως συμβαίνει και με όλα τα προϊόντα, ότι το δικό του προϊόν είναι το καλύτερο της αγοράς. Δεν υπάρχει παραγωγός που να μην το ισχυρίζεται, (τι στο καλό!), και δεν υπάρχει καταναλωτής που να μην θεωρεί ότι αυτό που αγοράζει είναι και το καλύτερο. Έτσι, τα “καλύτερα” είναι τόσα, όσοι είναι και οι καταναλωτές. Αλλιώς θα υπήρχαν μόνο ελάχιστα εργοστάσια που θα παρήγαγαν τα αντικειμενικώς “καλύτερα”, αν φυσικά το “κάλλιστο” είναι δυνατόν να ορισθεί με τρόπο αντικειμενικό .


Το “κάλλιστο” εδώ, στην ειδική δηλαδή αγορά εκπαίδευσης, ονομάζεται “αριστεία”. Όλοι υπόσχονται, μα πρωτίστως η κυρά του Υπ. Παιδείας, ότι το προϊόν που θα παράξουν, και που είναι το τάδε ή το δείνα πρόγραμμα σπουδών, θα είναι το κάλλιστο και θα εγγυάται την “αριστεία”. Μόνο, που δεν μπορούν όλα να είναι άριστα. Το “άριστον” εξ ορισμού, αποτελεί την κεφαλή μιας πυραμίδας, είναι αυτό που συναντάμε στην κορυφή μιας ιεραρχίας, και προϋποθέτει την ύπαρξη ενός αριθμού ομοειδών προϊόντων, τα οποία βρίσκονται από κάτω και τα οποία τα κατατάσσουμε σαν καλύτερα, σαν μέτρια, σαν μετρίως καλά, σαν καλά, σαν κακά, σαν ψυχρά, κι ανάποδα, ή σαν ο,τιδήποτε ενδιάμεσο.


Η “αριστεία” επομένως, που το εν λόγω νομοσχέδιο υπόσχεται να εγκαταστήσει στα ελληνικά πανεπιστήμια, δεν έχει απολύτως κανένα νόημα, εκτός φυσικά ενός, το οποίο είναι τόσο εμφανές, ώστε να περνάει εν πολλοίς απαρατήρητο. Δηλαδή, το μόνο αποτέλεσμα ολόκληρης της εμετικής θα έλεγα, ρητορικής περί “αριστείας”, είναι η εγκαθίδρυση μιας ιεράρχησης των εκπαιδευτικών προϊόντων, βάση κάποιων έωλων κανόνων, και με μόνο στόχο την εξάλειψη των κατώτερων βαθμίδων της πυραμίδας αυτής από τους νόμους της αγοράς, σαν εμπόρευμα σκάρτο. Φυσικά, οι βαθμίδες αυτές δεν είναι απλά σκέτα σανίδια, αλλά πάνω τους στηρίζονται εκατομμύρια άνθρωποι. Κι ενώ, μια κοινωνία μπορεί να καταφέρει να επιζήσει αν από την αγορά κωλόχαρτων εξαλειφθούν αυτά που θεωρήθηκαν κατώτερης ποιότητας, εν τούτοις δεν θα τα καταφέρει, αν η πυραμίδα κοπεί από τη βάση της και μείνει μόνο η κορυφή.


Υ.Γ. Μια σχετική, παλιότερη ανάρτηση είναι το: "Ιδεολόγημα της Αξιοκρατίας".


Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

Η Εξουσία των Ειδικών


Η Πολιτική είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για ν’ αφεθεί στα χέρια των ειδικών και των εχόντων και κατεχόντων τίτλων σπουδών. Εδώ, το «the more, the better» μάλλον δεν ισχύει. Είναι διάχυτη η αντίληψη ότι καλύτερη διακυβέρνηση μπορεί να εξασφαλιστεί μέσα από την αντιπαράθεση βιογραφικών και μέσα από την επικράτηση του πλουσιότερου εξ αυτών.

Θα αντιπαρέλθω του υπαρκτού ζητήματος του πώς παράγονται και συντάσσοντα τα βιογραφικά σημειώματα, μιας και το θέμα το έχω αναπτύξει σε παλιότερες αναρτήσεις, και θα δεχτώ ότι όντως τα αναγραφόμενα στοιχεία αντιστοιχούν πιστά στην πραγματικότητα του βίου αυτού που τα υποβάλει.

Η αυθεντία των ειδικών ήρθε στην εποχή μας να αντικαταστήσει την αυθεντία της παράδοσης προηγούμενων αιώνων και τα εξ αποκαλύψεως δόγματα του θρησκευτικού ιερατείου. Επ’ ουδενί λόγω σκοπεύω να υπερασπιστώ την ανωτερότητα του είδους αυτού της γνώσης έναντι αυτής που προέρχεται από τον ορθό λόγο και τα τεκμήρια που παρέχει η πραγματικότητα. Αλλά ανάμεσα στο σημείο αυτό και στην ολοκληρωτική παράδοση στην δήθεν ηθική ανωτερότητα των ειδικών και στην αναγνώριση του δικαιώματος να παρεμβαίνουν και να διαμορφώνουν ποικίλες πτυχές της ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας, νομίζω ότι υπάρχει μεγάλη απόσταση. Η αντίρρηση αυτή περιλαμβάνει τόσο τους ειδικούς που καλούνται να παράσχουν συμβουλές για το πώς θα μεγαλώσουμε τα παιδιά μας, για το πώς θα ερωτευθούμε, για το πώς θα διευθετήσουμε τις σχέσεις μας, όσο και αυτούς που θα κληθούν να συνδράμουν τους πολιτικούς.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η ύπαρξη των ειδικών των ίδιων, όσο η πολιτικοποίηση της γνώμης τους, δηλαδή η ανάδειξή της σε καθοριστική συνιστώσα των πολιτικών αποφάσεων και δράσεων.

Η σημερινή αντίληψη περί αυθεντίας, που βασίζεται στην ενασχόληση με ένα μόνο θέμα είναι διαφορετική από την αρχική της έννοια που είχε σαν περιεχόμενο την εμπειρία και την επιδεξιότητα. Η ευθραυστότητα και αναξιοπιστία της πολιτικής αυθεντίας είχε σαν αποτέλεσμα οι πολιτικοί να μεταβιβάσουν μέρος της εξουσίας τους στους ειδικούς, ευελπιστώντας να αναπληρώσουν με τον τρόπο αυτό ό,τι τους έλλειπε σε κύρος και αξιοπιστία. Έτσι, οι κυβερνήσεις ανακαλύπτουν ότι η γνώμη των ειδικών αποτελεί απαραίτητη νομιμοποιητικό παράγοντα των δικών τους πολιτικών. Η επίκληση δε της γνώμης τους έχει σαν τελική συνέπεια τρέχοντα ζητήματα να μετατοπίζονται από το χώρο της πολιτικής στο χώρο της τεχνικής επίλυσης.

Εξ ορισμού, ο ειδικός γνωρίζει ένα συγκεκριμένο θέμα σε βάθος, γεγονός όμως που περιορίζει τη γνώση σε άλλα θέματα, ακόμα και παρεμφερή. Η κυριότερη όμως επίπτωση είναι ότι εμποδίζει τη γενικότερη θέαση επί των προβλημάτων και συσκοτίζει τους τρόπους που αυτά συναρθρώνονται. Καθήκον του πολιτικού είναι ακριβώς αυτό: η συνάρθρωση και η αξιοποίηση της γνώμης των ειδικών σε επί μέρους τεχνικά θέματα, γνώση η οποία θα βοηθήσει στη λήψη πολιτικών αποφάσεων για το γενικότερο συμφέρον και όχι το αντίθετο.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι η επιστημονική αυθεντία κάποιου, όπως ο γιατρός, ο μηχανικός, ο νομικός κ.λ.π., είναι διαφορετικής υφής από την αυθεντία των ειδικών που περιγράψαμε, μιας και οι πρώτοι δεν καλούνται να θεσπίσουν κανόνες για το σύνολο. Οι ειδικοί μπορεί να γνωμοδοτούν, δεν μπορούν όμως να αποφασίσουν ούτε και να επιβάλουν πολιτικές διαχείρισης. Επιπλέον, ορισμένες θεματικές περιοχές δεν είναι άμοιρες ιδεολογικής φόρτισης, όπως για παράδειγμα τα οικονομικά ή η διαχείριση του περιβάλλοντος, γεγονός που μπορεί από μόνο του να θέσει υπό αμφισβήτηση την αυθεντία κάποιου ειδικού, μιας και για το ίδιο θέμα μπορεί να βρεθούν πολλοί με τον ίδιο τίτλο.

Η βαθμιαία παράδοση της εξουσίας τα τελευταία χρόνια από αυτούς που έχουν εξουσιοδοτηθεί να την ασκήσουν, σε μη-αιρετούς τεχνοκράτες, όπως για παράδειγμα στη ευρωπαϊκή ένωση, δείχνει αν μη τι άλλο βαθιά περιφρόνηση προς τους πολίτες και στις ικανότητές τους να γνωρίζουν τον κόσμο. Ενώ από την άλλη μεριά, οι επικριτές της τεχνοκρατικής άσκησης της εξουσίας και του ελιτίστικου και αντιδημοκρατικού προσανατολισμού της, συνήθως αποπέμπονται σαν αφελείς καθώς τους προσάπτουν ότι δεν μπορούν να κατανοήσουν την πολυπλοκότητα της νεωτερικότητας. Κάτω από την οπτική αυτή μεγαλώνει ολοένα ο σκεπτικισμός στο κατά πόσο ο λαός μπορεί να ανταποκριθεί στο ρόλο του υπεύθυνου πολίτη. Ρόλο, που για το λόγο αυτό ανατίθεται στα στιβαρά χέρια των ειδικών. Η δυσπιστία δε, για την καταλληλότητα του εκλογικού σώματος, κάθε άλλο παρά απούσα είναι και από τον δικό μας καθημερινό δημόσιο διάλογο, είτε ρητά εκφράζεται αυτή, είτε υπόρρητα.

Δεν ενοχλούν οι ειδικοί, αλλά η πολιτικοποίηση του ρόλου τους, που οδηγεί στην καταστρατήγηση βασικών κανόνων της δημοκρατικής λογοδοσίας και ενθαρρύνει τους πολιτικούς στο να κρύβονται πίσω από προβλήματα μεταθέτοντάς τα ως τεχνικά ζητήματα στους τεχνοκράτες για να τα επιλύσουν.

Και η ενασχόλησή μου με τους «χοντρούς» δεν πηγάζει ούτε από προσωπικά βιώματα, ούτε από την καλή μου διάθεση να τους υπερασπιστώ, παρά από την θέλησή μου να καταδείξω ότι αυτό που συνέβη και με τους καπνιστές, (τους οποίους ούτε κι αυτούς υποστηρίζω), δηλαδή η στοχοποίηση μιας ατομικής συνήθειας και ενός ατομικού σωματικού χαρακτηριστικού, εντάσσεται σε αυτό που ονομάζεται «πολιτικοποίηση της Υγείας».

Ο επιστημονικός λόγος, με την αρκετά μειωμένη αξιοπιστία του τα τελευταία χρόνια, μετατρέπεται από την απλή παράθεση παρατηρήσεων και ερευνών, σε ηθική προσταγή και οι περιγραφικές αναφορές του σε κανονιστικές αρχές του δημόσιου και ιδιωτικού βίου.


Υ.Γ. Ανάπτυξη του θέματος στο «The Tyranny of Expertise» του Frank Furedi .

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Το Ιδεολόγημα της Αξιοκρατίας


Μια από τις λέξεις που υπερίπταται εσχάτως πάνω από τις κεφαλές μας, ευγενής και αυτή ως προς την καταγωγή, και υπεράνω υποψίας ως προς τις προθέσεις της, μια λέξη φετίχ και μαγική, που σε αντικατάσταση άλλων που έχουν πια χρεοκοπήσει, εισβάλλει αμόλυντη κι αγνή για να γεννήσει προσδοκίες και ν’ αναπτερώσει τις ελπίδες των απανταχού απελπισμένων είναι και η λέξη Αξιοκρατία.

Μια λέξη δηλαδή που ευαγγελίζεται την αντικατάσταση των Αχρήστων εις την κεφαλήν της χώρας, υπό των Αρίστων.

Με σκοπό να διερευνήσουμε το περιεχόμενο της λέξης «άξιος» ας θέσουμε μερικά αυτονόητα ερωτήματα:

1. Στην υποθετική περίπτωση που μια πολιτεία θα διοικείται από τους αρίστους, με ποιο τρόπο θα αποφευχθεί ο κίνδυνος να καταλήξει η εξουσία αλαζονική και ολοκληρωτική και να οδηγηθεί η κοινωνία στη λατρεία των ικανών και στην περιφρόνηση των φτωχών σαν ανίκανων;

2. Πόσο είναι δυνατό η διακυβέρνηση μιας χώρας να στηρίζεται σε ηθικές και όχι σε πολιτικές προτάσεις, Αν και η έκκληση στην αξιοκρατία είναι ελκυστική και επιθυμητή προοπτική, (κανείς δεν αντιλέγει σε αυτό), εν τούτοις μπορεί να γίνει καταστροφική αν καταστεί κεντρική πολιτική πρόταση.

3. Πώς διασφαλίζεται ότι αυτοί που θα επιλεγούν σαν άριστοι λόγω ικανοτήτων, δεν θα συλλέγονται από τα ήδη προνομιούχα και εξουσιαστικά στρώματα;

4. Πώς μπορεί να οριστεί με αξιοπιστία η «αξιοσύνη», εν μέσω μάλιστα ιδιαιτέρως στρεβλών καιρών, όταν το «άξιο» ταυτίζεται μονοσήμαντο με το «εμπορικά άξιο», αυτό δηλαδή που καταφέρνει να μεγιστοποιεί το κέρδος και να μειώνει τις απώλειες, χρημάτων βεβαίως και όχι ανθρώπων;

Όπως θα δούμε, οι «άριστοι», με την έννοια των κατόχων υψηλότερου εκπαιδευτικού κεφαλαίου, δεν προέρχονται από τον τυχαίο πληθυσμό, αλλά από τα προνομιούχα κατά κύριο λόγο στρώματα.

Η αντικατάσταση της κληρονομικής αριστοκρατίας από μια φυσική αριστοκρατία που δεν θα βασιζόταν στην καταγωγή αλλά στο ταλέντο, ήταν ένα από τα οράματα του Τζέφερσον. Θεωρούσε ότι μέσω της εκπαίδευσης, με την παροχή δηλαδή ίσων εκπαιδευτικών ευκαιριών θα επιτυγχανόταν η κοινωνική κινητικότητα, από τα βασικά χαρακτηριστικά της δημοκρατίας και ότι θα δινόταν η ευκαιρία σε παιδιά από μη προνομιούχα στρώματα να φτάσουν σε υψηλά αξιώματα. Αυτό όμως από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό αλλά θα έπρεπε να συνεπικουρείται από σκληρή εργασία και ηθική συμπεριφορά. Όλα αυτά τα στοιχεία δηλαδή, που συγκροτούσαν το αμερικανικό όνειρο.

Η πραγματικότητα όμως ακόμα και στον πλέον αδαή, παρουσιάζεται εντελώς διαφορετική, μιας και οι κοινωνικές και οικονομικές αφετηρίες παραμένοντας άνισες, προδικάζουν δυστυχώς και ένα άνισο αποτέλεσμα. Αυτή τη φορά δεν θα παραθέσω πίνακες με το ποσοστό των παιδιών των χαμηλών στρωμάτων που εισάγονται σε σχολές υψηλής ζήτησης, σε σχέση με τα παιδιά των υψηλότερων στρωμάτων, γιατί νομίζω ότι αποτελεί κοινή κατακτημένη γνώση. Ούτε ότι οι απόφοιτοι των ακριβών ιδιωτικών σχολείων καταλαμβάνουν και τις περισσότερες θέσεις των ελίτ πανεπιστημίων, αυτό το τελευταίο από έρευνα στην Αγγλία, οι οποίοι με τη σειρά τους καταλαμβάνουν και τις περισσότερες διευθυντικές θέσεις.

Αν η αξιοσύνη ταυτίζεται με την καλή εκπαίδευση και την αποτελεσματικότητα στη διοίκηση, τότε πού θα κατατάσσαμε τα golden boys; (προτού φυσικά εμφανιστεί η κρίση). Οι διοικητές που εξασφάλιζαν απρόσκοπτη κερδοφορία και ανάπτυξη για τις επιχειρήσεις τους, με παράλληλες αήθεις για μας τους κοινούς θνητούς πρακτικές, όπως εκμετάλλευση παιδιών, απολύσεις, κ.λ.π., δεν θα κατατάσσονταν κι αυτοί στους αρίστους;

Το ιδεολόγημα της αξιοκρατίας, διότι περί αυτού πρόκειται, δρα έτσι ώστε να δικαιολογεί την ανισότητα. Σε μια κοινωνία ανισοτήτων για να υπάρξει σταθερότητα, αυτοί που κατέχουν θα πρέπει να πείσουν αυτούς που δεν κατέχουν ότι καλώς δεν κατέχουν, διότι αυτό είναι το δίκαιο, και ότι αυτό υπαγορεύει η φυσική τάξη των πραγμάτων, σύμφωνα με την οποία οι πλέον προικισμένοι (ταλαντούχοι), οι πλέον μορφωμένοι, οι πλέον σκληρά εργαζόμενοι και οι πλέον ηθικοί είναι αυτοί που θα πάνε μπροστά. Μπορεί να μην ξεκινάνε όλη από την ίδια αφετηρία αλλά είναι στο χέρι τους να πετύχουν. Οι ιδεολογίες της ανισότητας πείθουν χωρίς να είναι κατ’ ανάγκην αληθινές, όπως π.χ. ήταν παλιότερα οι ιδεολογίες για την κατωτερότητα των μαύρων και των γυναικών.

Το ιδεολόγημα της αξιοκρατίας στηρίζεται στη φυσική ανισότητα των ανθρώπων για να δικαιολογήσει το αποτέλεσμα της παρατηρούμενης ανισότητας που φυσικά είναι πολλαπλάσιο και δεν προκύπτει από την ατομική ανωτερότητα.

Το πρόβλημα με την απλή αναφορά στην αξιοκρατία είναι ότι αποσιωπούνται όλοι οι άλλοι λόγοι για τους οποίους κάποιος καταλήγει στα ανώτερα στρώματα και οι οποίοι μπορεί να είναι η κληρονομιά της τάξης ή του κατάλληλου περιβάλλοντος γνωριμιών, η τύχη ή άλλες παράμετροι πέρα από κάθε ατομικό έλεγχο.