Μαξ Ζέμπαλντ, εκδ. Άγρα, μτφ. Γιάννης Καλιφατίδης.
"Είναι φορές, που μου φαίνεται πως οι αναμνήσεις είναι εντελώς ανώφελες. Βαραίνουν το κεφάλι φέρνοντας ίλιγγο, σαν να μην ατενίζαμε το παρελθόν μέσα από την αλληλουχία του χρόνου, αλλά σαν να στέκαμε σ' έναν πύργο που χάνεται μες στα σύννεφα, κοιτώντας από μεγάλο ύψος τη γη".
W. G. Sebald
Στα 1874, ο νεαρός Νίτσε έγραφε σε ένα δοκίμιό του:
"Δες την αγέλη που περνάει μπροστά σου βόσκοντας: δεν ξέρει τι πάει να πει χθες, τι σήμερα, πετάγετ' εδώ κι εκεί, τρώει, ξαπλώνει, χωνεύει, ξαναπετάγεται, κι αυτό από το πρωί ως το βράδυ κι από μέρα σε μέρα... Ρωτάει, έτσι, καμιά φορά ο άνθρωπος το ζώο: γιατί δε μου μιλάς για την ευτυχία σου αλλά μονάχα με κοιτάς; Το ζώο θέλει κι αυτό να του απαντήσει και να του πει ότι "εγώ πάντοτε ξεχνώ αμέσως τι ήθελα να πω" -ωστόσο την ξέχασε κιόλας αυτή την απάντηση και δεν είπε τίποτα, έτσι ώστε ο άνθρωπος έμεινε με την απορία.
Απόρησε όμως και με τον ίδιο του τον εαυτό που δεν μπορεί να ξεχνά και που κρέμεται διαρκώς από το παρελθόν. Όσο μακριά, όσο γρήγορα κι αν τρέξει, τρέχει μαζί του κι η αλυσίδα. Είναι εκπληκτικό: η στιγμή, που στο άψε-σβήσε είν' εδώ και στο άψε-σβήσε φευγάτη, πρωτύτερα ένα τίποτα κι ύστερα πάλι ένα τίποτα, ξανάρχεται πραγματικά σαν φάντασμα και ταράζει τη γαλήνη κάποιας κατοπινής στιγμής..."
"... Για τούτο τον κυριεύει κάποια συγκίνηση, λες κι αναλογίζεται έναν χαμένο Παράδεισο, όταν βλέπει την αγέλη που βόσκει ή -κάτι πιο κοντινό του- όταν βλέπει το παιδί το οποίο δεν έχει ακόμη κανένα παρελθόν ν' απαρνηθεί και παίζει ανάμεσα στους φράχτες του παρελθόντος και του μέλλοντος σε κατάσταση τρισμακάριας τυφλότητας. Κι όμως το παιχνίδι θα του το χαλάσουν... Μαθαίνει τότε να εννοεί τη λέξη "ήταν", εκείνη τη συνθηματική λέξη με την οποία ο αγώνας, ο πόνος κι ο κόρος αγγίζουν τον άνθρωπο για να του θυμίσουν τι είναι κατά βάθος η ύπαρξή του -ένας ες αεί ανολοκλήρωτος παρατατικός. Κι όταν ο θάνατος φέρνει επιτέλους την ποθητή λησμονιά, ταυτόχρονα υπεξαιρεί το παρόν και την ύπαρξη επισφραγίζοντας έτσι τη διαπίστωση ότι η ύπαρξη δεν είναι παρά ένα συνεχές τετελεσμένο παρελθόν (Gewesensein), ένα πράγμα που ζει αρνούμενο και κατατρώγοντας τον εαυτό του, αντιφάσκοντας προς τον ίδιο του τον εαυτό".

"... Ένα πράγμα κάνει πάντοτε την ευτυχία να είναι ευτυχία: το να μπορεί κανείς να ξεχνάει ή, διατυπωμένο λογιότερα, η ικανότητα να αισθάνεται κανείς, όσο διαρκεί αυτή η ευτυχία, ανιστορικά. Όποιος δεν μπορεί να καθήσει στο κατώφλι της στιγμής, ξεχνώντας όλα τα περασμένα, όποιος δεν μπορεί να σταθεί επάνω σε ένα σημείο, σαν μια θεά της νίκης, δίχως να νιώθει ίλιγγο και φόβο, αυτός δεν θα μάθει ποτέ τι είναι ευτυχία..."

Θα ήταν ποτέ δυνατόν να υπάρξουν ευτυχισμένοι οι ήρωες του Ζέμπαλντ; Τη στιγμή που ολόκληρο το βάρος της ευρωπαϊκής ιστορίας του αιώνα "των άκρων" πέφτει πάνω στους ώμους τους; Ξεριζωμένοι από την πατρίδα τους και σημαδεμένοι ανεξίτηλα από τους διωγμούς και την απώλεια, βιώνουν τη μνήμη ως ασθένεια! Με πιο ακραία την περίπτωση του Άμπροζ Άντελβαρτ, που κλείστηκε με τη θέλησή του σε ψυχιατρικό ίδρυμα ζητώντας επίμονα να υποβάλλεται σε συνεχή θεραπεία με ηλεκτροσόκ για να εξαλείψει όσο πιο ριζικά και αμετάκλητα γινόταν όχι μόνο τη διανοητική του ικανότητα, αλλά και την ίδια του τη μνήμη.
"Ήταν τόσο απίστευτη η ακρίβεια με την οποία μιλούσε για τα περασμένα, ανασύροντας αργά αργά ακόμα και τις πιο ασήμαντες αναμνήσεις από σαφώς ανεξιχνίαστα βάθη, ώστε, ακούγοντάς τον να μιλά, άρχισα λίγο λίγο να πείθομαι για το αλάθητο μνημονικό του, συνειδητοποιώντας όμως ταυτόχρονα πόσο δυσκολευόταν να θυμηθεί τι ακριβώς τον συνέδεε με αυτές τις μνήμες. Να γιατί οι διηγήσεις του ήταν γι' αυτόν πραγματικό μαρτύριο και συνάμα μια προσπάθεια να λυτρωθεί, να γιατί ήταν ένα είδος σωτηρίας και μαζί ο κατήφορος προς την ανελέητη αυτοκαταστροφή".

"Υπάρχει ένας βαθμός αγρύπνιας, μηρυκασμού, ιστορικής αίσθησης, κατά τον οποίο το ζωντανό ον υφίσταται βλάβη και τελικά καταστρέφεται, είτε για άνθρωπο πρόκειται, είτε για λαό, είτε για πολιτισμό".
Σημειώσεις: Η πρώτη εικόνα είναι το πορτρέτο του Ζέμπαλντ από τον φίλο του, Τριπ. Όλες οι υπόλοιπες είναι φωτογραφίες από το βιβλίο του. Ανάμεσά τους είναι η καύση βιβλίων στο Βύρτσμπουργκ το 1933 και στην τελευταία το γκέτο του Λίτσμαννσταντ στο Λοτζ το 1940. Τα αποσπάσματα με μπλε χαρακτήρες είναι από το βιβλίο του Νίτσε: Ιστορία και Ζωή, εκδ. Γνώση, μτφ. Ν.Μ.Σκουτερόπουλος. Με τους κόκκινους είναι από το βιβλίο του Ζέμπαλντ.