Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ / ΕΤΑΙΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ / ΕΤΑΙΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 10 Μαΐου 2014

Edu-topia: Η εκπαιδευτική δυστοπία της Ν. Κορέας





H τελευταία αξιολόγηση του εκδοτικού οίκου Pearson, με πρωτοβουλία του Economist για τα εκπαιδευτικά συστήματα διαφόρων χωρών πάνω σε βασικές δεξιότητες ανάγνωσης, γραφής, κατανόησης, μαθηματικών, συνεργασιμότητας κλπ, έφερε την Κορέα στην πρώτη θέση, (τη Νότια για να εξηγούμαστε), γεγονός που προκάλεσε μια ακόμα ταραχή στην κυβέρνηση και τα ΜΜΕ, μιας και η Ελλάδα κατέλαβε την τελευταία, ή σχεδόν την τελευταία.



Για την κυβέρνηση, η οποία τα τελευταία μνημονιακά χρόνια τελεί υπό αξιολογική φρενίδιτα, ανάγοντας τις διαδικασίες αξιολόγησης σε μοχλό αναδιοργάνωσης του κράτους και ανόρθωσης της οικονομίας, το συγκεκριμένο αποτέλεσμα ήταν αρκετά οδυνηρό. Αν η αξιολόγηση αφορούσε τα πανεπιστήμια, το χτύπημα θα ήταν ελαφρύτερο, καθότι η όποια κακή κατάσταση των πανεπιστημίων θα μπορούσε εύκολα ν' αποδοθεί στον ΣΥΡΙΖΑ. Για την πρωτοβάθμια όμως εκπαίδευση δύσκολα θα μπορούσε να πείσει την κοινή γνώμη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ για χρόνια εκπαίδευε μυστικά, ταξιαρχίες δεκάχρονων σαμποτέρ ενάντια στις κυβερνητικές εκπαιδευτικές πολιτικές.



Για την αξιολόγηση, ως κατ' εξοχήν νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα και για την εφαρμογή της στην κατάταξη των πανεπιστημίων έχουμε ασχοληθεί στο παρελθόν, ουκ ολίγες φορές. Δείτε για παράδειγμα "Το Ιδεολόγηματης Αξιοκρατίας", "Το Ιδεολόγημα της Αξιοκρατίας και η Αναπαραγωγή των Ελίτ", "Το Λυκόφως των Ελίτ", "Αξιολόγηση των Μηχανισμών Αξιολόγησης των Πανεπιστημίων" κ.ά. Επίσης, σε παλιότερα σημειώματα, αναλύοντας τις αιτιακές σχέσεις ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και την ποιότητα της εκπαίδευσης, είχαμε επισημάνει ότι η οικονομική ανάπτυξη αποτελεί προϋπόθεση για τη βελτίωση του εκπαιδευτικού αποτελέσματος και όχι το ανάποδο. Επομένως, όσοι ελπίζουν ότι στην Ελλάδα θα χτυπήσουμε πρωτιές εν μέσω παρατεταμένης και βαθιάς ύφεσης, εν μέσω σήψης και παρακμής, απελπισίας και εθνικής κατάθλιψης, μάλλον δεν ξέρουν τι τους γίνεται.



Για να έρθουμε στην Κορέα, φαντάζομαι ότι πολλοί είναι αυτοί που λιγουρεύονται τις πρωτιές των μαθητών της. Κι άλλοι τόσοι ετοιμάζουν τις βαλίτσες τους για να δουν από κοντά το θαύμα στη γέννησή του. Θα τους απαλλάξουμε και από τον κόπο και τα έξοδα. Το εκπαιδευτικό σύστημα της Κορέας είναι ένα από τα πιο αμείλικτα, ανταγωνιστικά και εξοντωτικά συστήματα στον κόσμο. Και δεν είναι δικό μου το συμπέρασμα, αλλά μεταξύ άλλων και του Economist, των Financial Times, της Wall Street Journal, κ.ά εφημερίδων, που το έχουν στηλιτεύσει αρκετές φορές μέσα από τις σελίδες τους και με τρόπο ιδιαίτερα αιχμηρό.



Πατάει δε σε δυο πυλώνες, αφ' ενός στην γονεϊκή ιδεοληψία με την ανώτατη εκπαίδευση σε ποσοστό 93%, και αφ΄ετέρου στη μονοπώληση των καλών θέσεων εργασίας από τα chaebol, τις τεράστιες δηλαδή οικογενειακές επιχειρήσεις του τύπου Hyundai, Samsung κ.ά. Τα chaebol προσφέρουν μόνιμες και καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας, προστατευτικό περιβάλλον, πολλές επιπλέον παροχές, όπως χρηματοδότηση των πανεπιστημιακών σπουδών των παιδιών των υπαλλήλων, μα πάνω απ' όλα prestige. Για τους παραπάνω λόγους ο ανταγωνισμός για μια τέτοια θέση είναι μεγάλος. Ένα υποψήφιος όμως, θα πρέπει προηγουμένως να έχει επιβιώσει ενός έτερου ανταγωνισμού για την εισαγωγή σε ένα καλό πανεπιστήμιο, η αποφοίτηση από το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για να συμπεριληφθεί στις λίστες επιλογής του υπεύθυνου ανθρώπινου κεφαλαίου κάποιου chaebol.



Έτσι τα παιδιά από μικρές ηλικίες σπρώχνονται από τους φιλόδοξους γονείς τους, κυρίως τις μάνες, σε ένα δωδεκαετές σκληρό ράλι με μόνο στόχο να πετύχουν στις μια-και-έξω πανκορεατικές εξετάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια. Οι μέρες των εξετάσεων απαιτούν συστράτευση όλων των κορεατών. Για παράδειγμα, ματαιώνονται όλες οι πτήσεις, ώστε να μην αποσπάται η προσοχή όσων μαθητών δίνουν προφορικές εξετάσεις. Επίσης τα οχήματα της τροχαίας και τα ασθενοφόρα βρίσκονται σε επιφυλακή για να μεταφέρουν στα εξεταστικά κέντρα τους αργοπορημένους μαθητές.



Ένας τυπικός μαθητής μένει στο σχολείο από τις 8 το πρωί μέχρι τις 4 το απόγευμα. Οι βιβλιοθήκες μένουν ανοιχτές ως τις 11 το βράδυ και τα δημόσια σχολεία παρέχουν απογευματινή ενισχυτική διδασκαλία. Η μεγάλη πλειοψηφία όμως, μετά το πέρας των κανονικών μαθημάτων καταφεύγει αντί υψηλών διδάκτρων, σε ιδιωτικά σχολεία-φροντιστήρια, τα hagwons τα οποία παίζουν και τον κυριότερο ρόλο. Στην προσπάθειά τους οι κυβερνήσεις να κατεβάσουν τον πυρετό, είχαν απαγορεύσει το 2008 την ιδιωτική εξωσχολική εκπαίδευση, αλλά αυτό που κατάφεραν ήταν να την κάνουν ・μαύρη・ Ένα άλλο μέτρο στο οποίο είχαν καταφύγει ήταν να επιβάλλουν απαγόρευση της κυκλοφορίας των μαθητών μετά τις 10 το βράδυ, άλλα κι αυτό δεν κατέβασε τη θερμοκρασία. Το 2000 με δικαστική απόφαση, η απαγόρευση κηρύχτηκε αντισυνταγματική και τα hagwons ξαναβγήκαν στο φως της μέρας δικαιωμένα. Και ξαναγέμισαν με πιο πολλούς μαθητές αυτή τη φορά. Αν βγάλουμε τις υποχρεωτικές ώρες στο σχολείο και τις απαραίτητες ώρες στο φροντιστήριο μένουν άλλες 10 περίπου ώρες τις οποίες ο μαθητής αφιερώνει στο διάβασμα. Είναι τόσο δε ανταγωνιστική η κοινωνία, που αν ένας μαθητής πιαστεί να διαβάζει 10 ώρες ημερησίως, αυτομάτως το ίδιο θα κάνουν και οι υπόλοιποι για να μη μείνουν πίσω. Επιπλέον, το υπουργείο παιδείας καταστρώνει συμπληρωματικά προγράμματα και παραδόσεις οι οποίες μεταδίδονται από την τηλεόραση, για ακόμα ένα χεράκι ενίσχυσης, αν όλα τα προηγούμενα φανούν ανεπαρκή.

Φυσικό είναι ότι κάτω από τέτοια πίεση οι μαθητές στην Κορέα να παρουσιάζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά αυτοκτονιών στον κόσμο. Σύμφωνα με μια δημοσκόπησα ένας στους τέσσερεις μαθητές σκέφτηκε κάποια στιγμή ν' αυτοκτονήσει. Κατ' άλλη, η αναλογία πέφτει στους ένας στους οκτώ. Αλλά κι αυτό το νούμερο μόνο παρηγοριά δεν φέρνει.

Πώς όμως θ' αξιολογούσε κάποιος σώφρων το εκπαιδευτικό σύστημα της Κορέας πέρα από το μετρίδι των εξετάσεων και των multiple choice tests; Κοινή πεποίθηση είναι ότι οι μαθητές γίνονται ξεφτέρια μεν, αλλά στην παπαγαλία και στη συλλογή βαθμών και πιστοποιητικών. Ό,τι μαθαίνουν, το μαθαίνουν επιδερμικά, δεν εμβαθύνουν, γιατί δεν είναι αυτός ο στόχος, δεν ασχολούνται με οποιαδήποτε άλλη γνώση που δεν μετράει στις εισαγωγικές εξετάσεις, και τελικά δεν αποκτούν δεξιότητες για να ανταγωνιστούν σε μια παγκόσμια αγορά.

Το πρόβλημα, όπως αναφέραμε και στην αρχή είναι η δυστοπική αγορά εργασίας, στην οποία και οφείλεται αυτός ο θανατηφόρος ανταγωνισμός. Πέρα από τα chaebol δεν υπάρχει μια ανταγωνιστική και διευρυμένη αγορά εργασίας για να απορροφήσει τους τεράστιους αριθμούς αυτών που αποφοιτούν από τα πανεπιστήμια. Παρεμπιπτόντως, το 80% περίπου των αποφοίτων της μέσης εκπαίδευσης εισάγεται σε κάποια πανεπιστημιακή σχολή. Επιπλέον, η κοινωνία εμφανίζεται ιδιαίτερα σκληρή σε όσους επιλέγουν να σπουδάσουν με το δικό τους ρυθμό. Το συγχωροχάρτι έχει ημερομηνία λήξης τα 25. Όσοι βρουν δουλειά μέχρι αυτή την ηλικία, έχει καλώς, διαφορετικά τους τρώει η μαρμάγκα. Κανένα chaebol δεν θα γυρίσει να σε κοιτάξει.

Μια άλλη σοβαρή επίπτωση της φρενίτιδας των κορεατών γονέων με την εκπαίδευση είναι η μείωση των γεννήσεων, για το λόγο ότι η εκπαιδευση κοστίζει ακριβά και το οικογενειακό εισόδημα σπανίως φτάνει για περισσότερατου ενός παιδιά. Έχει βρεθεί ότι η υπογεννητικότητα είναι μεγαλύτερη σε περιοχές όπου οι γονείς ξοδεύουν και τα περισσότερα.

Αν βάλει κάποιος στην άκρη τον εξοντωτικό ανταγωνισμό στο εκπαιδευτικό σύστημα της Κορέας,το οποίο εν πολλοίς οφείλεται στη διάρθρωση της αγοράς εργασίας και στη ζήτηση από την κοινωνία ορισμένου τύπου απασχόλησης, αντιλαμβάνεται ότι έχει πολλά κοινά με το δικό μας. Κοινή συνισταμένη είναι οι γονικές φιλοδοξίες για κοινωνική ανέλιξη, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, η παραπαιδεία, τα φροντιστήρια, η παπαγαλία, η βαθμοθηρία, οι πανελλαδικές κ.λ.π. Το ερώτημα όμως που γεννάται είναι γιατί τότε τα νοτιοκορεατόπουλα έρχονται πρώτα και τα ελληνόπουλα τελευταία. Μια απάντηση είναι ότι τα νοτιοκορεατόπουλα είναι περισσότερο αφοσιωμένα, στοχοπροσηλωμένα, πειθαρχημένα και απερίσπαστα. Εδώ μεγάλο ρόλο παίζει και η περιρρέουσα ασιατική κουλτούρα που έρχεται σε αντίθεση με την πιο χαλαρή μεσογειακή. Μια άλλη είναι ότι υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός ανάμεσα στα ιδιωτικά φροντιστήρια όσον αφορά το κηνύγι δασκάλων με ιδιαίτερες διδακτικές ικανότητες, τους οποίους και ακριβοπληρώνουν. Για να πάρουμε μια γεύση του τζίρου και της έκτασης της ιδιωτικής παραπαιδείας, αρκεί να αναφέρουμε ότι επενδύσεις στον τομέα αυτό έχουν κάνει η Goldman Sachs, η   A.I.G. και η Carlyle.

Επιπλέον, ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον συμπέρασμα που βγαίνει από τα παραπάνω είναι ότι η αξιολόγηση  μέσω των εν  λόγω διεθνών tests δεν μπορεί να πιάσει τις ποιότητες της εκπαιδευτικής διαδικασίας, οι οποίες είναι και οι μόνες που έχουν και κοινωνικό όφελος. Όλα τ' άλλα είναι πουκάμισα αδειανά...

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Μια Ιδιότυπη Αξιολόγηση


Τις προάλλες μού συνέβη κάτι με το οποίο γέλασα πολύ. Όσο το σκεφτόμουν και όσο περισσότερο προσπαθούσα να συγκεντρωθώ για να το αντιμετωπίσω, τόσο περισσότερο έσκαγα στα γέλια. Τόσο πολύ, που μετά από λίγα λεπτά, τα δάκρυα είχαν φτιάξει λιμνούλα στο πάτωμα, κι αν δεν σταμάταγα γρήγορα θα υπήρχε πρόβλημα με τις διαρροές στους από κάτω ορόφους.


«Δεν είναι δυνατόν!», έλεγα και ξανάλεγα, «Δεν έχουν το θεό τους!», «Μπα σε καλό τους, καλά να ‘ναι οι άνθρωποι με τόσο γέλιο που ‘κανα!». Και άλλα τέτοια.


Άνοιξα τη wikipedia να δω τι σήμαιναν τα αρχικά, μιας και δεν τα είχα ξαναματαδεί, και με μεγάλο κέφι άρχισα να συμπληρώνω το ερωτηματολόγιο.


Πρώτα έπρεπε να γράψω κάτι για το “S”.

Το “S”, ήταν για το “Strengths”. Αυτό, μου φάνηκε ιδιαιτέρως εύκολο.

«Μεγάλη φήμη στις τοπικές και διεθνείς αγορές, με μεγάλες πωλήσεις», ήταν μια εντελώς αυθόρμητη απάντηση, που όταν την ξανακοίταξα την βρήκα μεγαλειώδη.


Το επόμενο γράμμα στη σειρά ήταν το “W”.

Εδώ το “W” ήταν για το “Weaknesses”.

Δύσκολο πράγμα να καλείσαι να γράψεις φαρδιά πλατιά για τις αδυναμίες σου, όταν η συνήθης πρακτική είναι να τις χαντακώνεις, να τις εξωραΐζεις ή να τις μετατρέπεις σε πλεονέκτημα. Κάτι όμως έπρεπε να γράψω, κάτι που να μετράει σαν «αδυναμία», αλλά αδυναμία ελαφριά, όχι βαρύτερη, ας πούμε από το πάτημα της γάτας.

«Έχουμε έλλειψη κατάλληλων συμβούλων, λόγω αδυναμιών του δημόσιου εκπαιδευτικού μας συστήματος», ήταν η καλύτερη απάντηση που βρήκα και το χάρηκα, γιατί έτσι περνούσα πονηρά και το κατάλληλο μήνυμα στα μεγάλα αφεντικά.


Μετά, έπρεπε να συμπληρώσω το πεδίο για το “O”, με το “O” να σημαίνει “Opportunities”.

Στη χώρα της ευκαιρίας ζούσα, βρε αδελφέ. Φάτσα οι αραβικές αγορές, στην πλάτη οι Βαλκανικές, τεράστια η αγορά της Τουρκίας στην αυλή μας, τι στο καλό!

«Πολύ καλή θέση στις αγορές», έγραψα, χωρίς καν δεύτερη σκέψη.


Τελευταίο ήταν το “T”, όπου “T” σήμαινε “Threats”.

Παναγία μου, εδώ πρέπει να γράψω κάτι πολύ τρομαχτικό, για να απαλύνω τις αδυναμίες μου.

«Υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από τους διεθνείς οίκους και άμεσος κίνδυνος χρεοκοπίας», ήταν το πιο κατάλληλο που βρήκα.


Έβαλα την υπογραφή μου από κάτω και έστειλα τάχιστα το χαρτί, με το ερωτηματολόγιο συμπληρωμένο στην ΕΕ, στον αρχικό δηλαδή αποστολέα.


Η ανάλυση S.W.O.T. (Strengths, Weaknesses, Opportunities, Threats), διότι περί αυτής πρόκειται για όσους δεν το γνωρίζουν, είναι ένα εργαλείο στρατηγικού σχεδιασμού το οποίο χρησιμοποιείται για την ανάλυση του εσωτερικού και εξωτερικού περιβάλλοντος μίας Επιχείρησης, όταν η επιχείρηση πρέπει να λάβει μία απόφαση σε σχέση με τους στόχους που έχει θέσει ή με σκοπό την επίτευξή τους.


Για άλλους όμως, συμπεριλαμβανομένης και εμού, το S.W.O.T., θα μπορούσε να σημαίνει και «Significant Waste Οf Time», κυρίως όμως, γιατί εμείς δεν είμαστε καμιά επιχείρηση αλλά ένα ταπεινό ερευνητικό κέντρο, του οποίου την καταλληλότητα η ΕΕ, με όλο το σεβασμό που της έχω, επιθυμούσε να αξιολογήσει με τους ίδιους όρους με τους οποίους αξιολογεί και μια εμπορική επιχείρηση.


Η όλη πράξη μπορεί να φάνηκε σε μένα την άβγαλτη, κωμική, αλλά το μήνυμα ήταν παραπάνω από σαφές: Ή κόβετε τις σάχλες, και λειτουργείτε σαν επιχείρηση, ή αλλιώς σας κόβουμε τα πόδια!



Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Εμπορευματοποίηση της Επιστήμης


Η ολοένα και αυξανόμενη μερίδα ανθρώπων που αρνούνται τον εμβολιασμό στην πρόσφατη πανδημία, δεν αποτελεί παρά απόρροια της ολοένα και διογκούμενης δυσπιστίας απέναντι στις φαρμακοβιομηχανίες, στους γιατρούς και στα πανεπιστήμια για το ποιανού συμφέρον τελικά εξυπηρετούν.

Κι ενώ οι μηχανισμοί προπαγάνδας που επιστρατεύονται, επιδιώκουν να αποδώσουν την προέλευση της δυσπιστίας αυτής στον πρωτογονισμό, στον υφέρποντα ανορθολογισμό και στα φοβικά σύνδρομα που αναπτύσσουν οι μάζες απέναντι στην τεχνολογία και στα καινά της δαιμόνια, στην πραγματικότητα όλοι γνωρίζουν ότι οι κύριοι υπαίτιοι της παρατηρούμενης γενικευμένης δυσπιστίας δεν είναι παρά αυτοί οι ίδιοι με τους αήθεις τρόπους που χρησιμοποιούν στο να εξαγοράζουν, να διαφθείρουν, να δωροδοκούν ερευνητές και κυβερνήσεις, και στο να αλλοιώνουν ή να αποκρύπτουν ερευνητικά αποτελέσματα όταν έρχονται σε αντίθεση με τους εμπορικούς τους σκοπούς.

Ενώ ο κύριος όγκος της δυσπιστίας κατευθύνεται προς τις φαρμακευτικές εταιρίες και καπνοβιομηχανίες, εν τούτοις δεν είναι οι μόνες που χρηματοδοτούν την έρευνα, δεν είναι οι μόνες που εμπλέκονται με τα ακαδημαϊκά ιδρύματα ή που χαράζουν δημόσιες πολιτικές. Θα ήταν λάθος μεγάλο αν παραλείπαμε το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, τις εταιρίες βιοτεχνολογίας και τις εταιρίες στον τομέα της ενέργειας.

Στη σημερινή εποχή οι δεσμοί ανάμεσα στην επιστήμη, την τεχνολογία και τις επιχειρήσεις είναι πολύ στενοί, εξ αιτίας της αναγνώρισης της συμβολής τους στην ανταγωνιστικότητα των οικονομιών. Ενώ λοιπόν οι κυβερνήσεις τις τελευταίες δυο δεκαετίες κατέβαλαν και συνεχίζουν να καταβάλουν έντονες προσπάθειες να πείσουν για την κοινωνική ωφέλεια μιας τέτοιας σύμπραξης, στην πραγματικότητα υπάρχει ένας αυξανόμενος όγκος πειστηρίων που μαρτυράει το ακριβώς αντίθετο.

Τον όγκο αυτό των πειστηρίων, σχετικά με τις κοινωνικές συνέπειες της εμπορευματοποίησης της έρευνας και της επιστήμης φέρνει στο φως η Οργάνωση Επιστημόνων για την Παγκόσμια Υπευθυνότητα και την Ηθική στην Επιστήμη (Scientists for Global Responsibility) σε πρόσφατη εκτεταμένη έκθεση που δημοσιεύεται ΕΔΩ.

Τα κύρια σημεία της συνοψίζονται ως εξής:
1. Η εμπλοκή των επιχειρήσεων στην έρευνα των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων έχει σαν συνέπεια την πόλωση των αποτελεσμάτων προς την κατεύθυνση των επιχειρηματικών συμφερόντων και την περιθωριοποίηση τομέων με καθαρά κοινωνικά και περιβαλλοντικά οφέλη.

2. Η απ’ ευθείας χρηματοδότηση ενός ερευνητικού προγράμματος αυξάνει την πιθανότητα τα αποτελέσματα να είναι ευνοϊκά προς το χρηματοδότη, κατάσταση γνωστή και ως «sponsorship bias», τα οποία αποτελέσματα μπορεί ακόμα και να αποκρύπτονται στην περίπτωση που δεν χωρά καμιά εποικοδομητική «επιδιόρθωση». Συνήθως οι επιχειρήσεις δεν χρηματοδοτούν κάποιον στην τύχη, αλλά αυτούς για τους οποίους γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι διάκεινται φιλικώς προς αυτές.

3. Η ιδιωτική χρηματοδότηση δρα αρκετές φορές εις βάρος της δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων της έρευνας, καθ’ όσον αυτά συχνά προστατεύονται από συμφωνίες εμπιστευτικότητας και πατέντες.

4. Συγκρουόμενα οικονομικά συμφέροντα ανάμεσα σε ερευνητές, συνήθως επιδρούν και στα αν και ποια και πώς θα παρουσιαστούν τα αποτελέσματα μιας έρευνας.

5. Οι κυβερνήσεις καθορίζουν τις ερευνητικές προτεραιότητες της χώρας με βάση στενά και βραχυπρόθεσμα οικονομικά κριτήρια. Το δε ποιοι τομείς θα προωθηθούν και θα χρηματοδοτηθούν αποφασίζονται από εκείνα τα επιχειρηματικά συμφέροντα που διαθέτουν τα αποτελεσματικότερα μέσα πίεσης.

6. Τα πανεπιστήμια αναγκάζονται να οργανώνονται εσωτερικώς με όρους επιχειρήσεων, δείτε για παράδειγμα παλιότερη ανάρτηση με τίτλο «Η Βιομηχανία των Πιστοποιήσεων» και παλιές καλές αξίες όπως διαφάνεια, ακεραιότητα, φιλομάθεια, περιέργεια και κοινωνική υπευθυνότητα ροκανίζονται κι αυτές σιγά-σιγά μαζί με τόσες άλλες. Τα πανεπιστήμια οφείλουν να φέρνουν κέρδη για να εξασφαλίζουν την χρηματοδότησή τους.

7. Υπάρχει μεγάλη πίεση από επιχειρήσεις και κυβερνήσεις προς τα πανεπιστήμια για διεξαγωγή εξωτερικά χρηματοδοτούμενης έρευνας, με συνέπεια κάποια τμήματα να λειτουργούν σαν παραρτήματα των επιχειρήσεων για την παραγωγή ή τη βελτίωση προϊόντων του δικού τους ενδιαφέροντος. Οι κυβερνήσεις φαίνονται αποφασισμένες να εκχωρήσουν σταδιακά κομμάτια της έρευνας στον ιδιωτικό τομέα, με τις ίδιες ν’ αναλαμβάνουν τις ανελαστικές και μόνο δαπάνες.

8. Κοινωνικά ευαίσθητοι και αβέβαιοι ως προς τις μελλοντικές τους συνέπειες, τομείς όπως βιοτεχνολογία και νανοτεχνολογία αφήνονται στα χέρια επιχειρηματικών συμφερόντων, χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν η κοινή γνώμη. Τουναντίον επιχειρείται παραπλάνηση και χειραγώγηση μέσα από καλά οργανωμένες επιχειρήσεις δημοσίων σχέσεων, πληρωμένους ερευνητές και υποτίθεται έγκυρες επιστημονικές δημοσιεύσεις.

Μετά από όλα όσα εκτέθηκαν δεν είναι να απορεί κανείς πώς η Επιστήμη χάνει σταδιακά την αξιοπιστία της και πώς ο κόσμος δυσπιστώντας προς τους γιατρούς δεν πάει τελικά να εμβολιαστεί.

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2009

Μια διαδεδομένη Αντίληψη περί "Ποιότητας"


Μέσα στην αναμπουμπούλα, ευτυχώς που συμβαίνουν και μερικά ευτράπελα. Ενώ ο ΥπΑν Χατζηδάκης, θέλοντας να κάνει οικονομία για να συμμαζέψει τα κρατικά ταμεία που τού τα εξανέμισαν τα επιτήδεια τρωκτικά, διαλύει κυριολεκτικά στα εξ ων συνετέθησαν τα Ερευνητικά Ιδρύματα, ταυτόχρονα προσλαμβάνει, φαντάζομαι όχι αυτός αλλά κάποιος απληροφόρητος συνάδελφός του από το Υπουργείο Οικονομικών, ιδιωτική εταιρία Συμβούλων Επιχειρήσεων, (ποιος ξέρει με ποιο τίμημα), για να αναδιατάξει τον διοικητικό μηχανισμό, τουλάχιστον ενός εκ των προς διάλυση ινστιτούτων για το οποίο έχω πληροφόρηση. Δηλαδή, όπως ορθά κατανοήσατε, το ένα Υπουργείο χτίζει το Ερευνητικό Κέντρο από τα πάνω, αναδιαρθρώνοντας τη Διοίκηση, ενώ το άλλο, νύκτωρ, το κατεδαφίζει από τα κάτω, και όλα αυτά εν μέσω διακηρυχθέντος πνεύματος οικονομίας και αποτελεσματικότητας.

Μέσα στα καθήκοντα της εταιρίας συμβούλων ήταν φαίνεται και η ενημέρωση του ερευνητικού προσωπικού για τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις, στα πλαίσια οργανωμένων ολιγόωρων σεμιναρίων. Δεν έχω και μεγάλη εκτίμηση στο εν λόγω επάγγελμα, και σάς παρακαλώ να με συγχωρήσετε γιαυτό, όσοι έχετε διαφορετική γνώμη. Η, για μια ακόμη φορά, επαφή μου με «Σύμβουλο», δυστυχώς δεν κατόρθωσε να με μεταπείσει. Αν θεωρείτε ότι οι πολιτικοί εκφράζονται μέσα από μια ξύλινη γλώσσα, οι «Σύμβουλοι», σκέφτονται και εκφράζονται μέσα από μια μπετονένια. Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς πώς σε ένα τέτοιο σεμινάριο η μόνη λέξη που κυριαρχούσε ήταν η μία και μοναδική «ΠΕΛΑΤΗΣ», παρ’ ότι τού εξηγήθηκε αρκετές φορές ότι το εν λόγω Ίδρυμα δεν είναι κατάστημα που κατατάσσεται στα «εδώδιμα-αποικιακά».

Δεν γνωρίζω τι θα δώσει το λεξικό του Μπαμπινιώτη στο λήμμα «Ποιότητα», αλλά νομίζω ότι ό,τι και να γράφει, θα είναι λειψό και κουτσουρεμένο. Η ποιότητα, όπως και το γούστο, δεν είναι κάτι που μαθαίνονται από βιβλία και εγχειρίδια αυτοβοήθειας, αλλά εκτιμώνται από την μακροχρόνια τριβή και την επίπονη ενασχόληση του καθενός με ό,τι συνιστά πολιτισμό και παιδεία.

Και όμως ο κ. «Σύμβουλος» έμπλεος αυτοπεποίθησης ότι γνωρίζει το Ορθόν, δεν είχε κανένα δισταγμό να παραθέσει τον παρακάτω περί «ποιότητας» ορισμό:

«ΠΟΙΟΤΗΤΑ είναι η επίτευξη και διατήρηση της Ικανοποίησης του Πελάτη με την ανταπόκριση στις ανάγκες και τις προσδοκίες του, μέσα σε ένα οργανωτικό περιβάλλον, που είναι αφιερωμένο στη συνεχή βελτίωση της Αποδοτικότητας και της Αποτελεσματικότητας».

Πέμπτη 21 Μαΐου 2009

Who is the Boss??



Η παραπάνω φωτογραφία είναι από τη διαφήμιση μιας ημερίδας, (μισής μερίδας ουσιαστικά), που έλαβε χώρα την προηγούμενη εβδομάδα σε ερευνητικό ίδρυμα της χώρας με σκοπό, υποτίθεται, την παρουσίαση κάποιου νέου αντι-γηραντικού παράγοντα, ο οποίος θα περιλαμβάνεται στην καινούργια σειρά καλλυντικών προϊόντων της εταιρίας που τα παρασκευάζει και τα εμπορεύεται.

Ποιο είναι το παράξενο;

1. Η σημειολογία της εικόνας είναι πεντακάθαρη. Στην κεφαλή, με δυσανάλογα μεγάλα ως προς τα υπόλοιπα γράμματα, εμφανίζεται η εταιρία-πάτρωνας και από κάτω, με σαφώς μικρότερου μεγέθους γραμματοσειρά, μην τυχόν και λαθέψουμε τις ιεραρχίες, τα «τσιράκια», τα οποία τυχαίνει να είναι κάποιοι «παρακατιανοί» εταίροι, όπως το πανεπιστήμιο Αθηνών, ο «Δημόκριτος» και το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

2. Η εν λόγω εταιρία για να έχει τους συγκεκριμένους εταίρους, σημαίνει ότι, ευφυώς ποιούσα, δεν διαθέτει η ίδια ερευνητική υποδομή, που θα τής δέσμευε R&D κεφάλαια για κτήρια, προσωπικό και εξοπλισμό, οπότε και καταφεύγει σε δημόσια ιδρύματα για να της κάνουν τη δουλειά. Φυσικά όχι με το αζημίωτο, πληρώνει το κάτι τις της, ή συμπράττει μέσω κοινής χρηματοδότησης, αλλά αυτό δεν την απενοχοποιεί από το να συμπεριφέρεται όπως ο συμπαθής κύριος της γνωστής έκφρασης «εγώ με τον παρά μου, ... και την κυρά μου».

3. Κάτι που δεν γίνεται αντιληπτό από τη συγκεκριμένη φωτογραφία, είναι ότι η ψευδο-ημερίδα αυτή, για λόγους ευνόητους, δηλ. εταιρικού ανταγωνισμού, ήταν κλειστή στο κοινό. Η πρακτική αυτή όμως, έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με το ρόλο των δημοσίων ερευνητικών και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, όπου η παραγόμενη έρευνα θα πρέπει να είναι διαφανής και ανοιχτή στην κοινωνία.

Τι γίνεται λοιπόν όταν τα δημόσια ερευνητικά ιδρύματα καλούνται να συμπεριφερθούν σαν παραρτήματα εταιριών, σαν μονάδες παροχής υπηρεσιών προς αυτές, και όταν οι εταιρίες ενθαρρύνονται να χρησιμοποιούν το know how, τις υποδομές, τους χώρους και το ερευνητικό προσωπικό ιδρυμάτων που συντηρούνται από δημόσιους πόρους; Χρησιμοποίησα την συγκεκριμένη εταιρία σαν παράδειγμα ενός γενικότερου φαινομένου που παρατηρείται εδώ και πολύ καιρό στον ευρωπαϊκό, και κατ’ επέκταση και στον ελληνικό χώρο, όπου ερευνητικές προτάσεις τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης, δηλαδή χρηματοδότησης, μόνον όταν συμπράττουν με εταιρίες και όταν στοχεύουν στην παραγωγή ενός τελικού εμπορεύσιμου προϊόντος, το οποίο φυσικά εμπίπτει στους εμπορικούς σχεδιασμούς της εταιρίας.

Ψάχνοντας τα αρχεία με στατιστικά στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας, διαπίστωσα ότι μόνο το 0.2% των ελληνικών επιχειρήσεων χρηματοδοτούν ερευνητικές δραστηριότητες και εξ αυτών μόνο το 45% διαθέτουν δικές τους υποδομές. Ενώ, οι μισές περίπου από τις ερευνητικές τους δράσεις αφορούν βελτίωση ήδη υπαρχόντων προϊόντων, υπηρεσιών και διαδικασιών παραγωγής και όχι δημιουργία νέων. Είναι λοιπόν φυσικό να αναζητούν συνεργασίες, επί πληρωμή, με δημόσια ερευνητικά κέντρα.

Τις προάλλες, δημιουργήθηκε σάλος στην Αγγλία όταν τα διάφορα ερευνητικά συμβούλια της χώρας, τα οποία αποφασίζουν το 90% της χρηματοδότησης της ακαδημαϊκής έρευνας, έβγαλαν φετφά, σύμφωνα με τον οποίο όσοι αναζητούν δημόσιους πόρους θα πρέπει πρώτα να αποδεικνύουν την συμβολή που θα έχει η προτεινόμενη έρευνα στην οικονομία πρωτίστως. Όπως σχολιάζει ο G. Monbiot, ο δημοσιογράφος του Guardian που έφερε το θέμα στην επιφάνεια, ενώ η μεταφορά της επιστημονικής γνώσης στην οικονομία μπορεί να δράσει θετικά, δεν μπορεί να συμβεί το ίδιο όταν η απαίτηση για οικονομική ανταποδοτικότητα γενικευτεί σε κάθε μορφή γνώσης.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι άλλη γνώση παράγουν (αν παράγουν) οι εταιρίες, αφού ελάχιστα διαθέτουν στην βασική έρευνα και περισσότερο στις βελτιώσεις και εφαρμογές, και άλλου είδους γνώση τα δημόσια ακαδημαϊκά ιδρύματα. Η γνώση δεν είναι μόνο εμπορεύσιμο προϊόν, είναι επίσης και χαρά και ομορφιά, διείσδυση στα μυστικά του κόσμου και εξερεύνηση, αλλά και ίσως και ένα μελλοντικό προϊόν.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2008

Τα Ιδιωτικά Βίτσια της Δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης



Αν νομίζετε, αγαπητοί μου, ότι η Ανώτατη Παιδεία στη χώρα μας συνεχίζει να είναι ακόμη παρθένος ως προς την ιδιωτική διείσδυση, πλανάστε πλάνη μεγάλη. Παρά τις πάλαι ποτέ δημόσιες αρετές της, η Παιδεία μας βρίσκεται ήδη μπλεγμένη στα βίτσια και τις χάρες της ιδιωτείας, τα συνθήματα, τη φιλοσοφία (όπως ανταγωνιστικότητα, κερδοφορία, σκοπιμότητα, χρηστικότητα κ.λ.π.), αλλά και τα χρήματα της οποίας, πασχίζει ασμένως να ιδιοποιηθεί.

ΔΙΟΤΙ,
μπορεί ο δημόσιος χαρακτήρας της να εγγράφεται ακόμα στα
1. κτήρια
2. τη μισθοδοσία του οργανικού και όχι όλου του προσωπικού
3. τη δωρεάν εγγραφή και παρακολούθηση των προπτυχιακών σπουδών
4. τα δωρεάν συγγράμματα, κιαυτό με ερωτηματικό, λόγω μεταρρύθμισης Γιαννάκου,
5. τα δωρεάν κωλόχαρτα για τις προνομιούχες σχολές και τα ιδρύματα. Στα λιγότερο, τα φέρνει ο κόσμος από το σπίτι του και τα διπλαμπαρώνει. Σύμφωνα, δε, με το πρωτοχρονιάτικο μήνυμα του Γ.Γ Έρευνας και Τεχνολογίας, αυτό θα πρέπει να γίνεται κατά προτεραιότητα μάλιστα. Η αμέσως επόμενη είναι να φέρνουν και το μισθό τους.




Αλλά ήδη,

1. η χρηματοδότηση της έρευνας γίνεται σχεδόν αποκλειστικά από εξωτερικές και όχι κρατικές πηγές. Εκεί όπου φαίνεται ότι το κράτος μοιράζει φρέσκο χρήμα, πρόκειται απλώς περί οφθαλμαπάτης, διότι είναι τα ευρωπαϊκά κονδύλια που μοιράζονται, και τούτο για λόγους άσκησης «εγχώριας και υπερήφανης ερευνητικής πολιτικής» υποθέτω. Με ξένα «κόλλυβα» που λένε και στο χωριό μου.

2. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές, όσοι απασχολούνται στα πλαίσια προγράμματος εξωτερικής χρηματοδότησης για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, πληρώνονται από αυτό και φυσικά ψίχουλα. Όσοι φοιτούν στα μονοετή ή διετή προγράμματα για την απόκτηση διπλώματος εξειδίκευσης, πληρώνουν, σπανίως πληρώνονται (ΕΠΕΑΕΚ) και συνηθέστερα ούτε το ένα ούτε το άλλο.

3. Το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό συμπληρώνει τον γλίσχρο μισθό του με επιμίσθια επίσης από ανταγωνιστικά και «ανταγωνιστικά» εξωτερικά προγράμματα από εταιρίες και διεθνείς οργανισμούς. Τα «ανταγωνιστικά» προγράμματα δίδονται με άμεση εξυπηρέτηση, συνήθως τηλεφωνικώς και κατά προτεραιότητα στους διαδρομιστές και στο ατέλειωτο σινάφι των «κουμπάρων».



4. Ορισμένα μεταπτυχιακά προγράμματα κυρίως αυτά σε ανταγωνιστικούς τομείς της αγοράς κοστίζουν ουκ ολίγα. Απορώ ποιος πληρώνει αυτά τα χρήματα, μιας και με τα ίδια μπορεί να πάει σε πιο σουλουπωμένες χώρες.

5. Το κράτος ενθαρρύνει τη σύσφιξη των σχέσεων με τον ιδιωτικό τομέα, είτε με τη δημιουργία κοινών εταιριών, είτε με την απ’ ευθείας ανάθεση ερευνητικού έργου επί πληρωμή σε κάποιο πανεπιστημιακό εργαστήριο. Τονίζω ότι οι δραστηριότητες αυτές όχι μόνον ενθαρρύνονται, αλλά και θεωρούνται μονόδρομος για την επιβίωση του πανεπιστημίου. Άλλο, αν οι περισσότερες από τις εταιρίες αυτές ανήκουν στην κατηγορία «μαϊμού» και τα χρήματα της χρηματοδότησης πηγαίνουν σε αλλότριες ιδιωτικές επενδύσεις. Κάποια εποχή με την μέθοδο αυτή φαγώθηκε πολύ χρήμα. Ήταν τόσο ανεξέλεγκτα τα πράγματα που για να κρατήσει κάποιος το χέρι του κοντό ήθελε πολύ προσπάθεια.

6. Οι πανεπιστημιακοί μπορούν να συστήνουν εταιρίες και να εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα, με περιορισμούς οι οποίοι όμως στην πράξη καταστρατηγούνται. Το ότι οι εταιρίες δεν έχουν βάλει ακόμα τα λογότυπά τους στα βιβλία και τα τετράδια των φοιτητών δεν είναι γιατί τους απέτρεψε κάποιο ισχυρό λαϊκό κίνημα, αλλά γιατί οι εταιρίες στη χώρα μας, όπως και όλη η χώρα είναι ένα ράθυμο και αργοκίνητο καράβι. Να είστε σίγουροι ότι άμα βάλλουν στο μάτι αυτό το χώρο, θα μπουκάρουν ανενόχλητες. Προς το παρόν βόσκουν και αρμέγουν σε κάποια άλλα πιο πρόσφορα λιβάδια.


7. Ορισμένοι «πρωτοπόροι» πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, με την Αρβελέρ να πρωτοστατεί, έχοντας καταφέρει με το χρόνο ν’ απαλλαγούν, όχι χωρίς τύψεις, από τα δεσμά της κυρίαρχης μέχρι τούδε δεοντολογίας, ότι το πανεπιστήμιο παρέχει γνώση προς πάσα κατεύθυνση και μάλιστα δωρεάν, έχουν αρχίσει να ανταλλάσσουν την διανοητική τους πραμάτεια αντί αδράς αμοιβής στην ελεύθερη αγορά, ανταποκρινόμενοι στην τελευταία ασθένεια της εποχής, γνωστής και ως «σεμιναριατίτιδας».
Ως προς την επιμονή, δε, της Ε.Ε. να χρηματοδοτεί μόνο έρευνα που οδηγεί σε άμεσα και εκμεταλλεύσιμα αποτελέσματα, αξίζει να αναφερθεί η ακόλουθη σοφή ρήση του εξ ίσου σοφού και μεγάλου Richard Feynman:
‘Physics is like sex: Sure, it may give some practical results, but that’s not why we do it’

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2008

Ο ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑΣ: Ένας Manager του Καιρού μας


Στην λαϊκή φαντασία, μυθιστορία και εικονογραφία ο Επιστήμονας καταλαμβάνει μια θέση σχεδόν αγιογραφική. Φτωχός και λιτός στις επιλογές του, κατά κανόνα αντικαταναλωτικός, ατημέλητος, με ξεχειλωμένα πουλόβερ, φαρδιά παντελόνια που συγκρατούνται από τιράντες, ενίοτε και από τρίχινο σκοινί ή σπάγκο, τρύπιες κάλτσες και στραβοπατημένα παπούτσια, αξύριστος, για άνδρες και γυναίκες αδιακρίτως, αφηρημένος, ονειροπόλος, και τελικά συμπαθής.

Δεν νομίζω ότι η εικόνα αυτή ανταποκρίθηκε ποτέ σε κάποια πραγματικότητα, γιατί οι περισσότεροι από τους μεγάλους επιστήμονες που άφησαν εποχή, κάθε άλλο παρά φτωχή και ταπεινή ζωή είχαν στην εποχή τους. Μερικά τυχαία παραδείγματα που μου έρχονται στο νου είναι τα παρακάτω:

Ο Niels Bohr, ο πατέρας της Κβαντομηχανικής, καταγόταν από επιφανή οικογένεια τραπεζιτών της Κοπεγχάγης.
Ο Werner Heisenberg ήταν γιος καθηγητή του πανεπιστημίου του Μονάχου στον τομέα των Νέων Ελληνικών.
Ο Erwin Schroedinger ήταν γιος βοτανολόγου και εγγονός καθηγητή Χημείας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης.
Ο Albert Einstein ήταν γιος εμπόρου και μηχανικού.
Ο Max Born ήταν γιος ανατόμου και εμβρυολόγου, και πάει λέγοντας αν πιάσουμε και τους πιο παλιούς όπως τον James Clerk Maxwell, James Watt, Gottfied Leibniz και πολλούς άλλους με κοινό χαρακτηριστικό το ακαδημαϊκό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσαν.



Φυσικά υπήρχαν και άλλοι πολλοί προερχόμενοι από σεμνές και ταπεινές οικογένειες όπως ο Carl Friedrich Gauss ή ο πολυτάλαντος Thomas Edison, αλλά αυτό επιβεβαιώνει μάλλον τον κανόνα παρά τον ανατρέπει. Σίγουρα δεν συνηγορεί υπέρ της εικόνας που περιέγραψα στην αρχή αυτού του κειμένου.

Σήμερα βέβαια, περισσότερο παρά ποτέ, μια τέτοια περιγραφή κάθε άλλο παρά ευσταθεί. Ο επιστήμονας επ’ ουδενί είναι είδος διαφορετικό από τα άλλα κοινωνικά ζώα. Συμμετέχει μάλιστα με αξιοθαύμαστη προσαρμοστικότητα και επιτυχία στις κοινωνικές πρακτικές του καιρού μας.

Για να επιβιώσει σήμερα ένας επιστήμονας πρέπει να είναι πρωτίστως MANAGER με όλη τη σημασία του όρου, σβέλτος και Δημοσιοσχεσίτης.
Διότι,



1. Οφείλει να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή, πού μοιράζεται το χρήμα ώστε να αποσπά τα απαραίτητα κονδύλια για τη χρηματοδότηση της έρευνας και της τσέπης του. Αυτό συμβαίνει σχεδόν σε παγκόσμιο επίπεδο και όχι μόνο στα καθ’ ημάς, που όντας κακότεχνοι αντιγραφείς ξένων πρακτικών γινόμαστε πάντα βασιλικότεροι του βασιλέως. Δηλαδή, σταματούμε παντελώς την τακτική χρηματοδότηση και εξαπολύουμε τους επιστήμονες δεξιά και αριστερά για ό,τι ξεροκόμματο ξεπερισσέψει από το μεγάλο φαγοπότι των Βρυξελλών ή των τοπικών επιτροπών.

2. Η απόσπαση κονδυλίων είναι τέχνη ζηλευτή και όχι για τον καθένα. Χρειάζεται πολύ σπρώξιμο για μια θέση σε κρατικές Επιτροπές, Συμβούλια, Κόμματα, Παραεπιτροπές και Παρασυμβούλια, πολύ ξόδεμα, πολύ αλισβερίσι, πολύς διαγκωνισμός, τελικά πολύ απ’ αυτό που ονομάζεται ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ.

3. Ο επιστήμονας του καιρού μας, οφείλει να διαχειρίζεται και να χειρίζεται καλά το ανθρώπινο δυναμικό το οποίο προσλαμβάνει από την όποια εκταμίευση των κονδυλίων, διότι κάποιος τελικά πρέπει να κάνει τη δουλειά σ’ αυτό τον τόπο. Το ανθρώπινο αυτό δυναμικό αποτελεί τη νέα υπερεκμεταλλευόμενη και υποαμοιβόμενη φυλή των μεταπτυχιακών. Το εντελώς σίγουρο είναι ότι μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους δεν θα έχουν καμιά τύχη στην εγχώρια αγορά εργασίας, πόσο μάλλον στη διεθνή. Οι μεταπτυχιακοί αποτελούν το κομμάτι -Κομπάρσος- στο θεατρικό έργο που λέγεται «Έρευνα στην Ελλάδα».


4. Ο Επιστήμονας για να είναι καλός Manager πρέπει να μπορεί να προσαρμόζεται ακαριαία στο τί τραβάει η αγορά και στις απαιτήσεις των χρηματοδοτών. Η επιστημονική αγορά έχει και αυτή τις μόδες της οι οποίες έρχονται από το πουθενά και εξαφανίζονται στο πουθενά επίσης. Πριν από 15 με 20 χρόνια γινότανε πανζουρλισμός με το ΧΑΟΣ. Σήμερα γίνεται του ΝΑΝΟ. Στο «άρτζι-μπούρτζι και λουλάς» που έλεγε και η γιαγιά μου. Μιλώντας για τώρα, ο manager πρέπει να έχει την ευελιξία και ευστροφία να χαρακτηρίζει σαν –nano οποιαδήποτε έρευνα έχει κατά νου. Ακόμα καλύτερα πετυχαίνει το nano-nothing, που είναι και το πλέον ευέλικτο.


5. Ο μεγάλος ανταγωνισμός για χρηματοδότηση, απαιτεί συν τοις άλλοις και παχιά βιογραφικά. Επειδή, όπως καταλαβαίνετε, ο χρόνος που μένει για έρευνα μετά τα ατέλειωτα σούρτα-φέρτα είναι μηδαμινός και ο στρατιές των μεταπτυχιακών σαν πρωτόβγαλτες στην πιάτσα, αρκετά αναποτελεσματικές, χρειάζονται καινούργια concepts παραγωγής τους. Ένα πολύ ευφυές σχέδιο, είναι αυτό του μαγικού πολλαπλασιασμού των εργασιών, «The inflationary curriculum vitae», (πληθωριστικό βιογραφικό), όπως το ονομάζω, τεχνική με την οποία μια επιστημονική εργασία με διάφορες μικρομεταβολές που υφίσταται μπορεί να αναβαπτίζεται πρωτότυπη και να αυγατίζει, δημοσιευόμενη εις το διηνεκές.

6. Και τέλος-τέλος, ανάμεσα στα άλλα πρέπει να έχει και φωτογένεια ώστε να μπορεί πού και πού να ποζάρει σε διαφημίσεις προϊόντων, όπως για παράδειγμα πολυτελών αυτοκινήτων, ώστε να εξοικονομεί και κανένα παραπανίσιο φράγκο για τις έρευνές του.

Oh my poor guy!