Σαν σήμερα, 7η του Μάη, και πριν από ακριβώς πενήντα χρόνια, το 1959, ο C.P. Snow, βρετανός επιστήμονας και μυθιστοριογράφος συνάμα, έδωσε μια διάλεξη στο Cambridge με τίτλο «The two cultures and the scientific revolution», στην οποία εξέφραζε τη διαπίστωση για την ύπαρξη αγεφύρωτου χάσματος ανάμεσα στους φυσικούς επιστήμονες και τους επιστήμονες των ανθρωπιστικών, λογοτεχνικών σπουδών, στην αδυναμία συνεννόησης των οποίων απέδιδε και την αδυναμία εξεύρεσης λύσης στα προβλήματα του κόσμου. Η διάλεξη αυτή, η οποία προκάλεσε μεγάλη αίσθηση, έγινε στη συνέχεια βιβλίο, το οποίο από κάποιους επαινέθηκε, από άλλους όμως επικρίθηκε σφοδρά για την ασάφεια των ορισμών του περί κουλτούρας και τη ρηχότητα των επιχειρημάτων του. Δεν βαριέσαι όμως, ζήλιες είναι αυτές...
Είτε έτσι όμως, είτε αλλιώς, το βιβλίο επέζησε για να δει αρκετές εκδόσεις και να καταταγεί ανάμεσα στα 100 δημοφιλέστερα της εποχής του, ενώ ακόμα και σήμερα η αρχική του διαπίστωση περί χάσματος, παραμένει άκρως επίκαιρη, προκαλώντας αρκετές θερμές συζητήσεις εντός και εκτός της academia. Μάλιστα, τις προσεχείς ημέρες η Ακαδημία Επιστημών της Νέας Υόρκης διοργανώνει και ημερίδα με τίτλο «The Two Cultures in the 21st Century», με σκοπό την εξέταση της ασυμφωνίας ανάμεσα στις δυο αυτές κουλτούρες και του τρόπου με τον οποίον η επιστήμη διαχέεται στο ευρύ κοινό.
Επικαλούμενη την δική μου εμπειρία, πιστεύω ότι ο δημόσιος χώρος βρίσκεται περισσότερο κάτω από την κηδεμονία των επιστημόνων των κοινωνικών σπουδών παρά κάτω από αυτή των φυσικών επιστημόνων. Δείτε για παράδειγμα, τον αριθμό φιλολογικών και ανθρωπιστικού περιεχομένου περιοδικών και βιβλίων που κυκλοφορούν στη χώρα μας, σε σύγκριση με τα εκλαϊκευμένα επιστημονικά περιοδικά και βιβλία, καθώς και τον χώρο που αφιερώνουν οι εφημερίδες στις επιστήμες, ο οποίος είναι και αυτός δυσανάλογα μικρός. Για να μην πω, ότι και αυτό που εκλαμβάνεται και διαδίδεται από τους δημοσιογράφους εκλαϊκευτές σαν επιστήμη και επιστημονική ανακάλυψη είναι τις περισσότερες φορές ό,τι πιο φαιδρό και αλλόκοτο, (στα όρια συνήθως μεταξύ επιστήμης και φαρσοκωμωδίας), αλιεύουν από τα περιθώρια των επιστημονικών περιοδικών. Δεν πρέπει να έχετε παράπονο, γιατί αρκετά από αυτά τα θέματα, τα έχω σατιρίσει πολλάκις απ’ αυτό το blog.
Για του λόγου το αληθές, αναλογιστείτε την επαγγελματική προέλευση των πολιτικών και διαχειριστών της εξουσίας και λογαριάστε πόσοι από αυτούς είναι δικηγόροι, πολιτικοί επιστήμονες, κοινωνιολόγοι κ.λ.π. και πόσοι προέρχονται από τις φυσικές επιστήμες. Σας αποτρέπω όμως από το να το κάνετε, γιατί μάλλον δεν θα βρείτε κανένα και θα χάσετε άδικα το χρόνο σας.
Ας δούμε όμως και ποιο είναι το σύνηθες περιεχόμενο των συζητήσεων σε φιλικές συναναστροφές. Και πάλι η κουβέντα περιστρέφεται γύρω από τις κοινωνικής επιστήμες, τη λογοτεχνία και την τέχνη και σχεδόν ποτέ γύρω από τις επιστήμες. Επιπλέον, ενώ οι της απέναντι όχθης, (όπως αναφέρει ανεκδοτολογικά ο C. P. Snow), δεν θα αισθανθούν καθόλου άβολα αν πιαστούν να μην γνωρίζουν τον δεύτερο, ας πούμε, νόμο της θερμοδυναμικής, οι τής ημετέρας όχθης θα στιγματιστούν ανεπανόρθωτα αν δεν είναι σε θέση ν’ απαριθμήσουν τρία τουλάχιστον έργα του Σαίξπηρ. Δεν διαβλέπετε εδώ μια τεράστια, υπέρ ημών των φυσικών, αδικία;
Και να τελειώνανε εδώ οι διακρίσεις, ποιος να το ‘λεγε! Δυστυχώς, επεκτείνονται και σε άλλες εκφάνσεις του κοινωνικού βίου, όπως στην ανταλλαγή δώρων. Όσα επιστημονικά, εκλαϊκευτικά φυσικά, βιβλία τολμώ να χαρίσω σε γιορτές, σχεδόν πάντα κάνουν χρήση της κάρτας ανταλλαγής τους. Ενώ, όσα βιβλία μού χαρίζουν, ποτέ δεν προέρχονται από τα ράφια των επιστημών, μιας και οι φίλοι θεωρούν πάντα υποχρέωσή τους να με καταστήσουν κοινωνό των δικών τους γνωστικών πεδίων, ενώ οι ίδιοι ποτέ δεν διανοούνται να καταβάλουν έστω και μια μικρή προσπάθεια για να καταστούν κοινωνοί και του δικού μου. Πείτε μου, δεν αποτελεί αυτή η διάκριση προσβολή;
Βέβαια, κάποιοι στη συνέχεια θα κατηγορήσουν και τους θετικούς επιστήμονες για αλαζονεία, μιας και ένας μαθηματικός θεωρεί δεδομένο ότι ένας φιλόσοφος αδυνατεί να κατανοήσει τα μαγικά σημάδια των εξισώσεών του, ενώ ο ίδιος έχει την εντύπωση ότι μπορεί άκοπα να διεισδύσει στο φιλοσοφικό σύμπαν του άλλου. Η αλήθεια όμως είναι, ότι έχω συναντήσει περισσότερους φυσικούς που προσπαθούν να φιλοσοφήσουν, παρά κοινωνιολόγους που προθυμοποιούνται να σεργιανίσουν λιγάκι και στα δικά μας χωράφια.
Από όσα εξέθεσα στα προηγούμενα γίνονται λοιπόν φανερά δυο πράγματα. Πρώτα, ότι η κοινωνία στέκεται κουμπωμένη στην επιστημονική γνώση και σε απόσταση. Ειδικά τώρα που οι επιστημονικές πρόοδοι θέτουν ανοιχτά ηθικά διλήμματα, τα οποία για να μπορέσει να τα διαπραγματευθεί θα πρέπει να έχει μια κάποια επιστημονική κατάρτιση. Και δεύτερο, ότι η ολοένα και μεγαλύτερη εξειδίκευση στις σπουδές και η στροφή των πανεπιστημίων προς την επαγγελματική κατάρτιση κυρίως, παρά προς την καλλιέργεια, βαθαίνει ακόμα περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στις θετικές και τις κοινωνικές επιστήμες.
Τα περισσότερα πανεπιστήμια θετικής κατεύθυνσης έχουν αναγνωρίσει αυτή τη διάσταση, από καιρό, αν και έχω την εντύπωση ότι η εισαγωγή μαθημάτων ανθρωπιστικής κατεύθυνσης γίνεται περισσότερο για τα μάτια και τους τύπους, παρά για την ουσία. Και αυτό φαίνεται από τον τρόπο που τα αντιμετωπίζουν οι φοιτητές, δηλ. τα έχουν κοινώς γραμμένα. Δεν ξέρω αν αντίστοιχες κινήσεις καλής θέλησης, έστω και εικονικώς, γίνονται και από τις ανθρωπιστικές σχολές, διότι
«Η Τέχνη χωρίς την Επιστήμη θα ήταν τόσο ζοφερή, όσο και η Επιστήμη χωρίς την Τέχνη».
Μάλλον όμως ζούμε σε μια εποχή, που είναι αρκετά ζοφερή για να μπορεί ν’ αναγνωρίσει την αξία της παραπάνω πρότασης και να κινηθεί αναλόγως.
Είτε έτσι όμως, είτε αλλιώς, το βιβλίο επέζησε για να δει αρκετές εκδόσεις και να καταταγεί ανάμεσα στα 100 δημοφιλέστερα της εποχής του, ενώ ακόμα και σήμερα η αρχική του διαπίστωση περί χάσματος, παραμένει άκρως επίκαιρη, προκαλώντας αρκετές θερμές συζητήσεις εντός και εκτός της academia. Μάλιστα, τις προσεχείς ημέρες η Ακαδημία Επιστημών της Νέας Υόρκης διοργανώνει και ημερίδα με τίτλο «The Two Cultures in the 21st Century», με σκοπό την εξέταση της ασυμφωνίας ανάμεσα στις δυο αυτές κουλτούρες και του τρόπου με τον οποίον η επιστήμη διαχέεται στο ευρύ κοινό.
Επικαλούμενη την δική μου εμπειρία, πιστεύω ότι ο δημόσιος χώρος βρίσκεται περισσότερο κάτω από την κηδεμονία των επιστημόνων των κοινωνικών σπουδών παρά κάτω από αυτή των φυσικών επιστημόνων. Δείτε για παράδειγμα, τον αριθμό φιλολογικών και ανθρωπιστικού περιεχομένου περιοδικών και βιβλίων που κυκλοφορούν στη χώρα μας, σε σύγκριση με τα εκλαϊκευμένα επιστημονικά περιοδικά και βιβλία, καθώς και τον χώρο που αφιερώνουν οι εφημερίδες στις επιστήμες, ο οποίος είναι και αυτός δυσανάλογα μικρός. Για να μην πω, ότι και αυτό που εκλαμβάνεται και διαδίδεται από τους δημοσιογράφους εκλαϊκευτές σαν επιστήμη και επιστημονική ανακάλυψη είναι τις περισσότερες φορές ό,τι πιο φαιδρό και αλλόκοτο, (στα όρια συνήθως μεταξύ επιστήμης και φαρσοκωμωδίας), αλιεύουν από τα περιθώρια των επιστημονικών περιοδικών. Δεν πρέπει να έχετε παράπονο, γιατί αρκετά από αυτά τα θέματα, τα έχω σατιρίσει πολλάκις απ’ αυτό το blog.
Για του λόγου το αληθές, αναλογιστείτε την επαγγελματική προέλευση των πολιτικών και διαχειριστών της εξουσίας και λογαριάστε πόσοι από αυτούς είναι δικηγόροι, πολιτικοί επιστήμονες, κοινωνιολόγοι κ.λ.π. και πόσοι προέρχονται από τις φυσικές επιστήμες. Σας αποτρέπω όμως από το να το κάνετε, γιατί μάλλον δεν θα βρείτε κανένα και θα χάσετε άδικα το χρόνο σας.
Ας δούμε όμως και ποιο είναι το σύνηθες περιεχόμενο των συζητήσεων σε φιλικές συναναστροφές. Και πάλι η κουβέντα περιστρέφεται γύρω από τις κοινωνικής επιστήμες, τη λογοτεχνία και την τέχνη και σχεδόν ποτέ γύρω από τις επιστήμες. Επιπλέον, ενώ οι της απέναντι όχθης, (όπως αναφέρει ανεκδοτολογικά ο C. P. Snow), δεν θα αισθανθούν καθόλου άβολα αν πιαστούν να μην γνωρίζουν τον δεύτερο, ας πούμε, νόμο της θερμοδυναμικής, οι τής ημετέρας όχθης θα στιγματιστούν ανεπανόρθωτα αν δεν είναι σε θέση ν’ απαριθμήσουν τρία τουλάχιστον έργα του Σαίξπηρ. Δεν διαβλέπετε εδώ μια τεράστια, υπέρ ημών των φυσικών, αδικία;
Και να τελειώνανε εδώ οι διακρίσεις, ποιος να το ‘λεγε! Δυστυχώς, επεκτείνονται και σε άλλες εκφάνσεις του κοινωνικού βίου, όπως στην ανταλλαγή δώρων. Όσα επιστημονικά, εκλαϊκευτικά φυσικά, βιβλία τολμώ να χαρίσω σε γιορτές, σχεδόν πάντα κάνουν χρήση της κάρτας ανταλλαγής τους. Ενώ, όσα βιβλία μού χαρίζουν, ποτέ δεν προέρχονται από τα ράφια των επιστημών, μιας και οι φίλοι θεωρούν πάντα υποχρέωσή τους να με καταστήσουν κοινωνό των δικών τους γνωστικών πεδίων, ενώ οι ίδιοι ποτέ δεν διανοούνται να καταβάλουν έστω και μια μικρή προσπάθεια για να καταστούν κοινωνοί και του δικού μου. Πείτε μου, δεν αποτελεί αυτή η διάκριση προσβολή;
Βέβαια, κάποιοι στη συνέχεια θα κατηγορήσουν και τους θετικούς επιστήμονες για αλαζονεία, μιας και ένας μαθηματικός θεωρεί δεδομένο ότι ένας φιλόσοφος αδυνατεί να κατανοήσει τα μαγικά σημάδια των εξισώσεών του, ενώ ο ίδιος έχει την εντύπωση ότι μπορεί άκοπα να διεισδύσει στο φιλοσοφικό σύμπαν του άλλου. Η αλήθεια όμως είναι, ότι έχω συναντήσει περισσότερους φυσικούς που προσπαθούν να φιλοσοφήσουν, παρά κοινωνιολόγους που προθυμοποιούνται να σεργιανίσουν λιγάκι και στα δικά μας χωράφια.
Από όσα εξέθεσα στα προηγούμενα γίνονται λοιπόν φανερά δυο πράγματα. Πρώτα, ότι η κοινωνία στέκεται κουμπωμένη στην επιστημονική γνώση και σε απόσταση. Ειδικά τώρα που οι επιστημονικές πρόοδοι θέτουν ανοιχτά ηθικά διλήμματα, τα οποία για να μπορέσει να τα διαπραγματευθεί θα πρέπει να έχει μια κάποια επιστημονική κατάρτιση. Και δεύτερο, ότι η ολοένα και μεγαλύτερη εξειδίκευση στις σπουδές και η στροφή των πανεπιστημίων προς την επαγγελματική κατάρτιση κυρίως, παρά προς την καλλιέργεια, βαθαίνει ακόμα περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στις θετικές και τις κοινωνικές επιστήμες.
Τα περισσότερα πανεπιστήμια θετικής κατεύθυνσης έχουν αναγνωρίσει αυτή τη διάσταση, από καιρό, αν και έχω την εντύπωση ότι η εισαγωγή μαθημάτων ανθρωπιστικής κατεύθυνσης γίνεται περισσότερο για τα μάτια και τους τύπους, παρά για την ουσία. Και αυτό φαίνεται από τον τρόπο που τα αντιμετωπίζουν οι φοιτητές, δηλ. τα έχουν κοινώς γραμμένα. Δεν ξέρω αν αντίστοιχες κινήσεις καλής θέλησης, έστω και εικονικώς, γίνονται και από τις ανθρωπιστικές σχολές, διότι
«Η Τέχνη χωρίς την Επιστήμη θα ήταν τόσο ζοφερή, όσο και η Επιστήμη χωρίς την Τέχνη».
Μάλλον όμως ζούμε σε μια εποχή, που είναι αρκετά ζοφερή για να μπορεί ν’ αναγνωρίσει την αξία της παραπάνω πρότασης και να κινηθεί αναλόγως.















