Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Η μαφία των φαρμακευτικών εταιριών



Αυτό που ο κάθε κοινός θνητός γνωρίζει για τη σχέση γιατρών και φαρμακευτικών εταιριών είναι ότι οι δεύτερες απασχολούν κάποιους ταλαίπωρους ιατρικούς επισκέπτες για να ενημερώνουν πόρτα-πόρτα τους πρώτους για τα καινούργια και τα  πλέον θαυματουργά φάρμακα, και για να τους κάνουν και κάποια δωράκια, τα οποία μπορεί να ξεκινούν από ένα κουτί σοκολατάκια, μέχρι πανάκριβες φωτογραφικές μηχανές, μέχρι ταξίδια σε συνέδρια, σε όλο και πιο εξωτικούς προορισμούς, κλπ. Ίσαμε δω. Επίσης, με τα χρόνια έχει γίνει εν γένει αποδεκτό, έως και αναγκαίο μιας και το κράτος ολοένα και αποχωρεί από έρευνα και εκπαίδευση, οι φαρμακευτικές εταιρίες να χώνονται πιο βαθιά στην ιατρική και φαρμακευτική έρευνα με δέλεαρ ένα και δυο και τρία πουγκιά γεμάτα χαρτονομίσματα. Το πόσο όμως βαθιά μπορεί να φτάνει αυτή η διείσδυση δεν γίνεται ευκόλως κατανοητό, μιας και όπως αποδεικνύεται, η φαντασία του κοινού θνητού έχει ένα κάποιο όριο στο να συλλαμβάνει το εύρος και το βάθος της διαφθοράς και της διαπλοκής.

Αν αναγνωρίζουμε ότι κάποιοι γιατροί μπορεί και να χρηματίζονται από τις φαρμακευτικές για να συνταγογραφούν συγκεκριμένα φάρμακα και να επιβραβεύονται γιαυτό με βάση συγκεκριμένες ταρίφες, δεν μπορούμε να φανταστούμε ότι το χέρι τους μπορεί και να αλλοιώνει τους ίδιους τους κανόνες και τα πρωτόκολλα της επιστημονικής έρευνας καθώς και τους διαύλους, δηλαδή τα ιατρικά επιστημονικά περιοδικά  διαμέσου των οποίων τα εξ αυτής ευρήματα διοχετεύονται στον υπόλοιπο ιατρικό κόσμο.

Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι.

Όλο και περισσότερα επιστημονικά ιατρικά περιοδικά συντηρούνται χάρις στις διαφημίσεις των φαρμακευτικών εταιριών, οι οποίες όμως συν τω χρόνω δεν αρκούνται μόνο σ' αυτές, αλλά απαιτούν και ευνοϊκά editorials για τα προϊόντα τους, που καταλήγουν να αποτελούνται από ένα μείγμα ιατρικού υλικού και εμπορικών μηνυμάτων. Επίσης, εμφανίζονται πρόθυμες ν'αγοράζουν τεράστιο αριθμό αντιτύπων, εφ' όσον τα άρθρα που δημοσιεύονται περιέχουν αποτελέσματα που τις ευνοούν. Μόνο απ' αυτό, το περιοδικό μπορεί να αντλεί ένα επιπλέον έσοδο των $100,000. Με τέτοια δέλεαρ, περιοδικά που θέλουν να παραμείνουν αδέσμευτα και αυστηρά επιστημονικά, στο τέλος αναγκάζονται είτε να κλείσουν, είτε να υποκύψουν, με το τελευταίο να είναι το συνηθέστερο. Η όλη ιστορία αποτελεί πλέον μια πολύ επικερδή επιχείρηση, με ετήσια έσοδα που φτάνουν αρκετά εκατομμύρια. 

Άπαξ και ένα ιατρικό περιοδικό δεθεί στο άρμα των εκβιασμών των φαρμακευτικών, όλα τα υπόλοιπα είναι δυνατά. Για παράδειγμα, πολλές από τις κλινικές έρευνες που χρηματοδοτούνται από τις εταιρίες με αρνητικά αποτελέσματα δεν βλέπουν ποτέ το φως της δημοσιότητας. Είτε γιατί  δεν τις δημοσιεύουν οι ίδιες οι εταιρίες, είτε διότι αρνούνται να τις δημοσιεύσουν οι εκδότες των περιοδικών που λαδώνονται από αυτές, είτε διότι οι υποτίθεται ανεξάρτητοι ειδικοί που κρίνουν αν μια έρευνα πληροί ή όχι τους όρους για να δημοσιευτεί, βρίσκονται κι αυτοί στη μισθοδοσία των εταιριών. Αλλά ακόμα και στις περιπτώσεις που οι έρευνες χρηματοδοτούνται από δημόσιους φορείς, όπως το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας των ΗΠΑ, οι κριτές βρίσκονται κι αυτοί μπλεγμένοι στα ίδια δίχτυα με τους προηγούμενους. Αντιθέτως είναι πολύ πρόθυμοι να προωθήσουν έρευνες που έχουν μόνο καλά λόγια να πούνε για τα προϊόντα αυτών που τους χρηματοδοτούν. 

Ανάλογα ερωτήματα ανακύπτουν και ως προς την αντικειμενικότητα των συμπερασμάτων των κλινικών ερευνών, όπου έχει διαπιστωθεί μεγάλη συσχέτιση ανάμεσα σ' αυτά και στο ποιος είναι ο χρηματοδότης. Χωρίς αμφιβολία, το φάρμακο της εταιρίας που χρηματοδοτεί βρίσκεται να είναι πάντα το καλύτερο. 

Τα πράγματα όμως πάνε ακόμα παραπέρα. 

Με λίγη φαντασία και δημιουργική λαθροχειρία, ένα κακό συμπέρασμα μπορεί να παρουσιαστεί σαν καλό και να πάρει το δρόμο για έγκριση, με όλες τις μελλοντικές συνέπειες για τους ασθενείς που θα το χρησιμοποιήσουν. Επίσης, μια έρευνα με ευνοϊκά συμπεράσματα για ένα δεδομένο φάρμακο μπορεί, με μικρές παραλλαγές, να δημοσιευτεί πολλές φορές σε διαφορετικά περιοδικά, επιτείνοντας έτσι την “καλοσύνη” του αποτελέσματος.

Η πιο δημιουργική όμως κίνηση των μεγάλων φαρμακευτικών εταιριών είναι να γράφουν οι ίδιες τα προς δημοσίευση άρθρα που προκύπτουν από τις έρευνες και τις κλινικές δοκιμές που χρηματοδοτούν, αντί να περιμένουν και να αγωνιούν για το τι θα γράψει ο πας εις ερευνητής, και να τρέχουν εκ των υστέρων να ανασκευάζουν. Έτσι, προσλαμβάνουν ειδικό τεχνικό προσωπικό από γραφιάδες για να συντάσσουν το επιστημονικό άρθρο σύμφωνα με τις προδιαγραφές της εταιρίας, το οποίο κατόπιν προωθούν σε φιλικά διακείμενους γιατρούς ερευνητές του κλάδου να το προσυπογράψουν φαρδιά-πλατιά με το όνομα και την υπογραφή τους, όχι φυσικά με το αζημίωτο. Κάθε άρθρο κοστίζει στην εταιρία γύρω στα $13,000 με $18,000, εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος πηγαίνει στον γραφιά, ενώ περισσεύουν και $1,000  για τον υπογράφοντα γιατρό.

Παρομοίως, μια εταιρία που σέβεται τον εαυτό της πλησιάζει διακεκριμένα ονόματα του κλάδου, τα οποία μέσα από ομιλίες σε συνέδρια, άρθρα στις εφημερίδες και σε επιστημονικά περιοδικά γίνονται οι καλύτεροι πωλητές και “γκρίζοι” διαφημιστές. Για να μην αναφερθούμε και στο δήθεν εκπαιδευτικό έργο που επιτελούν, με το να στήνουν εκπαιδευτικά σεμινάρια για φοιτητές, με δικό τους περιεχόμενο  και πρόγραμμα σπουδών, εκμαυλίζοντάς τους ήδη από νωρίς με δώρα, ταξίδια και ωραίες “εκπαιδευτικές” διακοπές. 

Έχει υπολογιστεί ότι ολόκληρη η φαρμακευτική βιομηχανία των ΗΠΑ “επενδύει” γύρω στα $18.5 δις ετησίως για να προωθεί τα προϊόντα της στους πάσης φύσεως γιατρούς, χοντρικά περί τα $30,000 για τον καθένα. Κι ύστερα απορεί κανείς γιατί τα φάρμακα είναι τόσο ακριβά, και γιατί ακριβαίνουν ακόμα πιο πολύ από χρονιά σε χρονιά.

Θα αδικούσαμε όμως, τον κλάδο, αν δεν αναφερόμασταν στις προσπάθειες που καταβάλλονται από ρυθμιστικούς φορείς, όπως οι επαγγελματικές ενώσεις, το FDA, ο αντίστοιχος ΕΟΦ και το NHI, το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας, για τον περιορισμό των φαινομένων που περιγράψαμε. Πράγματι, απαιτείται πλέον από τους ερευνητές να αναγράφουν σε κάθε δημοσίευση τις πηγές χρηματοδότησης των ερευνών τους, εφ' όσον το ποσό ξεπερνάει κάποιο όριο. Αυτό, όμως στα χαρτιά. Το ελεγκτικό σύστημα είναι κι αυτό διαβρωμένο. Δεν είναι μόνο τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα που παραβιάζουν τους κανόνες, αλλά και οι ίδιες οι ρυθμιστικές αρχές, όπως πολλές φορές έχει αποδειχτεί. 

Φαίνεται, λοιπόν, ότι από μόνη της η διαφάνεια δεν αρκεί. Όσο εύκολα την διακηρύσσεις  τόσο εύκολα την παρακάμπτεις. Ούτε και η θέσπιση ρυθμιστικών αρχών. Όσο εύκολα διαβρώνεται ο ελεγχόμενος, άλλο τόσο διαβρώνεται και ο ελεγκτής.


Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

Οι Ψυχικές Ασθένειες ως Εξαγώγιμo Προϊόν της Δύσης


Αν η ερώτηση « πόσοι άνθρωποι θα είχαν ερωτευθεί εάν δεν είχαν ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος για τον έρωτα;» έχει ένα κάποιο βαθμό αληθείας όσον αφορά τον έρωτα, η ερώτηση «πόσοι άνθρωποι θα έπασχαν από κατάθλιψη αν δεν είχαν ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος γι αυτήν;» έχει έναν ακόμη μεγαλύτερο.


Ο λόγος είναι για το πώς η ψυχιατρική, και η συνακόλουθη βιομηχανία ψυχοφαρμάκων ύψους πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων παγκοσμίως μετατρέπουν μια ψυχολογική κατάσταση λύπης ή δυσφορίας σε κατάθλιψη, σε ασθένεια δηλαδή, η οποία ως εκ τούτου οφείλει να αντιμετωπιστεί με ειδική φαρμακευτική αγωγή. Και φυσικά, η καταχώρηση ως ασθενειών πολλών άλλων διαφορετικών ψυχολογικών καταστάσεων, όπως η περίφημη διπολική διαταραχή στα παιδιά, (dipolar disorder), η κοινωνική δυσλειτουργία, η ντροπαλότητα ή οι διαφόρων ειδών φοβίες, δεν σταματάει μόνο εδώ, παρά με τα χρόνια τείνει ως πρακτική να πολλαπλασιάζεται. Και μάλιστα κάτω από συνθήκες όπου η επιστημονική και μονοσήμαντη τεκμηρίωση των νέων διαταραχών που θα διαγνωστούν σαν τέτοιες δεν είναι και η καλύτερη δυνατή.


Είναι γνωστόν ότι κάθε ψυχίατρος που σέβεται τον εαυτό του για να απονείμει ασθένειες και θεραπείες χρησιμοποιεί σαν πολύτιμο βοηθό τη Χρυσή Βίβλο των ψυχικών ασθενειών, το Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (DSM) δηλαδή, το οποία από το 1952 εκδίδει ανελλιπώς η Αμερικανική Ψυχιατρική Ένωση. Η έκδοση αυτή έχει ως τα τώρα ανανεωθεί τέσσερις φορές ενώ μέσα στο 2013 επίκειται και η πέμπτη, γεγονός το οποίο έχει ανάψει και πάλι τις συζητήσεις για το τι θεωρείται ψυχική ασθένεια, για το πώς τεκμηριώνονται οι ασθένειες, για το ποιες απ’ αυτές θα αποχωρίσουν από τη λίστα και για το ποιες νέες θα συμπεριληφθούν.


Φυσικά ο πυρετός γύρω από την τρέχουσα αναθεώρηση δεν είναι χωρίς λόγο, μιας και από το περιεχόμενο του DSM κρέμονται, πέρα από τους ασθενείς τους ίδιους, κατά κύριο λόγο οι φαρμακοβιομηχανίες, οι ασφαλιστικές εταιρίες, οι νομικοί, οι δικαστές, αυτοί που χαράσσουν τις δημόσιες πολιτικές και πολλοί άλλοι. Τεράστιος όπως καταλαβαίνετε ο τζίρος και εξ αυτού, τα συμφέροντα. Άγριο lobbying, εξαγορά των συνειδήσεων γιατρών που χρηματίζονται για να προωθούν συγκεκριμένες διαγνώσεις και φαρμακευτικές αγωγές, πλαστά αποτελέσματα και «μαγειρεμένες» κλινικές έρευνες, πρακτικές, εν τέλει, κοινές των φαρμακοβιομηχανιών, μνεία των οποίων έχει γίνει εκτενώς σε παλιότερα κείμενα.


Κοντολογίς, από το περιεχόμενο του DSM θα εξαρτηθεί το σημείο όπου θα χαραχτεί η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο κανονικό και το ανώμαλο, ανάμεσα στη εκκεντρικότητα και την ασθένεια, ανάμεσα στην έλλειψη αυτοπειθαρχίας και την αυτοκαταστροφική τάση, ανάμεσα τελικά, στην κοινωνική αποδοχή και το κοινωνικό στίγμα. Και πάνω απ’ όλα, από αυτό θα καθοριστεί και το είδος της θεραπείας που θα πρέπει να ακολουθηθεί, απόφαση όχι δίχως ρίσκα τελικά.


Όπως άφησα να εννοηθεί λιγάκι παραπάνω το ίδιο το concept της καταλογράφησης των ψυχικών ασθενειών βάσει της συμπτωματολογίας, εξ αιτίας των ασαφών διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα σε διαφορετικές περιπτώσεις και εξ αιτίας άλλων μεθοδολογικών παραγόντων, δέχεται αρκετές επικρίσεις ως προς την εγκυρότητά του. Ένα σχετικά αναλυτικό κατάλογο μπορείτε να βρείτε στη wikipedia εδώ.


Στα επόμενα όμως θ’ ασχοληθώ με έναν απ’ τους παράγοντες αυτούς, και συγκεκριμένα με το cultural bias, δηλαδή με το πώς οι διάφορες φαρμακευτικές εταιρίες επιβάλλουν τον δικό τους τρόπο αντίληψης της ψυχικής ασθένειας σε λαούς με διαφορετικό πολιτισμικό background και δικές τους αντιλήψεις περί ασθένειας, περί εαυτού και περί κόσμου. Και όπως είναι φυσικό η επιβολή ορισμένων διαγνωστικών προτύπων συνεπάγεται και την επιβολή ορισμένου τύπου φαρμακευτικής συνταγογραφίας, γεγονός που είναι και το τελικό ζητούμενο.


Για να το πούμε δηλαδή λιανά, η Αμερική πέρα από ταινίες και pop κουλτούρα, με τον τρόπο που κατηγοριοποιεί και αντιμετωπίζει, τις ψυχικές ασθένειες, εφ’ όσον επιμένει να αγνοεί τις πολιτισμικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους λαούς, ουσιαστικά δεν κάνει τίποτε διαφορετικό από το να τις «εξάγει» και αυτές. Τα κυριότερα δε εξαγώγιμα προϊόντα της κατηγορίας αυτής είναι η Κατάθλιψη και οι Μετατραυματικές Διαταραχές (Post Traumatic Stress Disorder, PTSD).


Σχετικά με την κατάθλιψη, θ’ αναφέρω ένα παράδειγμα με την εμπλοκή της Glaxo-Smith-Kline στην Ιαπωνία, η οποία αλλάζοντας, με διαφόρους αήθεις τρόπους τον τρόπο που οι γιαπωνέζοι την αντιλαμβάνονται, κατάφερε μέσα σ’ ένα σύντομο χρονικό διάστημα να τους κάνει όλους καταθλιπτικούς, με τη δυτική εκδοχή της ασθένειας, αποκομίζοντας φυσικά τεράστια κέρδη. Οι Γιαπωνέζοι ψυχίατροι όντως διαθέτουν μια κλινική διάγνωση για την κατάθλιψη, η οποία όμως δεν ταιριάζει με τη συμπτωματολογία των δυτικών καταθλιπτικών, αλλά φέρνει προς βαρύτερα περιστατικά που είναι, ας πούμε, πιο κοντά προς τη σχιζοφρένεια. Επειδή όμως δεν συναντάς σχιζοφρενείς σε κάθε γωνιά του δρόμου, η αγορά των συνήθων αντικαταθλιπτικών παραμένει περιορισμένη και η GSK δυστυχής. Αντίθετα, στη γιαπωνέζικη κουλτούρα οι περιπτώσεις μελαγχολίας, ενώ είναι κοινές, δεν βιώνονται σαν κάτι περισσότερο από μια βαθιά λύπη, την οποία μάλιστα βλέπουν και σαν μεγάλη ευκαιρία ενδυνάμωσης του γιαπωνέζικου χαρακτήρα και της γιαπωνέζικης φυλής.


Όμως οι γιαπωνέζικες αυτές ιδιαιτερότητες δεν άρεζαν καθόλου στην κυρία GSK, η οποία το ‘βαλε γινάτι αμανάτι να τις αλλάξει, επαναδιατυπώνοντας όλες τις δικές τους αφηγήσεις περί ψυχικών ασθενειών. Και φυσικά το κατάφερε. Έτσι η απλή γιαπωνέζικη μελαγχολία μετατράπηκε σε δυτικού τύπου κατάθλιψη, η οποία όμως για λόγους marketing απέκτησε γιαπωνέζικο όνομα, κάτι σαν «κρυάδες της ψυχής», ή κάτι παραπλήσιο λιγότερο ποιητικό. Τo μαγικό έπιασε και οι πωλήσεις από 100 εκατομμύρια δολάρια που ήταν, εκτινάχτηκαν πολύ σύντομα στα 350 εκατομμύρια. Θρίαμβος, λοιπόν!


Το ίδιο συνέβη και με το έτερον εξαγώγιμο δυτικό ψυχικό προϊόν, το μετατραυματικό στρες (PTSD), σε λαούς που είχαν προσφάτως βιώσει πόλεμο, σεισμούς, ή τσουνάμι. Και στην περίπτωση αυτή αγνοήθηκε παντελώς ο τρόπος που οι πληγέντες λαοί αντιλαμβάνονταν την καταστροφή, περισσότερο δηλαδή σαν αποκοπή και αποξένωση από τους παραδοσιακούς δεσμούς της φυλής τους, παρά σαν παθολογικές αντιδράσεις όπως ψυχολογικό μούδιασμα, ή όποια άλλη δυτική παπαριά.


Φυσικά τα παραδείγματα δεν σταματούν εδώ, απλά αναφέρθηκα στα πιο χαρακτηριστικά. Εν κατακλείδι, η Δύση, και όσον αφορά τις ψυχικές ασθένειες η Αμερική μέσω του DSM, μέσα από την επιβολή των δικών τους αφηγήσεων περί κατάθλιψης ή μετατραυματικού στρες ή οτιδήποτε άλλου, εισάγουν σε λαούς με διαφορετικές κουλτούρες τον δυτικό τρόπο κατανόησης του εαυτού τους και του κόσμου, πρακτική που καταλήγει στην εκ των έσω άλωση ολόκληρων πολιτισμών. Αν αυτό δεν είναι ιμπεριαλισμός, τότε τι είναι;


I NFO

DSM

Revising Book on Disorders of the Mind, The New York Times, 10 Feb 2010.

Are you Depressed or are you Sad?, The New Scientist, 16 Feb, 2010.

How the US Exports its Mental Illnesses, The New Scientist, 20 Jan, 2010

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Τρελές δουλειές με τα εμβόλια


Μπορεί να είμαστε ακόμα μέσα στο hype των εκλογών, αλλά για να μην ξεχνιόμαστε, στο background η γρίπη συνεχίζει να τρέχει με τους ρυθμούς της και, όταν τα κανάλια εξαντλήσουν κι αυτό το κεφάλαιο, άντε και το επόμενο, σχετικά με τις πρώτες κινήσεις της νέας κυβέρνησης και ο κόσμος θα έχει πια βαρεθεί, τότε δεν θα μένει παρά να ξανανοίξει το συρτάρι της γρίπης και του συνοδευτικού αυτής, εμβολίου. Και μετά, εδώ είμαστε, θ’ ανοίξει κι ο λάκκος με τα νέα διλήμματα για τη νέα ψηφοφορία που θα κληθούμε να συμμετάσχουμε: Υπέρ ή κατά του Εμβολίου;

Γι αυτό δεν έχω έτοιμη απάντηση, αλλά σήμερα έπεσε στα χέρια μου δημοσίευμα του Economist, σχετικά με τη μεγάλη κινητικότητα και το ενδιαφέρον που έδειξαν εσχάτως τα μεγαθήρια από τον κόσμο των φαρμακοβιομηχανιών προς κάποιες μικρότερες εταιρίες που εξειδικεύονται στην παραγωγή εμβολίων. Έτσι την βδομάδα που μας πέρασε έγιναν τρεις τέτοιες σημαντικές εξαγορές. Έχουμε, λοιπόν και λέμε.

Η Abbott Laboratories πλήρωσε €4.5 δισεκατομμύρια για την εξαγορά της Solvay, μιας βελγικής εταιρίας η οποία παράγει εμβόλια, η Johnson & Johnson συμφώνησε να πληρώσει €302 εκατομμύρια για το 18% των μετοχών της Crucell, μιας δανέζικης εταιρίας γνωστής για την τεχνογνωσία της στα εμβόλια επίσης και η Merck αποκάλυψε ότι είχε αγοράσει τα δικαιώματα για το εμβόλιο της γρίπης από μια αυστραλέζικη εταιρία, την CSL. Αυτά για σήμερα. Όμως, η πιο προνοητική Astra Zeneca είχε ήδη προβλέψει το ξέσπασμα της γρίπης από το 2007 και είχε προβεί στην εξαγορά της Med-Immune, παρασκευάστριας εμβολίων, αντί του ευτελούς ποσού των $15 δισεκατομμυρίων. Από κοντά και η Pfitzer η οποία με καθυστέρηση, στην αρχή της χρονιάς αυτή, εξαγόρασε την Wyeth, μανούλα στα εμβόλια, αντί του ποσού των $68 δισεκατομμυρίων. Κοινώς, οι φαρμακοβιομηχανίες ξεπαραδιάστηκαν. Μυρίστηκαν ψητό και τα έδωσαν όλα και φυσικά δεν θα τα έδιναν αν δεν ήξεραν ότι θα βρεθεί η άκρη για να τα πάρουν πίσω και μάλιστα στο πολλαπλάσιο. Παρεμπιπτόντως, εμάς αυτά τα νούμερα ουδόλως μάς τρομάζουν. Με τα ελλείμματα και τα χρέη της χώρας μας, που τα εμπεδώσαμε μέχρι κεραίας τις τελευταίες βδομάδες, δεν μάς κάνει εντύπωση πλέον τίποτε λιγότερο από 50 δις.

Το μυστικό είναι ότι μέχρι τώρα τα εμβόλια στοίχιζαν λίγο, ολίγα μόνο δολάρια το κεφάλι, (χρησιμοποιούσαν, λέει, αυγά κότας για τις κυτταρικές καλλιέργειες), ενώ τώρα με τις νέες βιοτεχνολογίες, που χρησιμοποιούν τα κατά πολύ ακριβότερα αυγά πάπιας, τα εμβόλια στοιχίζουν γύρω στα $100. Οπότε και την έπεσαν στις κυβερνήσεις να τ’ απορροφήσουν, πείθοντάς τες ότι η πρόληψη είναι φτηνότερη από τη θεραπεία. Σα δεν ντρέπονται οι νεοφιλελεύθεροι να μαγαρίζουν τ’ όνομά τους στην πιάτσα, κάνοντας τεμενάδες στο κράτος και ζητιανεύοντας!

Και μάλιστα σε τέτοια επιρρεπή στην κολακεία, κράτη. Φυσικά με τις παραγγελίες τους να ξεπερνούν κάθε φαντασία, τα κράτη δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να χρηματοδοτούν τις συντελεσθείσες εξαγορές.

Αλλά, υπάρχει και το "αλλά". Όπως δείχνουν τα τελευταία πορίσματα των επιστημόνων για τον προκείμενο εμβολιασμό, μια μόνο δόση είναι αρκετή και όχι δυο, όπως έλεγαν οι παλιότερες γραφές. Έτσι, οι φαρμακοβιομηχανίες κινδυνεύουν να βρεθούν με το μισό εμπόρευμα απούλητο και να αναγκαστούν να το πουλήσουν στις φτωχές χώρες στο όσο όσο. Ενώ, κατά πώς φαίνεται δεν το ‘χαν καν σκοπό να το κάνουν.

Πάντως έχει ενδιαφέρον για το πώς θα εξελιχθεί η υπόθεση. Όχι με τον ιό, ποιος σκοτίζετε γι αυτόν;, αλλά με το τι θα σκαρφιστούν πάλι οι εταιρίες για να ξεπουλήσουν ο εμπόρευμα.

Αυτή είναι η αλήθεια, δυστυχώς, όπως θα έλεγε και κάποιος άλλος ταλαίπωρος, του οποίου ξέχασα κιόλας τ’ όνομα.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

Το Εμβόλιμο Εμβόλιο


Σύμφωνα με επίσημες ανακοινώσεις των Υπουργείων Υγείας της Γαλλίας, Μ. Βρετανίας και Ελλάδας, οι εν λόγω χώρες έχουν ήδη αγοράσει και προμηθευτεί μεγάλες ποσότητες του υπό παρασκευή εμβολίου για την αντιμετώπιση της νέας γρίπης, ποσότητες που ανέρχονται σε αρκετά εκατομμύρια δόσεων, άρα και ευρώ.


Ο μαζικός όμως εμβολιασμός, σύμφωνα πάλι με ανακοινώσεις, δεν θα πραγματοποιηθεί παρά μονάχα μετά την ολοκλήρωση, έστω και συμπυκνωμένη χρονικά, των δοκιμών του εμβολίου σε ανθρώπους-πειραματόζωα και εφ' όσον δεν παρατηρηθούν σοβαρές παρενέργειες. Τότε μόνο αναμένεται ο αρμόδιος επίτροπος να δώσει και τυπικά το πράσινο φως.


Και πάλι ερωτώ. Υπάρχει κανείς που να πιστεύει ότι η έγκριση αυτή, ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων, δεν θα δοθεί; Και ότι παράλληλα, στην διόλου απίθανη περίπτωση που ανακύψουν κάποια δυσάρεστα αποτελέσματα, ότι δεν θα βρεθούν τρόποι δικαιολόγησης ή υποτίμησης της επικινδυνότητάς τους από "έγκυρους επιστήμονες" και ειδικούς; Ποιός τολμάει να εκθέσει σε κίνδυνο, όχι τον κόσμο, αλλά τις φαρμακευτικές εταιρίες;

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009

Η Υστερία περί του Εμβολίου


Το μυαλό μου ολοένα και γυρίζει γύρω από τη γρίπη, να, γύρω από τον βαθμό εξάπλωσής της, είτε πραγματικός είναι αυτός, είτε διογκωμένος, γύρω από τον αναμενόμενο κολοσσιαίο τζίρο των φαρμακοβιομηχανιών, γύρω από την υστερία σχετικά με το εμβόλιο. Προσπαθώντας όμως να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά προκύπτει ότι, αν ο ιός παραμείνει αυτός που είναι μέχρι τώρα, ευγενικός δηλαδή και διακριτικός, τότε τι το χρειαζόμαστε το εμβόλιο;

Αν πάλι, ό μη γέννοιτο, ο καλοσυνάτος αυτός ιός τύχει και μεταλλαχτεί κατά Αύγουστο μεριά, τότε που είναι παχιές οι μύγες και γενικώς ευνοούνται οι μεταλλάξεις, και αρχίσει κατά τον Σεπτέμβρη να μάς δείχνει το φρικαλέο, αλλά αγνώστου προς το παρόν στοιχείων, πρόσωπό του και τα αιχμηρά του δόντια, τότε τι αξία θα έχει ένα εμβόλιο που θα έχει σχεδιαστεί πάνω στο πατρόν των σημερινών του γνώριμων χαρακτηριστικών; Θα μπορέσουν οι παρασκευαστές του να κάνουν τις σωστές προβλέψεις; Κι αν ο ιός αποδειχτεί ιδιαίτερα κατεργάρης και τούς την σκάσει; Μήπως όλη αυτή η φασαρία γίνεται χωρίς λόγο;

Απλώς, αφελώς ερωτώ.

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

Οι Πονηρούτσικες Φαρμακοβιομηχανίες με τα Περιοδικά-Μαϊμού


Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε που έγραφα για την διαπλοκή των Big Pharma με τα πανεπιστήμια, 1. μέσα από τη χρηματοδότηση, τρόπος τού λέγειν κοινών ερευνητικών προγραμμάτων, 2. μέσα από την άμεση δωροδοκία καθηγητών και ερευνητών είτε άμεσα με μετοχές και μετρητά, είτε έμμεσα μέσω της πρόσληψής τους σε θέσεις συμβούλων, και 3. μέσα από το κανάλι των δημοσιεύσεων επιστημονικών υποτίθεται άρθρων, με το πανεπιστήμιο απλώς να βάζει τη τζίφρα του, και τις εταιρίες να υπαγορεύουν τα δικά τους παραποιημένα στοιχεία από κάτω.

Απ’ ότι πληροφορήθηκα εσχάτως οι μεγάλες κυρίες δεν αρκέστηκαν στις μέχρι τώρα παραδοσιακές τεχνικές απάτης και χειραγώγησης αλλά προχώρησαν ακόμα μακρύτερα, εισάγοντας στον επιστημονικό χώρο, όχι απλά παραποιημένες εργασίες, αλλά ολόκληρα μαϊμουδεμένα επιστημονικά περιοδικά. Η ενέργεια αυτή διαφέρει κατά πολύ από την συνήθη πρακτική των εταιριών να ντύνουν τα διαφημιστικά τους κείμενα ή ένθετα σε διάφορα περιοδικά με επιστημονικό μανδύα, κοπιάροντας από δω κι από κει τις φράσεις κάποιου σπουδαίου επιστήμονα, που τις πιο πολλές φορές τυχαίνει να αφορούν κάτι το εντελώς διαφορετικό, στο τέλος όμως δεν αφήνουν αμφιβολίες ότι πρόκειται για διαφήμιση και όχι για κάτι άλλο που πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά.

Συγκεκριμένα, μόλις τον προηγούμενο μήνα αποκαλύφθηκε ότι η θυγατρική εταιρία της φαρμακοβιομηχανίας Merck στην Αυστραλία είχε προχωρήσει εδώ και χρόνια στην έκδοση περιοδικού με σχήμα και δομή ενός κανονικού επιστημονικού περιοδικού με κριτές, και μάλιστα από αμιγώς επιστημονικό εκδοτικό οίκο, στο οποίο όμως περιλαμβάνονταν άρθρα μόνο διακείμενα ευμενώς προς την εταιρία και τα προϊόντα της και τα οποία δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ούτε το πιο έμπειρο μάτι.

Το εν λόγω περιοδικό με τον εντελώς βαρύγδουπο τίτλο The Australasian Journal of Bone and Joint Medicine είχε σταλεί την περίοδο 2003-2005 σε πάνω από 20,000 γιατρούς, δεν είχε καν ιστοσελίδα, και σε αντίθεση με τα κανονικά ιατρικά περιοδικά δεν δεχόταν υποβολές άρθρων. Πουθενά δε, δεν φαινόταν ότι την έκδοση χρηματοδοτούσε η ίδια η Merck. Ο εκδοτικός οίκος, (Elsevier), παραδέχτηκε κατόπιν ότι στα προηγούμενα χρόνια, ήδη από το 2000, είχε προβεί στην έκδοση άλλων πέντε τέτοιων περιοδικών-μαϊμού, κατόπιν παραγγελίας από άλλες φαρμακευτικές εταιρίες.


Η παραίνεση τού να έχουμε πάντα τα μάτια μας ανοιχτά στο τι διαβάζουμε, και στο τι αναμεταδίδουμε συνεχίζει να ισχύει.



και εδώ

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

Η "Καλοσύνη" των Big Pharma


Μετά από το πολύκροτο άρθρο μου, σχετικά με τη διαπλοκή γιατρών, πανεπιστημίων και μεγάλων φαρμακευτικών εταιριών, φαίνεται ότι μια απ’ αυτές τουλάχιστον, έδωσε βάση στα γραπτά μου, φοβήθηκε και αποφάσισε ν’ αλλάξει τακτική. Πρόκειται για τη μεγαλοκυρία GlaxoSmithKline η οποία μόλις τώρα, όπως πληροφορήθηκα, αποφάσισε να μειώσει το κόστος των φαρμάκων και να διαθέσει μέρος των πατεντών της προς όφελος των φτωχών του κόσμου τούτου, ευελπιστώντας ότι και οι υπόλοιπες αδερφές της θα ακολουθήσουν την φιλάνθρωπο τακτική της.

Συγκεκριμένα, σε μια ομιλία του στο Harvard Medical School, στις 13 Φεβρουαρίου ο πρόεδρος της εταιρίας Andrew Witty, με δάκρυα στα μάτια ανακοίνωσε ότι από δω και στο εξής, θα αναλαμβάνουν να μεριμνούν όχι μόνο για το καλό των μετόχων, αλλά και για το καλό της κοινωνίας. Τουτέστιν, προτίθενται να μειώσουν κατά 25% (75%, σύμφωνα με άλλη πηγή) τις τιμές όλων των φαρμάκων σε 50 φτωχές χώρες και ν’ απελευθερώσουν κάποιες πατέντες που σχετίζονται με παραμελημένες ασθένειες για τις οποίες δεν υπήρξε ενδιαφέρον για περαιτέρω έρευνα, λόγω μικρού αγοραστικού κοινού. Στην πραγματικότητα όμως, οι παραμελημένες αυτές ασθένειες αφορούν το 90% του πληθυσμού, ενώ οι εταιρίες διαθέτουν μόνο το 10% του προϋπολογισμού τους γι’ αυτές.

Και ενώ ήμουν έτοιμη να συγκινηθώ και να τους συνδράμω, έπεσε στα χέρια μου μεταγενέστερο άρθρο το οποίο διερεύνησε κατά τι παραπάνω τις αιτίες της ξαφνικής αυτής μεταστροφής.

Σύμφωνα με το ισχύον σύστημα πατεντών, μια εταιρία κρατάει το μονοπώλιο των φαρμάκων που παρήγαγε για 20 χρόνια, έτσι ώστε να αποσβέσει τα χρήματα που επένδυσε στην έρευνα και να της μείνει στο τέλος και κάποιο κέρδος. Το 1990 οι μεγαλοεταιρίες που ήταν αναμεμειγμένες στην παρασκευή φαρμάκων για το Aids, αποφάσισαν να τα πωλούν με μικρότερο κέρδος στην Αφρική. Η προσπάθεια αυτή δεν ευτύχησε γιατί εν τω μεταξύ η Ινδία μπορούσε να τα παράγει εκτός πατεντών με ακόμα μικρότερο κόστος και να τα διανέμει σε ακόμα μικρότερη τιμή απ’ αυτή των φαρμακοβιομηχανιών.

Ενώ το σύστημα με τις πατέντες είχε σαν αρχικό στόχο την προστασία της εταιρίας, ώστε να ξοδέψει χρόνο και χρήμα για την ανακάλυψη νέων φαρμάκων, στην πραγματικότητα, υπήρξε κατάφορη καταστρατήγησή τους, με την έννοια ότι οι εταιρίες μεταβάλλοντας κατ’ ελάχιστον μια συστατική ουσία ή το έκδοχο ενός φαρμάκου, κατάφερναν να επιμηκύνουν την προστασία που παρείχαν οι πατέντες για άλλα 20 χρόνια και πάει λέγοντας. Έτσι, αντί να επιδίδονται σε νέες έρευνες, προτιμούν να ξοδεύουν εκατομμύρια σε δίκες εναντίον αυτών που καταστρατηγούν τις πατέντες, στερώντας έτσι, από φτωχές χώρες τα φάρμακα που χρειάζονται και τα οποία αναγκάζονται να παράγουν σαν generics, δηλαδή χωρίς να πληρώνουν πνευματικά δικαιώματα.

Η Ινδία, από το 2005 και μετά αναγκάστηκε να «συμμορφωθεί», αλλά το πρόβλημα συνεχίζει να είναι το ίδιο οξύ. Έτσι, τον Μάιο ο ΠΟΥ εισηγήθηκε και ενέκρινε σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο το κόστος έρευνας/ανάπτυξης φαρμάκων θα πρέπει να διαχωριστεί από την τελική τους τιμή. Στην περίπτωση αυτή οι εταιρίες θα χρηματοδοτούνται μέσω βραβείων καινοτομίας ή με κάτι παρόμοιο από τις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις ή άλλους δωρητές. Αυτό αποτελεί το ένα σκέλος των κινήτρων.

Το άλλο σκέλος, έρχεται από το αμερικανικό Κονγκρέσσο, το οποίο τον Σεπτέμβριο του 2007 ενέκρινε νόμο με τον οποίον το FDA (αντίστοιχο του δικού μας ΕΟΦ), θα μπορεί να εκδίδει κουπόνια ταχείας έγκρισης φαρμάκων (PRV), σε εταιρίες που θα επενδύουν σε παραμελημένες και τροπικές ασθένειες. Τα κουπόνια αυτά, που θα συντομεύουν σε 6 μήνες, από 18 που είναι σήμερα, τη διαδικασία έγκρισης ενός καινούργιου φαρμάκου, θα μπορούν να μεταβιβαστούν σε άλλα προϊόντα της εταιρίας ή να πωληθούν στην ελεύθερη αγορά. Οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η αξία ενός PRV ανέρχεται στα $300 εκατομμύρια, σχεδόν καλύπτοντας το κόστος ανάπτυξης ενός νέου φαρμάκου. Ο νόμος αυτός είναι ήδη σε ισχύ.

Κάτω από το πρίσμα αυτό, η απόφαση της GlaxoSmithKline ν’ απελευθερώσει τις πατέντες, δεν είναι και πολύ γενναιόδωρη. Με το να έχει ήδη στην κατοχή της πατενταρισμένες χημικές ουσίες και διαδικασίες που θα μπορούν να οδηγήσουν άλλους ενδιαφερόμενους στην παρασκευή των εν λόγω φαρμάκων, με τον νέο νόμο, θ’ αποκτήσει και τα προσόντα να καρπωθεί το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των $300 εκατομμυρίων.

Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω, αν η νομοθεσία αυτή θα έχει, και σε ποια έκταση, επίδραση στις φτωχές χώρες, εκείνο όμως που γνωρίζω είναι ότι αν δεν έπεφτα τυχαία στο δεύτερο άρθρο που εξέθετε όλο το παρασκήνιο της απόφασης της GlaxoSmithKline, θα συνέχιζα σαν αφελής να την επαινώ και να δακρύζω για την καλοσύνη της.

Η παραίνεση να ψιλοκοσκινίζουμε αυτά που διαβάζουμε σαν έγκυρες ειδήσεις, συνεχίζει να ισχύει.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009

Διαπλοκή Γιατρών, Πανεπιστημίων και Φαρμακοβιομηχανιών


Η πρόσφατη είδηση ότι στο μεγαλύτερο νοσοκομείο της χώρας η θνησιμότητα στην εντατική είναι κατά πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με το γενικώς αποδεκτό, γεγονός που αποδίδεται στην μειωμένη ανταπόκριση του οργανισμού του ασθενούς στα αντιβιοτικά, έρχεται ακριβώς στην ώρα που η κυβέρνηση έχει, ορθώς, ξεκινήσει εκστρατεία πληροφόρησης για τους κινδύνους από την άλογη και άσκοπη χρήση τους.

Αν θελήσουμε να ρωτήσουμε, γιατί βρε παιδί μου, η χρήση των αντιβιοτικών είναι τόσο διαδεδομένη στη χώρα μας, και αν αποφασίσουμε, λόγω αλληλεγγύης, να απαλλάξουμε τις μαμάδες που πιέζουν τους γιατρούς, από την ενοχή, τότε δεν μπορεί παρά να την αναζητήσουμε στο άλλος σκέλος της υπευθυνότητας, που είναι οι γιατροί. Και εδώ, υπάρχουν σοβαρότατες υπόνοιες ότι η επιλογή μας αυτή είναι και η μόνη ορθή.

Για τη ληστεία των ταμείων και τη σύμπραξη των γιατρών με τις φαρμακοβιομηχανίες στην Ελλάδα υπάρχει στην Ελευθεροτυπία της 29/11/2008 το πρόσφατο αποκαλυπτικό άρθρο του Ι. Παπαδόπουλου, τ. αναπληρωτή καθηγητή Ιατρικής. Και μόνο από την εξωφρενική αύξηση την τελευταία οκταετία, της κατανάλωσης φαρμάκων για δερματικές παθήσεις κατά 416%, για καρδιολογικά προβλήματα κατά 236%, και για αντικαταθλιπτικά κατά 515% μπορεί κανείς να καταλάβει το μέγεθος της σύμπραξης και της διαφθοράς.

Το θέμα μου όμως δεν είναι η Ελλάδα, αλλά η Αμερική και συγκεκριμένα η εκτεταμένη review “Drug Companies and Doctors: A Story of Corruption”, της Marcia Angell, η οποία δημοσιεύτηκε στους New York Review of Books, στις 15 Ιανουαρίου 2009. Η συγγραφέας, γιατρός και η ίδια, παρουσιάζει τρία βιβλία που κυκλοφόρησαν πρόσφατα στην Αμερική και τα οποία πραγματεύονται, με πληθώρα στοιχείων από υποθέσεις που έφτασαν στη δικαιοσύνη, τους οικονομικούς δεσμούς ανάμεσα στις φαρμακοβιομηχανίες και τους γιατρούς, όχι αυτούς της γειτονιάς μας, αλλά τους ακαδημαϊκούς γιατρούς, τους καθηγητές και διευθυντές ιατρικών σχολών μεγάλων και ευυπόληπτων πανεπιστημίων, όπως Harvard, Stanford, Brown, Emory κ.α.

Σε τι συνίστανται οι δοσοληψίες;




Είναι γνωστό ότι, όπως και εδώ, τα έξοδα εκπαίδευσης και ενημέρωσης των γιατρών, μέσω κυρίως συνεδρίων, τα αναλαμβάνουν οι φαρμακοβιομηχανίες, οι οποίες όπως ορίζει ο νόμος δεν επιτρέπεται να ζητούν ανταλλάγματα από τους ευνοηθέντες για τις υπηρεσίες που τους παρασχέθηκαν. Επειδή όμως οι φαρμακοβιομηχανίες δεν είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα, ουδείς περιμένει οι νόμοι αυτοί να τηρούνται. Το πιο κοινό από τα ανταλλάγματα είναι η ευνοϊκή διάθεση που αναμένεται να δείξουν οι γιατροί κατά τη συνταγογράφηση προς τα φαρμακευτικά προϊόντα της συγκεκριμένης φιλεύσπλαχνης εταιρίας. Στην πραγματικότητα οι περισσότεροι γιατροί παίρνουν δώρα ή και χρήματα (υπάρχει συγκεκριμένος τιμοκατάλογος για τα ποσοστά που δικαιούται κάθε γιατρός ανάλογα με τον αριθμό των συνταγογραφήσεων), προσλαμβάνονται σαν σύμβουλοι, δίνουν διαλέξεις όχι με το αζημίωτο σε συνέδρια που οργανώνουν οι ίδιες οι εταιρίες, ή μπαίνουν σαν συγγραφείς σε επιστημονικά άρθρα που γράφουν οι φαρμακευτικές εταιρίες-πάτρωνες, ενώ στην πραγματικότητα η μόνη τους συμβολή είναι να παρέχουν τους ασθενείς στους οποίους και θα γίνουν οι δοκιμές των νέων φαρμάκων.

Αυτό είναι το ένα σκέλος το οποίο είναι και το αμέσως κατανοητό. Υπάρχουν όμως άλλα, πολύ σημαντικότερα διακυβεύματα και πολύ χειρότερα παρασκήνια.

Τέτοια παραδείγματα είναι:
1. οι κλινικές δοκιμές που απαιτούνται πριν ένα καινούργιο φάρμακο πάρει άδεια να κυκλοφορήσει στην αγορά,

2. η χρηματοδότηση ερευνών που σχετίζονται με συγκεκριμένα φάρμακα μιας φαρμακοβιομηχανίας σε πανεπιστημιακά τμήματα,

3. η προώθηση ενός καινούργιου φαρμάκου και το άνοιγμα «καινούργιων αγορών».

Σε όλες τις προηγούμενες λειτουργίες υπάρχει ισχυρή διαμεσολάβηση από πανεπιστήμια τα οποία εξαργυρώνουν το κύρος τους έναντι αδράς αμοιβής. Μέρος της αμοιβής αυτής αποδίδεται «νόμιμα» στο πανεπιστήμιο, το μεγαλύτερο δε κομμάτι της πηγαίνει στις τσέπες των επικεφαλής κυρίως των ερευνητικών προγραμμάτων.

Οι όποιες δωρεές ή εξυπηρετήσεις κάνουν οι φαρμακοβιομηχανίες στα πανεπιστήμια δεν γίνονται φυσικά με το αζημίωτο. Ανάμεσα στις δωρεές μπορεί να είναι ακόμα και η ίδρυση και χρηματοδότηση νέων τμημάτων σε ιατρικές σχολές. Το ύψος δε των χρηματοδοτήσεων της φαρμακοβιομηχανίας, βασικά των εννέα μεγαλυτέρων, στους γιατρούς συνολικά της Αμερικής εκτιμάται ότι ανέρχεται κατ’ έτος σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια! Με τα χρήματα αυτά, όπως είναι φυσικό, ο κλάδος έχει αποκτήσει αρκετό έλεγχο στον τρόπο που τα πανεπιστήμια και οι γιατροί χειρίζονται τα προϊόντα του.

Πριν από μερικές δεκαετίες το αλισβερίσι με τις ιατρικές σχολές ήταν αρκετά περιορισμένο. Σήμερα όμως, με την κατάρρευση κάθε ηθικής αντίστασης, εκτιμάται ότι τα 2/3 των πανεπιστημιακών ιατρών κατέχουν μετοχές σε φαρμακοβιομηχανίες για λογαριασμό των οποίων διενεργούν έρευνες σε φάρμακα, ότι τα 2/3 επίσης λαμβάνουν χρηματικές αμοιβές από το πανεπιστήμιο για έρευνές τους που αφορούν φαρμακοβιομηχανίες, ενώ ένα 3/5 λαμβάνει απευθείας προσωπική αμοιβή. Επειδή, όποιος έχει το γένι έχει και το χτένι, οι φαρμακοβιομηχανίες, σαν χρηματοδότες των ιατρικών σχολών, αποκτούν κάθε δικαίωμα να επιβάλλουν τους δικούς τους όρους στον τρόπο που διεξάγονται οι έρευνες. Με τον τρόπο αυτό μπορούν εύκολα να κατευθύνουν τα αποτελέσματα ώστε τα προϊόντα τους να φαίνονται καλύτερα και πιο ασφαλή απ’ ότι πραγματικά είναι.

Ένα φάρμακο παίρνει άδεια κυκλοφορίας εφ’ όσον περάσει τέσσερα στάδια κλινικών δοκιμών με εθελοντές ασθενείς τους οποίους παρέχουν οι εμπλεκόμενες ιατρικές σχολές, στην πραγματικότητα όμως αρκούν μόνο δύο.

Τι γίνεται όμως με τις κλινικές δοκιμές και πόσο αξιόπιστες είναι τελικά;

Ένα από τα αρνητικά της ιστορίας, είναι ότι τα αποτελέσματά τους από το υπό εξέταση φάρμακο συγκρίνονται με placebo και όχι με άλλα ομοειδή φάρμακα που ήδη κυκλοφορούν στο εμπόριο. Έτσι, ουδείς γνωρίζει αν όντως είναι καλύτερα από τα παλαιά. Μια έρευνα ανάμεσα σε αρνητικά αδημοσίευτα αποτελέσματα κλινικών δοκιμών, απέδειξε ότι τα πιο δημοφιλή αντικαταθλιπτικά της Αμερικής, Prozac, Paxil, Zoloft, Celexa, Serzone και Effexor, δεν ήταν πολύ περισσότερο αποτελεσματικά απ’ ότι ένα placebo. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, το Prozac κυκλοφορεί με άλλη ονομασία, νομίζω Ladoze.

Επίσης, στις δημοσιεύσεις που προκύπτουν από τις κλινικές δοκιμές αναγράφονται μόνο τα θετικά αποτελέσματα, ενώ αποκρύπτονται οι αποτυχίες τους, που μπορεί να είναι σοβαρότερες και περισσότερες. Από την άλλη μεριά δεν είναι ασυνήθιστο στα σχετικά άρθρα να δίνεται βάρος σε ένα δευτερεύον καλό αποτέλεσμα και να μετατίθεται το κέντρο βάρους μακριά από την πάθηση για την οποία υποτίθεται ότι το φάρμακο αυτό έχει σχεδιαστεί.

Σαν παράδειγμα αναφέρεται η ιστορία του πώς ο βρετανικός γίγαντας Glaxo Smith Kline έθαψε όλες τις έρευνες που αποδείκνυαν ότι το πολύ διαδεδομένο αντικαταθλιπτικό Paxil, ήταν αναποτελεσματικό και πιθανόν επιζήμιο σε παιδιά και εφήβους. Η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια με κύριους κατηγορούμενους ανάμεσα στους άλλους και το πανεπιστήμιο Brown, (της Ivy League παρακαλώ), του οποίου ο πρύτανης είχε λάβει το 1998 αμοιβή 500,000 δολάρια για συμβουλευτικές υπηρεσίες. Η υπόθεση διευθετήθηκε τελικά με την Glaxo Smith Kline να υποχρεωθεί να πληρώσει πρόστιμο γύρω στα 2.5 εκατομμύρια δολάρια, ποσό μηδαμινό μπροστά στα κέρδη που αποκόμισε από την πώληση του εν λόγω φαρμάκου και τα οποία ανέρχονταν σε αρκετά δισεκατομμύρια.

Είναι αρκετά συνηθισμένο τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών να «πειράζονται» με τέτοιο τρόπο, ώστε να ευνοούν το φάρμακο του χρηματοδότη. Κι αυτό γίνεται έμμεσα με διάφορους τρόπους. Φερ’ ειπείν φάρμακο που προορίζεται για παθήσεις μεγάλων ηλικιών, να δίνεται σε εθελοντές μικρότερης ηλικίας, στους οποίους αναμένεται να έχει καλύτερα αποτελέσματα και λιγότερες παρενέργειες. Ή να αλλάζει η δοσολογία σε σχέση με αυτή που τελικά θα κυκλοφορήσει.

Επίσης, εκτός από τα πανεπιστήμια ούτε και το FDA (Food and Drug Administration) ο κατ’ εξοχήν κρατικός θεσμός για την αδειοδότηση νέων φαρμάκων, κατόρθωσε να παραμείνει εκτός διαπλοκής. Έρευνα έδειξε ότι το 1/3 από μέλη ανάλογων συμβουλίων είχαν άμεση οικονομική σχέση με φαρμακοβιομηχανίες. Επίσης το 2004 συστάθηκε εθνική επιτροπή με στόχο την καταπολέμηση της υψηλής χοληστερίνης. Αποδείχθηκε ότι τα 8 στα 9 μέλη είχαν οικονομικές δοσοληψίες με τις φαρμακοβιομηχανίες που παρασκεύαζαν τα ανάλογα φάρμακα.

Επέκταση της Αγοράς ειδικά αυτής των ψυχικών παθήσεων.


Κάποτε, το 1952 το βιβλίο όπου αναγράφονταν οι ψυχικές παθήσεις, (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders) (DSM-I) είχε κάποιες λίγες σελίδες. Σήμερα, στην τελευταία του έκδοση (DSM-IV) αριθμεί 943 σελίδες, αποτέλεσμα της καταχώρησης όλο και περισσότερων κανονικών ψυχικών διαθέσεων ως διαταραχών. Και αυτό δεν είναι τόσο ανώδυνο μιας και το εν λόγω βιβλίο αποτελεί αναφορά για δικαστήρια, σχολεία, ασφαλιστικές εταιρίες, γιατρούς κ.λ.π. Η δε διόγκωσή του είναι αποτέλεσμα περίπλοκων σχέσεων μεταξύ ακαδημαϊκών και φαρμακοβιομηχανίας, οι οποίες με τον τρόπο αυτό διευρύνουν παλαιές αλλά και δημιουργούν νέες αγορές. Οι δε ακαδημαϊκοί με το κύρος που διαθέτουν μπορούν εύκολα να εφευρίσκουν και να επικυρώνουν νέες ασθένειες, δίνοντάς τους μάλιστα και βαρύγδουπα ονόματα. Και τι πιο πρόσφορο από τις ψυχικές παθήσεις, στις οποίες η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πάθηση και την κανονικότητα δεν είναι και με τόση μεγάλη σαφήνεια χαραγμένη.

Λαμβάνοντας λοιπόν, υπ’ όψιν μας αυτά που συμβαίνουν σήμερα στο χώρο της ψυχιατρικής, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι αντί να βρίσκονται φάρμακα για μια πάθηση, το πιο πιθανό είναι να εφευρίσκονται παθήσεις για φάρμακα που έχουν ήδη παρασκευαστεί.

Με όλα αυτά και με κείνα και με όσα ακόμα δεν έχουμε πει, θα θέλαμε να κλείσουμε αυτό το κείμενο, παραθέτοντας το παράπονο του Christopher Lane, εκδότη για μια εικοσαετία του ιατρικού περιοδικού The New England Journal of Medicine, ότι δυστυχώς δεν είναι πια δυνατόν να δίνουμε μεγάλη πίστη στα αποτελέσματα των κλινικών ερευνών, ούτε μπορούμε να εμπιστευόμαστε την κρίση γιατρών και δη μεγαλογιατρών, ή τις παραινέσεις ιατρικών οδηγιών.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που η κακή ή ιδιοτελής άσκηση της ιατρικής, με την εκτεταμένη συνταγογράφηση και την προώθηση νέων και πανάκριβων, αμφιβόλου όμως αποτελεσματικότητας φαρμάκων, έχει στρέψει πολύ κόσμο σε εναλλακτικές πρακτικές, όπου εκεί αντί για διαφθορά κυριαρχεί ο τσαρλατανισμός.

Αλλά για τα εναλλακτικά, σε άλλο σημείωμα.



Υ.Γ. Οι τίτλοι των τριών βιβλίων, τα οποία και έδωσαν το υλικό για τη review της Marcia Angell, δίνονται παρακάτω:

1. Side Effects: A Prosecutor, a Whistleblower, and a Bestselling Antidepressant on Trial
by Alison Bass
Algonquin Books of Chapel Hill, 260 pp., $24.95

2. Our Daily Meds: How the Pharmaceutical Companies Transformed Themselves into Slick Marketing Machines and Hooked the Nation on Prescription Drugs
by Melody Petersen
Sarah Crichton/Farrar, Straus and Giroux, 432 pp., $26.00

3. Shyness: How Normal Behavior Became a Sickness
by Christopher Lane
Yale University Press, 263 pp., $27.50; $18.00 (paper)