Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Απριλίου 2008

Λόγια Πάνω σ' ενα Ποτήρι Γλυκό Κρασί του Μόζελ



Αδυνατώ να πιστέψω ότι είμαι ο μόνος άνθρωπος στη γη που υφίσταται κατά τη διάρκεια των εορτών, [ιδίως αυτών που είθισται να ονομάζονται οικογενειακές και που προϋποθέτουν εξ αιτίας μιας πανάρχαιης εθιμοτυπίας πολυπληθείς μαζώξεις συγγενών], την προγραμματισμένη επίσκεψη της καταθλιπτικής κυράς, που πάντα τέτοιες μέρες συνεπής στο ραντεβού της σκάει μύτη ζωσμένη άλλοτε με τον βαρύ κι άλλοτε με τον ελαφρύτερο οπλισμό της.

Αν το πλήθος των συγγενών που συνεορτάζουν ξεπερνάει μια ορισμένη κρίσιμη τιμή, τότε τα βαριά συναισθήματα διαχέονται σε όσο το δυνατόν περισσότερα πρόσωπα, με συνέπεια το ανά μονάδα ατόμου βάρος να είναι και το μικρότερο. Μπορούμε επίσης να αποδώσουμε την ελάττωση αυτή της συναισθηματικής πίεσης και στη διάχυτη βαβούρα, που στερεί από κάποιον την δυνατότητα να μελαγχολήσει αξιοπρεπώς και με την ησυχία του. Άλλωστε, σπάνιες είναι σε ομήγυρη τέτοιου μεγέθους οι παύσεις και οι σιωπές για να μπορέσει η μελαγχολία, (μια καθαρά ιδιωτική απόλαυση), να βρει άνοιγμα και να εισχωρήσει.

Όταν όμως η υποτιθέμενη οικογενειακή συγκέντρωση δεν αριθμεί παρά ολίγες μόνο μονάδες, περιοριζόμενες στα δάχτυλα της μιας χειρός και ενίοτε στα μισά εξ αυτών, τότε όπως ευκόλως εννοείται, το ανά μονάδα ατόμου συναισθηματικό βάρος γίνεται σαφώς μεγαλύτερο με την τάση, προϊούσης της ώρας να εξελίσσεται σε δυσβάσταχτο, έως τρομαχτικό. Στη μεσοβέζικη λοιπόν αυτή κατάσταση λείπει η ευωχία του πολύχρωμου πλήθους που παρέχει στον καθένα την ανεξαρτησία να μπαίνει και να βγαίνει ανενόχλητος και κατά το δοκούν στην ομήγυρη. Από την άλλη μεριά, όταν η μάζωξη είναι μικρή και στενόχωρη σχεδόν πάντα εμφιλοχωρούν οι αντιθέσεις των μελών της που όπως και να το κάνουμε καιροφυλακτούν και παραμονεύουν. Εδώ η επιτήρηση του ενός από τους άλλους είναι πιο έντονη και οι απαιτήσεις, επικρίσεις, παράπονα, δυσαρέσκειες και ματαιώσεις είναι απείρως πιο εύκολο να ξεπηδήσουν και να δυναμιτίσουν μια ασταθή έτσι κι αλλιώς συναισθηματική κατάσταση.

Τουναντίον όταν η οικογένεια, είτε λόγω επιλογής, είτε λόγω μοίρας, περιορίζεται σε ένα και μόνον άτομο, τότε τα προηγούμενα συναισθήματα θλίψης όχι μόνον δεν βαραίνουν, αλλά μπορούν αιφνιδίως να μετατραπούν σε συναισθήματα ανακούφισης και ευφορίας, σε συμφωνία με τη ρήση του, «Όταν είσαι μόνος σου όσο θέλεις πήδα».


Η κατάσταση αυτή της εμφάνισης ισχυρής ασυνέχειας στην εξέλιξη ενός φαινομένου, [που στην προκειμένη περίπτωση είναι η βίωση ενός συναισθήματος μελαγχολίας, σαν συνάρτηση του πλήθους των ατόμων που συνευρίσκονται σε κάποιο εορταστικό τραπέζι], παρατηρείται συχνά στη φύση, όπως για παράδειγμα στη μετάβαση από την υγρή στην στερεά μορφή μιας ουσίας και ονομάζεται «Μετάβαση Φάσεως», ή επί το ελληνικότερον «phase transition», αποτελεί δε, έναν από τους πιο ελκυστικούς κλάδους της Φυσικής, και όπως δείχνουμε εδώ, πιθανόν και της ψυχολογίας.

Το ερώτημα βέβαια που πλανάται αμείλικτο και επιτακτικό είναι το ΓΙΑΤΙ. Γιατί, κατά κανόνα δηλαδή, πάνω από τέτοιες συγκεντρώσεις να πλανάται ένα τόσο βαρύ σύννεφο;

Εκεί λοιπόν, στα μισά ενός λευκού γλυκού και αφρώδους οίνου ζυμωμένου στην ζεστή και ολάνθιστη κοιλάδα του Μόζελ νόμισα χθες ότι βρήκα μιαν απάντηση:


Είναι ο φόβος μήπως στο μέτρημα την επομένη χρονιά κάποιοι θα βρεθούν να λείπουν.

Και η εξήγηση που δίνω, [και με την επικουρία του Μόζελ βεβαίως, βεβαίως], είναι ότι όταν η συνομοταξία των συγγενών αριθμεί πολλές μονάδες, το να βρεθεί στο μέτρημα ένας πάνω, ένας κάτω δεν αποτελεί και μεγάλο πρόβλημα, μιας και η μονάδα τελικά θα χαθεί αθόρυβα στο πλήθος. Επίσης, όταν είσαι ένας, επίσης δεν σε πολυνοιάζει αν στην επόμενη φορά είσαι και ο κανένας. Όταν όμως αυτοί που συγκεντρώνονται και που υποτίθεται ότι ενώνονται με δεσμούς συγγένειας είναι λίγοι, τότε κάθε απώλεια μετράει παραπάνω, καθόσον αντιστοιχεί σ’ ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό επί του συνόλου των παρευρισκομένων. Simple statistics!

** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** ** **
Πάνε είκοσι χρόνια τώρα, που κάθε φορά που πήγαινα στο νησί για κάποιες απ’ τις γιορτές, όταν αποχαιρετούσα τους παππούδες έλεγα μέσα μου με σφιγμένη την καρδιά, μήπως και η φορά αυτή που τους κοίταζα να μου κουνάνε το χέρι ήταν και η τελευταία. Τους έβλεπα και τους δυο στημένους στη βεράντα, αμίλητους και αμήχανους, προσπαθώντας με κόπο να φανούν φυσιολογικοί και χαρούμενοι ανανεώνοντας το ραντεβού για την επόμενη φορά, που ήταν σίγουροι (;) ότι θα ερχόταν. Κάποια όμως απ’ αυτές τις φορές, μοιραία, θα ήταν και η τελευταία. Δεν τη θυμάμαι αυτή τη φορά. Δεν θυμάμαι πως έμοιαζε αυτός ο τελευταίος αποχαιρετισμός, αν υπήρχε κάποιο προαίσθημα, κάποιο σημάδι, κάποια μαύρη γάτα που μου έκοψε το δρόμο. Όχι. Τίποτε απ’ όλα αυτά. Ο παππούς έφυγε καθιστός αθόρυβα και σεμνά, πάνω σε μια ανάσα που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το έργο της.


Η γιαγιά μετά από λίγο έπεσε και χτύπησε το πόδι της και μετά από το συμβάν αυτό βρήκε πρόχειρο ένα κρεβάτι δίπλα της, καλοβολεύτηκε και από τότε αρνήθηκε να ξανασηκωθεί, μέχρι που ήρθε κι αυτηνής η ώρα. Στο μεταξύ μας άφησε χρόνους και ο πατέρας και από τότε έκοψα τις επισκέψεις στα νησιά μην αντέχοντας άλλους αποχαιρετισμούς, μην βαστώντας την αγωνία μπας και αυτός ο αποχαιρετισμός με την μάνα που έμεινε πίσω μόνη, θα ήταν και ο τελευταίος. Δεν ήθελα να αποχαιρετώ πλέον και να ανανεώνω ραντεβού που μπορεί είτε να αθετούσα, είτε στην αντίθετη περίπτωση να αποδεικνύονταν άγονα.


Με τον καιρό όλο και λιγοστεύουμε. Αυτοί που προστέθηκαν είναι πιο λίγοι απ’ αυτούς που έφυγαν και ο ισολογισμός των προσώπων ελλειμματικός: Ξεκινήσαμε πόσοι, καταντήσαμε τόσοι. Λίγοι, απελπιστικά λίγοι, ένα μικρό τραπεζάκι φτάνει πια για να μας βολέψει και ούτε ένα μπουκάλι κρασί δεν καταφέρνουμε να αδειάσουμε. Κι ας είναι γλυκό, και από την ολάνθιστη κοιλάδα του Μόζελ!

Παρασκευή 18 Απριλίου 2008

Ο Χάρος που Δεν Χαμπαρίζει από Στατιστικές


Όταν ο Γ. χτυπήθηκε απ’ τον καρκίνο, εκεί στα πενήντα του, κι όταν στα πενηνταδύο του το σαράκι πέρασε απ’ τα έντερα στην κοιλιά, κι απ’ εκεί στο συκώτι, όλοι ήταν σίγουροι, άλλος συνειδητά κι’ άλλος ασυνείδητα, ότι είχε ήδη βγάλει εισιτήριο για το επέκεινα. Και φυσικά κανένας απ’ τους τριγύρω του δεν αμφέβαλε, αν υποτεθεί ότι όλοι είμαστε στημένοι σε μια ουρά περιμένοντας να περάσει το τρένο για το παραπέρα, ότι το δικό του τρένο δεν θα έφτανε παρά αργότερα. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, σ’ αυτή τη ζωή μπορεί να μην υπάρχουν απόλυτες βεβαιότητες, υπάρχουν όμως πιθανότητες, τις οποίες, αν βάλουμε κάτω με τη λογική, μπορούμε σε ορισμένες περιπτώσεις να τις κάνουμε να μοιάζουν με βεβαιότητες. Αν, οι καθ’ όλα αξιοσέβαστες στατιστικές των γιατρών λένε ότι ο ένας στους πέντε προσβάλλεται από καρκίνο, τότε σε μια παρέα των πέντε όπου ο ένας έχει προσβληθεί, οι υπόλοιποι τέσσερις μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι με την ελπίδα ότι η στατιστική δεν θα τους κάνει κανένα περίεργο χουνέρι.



Το ίδιο πάνω-κάτω συμβαίνει και μ’ οποιασδήποτε άλλης αιτίας θανατικό. Λίγο αλήθεια, λίγο ψέματα, λίγο ένας τεχνητός και αδιόρατος εφησυχασμός, ο καθένας ηρεμεί με το να πιστεύει ότι άμα ο χάρος πιάσει το δρεπάνι του, δεν τους παίρνει όλους αμπάριζα με μιaς, αλλά, αφού έχει σημαδέψει ήδη τον έναν, τους άλλους τους υπόλοιπους στη γειτονιά, τούς αφήνει ανέπαφους για κάποιο καιρό. Ως εάν, το ίδιο το θανατικό να δημιουργεί μια ζώνη ανοσίας γύρω του ή αν το δούμε ακόμη πιo μεταφυσικά, ως εάν ο ίδιος ο πεθαμένος να μεταβιβάζει, εν είδη κληρονομιάς, τις ζωικές του δυνάμεις στους τριγύρω, κάνοντάς τους έτσι περισσότερο απρόσβλητους στα δεινά που παραμονεύουν.



Κι’ όμως υπάρχουν περιπτώσεις, όπου τόσο η στατιστική, όσο και η ψυχολογία πάνε κατά διαόλου. Τότε μιλάμε για παιχνίδια της μοίρας, για κακή τύχη, για τραγωδία, για κισμέτ, για θέλημα Θεού, για ξόρκια, για κατάρες, για μυστήρια. Όπως, π.χ. όταν πέφτει ένα αεροπλάνο. Δεν γίνεται, λέμε, τις αμέσως επόμενες μέρες να πέσει και το δικό μας. Δε γίνεται να χαλάσει η στατιστική. Έλα όμως που συμβαίνει, έλα όμως που χαλάει η στατιστική. Στατιστικές διακυμάνσεις τις ονομάζουν οι μαθηματικοί. Σου λένε π.χ. ότι η στατιστική ισχύει είτε ανά πάσα στιγμή για ένα άπειρα μεγάλο δείγμα, είτε για ένα μικρό δείγμα σε άπειρο όμως χρόνο. Για τον πεπερασμένο όμως χρόνο της ζωής μας, ή για το επίπεδο μιας παρέας, η στατιστική μπορεί να βγάλει ό,τι θέλει. Και τότε, όποιον πάρει ο χάρος.



Έτσι γίνηκε και στην παρέα του Γ. Ήταν τέσσερις, συνομήλικοι, συμμαθητές από το Δημοτικό. Μεγάλωσαν μαζί, παίξανε μαζί στις αλάνες και τα χωράφια, κλωτσήσανε την ίδια μπάλα, κλέψανε τα ίδια φρούτα, μαζί κάνανε τις κόντρες με τα μηχανάκια στις στροφές στην Άνω Πόλη. Μετά, ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του. Οι δυo μείνανε στο χωριό, στα κτήματα, οι άλλοι δυo τραβήξανε για κάτω˙ Γιάννενα, Αθήνα, Γαλλία, για σπουδές, για καλλίτερη τύχη. Κάνανε οικογένειες, άλλοι τις κράτησαν, άλλοι τις διαλύσανε, τις ξανάφτιαξαν, τις ξαναδιαλύσανε, συνηθισμένα πράγματα˙ βόλτες δηλαδή στα δαιδαλώδη μονοπάτια της ζωής, γι’ αυτούς που δε χορταίνουν να ψάχνουν, να περπατούν, να ξεμακραίνουν και κάποιες φορές να χάνονται.



Ο Κ. έμεινε στο χωριό, αφού πρώτα μπάρκαρε στα καράβια και έφερε τη γη μερικούς γύρους. Για τα μάτια μιας Βραζιλιάνας κάποια στιγμή προτίμησε τη στεριά από τη θάλασσα. Ξώμεινε στη Βραζιλία για κάμποσο καιρό, κάνοντας, ούτε κανείς έμαθε ποτέ τι, και κάποια στιγμή εμφανίστηκε πίσω στο χωριό μαζί με μια σταράτη μιγάδα από την Κούβα. Το κλίμα φαίνεται δεν τη σήκωσε την Κουβανέζα, γιατί γρήγορα-γρήγορα μάζεψε τα ρούχα της και εξαφανίστηκε. Δεν πέρασε καιρός και τη θέση της την πήρε μια Κύπρια, νταβρατισμένη και άξια. Αυτή τα κατάφερε κι έμεινε. Με στεφάνι μάλιστα, με παπά και με κουμπάρο. Ανασκουμπώθηκε, σήκωσε ψηλά τα μανίκια, φόρεσε ποδιά και γαλότσες και στρώθηκε στη δουλειά. Στο σπίτι και στα κτήματα. Αχλαδιές, σανταρόζες, κερασιές και μαρούλια. Στρέμματα τα μαρούλια, μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι, κι ακόμα παραπέρα. Αράδιασε και μερικά κουτσούβελα και κάμποσα σκυλιά, ενώ ο Κ., όταν δεν γυρόφερνε τα μαρούλια στις λαχαναγορές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, καβάλαγε τα πιο θλιβερά σαράβαλα της περιοχής και ξημεροβραδιαζότανε κάνοντας μουχαμπέτι σε ταβερνεία, σε υπόγες και σε χαμαιτυπεία παρέα με ό,τι πιο αλλοπρόσαλλο αρσενικό ή θηλυκό τύχαινε να κυκλοφορήσει εκείνη την περίοδο. Ανοιχτόκαρδος άνθρωπος, μεγάλη, γελαστή καρδιά. Όση και το μουστάκι του, που παχύ-παχύ κάλυπτε ίσαμε το μισό του πρόσωπο˙ όση και η κοιλιά του που φάρδαινε και πλάταινε και στρογγύλευε απ’ τα χαχανητά, τους μεζέδες και τα τσίπουρα.



Και έτσι πέρναγαν σερί οι μέρες, κι οι εποχές, και τα χρόνια. Και τα παιδιά μεγάλωναν μαζί με τα σκυλιά και τα μαρούλια. Και το σπιτικό, με την αξιοσύνη της Κύπριας βαστιότανε καλά στα πόδια του. Καλά να ‘ναι βέβαια και τα παραθαλάσσια κτήματα, είκοσι τόσα στρέμματα, που τού ‘ρθαν δώρο εξ ουρανού, από μια θεια λησμονημένη από καιρό.



Ώσπου μια μέρα, εκεί στα πενηνταένα του, ο Κ. εξερράγη με τρόπο πιο θεαματικό κι από ένα αστέρι. Ένα ‘μπαμ’, που ακούστηκε μέχρι και τα διπλανά χωριά, μια χειροβομβίδα που την κράταγε σφιχτά, και της οποίας συνέχιζε να κρατά τα υπολείμματα ακόμα και όταν τα χέρια του στροβιλίζονταν μόνα τους στον αέρα, σαν πουλιά, και ένα πλήθος κόσμου στον συνεταιρισμό του χωριού, που προσπαθούσε να ξεδιαλύνει αν ο Κ. με την αυτοκτονία του σκόπευε να συμπαρασύρει και άλλους εκεί μέσα - ποιους άραγε και γιατί? - αλλά να που την τελευταία στιγμή τον κυρίεψαν οι τύψεις και το μετάνιωσε, ή σκόπευε απλώς να αυτοκτονήσει δημόσια - για χρέη μήπως? - μην αντέχοντας ν’ αντικρίσει τον θάνατο σ’ ένα μοναχικό δωμάτιο. Ή πάλι ελπίζοντας ότι κάποιος την ύστατη στιγμή θα τον απέτρεπε, κι όλα αυτά δεν θα ‘ταν παρά ένα κακό όνειρο, ένα θόλωμα του μυαλού. Αυτά κι εκείνα και τα πολλά ‘γιατί’ τα πήρε τελικά μαζί του. Το ζήτημα όμως είναι, ότι ήταν πενηνταενός και ότι το τρένο για το υπερπέραν ήρθε σε χρόνο άλλον απ’ αυτόν που λογάριαζε η στατιστική. Αυτή ήταν η πρώτη διακύμανση στην παρέα.



Η δεύτερη, ήρθε κάνα χρόνο αργότερα και πέτυχε τον Β. Στα πενηνταδυό του. Αυτός είχε ριζώσει για τα καλά στο χωριό. Ξεκίνησε από το τίποτε. Δεν ξέρω τι έκανε πριν. Όταν όμως τον γνώρισα, εκεί γύρω στα τριανταφεύγα του, είχε ήδη μια γυναίκα, τρία παιδιά και προσπαθούσε να στήσει απ’ το μηδέν κάτι αυτοματοποιημένα θερμοκήπια. Μέρα νύχτα στη δουλειά, τελικά τα θερμοκήπια σταθήκανε στα πόδια τους, τα λουλούδια και οι γλάστρες μεγάλωναν χωρίς πολλά-πολλά τερτίπια, οι νταλίκες πήγαιναν λουλούδια και φέρνανε βολβούς απ’ την Ολλανδία. Έχτισε μεγάλο σπίτι την εποχή που αλβανοί εργάτες πλημμύριζαν το χωριό, βρήκε καινούργια ενδιαφέροντα, έσμιξε με μια Γερμανίδα εναλλακτική που ξώμεινε στα μέρη του, χώρισε τη γυναίκα του, αγόρασε ένα καράβι με πανιά και αρμένιζε τα πελάγη, ορμώντας όταν χρειαζόταν ίσια πάνω στον καιρό και τα κύματα.



Κοντολογίς, είχε σμιλέψει τη ζωή του, σιγά-σιγά με την υπομονή, το κουράγιο και την έμπνευση ενός τεχνίτη, και είχε κατορθώσει, έτσι όπως τον έβλεπα απ’ έξω, να της δώσει μια άλλη, διαφορετική τροχιά, εκεί όπου οι περισσότεροι σκιαγμένοι μπρος το ρίσκο μιας αλλαγής, στυλώνουν τα πόδια και κάνουν πίσω μένοντας στο μονοπάτι το οικείο και το χιλιοπερπατημένο, αναμοχλεύοντας τα ίδια σκατά, κουβαλώντας στην πλάτη την ίδια γνώριμη δυστυχία με την οποία πορεύτηκαν για χρόνια, γιομάτοι θλίψη για την ανημποριά και τη δειλία τους.



Τι λέει όμως η λαϊκή σοφία για την ευτυχία που φτάνει στην κορυφή; Ότι τραβά τον κεραυνό! Έτσι και γίνηκε. Και το περίεργο είναι ότι όλα ξεκίνησαν από ‘κεί πάνω, απ’ το βουνό, απ’ την κορυφή. Ήταν ένα συνηθισμένο τσούλημα στις χιονισμένες πλαγιές με τα σκι και ένα συνηθισμένο σπάσιμο στο πόδι. Γύψος, πατερίτσες, ακινησία για λίγο καιρό, φάρμακα και αντιπηκτικά. Και ξαφνικά, ένας ασυνήθιστος θάνατος. Από εμβολή, στα γρήγορα, μια κι όξω. Τι πήγε στραβά, ούτε που το κατάλαβε κανένας, πόσο μάλλον ο ίδιος. Το ζήτημα όμως είναι ότι και γιαυτόν το τρένο πέρασε πολύ πιο γρήγορα, απ’ ό,τι θα το ‘χε λογαριάσει η στατιστική.



Υπάρχουν λογιών-λογιών θάνατοι, άλλοι βαρύγδουποι και θεαματικοί, για τους οποίους θα άξιζε να αφιερωθεί μια στήλη σε τοπική εφημερίδα, όπως π.χ. σε πεδία μαχών, σε αναρριχήσεις παγωμένων κορφών, σε καταδύσεις σε δύσκολα νερά, μετά από μια σπάνια αρρώστια κ.λ.π., άλλοι κοινότοποι και τετριμμένοι, όπως καρδιακά, καρκίνοι, εγκεφαλικά που περνάν απαρατήρητοι και αδιάφοροι από τις σελίδες των ‘Κοινωνικών’, και τέλος, άλλοι γελοίοι, που συνέβησαν μετά από ένα στιγμιαίο καπρίτσιο της τύχης, μετά από μια σπάνια σύμπτωση, μετά από μια τυχαία παρεμβολή της ουράς κάποιου διαβόλου που προς στιγμήν κατάφερε να ξεφύγει από τη επίβλεψη του Θεού. Όπως π.χ. το πέσιμο μιας γλάστρας που έτυχε να ταλαντεύεται στο σαπισμένο κάγκελο ενός υψηλού ορόφου˙ η πτώση του σώματος στο κράσπεδο με τον αυχένα να το σημαδεύει με το ζωτικότερό του νεύρο ακριβώς στην κόψη του˙ το πέσιμο στο κεφάλι μιας χελώνας απ’ τον ουρανό, την ώρα που ο αετός που την κράταγε σφιχτά με τα νύχια έκανε να φτερνιστεί και να χάσει προς στιγμήν την ισορροπία του˙ όπως το σπάσιμο ενός ποδιού. Και άλλα πολλά που ο καθένας θα ‘χε να διηγηθεί και ν’ απορήσει.



Οι πιο πολλοί κι οι ματαιόδοξοι φαντασιώνονται ένα φευγιό της πρώτης κατηγορίας, σαν αντιστάθμισμα ίσως μιας κοινής και ανούσιας ζωής που ποτέ δεν τόλμησαν να παραδεχτούν ότι έζησαν. Των ανθρώπων τους αρέσει να πιστεύουν ότι θα τους θυμούνται από το πως πέθαναν κι όχι από το κατά πως έζησαν. Έτσι, δεν αρέσκονται στην προοπτική ενός δευτεροκλασάτου θανάτου, μιας και θα υπενθυμίζει στους εναπομείναντες και κατιόντες την ποιότητα του βίου που διήγαν. Έλα όμως που ο χάρος είναι βαθύτατα δημοκρατικός. Δεν κάνει τέτοιους συσχετισμούς μεταξύ τρόπου ζωής και τρόπου θανάτου. Από δάγκωμα μαϊμούς μπορεί να πάει τόσο ο βασιλιάς της Ελλάδος, όσο και ο ιθαγενής του Αμαζονίου. Μοιράζει τα θανατικά στην τύχη, τραβώντας από μια συμμετρική, κωδωνοειδή καμπύλη, όπου οι θάνατοι της πρώτης και της τρίτης κατηγορίας καταλαμβάνουν τις παρυφές της κατανομής, σαν λιγότερο πιθανές εκδοχές, ενώ οι θάνατοι της δεύτερης κατηγορίες καταλαμβάνουν το κεντρικό της τμήμα, σαν και οι περισσότερο πιθανές περιπτώσεις. Κοντολογίς, το πως θα πεθάνεις, λαχείο είναι κι αυτό. Λαχείο, που μπορεί να κληρωθεί ανά πάσα στιγμή, χωρίς προτεραιότητες και χωρίς σειρά.



Οι διακυμάνσεις της στατιστικής στην παρέα των τεσσάρων σταμάτησαν στις δυο. Ένας σίγουρος θάνατος από χέρι, δύο στατιστικές διακυμάνσεις από απρόβλεπτους θανάτους, και ένας παρ’ ολίγον θάνατος από κακιά αρρώστια που όμως τελεσίδικα ξεπεράστηκε στα νιάτα του για τον τέταρτο, σε μια παρέα τεσσάρων όντως πάει πολύ. Πάρα πολύ. Είναι πως να το πούμε, σαν να φέρνει κάποιος εξάρες στη σειρά με τις ώρες˙ είναι σαν να πεθαίνει κάποιος από ασφυξία επειδή έτυχε να μαζευτεί όλος ο αέρας στην άλλη μεριά του δωματίου απ’ όπου βρισκόταν.



Κι ενώ όλα αυτά τα προηγούμενα μας φαίνονται παράλογα κι απίθανα, οι καταστάσεις μηδαμινής πιθανότητας δεν είναι κάπου αλλού, αλλά εδώ και παραμονεύουν. Μήπως και το σύμπαν, κι ο κόσμος όλος, δεν φτιάχτηκαν παρά από μια τυχαία διακύμανση της ενέργειας του κενού, που κάποτε έτυχε να μαζευτεί σε ένα και μόνο σημείο και που στη συνέχεια έδωσε το έναυσμα για τη ‘Μεγάλη Έκρηξη’; Πώς λοιπόν να εξορίσουμε το απίθανο απ’ τη ζωή μας, όταν κι αυτή η ίδια προϊόν του πιο απίθανου γεγονότος είναι; Κι όσοι ακόμη ψάχνουν για σχέδιο και σκοπό, τάξη κι αρμονία, προβλεψιμότητα και κανονικότητα στη ζωή, μάλλον ματαιοπονούν. Τόσο η τάξη όσο και η κανονικότητα δεν είναι παρά μεταμφιέσεις που επινόησαν οι άνθρωποι για να αισθάνονται λιγότερο άβολα μπροστά στο απρόβλεπτο και απίθανο, που όπως και να το κάνουμε μας κλείνει πονηρά το μάτι πίσω απ’ τις κουρτίνες όπου θελήσαμε να το κρύψουμε.

Τρίτη 1 Απριλίου 2008

Η Επιστροφή του Χαρίτου


Ένα θανατικό, πέρα από πρωτοκλασάτο, δευτεροκλασάτο ή γελοίο, όπως γράψαμε στα προηγούμενα, μπορεί να είναι και αιφνίδιο με μια έννοια όμως εντελώς στενή και ειδική. Όχι το αιφνίδιο εκείνο που ‘ρχεται όπως η κεραμίδα στο κεφάλι, από το πουθενά, επειδή δεν πήραμε υπ’ όψιν μας κάποιες μισοφραγμένες αρτηρίες, κάποιες ανεβασμένες τιμές της κακής χοληστερίνης, το κοντολαχάνιασμα στις σκάλες, ή το μούδιασμα στον αριστερό ώμο, και παρ’ όλα τα σημάδια δεν κάναμε αυτά που όλοι γνωρίζουμε ότι έπρεπε να κάνουμε, αλλά το άλλο, που δεν πρόλαβε να δώσει σημάδια, ή που δεν υπήρχαν καν σημάδια να φανερωθούν, παρά συνέβη ύστερα από μια λαχτάρα, μια μεγάλη στενοχώρια, ένα γεγονός απροσδόκητο και συνάμα δυσκολοχώνευτο, ύστερα από μια παραξενιά, μια ανατροπή, μια αιφνίδια αλλαγή σεναρίου, μια κακοτυπωμένη σελίδα στο, κατά τα άλλα, καλοσχεδιασμένο βιβλίο της ζωής του παθόντος.


Υπήρχε περίπτωση να συμβεί κάτι περίεργο, ας πούμε, στους γονείς του Χαρίτου, αν ο ίδιος κάποια στιγμή στα εικοσιδύο του δεν ανακοίνωνε ορθά κοφτά ότι θα έπαιρνε το πρώτο αεροπλάνο για το Σικάγο, να βρει το θειο του, αδερφό της μάνας του, και να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του; Μάλλον όχι. Ο Χαρίτος, με το πτυχίο και τις γνωριμίες του πατέρα του θα έπιανε κάποια αξιοσέβαστη δουλειά, θα εισέπραττε κάποια χρήματα από τα εύκολα ενοίκια της αντιπαροχής, θα αναστήλωνε το πατρικό, θα έλεγε το ‘ναι’, σε κάποια στιγμή χαλάρωσης στο ‘αίσθημα’, που εδώ που τα λέμε, μάλλον θα είχε πάψει από καιρό να λειτουργεί ουσιαστικά σαν τέτοιο, και αν το ‘θελε ο Θεός θα έκανε και κανένα εγγονάκι, έτσι για να μη μένουν άδειες και πικραμένες οι αγκαλιές των γιαγιάδων στα στερνά τους. Αυτή θάταν, έτσι για να συνοψίσουμε, η ζωή του, όπως πολλών άλλων της ίδιας σειράς με δαύτον, που τύχαιναν να γεννηθούν στα ψηλά πατώματα αξιοσέβαστων πολυκατοικιών στις μεσοαστικές περιοχές του κέντρου. Με μικρές λίγο-πολύ, έτσι για ποικιλία, παραλλαγές στον τύπο της δουλειάς, στο εισόδημα, άντε και στον αριθμό των παιδιών.



Ούτε ο Χαρίτος, ούτε οι γονείς του που τον αποχαιρετούσαν συγκινημένοι στο αεροδρόμιο, γνώριζαν ακόμα, (πώς ήταν άλλωστε δυνατόν), ότι το ταξίδι αυτό θα είχε μοιραίες και ανεπανόρθωτες επιπτώσεις στη ζωή τους. Ούτε, ότι αν είχαν λίγο διαφορετικά μυαλά και λιγότερη στενοκεφαλιά και γινάτι, πιθανόν να ζούσαν ακόμα, έχοντας μάλιστα για παρέα και το εγγονάκι που τόσο πολύ ονειρεύονταν. Αλλά πού να τα ξέρουν όλα αυτά από τα πριν; Καμιά φορά, τα φέρνει έτσι η ζωή που κάποια μικρή στραβοτιμονιά, κάποιο μικρό ξεστράτισμα απ’ το σενάριο, πληρώνεται με δυσανάλογα μεγάλο τίμημα. Κι άλλες πάλι φορές, θαρρείς πως κάποιο αόρατο χέρι επεμβαίνει, ώστε, όσο μεγάλο κι αν είναι το στραβοπάτημα να το σιάζει, άλλοτε γλυκά-γλυκά και άλλοτε την τελευταία στιγμή, κυριολεκτικά μέσα απ’ του χάρου τα δόντια, ώστε τίποτα στο τέλος να μη μένει απ’ το συμβάν, παρά μόνο μια στιγμιαία ταραχή κι ένα φούσκωμα στο στήθος απ’ τη θύμηση αυτού που τελικά αποφεύχθηκε.



Ο Χαρίτος έκανε τελικά αυτό για το οποίο πήγε στην Αμερική. Και άλλα ακόμα, πιο σημαντικά. Γνώρισε μια ντόπια πεταχτή, την παντρεύτηκε, έκανε και δυο παιδιά μαζί της, κι όταν ήρθε η ώρα να γυρίσει στην πατρίδα, γιατί τα εμβάσματα πήραν ν’αραιώνουν, θυμήθηκε ότι για όλα αυτά τίποτε δεν είχε πει στους γονείς του, παρά μόνο λόγια αόριστα, οι οποίοι αντί για έναν, τους έμελλε ν’ αντίκριζαν ανάμεσα στα συμπράγκαλα και τις παραφουσκωμένες βαλίτσες, τρία νέα πρόσωπα, παρατεταγμένα αμήχανα στη σειρά.



Οι υποδοχές σε συνοριακές γραμμές, αγαπημένων προσώπων που λείπουν από καιρό, έχουν την ίδια οδύνη με τους αποχαιρετισμούς. Με μια διαφορά. Οι αποχαιρετισμοί έχουν κάτι το τετελεσμένο πάνω τους, μ’ ό,τι αυτό συνεπάγεται. Όταν το αγαπημένο πρόσωπο βρεθεί εκτός θέας, είτε στην κοιλιά ενός αεροπλάνου είτε στην κοιλιά ενός πλοίου, και έχει αποχωρήσει, αυτοί που μένουν πίσω γυρίζουν ελαφρύτεροι στα σπίτια τους, με αίσθημα ανακούφισης, μιας και αυτό που φοβόντουσαν από τόσο καιρό, ο χωρισμός δηλαδή, συνέβη τελικά πιο εύκολα, δίχως τον ίλιγγο που περίμεναν να νοιώσουν˙ κι αν προς στιγμήν φάνηκε να τους τυλίγει το γνώριμο μούδιασμα της απόγνωσης, κατάφεραν τελικά να το διώξουν με μια αδιόρατη κίνηση του νου και της καρδιάς, έμφυτη θαρρείς στον άνθρωπο από τότε που πλάστηκε να προσπερνάει τις μεγάλες λύπες εστιάζοντας πάραυτα προς τη ζωή και τις χαρές που δεν μπορεί παρά να φέρνει το μέλλον σαν αντιστάθμισμα, και σ’ αυτούς που φεύγουν μακριά, και σ’ αυτούς που μένουν πίσω και τους περιμένουν.



Οι υποδοχές, από την άλλη μεριά είναι κατά κανόνα κατώτερες των προσδοκιών αυτών που στήνονται σε λιμάνια και αεροδρόμια για να υποδεχτούν. Η έξαψη μήπως και δεν νοιώσουν τη σωστή ένταση χαράς που προβλέπει η περίσταση, η ανησυχία μήπως το πρόσωπο που έρχεται μετά από τόσο καιρό δεν θα είναι πια τόσο οικείο, όσο τη μέρα που έφυγε, ο φόβος μήπως η απόσταση που πρέπει να ξανακερδηθεί αποδειχτεί μεγαλύτερη απ’ τις συναισθηματικές δυνατότητες αυτών που συναντιούνται, κάνουν τις υποδοχές να συνοδεύονται από περισσότερο βάρος απ’ ό,τι οι αποχωρισμοί. Ο αποχωρισμός έχει μέσα του σπέρματα ανακούφισης και ελπίδας. Η υποδοχή αντίθετα φέρνει βάρος και σκεπτικισμό. Τα περιτυλίγματα μόνο είναι ανάποδα. Οι συμβάσεις ότι ο αποχωρισμός ισοδυναμεί με λύπη, και η υποδοχή με χαρά, δεν στέκουν και πολύ αν τις ανασκαλέψεις λίγο πιο βαθιά.



Με το βάρος λοιπόν της αναμονής, με αδιευκρίνιστα συναισθήματα και την καρδιά να χτυπά ακανόνιστα απ’ την αγωνία, οι γονείς του Χαρίτου είχαν μαζευτεί από νωρίς στο αεροδρόμιο για να υποδεχτούν το γιο και τη φαμίλια του, ώρες πριν, μην αντέχοντας να μείνουν ούτε εκεί, αλλά ούτε και στο σπίτι. Οι δυο τους μόνο, γιατί και αδέρφια δεν υπήρχαν, και οι άλλοι συγγενείς είτε είχαν πεθάνει, είτε είχαν ξεκόψει από καιρό.



Λίγες μέρες μόνο πριν, ο Χαρίτος τους είχε πει για την αμερικάνα που θα έφερνε και για τα δυο τους τα παιδιά, το ένα μωρό, το άλλο μόλις που περπάταγε. Πέραν τούτου τίποτα. Και η φαντασία των γέρων από τότε είχε πάρει να οργιάζει. Και τι δε γένναγε! Μια την φαντάζονταν λυγερή με μέση δαχτυλίδι, γαλανομάτα και αψηλή σαν τις καλοταϊσμένες αμερικανοπούλες που δείχνουν στα περιοδικά, να γλιστράει ανεπαίσθητα απ’ την κουζίνα στο σαλόνι, κι απ’ το σαλόνι στην τραπεζαρία, πάντα με κάποιο απ’ τα μωρά στα χέρια της, άλλη πάλι φορά τη φαντάζονταν νταρντάνα, σκληρή κι αγέλαστη, μα γρήγορα την έδιωχναν τούτη την εικόνα από τα μάτια τους, γιατί του Χαρίτου δεν θα του ταίριαζε κάτι τέτοιο, (ήταν πιότερο κι από σίγουροι), αλλά αυτό που θ’ αντίκριζαν σε λίγο στο αεροδρόμιο ούτε που τους είχε περάσει καθόλου απ’ το μυαλό.



Με τις εικόνες αυτές και άλλες πιο σκυθρωπές και πιο αλλόκοτες, έως και εξωπραγματικές, να εναλλάσσονται με όλο και πιο ιλιγγιώδη ρυθμό μπροστά στα μάτια τους και που όσο περνούσε η ώρα να μπερδεύονται αναμεταξύ τους όλο και πιο ανεξέλεγκτα, σαν σε ταινίες που πλέχτηκαν τα καρούλια τους, ή σαν σε κολλάζ από διαβολικές φιγούρες που ξεπήδησαν από ζωγραφιές του Bosch και του Blake, πέρασε η ώρα. Το αεροπλάνο κατέβηκε, οι βαλίτσες μαζεύτηκαν μία-μία και τότε ο Χαρίτος, ή κάποιος που τού ‘μοιαζε, εμφανίστηκε κάπου στο βάθος της αίθουσας, στις αφίξεις.



Λύθηκαν τα γόνατα των γέρων, όταν σ’ ένα στιγμιαίο ανοιγοκλείσιμο της πόρτας τον εντόπισαν. Δεν ήταν και πολύ σίγουροι όμως. Μπορεί νάταν και μπορεί να μην ήταν αυτός. Έμοιαζε και δεν έμοιαζε. Μετά τον ξανάχασαν. Βάστηξαν γερά ο ένας τον άλλον για να μη σωριαστούν απ’ τη συγκίνηση και την αγωνία. Η γριά έμπηξε με δύναμη τα δάχτυλά της στο μπράτσο του άντρα της και γαντζώθηκε ακόμα πιο σφιχτά πάνω του. Αβοήθητοι μπροστά στο άγνωστο που θα βρίσκονταν αντιμέτωποι σε λίγο, έψαχναν να βρουν στον άλλον ένα στήριγμα. Κι άλλες φορές είχε λείψει ο Χαρίτος. Αλλά ποτέ για τόσο πολύ. Δεν ήταν η πρώτη φορά που πήγαιναν να τον προϋπαντήσουν στο αεροδρόμιο. Και ποτέ πριν δεν ένοιωθαν τόσο παράξενα, όσο τούτη τη φορά. Ήταν θες τα νέα του που δεν μάθαιναν τον τελευταίο καιρό, παρά μόνο τα λιγοστά, ήταν θες η μυστηριώδης αμερικάνα και τα παιδιά της, που αν και ήρθαν απ’ το πουθενά θάπρεπε να τους αισθάνονταν σαν νάτανε δικοί τους, όλα αυτά τους βάραιναν τη ψυχή και έκαναν τα πόδια τους να τα σέρνουν σαν βαρίδια.



Όταν επιτέλους ο Χαρίτος πέρασε την πόρτα και στάθηκε γύρω στο μισό μέτρο μπροστά τους, κι όταν μετά απ’ τ’ αγκαλιάσματα και τα δάκρυα, τ’ αμήχανα χαμόγελα, τα κοντανασάσματα και τα ρουφήγματα της μύτης, έστρεψαν το βλέμμα και στους τριγύρω, τότε πρόσεξαν μια γυναίκα στρογγυλή με πεταχτά χείλη, πλατσουκωτή μύτη, και σοκολατένιο δέρμα, μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά κι μ’ ένα άλλο να το κρατά από το χέρι, που στέκονταν λίγο πιο πίσω απ’ αυτόν. Ποιος ξέρει γιατί, αλλά την πέρασαν για τη νταντά των παιδιών. Τους παραξένεψε, αλλά το προσπέρασαν στα γρήγορα μέσα στην όλη ταραχή των στιγμών. Το βλέμμα τους πήγε ακόμα πιο πίσω, έκαμε μια-δυο στροφές, κι αφού δεν βρήκε τίποτε που να μοιάζει με τη γυναίκα του Χαρίτου, μ’ όποια της εικόνα κι αν την είχαν φανταστεί, το ξανακόντυναν και το απίθωσαν μπροστά τους στη γυναίκα με το σοκολατένιο δέρμα. Τότε μόνο συνειδητοποίησαν ότι και τα μωρά της έμοιαζαν. Μόνο το ένα ξέφευγε λίγο και έφερνε προς τον Χαρίτο. Το άλλο ήταν κακομούτσουνο και πιο μαυριδερό, όπως και η μάνα του. Σκέτο μαυροτσούκαλο. Μυξιασμένο και χλωμό απ’ την ταλαιπωρία γυρόφερνε στα πόδια της όλο γκρίνια.



Οι γέροι κοιτάχτηκαν στα μάτια και με μια σύσπαση των χειλιών ο ένας και ένα ανοιγοκλείσιμο των ματιών ο άλλος, συμφώνησαν ότι και οι δυο είχαν καταλάβει το ίδιο πράγμα. Η γριά προσπάθησε να το παίξει λίγο στο μυαλό της το γεγονός, να εξοικειωθεί μαζί του, ν’ αρχίζει να το χωνεύει, όπως ένα πικρό σιρόπι που το στριφογυρίζουμε βόλτες πολλές μέσα στο στόμα μέχρι να του φύγει η πικράδα ˙ όπως ένας πόνος που τον κάνουμε κομπολόι μέχρι να ξεθυμάνει και να φύγει. Έσκυψε προς το μέρος της και την αγκάλιασε. Γυναίκα ήταν κι αυτή άλλωστε, όπως και μάνα. Έριξε μια ματιά στον Χαρίτο, μετά στην αμερικάνα, και μετά πάλι πίσω στον γιο της, σαν να τους τύλιγε το βλέμμα της με μια αδιόρατη κλωστή και να τους επικύρωνε έτσι σαν ζευγάρι. Δεν ήθελε και πολύ η γριά να την αποδεχτεί. Έτσι είναι οι γυναίκες, πιο ήπιες, πιο συμβιβαστικές, πιο μεγαλόκαρδες, πιο διπλωμάτισσες και πιο τεχνήτρες στο να συμβιβάζονται με το απροσδόκητο, στο να εξομαλύνουν τα πάθη και να διαχειρίζονται τα συναισθήματα και τα παιχνίδια της καρδιάς. Κάνουν την πίκρα μέλι, τα δάκρυα χαρά. Χρυσαλοιφή την έλεγε ο άντρας της συχνά πυκνά. Και δεν είχε άδικο. Της γριάς δεν της άρεσε να την αποκαλεί έτσι, αλλά κατά βάθος ήξερε ότι το εννοούσε με αγάπη και τρυφερότητα. Αυτή που ξαναμπαίνει στα ζευγάρια μετά από τόσα χρόνια κοινής ζωής, και λίγο πριν από τη λύση της.



Ο γέρος δεν έκανε τίποτε απ’ όλα αυτά. Άκαμπτος σαν ξύλο απέφυγε να την κοιτάξει παραπάνω, να πει κάτι πέρα απ’ τα τυπικά. Σαν να ‘φταιγε αυτή κι όχι κανένας άλλος. Ποιος ξέρει τι πόλεμος είχε ξεσπάσει στο μυαλό του, σίγουρα πόλεμος άδικος. Άλλα όνειρα είχε για τον Χαρίτο, τον μοναχογιό του, κι αλλιώς του τα’ φερε η ζωή. Πως να τα βάλλεις όμως με τη μοίρα; Πιο εύκολα τα βάζεις με μια γυναίκα κι έτσι πιο εύκολα νομίζεις ότι ξεμπερδεύεις.



Πάντως, τον πόλεμο αυτόν ο γέρος με τη δυσκαμψία και το ξερό του το κεφάλι, τον έχασε. Μια για πάντα. Έκανε μια στροφή να φύγει, αλλά δεν πρόλαβε. Σκόνταψε πάνω στο χάρο που είχε βγει πρωϊνιάτικα για να θερίσει. Τα μάτια γούρλωσαν απ’ το ξαφνικό συναπάντημα, το λαρύγγι πήρε όλο και να στενεύει, οι ανάσες σπρώχνονταν πια για να βγουν, η γλώσσα πετάχτηκε όξω γυρεύοντας ν’ αρπάξει λίγο αέρα που όλο και στέρευε. Μετά σωριάστηκε, χωρίς κανείς να προλάβει να του λύσει ούτε τη γραβάτα. Έτσι άδοξα κι αναίτια τέλειωσε μια ζωή εβδομήντα και βάλε χρόνων, μια ζωή που άρχισε μ’ ένα βογκητό, είδε το φως μ’ ένα κλάμα και τέλειωσε μ’ ένα σπάραγμα. Όπως λίγο πολύ του καθένα μας.



Η γριά, ενώ φάνηκε διατεθειμένη στην αρχή να συμβιβαστεί με την ιδέα μιας νέγρας και άσκημης νύφης, το ξαφνικό θανατικό τής γύρισε τ’ άντερα και τα μυαλά. Τη συγκατοίκηση μ’ αυτό το ξένο χρώμα και τη κουδουνιστή λαλιά, δεν την πολυσήκωσε. Μαράζωσε, μαζεύτηκε, μίκρυνε και στους έξι μήνες πάνω, τα μάζεψε κι έφυγε κι αυτή για τον άλλο κόσμο.

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2008

Το Ισοζύγιο των Ζωών


Συνήθως κάνω βάρδια νυχτερινή, απ’ τις 11 ως τις 7 το πρωί. Σκατοώρα, αλλά τα λεφτά καλά, ειδικά αν πέσεις σε αργία ή Σαββατοκύριακα. Πάνω από 100. Μήπως με νοιάζει που είναι αργία; Ούτε ακόμα κι η ώρα. Σάμπως έχω παιδιά να νταντέψω ή κανέναν να με περιμένει; Μεγαλωμένα πια, δεν με χρειάζονταν, πήρα και ‘γω των ομματιών μου και την έκανα για το Νότο. Είμαι περίπου δέκα χρόνια σ’ αυτό τον τόπο, έχω χαρτιά, έχω ασφάλεια, δεν έχω πρόβλημα. Έβαλα και κάτι στην άκρη, άμα θέλει ο θεός τα δίνω μπροστάντζα για καμιά γκαρσονιέρα και μετά εμένα ποιος με πιάνει . Κεραμίδι, ομπρέλα, όπως και να το πεις, όλοι τελικά το ίδιο πράγμα εννοούμε.

Δεν λέω, είναι βρομοδουλειά. Δεν μου πάει όμως και να λουφάρω. Τον βλέπεις τον άλλον ότι πονάει, βρε αδελφέ, βογκάει, δυσανασχετεί. Μια κουρνιάζει, μια πετάγεται πάνω, μια φέρε αυτό, μια φέρε το άλλο, μια διψάει, μια ζεσταίνεται, μια κρυώνει. Μετά βρίζει αν μπορεί, όχι πάντα, μετά σταυροκοπιέται, όλα μαζί αξεδιάλυτα, στριφογυρνάει σαν σβούρα, μια τυλίγεται στο σεντόνι, μια το πετάει καταγής. Κανένας δεν κλείνει μάτι το βράδυ στα νοσοκομεία.

Δε βαριέσαι πολύς πόνος εκεί μέσα. Τον συνηθίζεις όμως. Αλίμονο αν δεν γινόταν έτσι. Κρατιέσαι μακριά, δεν μπλέκεσαι, μόνο κάνεις μηχανικά αυτά που είναι να κάνεις. Δηλαδή όλα, όσα σου ζητήσει. Θα πεις και τον καλό το λόγο, θα του δώσεις και θάρρος, θα του βρέξεις τα χείλια με βαμβάκι, θα προσέχεις τον ορό, τα σωληνάκια να μην στρίψουνε, θα έχεις τα μάτια σου ανοιχτά αν βγάζει ούρα, θα τον πλύνεις να δροσερέψει ο καψερός. Δεν είμαι δα και τελείως πετσί. Δεν μου πάει να κάθομαι σαν κάτι άλλα κουμάσια που στρώνουν τον κώλο τους σε μια καρέκλα, αρπάζουν κι από ένα σινερομάντσο και μην τον είδατε τον Παναγή. Κι ας τον άρρωστο να βουρλίζεται. Κοπρομηχανές του κερατά!

Είναι δεν είναι πέντε η ώρα. Δεν έχει ακόμα αρχίζει να χαράζει, αλλά βρε παιδί μου το οσμίζεσαι το πράγμα ότι πάει να γίνει μέρα, να ξανοίξει ο ουρανός, κι όχι να σκουρύνει άλλο. Το βλέπεις παντού στην ατμόσφαιρα, ακόμα και γύρω από την Κηφισίας. Παράξενο, αλλά ακούω πουλάκια, και καμιά φορά, μην με κοροϊδέψετε, πιάνει τ’ αφτί μου κι από κανένα πετεινάρι. Ναι ξέρω, έχω δει κάτι χαμόσπιτα εκεί πίσω απ' το Υγεία, από κει πρέπει να έρχεται το λάλημα.
Σήμερα έτυχε και σχόλασα πιο νωρίς. Συμβαίνει καμιά φορά. Δεν ήταν όμως κάτι που δεν το περίμενα. Φαινόταν απ’ την αρχή ότι δεν θα την έβγαζε καθαρή ο άμοιρος. Νέος άνθρωπος. Είχε χάσει κάθε επαφή με το περιβάλλον και είχε αρχίσει εκείνη την απεγνωσμένη πάλη, την τελευταία, για να στραγγίξουν τα πνευμόνια έστω και μια σταγόνα απ' τον αέρα. Κάποια στιγμή κουράστηκε και τα παράτησε. Ήρθαν αμέσως οι νοσοκόμοι, τον μάζεψαν στο λεπτό και τον κατέβασαν στο υπόγειο. Να μην βλέπουν και οι διπλανοί για πολύ και σαλτάρουν.

Μ’ αρέσει αυτή η ώρα, ιδίως τα καλοκαίρια, όπως τώρα δα. Σήμερα φυσάει και το αεράκι όπως είναι ελαφρύ και δροσερό με ξανανιώνει. Νοιώθω τόσο ωραία, η κίνηση δεν έχει ακόμα αρχίσει, άσε θα περπατήσω, θα πιάσω όλον τον κατήφορο της Κηφισίας μέχρι την Αλεξάνδρας και μετά θέλω δεν θέλω κάνα δεκάλεπτο για το σπίτι. Την ώρα αυτή ο δρόμος αρχίζει να γίνεται πιο φιλικός σε σχέση με λίγο πρωτύτερα. Μπορείς να δεις κάμποσους ανθρώπους μεροκαματιάρηδες να προσπερνούν μηχανικά, με το κεφάλι κάτω, με τη συνείδηση βυθισμένη ακόμα σ’ έναν ύπνο που κόπηκε βίαια. Μια μυρωδιά έντονη από φρεσκοψημένο καφέ μου τρυπάει τα ρουθούνια. Δεν χάνω καιρό, μπαίνω μέσα και κάθομαι σ’ ένα τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο.

Βλέπω ένα κύριο μπροστά μου μ’ ένα φλιτζάνι που αχνίζει, στο χέρι. Κοντός, κακομούτσουνος. Φέρνει προς ταξιτζή, ή μάλλον σε διασταύρωση μαϊμού με ταξιτζή. Μεγάλα πεταχτά αφτιά με τις άκρες στρογγυλεμένες. Όπως του χιμπατζή. Και με βαθιές, αλλά καλοσχηματισμένες ρυτίδες στο πρόσωπο. Σαν τον ήρεμο κυματισμό της βαθιάς θάλασσας. Στο αυτί του πιότερο κι από σκουλαρίκι στραφταλίζει το εμφύτευμα ενός blue tooth. Χιμπατζής Hi-Tech, σκέφτομαι. Πεντέμισι η ώρα το πρωί σ’ ένα άδειο καφέ στην Κηφισίας.

Η αντίθεση τόσο χτυπητή που με τραβάει. Αφήνω το μάτι να γλιστρήσει προς τα κάτω. Φοράει χοντρό βραχιόλι, όχι όμως απ’ αυτά τα κραυγαλέα χρυσά που λογικά θα περίμενε κανείς να δει στο χέρι ενός νταβατζή, ή ενός μπουζουκόβιου γκαραζίστα, θαμώνα της παραλιακής. Ή εκείνου που τον δείχνει η διαφήμιση να συντονίζει το ραδιόφωνο στον σταθμό του Derti-Fm. Κολλάω στο βραχιόλι από μασίφ ασήμι με τις περίεργες χαράξεις. Θα μπορούσε άνετα να στόλιζε το χέρι κάποιου φρικιού από άλλες εποχές. Τις νοσταλγώ, αν και δεν τις έζησα, παρά μόνο από εικόνες, διηγήσεις και πιο πολύ με τη φαντασία μου. Τα ζεστά κλίματα, πάντα μου άρεζαν, το ίδιο και η μποέμικη ζωή. Στο άλλο χέρι, δύο δαχτυλίδια της ιδίας κοπής. Το ένα στον παράμεσο και το άλλο στον μικρό. Ασημένια, χοντρά με μεγάλες πέτρες σαν κιαυτά που φαντάζομαι ότι θα πουλιούνται κατά κόρον στις ακτές της Γκόα, στην Ινδία. Όλη του η φιγούρα ένα μυστήριο. Τόπος διασταυρούμενων σημείων.

Με αντιλαμβάνεται που τον κοιτάζω και μου χαμογελά. Χαμογελάει ωραία και ένας απαλός κυματισμός απλώνει φως σ’ όλο το πρόσωπο. Οι ρυτίδες παίρνουν να γλυκαίνουν και να χάνονται. Το χαμόγελο τον φέρνει πίσω στα ανθρώπινα πάλι. Τον βλέπω πως θέλει να έρθει προς το μέρος μου αλλά διστάζει. Τον ενθαρρύνω μ’ ένα νεύμα.

Δεν βαριέσαι, σήμερα κάποια έχασε έναν άνθρωπο. Όμως εγώ κέρδισα έναν άλλον. Τί σημασία έχει; Το ισοζύγιο παρέμεινε σταθερό και ο Θεός ευχαριστημένος. Τίποτε δεν άλλαξε. Τα πάντα είναι ίδια όπως και πριν.

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2007

Το "Συγχωράδικο"


Κατεβαίνοντας τις προάλλες, την Μεσογείων με κατεύθυνση την Αθήνα, λίγο πριν από το τέρμα της και συγκεκριμένα στο κομμάτι που πάει να σμίξει με τη Φειδιππίδου, πιάστηκε η άκρη του ματιού μου από την έντονη αντανάκλαση μιας αστραφτερής πρόσοψης από λευκό, επιμελώς κατεργασμένο μάρμαρο, που φάνταζε είναι αλήθεια, λίγο παράταιρη ανάμεσα σε κτίρια γκρίζα, ατημέλητα και ελαφρώς μελαγχολικά. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, μια δεύτερη στα γρήγορα, ματιά εντόπισε στο επιστέγασμα της πρόσοψης επιγραφή γραμμένη με φροντισμένους βυζαντινοπρεπείς χαρακτήρες, που είχε την επωνυμία 'Συγχωράδικο'.


Δίχως αμφιβολία, επρόκειτο για ένα ακόμη από εκείνα τα καταστήματα κοινωνικών, (ή κάπως έτσι), εξυπηρετήσεων, όπως επικράτησε τα τελευταία χρόνια χάριν ευφημισμού να αποκαλούνται τα Γραφεία Τελετών. Καθωσπρέπει, αλλά και δοκιμασμένες από χρόνια επωνυμίες, όπως 'Βυζαντινό', 'Γαλήνη', 'Μιστράς', 'Αχέροντας', κ.λ.π., εν πολλοίς συναφείς και αντάξιες της σοβαρότητας των υπηρεσιών που προσέφεραν και προσφέρουν οι συμπαθείς και απαραίτητες αυτές επιχειρήσεις, ξαφνικά φάνταζαν παρωχημένες, προβλέψιμες, συμβατικές.


Η πολύ ταιριαστή συνήχηση που κάνει η λέξη 'Συγχωράδικο' με λέξεις όπως 'Βαρελάδικο΄, 'Σιδεράδικο', 'Τσιπουράδικο', κ.λ.π, αλλά και με την πρώτη διδάξασα ‘Σκυλάδικο’, της οποίας τα κάθε είδους ‘Βαρελάδικα’, ‘Σιδεράδικα’ κ.λ.π. δεν αποτελούν παρά πιο ευπρεπισμένες εκδοχές, αντίστοιχες της πρόσφατης νεοελληνικής πολιτισμικής μετάλλαξης προς πολιτικώς ορθότερες μορφές έκφρασης, δείχνει σαφώς το πνεύμα κάτω από το οποίο διακατεχόταν ο εμπνευστής αυτής της επωνυμίας,


Για όσους έχουν ασθενική μνήμη, υπενθυμίζουμε ότι οι λέξεις 'Βαρελάδικο', και 'Σιδεράδικο' παραπέμπουν μονοσήμαντα σε ονομαστά 'ευαγή ιδρύματα', γενικής ευωχίας και ξεσαλώματος, που επικρατούσαν την προηγούμενη δεκαετία στο στερέωμα της νυχτερινής Αθήνας. Στο ίδιο μήκος κύματος, άλλωστε, αλλά στο πιο light, κινούνται και οι λέξεις 'Τσιπουραδικο' και 'Φαγάδικο'.


Ενώ, λοιπόν, εκ πρώτης όψεως, το θέμα της λέξης 'Συγχωράδικο' είναι καθ’ όλα σύμφυτο με το κλίμα ενός Γραφείου Τελετών, ( μιας, τόσο η ‘Συγχώρεση’ σαν έννοια, όσο και οι φράσεις 'Καλό Συχώριο', 'Συχωρεμένος ο μακαρίτης' κ.λ.π. δεν αποτελούν παρά κοινοτοπίες σε τέτοιου είδους χώρους), η προσθήκη της ιδιότυπης κατάληξης ‘-αδικο’ είναι αυτή που δημιουργεί τη μεγάλη σύγκρουση με το να εκχυδαΐζει και να αφαιρεί από τη πράξη της Συγχώρεσης το μεγαλείο που της ανήκει.


Δεν ήταν όμως αυτός ο μοναδικός συνειρμός που μου γεννήθηκε. Μέσα από την 'υβριστική' χρήση της λέξης αυτής, θα μπορούσε να διαπιστώσει κανείς την άρνηση κυρίως μιας κοινωνίας να αποδεχτεί και να κατονομάσει τον θάνατο per se σαν ένα από τα ουσιαστικά της στοιχεία. Σε μια μεταμοντέρνα, ναρκισσιστική και εθελοτυφλούσα κοινωνία, που προσπαθεί ν΄ αγκιστρωθεί σ’ έναν πρόσκαιρο ευδαιμονισμό και τη λατρεία του εφήμερου, το μέλλον, ο πόνος, το πένθος και πόσο μάλλον ο θάνατος δεν έχουν θέση. Και επειδή αυτές είναι καταστάσεις αναπόφευκτες που δεν μπορεί να τις προσπεράσει, τους αλλάζει το όνομα με διάφορα λεκτικά τεχνάσματα και ανόσιες μίξεις, για να τις εκφορτίσει από δυσάρεστες συνδηλώσεις και να τις φέρει έτσι πιο κοντά στα δικά της μέτρα. Έτσι, τα Γραφεία Τελετών τείνουν σιγά-σιγά να μετονομάζονται τα τελευταία χρόνια σε 'Γραφεία Εξυπηρετήσεως', ενώ η πρωτοτυπία του εν λόγω επιχειρηματία της οδού Μεσογείων είναι ότι πάνω στην προηγούμενη μετάλλαξη παρέταξε και μία δεύτερη.

Τώρα, κατά πόσον αυτό το εγχείρημα μπορεί να αυξήσει τον τζίρο του καταστήματος, μάλλον θα πρέπει να περιμένουμε στο τέλος του χρόνου τη δημοσίευση του ισολογισμού του. Αυτός ο τελευταίος ίσως δείξει, εν είδη στατιστικής, κατά πόσον και με ποια σπουδή οι νεοέλληνες είναι πρόθυμοι να ανταλλάξουν τα συναισθήματα θλίψης και να ξεφορτωθούν το πένθος τους με μια τελετή που δεν θα διαφέρει και πολύ από απροσχημάτιστο γλέντι, όχι τόσο από χαρά για το ξεφόρτωμα του εκλιπόντα, όσο από διάθεση εξορκισμού και ανώδυνου προσπεράσματος του συντελεσθέντος θανάτου. Και ποιος ξέρει, ίσως στο μέλλον όλα αυτά να λαμβάνουν χώρα σ’ ένα νέου τύπου 'Βαρελάδικο΄ το οποίο ο ίδιος ευφάνταστος επιχειρηματίας δεν θα δίσταζε να στήσει δίπλα ακριβώς στο 'Συγχωράδικο'.