Στις 10 Σεπτεμβρίου, ο μεγάλος επιταχυντής του CERN στη Γενεύη θα πάρει επιτέλους μπρος, θα μουγκρίσουν οι μηχανές και τα πρώτα πρωτόνια θα ορμήσουν για να εξερευνήσουν το πελώριο υπόγειο δαχτυλίδι διαμέτρου 8.5 Km περίπου, όπου αναμένεται να στριφογυρίζουν εφ’ εξής και για περίπου άλλα δέκα χρόνια. Πολλές καρδιές θα χτυπήσουν και πολλά δάκρυα θα τρέξουν από συγκίνηση και αγωνία στο εναρκτήριο λάκτισμα αυτού του πολυθρύλητου πειράματος, τέσσερα για την ακρίβεια, στο καθένα από τα οποία θα συμμετάσχουν από 500 έως 2000 επιστήμονες προερχόμενοι από 35 διαφορετικές χώρες. 6000 κατά μέσο όρο.
Η διαφορετικότητα του πειράματος αυτού, σε σχέση με προηγούμενα σε μικρότερους επιταχυντές, είτε εδώ στο CERN, είτε στην Αμερική, είναι ότι στην περίπτωση αυτή οι ταχύτητες των πρωτονίων που θα συγκρουσθούν, θα είναι οι μεγαλύτερες δυνατές επί της γης, θα καταφέρουν δηλαδή να πλησιάσουν την ταχύτητα του φωτός σε ποσοστό 99.9998% και ότι οι συνθήκες που θα δημιουργηθούν θα είναι παρόμοιες με αυτές που εικάζεται ότι επικράτησαν στο ένα τρισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου μετά την μεγάλη έκρηξη, το Big-Bang.
Κανένα πείραμα μέχρι τώρα δεν κατάφερε να πλησιάσει τόσο κοντά στην απαρχή του κόσμου και δικαιολογημένες λοιπόν οι προσδοκίες για μια νέα ώθηση στην κατανόησή του.
Πολλοί θεωρητικοί και πολλές μεγάλες θεωρίες περιμένουν να δικαιωθούν ή να σβήσουν από τον χάρτη, όπως η θεωρία των Χορδών, (για την κβάντωση της βαρύτητας), η Υπερσυμμετρία, (που θέλει να συνδέσει τα σωματιδια με τις δυναμεις σε ένα ενιαίο πλαισιο), ή το Καθιερωμένο Μοντέλο (Standard Model), πολλά Nobel είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα δοθούν στον τομέα αυτό, και πολλά καινούργια σωματίδια, (βάσει των προβλέψεων) θ’ ανακαλυφθούν, όπως το περίφημο σωματίδιο Higgs, που είναι υπεύθυνο για την εμφάνιση της μάζας από την ενέργεια που εκλύθηκε κατά την μεγάλη έκρηξη και για τον κατακερματισμό των δυνάμεων από μια σουπερδύναμη που ήταν αρχικά, σε τέσσερις που βλέπουμε σήμερα, καθώς και άλλα άγνωστα προς το παρόν σωματίδια, που ίσως ρίξουν κάποιο φως στο μυστήριο της Σκοτεινής Ύλης (Dark Matter) και της Χαμένης Ενέργειας.
Η θεωρητική φυσική υψηλών ενεργειών, τα τελευταία χρόνια, είχε να επιδείξει αρκετά σημάδια κόπωσης και είχε δεχτεί πολλές μομφές, γιατί σ’ ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αρκετών δεκαετιών δεν είχε δώσει κάποια απτά αποτελέσματα, παρά την προσπάθεια και τα χρήματα που επενδύθηκαν. Οι ερευνητές ενεπλάκησαν σε όλο και πιο αφηρημένους κόσμους, απομακρυνόμενοι από την εμπειρία και την πραγματικότητα, χτίζοντας όλο και πιο εσωστρεφείς και πολύπλοκες μαθηματικές κατασκευές. Επομένως, ένα τέτοιο πείραμα που θα ξεκαθάριζε την ήρα από το στάρι ήταν εν πολλοίς επιβεβλημένο.
Η διαφορετικότητα του πειράματος αυτού, σε σχέση με προηγούμενα σε μικρότερους επιταχυντές, είτε εδώ στο CERN, είτε στην Αμερική, είναι ότι στην περίπτωση αυτή οι ταχύτητες των πρωτονίων που θα συγκρουσθούν, θα είναι οι μεγαλύτερες δυνατές επί της γης, θα καταφέρουν δηλαδή να πλησιάσουν την ταχύτητα του φωτός σε ποσοστό 99.9998% και ότι οι συνθήκες που θα δημιουργηθούν θα είναι παρόμοιες με αυτές που εικάζεται ότι επικράτησαν στο ένα τρισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου μετά την μεγάλη έκρηξη, το Big-Bang.
Κανένα πείραμα μέχρι τώρα δεν κατάφερε να πλησιάσει τόσο κοντά στην απαρχή του κόσμου και δικαιολογημένες λοιπόν οι προσδοκίες για μια νέα ώθηση στην κατανόησή του.
Πολλοί θεωρητικοί και πολλές μεγάλες θεωρίες περιμένουν να δικαιωθούν ή να σβήσουν από τον χάρτη, όπως η θεωρία των Χορδών, (για την κβάντωση της βαρύτητας), η Υπερσυμμετρία, (που θέλει να συνδέσει τα σωματιδια με τις δυναμεις σε ένα ενιαίο πλαισιο), ή το Καθιερωμένο Μοντέλο (Standard Model), πολλά Nobel είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα δοθούν στον τομέα αυτό, και πολλά καινούργια σωματίδια, (βάσει των προβλέψεων) θ’ ανακαλυφθούν, όπως το περίφημο σωματίδιο Higgs, που είναι υπεύθυνο για την εμφάνιση της μάζας από την ενέργεια που εκλύθηκε κατά την μεγάλη έκρηξη και για τον κατακερματισμό των δυνάμεων από μια σουπερδύναμη που ήταν αρχικά, σε τέσσερις που βλέπουμε σήμερα, καθώς και άλλα άγνωστα προς το παρόν σωματίδια, που ίσως ρίξουν κάποιο φως στο μυστήριο της Σκοτεινής Ύλης (Dark Matter) και της Χαμένης Ενέργειας.
Η θεωρητική φυσική υψηλών ενεργειών, τα τελευταία χρόνια, είχε να επιδείξει αρκετά σημάδια κόπωσης και είχε δεχτεί πολλές μομφές, γιατί σ’ ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αρκετών δεκαετιών δεν είχε δώσει κάποια απτά αποτελέσματα, παρά την προσπάθεια και τα χρήματα που επενδύθηκαν. Οι ερευνητές ενεπλάκησαν σε όλο και πιο αφηρημένους κόσμους, απομακρυνόμενοι από την εμπειρία και την πραγματικότητα, χτίζοντας όλο και πιο εσωστρεφείς και πολύπλοκες μαθηματικές κατασκευές. Επομένως, ένα τέτοιο πείραμα που θα ξεκαθάριζε την ήρα από το στάρι ήταν εν πολλοίς επιβεβλημένο.
Για τη χάρη της Επιστήμης και μόνον, για τη χάρη της Γνώσης και μόνον.
Είναι αλήθεια ότι όλη αυτή η περιπέτεια φαντάζει απίστευτη και μυθική. Και χαλάλι τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια που δαπανήθηκαν, τα οποία για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης αντιστοιχούν στο 5% του σημερινού ΑΕΠ της Ελλάδας. Μεγάλο στ’ αλήθεια ποσό. Και στο σημείο αυτό ακριβώς, γεννιούνται αρκετά διλήμματα για την αναγκαιότητα αυτής της επένδυσης.
Η Αμερική, η οποία σχεδίαζε να κατασκευάσει έναν αντιστοίχου μεγέθους Υπεραγώγιμο Υπερεπιταχυντή, (Superconducting Super Collider), κάπου στο Τέξας, σταμάτησε τη χρηματοδότηση του προγράμματος γύρω στο 1993, σαν ασύμφορη και μη-ρεαλιστική.
Αυτές οι δυο διαφορετικές προσεγγίσεις, της Ευρώπης απ’ τη μια, που προχώρησε, και της Αμερικής από την άλλη, που οπισθοχώρησε, δεν μπορεί παρά να μου γεννούν κάποιες σκέψεις.
Μια πρώτη προσέγγιση προσπαθεί να βγάλει κάποια συμπεράσματα σχετικά με την νοοτροπία της Ευρώπης, σε σχέση με αυτήν της άλλης μεριάς του Ατλαντικού, πράγμα άλλωστε γνωστό. Ένα πείραμα, τόσο ακριβό, που θα στόχευε στη καθαρή γνώση και μόνον δεν θα ήταν εύκολο να χωνευτεί από τους απέναντι. Η Ευρώπη, αντιθέτως, έδειξε ότι ένα κομμάτι του ουμανιστικού της παρελθόντος μπορεί να είναι ακόμα παρόν. Στην περίπτωση αυτή ΘΑ χαιρέτιζα την Ευρωπαϊκή επιμονή.
Σε μια δεύτερη προσέγγιση όμως, η Ευρώπη με την πρωτοβουλία της αυτή θα μπορούσε να φανεί αρκετά επιπόλαιη και σπάταλη, με την έννοια ότι ένα τέτοιο μεγάλο ποσό θα ήταν δυνατόν να διατεθεί στην έρευνα κάποιων από τα μεγάλα καυτά προβλήματα που ταλανίζουν τον κόσμο και τα οποία θα τα βρίσκουμε μπροστά μας ανεξάρτητα από το εάν θα βρεθεί ή όχι το σωματίδιο Higgs. Τέτοια προβλήματα είναι ο καρκίνος, το ενεργειακό, η υπερθέρμανση, η βιοτεχνολογία στην υπηρεσία θεραπείας ασθενειών και άλλα, τα οποία κυριολεκτικά διψάνε για χρηματοδότηση. Στην περίπτωση που η χρηματοδότηση του CERN στερεί πόρους από αυτούς τους τομείς ΔΕΝ θα χαιρέτιζα την Ευρωπαϊκή κίνηση.
Φαντάζομαι ότι η παραπάνω αδρή σχηματοποίηση που παρέθεσα δεν απέχει πολύ από την αλήθεια. Διότι 10 δις. δολάρια δεν είναι ένα μικρό ποσό και οι πόροι της ΕΕ, απ’ την άλλη, δεν είναι αστείρευτοι. Έτσι, σ’ όλα τα χρόνια που θα διαρκέσει το πείραμα, παρ’ όλη τη φήμη και το γόητρο που θα κερδίσει η ήπειρός μας, κάποιοι ζωτικοί τομείς θα δεινοπαθήσουν. Και νομίζω ότι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που η Αμερική δεν θέλησε να δεσμεύσει τόσα πολλά χρήματα προς αυτή την κατεύθυνση.
Όλα τα προηγούμενα αποτελούν ατεκμηρίωτες σκέψεις δικές μου από μια πρώτη ανάγνωση, διότι δεν έχω γνώση του ταμείου που χρηματοδοτεί το CERN και την επικάλυψη που έχει με τα ταμεία που χρηματοδοτούν πιο άμεσους και ζωτικούς σκοπούς. Αλλά ακόμα και έτσι, αντί η ΕΕ να συςστρατεύσει τόσες χώρες στο CERN, θα μπορούσε να τις συσστρατεύσει αλλού. Και δεν νομίζω να μην υπήρχαν εναλλακτικές προτάσεις.
Όσο δεν έχω πλήρη γνώση του θέματος, το συγκεκριμένο δίλημμα θα συνεχίζει να με ταλαιπωρεί.
Είναι αλήθεια ότι όλη αυτή η περιπέτεια φαντάζει απίστευτη και μυθική. Και χαλάλι τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια που δαπανήθηκαν, τα οποία για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης αντιστοιχούν στο 5% του σημερινού ΑΕΠ της Ελλάδας. Μεγάλο στ’ αλήθεια ποσό. Και στο σημείο αυτό ακριβώς, γεννιούνται αρκετά διλήμματα για την αναγκαιότητα αυτής της επένδυσης.
Η Αμερική, η οποία σχεδίαζε να κατασκευάσει έναν αντιστοίχου μεγέθους Υπεραγώγιμο Υπερεπιταχυντή, (Superconducting Super Collider), κάπου στο Τέξας, σταμάτησε τη χρηματοδότηση του προγράμματος γύρω στο 1993, σαν ασύμφορη και μη-ρεαλιστική.
Αυτές οι δυο διαφορετικές προσεγγίσεις, της Ευρώπης απ’ τη μια, που προχώρησε, και της Αμερικής από την άλλη, που οπισθοχώρησε, δεν μπορεί παρά να μου γεννούν κάποιες σκέψεις.
Μια πρώτη προσέγγιση προσπαθεί να βγάλει κάποια συμπεράσματα σχετικά με την νοοτροπία της Ευρώπης, σε σχέση με αυτήν της άλλης μεριάς του Ατλαντικού, πράγμα άλλωστε γνωστό. Ένα πείραμα, τόσο ακριβό, που θα στόχευε στη καθαρή γνώση και μόνον δεν θα ήταν εύκολο να χωνευτεί από τους απέναντι. Η Ευρώπη, αντιθέτως, έδειξε ότι ένα κομμάτι του ουμανιστικού της παρελθόντος μπορεί να είναι ακόμα παρόν. Στην περίπτωση αυτή ΘΑ χαιρέτιζα την Ευρωπαϊκή επιμονή.
Σε μια δεύτερη προσέγγιση όμως, η Ευρώπη με την πρωτοβουλία της αυτή θα μπορούσε να φανεί αρκετά επιπόλαιη και σπάταλη, με την έννοια ότι ένα τέτοιο μεγάλο ποσό θα ήταν δυνατόν να διατεθεί στην έρευνα κάποιων από τα μεγάλα καυτά προβλήματα που ταλανίζουν τον κόσμο και τα οποία θα τα βρίσκουμε μπροστά μας ανεξάρτητα από το εάν θα βρεθεί ή όχι το σωματίδιο Higgs. Τέτοια προβλήματα είναι ο καρκίνος, το ενεργειακό, η υπερθέρμανση, η βιοτεχνολογία στην υπηρεσία θεραπείας ασθενειών και άλλα, τα οποία κυριολεκτικά διψάνε για χρηματοδότηση. Στην περίπτωση που η χρηματοδότηση του CERN στερεί πόρους από αυτούς τους τομείς ΔΕΝ θα χαιρέτιζα την Ευρωπαϊκή κίνηση.
Φαντάζομαι ότι η παραπάνω αδρή σχηματοποίηση που παρέθεσα δεν απέχει πολύ από την αλήθεια. Διότι 10 δις. δολάρια δεν είναι ένα μικρό ποσό και οι πόροι της ΕΕ, απ’ την άλλη, δεν είναι αστείρευτοι. Έτσι, σ’ όλα τα χρόνια που θα διαρκέσει το πείραμα, παρ’ όλη τη φήμη και το γόητρο που θα κερδίσει η ήπειρός μας, κάποιοι ζωτικοί τομείς θα δεινοπαθήσουν. Και νομίζω ότι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που η Αμερική δεν θέλησε να δεσμεύσει τόσα πολλά χρήματα προς αυτή την κατεύθυνση.
Όλα τα προηγούμενα αποτελούν ατεκμηρίωτες σκέψεις δικές μου από μια πρώτη ανάγνωση, διότι δεν έχω γνώση του ταμείου που χρηματοδοτεί το CERN και την επικάλυψη που έχει με τα ταμεία που χρηματοδοτούν πιο άμεσους και ζωτικούς σκοπούς. Αλλά ακόμα και έτσι, αντί η ΕΕ να συςστρατεύσει τόσες χώρες στο CERN, θα μπορούσε να τις συσστρατεύσει αλλού. Και δεν νομίζω να μην υπήρχαν εναλλακτικές προτάσεις.
Όσο δεν έχω πλήρη γνώση του θέματος, το συγκεκριμένο δίλημμα θα συνεχίζει να με ταλαιπωρεί.















