Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Ασθενεί ή δεν ασθενεί η Γαλλία;




Η Γαλλία σ’ όλο αυτό το διάστημα της θύελλας που σαρώνει το Νότο παρέμεινε σχεδόν αλώβητη. Μπορεί να έχασε το τριπλό αστέρι, αλλά αυτό δεν φαίνεται να ενόχλησε ιδιαίτερα τις αγορές που συνεχίζουν να τη δανείζουν με προθυμία. 

Παράλληλα, η εκλογή Ολλάντ, επίσης δεν φάνηκε να έχει καμιά σοβαρή επίπτωση στη ψυχολογία των αγορών. Και τούτο διότι πέρα από την κορώνα της επιβολής του 70% στη φορολόγηση εισοδημάτων άνω του 1 εκ., (χωρίς στην πραγματικότητα να έχει τη δυνατότητα να επιφέρει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις), δεν φάνηκε διατεθειμένος να επιβάλει κάποιο βέρο σοσιαλιστικό μέτρο που θα τάραζε το αρμονικό κλίμα ανάμεσα στους ισχυρούς της Ευρώπης. 

Αλλά η μουρμούρα, μουρμούρα. Παρά το γεγονός ότι ανήκει στα δεξιά περιθώρια της σοσιαλδημοκρατίας, εν τούτοις η λέξη αυτή ακόμα συνεχίζει να αναστατώνει. Πού ξέρεις τι μπορεί να σου βγει στο μέλλον, θα σκέφτεται η Μέρκελ και η παρέα της. Μπορεί το λανθάνον σοσιαλδημοκρατικό γονίδιο, κάποια στιγμή να αναζωογονηθεί και να σηκώσει κεφάλι. Και άντε μετά να μαζέψεις τους έξαλλους γείτονες του Νότου, που θα βρουν στο κατώφλι τους έναν ισχυρό συνήγορο.

O Economist στο τελευταίο του τεύχος, (17/11/2012,) αυτό με το εξώφυλλο μπαγκέτα-βόμβα σε περιτύλιγμα γαλλικής σημαίας, καταβάλει 14-σέλιδη προσπάθεια για να ανακατώσει τα νερά της γαλλικής οικονομίας και να διασπείρει την αμφιβολία σχετικά με την υγεία της. Δεν είναι δα και λίγο ένα τόσο μεγάλο περιοδικό, από τα θεωρούμενα σοβαρά, να κάτσει και ν’ ασχοληθεί μαζί σου σε τόση μεγάλη έκταση. Αυτό δεν είναι κουδούνισμα στ’ αυτιά των αγορών, αλλά ολόκληρη η καμπάνα της Φιλαδέλφειας. Ή η Γαλλία συντάσσεται με το δόγμα Βερολίνου, ή οι καμπάνες θα γίνουν δυο. 

Η πειθώ γεννιέται από την εγκυρότητα, και η εγκυρότητα γεννιέται από τα στοιχεία, τις καμπύλες και τα διαγράμματα. Και από τέτοια βρίσκει κανείς πολλά στο εν λόγω αφιέρωμα. Δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε το καθ’ ένα απ’ αυτά. Αρκεί να σταθούμε στο πρώτο εισαγωγικό κείμενο για ν’ αντιληφθούμε τη λαθροχειρία του εγχειρήματος.

Ο αρθρογράφος ξεκινάει απαριθμώντας αυτά τα οποία εντάσσει στα αρνητικά της οικονομίας, και τα οποία είναι: 

το ύψος των δημοσίων επενδύσεων, στο 57% ΑΕΠ, 
το μάλλον επίμονο δημοσιονομικό έλλειμμα, 
το δημόσιο χρέος της, στο 90% ΑΕΠ,
η υψηλή φορολόγηση του πλούτου, των κερδών και των μερισμάτων,
η χαμηλή αποδοχή από τον πληθυσμό του καπιταλιστικού μοντέλου,
η ρύθμιση της εργασίας και …των φαρμακείων. (δεν μπορεί, κάποιος λόγος θα υπάρχει που τα φαρμακεία έχουν μπει στο μάτι των Ευρωπαίων),
η μεγάλη συχνότητα προσφυγών στα δικαστήρια για ανεξέλεγκτες απολύσεις,
οι συχνές διαδηλώσεις του κόσμου και των συνδικάτων, και 
η απουσία, εδώ και 25 χρόνια, νέων εταιριών από τον χρηματιστηριακό δείκτη CAC-40.

Στα θετικά τώρα, ως έγκυρο περιοδικό που είναι ταμένο στην παρουσίαση της αλήθειας, όσο πικρή και να είναι αυτή, περιλαμβάνει τα εξής:

Το μέγεθος της γαλλικής οικονομίας, (5η στον κόσμο),
Το μέγεθος των εξαγωγών της (6η εξαγωγική δύναμη),
Το μέγεθος της εισροής άμεσων ξένων επενδύσεων, (4η θέση παγκοσμίως),
Την παρουσία των περισσότερων πολυεθνικών στο δείκτη Fortune-500, ξεπερνώντας ακόμα και τη Βρετανία,
Τις αξεπέραστες υποδομές της στις μεταφορές και την ενέργεια,
Τις παγκοσμίου φήμης grandes ecoles,
Το θαυμαστό της σύστημα υγείας, και 
Το καλύτερο δημογραφικό αποτέλεσμα στην Ευρώπη, με το ποσοστό γεννήσεων να ξεπερνά αυτό των θανάτων.


Τι παρατηρεί κανείς από την προηγούμενη σύγκριση; Ποια είναι η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στα αρνητικά και θετικά στοιχεία; Πολύ απλά, τα αρνητικά εντάσσονται στην Ιδεολογία, ενώ τα θετικά, σε απτά Επιτεύγματα. Τα αρνητικά, εκλαμβάνονται ως de facto αρνητικά, για το λόγο ότι δεν εκπληρώνουν κάποια προαπαιτούμενα, τα οποία θέτει αυθαίρετα ο αρθρογράφος, ενώ τα θετικά διαμορφώνουν μια πραγματικότητα για την οποία υπάρχει καθολική συναίνεση ότι είναι σπουδαία.  


Εξετάζοντάς ένα προς ένα τα στοιχεία στα οποία η Γαλλία έχει "φτωχές" επιδόσεις παρατηρούμε ότι  όλα αυτά, στο σύνολό τους συνθέτουν τον κορμό του νεοφιλελεύθερου οικονομικού υποδείγματος: μεγάλο, πάνω του 60% χρέος, ρυθμισμένη εργασία, υψηλή φορολογία του πλούτου, κλπ. Άλλωστε, ο αρθρογράφος, καθόλου δεν το κρύβει, όταν αποδίδει τις κακές πλευρές της γαλλικής οικονομίας, ανάμεσα στα άλλα και στη μικρή αποδοχή που έχει από τους Γάλλους το καπιταλιστικό μοντέλο.



Χωρίς πιθανόν να το αντιλαμβάνεται, ο Economist μέσα από αυτή την αντιπαράθεση, φτάνει να  ακυρώνει εκ του αποτελέσματος τις προϋποθέσεις που θέτει για μια καλή οικονομία, καθ’ ότι, παρόλο που οι προϋποθέσεις, όπως διαπιστώνει, δεν εκπληρώνονται η οικονομία κάνει όντως θαύματα. Αν ήταν συνεπής με την ιδεολογία του, δεν θα έπρεπε να βρει τίποτε το θετικό. 

  
Το προηγούμενο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο μακριά από την πραγματικότητα μπορεί να κινηθεί ο νεοφιλελεύθερος νους.   



Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Η αποδόμηση του γερμανικού μοντέλου



Είναι πολύ διασκεδαστικό το γεγονός τώρα, που η Μέρκελ, επιδιώκοντας πλέον ανοιχτά και με περίσσεια ηγεμονικών προθέσεων να επιβάλει το γερμανικό μοντέλο διάρθρωσης της οικονομίας και στην υπόλοιπη ευρωζώνη προτού υποσχεθεί ο,τιδήποτε, να βλέπεις να ξεπετάγονται από παντού άρθρα και αρθράκια που να θέτουν κάτω από το μικροσκόπιο και εν αμφιβόλω, τα καλώς ή κακώς κείμενα της γερμανικής οικονομίας και να τήν ξεψειρίζουν όσο ποτέ άλλοτε, προσπαθώντας να βγάλουν στη φόρα όλα όσα με επιμέλεια είχαν κρυφτεί κάτω απ’ το γερμανικό χαλί. Όχι φυσικά από τους Γερμανούς, (τα στοιχεία ήταν ανέκαθεν ανοιχτά και σε όλους προσβάσιμα), αλλά από αυτούς τους ίδιους, οι οποίοι όσο καιρό η Γερμανία δεν έκανε challenge τις ηγεμονικές βλέψεις άλλων χωρών, δεν έμπαιναν καν στο κόπο να τα ψάξουν και να τα καταστήσουν ευρέως γνωστά.

Η Γερμανία πέρασε πολύ καιρό υφαίνοντας και πουλώντας το παραμύθι περί των αιτίων του γερμανικού θαύματος μετά το οικονομικό downturn της ενοποίησης με την πρώην Ανατολική Γερμανία. Τα βασικά συστατικά στοιχεία αυτής της αφήγησης συμπυκνώθηκαν στη μαγική φρασούλα «structural reforms», οι οποίες και απετέλεσαν το πλέον προωθούμενο εξαγωγικό της προιόν.  Φυσικά, οι αγοραστές ήταν πολλοί και πρόθυμοι, καθ’ ότι το παραμύθι αυτό βασιζόταν σε ένα άκρως επιθυμητό ιδεολογικό υπόστρωμα. Ενώ ως structural reforms θα μπορούσε κανείς να εννοήσει υψηλότερη φορολογία στα μεγαλύτερα εισοδήματα, ή φορολογία επί συγκεκριμένων χρηματιστηριακών συναλλαγών, των υψηλής συχνότητας για παράδειγμα, οι οποίες είναι άκρως κερδοσκοπικές και επιβλαβείς, εν τοίτοις structural reforms έμεινε να εννοείται μείωση των κατώτατων μισθών, πετσόκομμα των κοινωικών παροχών και εκμηδένιση της διαπραγματευτικής δυνατότητας των εργαζομένων. Πολύ ωραία και βολικά αυτά τα τελευταία.

Πόση αλήθεια όμως εμπεριέχεται στην απόδοση της καλύτερης οικονομικής κατάστασης της Γερμανίας κατά τη διάρκεια της κρίσης, στις συγκεκριμένες δομικές μεταρρυθμίσεις; Υπάρχει τεκμηριωμένη εμπειρική απόδειξη γιαυτό και σε ποια κιτάπια βρίσκεται καταχωρημένη;

Δυστυχώς τα γεγονότα μαρτυρούν μόνο περί του αντιθέτου.

Το ΔΝΤ σε εσωτερική του έκθεση (από εδώ) γράφει ότι:

«Ο ρόλος των δομικών μεταρρυθμίσεων στις ανισορροπίες της ΕΖ παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα. Η συνολική επίδραση του ευρέως συνιστώμενου πακέτου πολιτικών, όπως απελευθέρωση προιόντων, υπηρεσιών και χρηματαγορών, ελάττωση της εργασιακής προστασίας και κατάργηση της ακαμψίας στην αγορά εργασίας, καθώς επίσης και ελάττωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, παραμένει αδιευκρίνιστη και ατεκμηρίωτη».

Στην πραγματικότητα όπως αναλύεται στην επισυναπτόμενη έκθεση «The changing German labour market», η διάσωση των θέσεων εργασίας στη Γερμανία δεν οφειλόταν στην ευκολία με την οποία οι γερμανοί επιχειρηματίες μπορούσαν να απολύουν και να προσλαμβάνουν, αλλά στην ευκαμψία στο εσωτερικό των επιχειρήσεων, σχετικά με μεταβλητά ωράρια εργασίας, κλπ.

Όσο ξεσκαλίζει κανείς, είναι πέρα από βέβαιο, ότι θα βρεθούν πολλά στοιχεία που ν’ αποδομούν την κυρίαρχη αφήγηση.

Εκεί όμως που θέλω, για ακόμα μια φορά να καταλήξω, είναι ότι δεν υπάρχει ούτε μια οικονομική πολιτική που να στέκεται ξεκρέμαστη και πέρα από πολιτικές σκοπιμότητες, οι οποίες με τη σειρά τους να μην υπαγορεύονται από συγκεκριμένες ιδεολογικές προτιμήσεις.

Πάντα θα υπάρχουν καλοθελητές, υποτίθεται καλοπροαίρετοι και αντικειμενικοί τεχνοκράτες, οι οποίοι θα αραδιάζουν πίνακες επί πινάκων με στοιχεία, στην πραγματικότητα κομίζοντας μισές αλήθειες,  για να πουλήσουν σε επιστημονικό περιτύλιγμα τις ιδεολογικές τους εμμονές. Καθώς επίσης και ξεπουλημένα ΜΜΕ για να τις προωθήσουν.

Κι εμείς ως ακροατήριο αυτής της μασημένης και δηλητηριώδους τροφής θα πρέπει επιτέλους να γίνουμε πιο υποψιασμένοι και να αντιπαραθέτουμε σε κάθε ρήση υποτίθεται τεχνοκρατική το εξής ερώτημα:

«Τι αποδείξεις υπάρχουν γιαυτό που λες; Υπάρχουν αντίθετες γνώμες και ποιες είναι οι αποδείξεις που αυτές κομίζουν;»

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Το Ιδεολόγημα της Αξιοκρατίας


Μια από τις λέξεις που υπερίπταται εσχάτως πάνω από τις κεφαλές μας, ευγενής και αυτή ως προς την καταγωγή, και υπεράνω υποψίας ως προς τις προθέσεις της, μια λέξη φετίχ και μαγική, που σε αντικατάσταση άλλων που έχουν πια χρεοκοπήσει, εισβάλλει αμόλυντη κι αγνή για να γεννήσει προσδοκίες και ν’ αναπτερώσει τις ελπίδες των απανταχού απελπισμένων είναι και η λέξη Αξιοκρατία.

Μια λέξη δηλαδή που ευαγγελίζεται την αντικατάσταση των Αχρήστων εις την κεφαλήν της χώρας, υπό των Αρίστων.

Με σκοπό να διερευνήσουμε το περιεχόμενο της λέξης «άξιος» ας θέσουμε μερικά αυτονόητα ερωτήματα:

1. Στην υποθετική περίπτωση που μια πολιτεία θα διοικείται από τους αρίστους, με ποιο τρόπο θα αποφευχθεί ο κίνδυνος να καταλήξει η εξουσία αλαζονική και ολοκληρωτική και να οδηγηθεί η κοινωνία στη λατρεία των ικανών και στην περιφρόνηση των φτωχών σαν ανίκανων;

2. Πόσο είναι δυνατό η διακυβέρνηση μιας χώρας να στηρίζεται σε ηθικές και όχι σε πολιτικές προτάσεις, Αν και η έκκληση στην αξιοκρατία είναι ελκυστική και επιθυμητή προοπτική, (κανείς δεν αντιλέγει σε αυτό), εν τούτοις μπορεί να γίνει καταστροφική αν καταστεί κεντρική πολιτική πρόταση.

3. Πώς διασφαλίζεται ότι αυτοί που θα επιλεγούν σαν άριστοι λόγω ικανοτήτων, δεν θα συλλέγονται από τα ήδη προνομιούχα και εξουσιαστικά στρώματα;

4. Πώς μπορεί να οριστεί με αξιοπιστία η «αξιοσύνη», εν μέσω μάλιστα ιδιαιτέρως στρεβλών καιρών, όταν το «άξιο» ταυτίζεται μονοσήμαντο με το «εμπορικά άξιο», αυτό δηλαδή που καταφέρνει να μεγιστοποιεί το κέρδος και να μειώνει τις απώλειες, χρημάτων βεβαίως και όχι ανθρώπων;

Όπως θα δούμε, οι «άριστοι», με την έννοια των κατόχων υψηλότερου εκπαιδευτικού κεφαλαίου, δεν προέρχονται από τον τυχαίο πληθυσμό, αλλά από τα προνομιούχα κατά κύριο λόγο στρώματα.

Η αντικατάσταση της κληρονομικής αριστοκρατίας από μια φυσική αριστοκρατία που δεν θα βασιζόταν στην καταγωγή αλλά στο ταλέντο, ήταν ένα από τα οράματα του Τζέφερσον. Θεωρούσε ότι μέσω της εκπαίδευσης, με την παροχή δηλαδή ίσων εκπαιδευτικών ευκαιριών θα επιτυγχανόταν η κοινωνική κινητικότητα, από τα βασικά χαρακτηριστικά της δημοκρατίας και ότι θα δινόταν η ευκαιρία σε παιδιά από μη προνομιούχα στρώματα να φτάσουν σε υψηλά αξιώματα. Αυτό όμως από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό αλλά θα έπρεπε να συνεπικουρείται από σκληρή εργασία και ηθική συμπεριφορά. Όλα αυτά τα στοιχεία δηλαδή, που συγκροτούσαν το αμερικανικό όνειρο.

Η πραγματικότητα όμως ακόμα και στον πλέον αδαή, παρουσιάζεται εντελώς διαφορετική, μιας και οι κοινωνικές και οικονομικές αφετηρίες παραμένοντας άνισες, προδικάζουν δυστυχώς και ένα άνισο αποτέλεσμα. Αυτή τη φορά δεν θα παραθέσω πίνακες με το ποσοστό των παιδιών των χαμηλών στρωμάτων που εισάγονται σε σχολές υψηλής ζήτησης, σε σχέση με τα παιδιά των υψηλότερων στρωμάτων, γιατί νομίζω ότι αποτελεί κοινή κατακτημένη γνώση. Ούτε ότι οι απόφοιτοι των ακριβών ιδιωτικών σχολείων καταλαμβάνουν και τις περισσότερες θέσεις των ελίτ πανεπιστημίων, αυτό το τελευταίο από έρευνα στην Αγγλία, οι οποίοι με τη σειρά τους καταλαμβάνουν και τις περισσότερες διευθυντικές θέσεις.

Αν η αξιοσύνη ταυτίζεται με την καλή εκπαίδευση και την αποτελεσματικότητα στη διοίκηση, τότε πού θα κατατάσσαμε τα golden boys; (προτού φυσικά εμφανιστεί η κρίση). Οι διοικητές που εξασφάλιζαν απρόσκοπτη κερδοφορία και ανάπτυξη για τις επιχειρήσεις τους, με παράλληλες αήθεις για μας τους κοινούς θνητούς πρακτικές, όπως εκμετάλλευση παιδιών, απολύσεις, κ.λ.π., δεν θα κατατάσσονταν κι αυτοί στους αρίστους;

Το ιδεολόγημα της αξιοκρατίας, διότι περί αυτού πρόκειται, δρα έτσι ώστε να δικαιολογεί την ανισότητα. Σε μια κοινωνία ανισοτήτων για να υπάρξει σταθερότητα, αυτοί που κατέχουν θα πρέπει να πείσουν αυτούς που δεν κατέχουν ότι καλώς δεν κατέχουν, διότι αυτό είναι το δίκαιο, και ότι αυτό υπαγορεύει η φυσική τάξη των πραγμάτων, σύμφωνα με την οποία οι πλέον προικισμένοι (ταλαντούχοι), οι πλέον μορφωμένοι, οι πλέον σκληρά εργαζόμενοι και οι πλέον ηθικοί είναι αυτοί που θα πάνε μπροστά. Μπορεί να μην ξεκινάνε όλη από την ίδια αφετηρία αλλά είναι στο χέρι τους να πετύχουν. Οι ιδεολογίες της ανισότητας πείθουν χωρίς να είναι κατ’ ανάγκην αληθινές, όπως π.χ. ήταν παλιότερα οι ιδεολογίες για την κατωτερότητα των μαύρων και των γυναικών.

Το ιδεολόγημα της αξιοκρατίας στηρίζεται στη φυσική ανισότητα των ανθρώπων για να δικαιολογήσει το αποτέλεσμα της παρατηρούμενης ανισότητας που φυσικά είναι πολλαπλάσιο και δεν προκύπτει από την ατομική ανωτερότητα.

Το πρόβλημα με την απλή αναφορά στην αξιοκρατία είναι ότι αποσιωπούνται όλοι οι άλλοι λόγοι για τους οποίους κάποιος καταλήγει στα ανώτερα στρώματα και οι οποίοι μπορεί να είναι η κληρονομιά της τάξης ή του κατάλληλου περιβάλλοντος γνωριμιών, η τύχη ή άλλες παράμετροι πέρα από κάθε ατομικό έλεγχο.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008

Φύση και Λειτουργία της Ιδεολογίας: Από τον Marx στον Althusser



1. ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Δεν είναι δυνατόν να ασχοληθεί κάποιος με την φύση και λειτουργία της Ιδεολογίας, χωρίς να αναφερθεί στη μαρξιστική παράδοση, στην οποία και κατέχει κεντρική θέση. Σύμφωνα λοιπόν με το κλασσικό μαρξιστικό σχήμα, Βάση/Εποικοδόμημα, η Ιδεολογία αποτελεί άμεση αντανάκλαση της Βάσης, δηλαδή του οικονομικού τρόπου παραγωγής. Έτσι, διαφορετικά παραγωγικά συστήματα θα παράγουν και διαφορετικές ταυτότητες, λογοτεχνίες, θρησκείες κ.λ.π, σαν συστήματα-φορείς ιδεολογίας.

Η διατήρηση και αναπαραγωγή των παραγωγικών σχέσεων βασίζεται στην ύπαρξη της ιδεολογίας, η οποία αποτελεί και την ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης, αυτής δηλαδή που κατέχει τα μέσα παραγωγής. Η ψευδής συνείδηση δημιουργείται από την εσωτερίκευση της κυρίαρχης ιδεολογίας από εκείνους των οποίων τα πραγματικά οικονομικά συμφέροντα δεν αντανακλώνται σ’αυτή και οι οποίοι την εκλαμβάνουν σαν τη μόνη και αυτονόητη αλήθεια, (όπως η δημιουργία της κοινής γνώμης, για παράδειγμα). Όλες οι άλλες αντιλήψεις οι οποίες διαφέρουν από τη νόρμα, εκλαμβάνονται σαν αιρετικές και οι φορείς τους περιθωριοποιούνται κοινωνικά.

Σύμφωνα με τον Marx, η Ιδεολογία είναι μια ψευδής αναπαράσταση του πραγματικού κόσμου, δηλαδή εξυπηρετεί στη παραμόρφωση των πραγματικών παραγωγικών σχέσεων και αντιθέσεων στη κοινωνία. Η Ιδεολογία έρχεται, για παράδειγμα να συσκοτίσει την πραγματική (χαμηλών απολαβών) οικονομική θέση που έχει κάποιος μέσα στο παραγωγικό σύστημα, με το να την αντισταθμίζει με ιδέες περί κοινωνικού status, κοινωνικής χρησιμότητας, σπουδαιότητας, περί ηθικών ανταμοιβών, κ.λ.π. τη στιγμή που οι οικονομικές συνθήκες ύπαρξής του ατόμου αυτού παραπέμπουν στο πόσο ασήμαντο και άχρηστο στην πραγματικότητα είναι.

Στο ερώτημα γιατί οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται τον πραγματικό κόσμο, ο Marx αντιπαραθέτει την έννοια της αλλοτρίωσης, σύμφωνα με την οποία οι υλικές συνθήκες παραγωγής στον καπιταλισμό είναι τόσο κακές, που οι άνθρωποι στην αδυναμία τους να τις αντιμετωπίσουν κατασκευάζουν ή είναι πρόθυμοι να δεχτούν έτοιμες ωραιοποιημένες αναπαραστάσεις για τον κόσμο, οι οποίες στη συνέχεια τούς αποξενώνουν ακόμα περισσότερο από την πραγματικότητα και τους καθιστούν αδύναμους να επαναστατήσουν.

Η Ιδεολογία αποτελεί συνεπώς το δρόμο μέσα από τον οποίο ματαιώνονται οι ταξικοί αγώνες, διότι αποκρύπτεται η οικονομική βάση των κοινωνικών διαφορών και συγκρούσεων.


2. Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ του Louis ALTHUSSER

Αντίθετα με τον Marx, o Althusser δεν θεωρεί ότι υπάρχει πραγματικός κόσμος τον οποίο μπορούμε να γνωρίσουμε, και τούτο λόγω του διαμεσολαβητικού ρόλου της γλώσσας. (Έτσι ξεκίνησαν όλα από τον Lacan!)

Η Ιδεολογία είναι κάτι το ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ, από την οποία δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Όταν μια ιδεολογία πεθάνει, αυτόματα αντικαθίσταται από μια άλλη! Διαφορετικές Ιδεολογίες δεν είναι παρά διαφορετικές προσπάθειες σύλληψης της κοινωνικής ‘πραγματικότητας’. ΔΕΝ είναι δυνατόν να υπάρχουν πραγματικές αναπαραστάσεις του πραγματικού κόσμου.

Οι επί μέρους ιδεολογίες, είτε πρόκειται για πολιτικές, για κοινωνικές, για θρησκευτικές, ηθικές, αισθητικές, κ.λ.π., όλες έχουν ενιαία δομή και φύση. Ο Althusser είναι μεν μαρξιστής, αλλά δομικός, (όσο και αν φαίνεται το όλο σχήμα οξύμωρο, καθότι το δομικό συνεπάγεται ανιστορισμό και αντιανθρωπισμό)˙ δεν ενστερνίζεται τον οικονομικό ντετερμινισμό του μαρξισμού, δεν πιστεύει ότι το εποικοδόμημα καθορίζεται αποκλειστικά από την οικονομική βάση, αλλά αντίθετα ότι μπορεί να λειτουργεί αυτόνομα και να επιδρά το ίδιο πίσω στη βάση. Επί πλέον δεν θεωρεί ότι ο άνθρωπος είναι αυτόνομος και αυτόβουλος (αντι-ανθρωπισμός).

Δεν υιοθετεί την κλασσική οικονομική ανάλυση του Marx για την Ιδεολογία, σαν ψευδή δηλαδή αναπαράσταση του πραγματικού κόσμου, αλλά θεωρεί ότι οι ιδεολογίες ‘αναπαριστούν τη φανταστική σχέση του ατόμου με τις πραγματικές συνθήκες ύπαρξής του’, τις επινοημένες σχέσεις του με τις σχέσεις παραγωγής.

Δηλαδή, η Ιδεολογία αναπαριστά όχι τον κόσμο per se, αλλά τη σχέση μας μ’ αυτόν˙ το πώς τον βιώνουμε και τον αισθανόμαστε. Ο κόσμος είναι το προϊόν των σχέσεών μας μ’ αυτόν. Η ύπαρξη ψευδούς συνείδησης κατά τον Marx, αυτόματα εξυποννοεί την δυνατότητα ύπαρξης ‘αληθούς΄ συνείδησης, κάτι με το οποίο δεν συμφωνεί όπως είδαμε, ο Althusser.

Η σημαντική, όμως συμβολή του στην ανάλυση του ιδεολογικού φαινομένου, είναι η θέση ότι η Ιδεολογία υποστασιοποιεί τα υποκείμενα, ότι δηλαδή μετασχηματίζει τα άτομα σε κοινωνικά υποκείμενα, οδηγώντας τα να συλλάβουν, (ή πιο σωστά να ‘φανταστούν’), τους εαυτούς τους σαν ‘αυτόνομους’ παράγοντες, οι οποίοι όμως βρίσκονται κάτω από την επήρεια της Ιδεολογίας. Η λέξη υποκείμενο στον Althusser έχει διττή σημασία. Αφ΄ ενός σημαίνει διακριτά και συγκεκριμένα άτομα, αφ’ ετέρου δηλώνει άτομα υποκείμενα, υποδουλωμένα στην Ιδεολογία.

Δηλαδή η υποκειμενοποίηση, η απόκτηση ταυτότητας μέσω της ιδεολογίας περνάει αναγκαστικά μέσα από ιδεολογικά συστήματα και από την ακούσια υποδούλωση του ατόμου σ’ αυτά.

Πώς όμως γινόμαστε υποκείμενα μέσω ιδεολογίας και πώς δεν το αναγνωρίζουμε; Πώς γίνεται να πιστεύουμε ότι οι δικές μας πεποιθήσεις είναι οι μόνες πραγματικές και όλων των άλλων πλάνες; Ο Althusser απαντάει με την εισαγωγή της έννοιας της ‘Προσωπικής Έγκλησης’. Όλες οι απειράριθμες κατηγορίες υποκειμένων, όπως ξανθός, έξυπνος, εργατικός, όμορφος, φτωχός κ.λ.π. υπάρχουν γενικώς και περιμένουν καθέναν από μας να τις ‘γεμίσουμε’, δηλαδή να ταυτιστούμε με κάποια απ’ αυτές μέσω συγκεκριμένων ατομικών πρακτικών (εξ ου και η υλική υπόσταση της Ιδεολογίας).

Η δημιουργία υποκειμένων (καταναλωτών) μέσα από την Ιδεολογία της κατανάλωσης συμβαίνει καθημερινά με τις διαφημίσεις οι οποίες είναι σχεδιασμένες στο να απευθύνονται στον καθέναν από μας προσωπικά. Αν υπάρξει ανταπόκριση, δηλαδή αν αγοραστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση το προϊόν, τότε ο αγοραστής γίνεται μέρος, (υποκείμενο) του αντίστοιχου ιδεολογικού συστήματος που πρεσβεύει η διαφήμιση αυτή. Αν η διαφήμιση π.χ. αφορά κάποιο αυτοκίνητο που απευθύνεται σε εύπορα και δυναμικά άτομα, τότε με την απόκτησή του αποκτώ και την συμπεριφορά εύπορου και δυναμικού ατόμου και δρω αναλόγως.

Άλλο παράδειγμα˙ η ιδεολογία της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού συστήματος λέει ότι τα άτομα με τη δική τους ‘βούληση’, υπόκεινται στη διαδικασία της βαθμολόγησης. Αν πάρουν καλούς βαθμούς, τότε έχουν το δικαίωμα να ονομάσουν τους εαυτούς τους έξυπνους, επιμελείς, επιτυχημένους κ.λ.π. Για να μπορέσουν όμως να πάρουν αυτό το status πρέπει να υποταχθούν στο απρόσωπο σύστημα βαθμολόγησης. Οι συγκεκριμένοι μαθητές τότε ‘εγκαλούνται’. Τους δίνεται η δυνατότητα να υποστασιοποιήσουν τις κατηγορίες ‘έξυπνος’, ‘επιμελής’, ‘επιτυχημένος’ μόνο αν ΄αναγνωρίσουν’ το εξεταστικό σύστημα. Το όλο σύστημα ενώ φαίνεται φυσιολογικό και αυτονόητο στηρίζεται σ’ ένα μύθο. Η πραγματικότητα είναι ότι έτσι εξασφαλίζεται και αναπαράγεται ο καταμερισμός εργασίας, που είναι από τα βασικά συστατικά της καπιταλιστικής λειτουργίας.

O Alhtusser με τις θέσεις του αυτές δεν αφήνει χώρο γιά αντίσταση, μιας και θεωρεί ότι το διακύβευμα δεν είναι ανάμεσα στο πραγματικό (το οποίο θα μπορούσε κατά συνέπεια να διεκδικηθεί) ή στο ιδεολογικό, αλλά ανάμεσα σε ανταγωνιστικές ιδεολογίες.


3. ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Η συμβολή του Althusser στην μαρξιστική θεωρία του κράτους περί εξουσιαστικών καταπιεστικών μηχανισμών φυσικής βίας είναι η επισήμανση των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους (ΙΜΚ), οι οποίοι εξασκούν βία (συμβολική) με κυρίαρχο στοιχείο την Ιδεολογία.

Οι ΙΜΚ εμφανίζονται με τη μορφή διακριτών και ειδικευμένων θεσμών, όπως
Οι θρησκευτικοί,
Οι σχολικοί,
Οι οικογενειακοί,
Οι πολιτιστικοί,
Το νομικό σύστημα,
Το πολιτικό,
Το συνδικαλιστικό,
Τα Μ.Μ.Ε.

Και ότι η κυρίαρχη τάξη δεν μπορεί να συνεχίσει να κατέχει την εξουσία αν συγχρόνως δεν κατέχει ηγεμονική θέση μέσα στους ΙΜΚ.


ΥΓ. Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε πριν από χρόνια, όταν ήμουν μικρή και άπειρη, και θα μου συγχωρήσετε το γεγονός ότι δεν θυμάμαι από ποια άρθρα τα ξεσήκωσα αυτά που έγραψα, πέρα βέβαια από το κλασσικό βιβλίο του Αλτουσέρ: ΘΕΣΕΙΣ.

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

Ας μιλήσουμε για "Ιδεολογία"



ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ; (Μερικοί γενικοί και εύκολοι ορισμοί)

Είναι μία κοσμοαντίληψη, ένα συστηματοποιημένο σύνολο ιδεών, κρίσεων και επιχειρημάτων, μύθων, συμβόλων, δογμάτων και αναπαραστάσεων που παρέχει ολιστικές ερμηνείες για την κατανόηση και προσδιορισμό των πολιτικών, κοινωνικών ή πολιτιστικών τεκταινομένων, καθώς επίσης και αρχές και κατευθύνσεις συμπεριφοράς, έτσι ώστε η Ιδεολογία να καθίσταται η συνεκτική ύλη μίας ομάδας ατόμων, ή μιας κοινωνίας. Π.χ. τόσο η θρησκεία, όσο και η πολιτική σαν επί μέρους ιδεολογίες αποτελούν μεν πλάνη, παρέχουν δε σε μεγάλα σύνολα ανθρώπων θετικά κίνητρα δράσης, κανονιστικά πλαίσια συμπεριφοράς και συμβάλλουν στην ενίσχυση του κοινωνικού ιστού.


Επίσης η Ιδεολογία μπορεί να ειδωθεί σαν ένα σύστημα επιβολής κυριαρχίας για να υπερασπίσει τα συμφέροντα μιας ομάδας, να υποστηρίξει τα μέλη της και να διασφαλίσει την περαιτέρω ανάπτυξή τους.


Η Ιδεολογική ερμηνεία του κόσμου προέρχεται κατ’αρχήν από το γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν να οριστεί μια ερμηνεία καθολικά αποδεκτή λόγω της μεγάλης πολυπλοκότητας των φυσικών και κοινωνικών συστημάτων. Αυτό έχει σαν συνέπεια να διατυπώνονται διάφορες θεωρίες προς την κατεύθυνση αναζήτησης της αλήθειας, σύμφωνα πάντα με συγκεκριμένους κανόνες ώστε να θεωρηθεί μια θεωρία δομικά έγκυρη. Όταν όμως οι θεωρίες αρχίζουν να διεκδικούν αξιωματικά τα πρωτεία και το αλάθητο, να φετιχοποιούνται, και να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής τους επί παντός επιστητού, τότε υποβιβάζονται σε Ιδεολογίες.

ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ: Η Ιδεολογία στο Στόχαστρο

Η Ιδεολογία αποτελεί το αντίθετο της Αλήθειας και το αντίθετο της Επιστήμης.

Είναι η μετατροπή μιας Θεωρίας σε –ισμό.

Η Ιδεολογία οδηγεί στην πράξη, σε αντίθεση με τη Θεωρία.

Είναι προϊόν κατανάλωσης για τις μεγάλες μάζες.

Οι ιδέες που εμπεριέχει λειτουργούν γενικευτικά και κατηχητικά. Οι Ιδεολογίες είναι πάντα εύκολες, απλές και διαφημιστικές.

Αποκτούν τον χαρακτήρα Πίστης. Δεν είναι διαλογισμός, παρά μια ψευδαίσθηση.

Σε αντίθεση με την Επιστήμη, η οποία βρίσκεται σ’ενα διαρκές γίγνεσθαι προς αντικειμενικά όρια, οι Ιδεολογίες τείνουν να αποκρυσταλλωθούν, και σε μερικές περιπτώσεις να συνυφασθούν με τις υπάρχουσες πολιτιστικές και εθνικές παραδόσεις, ο διαχωρισμός από τις οποίες καθίσταται εξαιρετικά δύσκολος, μιας και η απάρνηση μιας ιδεολογίας θα συνεπαγόταν αυτόματα και την απάρνηση, ας πούμε μιας ταυτότητας.

Οι Ιδεολογίες στο αποκορύφωμά τους είναι εκλαϊκευμένα δόγματα. Οι Ιδεολογίες εμμένουν σε μερικά σχήματα και τείνουν να διατηρηθούν ανέπαφες και μ’ αυτή την έννοια είναι συντηρητικές. Οι ιδεολογικές πολώσεις αντέχουν ακόμα και όταν οι πραγματικότητες που τις ανέδειξαν έχουν περάσει.

Η Ιδεολογία είναι μια φιλοσοφία εκλαϊκευμένη, απλοποιημένη, γενικευμένη, δραματοποιημένη, εξαγνισμένη μια ψευδοϊδέα, ένας λόγος γελοιοποιημένος και διεφθαρμένος από μια έντονη προσπάθεια μαζοποίησης.
Οι Ιδεολογίες έχουν άκαμπτο και ολοκληρωτικό χαρακτήρα. Σε αντίθεση με τον επιστημονικό στοχασμό, δεν έχουν την επιθυμία να βρουν την αλήθεια, αλλά να χειραγωγήσουν, να ενσωματώσουν και να εξουσιάσουν, στοιχεία τα οποία αποτελούν κεντρικά χαρακτηριστικά της Πολεμικής Φύσης της Ιδεολογίας.


Στην επόμενη ανάρτηση θα παρουσιάσω δύο κεντρικές πολιτικές προσεγγίσεις του Ιδεολογικού φαινομένου, την Μαρξιστική, που κρατάει αρνητική στάση, και αυτή του L. Althousser, που είναι ουδέτερη.