Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσβάιχ Στέφαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσβάιχ Στέφαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Ο κόσμος του χθες

Στέφαν Τσβάιχ, εκδ. Printa, μτφ. Α. Καλανταρίδου, Τ. Λιάνη.


















"Ακόμα και στα πιο φημισμένα κλασικά αριστουργήματα με ενοχλούν τα πολυάριθμα σημεία όπου η πλοκή σέρνεται αργά και νωχελικά, και συχνά πρότεινα σε διάφορους εκδότες το τολμηρό σχέδιο να εκδώσουν κάποια στιγμή μια σειρά με όλα τα σημαντικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, από τον Όμηρο, τον Μπαλζάκ και τον Ντοστογιέφσκι ως το Μαγικό βουνό, σε μια συντομευμένη εκδοχή, αφαιρώντας ό,τι περιττό βάραινε το καθένα ξεχωριστά, και τότε όλα αυτά τα έργα, που έχουν αναμφίβολα διαχρονικό περιεχόμενο, θα μπορούσαν, ξαναζωντανεύοντας, να ασκήσουν επιρροή στην εποχή μας."


Και καλά να έχει την απαίτηση να συντομευθεί η Ιλιάδα ή η Οδύσσεια, αιώνες πέρασαν από τη συγγραφή τους, αλλά και το Μαγικό βουνό τού σύγχρονού του, Τόμας Μαν; Τι θα έλεγε ο τελευταίος γι' αυτή την άποψη; Η αλήθεια είναι ότι κάποιοι εκδότες πείστηκαν, πολλά χρόνια αργότερα κι όχι από τον Τσβάιχ, και προχώρησαν σε εκδόσεις πετσοκομμένων κλασικών έργων. Τέλος πάντων, ποτέ δεν είχα σε ιδιαίτερη εκτίμηση το έργο του Τσβάιχ... Βιεννέζος κι αυτός, εβραϊκής καταγωγής, εύπορος και συνομήλικος του Χέρμαν Μπροχ, αλλά... καμία σχέση. Αρκεί να διαβάσει κανείς το πολυμεταφρασμένο στη χώρα μας "Χθεσινό κόσμο" για να διαπιστώσει πόσο επιφανειακά σχολιάζει τα τεκταινόμενα γύρω του. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι μέσα στην αυτοβιογραφία του υπάρχουν εξαιρετικές σελίδες.





Ο κόσμος του χθες (1942) είναι μια ιδιότυπη αυτοβιογραφία. Την ολοκλήρωσε λίγους μόνο μήνες πριν αυτοκτονήσει, στην Βραζιλία, όπου είχε καταφύγει προσπαθώντας απεγνωσμένα να κρατηθεί μακριά από τον πόλεμο. Στην ουσία πρόκειται για τη βιογραφία μιας γενιάς. Κέντρο της αφήγησής του δεν τόσο ο εαυτός του όσο η ιστορία της εποχής του και οι σημαντικές προσωπικότητες που γνώρισε. Στις σελίδες του βιβλίου του παρελαύνουν ο Ρομαίν Ρολλάν, ο Βεράρεν, ο Φρόυντ, ο Ρίχαρντ Στράους, ο Γκόρκι και άλλοι πολλοί αλλά καμία νύξη για τον Μπρέχτ, τον Μούζιλ ή τον Μπροχ, τους οποίους μάλιστα γνώριζε αρκετά καλά.

Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου είναι μια ελεγεία για τη χρυσή εποχή της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Για τον αφελή, γιο βιομήχανου, Τσβάιχ επρόκειτο για έναν "όμορφο κόσμο ηθικό, αγγελικά πλασμένο"... Δημοκρατία, ειρήνη, ευημερία και ακμή όλων των πτυχών του πολιτισμού χαρακτήριζαν την εποχή εκείνη! Τα μελανά σημεία δεν ήταν παρά ελάχιστα: το οπισθοδρομικό εκπαιδευτικό σύστημα και κάποια υποκρισία όσον αφορά στην αστική ηθική. Αλλά κι αυτά ακόμα δεν ήταν παρά χαριτωμένα μικροεμπόδια, που άνθρωποι με ισχυρή θέληση σαν αυτόν, μπορούσαν να παρακάμψουν!







Όλα αυτά μέχρι το καλοκαίρι του 1914. Στα τέλη του Ιούνη κι ενώ ο Τσβάιχ απολάμβανε τα λουτρά του στο Μπάντεν της Αυστρίας, ο διάδοχος του αυτοκρατορικού θρόνου Φραγκίσκος Φερδινάνδος, αντιπαθής άλλωστε, δολοφονείται στη Βοσνία. Στο ωραιότερο ίσως κεφάλαιο του βιβλίου ("Οι πρώτες ώρες του πολέμου του 1914") περιγράφει με εξαιρετικό τρόπο από τη μια την καλοκαιρινή ανεμελιά και από την άλλη το καζάνι που ετοιμαζόταν να εκραγεί. Είναι εντυπωσιακό το πώς ο Τσβάιχ συνεχίζει, δύο βδομάδες αργότερα, τις διακοπές του στις πλαζ της Οστάνδης έχοντας πίστη στην αιώνια ειρήνη. Τελικά, θα αναγκαστεί να πάρει το τελευταίο, στην κυριολεξία, τρένο για την Αυστρία ενώ ο πόλεμος ξεσπούσε...

"Οι άνθρωποι συνέχιζαν τα μπάνια τους, τα ξενοδοχεία παρέμεναν γεμάτα, κι οι παραθεριστές εξακολουθούσαν να συνωστίζονται στην πίστα σουλατσάρωντας, φλυαρώντας και γελώντας. Αλλά για πρώτη φορά, ένα νέο στοιχείο έκανε την εμφάνισή του. Ξαφνικά, είδαμε να ξεπροβάλλουν στη πλαζ Βέλγοι στρατιώτες, πράγμα παράδοξο, αφού σε κανονικές συνθήκες δεν έρχονταν ποτέ εκεί. Σκυλιά έσερναν τα μυδραλιοβόλα μέσα σε μικρά οχήματα -κάτι που αποτελούσε μια περίεργη ιδιαιτερότητα του βελγικού στρατού..."





Εξαιρετικές είναι και οι σελίδες όπου ο συγγραφέας περιγράφει τις μελανές μέρες που ακολούθησαν την ήττα της Αυστρίας, με τη δυστυχία, την πείνα και τη μαύρη αγορά να κυριαρχούν στην καθημερινότητα των κατοίκων του Ζάλτσμπουργκ. Ο Τσβάιχ επιστρέφει, μετά το τέλος του πολέμου από την Ελβετία, στην μικρή αυτή πόλη, όπου στο μεταξύ έχει αγοράσει ένα σπίτι ("έναν πυργίσκο που δεν διέθετε παρά εννέα δωμάτια") σε ένα δασόφυτο λόφο, στον Kapuzinerberg, για να περάσει τις δύσκολες αυτές μέρες μακριά από την μεγαλούπολη της Βιέννης.

"Κάθε κάθοδός μας στην πόλη ήταν τότε ένα γεγονός που μας συνέτριβε. Για πρώτη φορά αντίκρισα το λιμό στα κιτρινιάρικα κι επικίνδυνα μάτια που περιφέρονταν στους δρόμους. Το μαύρο ψωμί τριβόταν κι είχε την πικρή γεύση της πίσσας και της κόλλας, ο καφές ήταν ένα αφέψημα από κριθάρι, η μπίρα ένα άνοστο κιτρινωπό νεροζούμι, η σοκολάτα χρωματισμένη άμμος και οι πατάτες παγωμένες. Οι περισσότεροι εκτρέφανε κουνέλια για να μην ξεχάσουν ολότελα τη γεύση του κρέατος, στον κήπο μας ένας νεαρός σκότωνε σκίουρους για το κυριακάτικο γεύμα, ενώ καλοθρεμμένα σκυλιά και γάτες πολύ σπάνια επέστρεφαν ζωντανά, όταν ξεμάκραιναν λίγο στους περιπάτους τους..."





Διάβασα τον "Χθεσινό κόσμο" με πολύ ενδιαφέρον. Αναμφίβολα πρόκειται για ένα μοναδικό ντοκουμέντο, αλλά με ενοχλούσε συνεχώς το γεγονός ότι "ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου δεν ζούσε τελικά μέσα στον κόσμο, αλλά στην άκρη του. Τα χρυσά κάγκελα αυτού του μοναδικού προστατευμένου φυσικού πάρκου ήταν πολύ χονδρά και εμπόδιζαν στους κατοίκους του κάθε ματιά και κάθε εικόνα που θα μπορούσε να ενοχλήσει τη ζωή και την απόλαυσή τους", όπως γράφει χαρακτηριστικά η Χάννα Άρεντ. Με ενοχλούσε επίσης η ψεύτικη μετριοφροσύνη του και η συνεχής προσπάθεια του να παρουσιάζεται ως ένας σχεδόν μποέμ καλλιτέχνης. Ωστόσο, οφείλω να ομολογήσω ότι υπάρχουν και στιγμές αφοπλιστικής ειλικρίνειας, ιδιαίτερα όταν ανήμπορος παρακολουθεί τη μυθική του εποχή να καταρρέει.

"Οι μάζες εξεγείρονταν, κι εμείς γράφαμε και σχολιάζαμε ποιήματα. Δεν βλέπαμε τα πύρινα σημάδια στον τοίχο κι απολαμβάναμε αμέριμνοι τα ακριβά εδέσματα της τέχνης, όπως άλλοτε ο βασιλιάς Βαλτάσαρ, χωρίς να φοβόμαστε να κοιτάξουμε το μέλλον. Και μοναχά δεκαετίες αργότερα, όταν γκρεμίστηκαν στα κεφάλια μας στέγες και τείχη, συνειδητοποιήσαμε πως τα θεμέλια είχαν υποσκαφτεί από καιρό και πως η έλευση του νέου αιώνα, είχε σηματοδοτήσει την αρχή του τέλους της ατομικής ελευθερίας στην Ευρώπη."





Σημειώσεις: Πάνω αριστερά το βιβλίο των εκδόσεων Printa με ένα εξαίρετο επίμετρο της Τατιάνας Λιάνη, γνώστριας του έργου του Τσβάιχ. Η έκδοση συνοδεύεται από διαφωτιστικές σημειώσεις και λεύκωμα φωτογραφιών. Κρίμα που το εξώφυλλο είναι τόσο άχαρο και δεν έχει καμία σχέση με εκείνο το υπέροχο, που απεικονίζεται στα δεξιά, των εκδόσεων Μαρή (1949;), καλλιτεχνημένο από την Μαρία Ράμφου, ζωγράφο και χαράκτρια. Ανακάλυψα αυτή την έκδοση πριν από λίγα χρόνια και είναι σε μετάφραση Κ. Μεραναίου και Μ. Ζωγράφου, μιας από τις πέντε μεταφράσεις του έργου, που έχουν κυκλοφορήσει στη χώρα μας. Στην πρώτη εικόνα είναι το θέατρο της Βιέννης στα 1900, η δεύτερη είναι έργο του Theodor Zasche και στη τέταρτη απεικονίζεται το "σπιτάκι" του Τσβάιχ στο Ζάλτσμπουργκ από καρτποστάλ που έστελνε ο ίδιος ο συγγραφέας σε φίλους του. Αξίζει μια αναφορά στην τόσο διαφορετική οπτική του Μπροχ για τη μυθική εποχή της Βιέννης: "ήταν λιγότερο μια πόλη της τέχνης και περισσότερο η παραδειγματική πόλη της διακοσμητικής, ... η μητρόπολη του κιτς, που έγινε επίσης η μητρόπολη του κενού των αξιών που χαρακτήριζαν εκείνη την εποχή". Επίσης έχει ενδιαφέρον να διαβαστεί μια απομυθοποίηση του βιβλίου (είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο) αλλά και του Τσβάιχ ως ανθρώπου και συγγραφέα από τον Michael Hofmann στο London Review of Books με τίτλο: Vermicular Dither, 28/1/2010 με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του έργου στα αγγλικά. Πρόκειται για ένα αρθρο που προκάλεσε πολλές διαμαρτυρίες. Μιλάει αρκετά υποτιμητικά για τον Τσβάιχ ("not a pacifist much less an activist but a passivist") καταρρίπτει πολλούς ισχυρισμούς του στη αυτοβιογραφία ως ψευδείς με στοιχεία από την αλληλογραφία του (ειδικά αυτούς που έχουν να κάνουν με το ρόλο του ως ειρηνιστή) και που από δειλία μια ζωή την "κοπάναγε" μακριά από κάθε κίνδυνο: Στον πρώτο πόλεμο στην Ελβετία, στον δεύτερο στο Λονδίνο και μετά στο Μπαθ, λόγω βομβαρδισμών. Μετά τις απειλές του Χίτλερ για εισβολή στην Αγγλία καταφεύγει στις ΗΠΑ κι όταν ο Ρούζβελτ αποφασίζει να εμπλακεί στον πόλεμο την κάνει για Βραζιλία αλλά επειδή και το Ρίο δεν του φαινόταν αρκετά ασφαλές αποσύρεται τελικά σε ένα ορεινό θέρετρο. Η αλήθεια όμως είναι ότι, στην αυτοβιογραφία του, ο ίδιος ομολογεί το μεγαλύτερο ελάττωμά του: τη δειλία! Στην τελευταία φωτογραφία είναι με τη δεύτερη γυναίκα του, τη Λόττε, στη Βραζιλία λίγο πριν αυτοκτονήσουν, το 1942.