
Δεν ξέρω αν με φοβίζει ο θάνατος, δεν ξέρω σχεδόν τίποτε από τότε που έφτασα στη θάλασσα.
Μαργκερίτ Ντυράς
Ο εβδομηντάρης Φεδερίκο Μαγιόλ, πρώην Καταλανός βουλευτής, πετυχημένος επιχειρηματίας και παθιασμένος παίκτης του πόκερ ξεκινά ένα "κάθετο ταξίδι" όταν η γυναίκα του τον διώχνει από τη ζωή της. Από τη Βαρκελώνη στο Πόρτο κι από κει κάθετα προς Λισαβώνα και τέλος Φουνσάλ στη Μαδέρα. Κάθετο ταξίδι προς αναζήτηση του εαυτού του; Της κουλτούρας που στερήθηκε λόγω του Εμφυλίου; Της χαμένης Ατλαντίδας; Ή μήπως του Μεταφυσικού Λιμανιού; Ένα μεταφυσικό λιμάνι που φαίνεται ότι το ανακάλυψε στη Φουνσάλ του Ατλαντικού ωκεανού και από όπου γράφει στο γιο του:
"Ετοιμάζω μια αποστολή στην Ατλαντίδα και δεν πρέπει ν' αργήσω να βυθιστώ στην πιο βαθιά άβυσσο... Κατά τα άλλα, όλα τέλεια. Είμαι φίλος με τον Κλαούντιο Μαγκρίς. Έγινα Εβραίος χασιδιστής. Θυμάμαι την Καταλονία, αλλά εσύ θα μου πεις πού βρίσκεται. Ασχολούμαι με την κουλτούρα χωρίς πειθαρχία, δίνω διαλέξεις για τα νησιά και τη μυθολογία τους, άνοιξα ένα βιβλιοπωλείο στον ξάδελφό σου, θα είμαι ο πρωταγωνιστής ενός μυθιστορήματος, ζωγραφίζω μεταφυσικά λιμάνια με πολλούς φοίνικες που μερικές φορές μοιάζουν με σαξόφωνα κι άλλες θυμίζουν τη σιλουέτα της Κιμ Νόβακ. Τα πρωινά πηγαίνω στο σχολείο και τα απογεύματα στο πανεπιστήμιο. Ελπίζω να πεθάνω γνωρίζοντας τι είναι το big bang και, τέλος, είμαι ειδικός στη γνώση της απόστασης. Δέξου μια ατλαντική αγκαλιά από τον καλλιτέχνη πατέρα σου".
Διαβάζοντας το "Κάθετο ταξίδι" είχα την αίσθηση ότι ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας πάσχει από τη γνωστή στους λογοτεχνικούς κύκλους "νόσο του Μοντάνο", που σημαίνει την τραγική ανικανότητα ενός συγγραφέα να γράψει. Και τι κάνει σ' αυτήν την περίπτωση ένας μυθιστοριογράφος, άριστος γνώστης της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Επιστρατεύει προς αρωγή του άλλους παλαιότερους αλλά και σύγχρονους συναδέλφους του: Κάφκα, Πεσσόα, Φλωμπέρ, Μονταίνι, Μπόρχες, Σβέβο, Μαγκρίς...
Εδώ και πολύ καιρό πιστεύεται ότι σχεδόν όλα στη λογοτεχνία έχουν ειπωθεί κι ότι στο σύγχρονο συγγραφέα δε μένει τίποτε άλλο παρά να σχολιάζει αυτά που έγραψαν άλλοι πριν απ' αυτόν, να τα προσαρμόζει στην εποχή του ή να "γεμίζει κάποια κενά". Ο Μπόρχες στις αρχές της λογοτεχνικής του καριέρας κατηγορήθηκε από τον συγγραφέα Ραμόν Ντολ για λογοτεχνικό παρασιτισμό: ότι τα γραπτά του δεν κάνουν τίποτ' άλλο παρά να επαναλαμβάνουν με άσχημο τρόπο πράγματα που άλλοι τα είπαν με ωραίο. Κι ο Μπόρχες εμπνεόμενος από αυτήν την κατηγορία, έφτασε τον παρασιτισμό του στα άκρα γράφοντας το "Πιερ Μενάρ,ο συγγραφέας του Δον Κιχώτη".
Ο Βίλα-Μάτας δεν είναι βέβαια Μπόρχες και μάλλον το γνωρίζει. Όπως δεν είναι και Λώρενς Στερν (Τρίστραμ Σάντι) που τόσο έντονα θυμίζει η αφήγησή του. Αυτά όμως δεν τον εμποδίζουν είτε να ελίσσεται ανάμεσα στους αγαπημένους του συγγραφείς προσπαθώντας να αφηγηθεί μια ιστορία για την αποξένωση, τη μοναξιά, τα γηρατειά και τη σημασία της κουλτούρας είτε να παίζει με τον αναγνώστη οδηγώντας τον από διάφορες κοινοτοπίες σε μεγάλες Αλήθειες. Εκτός κι αν όλα αυτά δεν είναι παρά ένα προπέτασμα για να κρύψει τη νόσο του Μοντάνο από την οποία πάσχει.
Ωστόσο γράφει και γράφει για όλα με τη μέθοδο του "Πλίνθοι, λίθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι" χωρίς μάλιστα να δίνει τη δυνατότητα σε κανένα να τον σταματήσει γιατί όπως είπε κι ο Ζυλ Ρενάρ "Το γράψιμο είναι ένας τρόπος να μιλάς χωρίς να μπορεί κανείς να σε διακόψει"...

Ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1948. Έχει γράψει ένα αφηγηματικό έργο μεγάλου εύρους, που έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από δώδεκα γλώσσες. Στην Ελλάδα έχουν μεταφραστεί επίσης: "Η νόσος του Μοντάνο", "Μπάρτλεμπι και Σία", "Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ".
Σημειώσεις: Η ιστορία του Μπόρχες και το απόφθεγμα του Ρενάρ αναφέρονται στη "Νόσο του Μοντάνο" από τον ίδιο τον Βίλα-Μάτας. Το απόσπασμα της Ντυράς αναφέρεται στο βιβλίο. Ο πίνακας είναι έργο του Παρθένη: Το λιμάνι της Καλαμάτας. (13/20)

