Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΚΙΜΙΑ ΠΕΡΙ ΜΟΝΑΧΙΚΟΤΗΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΚΙΜΙΑ ΠΕΡΙ ΜΟΝΑΧΙΚΟΤΗΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2008

Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ της ΜΟΝΑΧΙΚΟΤΗΤΑΣ: ΑΠΟΡΡΟΙΑ της ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ


Έχω την εντύπωση ότι η φιλολογία περί Μοναξιάς/Μοναχικότητας βρίσκεται σε πλήρη άνθηση την τελευταία δεκαετία, και σε αναντιστοιχία με το μέγεθος των αλλαγών που έχουν επέλθει στις συνθήκες της ζωής μας, ώστε να δικαιολογούν αυτή την έξαρση. Παρατηρώ συχνά τους ανθρώπους να παραπονιούνται περί μοναξιάς, αν και κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται με την πρώτη ματιά από το πλήθος των δραστηριοτήτων και των συναναστροφών τους. Φαντάζομαι λοιπόν ότι κάπου τα πράγματα έχουν χάσει τις σωστές αναλογίες τους.

Η Μοναξιά είτε ακούσια είτε εκούσια επιλογή, (αν και εδώ επιτρέψτε μου να αμφιβάλλω περί της γνησιότητας της «εκουσιότητας» και συγχωρέστε μου τον λεκτικό ακτιβισμό), είχαν μεγάλη πέραση στην υπαρξιστική λογοτεχνία, χαρακτηριστικά παραδείγματα της οποίας έδωσα σε προηγούμενο κείμενο με τίτλο «Το Μυθιστόρημα του Μοναχικού Ανθρώπου» μέσα από την παρουσίαση των κύριων έργων του Σαρτρ, του Έσσε, του Κάφκα, του Καμύ, του Ρίλκε.

Η σταδιακή αλλαγή των συνθηκών ζωής των ανθρώπων στη νεωτερικότητα από πολυμελείς οικογένειες ενταγμένες σε ευρύτερες κοινότητες, σε πυρηνικές οικογένειες, η αλλαγή των συνθηκών εργασίας, η υιοθέτηση τρόπων ψυχαγωγίας μέσα από την κατανάλωση υλικών και πολιτισμικών προϊόντων, υπηρεσιών, θεαμάτων κ.λ.π. κατ’ ιδίαν και κατά μόνας, σαν συνειδητή επιλογή πλέον και όχι σαν έξωθεν επιβολή, είχαν σαν συνέπεια την αποξένωση και την βίωση δυσάρεστων συναισθημάτων εξ αιτίας αυτής της αποξένωσης.





Πριν αρχίσω τους αναθεματισμούς, θα ήθελα να σκιαγραφήσω με νηφαλιότητα, το πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται το κοινωνικό φαινόμενο της Μοναξιάς/Μοναχικότητας.

Πρώτον, η απόσυρση του ατόμου στην ιδιωτική σφαίρα δεν έγινε ακούσια, αλλά επιδιώχθηκε κιόλας, μιας και με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου προτιμούσε πλέον να επιλέγει πιο ιδιωτικούς τρόπους διασκέδασης, (όπως home cinema), μεταφοράς (όπως με ιδιόκτητο ΙΧ), διακοπών, (μόνος κάπου μακριά από τα πολύβουα θέρετρα), κατοικίας, (ακόμα και στις πολυκατοικίες τα διαμερίσματα σχεδιάζονται με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ανεξαρτησία από τα διπλανά τους), κ.λ.π., σαν σημάδια οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ανύψωσης, υπεράνω της πλέμπας και της μάζας.

Η ιδιωτικότητα ανακηρύχθηκε σε μεγάλη αξία την οποία έσπευσαν να εναγκαλιστούν όλα τα μεσοστρώματα, όλα όσα τελικά διέθεταν και τους ανάλογους πόρους για να την εξυπηρετήσουν. Κάτω, λοιπόν από αυτές τις επιλογές δεν είναι παράξενο που το άτομο άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι σταδιακά αποκοβόταν από τους άλλους.

Δεύτερον, η έννοια της μοναξιάς και του μοναχικού ατόμου, σαν ισχυρά ρομαντικά κατάλοιπα, ασκούν ακόμα και σήμερα αρκετή έλξη και σαγήνη. Ομοίως, τα συναισθήματα που απορρέουν από τις αντίστοιχες καταστάσεις είναι δύσκολο να απεμποληθούν, μιας και το άτομο τείνει στο να μειώνει, εκουσίως, κάποιες από τις αντιστάσεις του μπροστά στην γλυκιά παραίτηση και στη βύθιση σε μια ελεγχόμενη παρακμή που προκύπτουν και συνοδεύουν τα συναισθήματα αποξένωσης.

Τρίτον, υπάρχει έντονη φιλολογία και μιντιακός βομβαρδισμός περί απάνθρωπων πόλεων κ.λ.π. που καλλιεργούν στα άτομα το ανέφικτο της διαφυγής από την απομόνωση και μια ειδεχθή εν τέλει μοίρα. Προσεκτικότερη όμως εξέταση των συνθηκών αποκαλύπτει ότι αν και οι μεγάλες πόλεις είναι εν γένει απάνθρωπες, από την άλλη μεριά όμως προσφέρουν πάρα πολλές δυνατότητες κοινωνικοποίησης, δημιουργικής απασχόλησης, συνεύρεσης και διαφυγής. Στις μεν μικρές πόλεις οι δυνατότητες είναι μικρότερες αλλά οι συνευρέσεις επιτυγχάνονται ευκολότερα, ενώ στις μεγαλουπόλεις συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.

Τέταρτον, από τα προηγούμενα, θα ήθελα να πιστεύω ότι η Μοναξιά/Μοναχικότητα λειτουργεί ως ένα μεγάλο βαθμό σαν φετίχ και λιγότερο σαν αντικειμενικό πρόβλημα του μεγέθους που παρουσιάζεται. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι τα άτομα δεν βιώνουν αυτά τα δυσάρεστα συναισθήματα, ότι τα άτομα δεν παραιτούνται, ότι τα άτομα αδυνατούν να δούνε τις σωστές διαστάσεις του προβλήματος.


Ποιοι είναι λοιπόν οι λόγοι που δίνεται σήμερα μια ΔΥΣΑΝΑΛΟΓΗ έμφαση στην Μοναξιά; Γιατί οι άνθρωποι θεωρούν ότι είναι παραπάνω μόνοι από ότι παλιότερα; Κάπου τείνω να θεωρήσω ότι υπάρχει και καλλιεργείται μια «κουλτούρα περί μοναξιάς», με τρόπο παρόμοιο που υπάρχει και καλλιεργείται και μια «Κουλτούρα του Φόβου», όπως αναπτύξαμε σε προηγούμενο κείμενο επίσης.


Εδώ νομίζω ότι έρχεται και κολλάει η Νεοφιλελεύθερη Ιδεολογία η οποία έχει συνεισφέρει στο φαινόμενο με τις εξής πρακτικές της.

1. Έχει καταφέρει να καλλιεργήσει αρκετή ΗΤΤΟΠΑΘΕΙΑ στα άτομα αποστερώντας τους τη δυνατότητα αντίδρασης.

Η αδυναμία αυτή προκύπτει από
α) την απαξίωση της πολιτικής σαν μέσου δρομολόγησης αλλαγών, και σε τούτο βοηθούν και οι ίδιοι οι πολιτικοί οι οποίοι ενσαρκώνουν στο έπακρο το μοντέλο του άρπαγα νεοφιλελεύθερου ανθρώπου,

β) την απαξίωση της αριστεράς, των κινημάτων, ή όποιας άλλης εναλλακτικής λύσης,

γ) την καλλιέργεια του ατομικού μοντέλου επιβίωσης, μοντέλου που συνάδει με τον άνθρωπο καταναλωτή που χρειάζεται το σύστημα για να βρίσκεται σε συνεχή επέκταση και άνοδο,

δ) την καλλιέργεια της εντύπωσης ότι οι νεοφιλελεύθερες επιλογές αποτελούν και τις μοναδικές από όλες τις δυνατές και τις καλύτερες.

2.
Έχει καταφέρει, να καλλιεργήσει στα άτομα την ιδέα ενός μοναδικού και παντοδύναμου ΕΓΩ, (το οποίο το χρειάζεται η ίδια για να μπορεί να το εκτρέφει, να το υπερτρέφει μέσω κατανάλωσης πλειάδας εγω-τονωτικών προϊόντων), ενός ΕΓΩ ασυμβίβαστου, υπερτροφικού, πολυπαινεμένου και εν τέλει άρρωστου και έωλου, το οποίο αδυνατεί να χωρέσει σε κάποιου είδους συλλογικότητα, διότι ακριβώς έχει πειστεί ότι είναι μοναδικό και ασυμβίβαστο και ότι έτσι κινδυνεύει να απορροφηθεί και να εξαερωθεί.

Από την άλλη μεριά ενώ καλλιεργεί εγωτικές αυταπάτες, φροντίζει ταυτόχρονα να τις αδρανοποιεί και να τις εξουδετερώνει, όταν το ίδιο ΕΓΩ που του καλλιεργεί την ιδέα της παντοδυναμίας αρχίζει να προβάλλει αντιρρήσεις και διεκδικήσεις επί της ουσίας της ύπαρξής του. Το άτομο βιώνει την αντίφαση και τη μηδαμινότητά του και αποτραβιέται. Αποκτά δηλαδή μια κουλτούρα ΗΤΤΑΣ από την οποία πηγάζει και η αίσθηση αδυναμίας και μοναξιάς.

3. Έχει καταφέρει να καλλιεργήσει από την άλλη μεριά, έναν άκρατο ατομικισμό, και αξίες ανταγωνιστικότητας που αποξενώνουν το άτομο από τον άλλον, τον οποίον ενδόμυχα βλέπει σαν ανταγωνιστή και εχθρό.

Όταν σπάει έτσι η κοινωνία σε μονάδες ασυντόνιστες, εχθρικές και ανταγωνιστικές, όταν απαξιώνονται οι συλλογικότητες οι οποίες είναι και οι μόνες μέσα στις οποίες μπορούν να τραφούν οράματα, να εξευρεθούν λύσεις, να αναπτυχθούν τα άτομα σε στιβαρές και υπεύθυνες προσωπικότητες και να γίνουν αγώνες, ΠΩΣ περιμένουμε τα πράγματα να είναι διαφορετικά;

Το θέμα της Μοναξιάς στο μεγάλο του μέρος πιστεύω ότι είναι θέμα ιδεολογικό και απορρέει από την διάχυτη κουλτούρα και τις αξίες του νεοφιλελευθερισμού που την υποβάλλουν και την υποθάλπουν. Η χρονική σύμπτωση των δυο αυτών περιόδων της επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού και της έξαρσης της φιλολογίας ΠΕΡΙ Μοναξιάς/Μοναχικότητας νομίζω ότι είναι ένα καλό σημείο εκκίνησης για να εντοπισθούν οι ρίζες του φαινομένου.

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2008

Η ΕΠΕΚΤΑΣΗ του ΠΕΔΙΟΥ της ΠΑΛΗΣ


Ο Μισέλ Ουελμπέκ, αυτή τη στιγμή, είναι ο πλέον εξαγώγιμος συγγραφέας της Γαλλίας, άσχετο αν τα τελευταία χρόνια επέλεξε να ζει στην Ιρλανδία, κι αυτό έχοντας στο ενεργητικό του τέσσερα μόνο βιβλία και πολλές κρίσεις και επικρίσεις στην πλάτη του για τάχατες μη-πολιτικώς ορθές αναφορές κυρίως σε άραβες και μουσουλμάνους. Φυσικά δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα, παρά διάφοροι, όπως πιστεύω κριτικοί, καχεκτικοί στο σώμα και στο μυαλό εκμεταλλευόμενοι κάποιες φράσεις του συγγραφέα επεδίωξαν να δημιουργήσουν εντυπώσεις περί ρατσιστικών προδιαθέσεων με πιθανό στόχο να εξασφαλίσουν καλύτερη δουλειά σε κάποιο έντυπο μεγαλύτερης κυκλοφορίας. As simple as that!

Ο Ουελμπέκ, δεν είναι ρατσιστής, δεν είναι τίποτα απ’ όλα αυτά. Είναι ισχνός, έως καχεκτικός, κιτρινιάρης, μετρίου αναστήματος και μετρίας σωματικής διάπλασης, κοντεύει τα πενήντα, καπνίζει σαν αράπης και πίνει σα νεροφίδα. Φτύνει, χλευάζει, δυσφορεί, σφάζει, προς όλες τις κατευθύνσεις με λέξεις στιλέτα όλο οργή και απέχθεια, είναι ανελέητος και κυνικός. Σιχαίνεται τους άραβες όπως σιχαίνεται και όλους τους άλλους ανθρώπους. Γιατί να δείξει επιείκεια προς αυτούς, γιατί να τους εξαιρέσει;

Δεν χαρίζεται σε κανέναν παρά το γεγονός ότι όταν τον συναντήσεις από κοντά σου δίνει την εντύπωση ανθρώπου που τραυλίζει, χαμένου στον εαυτό του, ήπιων τόνων και μαζεμένου. Το πιο πιθανό βέβαια είναι να είναι αρκετά μεθυσμένος ώστε να μην έχει άλλη επιλογή. Ή, να βρίσκεται κάτω από την επήρεια κατασταλτικών για ν’ αντέξει το άλγος απ’ την απαγόρευση του τσιγάρου που επιβάλλεται στους δημόσιους χώρους.

Θα τολμούσα να πω ότι ο Ουελμπέκ στα βιβλία του δεν κρύβει την καταγωγή του απ’ τους Γάλλους υπαρξιστές, Σάρτρ και Καμύ. Είναι όμως σύγχρονος και κατά συνέπεια αποστερημένος από κάθε μεταφυσική διάσταση. Διαβάζοντας Σαρτρ και Καμύ ο αναγνώστης νοιώθει να μπαίνει σε μια άλλα διάσταση, σε κάποια άλλη πραγματικότητα. Τουλάχιστον, έτσι νομίζω ότι αισθανόμουν όταν τους διάβαζα καιρό πριν. Με τον Ουελμπέκ δεν είναι έτσι. Τον νοιώθεις να πατάει γερά σε κάποια πραγματικότητα που δεν σου είναι ξένη, τα πρόσωπα είναι οικεία, δεν έχουν τίποτα το αλλόκοτο πάνω τους, αλλά είναι κούφια από μέσα, ξερά και κρύα, παρ’ όλα αυτά αληθινά. Δεν είναι ότι ο Ουελμπέκ δεν μπορεί, δεν ενδιαφέρεται να περιγράψει την εσωτερικότητα. Απλώς δεν τη βρίσκει για να την περιγράψει. Παρ’ όλα αυτά είναι στοχαστικός και αναλυτικός.

Διάβασα την «Πλατφόρμα» και αμέσως μετά την «Επέκταση του Πεδίου της Πάλης», το πρώτο του μυθιστόρημα το οποίο βρήκα πιο άμεσο, πιο ανεπεξέργαστο, αλλά και πιο σκοτεινό.
Αυτό, το πρώτο του μυθιστόρημα, από τις εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, σε μετάφραση Αλέξη Εμμανουήλ, σκοπεύω να περιγράψω εν συντομία.


Ο ΤΙΣΕΡΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Ο ήρωας είναι μεσαίο στέλεχος μιας εταιρίας πληροφορικής, γύρω στα τριάντα και ζει στο Παρίσι. Πίνει πολύ όταν το καλούν οι περιστάσεις και ξερνάει, καπνίζει πολύ, είναι μόνος, μοναχικός και χωρίς φίλους, γεμάτος αηδία για τον κόσμο που τον περιτριγυρίζει, με φτωχή, σχεδόν ανύπαρκτη σεξουαλική ζωή. Αηδία, τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άντρες. Βρίσκεται ανάμεσά τους αλλά από απόσταση και τους παρατηρεί. Δεν αναμειγνύεται, ούτε μπλέκεται συναισθηματικά, παρά τους κρίνει, τους χλευάζει, τους παρωδεί, τους απαξιώνει. Στον Ουελμπέκ, η παγωνιά, η έλλειψη τρυφερότητας, η αδιαφορία, η αηδία ποτίζει κάθε πρόταση, κάθε σελίδα. Μας αρρωσταίνει όπως αρρωσταίνει στην κυριολεξία και τον ίδιο τον ήρωα σε κάποια στιγμή της αφήγησης.

Είναι απελπισμένος και κυνικός αλλά όχι αυτοκτονικός.
«...Για καιρό πιστεύατε στην ύπαρξη μιας άλλης όχθης, όμως σήμερα ξέρετε πως δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Ωστόσο, συνεχίζετε να κολυμπάτε, και κάθε σας κίνηση σας φέρνει και πιο κοντά στον πνιγμό. Ασφυκτιάτε, τα πνευμόνια σας καίνε...», λέει κάπου στο κείμενο.

«...Η διάρθρωση του κόσμου μου προξενεί οδύνη, δεν μου ταιριάζει. Οι σχέσεις γίνονται ολοένα και πιο αδύνατες, όλο και πιο ακατόρθωτες και αυτό οφείλεται φυσικά στον πολλαπλασιασμό των βαθμίδων ελευθερίας. Ο Ζαν-Υβ δεν είχε γνωρίσει κανέναν ερωτικό δεσμό. Η κατάσταση ελευθερίας του είναι άπειρη», σελ. 54.

Το βιβλίο μοιάζει αυτοβιογραφικό. Αποτελεί μάλλον μια διαδοχή συμβάντων τόσο δικών του όσο και κάποιων ανθρώπων τους οποίους συναντά, κυρίως στους χώρους εργασίας του, παρά μια σφιχτοδεμένη ιστορία με πλοκή. Περιγράφονται οι σκέψεις κυρίως του αφηγητή έχοντας σαν φόντο τον τεχνοκρατικό κόσμο των επιχειρήσεων και των δικτύων, κι όλα αυτά με διεισδυτικότητα και στοχαστικότητα για την ζωή και την ύπαρξη.

Το μεγαλύτερο κομμάτι του βιβλίου αναφέρεται στο ταξίδι που κάνει ο ήρωας με έναν συνάδελφό του, τον Τισεράν στην επαρχία, στη Ρουέν, για να εκπαιδεύσουν τους υπαλλήλους κάποιας δημόσιας υπηρεσίας σ’ ένα καινούργιο λογισμικό. Η ατμόσφαιρα είναι παγωμένη τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Δεν έχουν τίποτε να πουν, τίποτε να ανταλλάξουν. Ο Ουελμπέκ παρακολουθεί και περιγράφει τον Τισεράν και τον ψυχισμό του, καθ’ όλη τη διάρκεια του επαγγελματικού τους ταξιδιού. Ο Τισεράν είναι πολύ άσχημος, λίγο μετά τα τριάντα και αυτός, και έχει αφιερώσει όλη του την έγνοια και το δυναμικό στο να βρει κάποια κοπέλα να σχετιστεί. Όσο περνούν οι μέρες ο συγγραφέας εκμαιεύει όλο και πιο πολύ από τον εσωτερικό κόσμο του Τισεράν την μύχια του ανύπαρκτη ζωή, την απελπισία του, τον πόνο για το ότι ως τα τώρα καμιά κοπέλα δεν δέχτηκε να μοιραστεί το κρεβάτι του, για τις συνεχείς προσπάθειες που κάνει προς αυτή την κατεύθυνση, για τις συνεχείς του αποτυχίες.

Η στάση του Ουελμπέκ είναι όμως τέτοια που δεν μας αφήνει να νοιώσουμε κανέναν οίκτο, καμιά λύπηση. Είναι ψυχρή και κυνική σαν του δολοφόνου. Μοιάζει να χειρίζεται το θύμα του, με έναν υφέρποντα σαδισμό, σα να θέλει να το σπρώξει ακόμα πιο πολύ στην καταστροφή. Άλλωστε σ’ ένα κόσμο όπου όλοι είναι θύματα δεν έχει νόημα να λυπάσαι για κανέναν.

Πράγματι, ο συγγραφέας σε κάποια στιγμή που ο Τισεράν είναι μεθυσμένος και πολύ απελπισμένος, του δίνει σκόπιμα ένα μαχαίρι για να σκοτώσει έναν τυχαίο, άγνωστό του νεαρό του οποίου το μόνο έγκλημα είναι ότι μπορεί να φεύγει αγκαλιά με μια όμορφη κοπέλα από το μπαρ, πράγμα αδιανόητο πλέον για τον ίδιο. Εκδίκηση τυφλή στη μοίρα του και την άχαρη ζωή του. Εδώ ο συγγραφέας φαντάζει πολύ Νιτσεϊκός. Το παίζει κάπως σαν θεός, όπου οι άχρηστοι καλό είναι να μας αδειάζουν τη γωνιά! Ένας άνθρωπος που δεν μπόρεσε να δημιουργήσει τίποτε το ελκυστικό επάνω του, που δεν τράβηξε ποτέ την αγάπη και το βλέμμα μιας γυναίκας, γιατί να πρέπει να συνεχίζει να ζει; Ο Τισεράν δέχεται κατ’ αρχήν, αλλά στο δια ταύτα ...



Η ΒΕΡΟΝΙΚ ΚΑΙ Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Παράλληλα με την ιστορία του Τισεράν, ο συγγραφέας αναφέρεται και στην τραυματική ερωτική σχέση που είχε παλιότερα με την Βερονίκ. Ο Ουελμπέκ αγαπά την Βερονίκ, δίνεται σ’ αυτήν, μα η άσπλαχνη Βερονίκ τον πετάει κάποια στιγμή στο δρόμο με τις κλωτσιές. Η αιτία;

Ακούστε την. Μάλλον, διαβάστε την!

«...Η Βερονίκ έκανε ψυχανάλυση. Σήμερα μετανιώνω που τη συνάντησα. Μιλώντας γενικότερα, δεν υπάρχει τίποτε να βγάλεις από τις γυναίκες που ψυχαναλύονται. Η γυναίκα που πέφτει στα χέρια των ψυχαναλυτών γίνεται αναπόδραστα ακατάλληλη για οποιαδήποτε χρήση, το έχω διαπιστώσει άπειρες φορές. Αυτό το φαινόμενο, δεν πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον αποτέλεσμα της ψυχανάλυσης, αλλά ούτε λίγο, ούτε πολύ ως ο πρωταρχικός σκοπός της. Υπό το πρόσχημα της αναδόμησης του Εγώ, οι ψυχαναλυτές προβαίνουν στην πραγματικότητα σε μια σκανδαλώδη καταστροφή της ανθρώπινης ύπαρξης. Αθωότητα, γενναιοδωρία, αγνότητα... όλα αυτά αλέθονται ταχύτητα μες τα χοντροκομμένα χέρια τους. Οι ψυχαναλυτές, που αμείβονται πλουσιοπάροχα, είναι υπερφίαλοι και ανόητοι και εκμηδενίζουν αμετάκλητα στους υποτιθέμενους ασθενείς τους κάθε ικανότητα για αγάπη, τόσο πνευματική όσο και σωματική. Συμπεριφέρονται εν ολίγοις σαν αληθινοί εχθροί της ανθρωπότητας. Αδυσώπητη σχολή του εγωισμού η ψυχανάλυση επιτίθεται με τον μεγαλύτερο κυνισμό σε μια χαρά κορίτσια που τα έχουν λιγάκι χαμένα για να τα μεταμορφώσει σε ελεεινές ασημαντότητες που παραληρούν εγωκεντρικά και δεν καταφέρνουν παρά να προκαλούν μια καθ’ όλα δικαιολογημένη απέχθεια.
Δεν πρέπει να έχετε καμιά εμπιστοσύνη, σε καμιά περίπτωση, σε γυναίκα που έχει περάσει από χέρια ψυχαναλυτών. Μικροπρέπεια, εγωισμός, υπεροπτική ηλιθιότητα, παντελής απουσία ηθικής αντίληψης, χρόνια ανικανότητα ν’ αγαπήσει: αυτό είναι το ολοκληρωμένο πορτρέτο μιας αναλυμένης γυναίκας...».

Μ’ αρέσει τελικά ο Μισέλ! Πολύ.

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2008

Το Μυθιστόρημα του Μοναχικού Ανθρώπου


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Έκανα όρκο βαρύ να μην ξαναπατήσω σε βιβλιοπωλείο. Την Κυριακή όμως το πρωί, τον έσπασα, η επίορκος, ευτυχώς μερικώς. Μπορεί να μην πήγα σε βιβλιοπωλείο, αλλά βιβλία αγόρασα. Όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή, το παζάρι βιβλίων-στοκ στην Κλαυθμώνος με ψιλο-τρώει να το επισκεφτώ. Κυρίως για το χάζι, για τις μικρο-εκπλήξεις, αλλά και για τους μικρούς οικονομικούς κινδύνους που εμπεριέχει. Φεύγεις και με γεμάτα χέρια και με γεμάτη τσέπη. Πού αλλού συμβαίνει αυτό; Α! Ναι, στ’ «Αμερικάνικα», εκεί όπου πάω κι αγοράζω ρούχα από δυο-τρία τεράστια καλάθια, όσο ένα δωμάτιο το καθένα. Και στις δυο περιπτώσεις αυτό που έχει αξία είναι το thrill, η έκπληξη γιαυτό που τραβάει το χέρι απ’ τον σωρό προς τα πάνω. Ποτέ δεν ξέρεις τι θα βγει και ποτέ δεν ξέρεις τι θ’ αγοράσεις στο τέλος. [Μου θυμίζει λίγο τις τυφλές γωνίες της ζωής].

Στην Κλαυθμώνος, θα μου πείτε έχει πολλή «σαβούρα», αν και δεν μου αρέσει αυτή η λέξη γιατί υποτιμάται έτσι ο μόχθος πολλών ανθρώπων που ενώ είχαν και τις καλές προθέσεις και τις καλές ιδέες, στο τέλος το αριστούργημα δεν παρήχθη, είτε λόγω κακού promotion, είτε λόγω κακού timing, είτε και λόγω απουσίας ταλέντου. Αλλά πόσοι ατάλαντοι μεσουρανούν και επανεκδίδονται και μοσχοπουλιούνται;

Στην Κλαυθμώνος όμως βρίσκει κανείς και πραγματικές ευκαιρίες. Θυμάμαι ότι πριν από μερικά χρόνια είχα αγοράσει τις «Εξομολογήσεις» του Ρουσσώ σε εξευτελιστική τιμή, ενώ στα κανονικά βιβλιοπωλεία πωλούντο σε τιμή υπερδιπλάσια. Το ίδιο και τους «Κήνσορες και Θεράποντες» του Έκο. Ακόμα, λόγω της χαμηλής τιμής μπορεί κανείς να δοκιμάσει και βιβλία τα οποία υπό κανονικές συνθήκες δεν θα τα πρόσεχε και να στρέψει τα μάτια του και προς κάποια άλλη κατεύθυνση, απ’ εκείνη που έχει μάθει από συνήθεια ν’ ακολουθεί. Π.χ. μ,’ αυτό τον τρόπο συνήψα σχέσεις και με τον κ. Αρετίνο, συγγραφέα των βαθυστόχαστων «Μαθήματα για την τέχνη της πορνείας, της ρουφιανιάς και τις προδοσίες των ανδρών», που πολύ με βοήθησαν στον μετέπειτα βίον μου.

Έτσι λοιπόν κιαυτή τη φορά, πέρα απ’ την ογκώδη βιογραφία του Στάλιν που βούτηξα, (όσοι πήγατε θα προσέξατε το κατακόκκινο βιβλίο στο βάθος, τέρμα αριστερά), έπεσα σ’ ένα σωμόν βιβλίο με λιτό εξώφυλλο, με τον διακριτικό, τρέχα-γύρευε τίτλο «Προσεγγίσεις: Δοκίμια Κριτικής» και με συγγραφέα τον Απόστολο Σαχίνη, πρώην καθηγητή στο Παν. Θεσσαλονίκης και νυν αυτοκτονημένο. Δεν πρόλαβα καλά-καλά ν’ αρχίσω να το ξεψαχνίζω και νάσου έπεσα με την πρώτη στο δοκίμιο με τον ελκυστικότατο τίτλο «Το Μυθιστόρημα του Μοναχικού Ανθρώπου».

«Ά! πουλάκια μου εδώ σας έχω», σκέφτηκα. Όλοι εδώ μαζεμένοι είστε, σούζα και στη σειρά: Καμύ, Σάρτρ, Έσσε, Κάφκα, Ντοστογιέφσκι, Ρίλκε, Μπέλοου. Απ’ όλους έχει ο μπαξές. Χωρίς δεύτερη σκέψη το σιγούρεψα κάτω απ’ τη μασχάλη και την έκανα για το ταμείο.

Και τι δεν μου ήρθε πίσω στο νου! Η εφηβεία μου όλη, που παρεμπιπτόντως ακόμα κρατεί και δεν λέει να φύγει. Αυτό το γλυκό ψυχοπλάκωμα, αυτή η μεθυστική παραίτηση στη ματαιότητα του κόσμου, στη μοναξιά και στην απόγνωση, αυτό το βούλιαγμα στον ατέρμονο στοχασμό, το στροβίλισμα στην υπαρξιακή δίνη, η εξορία, η αγωνία, η παράδοση, η γλύκα της παρακμής.


Η ΜΕΛΕΤΗ

Η μελέτη του Σαχίνη ξεκινάει με τις αιτιάσεις της εμφάνισης του μυθιστορηματικού αυτού είδους που εγκαινιάζεται με το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι το 1864. Οι λόγοι γνωστοί και σε μας, δεν άλλαξαν εδώ και 150 χρόνια, που ήταν η απάνθρωπη ζωή στις μητροπόλεις, η έλλειψη αληθινής επικοινωνίας, η απουσία ζεστασιάς στις ανθρώπινες σχέσεις και άλλα τέτοια κοινά και τετριμμένα.

Μετά το «Υπόγειο» έργα που εντάσσονται σ’αυτό το πλαίσιο, με χρονολογική σειρά είναι τα ακόλουθα: «Η Πείνα» (1888) του Χάμσον, «Η Κόλαση» (1908) του Μπαρμπύς, «Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγγε» (1910) του Ρίλκε, «Η Δίκη» (1925) του Κάφκα, «Ο Λύκος της Στέπας» (1927) του Έσσε, «Η Ναυτία» (1938) του Σάρτρ, «Ο Ξένος του Καμύ» (1942) και ο «Μετέωρος Άνθρωπος» (1944) του Μπέλοου.

Σύμφωνα πάλι με την ίδια μελέτη, τα κύρια σημεία που χαρακτηρίζουν το μυθιστόρημα του μοναχικού ανθρώπου είναι:

1) ο τόπος της δράσης που είναι πάντα το μοναχικό, νοικιασμένο δωμάτιο, συνήθως σε φτηνό ξενοδοχείο, σε οικογενειακή πανσιόν ή σε σοφίτα,

2) ο τρόπος αφήγησης που είναι πρωτοπρόσωπος και έχει εξομολογητικό χαρακτήρα,

3) ο κύριος ήρωας που είναι πάντα άνδρας, διανοούμενος, χωρίς οικογένεια, άσημος και αφανής, που αποφεύγει τους ανθρώπους, που αυτοαναλύεται, προβληματίζεται και διατυπώνει πρωτότυπες σκέψεις για τον κόσμο και τη ζωή.

4) η απουσία, ή η περιορισμένη παρουσία άλλων προσώπων πέραν του ήρωα, ο οποίος ζει και κυκλοφορεί σαν άγνωστος ανάμεσα σ’ αγνώστους, ξεριζωμένος και εξόριστος από την οργανωμένη κοινωνική ζωή.

5) το ουσιαστικό περιεχόμενο του μυθιστορήματος που είναι η έκφραση της προσωπικής αγωνίας του ήρωα-αφηγητή, που οφείλεται στην αβεβαιότητα και ανασφάλεια της ύπαρξης αλλά και στην αδικία του κόσμου γενικά.

Οι τίτλοι, με τη σειρά τους είναι κιαυτοί ενδεικτικοί, υποδηλώνοντας μια στέρηση, μια ενοχή, μια αποξένωση, μια τιμωρία, μια αδικία που οδηγούν τον υπερευαίσθητο ήρωα του μοναχικού δωματίου όχι στην αυτοσυνειδησία αλλά στο κοινωνικό περιθώριο. Οι ήρωες βρίσκονται σε διάσταση με τον κόσμο γύρω τους, αλλά δεν πολεμούν, δεν θέλουν να τον αλλάξουν και η διάστασή τους φανερώνεται με σκέψεις και συλλογισμούς. Η επανάσταση είναι εσωτερική και όχι εξωτερική. Η αιτία δε, της διάστασής τους με τον κόσμο δεν είναι κοινωνική αλλά υπαρξιακή, μεταφυσική. Η οξυμένη ευαισθησία τους τούς ξεχωρίζει από τους κοινούς ανθρώπους και τους τοποθετεί κατά κάποιον τρόπο έξω απ’ την πεζή και ομοιόμορφη πραγματικότητα. Τους μεταβάλλει σε παράξενους και ασυνήθιστους ανθρώπινους τύπους.



«Το Υπόγειο» (1864) ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ

Ο ανώνυμος άνδρας του «Υπογείου» σαράντα χρονών, πρώην δημόσιος υπάλληλος μένει σ’ ένα δωμάτιο ελεεινό στην άκρη της πολιτείας. Δεν μιλάει σε κανέναν, δεν σχετίζεται με κανέναν, δεν μοιάζει με κανέναν. Έχει ταραγμένο μυαλό, καταλαμβάνεται από αλλοφροσύνη, ενώ ο πυρετός και το παραλήρημα αποτελούν μόνιμα στοιχεία της ζωής του.

«Τον περισσότερο καιρό διάβαζα....Το διάβασμα βοηθούσε πολύ, συγκινούσε, γλύκαινε και βασάνιζε...Εκτός από το διάβασμα δεν είχα τίποτε άλλο να κάνω. Διάβαζα βιβλία που οι άλλοι δεν μπορούσαν να διαβάσουν κι ένιωθα πράγματα που εκείνοι ούτε τάχαν ακούσει». [Είδατε τι κάνει το διάβασμα;;;;]

Το «Υπόγειο» γραμμένο με ορμή, οργή και συναισθηματική έξαρση αποτελεί έναν εξομολογητικό μονόλογο, ένα παραλήρημα μοναξιάς του ανώνυμου ήρωα. Το πρώτο μέρος απαρτίζεται από σκέψεις και εξομολογήσεις και είναι κάτι σαν δοκίμιο, σαν πολεμική, σαν διαμαρτυρία. Το δεύτερο συγκροτείται από προσωπικές αναμνήσεις, από αφηγήσεις περιστατικών όπου ξεχωρίζει και η νεαρή πόρνη Λίζα. Οι απόπειρές του να βγει απ’ το υπόγειο, τη φωλιά του, την τρύπα του, τη μοναξιά του αποτυχαίνουν. Του δίνεται η ευκαιρία αλλά δεν μπορεί. «Δεν μ’ αφήνουν», εκστομίζει. «Δεν μπορώ νάμαι καλός!».


«Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγγε» (1910) ΡΙΛΚΕ

Οι «Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγγε» του Ρίλκε είναι το κατ’ εξοχήν βιβλίο του μοναχικού ανθρώπου, του ανέστιου, του ασυμβίβαστου ερημίτη, του αιώνιου πλάνητος, ο οποίος περιφέρει την οξυμένη ευαισθησία του και τη βαθιά στοχαστικότητά του στα δωμάτια των φτωχών ξενοδοχείων των μεγαλουπόλεων. Ουσιαστικά ο Ρίλκε αποτυπώνει εδώ ένα κομμάτι από τις δικές του περιπλανήσεις με τη γνωστή μουσική, λυρική γραφή του. Γράφει ο Μάλτε, ένας εικοσιοχτάχρονος Δανός αριστοκράτης που θέλει να γίνει ποιητής: «Δεν έχεις κανέναν και τίποτα. Και περιφέρεσαι στον κόσμο με μια βαλίτσα και με μια κάσα βιβλία.... Δεν μιλούσα σχεδόν σε κανένα, επειδή ήταν η χαρά μου νάμαι μοναχός. Πλανήθηκα όλη μέρα στους δρόμους.. Ήμουν πάντα στο δρόμο».

Τα βασικά θέματα του βιβλίου είναι η μοναξιά και ο θάνατος, αλλά και η φτώχια και η αρρώστια και ο φόβος και η αγωνία και η σιωπή. [Και τα τρία κακά της μοίρας του!!!]. Ο Μάλτε βρίσκεται μόνος σε μια ξένη πολιτεία (Παρίσι) και το βιβλίο του εξεικονίζει αυτήν ακριβώς την επαφή με τις αθλιότητες και τις πληγές της. Ο Ρίλκε αφιερώνει θαυμάσιες σελίδες στους θορύβους των μικρών ξενοδοχείων, στους γείτονες των διπλανών δωματίων, στις μαγικές αναπολήσεις από την παιδική ηλικία, στις περιγραφές σκηνών απ’ τη ζωή του, στη μητέρα του, στις ερωτευμένες γυναίκες, στο διάβασμα, στη Βενετία. Ο τόνος λυρικός, χαμηλόφωνος, ήρεμος, υποβλητικός, αθόρυβος.


«Η Δίκη» (1925) ΚΑΦΚΑ

Εδώ, στη «Δίκη», ο ήρωας είναι πάλι εργένης, ο τριαντάχρονος Joseph K., χωρίς φίλους, χωρίς ιδιοκτησία, χωρίς οικογένεια.... Το λάθος του Joseph K. είναι ότι θέλει να κερδίσει τη δίκη του σ’ έναν κόσμο όπου η άδεια του καρδιά, η αδιαφορία του για την οικογένειά του τον εμποδίζουν να ανήκει.
Η Δίκη είναι ένα ημιτελές μυθιστόρημα γραμμένο με ρεαλιστικό τρόπο, πραγματικό στις λεπτομέρειες και στις καθημερινές σκηνές, αλλά στην ουσία του αλληγορικό σε ό,τι βαθύτερο και απώτερο κρύβεται πίσω του. Η χρονική διάρκεια της δράσης είναι ένας ακριβώς χρόνος. Ο ήρωας συλλαμβάνεται στην τριακοστή επέτειο των γενεθλίων του και θανατώνεται στην τριακοστή πρώτη. Ωστόσο συλλαμβάνεται θεωρητικά ενώ στην πράξη κυκλοφορεί ελεύθερος. Επάνω του επικρέμεται μια σοβαρή κατηγορία για μια άγνωστη ενοχή που ούτε ο ίδιος ούτε ο ίδιος ο αναγνώστης την μαθαίνει ποτέ. Η πραγματικότητα μπερδεύεται συνεχώς με μια υπερ-πραγματικότητα ανεξήγητη και απελπιστική. Αυτές οι συνεχείς ταλαντεύσεις ανάμεσα στο φυσικό και το παράδοξο, το καθολικό και το ατομικό, το παράλογο και το λογικό, διατρέχουν όλο το έργο.




«Λύκος της Στέπας» (1927) ΕΣΣΕ
Ο «Λύκος της Στέπας» αποτελεί τυπικό μυθιστόρημα του είδους. Εδώ ο ήρωας, σαρανταεπτά ετών, είναι πάλι μόνος, εργένης, πλάνης και ανέστιος. Είναι διανοούμενος, ποιητής, αγαπά τους Bach, Mozart, Goethe, Novalis, Dostoyevsky και είναι και πολιτικά ευαίσθητος. Το βιβλίο χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο παρουσιάζει τις εντυπώσεις για τον Harry Haller, του ανιψιού της νοικοκυράς του, ενώ το δεύτερο τις σημειώσεις του ίδιου του Harry. Καταγγέλλει μια εποχή ψευδών, έναν πλαστό κόσμο όπου δοκιμάζονται και σταυρώνονται οι ευαισθησίες του ανθρώπου. Στο ταξίδι μέσα στην κόλαση της ζωής ο Harry απέτυχε, αλλά του φανερώθηκε ξανά χάρις σ’ ένα μαγικό θέατρο των αθανάτων. Εδώ το παρακάνει ο Έσσε. Σ’ όλο το έργο υπάρχει άφθονο το ονειρικό και φανταστικό στοιχείο, τα όνειρα, τα οράματα, οι παραισθήσεις.

Ο Harry Haller όπως ζούσε ήταν ελεύθερος και ανεξάρτητος, αλλά μέσα στην ελευθερία που είχε αποκτήσει, ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι η ελευθερία του ήταν θάνατος και πως έμενε μόνος! (Τί μου θυμίζει άραγε αυτό;;;). Παρά ταύτα γνωρίζει την Hermine, γυναίκα πολυτελείας, όπου τον ρωτά τι έκανε στη ζωή του. «Μελέτησα, έπαιξα μουσικά, διάβασα βιβλία, έγραψα βιβλία, ταξίδεψα...», απαντά ο Harry.

«Έχεις κάνει πάντα τα δύσκολα και τα περίπλοκα πράγματα και τα απλά δεν τα έχεις μάθει ποτέ. Έχεις μια εικόνα ζωής μέσα σου, μια πίστη, μια κλήση, και ήσουν πάντα έτοιμος για θυσίες, για κατορθώματα, για οδύνες, και τότε σιγά-σιγά συνειδητοποίησες πως ο κόσμος δεν σου ζητούσε διόλου κατορθώματα και θυσίες, και πως η ζωή δεν είναι ηρωικό ποίημα με ηρωικούς ρόλους προς διανομή, αλλά ένα άνετο δωμάτιο, όπου οι άνθρωποι αρκούνται απολύτως στο φαγητό και στο πιοτό, στον καφέ, στο πλέξιμο, στα χαρτιά, και στη μουσική». Τάδε έφη η σοφή και περπατημένη Hermine.

«Η Ναυτία» (1938) ΣΑΡΤΡ

Το βιβλίο τοποθετείται στην καθημερινότητα μιας παραθαλάσσιας επαρχιακής πόλης, της Χάβρης, όπου δίπλα στη ζωή των συνηθισμένων ανθρώπων ο Σαρτρ θίγει βαθιά υπαρξιακά προβλήματα.
«Η Ναυτία ανήγγειλε έναν πελιδνό ποιητή που μιλούσε για την ύπαρξη σαν να ήταν μια νοσηρή γοητεία. Οι σελίδες του ήταν γεμάτες από μια μαύρη, στυφή, διαβρωτική ποίηση». Ο ήρωας, τριάντα χρονών, έχει σταθερό εισόδημα που του επιτρέπει να στοχάζεται και να προβληματίζεται για τη μοίρα των ανθρώπων και επί πλέον να αηδιάζει. Ώσπου, στο τέλος καταλαμβάνεται από χρόνια ναυτία. Η απόλυτη μοναξιά που στην αρχή του φέρνει πλήξη, αργότερα του προξενεί φόβο, μετά απελπισία.
Ξαφνικά παίρνει μήνυμα απ’ την Anny, την παλιά ερωμένη του, που τον καλεί στο Παρίσι. Η πρόσκληση του φαίνεται σαν σανίδα σωτηρίας. Αρχίζει να κάνει όνειρα να ελπίζει, ωστόσο η συνάντηση καταλήγει σε αποτυχία και την βλέπει να φεύγει με άλλον. Ο ήρωας όμως σώζεται στο τέλος όταν συλλαμβάνει την ιδέα να γράψει ένα μυθιστόρημα, μια ιστορία που θα έπρεπε να είναι ωραία και σκληρή σαν ατσάλι, για τους ανθρώπους που θα έπρεπε να ντρέπονταν για την ύπαρξή τους.
Το μήνυμα που βγαίνει είναι ότι η απομόνωση, και η έλλειψη σχέσεων και δεσμών δεν συνιστούν την ελευθερία του ανθρώπου. [Ευτυχώς το κατάλαβε!!!]. Και όπως πάντα, η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ και το ΓΡΑΨΙΜΟ σώζουν!



ΕΚΚΛΗΣΗ

Αμάν, κ. Ρίλκε μας, κ. Ντοστογιέφσκι μας, κ. Κάφκα μας, κ. Έσσε μας και κ. Σαρτρ μας, παντρέψτε τους πια τους ήρωές σας να δούνε κανένα χαΐρι! Εργένης ο ένας εργένης ο άλλος, γιαυτό και πάνε κατά διαόλου! Άσε που λιώσανε και στο διάβασμα, οι ανεπρόκοποι! Άντε κι έχει τόσα κοριτσόπουλα αυτή η πόλη!

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Πρόσφατα πήρα ξανά στα χέρια μου τον «Ξένο». Τον διάβασα με σχετικά μικρή δυσφορία. Πήρα θάρρος και τόλμησα και τον «Λύκο της Στέπας», που είχα να τον πιάσω απ’ τα είκοσί μου. Αδύνατον να τσουλήσει το κείμενο. Κρίμα κι ήταν για χρόνια το alter-ego μου. Τον άφησα στην άκρη, νομίζω για πάντα. Και πήρα στα χέρια την τελευταία μου αγάπη. Τον Ουελμπέκ! Αυτόν μάλιστα. Μου λένε ότι ο Σελίν θα μου ταίριαζε γάντι. Όταν βρω χρόνο θα το διαπιστώσω ιδίοις όμμασι. Ανυπομονώ.

Λοιπόν, αγαπητοί μου, αν καθίσετε και τα διαβάσετε όλα αυτά μονοκοπανιά, σας βλέπω να εγκαταλείπετε αλλόφρονες, (αλά Λιακό), καναπέδες, κρεβάτια, ντιβάνια, καρέκλες, πολυθρόνες, μπαουλοντίβανα και ντιβανοκασέλες και να φεύγετε απ’ το παράθυρο στο δρόμο για να σωθείτε. Όχι μόνο άλλη μοναξιά δεν θα θελήσετε να δείτε στη ζωή σας, αλλά δεν θα μπορώ να σας ξεκολλήσω μετά, απ’ όλα τα πάρτι της Αθήνας.

Και για να συνέρθετε τί σας έχω φυλαγμένο; Ε;;;;
Τη βιογραφία του Στάλιν, που λέγαμε. Τί πιο δυνατό αντίδοτο! The Real Thing! Στα επόμενα.

Stay tuned!

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2008

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!


Είναι γνωστή η μακροχρόνια φιλοσοφική διαμάχη μεταξύ Ισότητας και Ελευθερίας, ως προς το εφικτό ή το ανέφικτο της μεταξύ τους συνύπαρξης. Χοντρικά, τα πράγματα έχουν ως εξής:

Αν εξασφαλιστεί η Ισότητα, πώς είναι δυνατόν να επιτευχθεί η Ελευθερία, μιας και η Ισότητα, σύμφωνα με μια αντίληψη, προϋποθέτει υπερβολικές κοινωνικές και κυβερνητικές ρυθμίσεις, που συντείνουν στην καταπίεση των δημιουργικών δυνατοτήτων του ατόμου. Με τον ίδιο ακριβώς συλλογισμό αποκλείουμε την επίτευξη Ισότητας σε καθεστώς Ελευθερίας, διότι τότε οι πιο δυνατοί και καταφερτζήδες θα εξασκούν έλεγχο στους πιο αδύναμους και λιγότερο ευνοημένους.

Οι δυο αυτές έννοιες, κονταροχτυπήθηκαν κυρίως σε πρακτικό, πολιτικό επίπεδο, με το σοσιαλιστικό μέτωπο να έχει σαν προμετωπίδα την Ισότητα, το δε φιλελεύθερο, την Ελευθερία. Το ποιος κέρδισε απ’ αυτή την αναμέτρηση, έγινε γνωστό σε όλους απ’ το 1990 και μετά.

Ελευθερία λοιπόν. Είναι επίσης γνωστές κι οι δυο εκδοχές της ελευθερίας, η θετική που σημαίνει ελευθερία «για να» και η αρνητική που σημαίνει ελευθερία «από». Μπορούμε να πούμε ότι στις αρχαιότερες κοινωνίες η ελευθερία εκλαμβανόταν πιότερο με την αρνητική της εκδοχή, ενώ στις νεώτερες με την θετική της σημασία. Η θετική έννοια της λέξης ελευθερία εκπηγάζει από την επιθυμία του ατόμου να αυτοπραγματωθεί και να είναι αυτεξούσιο, να μην είναι δηλαδή όργανο κανενός πέραν της δικής του βούλησης. Η δε αρνητική σημαίνει ότι κανένας άνθρωπος ή καμιά ομάδα ανθρώπων δεν μπορεί να επεμβαίνει στη δράση του, είναι ελεύθερος δηλαδή από καταναγκασμούς και περιορισμούς. (Για περισσότερα δες, Isaiah Berlin, «Τέσσερα Δοκίμια Περί Ελευθερίας», εκδ. Scripta, 2001).

Με την επινόηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, των δικαιωμάτων των φυτών και των ζώων, των δέντρων και των βράχων, μια αρκετά πρόσφατη ανακάλυψη στην ιστορία της ανθρωπότητας, τα αιτήματα ελευθερίας πολλαπλασιάστηκαν και έγιναν επιτακτικότερα. Ο άνθρωπος θέλει περισσότερο χώρο για να ασκήσει τα δικαιώματά του, ενώ όλο και πιο συχνά βιώνει τον άλλο σαν λεηλάτη κάποιου δικού του δικαιώματος, μιας και το σκοινί που έδενε παλιότερα τον κόσμο αναμεταξύ τους κόντυνε και τώρα δένει τον καθένα μοναχό του αγκαλιά με κάποιο του δικαίωμα.

Για να συνυπάρχεις σαν κοινωνία πρέπει να αφήσεις λίγο χώρο από δαύτα, για νάβρει χώρο και να κάτσει και το δικαίωμα κάποιου άλλου, παρά δίπλα. Έτσι λέει η θεωρία, κι έτσι μ’ ορμήνευε η γιαγιά μου. «Στην κλίμακα από μηδέν μέχρι άπειρο της ελευθερίας, στο κάτω όριο παραμονεύει η Δουλεία», μου έλεγε, «αλλά στο πάνω όριο καραδοκεί η Μοναξιά».


«Επιτέλους Ελεύθεροι», (με τριάντα θαυμαστικά), μου ανήγγειλε πριν από λίγες μέρες με ύφος θριαμβευτικό ο φίλος μου ο Νίκος, όταν μου πέταξε στο γραφείο το τεκμήριο της αναπάντεχης ελευθερίας του. Τι είχε συμβεί; Το απόκομμα της Ελευθεροτυπίας (01/02/2008), που το περιέφερε δεξιά κι αριστερά, μας πληροφορούσε ότι επιστήμονες απ’ την Αγγλία είχαν καταφέρει να φτιάξουν σπερματοζωάρια από γυναικεία βλαστοκύτταρα, ενώ πέρσυ είχαν πετύχει το ίδιο από ανδρικό μυελό των οστών.

«Μπούρδες», του ανταπάντησα. «Κρίμα τη χαρά. Πάλι κάποιος θα χρειάζεται κάποιον άλλον να του προμηθεύει τα σπερματοζωάρια. Εντάξει εσείς οι άντρες, απελευθερώνεστε από την επώδυνη και βαρετή αυτή διαδικασία που προηγείται της αναπαραγωγής, διότι μια γυναίκα μπορεί πλέον να προμηθεύεται σπερματοζωάρια κι απ’ την κολλητή της, και μάλιστα χωρίς ανταλλάγματα και χωρίς να χρειάζεται να πληρώσει λύτρα. Βέβαια για τις γυναίκες σημαίνει μισή απελευθέρωση, διότι πρέπει να σκεφτούμε κι εκείνες που δεν έχουν κολλητές. Πρέπει να τρέχουν δεξιά κι αριστερά και να υποχρεώνονται. Κιαυτό εσύ το λες Πρόοδο; Μόνο τότε θα τους παραδεχτώ τους επιστήμονες, όταν βρουν τον τρόπο της «αυτο-αναπαραγωγής». Να μην χρειαζόμαστε πια κανέναν άλλον. Ο καθένας να μπορεί να αναπαράγει τον εαυτό καθαρά και παστρικά. Και άντρες και γυναίκες. Τότε μάλιστα, τότε θα είμαστε πράγματι

Ελεύθεροι, Αδέσμευτοι, Αυτάρκεις

και Μόνοι!

(μου σφύριξε η γιαγιά από το υπερπέραν).

Τώρα μάλιστα. Χτυπήσαμε ταβάνι!