Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΒΟΥΛΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΒΟΥΛΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2007

Τα Πειράματα του Prof. Benjamin Libet


Σε προηγούμενό μου σημείωμα, «Φυσική και Ελεύθερη Βούληση», σχετικά με τις απόπειρες της Νευροεπιστήμης να αποφανθεί περί της ύπαρξης ή μη ελεύθερης βούλησης, αναφέρθηκα στα ανατρεπτικά αλλά και αμφιλεγόμενα πειράματα του Prof. Benjamin Libet, χωρίς όμως να παρουσιάσω τα «πώς» και τα «γιατί» των πειραμάτων αυτών. Αντ’ αυτού, έκανα χρήση των διευκολύνσεων που παρέχουν οι υπερκειμενικές συνδέσεις, έτσι ώστε κάνοντας «κλικ» στο υπογραμμισμένο όνομα «Libet», ο φιλέρευνος αναγνώστης θα μπορούσε να καταφύγει στις διαφωτιστικές υπηρεσίες της Wikipedia για μια πρώτη γεύση.

Επειδή όμως διαπίστωσα ότι είστε τεμπέληδες και μάλιστα από πέμπτη γενιά, αποφάσισα να στρωθώ και να γράψω με κάποια παραπανήσια λεπτομέρεια κάτι για τα κρίσιμα αυτά πειράματα, που λίγο έλλειψε να μας πείσουν ότι στερούμαστε ελεύθερης βούλησης και, εξ αυτού, να μας βυθίσουν σε βαθιά μελαγχολία.

Στο περί ού ο λόγος πείραμα [1,2] εκεί γύρω στα 1982-83, το οποίο απετέλεσε συνέχεια των πειραμάτων των Kornhuber & Deecke, (1965), εζητείτο από κάποιον εθελοντή να κάνει δυο μικρές δουλίτσες. Πρώτον να εκτελέσει μια απλή κίνηση, κάτι σαν κίνηση των δακτύλων ή ένα στρίψιμο του καρπού και δεύτερον να συγκρατήσει στο μυαλό του, με κάποιο τρόπο, τη στιγμή που αποφάσισε να κάνει την κίνηση αυτή. Οι Κ&D αυτό που μετρούσαν μέχρι τότε ήταν ο χρόνος εμφάνισης των ηλεκτρικών σημάτων του εγκεφάλου σε σχέση με την κίνηση του χεριού, ενώ ο Libet αποφάσισε να καταγράψει και τη χρονική στιγμή που ο εθελοντής συνειδητοποίησε ότι ήθελε να κουνήσει το χέρι του.

Για τον σκοπό αυτό ο Libet χρησιμοποίησε τα εξής:
1) Έναν παλμογράφο, εν είδη χρονομέτρου, στην οθόνη του οποίου το ίχνος μιας φωτεινής κουκίδας είχε ρυθμιστεί ώστε να εκτελεί μια ολόκληρη περιστροφή σε ένα καθορισμένο πολύ μικρό χρονικό διάστημα, περίπου 2.5 δευτερολέπτων. Η οθόνη είχε χωριστεί σε μικρά διαστήματα των 40 ms, (1ms=1/1000 δευτερολέπτου) το καθένα, όπως ακριβώς και το καντράν ενός κοινού ρολογιού, έτσι ώστε ο εθελοντής ανά πάσα στιγμή να μπορεί να προσδιορίσει τη θέση της κουκίδας πάνω στη οθόνη με μικρό πάνω-κάτω σφάλμα, της τάξης των 50 ms περίπου όπως αποδείχτηκε.

2) Έναν ηλεκτρο-εγκεφαλογράφο, (ΕΕG), του οποίου τα ηλεκτρόδια ετοποθετούντο σε διάφορα σημεία του κρανίου, σκοπεύοντας στην καταγραφή των ηλεκτρικών σημάτων, (Readiness Potential, PR), από την νευρωνική δραστηριότητα του εγκεφαλικού φλοιού, ο οποίος, ως γνωστόν, σχετίζεται με τις ανώτερες νοητικές λειτουργίες.

3) Έναν ηλεκτρο-μυογράφο, (ΕΜG), σκοπός του οποίου ήταν η ακριβής μέτρηση του χρόνου που συνέβη η κίνηση του χεριού και ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με τον εγκεφαλογράφο.

Με την παραπάνω διάταξη ο Libet μπορούσε να καταγράψει 1) την χρονική στιγμή κατά την οποία ο εθελοντής πήρε την απόφαση να κουνήσει το χέρι του, (με την συγκράτηση στο μυαλό του της θέσης της κουκίδας πάνω στην οθόνη του παλμογράφου), 2) την χρονική στιγμή που κούνησε το χέρι του, και 3) την χρονική στιγμή που άρχισε η εγκεφαλική δραστηριότητα εξ αιτίας της κίνησης του χεριού.

Μετά από επανειλημμένες δοκιμές ο Libet βρήκε ότι ανάμεσα στην απόφαση και την εκτέλεση της κίνησης μεσολαβούσαν σταθερά 200 ms, ενώ, (και εδώ ήταν το κουφό), η εγκεφαλική ηλεκτρική δραστηριότητα, (PR), είχε ήδη αρχίσει εδώ και 550 ms πριν από την τελική κίνηση του χεριού, δηλαδή 350 ms πριν από την ελεύθερη λήψη της απόφασης από τον εθελοντή.

Το ηθικόν δίδαγμα των μετρήσεων αυτών, οι οποίες, παρεμπιπτόντως ήταν επαναλήψιμες και από άλλους ερευνητές, (Keller L. and Heckhausen H, Electroenceph. & Clin. Neurophysiology, 76, pp.351-361, 1990) και σε πολυπλοκότερες εκούσιες πράξεις σχετιζόμενες με γραφή ή ομιλία, ήταν ότι ο εγκέφαλος κάνει, για να το πούμε πιό απλά, τα δικά του. Δηλαδή, η ελευθέρως εκούσια πράξη εμφανίζεται να ξεκινάει ασυνείδητα στον εγκέφαλο περίπου 350ms προτού το άτομο συνειδητοποιήσει ότι θέλει να πράξει!

Πώς λοιπόν, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας υπεύθυνους για πράξεις τις οποίες συνειδητοποιήσαμε πολύ αργότερα αφ’ ότου είχαν αποφασιστεί;

Στο σημείο όμως αυτό ο κύριος Καθηγητής κάνει «κεφαλιά ψαράκι». Ναι μεν αυτά που είπαμε ως εδώ είναι όπως ακριβώς τα είπαμε, ΑΛΛΑ, ακόμα τίποτα δεν έχει χαθεί. Ο άνθρωπος έχει την ευκαιρία μέσα σ’ ένα χρονικό περιθώριο 100 ms έως 150 ms πριν την πράξη, από τότε δηλαδή που άρχισε να δρα συνειδητά, να προβάλλει «βέτο» και να αναιρέσει την απόφαση που πήρε ο εγκέφαλος πριν από μας και για μας. Ανάλογα πειράματα περί επαλήθευσης του βέτο του εγκεφάλου δεν ήταν δυνατόν να εκτελεστούν, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν μπορούσε να υπάρξει καταγραφή PR σημάτων, μιας και το πείραμα είχε σχεδιαστεί με τον ΕΜG να δίνει το έναυσμα στον computer ν’ αρχίσει την καταγραφή τους.

Παρά ταύτα, σε ένα καινούργιο πείραμα από τον ίδιο, (Electroenceph. & Clin. Neurophysiology, 56, pp.367-72, 1983), είχε ζητηθεί από τους εθελοντές να εξασκήσουν το βέτο σε προσυμφωνημένο χρόνο, περίπου 100-200 ms πριν από την εκτέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση καταγράφηκε ένα ισχυρό PR σήμα που προηγείτο του βέτο, υποδηλώνοντας ότι ο εθελοντής όντως προετοιμαζόταν να πράξει παρ’ όλο που στο τέλος η πράξη διακόπηκε.

Τί γίνεται όμως αν το συνειδητό βέτο έχει ασυνείδητη προέλευση; Στο σημείο αυτό αρχίζει η σπέκουλα, τα πράγματα κινούνται ανάμεσα στην ψυχολογία και τη φιλοσοφία, και οι αντιρρήσεις που εγείρονται είναι ποικίλες, ώστε να χρειάζεται ένα καινούργιο κείμενο που να ασχολείται μόνο με αυτές. Οι ερμηνείες που δίνει ο Libet για το βέτο σαν ‘ελεγκτική διαδικασία’ και όχι σαν συνειδητοποίηση του εκούσιου στόχου δεν βασίζονται σε στέρεη πειραματική βάση και δεν σκοπεύω να εμπλακώ στον λαβύρινθο των επιχειρημάτων του.

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2007

Φυσική και Ελεύθερη Βούληση



Έχω την εντύπωση ότι τα τελευταία χρόνια κάποια θέματα, προνομιακοί τόποι της φιλοσοφίας, και μάλιστα του μεταφυσικού της τμήματος αρχίζουν να φλερτάρουν πεισματικά με τις θετικές επιστήμες, επιζητώντας μέσα από την εγκυρότητα που οι τελευταίες παρέχουν, διαμέσου των αυστηρών λογικών μεθοδολογικών και αποδεικτικών τους δρόμων, να επεξηγήσουν και να τεκμηριώσουν τις θέσεις τους θεωρώντας ότι με τον τρόπο αυτό θα τις καταστήσουν έγκυρες και αδιαμφισβήτητες. Τον ίδιο προσεταιρισμό επιδιώκουν επίσης και οι New Age παπαρολόγοι, οι οποίοι για να πουλήσουν, στην κυριολεξία, την πραμάτεια τους διαστρεβλώνουν και σφετερίζονται ξεδιάντροπα σύγχρονες φυσικές θεωρίες με πιασάρικα ονόματα, όπως η Κβαντομηχανική ή η θεωρία του Χάους. Η διαφορά, σχετικά με την περίπτωση της φιλοσοφίας είναι ότι η πρώτη κινητοποιείται αφιλοκερδώς και ανυστεροβούλως, από αληθινή και μόνο έγνοια για την αλήθεια, ενώ οι τελευταίοι νέο-εποχικοί από την έγνοια του κέρδους και μόνο, μιας και η New Age βιομηχανία, (εναλλακτικές θεραπείες, ομοιοπαθητική, κινεζική, ινδική, κογκολεζική, κρυσταλλοθεραπείες, βοτανοθεραπείες, βιοθεραπείες, ρέικι, ρεφλεξολογίες, ιριδολογίες, τηλεθεραπείες, αεροθεραπείες, κ.α.) είναι σε εκρηκτική άνοδο και κατέχει πλέον μεγάλο κομμάτι της παγκόσμιας οικονομίας. Επί πλέον, με το να αδυνατεί η Επιστήμη, την οποία δολίως επικαλούνται, να δώσει τις εξηγήσεις που επιζητούν σε όποια μπούρδα προπαγανδίζουν, τις οποίες όμως εξηγήσεις είναι πεπεισμένοι εκ των προτέρων ότι τις γνωρίζουν, τους παρέχεται το άλλοθι να την απαξιώνουν ως αναποτελεσματική και στο κενό που δημιουργείται να εγκαθιστούν τις δικές τους μεταφυσικές «ερμηνείες».

Το κοινό σημείο ανάμεσα στους δύο αυτούς αντιδιαμετρικούς τρόπους προσέγγισης του κόσμου, είναι ότι αμφότεροι βγαίνοντας από ένα χρόνιο απομονωτισμό, εξ αιτίας ελιτισμού ο πρώτος, (δηλαδή η φιλοσοφία), εξ αιτίας της ανυπόληπτης θέσης του, ο δεύτερος, (δηλαδή το ανορθολογικό), επιδιώκουν όλο και πιο πολύ να αποσπάσουν την προσοχή των θετικών επιστημόνων και θα έλεγα ότι αρκετοί από αυτούς, έχοντας ακόμη σώας τας φρένας, σε αντιδιαστολή με κάποιους άλλους που αποδεδειγμένα σάλταραν στην πορεία, υπάκουσαν στο κάλεσμα και ανέλαβαν τον παρακινδυνευμένο ρόλο της απόδειξης των, κατά πολλούς, αναπόδεικτων.

Ένα από τα popular προβλήματα της μεταφυσικής φιλοσοφίας, άλυτο από παλαιοτάτων χρόνων είναι το κατά πόσον εμείς, σαν έμψυχα όντα έχουμε ελεύθερη βούληση ή όχι. Το πρόβλημα αυτό, όπως και άλλα που εσχάτως ανακύπτουν, όπως για παράδειγμα αυτό της «συνείδησης», έχει σαφείς θεολογικές ρίζες. Άλλό σημάδι των καιρών και αυτό.

Είναι αλήθεια ότι ποτέ δεν μού πέρασε απ’ το μυαλό πώς μια επιστήμη, όπως η Φυσική, που βασίζεται αποκλειστικά στην μετρητική και πειραματική μέθοδο για να τεκμαίρει, θα μπορούσε ποτέ να κληθεί να πραγματευτεί και να διασαφηνίσει έννοιες με προέλευση κατά κύριον λόγο θεολογικό. Έτσι, ήμουν αρκετά σκεπτική όταν προσήλθα σε διάλεξη έγκριτου καθηγητή Θεωρίας Πληροφοριών και Κυβερνητικής, με θέμα τον τίτλο του παρόντος σημειώματος.

Χοντρικά, η ανάδυση και θεμελίωση της Κβαντικής Φυσικής στις αρχές του 20ου αιώνα, σαν της κυρίαρχης και μηδέποτε διαψευσθείσης από τα πειραματικά δεδομένα θεωρίας του μικρόκοσμου, έκανε πολλούς φιλοσόφους να χάσουν τον ύπνο τους. Ο λόγος ήταν ο πιθανοκρατικός χαρακτήρας της νέο-εισηγμένης θεωρίας, ο οποίος κι ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τον απόλυτο ντετερμινισμό της μέχρι τούδε κυρίαρχης Κλασσικής Φυσικής, όπως είχε αρχικώς θεμελιωθεί από τον Νεύτωνα και η οποία εφαρμοζόταν και συνεχίζει να εφαρμόζεται με μεγάλη επιτυχία στα προβλήματα της καθημερινής ζωής. Παρεμπιπτόντως, για να διαλυθεί κάθε παρεξήγηση, θα πρέπει να καταστήσουμε σαφές ότι οι δύο αυτές μεγάλες θεωρίες του κόσμου στοχεύουν σε διαφορετικά πεδία, με την μεν Κλασσική να θριαμβεύει στον μακρόκοσμο, την δε Κβαντική στον μικρόκοσμο.

Για να επανέλθουμε, λοιπόν, στο πρόβλημα της ελεύθερης βούλησης η έλευση της Κβαντομηχανικής προσελήφθη σαν σανίδα σωτηρίας, κάτι σαν σημάδι απελευθέρωσης του ανθρώπου από την ντετερμινιστική μέγκενη και τον απόλυτο ευνουχισμό που εξυπονοούσαν οι κλασσικές θεωρίες της φύσης. Σε έναν ντετερμινιστικό κόσμο όπου όλα έχουν αποφασιστεί εξ αρχής, τί θέση μπορεί να έχει ο άνθρωπος, ο βάτραχος, η κατσαρίδα; Εξ ου και η πρόσληψη του Θεού ως ενός μεγάλου ωρολογοποιού, ο οποίος άπαξ και στις απαρχές του τον κούρδισε τον κόσμο τον άφησε έκτοτε να εξελιχτεί πάνω στις ήδη χαραγμένες ράγες. Εδώ πάλι, θα κάνω άλλη μια παρέκβαση, για να διασαφηνίσω ότι στην κλασσική Νευτώνεια φυσική η χρονική εξέλιξη ενός συστήματος εξαρτάται αποκλειστικά από τις αρχικές συνθήκες της θέσης και της ορμής. Η Κβαντική φυσική δεν είναι θεωρία αρχικών συνθηκών, η δε τελική έκβαση ενός συστήματος, του μικρόκοσμου πάντοτε, δίδεται βάσει πιθανοτήτων. Τί λέει η κβαντική φυσική για την ελεύθερη βούληση. Αυτή η ίδια τίποτε. Ο κάτοχος όμως του βραβείου Νόμπελ Φυσικής για το 1999, Prof. Gerard t’Hooft, (Τεύχος 2550 of New Scientist magazine, 04 May 2006, σελίδα 8), έχει κάτι να μας πει. Εκεί και αλλού, θεωρεί ότι η Κβαντική Φυσική παύει να είναι πιθανοκρατική σε κλίμακες κάτω του μήκους του Planck, 10^(-35) cm, και για χρόνους κάτω του 10^(-43) sec, οπότε και μας το γυρίζει στο ντετερμινιστικό. Δηλαδή εκεί που πήγαμε να χαρούμε, νάτο πάλι το χαλί να μας το παίρνουν κάτω από τα πόδια. Αν χρειαζόταν να πάμε σε τέτοιες κλίμακες για να βρούμε ντετερμινισμό καλύτερα να πνιγόμασταν. Μάλλον, ο Prof. Gerard t’Hooft μας δουλεύει!.

Τώρα, το Χάος είναι κιαυτό παιδί της Κλασσικής φυσικής, μιας και προσπάθειες να οριστεί το κβαντικό χάος δεν καρποφόρησαν. Βρίσκεται πίσω από συστήματα που υπακούουν στους ίδιους ντετερμινιστικούς κανόνες με τα Νευτώνεια, μόνο που δεν μπορούν να μας πούνε τίποτε με βεβαιότητα για τα μελλοντικά τους σχέδια. Τα χαοτικά δυναμικά συστήματα, όσα δηλαδή συστήματα από δύο μεταβλητές και πάνω έχουν μη-γραμμικές αλληλεπιδράσεις, είναι μεν ντετερμινιστικά, αλλά μη προβλέψιμα. Αυτό το τελευταίο, όπως και η Κβαντική Θεωρία προηγουμένως, άρεσε πολύ, μα πάρα πολύ, στους μεταφυσικούς φιλοσόφους και προπάντων στους θεολόγους, οι οποίοι πίστεψαν ότι επί τέλους βρήκαν αυτό που τόσους αιώνες η κλασσική πραγματικότητα αρνιότανε πεισματικά να τους παραχωρήσει, δηλαδή την ελευθερία του ανθρώπου να πράττει κατά το δοκούν και να αναλαμβάνει την ευθύνη των αποτελεσμάτων των πράξεών του επίσης.

Ωραία όλα αυτά, αλλά η απόδειξη στη φυσική είναι μια αυστηρή διαδικασία, που δεν συγχωρεί άλματα και κενά, και δεν μπορεί να την επικαλείται και να κορδώνεται κάποιος ότι την έχει την Κυρία με το μέρος του, αν δεν είναι διατεθειμένος να ακολουθήσει τους βασικούς της κανόνες, έστω. Ποιο είναι, λοιπόν, το μονοπάτι που θα μας πάρει από το μαθηματικό άκρο, (π.χ. θεωρία του χάους), στο εννοιακό (π.χ. ελεύθερη βούληση). Κάπου θα πρέπει να βρούμε τους κρίκους της αλυσίδας που θα τα συνδέσει αυτά τα δυο, τα τόσο ασύνδετα φαινομενικά.

Η θεωρία του Χάους πόρρω απέχει από του να δύναται ν’ αποφανθεί έστω και οριακώς, επί του ειδικού αυτού προβλήματος, καθ’ όσον δεν φτάνει από μόνο του να γνωρίζουμε ότι ο εγκέφαλος εργάζεται, και όντως εργάζεται, κατά τρόπο χαοτικό. Χαοτικό είναι και το σύστημα της βρύσης που στάζει, αλλά δεν μας έχει δώσει εισέτι δείγματα ότι είναι και σκεπτόμενο ή ότι έχει και ελεύθερη βούληση, διότι άμα πλακώσει ο υδραυλικός με τον σωληνοκάβουρα θα σου δείξω εγώ για ποια «ελευθερία της βρύσης» μιλάμε! Στην προκειμένη περίπτωση τη σύνδεση αυτή αναλαμβάνει να την κάνει, (το αν θα τα καταφέρει στο τέλος είναι άλλου παπά ευαγγέλιο, πάντως έχει βάλει το κεφάλι κάτω και προσπαθεί), η Νευροεπιστήμη και οι πειραματικές της μέθοδοι.

Τί μας λέει λοιπόν η Νευροεπιστήμη, σύμφωνα με τα λεγόμενα του κυρίου Καθηγητή; Με λίγα λόγια, ότι, «Sorry guys, αλλά από ελεύθερη βούληση μάλλον δεν τα πάτε και πολύ καλά. Έχετε και δεν έχετε!». Σύμφωνα, με τα πειράματα του καθηγητή Benjamin Libet, που διεξήχθησαν γύρω στα 1980, ελεύθερη βούληση δεν υπάρχει, διότι οι μετρήσεις αποφάνθηκαν ότι η ηλεκτρική διέγερση του εγκεφάλου προηγείται την πράξης, στην προκειμένη περίπτωση της κίνησης του χεριού του ατόμου που συμμετέχει στο πείραμα. Σύμφωνα με την κοινή λογική θα περιμέναμε, φυσικά, το ακριβώς αντίθετο. Το συμπέρασμα, ότι ο εγκέφαλος αποφασίζει για μας και πριν από μας, προφανώς είναι κομμάτι δύσκολο να το χωνέψουμε, πόσο μάλλον που δεν είναι γνωστές και οι αιτίες της πρωθύστερης αυτής εγκεφαλικής δραστηριότητας. Περισσότερες λεπτομέρειες στο κείμενό μου "Τα πειράματα του Prof. Libet" στον ίδιο ιστοχώρο.

Παρά ταύτα, ο Prof. Libet, δεν μας αφήνει στα κρύα του λουτρού να θρηνούμε για τη μηδαμινότητα του ένδοξου γένους μας, αυτού που η φύση το υποβιβάζει στην ίδια μοίρα με τις πέτρες και τις σκουληκαντέρες. Κοιτώντας και ξανακοιτώντας τις διάφορες χρονικές καθυστερήσεις που μετρά, κάπου ανακαλύπτει το «Βέτο», δηλαδή την δυνατότητα της συνείδησης να φέρει αντίρρηση, να προβάλλει αντίσταση στην δικτατορία του "κατώτερου" εγκεφάλου και στο τέλος να κάνει τα δικά του. Εκεί, δηλαδή που κοψοχολιάσαμε, νάμαστε πάλι περήφανοι και κυρίαρχοι στον θρόνο μας, μακριά από τις πέτρες και τις σκουληκαντέρες. Φυσικά ως αναμένετο, τέτοιο συμπέρασμα δεν επρόκειτο να παραμείνει στο απυρόβλητο και οι αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν πολλές και ουσιαστικές.

Τελικό συμπέρασμα; Κανένα. Και το κυριότερο, ότι ο Prof. Libet, προκειμένου να ερμηνεύσει τα πειράματά του, πουθενά δεν φαίνεται να χρησιμοποιεί τη θεωρία του Χάους. Τα άκρα της αλυσίδας συνεχίζουν να παραμένουν ακόμα ασύνδετα. Ευτυχώς που η Φυσική είναι μια εντελώς δημοκρατική επιστήμη, η οποία δεν επαφίεται στην προηγούμενη φήμη κάποιου μεγάλου επιστήμονα για να υιοθετήσει άκριτα τα λεγόμενά του, αλλά την κάθε ρήση από όπου και να προέρχεται την υποβάλλει σε εξονυχιστική διερεύνηση.